Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Διαδικτύου 

Σούλη Τίνα: Της ...Τίνας!

 

              Είδωλα

 

Της θαλάσσης κύματα,

αενάως μπερδεμένα με λογιών ασμάτια.

Είδωλα.
 

Του μυαλού λουλούδια άγουρα,

ψάχνουν φως για να προσφέρουν,

την ουράνια ευωδία...

                                           Τ. Σ.  2004

                 Κισσός

Κισσoμένο αναρριχάται στο κορμί μου το σκοτάδι,

Τα περιβόλια του μυαλού γεμίσανε με στάχτη.

Σα θάλασσα πλημμύρισε το αίμα μου αλμύρα,

Δε ξέρω πια να κυνηγώ όνειρα και βραβεία.

Πάρε μια σκέψη, κάνε τη δική σου αν σ' αρέσει,

Δώσε στην άγρια ματιά μανδύα να φορέσει.

Και μη ξεχνάς στις έντεκα να 'ρθεις για να με πάρεις!

Έχω πολλά να διηγηθώ, καπνό για να φουμάρεις...

Αύριο πάλι θα 'ναι αργά, πάλι θα βγει φεγγάρι

Βαρέθηκα να νοσταλγώ, άσ' τονε να με πάρει...
                 
         Φεγγάρι Κόκκινο

Ματωμένο φεγγάρι

μια στάλα αίμα κύλησε στο λευκό σεντόνι μου.

Λέρωσε με αυθάδεια το κορμί μου.

Πλημμύρισε με μνήμες το νου.

Κύλησε στο πάτωμα

Χάραξε ευθεία γραμμή στη μοκέτα

Και χάθηκε κάτω από το κομοδίνο

Τρυπώντας τον τοίχο βγήκε στη βεράντα.

Κάτω απ' τη κληματαριά

Έσταξε πηχτή και μελωμένη στο τραπέζι

Έμεινε λίγο να ξαποστάσει

Μετά αφέθηκε και χάθηκε στη γλάστρα με το γεράνι.

                    Χορδές Του Νου

Χορδές παραπονιάρικες, χορδές που σου μιλάνε

Χορδές που ξέρεις πια καλά μαζί σου πάντα θα 'ναι

Χορδές συρμάτινες, χορδές, το νου σου περιπλέκουν

Μες τα υπόγεια του μυαλού τη σκέψη σου θωπεύουν

Κι αφού όλα πια τα 'ζησες και όλα πια τα είδες

Βάλε φωτιά στον ουρανό που γέμισε ρυτίδες

Κι όταν φουντώσει η πυρκαγιά, θα σου περάσουν όλα

Αφού τα αστεία είναι μικρά κι η πίκρα σου ...πελώρια!

                            

                                                                               Τ. Σ. '98
...........................................................................................

                               Σεντόνι "Παρφέ Κρέμα"

     Όταν φτάσαμε στη παραλία ήταν ακόμα νωρίς το πρωί. Δεν υπήρχε άνθρωπος πουθενά. Αυτό με ευχαρίστησε ιδιαίτερα γιατί κατά βάθος ήταν ο σκοπός μου. Να  τη βρούμε άδεια και πρώτοι εμείς να κολυμπήσουμε στα ήρεμα νερά. Να κάνουμε την αρχή. Να δώσουμε το έναυσμα και σε άλλους να μπουν να κολυμπήσουν!
     Πέταξα βιαστικά τα ρούχα μου κι έμεινα με το μαγιώ. Δε κοίταξα καν το Νικόλα. Βιαζόμουν να παραδοθώ στην αγκαλιά της θάλασσας. Πόσο λατρεύω τη θάλασσα το πρωί! Ο Νικόλας ακολούθησε τα βήματά μου και βρέθηκε σύντομα να κολυμπά δίπλα μου. Ήταν όλα υπέροχα κι εγώ πολύ χαρούμενη. Γλιστρούσα με απαλές κινήσεις στο νερό, αθόρυβα. H ανάσα μου ακόμα, φάνταζε θόρυβος και προσπαθούσα να τη κρατήσω όσο μπορούσα, για να μη ταράζει τη γαλήνη. Ήταν απίστευτα ήσυχα όλα. Δεν ακουγόταν ούτε καν το κύμα που σκάει στην ακρογιαλιά. Δεν έσκαγε... απλά σκαρφάλωνε λίγους πόντους στην αμμουδιά και μετά υποχωρούσε πάλι χωρίς ν' αφήνει ηχητικά ίχνη. 
     Δεν ανταλλάξαμε λέξη, μόνο ένα γλυκό φιλί. Χωρίς πάθος, χωρίς φόβο... μόνο με ευχαρίστηση που ρουφάγαμε από γύρω. Κολυμπούσαμε κοντά ο ένας στον άλλο. Κάναμε βουτιές, τσαλαβουτούσαμε, μα δε μιλούσαμε καθόλου.
     Βγήκαμε στην αμμουδιά μετά από πολύ ώρα. Τα χέρια μας είχαν ζαρώσει πια. Τα κοιτούσαμε και γελούσαμε με το θέαμα. Θυμήθηκα όταν ήμουν παιδί, που έπαιζα ώρες μες στην μπανιέρα με τις σαπουνάδες κι η μαμά φώναζε : "'Αντε βγες πια! Θα μουλιάσεις!" Όταν έβγαινα πάντα τα δάχτυλα μου ήταν ζαρωμένα όπως και τώρα.
     Τυλιχτήκαμε κι οι δυο μαζί με μια μεγάλη πετσέτα και μείναμε ώρα έτσι αγκαλιά, να κοιτάμε τη θάλασσα. Δειλά-δειλά, είχαν κάνει την εμφάνισή τους κάποιοι παραθεριστές. Κουβαλούσαν διάφορα πράγματα: ομπρέλες, ξαπλώστρες, καρεκλάκια, στρώματα, ψυγειάκια... Έτρεχαν να "πιάσουν" τη καλή θέση! Είχαν άγχος μη προλάβει άλλος! Την ώρα που έφταναν στο σημείο που ήθελε ο καθένας, ακουμπούσαν βιαστικά κάτω, κάποιο αντικείμενο από τα πολλά, για να κατοχυρώσουν τη θέση. Τότε τα πρόσωπα άλλαζαν όψη, έδειχναν ικανοποιημένα. Εγώ ένιωθα θλίψη κοιτώντας τους... μου φαίνονταν άσκοπα κι υπερβολικά όλα αυτά. Ο Νικόλας κοίταζε τη πετσέτα μας σαν να του φαινότανε λίγη.
     Όταν στεγνώσαμε καλά, άναψε ένα τσιγάρο και κάθισε σε ένα βραχάκι ρεμβάζοντας τη θάλασσα. Με κοιτούσε συχνά και μου χαμογελούσε ευχαριστημένος κι ήρεμος. Εγώ παρέμεινα τυλιγμένη με τη πετσέτα κι έπαιζα στην ακρογιαλιά. Έσκαβα την υγρή άμμο με τη πατούσα μου: σήκωνα λίγη με το πάνω μέρος των δαχτύλων μου και τη πετούσα στο νερό. Ο Νικόλας έσβησε το τσιγάρο και μου έγνεψε να φύγουμε.
     Ντυθήκαμε βιαστικά κι αναζητήσαμε κατάλυμα όσο πιο κοντά στη παραλία γινόταν. Βρήκαμε ένα μικρό ξενοδοχείο, καμιά δεκαπενταριά μέτρα μόλις, από την αμμουδιά. Ο Νικόλας ανησυχούσε αν θα είχε δωμάτιο διαθέσιμο. Εγώ ήμουν σίγουρη ότι θα είχε. Ήταν αρχές Ιούνη, αποκλείεται να ήταν όλα γεμάτα. Μπήκαμε στο μικρό ξενοδοχείο, ήταν πολύ παραδοσιακό και μας άρεσε. Ευχήθηκα κι εγώ τότε να έχει δωμάτιο. Στη ρεσεψιόν δεν ήταν κανείς. Ήταν η ώρα που σερβίρεται το πρωινό κι υποθέσαμε ότι ο υπεύθυνος θα βρισκόταν στη τραπεζαρία. Την ανακαλύψαμε εύκολα. Μόνο τρία τραπέζια ήταν γεμάτα. Σ' ένα μικρό bar στ' αριστερά, ήταν ένας καλοστεκούμενος πενηντάρης που μας ρωτούσε με τα μάτια τι θέλαμε. Καλημερίσαμε κι ο Νικόλας ρώτησε αμέσως για δωμάτιο. Ο κύριος ανταπέδωσε τη καλημέρα και μας είπε ότι υπήρχε ένα δίκλινο διαθέσιμο, μα έπρεπε να περιμένουμε λίγο, γιατί ήταν απασχολημένος με τα πρωινά.
     Καθίσαμε ανακουφισμένοι σ' ένα τραπεζάκι κοντά στη τζαμαρία να πιούμε καφέ, ωσότου τελείωνε κι αυτός τη δουλειά του. Μας πρόσφερε αχνιστό καφέ φίλτρου που μύριζε όμορφα. Τον ήπιαμε με ευχαρίστηση παρ' ότι έκανε ζέστη. Ο Νικόλας μου χαμογέλασε ευχαριστημένος για άλλη μια φορά κι είπε ότι ήμασταν τυχεροί που βρήκαμε τελικά δωμάτιο εκεί.
     Σε λιγότερο από είκοσι λεπτά, ο πενηντάρης κύριος -που ήταν κι ο ξενοδόχος- μας εδινε το κλειδί με το νούμερο τρακόσια οχτώ. Δε μας ζήτησε κανένα στοιχείο, μόνο ρώτησε πόσο θα μέναμε. Μέχρι να φέρει ο Νικόλας τη βαλίτσα από το αυτοκίνητο, ανέβηκα στο τρίτο όροφο κι αναζήτησα το δωμάτιο. Μόλις μπήκα μέσα, πήγα αμέσως κι άνοιξα τα πατζούρια της μπαλκονόπορτας. Έμεινα για λίγο ακίνητη θαυμάζοντας την εξαίσια θέα και γύρισα να δω το εσωτερικό του δωματίου. Ήταν πολύ καθαρό αλλά είχε μια ελαφριά μυρωδιά κλεισούρας. Αυτό όμως σε λίγη ώρα θα διορθωνόταν. Είχε απλή κι όμορφη διακόσμηση, σε παραδοσιακό στυλ και μου άρεσε πολύ. Το μπάνιο ήταν μικρό αλλά αρκετό. Κάθισα στην άκρη του κρεβατιού νιώθοντας μιαν απέραντη εσωτερική γαλήνη κι ευχαρίστηση.
     'Αφησα το κορμί μου να πέσει λεύτερο προς τα πίσω. Κοίταζα το ταβάνι κι ένα όμορφο μπρούτζινο φωτιστικό που κρεμόταν στη μέση του δωματίου. Το κρεβάτι καλυπτόταν από ένα ελαφρύ, μαλακό κουβρ-λι σε γκρενά χρώμα. Μου αρέσει το γκρενά, μου δίνει την αίσθηση της ζεστασιάς, της τρυφερότητας... 
     Όταν χτύπησε τη πόρτα ο Νικόλας, μου φάνηκε ότι είχαν περάσει ώρες. Πετάχτηκα όρθια κι έτρεξα να του ανοίξω.
-"Έλα να δεις! Είναι υπέροχο! Κοίτα θέα... Δεν είναι απίστευτη;" του είπα χαρούμενα κι αυτός άφησε κάτω τη βαλίτσα κι έτρεξε στο μπαλκόνι. Εγώ ξωπίσω του κελαηδούσα διάφορα θετικά σχόλια για το δωμάτιο, τη θέα, το μέρος... Γύρισε και με πήρε μια σφιχτή αγκαλιά. Φιληθήκαμε με πάθος κι απέραντη χαρά. Τι διαφορετικά που είναι όλα στις διακοπές!
     Η μέρα κύλησε ήρεμα. 'Απειρες βουτιές στη θάλασσα κι ούζο με μεζέ δίπλα στην αμμουδιά. Το βραδάκι στο μπαλκόνι, ήπιαμε υπέροχο, λευκό κρασί που είχαμε από το μεσημέρι στο ψυγείο και παίξαμε "ξερή". Έχασα με λίγη διαφορά αλλά δε μ' ένοιαξε καθόλου. Κάναμε μπάνιο μαζί στη μικρή ντουζιέρα και γεμίσαμε όλο το μπάνιο νερά. Δεν τα μάζεψα αν κι υπήρχε σφουγγαρίστρα... βαριόμουν... 
     Μετά τη βραδινή βόλτα γυρίσαμε ξανά στο δωμάτιο μας. Καθίσαμε στο μπαλκόνι με σβηστά όλα τα φώτα. Το φεγγάρι στη γιόμιση φεγγοβολούσε και μόνο λίγες μέρες το χώριζαν από την ολοκλήρωσή του. Αυτό το βράδυ ακουγόταν απαλά το κύμα, που έσκαγε στην ακρογιαλιά. Ένας μονότονος ήχος, ευχάριστος μα αποκοιμιστικός. Ξαπλώσαμε κι ένιωσα μια γλυκιά, πολύ γλυκιά κούραση, να πλημμυρίζει το κορμί μου. Γύρισα μπρούμυτα και τράβηξα το κάλυμα του κρεβατιού. Περίμενα να αντικρύσω τα κλασικά λευκά και μαλακά από το πολύ πλύσιμο, σεντόνια. Μα τούτα 'δω ήταν άλλα! Διαφορετικά! Το βασικό τους χρώμα ήταν το μπεζ και πάνω σ' αυτό το φόντο, υπήρχαν τυπωμένα άπειρα μικρά μπουμπούκια τριανταφυλλιάς.
     Ήταν όμορφα τριανταφυλλάκια, σαν αληθινά! Με κοτσάνι και φύλλα καφεπράσινα. Με μπουμπούκια σε όλες τις αποχρώσεις του κόκκινου και μύριζαν τόσο έντονα, ένα άρωμα βανίλιας, καραμέλας και κακάο μαζί…
     Εκεί μέσα στο μισοσκόταδο τα σεντόνια φάνταζαν στα μάτια μου σαν ένα τεράστιο μπωλ με παγωτό παρφέ κρέμα. Τα μπουμπούκια γινήκαν κομματάκια φρούτου, τα κοτσάνια ξηροί καρποί, το μπεζ ύφασμα κρέμα βανίλια!  Ένιωσα τους σιελογόνους αδένες μου να εκκρίνουν κύματα πηχτού υγρού το οποίο κατέβαινε με δυσκολία στον οισοφάγο. Ο Νικόλας με αγκάλιασε και ρώτησε τι κοιτούσα αφηρημένα τόση ώρα. Απάντησα απλά:
 -"Σεντόνι παρφέ κρέμα"!
     Έδειχνε να μη καταλαβαίνει μα δε ρώτησε τίποτε άλλο. Μόνο με πήρε αγκαλιά και κάναμε έρωτα. Η μυρωδιά του παγωτού ανακατώθηκε με τις μυρωδιές των κορμιών μας κι έγινε ακόμα πιο έντονη, ακόμα πιο ποθητή. Ένιωθα να κολυμπώ στο παγωτό που το έλιωνε η θέρμη μας, το ρευστοποιούσε κι αυτό χυνόταν στο πάτωμα πλημμύριζε το δωμάτιο, έβγαινε στο μπαλκόνι, συντριβόταν στην αμμουδιά και συναντούσε το φίλημα της ακρογιαλιάς με το κύμα. Το κύμα με τη σειρά του το άρπαζε και το έτρεχε, μέσα από υποθαλάσσια ρεύματα στην άλλη άκρη του κόλπου εκεί που χύνεται γλυφό νερό από το βράχο.
     Το ταξίδι συνεχίστηκε και το υγρό στη διαδρομή εμπλουτίστηκε με λογής λογής μυρωδιές και γεύσεις, ώσπου αποκαμωμένο πια έγινε γεύμα για ένα νεαρό ροφό που είχε βγει προς αναζήτηση τροφής. Το γεύτηκε λαίμαργα κι έμεινε έκπληκτος με τη νοστιμιά του. Ποτέ δεν είχε ξαναφάει κάτι τέτοιο κι ούτε θα έτρωγε ποτέ ξανά, -μόνο που αυτό δεν το ήξερε- και δεν σταμάτησε ποτέ να το αναζητά σε όλες τις θάλασσες της γης.
     Το άλλο πρωί, άνοιξα τα μάτια απαλά κι αντίκρισα στην αγκαλιά μου το Νικόλα. Γύρισα απαλά μη τον ξυπνήσω και κοίταξα το ταβάνι. Μόνο που αυτό το ταβάνι δεν ήταν του μικρού δωματίου στο νησί, μα το γνωστό ξύλινο ταβάνι της κρεβατοκάμαρας μου. Έμεινα λίγο σαστισμένη μεταξύ ύπνου και ξύπνιου. Κοίταξα γύρω με τα μάτια ακόμα θολά. Αναζήτησα το μπαλκόνι με την υπέροχη θέα. Μάταια...
     Από τη μισόκλειστη μπαλκονόπορτα έβλεπα μόνο την απέναντι πολυκατοικία. Έκλεισα τα μάτια με μια ελαφριά γεύση απογοήτευσης στο στόμα και πήρα μια βαθιά ανάσα που πλημμύρισε τους πνεύμονές μου μ' εκείνη την υπέροχη γεύση του παγωτού που είχα ονειρευτεί... Αυτό μου έδωσε μια κάποια ικανοποίηση κι ένα μειδίαμα άλλαξε τη θέση των χειλιών μου. Έμεινα ώρα με συντροφιά τη μυρωδιά αυτή. Ο Νικόλας ξύπνησε και μου έδωσε ένα απαλό φιλί στο λαιμό. Δεν άνοιξα τα μάτια, γύρισα μόνο και τον φίλησα στο μέτωπο. Μ' έσφιξε στην αγκαλιά του και μου ψιθύρισε γλυκά στ' αυτί:
 -"Μμμμμ... Αγάπη μου, τι ωραία που μυρίζεις! Σαν παγωτ...σαν... παρφέ κρέμα..."

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers