-


Dali &









/




 
 

 

:

                                             Το Φτερωμνο Φλουτο

     Μια φορ κι ναν καιρ, σ’ να κστρο απ στο πιο ψηλ βουν, ζοσε νας μουρτζοφλης μγος που τον λεγαν Ανσλμο. τανε σοφς και τετραπρατος, ξερε ξρκια και γητεις σα καννας λλος, ταν μως μοναχς και παντρμος. Μοναδικ του παρα εχε να τσορμο γτες, που σουλατσριζαν στο κστρο.



     Ο παππος του τανε αρχιμουσικς του βασιλι κι νειρο του Ανσλμο τανε να κατακτσει κι αυτς μια μρα την δια ζηλευτ θση. Απ μικρς σποδαζε μουσικ κι εχε πρει πτυχα απ’ τα καλτερα ωδεα της χρας. Για να γνει κανες αρχιμουσικς πρεπε να ‘χει δικι του ορχστρα, μα λοι οι μουζικντηδες του φανονταν τεχνοι, ακατλληλοι για να εκτελσουν τις θεσπσιες συνθσεις του. Οι μουζικντηδες πλι, βρισκαν τις μουσικς του ανοστανλατες και τον χαρακτρα του αφρητο, τσι κανες δεν δεχτανε να τον χει για μαστρο.
     Κποια μρα, κει που καθτανε βαρς και μνος, του κατβηκε μια θαυμσια ιδα: να φτισει να ξρκι και να ζωντανψει τα μουσικ ργανα που ‘χε φυλαγμνα στο κελρι του πργου, να τα βνει να παζουν μουσικ.
     Πρε τον βαρ κρκο με τα τερστια κλειδι και κνησε για το κελρι. Ξεκλεδωσε τη βαρι πρτα, μπκε στο μπουντρομι και βρκε θαμμνα στη σκνη τα ργανα που ‘χε κληρονομσει απ’ τον παππο του.
     Δεν εχε μθει να παζει καννα απ’ αυτ, καθς τανε τεμπλης και βαριτανε τη μελτη και την εξσκηση. Διλεξε λοιπν το βιολ, το τσλο, το λαγοτο, το ταμπορλο κι θελε ακμα να ργανο για να συμπληρσει τη μαγεμνη του ορχστρα. Καθς ψαχνε, εδε το φλουτο να στκεται παραπονεμνο κι επε να το πρει κι αυτ μαζ του. Τα φορτθηκε λα μαζ στη ρχη κι πιασε ν’ ανεβανει τα σκαλι, μχρι το εργαστρι του στην κορφ του πργου. φτασε απνω ξεπνεμνος και καταδρωμνος. ταν η πρτη φορ στη ζω του που καμε τσο κπο για οποιονδποτε λγο.
     νοιξε τα μαγικ του βιβλα και τις αρχαες περγαμηνς κι ρχισε να ψχνει για κποιο ξρκι που να κμνει τα μουσικ ργανα να κουρδζονται απ μνα τους και να παζουν ποιον σκοπ τους παργγελνε. στερα φτιαξε να ακμα ξρκι για να σταματον να παζουν με το πρσταγμ του. μα τα κατφερε, πιασε το τσλο και το μγεψε. Κενο βγαλε χρια, βγαλε πδια, κουρδστηκε, πιασε το δοξρι κι ρχισε να παζει γλυκ κι μορφα. Μλις ο μγος χτυποσε παλαμκια και πρφερε τη λξη «Κρναξη», το τσλο σπαινε.
     Ο Ανσλμο πειτα γτεψε το βιολ, το λαγοτο και το ταμπορλο κι λα πγαν πρμα. ρθε η ρα και για το φλουτο, που περμενε ανυπμονα τη σειρ του. Μλις πρφερε το ξρκι, κενο βγαλε φτερ αντ για χρια και πετριζε στο ψηλοτβανο δωμτιο. τσι πως αναφτερκιζε χαρομενο, πρναγε ο αγρας απ’ τις τρπες του κι παιζε ντες πανμορφες κι υπροχες μελωδες. Τα κελαηδοπολια του δσους τ’ κουσαν κι ρθαν να γνωρσουν το καινοριο τους αδρφι.  ρμησαν μσα απ’ το ανοιχτ παρθυρο του πργου, λαλντας κι αυτ μαζ με το φτερωμνο φλουτο. Τ’ λλα ργανα παρασρθηκαν κι ευθς ακολοθησαν την κομπανα.
     Ολκερος ο πργος γμισε μουσικς και κελαηδματα. Μα ο Ανσλμο δεν τα σκωνε κτι ττοια. Ακος εκε να παζει ο καθνας ,τι του κατεβσει η κοτρα του! Τα ργανα τα ζωντνεψε για να παζουν τις δικς του συνθσεις κι χι για να διασκεδζουν. σε που εχε αλλεργα στα πουλι και τον πιασε φαγορα σ’ λο του το κορμ. Χτπησε παλαμκια και γκριξε: «Κρναξη!». Τα ργανα μουγκθηκαν και τα πουλι ξαναγρισαν τρομαγμνα στις φωλις τους.



     Ο καιρς περνοσε κι ο μγος εχε βαλθε να φτισει την πιο καλοδουλεμνη ορχστρα που εχε ακοσει ποτ η πλση. Αυταρχικς και τζαναμπτης καθς ταν, επτρεπε να ηχον μες στον πργο μνο τα ργα του παππο του κι σα γραφε ο διος· οτιδποτε λλο το θεωροσε ποταπ κι ανξιο. λη μρα μελτη και πρβα κι γιος ο Θες. Τα μαγεμνα ργανα διβαζαν και ξαναδιβαζαν φιλτιμα τις περπλοκες παρτιτορες και πσχιζαν να τα παξουνε σο καλτερα γινταν. Ο Ανσλμο, με το παραμικρ λαθκι, τα ‘βαζε να ξαναπαξουν λο το κομμτι απ’ την αρχ.
     Το φλουτο εχε πια βαριεστσει. Καθς ταν φτερωμνο, εχε κτι κοιν με τα πουλι: του ρεσε η ελευθερα κι ο αυτοσχεδιασμς και μαρζωνε με τους καννες, τις αντιστξεις και κθε λογς στενος κορσδες. Εχε τσες καινοριες και πρωττυπες μελωδες στο νου του κι χανε τον καιρ του παζοντας τις μοχλες του ανυπφορου μγου· δε βσταγε πια! «Αν δατος γνει αρχιμουσικς, ολκερο το βασλειο θα γνει μαυσωλεο και θα βρομει φορμλη» λεγε απ μσα του με καταφρνεση.
     Μια μρα ο Ανσλμο αποφσισε να παξουν τα εκατν να θρηνητικ σματα, που ‘χε γρψει ο παππος του ταν ο βασιλις Διγενς σκοτθηκε στον πλεμο. Ο μγος φανταζτανε τον εαυτ του αρχιμουσικ του παλατιο, να παζει με τη μαγεμνη του ορχστρα στο ξδι του τωρινο βασιλι και το ππολο να κλαει με μαρο δκρυ στο κουσμα της μουσικς του, μαζ με τους αυλικος, τη βασλισσα και τον πργκιπα. Αυτ ονειροπολοσε ο Ανσλμο κι βαζε τη γητεμνη του ορχστρα να παζει και δστου να βηματζει πνθιμα γρω γρω στη μεγλη αθουσα του κστρου. Δε θα ησχαζε αν δεν ερμνευαν και τους εκατν ναν θρνους στη σειρ, δχως οτε να σφλμα.
     Εχανε φτσει στον τελευταο θρνο και για πρτη φορ εχαν κατορθσει να μην κνουν μχρι εκε οτε να τσο δα στραβοπτημα. Μα το ταμπορλο καθυστρησε κατ να εξηκοστ τταρτο του ρυθμο, λγο πριν το τλος του κομματιο. «Κρναξη!» κραξε ο μγος χτυπντας μανιασμνος τις χεροκλες του.
 -«Εσαστε ανκανοι! Πμε πλι απ’ το πρτο κομμτι» φναξε κι δωσε με το μαγικ του ραβδ το τμπο. Το φλουτο γινε ξω φρενν. Προκειμνου να ξαναπαξει αυτ τα ψφια για λλη μια φορ, προτιμοσε να γνει σωλνας αποχτευσης. Εξαγριθηκε, μποχτισε και μπαλντισε. Δχως να το καλοσκεφτε, ρμηξε στον Ανσλμο κι αρχνησε, μ’ ση δναμη εχε, να κοπανιται απ στην κεφλα του την ξερ για να βγλει τ’ χτι του. Κι τανε φτιαγμνο απ μταλλο γερ κι η καρφλα του μγου γιμωσε καρομπαλα. Ο Ανσλμο πιασε να σκαμν για να χτυπσει το φτερωμνο φλουτο στον αρα. Κενο ψυλλιστηκε τον κνδυνο και πταξε προς το μεγλο παρθυρο. Ο μγος σφεντνισε το σκαμν προς το μρος του, μα αστχησε ξυστ. Το ξλινο βλμα συνχισε την πορεα του και θρυμμτισε το τζμι του παρθυρου, ανογοντας μια τερστια τρπα στο πανκριβο βιτρ. Το φλουτο βρκε την ευκαιρα να γλιτσει μια και καλ απ’ τον μγο. Πετρισε στα γργορα και το ‘σκασε μσα απ’ το σπασμνο τζμι, μ’ λη την ταχτητα των φτερογων του, πριν προλβει ο Ανσλμο να του ρξει κποιο ξρκι. Πταξε λετερο για το δσος, εν ο κακορζικος μγος βριζε και καταριταν.



     Γι’ αρκετ καιρ το φλουτο απολμβανε τη λευτερι κι αυτοσχεδαζε τις μουσικς του απνω στα κλαρι των δντρων, μαζ με τα κελαηδοπολια. Μα και πλι ρχισε να βαριται. Γιατ ανθρπινο χρι το ‘χε φτισει και γρευε ανθρπινο αυτ να το απολψει κι ανθρπινο χειροκρτημα να το παινψει. Αποφσισε λοιπν πως εχε ρθει πια η ρα του να φγει. Αποχαιρτησε τ’ αδρφια του κι βαλε δρμο εμπρς του. Κοντ στο δσος υπρχε μια μικρ πλη και το φτερωμνο φλουτο σκφτηκε να ξεκινσει απ κει την αναζτησ του. Θα πγαινε και θα παρακολουθοσε τους ανθρπους για να μθει τις συνθειες, τα γοστα και τους τρπους τους και μετ θα ξανοιγτανε παραπρα.
     Λγο πριν την εμπασι της πλης, ταν νας νερμυλος. Το φλουτο θμασε τη μεγλη ρδα που γυρνοσε με τη δναμη του νερο, γλυκθηκε απ’ το κελρυσμα του ρυακιο που ‘πεφτε απνω της σαν καταρρκτης κι κατσε παρμερα ν’ αφουγκραστε. Δεν πρασε πολλ ρα κι κουσε μια μελνια γυναικεα φων να τραγουδει κποιον γνωστο σκοπ. Δχως να χσει καιρ, πταξε προς το μρος της. Μια πεντμορφη κοπλα, μαυρομαλλοσα, γαλαν και καμαροφρδα, παιζε με την κιθρα της και τραγουδοσε μονχη.
     τανε η Ραμνα, η παρακρη της μυλωνος. Η μνα της εχε πεθνει στη γννα κι ο πατρας της την εχε παρατσει ξω απ’ την πρτα του μλου. Η μυλωνο τη λυπθηκε και την περιμζωξε, μως απ τοσηδ παιδολα την βαζε να κμνει λες τις αγγαρεες, για να ξεχρενει το φα της. Η μικρ εχε βρει την παλι κιθρα στο πατρι κι εχε μθει απ μνη της να παζει. Η δολεψη τανε σκληρ κι η μοναδικ της απαντοχ τανε να βγανει κθε γιμα στην πσω αυλ του μλου, να παζει και να τραγουδ σα σκρωνε ο νους της μες στα νειρα της νχτας.
     Οι μπαλντες της εχαν μελωδες μαυλιστικς και λγια ταξιδιρικα, που σαν αγρας θριζαν σε δση σκιερ, γεμτα με πανρχαια κι φραστα μυστικ, ρυτδωναν λαγαρ κρουσταλλνια νερ που λοζονταν πανριες νεριδες και παρξενα ξωτικ, μουρμοριζαν απνω απ αγρωχα βουν κι απραντα χλοερ λιβδια, στροβλιζαν κουρνιαχτ σε απξερα ερημοτπια.
     Γοητευμνο το φλουτο κθισε απ σ’ να κλαρ και ξεχστηκε ν’ ακοει. Δχως να το καταλβει, ρχισε δειλ να σιγομουρμουρει κποιες μελωδες, σαν απκριση σε κενες της κοπλας. Αυτ τ’ κουσε και σκωσε το κεφλι. Εδε το φτερωμνο φλουτο απ στο δντρο και χαμογλασε.
 -«Τι μορφα που κελαηδς καλ μου φλουτο. Εμαι η Ραμνα, θα ‘θελες να παξουμε μαζ;» του γλυκομλησε. λλο που δεν θελε το φλουτο. νιωσε ευτυχα και οστρο να το τυλγουν, για πρτη του φορ. Κι σο κενο αυτοσχεδαζε τσο απ’ τα στθια της κοπλας ανβρυζαν καινοριες μελωδες και στχοι.
 -«Ραμνα… Ραμνα επα! Πλι χαζολογς μ’ αυτς τις αηδες σου;» ακοστηκε μια στριγκι φων μσα απ’ τον μλο. «Τσακσου κι λα εδ, που ‘χουμε δουλει για δκα νοματαους, μη σε πρει ο γερο-διολος και σε σκσει» χρεμτισε η μυλωνο, που λοι τηνε ξρανε στην πλη για στρυφν και ξεστη. Η κοπλα πετχτηκε σαν ελατριο, κρυψε την κιθρα πσω απ να θμνο κι τρεξε αλαφιασμνη στην αφντρα της.
     Το φτερωμνο φλουτο κθισε στο κλαρ και συλλογστηκε: «Τι κρμα ττοιο τλαντο να πηγανει χαμνο, εδ που δεν εκτιμνε τη μουσικ. Τι αδικα ττοια χρυσ χερκια να φουσκαλιζουν απ’ τις αγγαρεες, αντ να χαδεουν τις χορδς της κιθρας…»
     τσι πρασε η νχτα. Με το που ξημρωσε και πλησασε σιγ σιγ το γιμα, του ‘ρθε μια ιδα. Ευθς φτερογισε προς την πλη διακριτικ, προσχοντας μην το δονε. Τρβηξε κατ το σχολει. Εκε ο δσκαλος, με τη βργα στο χρι, φναζε στα παιδι να βγλουνε μια κλλα χαρτ για να γρψουν διαγνισμα. Το φλουτο σιγοχτπησε το τζμι του παρθυρου. Κποιος μαθητς πλωσε μουλωχτ το χρι κι νοιξε το παρθυρο μια χαραμδα.
     Το φλουτο μποκαρε στην τξη κι αχολογοσε μια σκανδαλιρικη μελωδα φτεροκοπντας ολοτργυρα στην αθουσα. Ο δσκαλος προσπθησε να το χτυπσει με τη βργα, μα του κκου. Τα παιδι πετχτηκαν ολρθα και τσιροκοποσαν. Κενος μπηξε τις φωνς:
 -«Καθστε κτω γργορα, ειδλλως θα τιμωρηθετε αυστηρς!» μα ποιος να τον ακοσει.
     Το φλουτο ξαναβγκε απ’ το παρθυρο κι καμε κκλους απνω απ’ το προαλιο του σχολεου, προσκαλντας κατπι του τα παιδι. Κενα ξεχθηκαν ξω ξαναμμνα. Μλις λα τα σχολιαρπαιδα βγκανε στην αυλ, το φλουτο πταξε παιανζοντας προς το κντρο της πλης. Τα παιδι το ακολοθησαν, εν ξωπσω τους ο δσκαλος τρεχε οργισμνος να τα προφτσει. Απ’ που περνοσε η αλλκοτη πομπ, ο κσμος σταματοσε τις δουλεις του για να δει το αξιοπερεργο θαμα. Ξεσηκθηκαν λοι και πραν απ πσω το ξφρενο μπουλοκι. Το φλουτο φρντισε να διασχσει ολκερη την πλη κι στερα δρμωσε κατ το μλο.
     Η Ραμνα εχε βγει στο παιθρο και τραγουδοσε. Σαν φτασαν εκε, το φλουτο στθηκε σιμ της και τη συνδεψε μ’ λη του την τχνη. Ο κσμος παψε το τρεχαλητ κι μειναν ναυδοι ν’ ακον το εξασιο τραγοδι. Η κοπλα απορροφημνη δεν τους πρε εδηση. Σαν τλειωσε, λοι ξσπασαν σ’ ενθουσιδη χειροκροτματα. Μλις ττε η Ραμνα κατλαβε τι την κουγαν και δεν ξερε πο να κρυφτε απ ντροπ. Ο κσμος ζητοσε ν’ ακοσει κι λλο και το φλουτο ενθρρυνε τη σεμν κοπλα να συνεχσει. Μετ απ μια στιγμ αμηχανας, κενη πιασε και πλι να τραγουδει.
     Η μυλωνο κουσε το σαματ και βγκε ξω αγριεμνη. Σαν εδε λους να επευφημον την παρακρη της, δεν τλμησε να την αποπρει, απ φβο μην κακοκαρδσει τους πελτες. Μλις τλειωσε το τραγοδι, λλοι αγκλιαζαν τη Ραμνα, λλοι δκρυζαν κι λλοι απαιτοσανε ν’ ακοσουν ακμα να. Ο δμαρχος βγκε μπροστ κι δωσε τα θερμ του συχαρκια στη μυλωνο για την καλλφωνη παρακρη της. Ο κπελας της ζτησε να επιτρψει στη Ραμνα να εμφανζεται κθε βρδυ στο πανδοχεο του και της ταξε γερ μπαχτσσι για να πει το ναι. Η μυλωνο, φιλοχρματη και ματαιδοξη καθς ταν, δεν μπρεσε ν’ αντισταθε κι δωσε τη συγκατθεσ της.



     τσι, η Ραμνα, που μχρι κενη τη μρα δεν την εχε ακοσει κανες, γινε δισημη σ’ ολκερη την πλη κι λοι μιλοσανε γι’ αυτν, χρη στο πολυμχανο φλουτο. Τα βρδια εμφανζονταν στο χνι, που γμιζε ασφυχτικ απ κσμο. Σταμτησε πια να δουλεει στον μλο.
     Μιας κι η πλη βρισκτανε πνω στον μεγλο εμπορικ δρμο του βασιλεου, οι ταξιδιτες κι οι πραματευτδες που κουγαν τη Ραμνα και το φτερωμνο φλουτο, διδωσαν τη φμη τους παντο. νθρωποι απ’ λο το βασλειο κι απ’ τις γρω χρες καναν ουρ κθε βρδυ για ν’ απολψουν τις ονειρεμνες μπαλντες, που σαν κι αυτς δεν εχαν ματακοσει.
     Κποια μρα ο δμαρχος ανακονωσε τι εχε δηλσει συμμετοχ, για λογαριασμ της Ραμνας και του φτερωμνου φλουτου, στους μεγλους μουσικος αγνες που διοργνωνε κθε τρα χρνια η Ακαδημα των Τεχνν, υπ την αιγδα του διου του βασιλι. Δεν τανε καθλου εκολο να γνει κποιος δεκτς εκε κι ο δμαρχος εχε βλει λυτος και δεμνους για να το πετχει. Η Ραμνα οτε που το ‘χε ονειρευτε τι θα ‘παιζε μια μρα στην πρωτεουσα κι πως τανε ντροπαλ, στην αρχ αρνθηκε. Το φλουτο μως της ζλισε τ’ αυτι, μχρι που δχτηκε.
     λη η πλη περμενε πς και πς ν’ αρχσουν οι αγνες. Η Ραμνα πρε αγκαλι το φλουτο κι ανβηκε στην μαξα του δμαρχου. Πσω της οι συμπολτες, λλοι με μαξες, λλοι με κρα, μερικο με τα πδια, οργνωσαν ολκερη εκστρατεα για να υποστηρξουν τα καμρια της πλης τους.
     Η πρωτεουσα σφυζε απ κσμο που ‘χε συναχτε απ κθε γωνι του βασιλεου κι απ’ το εξωτερικ. Στη μεγλη πλατεα μπροστ απ’ το παλτι εχανε στηθε δυο μεγλες εξδρες. Οι ορχστρες ανβαιναν αν δο, διαγωνζονταν μεταξ τους, πειτα η κριτικ επιτροπ της Ακαδημας βαθμολογοσε, τλος ψφιζε και το κοιν κι τσι αποφασιζταν ποιος θα προκριντανε στον επμενο γρο. Για μια ολκερη βδομδα, η πρωτεουσα τανε παραδομνη στη μουσικ και στο γλντι.
     Απ’ το μεγλο μουσικ γεγονς, δεν θα μποροσε φυσικ να λεπει κι ο Ανσλμο. Μετ απ’ τη φυγ του φτερωμνου φλουτου, γτεψε το μποε που ‘βγαλε κι αυτ φτερ. Εχε μως προνοσει να το δσει με χρυσ αλυσδα στον μο του, για να μην το χσει πλι. Επ τρα χρνια προετομαζε ο Ανσλμο την μαγεμνη ορχστρα για τους αγνες. θελε να κερδσει πση θυσα. Σαν εδε το φτερωμνο φλουτο να παζει στον πρτο προκριματικ γρο, λσσαξε απ μσα του. Του πρασε απ’ το νου να φωνξει «Κρναξη!» και να το κμει να βουβαθε, μως του φνηκε πιο καλ να συντρψει στα σια τον αποσττη και τη φιλενδα του μπροστ σ’ λο το βασλειο.
     Το φλουτο πλι σαν εδε τον Ανσλμο να διαγωνζεται στον τρτο προκριματικ, ανησχησε μα δεν εχε λγια να διηγηθε την ιστορα στη Ραμνα. τσι κι αλλις, τανε σγουρος τι ο Ανσλμο με τις μπαροφες του θ’ αποκλειτανε σντομα και θα γλιτνανε απ δατον. μως δεν εχε υπολογσει σωστ τα πρματα.
     Ο λας στ’ αλθεια δεν εκτμησε και πολ τη μουσικ του μγου αλλ οι ακαδημακο της κριτικς επιτροπς δειξαν εκστασιασμνοι. Κι η βαθμολογα της επιτροπς εχε αυξημνη βαρτητα, οπτε το κοιν μειοψηφοσε. Θες οι απλυτες και σχολαστικς συνθσεις του, θες η μαγεμνη του ορχστρα, θες το οικογενειακ του νομα κι η τερστια ιστορα του παππο του, ο Ανσλμο νικοσε λους τους αντιπλους του και προκριντανε διαρκς. Ββαια κι η Ραμνα δεν πγαινε καθλου σχημα. Οι πρωττυπες μπαλντες κι η ασημηχη φων της μγευαν το κοιν, εν τα περτεχνα σλα που παιζε το φτερωμνο φλουτο ενθουσαζαν κμποσα μλη της επιτροπς, τσι απ’ την αρχ το παρδοξο ντουτο θεωρθηκε ως φαβορ.
     Την βδομη μρα καννας δεν παραξενετηκε που στον τελικ θ’ αναμετριντουσαν η Ραμνα με τον Ανσλμο. Οι συζητσεις διναν κι παιρναν, τα στοιχματα εχανε φτσει στα ψη, καθς περμεναν τον βασιλι να δσει το παργγελμα για ν’ αρχσει η μεγλη αναμτρηση. Η βασλισσα στριψε το νμισμα κι λαχε στον Ανσλμο να ξεκινσει πρτος. Ο μγος υποκλθηκε στους επσημους, σκωσε το μαγικ του ραβδ που το ‘χε για μπαγκτα και τα μαγεμνα ργανα ξεκνησαν να παζουν την εβδμη συμφωνα του παππο του, την πιο περπλοκη και μεγαλειδη σνθεση που εχε γρψει ο δισημος αρχιμουσικς και που κανες δεν εχε καταφρει μετ απ’ αυτν να την ερμηνεσει.
     Τα φιλτιμα ργανα δωσαν τον καλτερ τους εαυτ και κατφεραν ν’ αποδσουν το δσκολο μουσικ κομμτι με εξαιρετικ ακρβεια και με κθε λεπτομρεια. ταν τλειωσαν, ο Ανσλμο εισπραξε να αρκετ θερμ χειροκρτημα απ’ το κοιν, εν σσσωμη η κριτικ επιτροπ δειχνε διακριτικ την επιδοκιμασα της, χαμογελντας με νημα. Ο αγνας φαιντανε να χει κριθε αλλ η Ραμνα και το φτερωμνο φλουτο δεν εχανε πει ακμα την τελευταα τους κουβντα.
     Δχως φβο, αλλ με περσσιο πθος, αρχσανε να παζουν μια συναρπαστικ επικ μπαλντα που ‘χανε γρψει μλις το προηγομενο βρδυ, για τα κατορθματα του βασιλι Διγεν, του μεγαλτερου ρωα της χρας και προπππου του τωρινο βασιλι. Το κοιν δεν μποροσε να κρψει τον ενθουσιασμ του και τραγουδοσε το ρεφραν μαζ με την υπροχη Ραμνα, που ‘μοιαζε να χει ανυψωθε στους αιθρες. Οι ακαδημακο κοιτζονταν μεταξ τους σαστισμνοι και δεν μποροσανε να κρψουν την αμηχανα τους.
     Καθς το τραγοδι πλησαζε στη μση, ξφνου να φουρφουρητ σκπασε τη μεγλη πλατεα. Ο τπος γμισε πολχρωμα κελαηδοπολια, που εχαν ακοσει το αδρφι τους να παζει και δεν κρατθηκαν κι αυτ, ρμησαν να προυνε μρος στην παρσταση. Τραγουδοσανε μαζ με το ντουτο κι η υπερκσμια μελωδα τους δεν φησε κανναν ασυγκνητο. Σαν φτασαν στο σημεο που ο Διγενς πλεψε με τον Χροντα, ο βασιλις σηκθηκε με δκρυα στα μτια κι ρχισε να χειροκροτε μ’ λη του τη δναμη. Οι ακαδημακο, που δεν μποροσανε να κμουν αλλις, σηκθηκαν και χειροκροτοσανε μαζ του.
     Ο Ανσλμο κατλαβε τι κινδυνεει να χσει τον αγνα και μνιασε. Σηκθηκε απνω κι ετοιμστηκε να ρξει στο ντουτο την τραν του κατρα, να τους κνει να μουγκαθον και να ρεζιλευτον μπροστ σ’ λους. μως τα μαγεμνα ργανα κατλαβαν τι πγαινε να κμει. Με μιας, το ταμπορλο κουτρουβλησε απνω στην εξδρα κι βαλε τρικλοποδι στον μγο που πεσε φαρδς πλατς στο σανδι. Ευθς το βιολοντσλο και το λαγοτο χμηξαν και του λαχπτησαν τ’ απλωμνα χρια, για να μην μπορε να βαρσει παλαμκια. Το μποε σπασε την καδνα του, ρμησε απνω στον Ανσλμο και με το μπροστιν του μρος, που μοιζει με καμπνα, του βολωσε το στμα για να μην τον αφσει να προφρει τη φριχτ λξη. Ττε τα πουλι πταξαν απνω απ’ την εξδρα του μγου κι ρχισαν να τον κουτσουλνε ομαδικ, μχρι που τον σκπασαν απ’ την κορφ ως τα νχια.
     Μλις η Ραμνα παιξε το φινλε του τραγουδιο, στην πλατεα επικρτησε πανζουρλισμς. Οι νθρωποι αγκαλιζονταν, κλαγανε και γελοσαν, χειροκροτοσαν, πανηγριζαν, ο βασιλις, η βασλισσα, οι ακαδημακο, λοι κμνανε σαν μικρ παιδι. Η Ραμνα σηκθηκε κι υποκλθηκε, εν παντες της ζητοσανε να παξει το τραγοδι απ’ την αρχ.
     Ο Ανσλμο κανε να σηκωθε στα πδια του, μα το βιολ του ‘ριξε μια γερ κλωτσι στα πισιν κι αυτς ξανασωριστηκε σαν τσουβλι με παττες. Τα μαγεμνα ργανα παρτησαν τον μγο σξυλο κι τρεξαν στην απναντι εξδρα, να ενωθον με τον φλο τους, το φτερωμνο φλουτο. Η Ραμνα ξεκνησε πλι την μπαλντα του Διγεν, εν τα μαγεμνα ργανα ακολοθησαν το τραγοδι της, μαζ με τα περφανα κελαηδοπολια.
     Ο μγος ξεγλστρησε δχως να τον πρει εδηση κανες και γρισε ντροπιασμνος στο κστρο του. Εγκατλειψε τα σχδια να γνει αρχιμουσικς και βλθηκε να φτισει να ξρκια, για να μθει στις γτες του να παζουν θατρο. Τα κατφερε θαυμσια, μα πλι δεν του βγκε σε καλ. Οι γτες, με το που μαθαν την υποκριτικ τχνη, το χορ και το τραγοδι, αποφσισαν πως δεν χουν πια ανγκη τον Ανσλμο. Τον κλεδωσαν στο πιο βαθ μπουντρομι του κστρου κι ανβασαν να μιοζικαλ που γραψαν οι διες. Η παρσταση εχε τσο μεγλη επιτυχα, που μχρι τις μρες μας οι θεατς συρρουν στο κστρο για να την παρακολουθσουν.
     Η Ραμνα με τα μαγεμνα ργανα φτιξανε μια ξακουστ μπντα που ονομστηκε «Ραμνες» προς τιμν της. Η μπαλντα του Διγεν θεωρθηκε ως να απ’ τα σπουδαιτερα επικ τραγοδια που ‘χουνε γραφτε ποτ. Ο βασιλις διρισε τη Ραμνα αρχιμουσικ και την πντρεψε με τον γιο και διδοχ του, που την εχε ερωτευτε απ κενη τη μεγαλειδη βραδι του τελικο.
     Κποιοι λνε πως και σμερα μπορες, αν αυτιαστες, ν’ ακοσεις το φτερωμνο φλουτο ν’ αχολογ στο δσος, παρα με τα κελαηδοπολια.
     Κι ετργανε κι επναν...
   ...κι εψοφοσαν απ’ την πενα…



---------------------------------------------

Το παραμθι αυτ το βρκα εδ!!! Πτροκλος

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers