Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Διαδικτύου 

Γεωργέλης Βασίλης: Μελίρρυτος, Λόγιος, Ευρυμαθής

                                     Βιογραφικό
 

     Ο Βάσιλης Γεωργέλης (Κορυδαλλός, 1970) είναι απόφοιτος του τμήματος Ιστορίας & Αρχαιολογίας και τελειόφοιτος του τμήματος Κοινωνικής Εργασίας. Δραστηριοποιείται εργασιακά ως Φιλόλογος και Διευθυντικό στέλεχος στην Ιδιωτική Εκπαίδευση από το 1996. Έχει να επιδείξει σημαντική συγγραφική δραστηριότητα στο αντικείμενό του, τόσο υπό μορφή βιβλίων (έχουν εκδοθεί ήδη δύο), όσο κι άρθρων εκπαιδευτικού περιεχομένου στον ημερήσιο τύπο.
         

------------------------------------------------------ 

 
                                         Λήθη

     Σουρούπωσε στη μεγάλη πόλη... Οι δρόμοι γέμισαν φώτα και χρώματα... συνδυασμοί πολύχρωμης αύρας, θολοί κι ευκρινείς, κινούμενοι, ακίνητοι, χύθηκαν μαζί στην τεράστια παλέτα ενός αόρατου ζωγράφου, για να αναμειχθούν σε απροσδιόριστους εκ των προτέρων ρυθμούς με φόντο το σκούρο μπλε του Φλεβαριάτικου ουρανού. Ήταν Τετάρτη, μεσοβδόμαδα, μίζερη μέρα κι οι άνθρωποι στους δρόμους και τα μαγαζιά, πίσω από τις βιτρίνες ή τα φωτεινά παράθυρα των σπιτιών, άκουσαν το εσωτερικό κάλεσμα της ζωής κι ένιωσαν το ρυθμό της, που τους ωθούσε να ασχοληθούν με όσα είχαν κατά νου να πράξουν ή συνέχιζαν ήδη να πράττουν. Το πολύβουο πλήθος χύθηκε για να παραταχθεί στα πεδία της καθημερινότητας, στη θέση που ο καθένας ήταν ορισμένος, ακολουθώντας πιστά (και για όσο θα διαρκούσε αυτός ο αγώνας - μήπως θα τελείωνε και ποτέ;) τις διαταγές της αόρατης μηχανής, μέρος της οποίας είμαστε τελικά όλοι.
     Στη στάση του λεωφορείου περίμενε ο συνηθισμένος κόσμος, στη συνηθισμένη ώρα, για τη συνηθισμένη διαδρομή ενός συνηθισμένου οχήματος με ασυνήθιστα εκνευρισμένο οδηγό, που, όπως συνηθιζόταν, καθυστερούσε σχεδόν πάντα να βρίσκεται εκεί που πρέπει, στο χρόνο που έπρεπε (οι πίνακες ανακοινώσεων με τα δρομολόγια λένε πάντα ψέμματα κι αυτό είναι μια αλήθεια αναμφισβήτητη...). Αυτά πάνω-κάτω σκεφτόταν κι εκείνος την ώρα που, ακολουθώντας την αγέλη των επιβατών, διάβαινε την πόρτα του μηχανικού τέρατος που θα τον μετέφερε στον προορισμό του...
     Ποιος είναι εκείνος; Μα έχει καμιά σημασία αυτό; Θα μπορούσε να είναι ο οποιοσδήποτε, εγώ, εσείς, ο άγνωστος άντρας ή γυναίκα της διπλανής θέσης, όλοι αυτοί που κινούνται παράλληλα, δίπλα μας, οι σύντροφοι της καθημερινότητας, πρόσωπα οικεία αλλά και τόσο ασήμαντα, ταυτότητες χωρίς ταυτότητα... Βέβαια, και για το σκοπό της ιστορίας μας, ο άγνωστος εκείνος άντρας πρέπει να έχει ένα όνομα τέτοιο ώστε να είναι άμεσα προσδιορίσιμος. Επειδή όμως το όνομα αυτό δεν μας έχει αποκαλυφτεί, θα πρέπει προφανώς να του δώσουμε ένα εμείς. Θα τον αποκαλούμε λοιπόν “ο κύριος Χ.” και νομίζω ότι αυτή η πρόταση θα μας αφήσει τελικά όλους ικανοποιημένους. 
     Ας περιγράψουμε όμως την εικόνα αυτού του ανθρώπου: Ο κύριος Χ. πλησιάζει την ηλικία των σαράντα, είναι μέσου αναστήματος, με περιττά κιλά να συσσωρεύονται γύρω από τη μέση του, στρογγυλοπρόσωπος με αραιά μαλλιά, συμπαθητικός στην όψη, ήρεμος, γαλήνιος, χαμογελαστός. Η ενδυματολογία του φανερώνει εκπρόσωπο της μέσης τάξης, ένα φυσιολογικό, εύκολα αναγνωρίσιμο μικροαστό περιορισμένης οικονομικής δυνατότητας. Η βέρα που στενεύει το δάχτυλό του δηλώνει πως είναι παντρεμένος, και μάλιστα εδώ και χρόνια, παρόλο που ο καημένος δεν κατάφερε ακόμη να κάνει παιδιά (αν και το θέλει πολύ). Κρατά ένα χαρτοφύλακα δερμάτινο, πολυχρησιμοποιημένο όπως φαίνεται, που σίγουρα κάποια στιγμή θα πρέπει να τον αλλάξει, αν δεν επιθυμεί να βρεθεί στη δυσάρεστη θέση να δει το πολύτιμο (και βαρύ) υλικό του να σκορπίζεται άτακτα προς κάθε κατεύθυνση. Τι δουλειά να κάνει; Νομίζω εύκολα αναγνωρίζεται. Είναι καθηγητής, Φιλόλογος μάλιστα, και διδάσκει, εδώ και χρόνια, σε ένα Φροντιστήριο Μέσης Εκπαίδευσης κοντά στο σπίτι του. Θεωρείται καλός στη δουλειά του. Οι μαθητές του τον σέβονται, οι συνάδελφοί του τον εκτιμούν (είναι βλέπετε και ο παλαιότερος εργαζόμενος στην επιχείρηση, και ποτέ δεν έδωσε αφορμή έστω και για το ελάχιστο παράπονο, πάντα υπήρξε τυπικός κι ευσυνείδητος). Το μεράκι του βέβαια ήταν να πιάσει μια καλή θέση στο Δημόσιο, να διοριστεί μόνιμος σε Σχολείο. Οι καιροί όμως ήταν χαλεποί. Ο παράδεισος της μονιμότητας απαιτούσε κι άλλα πράγματα (κυρίως άλλα πράγματα!), πέραν της προσωπικής αξίας του καθενός κι εκείνος βέβαια ήξερε πως δεν τα διέθετε. Κι έτσι, τι να κάνει, αποδέχτηκε την αδυναμία του και προσπάθησε να ανταποκριθεί σε ό,τι είχε μπροστά του. Και τα κατάφερε καλά κατά γενική ομολογία... 
     Ο κύριος Χ. μόλις τώρα κρατήθηκε, καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια να μη χάσει την ισορροπία του, από μια χειρολαβή καθώς ο οδηγός του λεωφορείου φρέναρε απότομα, εξαιτίας κάποιου άλλου οδηγού (προφανώς ταξιτζής...) που έκοψε απότομα ταχύτητα, ενώ προπορευόταν. Ανάμεσα στο ακατάσχετο υβρεολόγιο του οδηγού, που ακολούθησε χρονικά το γεγονός, ο κύριος Χ. φάνηκε να χαμογελά.
 “Γιατί οι άνθρωποι δεν θα μπορούσαν να  είναι πιο υπομονετικοί στις απλές, στιγμιαίες περιστάσεις;” σκέφτηκε μόνος του και σα να συμφωνούσε με τη φωνή μέσα του, κούνησε το κεφάλι του επιδοκιμαστικά. “Όλα γίνονται, φτάνει να μην υπάρχει βιασύνη...” συμπλήρωσε η φωνή.
     Ναι, έτσι είναι, το ήξερε, το διάβαζε παντού, το δίδασκε μάλιστα και στα παιδιά. Ένιωθε σίγουρος για τον εαυτό του, γιατί πίστευε πως είχε συλλάβει σωστά το νόημα και το σκοπό της ανθρώπινης ύπαρξης, κι αυτό τον έκανε να αισθάνεται ασφαλής, και η ασφάλεια είναι το καλύτερο αγχολυτικό στην κοινωνία που ζούμε, ή μήπως όχι; Βέβαια, το πρόβλημα δημιουργείται αλλού, στην περίπτωση δηλαδή που, ενώ εσύ ο ίδιος βρίσκεσαι σε αρμονία με τον κόσμο που ζεις μιας κι έχεις διαμορφώσει συγκροτημένη αντίληψη γι’ αυτόν, κάποιοι άλλοι δεν το κάνουν, δεν το έχουν φιλοσοφήσει αρκετά, πέρα και πίσω από την επιφανειακά ουδέτερη αντίληψη που έχουν για τους ίδιους και το περιβάλλον τους. Κι αυτό δημιουργεί ένταση, ειδικά όταν δύο τέτοιοι τύποι συμβιώνουν από κοινού, πόσο μάλιστα όταν πρόκειται για ένα ζευγάρι παντρεμένων.
     Εντάξει, τη γυναίκα του την αγαπάει, αυτό είναι δεδομένο. Και καταλαβαίνει πώς είναι να προσπαθεί κανείς να αντεπεξέλθει στα προβλήματα που συνεχώς ανακύπτουν, ένας Γολγοθάς από υποχρεώσεις που πρέπει να ρυθμιστούν άμεσα: κόστος ζωής, λογαριασμοί, γραμμάτια, πλήρωσε αυτό, πλήρωσε τ’άλλο, τα χρήματα είναι λίγα, αλλιώς τα είχαμε υπολογίσει, δεν έχουμε χρόνο (ούτε χρήμα) να βγούμε, δε διασκεδάζουμε, βάσανα, όλο βάσανα... Λογικά, όλα λογικά. Μα, και τι να γίνει; “C’ est la vie” αγαπητή μου, υπομονή, όλα θα γίνουν στον καιρό τους, εμείς να είμαστε καλά. 
     Τί δηλαδή, της είχε πει τίποτα κακό; Μήπως της είχε συμπεριφερθεί άσχημα, της κακομίλησε, την έβρισε, τη χτύπησε, την... την... Όχι. Αντιθέτως προσπαθεί να είναι πάντα σωστός απέναντί της, να ικανοποιεί (στο μέτρο που μπορεί) τις ανάγκες της, να τη βλέπει πάντα χαρούμενη κι ευτυχισμένη. Κι εκείνη, ενώ το καταλαβαίνει, ώρες - ώρες εκνευρίζεται, αντιδρά, ξεσπά πάνω του και καυγαδίζουν. Όπως, λόγου χάρη πρίν από λίγο... Τι φταίει δηλαδή εκείνος; Μήπως δεν προσπαθεί;
     Ο κύριος Χ δυσφόρησε.
 “Ω, δεν είναι ώρα για τέτοιες σκέψεις” είπε μέσα του “φτάνει ό,τι προηγήθηκε. Χρειάζεται να ηρεμήσω, να διώξω το σύννεφο που με θολώνει, να αφήσω στην άκρη τα προσωπικά προβλήματα. Πηγαίνω στη δουλειά, δεν πρέπει να τα κουβαλώ μαζί μου. Τέλος, τέλος για σήμερα. Όταν γυρίσω βλέπουμε”.
     Ήδη ένιωθε καλύτερα.
 “Καλώς, πολύ καλώς. Τα κατάφερα λιγάκι. Μα μπορώ να τα καταφέρω περισσότερο. Δεν έχω όμως τόσο χρόνο. Να, μόλις περάσαμε τα φανάρια με τα Σχολεία στη γωνία. Ώρα να χτυπήσω το κουδούνι. Πρέπει να κατέβω.” είπε και κοίταξε το ρολόι του.
     Και κατέβηκε, στην τόσο γνωστή του στάση, αυτή πάνω στη λεωφόρο με το μαγαζί ψιλικών πίσω της (ωραίο μαγαζί, πολλές φορές αγόραζε από τον κύριο που το είχε τσιγάρα, όχι πακέτο αλλά καπνό. Ο καπνός, έλεγε, ήταν πιο ”υγιεινός”, μα -μεταξύ μας- αυτό αποτελούσε απλά μια φτηνή δικαιολογία. Η αλήθεια είναι ότι αγόραζε καπνό γιατί έτσι και πιο λίγα τσιγάρα κάπνιζε και πιο οικονομικά του ερχόταν). Τώρα έπρεπε να περάσει στην απέναντι πλευρά. Αυτό θα το έκανε στο φανάρι, λίγα μέτρα πιο κάτω. Η κάθετη στη λεωφόρο οδός, κόβοντας αριστερά, οδηγούσε στο Φροντιστήριο που δούλευε. Εκεί βρισκόταν ο προορισμός του.
     Άρχισε να διανύει αργά τα μέτρα, βαδίζοντας στο δεξιό πεζοδρόμιο της καθόδου, βλέποντας καθαρά -κι αυτό έχει μεγάλη σημασία για τη συνέχεια- τους τρίχρωμους διπλούς λαμπτήρες να είναι αναμμένοι στο πράσινο. Ο ουρανός μπροστά του (όσο δηλαδή άφηναν οι πολυκατοικίες να φανεί) είχε πάρει ένα χρώμα γκρίζο μπλε. Η ατμόσφαιρα είχε καθαρίσει. Τα σχήματα των σπιτιών διαγράφονταν με κάθε λεπτομέρεια. Πραγματικά μπορούσε κανείς να δει τα πάντα σε εντέλεια, τόσο ορατά καθαρή, που του φάνηκε -περίεργο- πως η αντίθεση του ουρανού με το μπετόν δημιουργούσε, στο σημείο που ενώνονταν, ένα στρώμα από λευκό σύννεφο, σαν ένα αμυδρό φως να καλύπτει το περίγραμμα των κτιρίων λάμποντας αχνά πάνω από τις στέγες, ένα φως άσπρου καπνού που σχημάτιζε νήματα με κατεύθυνση τον ουρανό, στριφογυριστές, φιδίσιες γραμμές. Και...   
     Και τώρα βρέθηκε να περπατά κοιτώντας μπροστά. O δρόμος σκοτείνιαζε σε σημεία άρα θα έπρεπε να προσέχει ιδιαίτερα τις λακκούβες στο πεζοδρόμιο αν δεν ήθελε να βρεθεί σε θέση δυσάρεστη. Κοίταξε κάτω και μετά αριστερά. Είδε τη θολή του φιγούρα να διαγράφεται στη βιτρίνα ενός μαγαζιού που πουλούσε τροφές για κατοικίδια. Εκεί σταμάτησε. Γιατί εκεί ήταν που έμεινε αποσβολωμένος, που ο κόσμος του φάνηκε να χάνει την πραγματική του υπόσταση, σαν κάποιο κενό μνήμης να έκανε το μυαλό του να μη μπορεί να οργανώσει σωστά τις παραστάσεις που τα μάτια του μετέδιδαν στον εγκέφαλο. Κάτι δεν πήγαινε καλά εδώ, κάτι είχε αλλάξει ξαφνικά, δεν ήταν φυσιολογικό αυτό που συνέβαινε. Μα, επιτέλους, τι είχε συμβεί;
     Άρχισε να σκέφτεται, φωναχτά αυτή τη φορά... “Αριστερά, αρισ.. δεξιά, όχι αριστερά, δεξιά, βρισκόμουν...” Μα ναι, βέβαια, περπατούσε τώρα στο αριστερό πεζοδρόμιο της λεωφόρου, παρόλο που αποβιβάστηκε από το λεωφορείο στη δεξιά πλευρά της. Δεδομένο πρώτο: Είχε περάσει λοιπόν απέναντι. Ναι, αλλά γιατί δεν το θυμόταν; Και πώς μπόρεσε να διαβεί μια κεντρική λεωφόρο, απορροφημένος και χαμένος στους ρεμβασμούς του, χωρίς καθόλου να προσέξει τα απειλητικά διερχόμενα αυτοκίνητα (τα οποία ούτε καν είχε ακούσει να περνούν); Πώς πέρασε λοιπόν με τόση ευκολία;
 “Είναι γιατί πέρασα από το φανάρι...”. Ανατρίχιασε και το ρίγος διέτρεξε τη ραχοκοκαλιά του. Δεδομένο δεύτερο: το φανάρι ήταν αναμμένο πράσινο, δεν θα ήταν ποτέ δυνατό (εκτός κι αν είχε αυτοκτονικές τάσεις) να είχε διασχίσει κάθετα το δρόμο. Τότε; “Τότε ας προχωρήσω και στο Φροντιστήριο θα τα σκεφτώ καλύτερα”.
     Ναι, σωστά, αλλά ΠΟΥ είναι ο δρόμος για το Φροντιστήριο;    
     Ένιωσε ότι θα κατέρρεε άμεσα. Τον κατέλαβε μια τάση που θόλωσε τα μάτια του -σίγουρα θα έκανε εμετό ή θα λιποθυμούσε (και τίποτε από τα δύο δεν του ήταν ευχάριστο). Κρατήθηκε από την πρώτη κολόνα που βρήκε μπροστά του (ή μήπως ήταν κάγκελα;) και βόγκηξε. Για κάποιο χρονικό διάστημα που του φάνηκε απροσδιόριστο έμεινε σ’ αυτή τη θέση. Έπειτα, άρχισε να ανακτά τις αισθήσεις του και γεμάτος από ένα συναίσθημα πλήρους αμηχανίας, τόλμησε να σηκώσει το κεφάλι του μπροστά...
     Δεν το πίστευε, δεν ήταν δυνατό, τα μάτια του παραλογίζονταν. Ποιά είναι αυτή η περιοχή, πού βρίσκεται, όχι, κάποιο λάθος έχει γίνει. Όσο όμως κι αν προσπάθησε να αποδιώξει την εικόνα, αυτή αρνιόταν πεισματικά να φύγει, έμενε εκεί, αυστηρή, απαράλλαχτη, να του λέει το ίδιο και το ίδιο πράγμα σε επανάληψη:
 “Είσαι κάπου αλλού!”.
     Με μια αξιολύπητη κίνηση, σαν μεθυσμένος, γύρισε πίσω του, μήπως και κατάφερνε να βρει μια λύση. Είδε τη λεωφόρο να χάνεται στο βάθος και τα τροχοφόρα να αγκομαχούν διασχίζοντας την, είδε τα φώτα να παιχνιδίζουν κοροϊδευτικά, είδε τα σπίτια, τους ανθρώπους. Μα κυρίως είδε, πέντε-έξι τετράγωνα πιο κάτω τα φανάρια, τα γνωστά φανάρια, που ίσα που διακρίνονταν, εκεί που θα έπρεπε λογικά να βρίσκεται αλλά για ένα ανεξήγητο λόγο δε βρισκόταν. Και όταν το συνειδητοποίησε, και το ένιωσε σαν πραγματικό, απόκτησε ξανά την αίσθηση του προσανατολισμού του. Και αναγκάστηκε τελικά να το δεχτεί: ποιος ξέρει πώς, χωρίς ο ίδιος να το συνειδητοποιήσει τη στιγμή που συνέβη, στεκόταν δύο περίπου στάσεις μακρύτερα από το σημείο που είχε κατεβεί, στην αντίθετη πλευρά του δρόμου! Αυτό ήταν το τελικό δεδομένο.
 “Μα πώς είναι δυνατόν” σκέφτηκε “πώς δεν το κατάλαβα, αφαιρέθηκα;”
     Αυτή είναι μια ερμηνεία κύριε Χ. που μπορεί να ευσταθεί. Για δες όμως και το ρολόι σου να σιγουρευτείς. Από την ώρα που κατέβηκες στη στάση ως τώρα πέρασαν ακριβώς δυο λεπτά παρά κάτι, και σε δύο λεπτά δεν μπορεί (εκτός κι αν είσαι αθλητής του στίβου -και το ξέρεις καλά ότι δεν είσαι) να διάνυσες τόσο μεγάλη απόσταση ακόμη κι αν έτρεχες με την ψυχή στο στόμα. Σιγουρεύτηκες λοιπόν; Μάλιστα. Τώρα γύρνα πίσω να πας στη δουλειά σου, περπατώντας όσο πιο γρήγορα μπορείς και χρονομέτρησε την απόσταση. Το έκανες; Τι χρόνο έγραψες; Επτά λεπτά; Τόσο πολύ; Α, μα νομίζω ότι χρειάζεσαι γυμναστική καλέ μου κύριε...
     Εκείνο το βράδυ ο ήρωάς μας ένιωσε ότι κάτι άλλαξε μέσα του, και επιδράσεις αυτού του «κάτι» υπήρξαν άμεσες. Γιατί, εκείνο το βράδυ, δίδαξε τις τάξεις του με τέτοιο τρόπο που τα παιδιά έμειναν να τον κοιτούν αποσβολωμένα. Αυτά που έλεγε του φαίνονταν τόσο καθαρά, τόσο μεστά, τόσο ουσιώδη, ίσως για πρώτη φορά από τότε που ήταν φοιτητής ένιωσε την ιδιαίτερη μαγεία της γνώσης να χρωματίζει τους ήχους και τα νοήματα, κι αυτό ήταν που τον ενθουσίασε. Δεν πρόσεξε όμως, ή δεν εννόησε, ότι οι μαθητές του δεν κατάλαβαν λέξη απ’όσα είπε, ότι -όπως παραπονέθηκαν στις μεταξύ τους συζητήσεις στα διαλείμματα- δεν άκουσαν τίποτε άλλο παρά ασυναρτησίες και πράγματα ασύνδετα, και πως για πρώτη φορά στον καιρό που τους δίδασκε, ο κύριος Χ. ήταν εκτός τόπου και χρόνου... Πόσο αλήθεια άραγε περιείχε αυτή η φράση!
     Γύρισε σπίτι έχοντας ανάμεικτα συναισθήματα, το κυριότερο των ποίων ήταν ο έντονος προβληματισμός, τόσο σε σχέση με την πρωτόγνωρη εμπερία που είχε πριν λίγες ώρες ζήσει, όσο και για τις συνέπειές της, όπως αυτές φάνηκαν μέσα στην τἀξη, την ώρα του μαθήματος. Προσπάθησε να βάλει σε τάξη τις σκέψεις του, αλλά αυτό δεν έφερε κανένα αποτέλεσμα, αντίθετα είχε επιτείνει τη σύγχυση μέσα του. Κι όταν η γυναίκα του διαπίστωσε, χάρη στην αλλόκοτη, «χαμένη», συμπεριφορά του, ότι κάτι τον απασχολούσε και τον ρώτησε να μάθει, αυτός αποφάσισε να της διηγηθεί το περιστατικό. Κι έτσι έκανε. Το έψαξε λίγο να βρει τη σωστή διατύπωση, και αφού πήρε βαθιά ανάσα, ξεκίνησε λέγοντάς της:
 -“Ξέρεις αγάπη μου συνέβη κάτι περίεργο σήμερα. Τηλεμεταφέρθηκα δύο στάσεις παρακάτω...” Τι το ήθελε...
     Γιατί αυτό που εισέπραξε δεν ήταν η κατανόηση (όπως περίμενε) αλλά ο χλευασμός κι η αποδοκιμασία. Η γυναίκα του, σ' ένα παροξυσμό νεύρων,  τον κατηγόρησε πως η αφηρημάδα του είχε πια ξεπεράσει κάθε όριο, ότι ώρες-ώρες φερότανε χειρότερα κι από παιδί, ότι η φαντασιοπληξία του είχε γίνει πια επικίνδυνη. Αφού τα πράγματα ήταν λογικά (τι ωραία λέξη για να αποστομώνει κανείς!), δεν πρόσεχε, είχε χαθεί στις σκέψεις του, πετούσε στα σύννεφα, ζούσε στο δικό του κόσμο ως συνήθως, και τα λοιπά, και τα λοιπά, με αποτέλεσμα να μην καταλάβει ότι, απορροφημένος καθώς ήταν στη μακαριότητά του, είχε περάσει απέναντι και προχωρούσε χωρίς να κοιτάζει γύρω του, με αποτέλεσμα να χάσει το δρόμο του. Απλά πράγματα, έτσι δεν είναι;
     Μα, αφού η αίσθηση αυτή ήταν τελείως πρωτόγνωρη, δεν του είχε ξανατύχει τέτοιο πράγμα, δεν μπορεί να έγιναν όλα τόσο εύκολα, εξάλλου το ρολόι... Τίποτε, τίποτε, δεν άκουγε κουβέντα. Μούτρωσε, κούνησε το κεφάλι της, σούφρωσε τα χείλη της και τον κοίταξε με οίκτο.
 -“Τελείωνε το φαγητό σου και πάμε για ύπνο” είπε ξερά, “Αρκετά έχω περάσει όλες αυτές τις μέρες, δε θέλω κι άλλα!”, κι η γνώμη της τελικά υπερίσχυσε.
     Στις μέρες που πέρασαν τα πράγματα φάνηκαν να επανέρχονται σε ρυθμούς φυσιολογικούς. Το γεγονός ξεθώριασε στο μυαλό του (αν και κάτι -εκεί βαθιά- έμενε, ένα ενοχλητικό στίγμα θύμησης που τον φόβιζε), οι ρυθμοί του ακολούθησαν την πεπατημένη, η γυναίκα του (τι ανακούφιση Θεέ!) δεν γκρίνιαζε, οι μαθητές του δε δυσανασχέτησαν. Θα μπορούσαμε να πούμε κι άλλα σχετικά με τη χρονική αυτή περίοδο, όμως πολύ φοβάμαι ότι θα γεμίζαμε σελίδες με ανιαρά επαναλαμβανόμενες αναφορές, και κάτι τέτοιο δεν είναι μέσα στις προθέσεις μας. Γι’ αυτό και θα κάνουμε την υπέρβαση, ένα άλμα μέσα στο χρόνο και θα οδηγηθούμε εκεί ακριβώς που θέλουμε, στα ενδιαφέροντα. Γιατί το θέμα είναι πως, όταν κάτι συμβαίνει μοναδικά, μια φορά, μπορεί κάλλιστα να κατηγοριοποιηθεί ως “σύμπτωση”, τυχαίο δηλαδή (αν υφίσταται η έννοια “τυχαίο”) κι ανεπανάληπτο γεγονός. Αλλά αν κάτι συμβεί ξανά; Τότε τι έχουμε; Μια ομάδα συμπτώσεων ή -όπως το έθεσε ο διάσημος εκείνος φυσικός- ένα νόμο; Δύσκολη η απάντηση και γίνεται δυσκολότερη γι’ αυτούς που δεν τους απασχολούν τέτοια ζητήματα.
     Σαν το κύριο Χ. δηλαδή. Γιατί, ξέρετε, και μη τρομάξετε μ’ αυτό που θα ακούσετε και μη με παρεξηγήσετε, δε το λέω με χαιρεκακία καθώς το σκέφτομαι και μειδιώ, του συνέβη... πάλι! Δεύτερη φορά, και τώρα, μέρα μεσημέρι, είχε μόλις τελειώσει τα ψώνια του (προμήθειες Σαββατοκύριακου) στο εμπορικό κέντρο και στεκόταν έξω ψάχνοντας για ταξί. Η ίδια λάμψη εμφανίστηκε πάνω από τα σπίτια και τους δρόμους (μόνο το χρώμα άλλαζε, τώρα η λεπτή γραμμή ποίκιλλε από το γκρίζο ως το ανοιχτό μαύρο), η ίδια αίσθηση απώλειας, η συνειδητοποίηση ότι ΚΑΤΙ έχει συμβεί, ο αποπροσανατολισμός και τελικά το συμπέρασμα ότι μεταφέρθηκε κάπου αλλού. Εδώ δεν έμπαινε θέμα, είχε βγει στο δρόμο με τις σακούλες, σταμάτησε στο πεζοδρόμιο να σκουπίσει τον ιδρώτα του και... βρέθηκε τελικά σε ένα πάρκο, αρκετά μέτρα πιο κάτω, χωρίς να κρατά τίποτε στα χέρια του! Ο ιδρώτας τον έλουσε ξανά -κι ήταν παγωμένος- στη νέα, γενναία πραγματικότητα που αντίκρυζε. Δίχως να χάσει καιρό, έτρεξε ασθμαίνοντας πίσω στο εμπορικό κέντρο. Πώς θα γύριζε σπίτι χωρίς ψώνια; Το πορτοφόλι του είχε αδειάσει εντελώς. Τι θα έλεγε στη γυναίκα του;
     Μα, εδώ τουλάχιστον, στάθηκε τυχερός. Οι σακούλες βρέθηκαν στη θέση τους. Κανείς δεν είχε προλάβει να επωφεληθεί από την ολιγόλεπτη απουσία του. Εκείνος τότε αναστέναξε -ο καημένος- με ανακούφιση. “Το μή χείρον βέλτιστον” είπε αγκομαχώντας, “κάτι ήταν κι αυτό” και πήρε το δρόμο για το σπίτι, κρατώντας σφιχτά τα προϊόντα της καταναλωτικής ανταπόδοσης του μόχθου του. Όσο για το γεγονός αυτό καθαυτό... ούτε θέμα!
     Όχι πως δεν το σκέφτηκε... Απλά αυτό έγινε πολύ αργότερα, μετά το μεσημεριανό φαγητό, όταν εκείνη πήγε να ξαπλώσει, και μόνος του αυτός έκατσε στη βεράντα για να σκεφτεί. Όσο όμως και να το έκανε, λύση δε βρήκε, κι αυτό τον απογοήτευσε. Του φάνηκε οτι από την αρχή κιόλας της προσπάθειάς του αντιμετώπιζε ένα τεράστιο, αχανές διάστημα κενού χώρου. Εκεί δεν υπήρχε τίποτε απολύτως, κι αν ξεκινά κανείς από το τίποτε μπορεί άραγε να φτάσει κάπου; ‘Ισως... Όπως όμως και να ’χει, απογοητεύτηκε. Και τότε ήταν που, σαν μια σπίθα φωτός να ανέβλυσε μέσα του, μια πιεστική επιθυμία τον κατέλαβε: ήθελε να διαβάσει! Λογικό αυτό θα πείτε για ένα καθηγητή. Όμως αυτός δεν ήξερε τί ακριβώς ήθελε να διαβάσει, απλά κάτι, ο,τιδήποτε θα ήταν αρκετό για να τον ανακουφίσει. ‘Ετσι έτρεξε στη βιβλιοθήκη του και πήρε τυχαία ένα βιβλίο: “Αισχύλου, Προμηθεύς Δεσμώτης”.
     Πόσα χρόνια είχε να το ανοίξει... Μια γλυκιά νοσταλγία τον κυρίεψε καθώς ξεφύλλισε τις κιτρινισμένες, τσαλακωμένες σελίδες. Έστριψε λοιπόν τσιγάρο κι έκατσε αναπαυτικά στη φτηνή πολυθρόνα του. Τις επόμενες ώρες χάθηκε μες στο αρχαίο κείμενο, έγινε ένα μ’ αυτό, εμποτίστηκε με τη σοφία του και προπάντων ένιωσε μια περίεργη αίσθηση να τον καλύπτει, καθώς ο τραγικός ποιητής παρουσίαζε τον κοσμικό αγώνα των δυνάμεων του Χάους και του Νόμου να συγκρούονται σε μια τιτάνια αναμέτρηση. Στο τέλος, οι εκπρόσωποί τους, Προμηθέας και Δίας, συμφιλιώθηκαν κι έτσι επήλθε η κοσμική ισορροπία κι η δικαιοσύνη έδεσε αρμονικά το σύμπαν μέσα από το βασίλειο της βίας.
     Ισορροπία, αρμονία... τι μεγάλη δύναμη κατέχουν πράγματι αυτές οι μικρές λέξεις. Και πόσο τον τάραξαν, ενώ θα έπρεπε να τον ηρεμούν... Η αλήθεια είναι πως ποτέ πριν δεν είχε αισθανθεί έτσι, ήταν σαν μέσα του ένα κρυμμένο μυστικό να πάσχιζε να αποκαλυφτεί, διώχνοντας την ομίχλη από τα μάτια και το μυαλό του. Κάτι συνέβαινε εδώ, κάτι ΤΟΥ συνέβαινε, αλλά τι; Δεν ήξερε να απαντήσει. Αν όμως εκείνη τη στιγμή, ακριβώς εκείνη τη στιγμή, σήκωνε τα μάτια του προς τον ουρανό, θα 'μενε έκθαμβος από το θέαμα των αμέτρητων χρωματιστών ακτίνων που χόρευαν γύρω από τα άψυχα κι έμψυχα αντικείμενα, ακτίνες βαμμένου φωτός που στριφογύριζαν σε ακανόνιστους ρυθμούς, αλλοιώνοντας εντελώς την εικόνα αυτού που ονομάζουμε “κόσμος των αισθητών πραγμάτων”...
     Αλλαγή χρόνου: λίγες εβδομάδες αργότερα. Ένας περίεργος άνθρωπος στέκεται σε μια γέφυρα πάνω από τις γραμμές του τρένου και παρατηρεί σε μιά κενότητα συναισθημάτων τις ράγες να χάνονται στο άγνωστο. Είναι πια στην κρίσιμη στιγμή, στην αρχή της επίγνωσης, με τρόπο ολοένα και πιό επιταχυνόμενο, της διατύπωσης μιας γενικής αλήθειας: ο χρόνος, αυτή η αόριστη, ανθρωπόπλαστη, συμβατική διάσταση, δεν έχει καμιά αξία. Όσα φαίνονταν κάποτε σταθερά, άκαμπτα και αναλλοίωτα, έχουν αρχίσει να αλλάζουν, να αλλοιώνονται, να λιώνουν σαν ακατέργαστο μέταλο μέσα σε δυνατή φωτιά αποκαλύπτοντας το εσωτερικό τους πίσω από μια απατηλή επιφάνεια. Ο άνθρωπός μας κούνησε το κεφάλι του, σα να συμφωνούσε.
     Κατέβηκε στο δρόμο κι άρχισε να περπατά σφυρίζοντας εύθυμα τη μελωδία από ένα όμορφο τραγούδι. Δεν ήξερε που πήγαινε, ούτε βέβαια και τον ενδιέφερε. Το να κρατά το ρυθμό ήταν πιο σημαντικό, τα πόδια έπρεπε να υπακούουν στους ήχους του στόματος, οι κινήσεις να γίνονται με αρμονία και νεύρο. Γιατί σε όλα υπάρχει ένας τελικός σκοπός ή μήπως όχι;
     Οι πολλοί δεν το καταλαβαίνουν βέβαια. Υποταγμένοι στα άγχη μιας απίθανα άνοστης ζωής, βαδίζουν στο ρυθμό που οι άλλοι τους δίνουν, δεν προσπαθούν, δεν αντιστέκονται, δε σκέφτονται. Η πορεία είναι αυτοσκοπός, η μεγάλη πορεία του κόσμου προς το πουθενά... Γιατί μη μου πείτε πως τελικά αυτή η ζωή, έτσι όπως κανείς μαθαίνει να τη βιώνει, έχει καμιά αξία κατά βάθος... Ανιαρή και προβλέψιμη ως το μικρότερό της χιλιοστό, δημιουργεί την ψευδαίσθηση πως τείνει κάπου, έχει ένα προορισμό. Μα αυτός ο διαρκής αγώνας είναι ανούσιος, γιατί τα πάντα υπακούουν σε ένα σκοπό ενώ αυτό που ζούμε, το διαρκές τρεχαλητό της παράνοιας, δεν έχει κανέναν απολύτως. Γιατί, αν είχε, θα τον ήξεραν όλοι, ποιος όμως θα μας το πει; Έχετε ακούσει ποτέ κάποιον να σας πείθει για το τι κέρδισε ουσιαστικά από αυτή την επιβεβλημένη βλακωδία; Μα ακόμα και να κέρδισε κάτι, αυτό δε θα το μάθουμε ποτέ... Η ησυχία του νεκροταφείου είναι ο απόλυτος δυνάστης τελικά....
     Συμπέρασμα: γιατί ζούμε; Ζητείται επειγόντως ένας πειστικός ψεύτης για να δώσει απάντηση προσαρμοσμένη στα υπάρχοντα δεδομένα. Γιατί -μεταξύ μας- απάντηση υπάρχει, οι άνθρωποι όμως είναι αρκετά αφελείς για να την αναζητήσουν. Τι να γίνει όμως... Όπως είπαμε ο ρυθμός είναι αυτό που μετράει, να, σα το τραγούδι του κυρίου Χ. ...
     Ο φίλος μας τώρα νιώθει ανάλαφρος κι ευδιάθετος. Όπως προείπαμε, δεν ενδιαφέρεται που πηγαίνει και που βρίσκεται, γιατί πολύ απλά ΔΕΝ ξέρει που βρίσκεται! Τις τελευταίες εβδομάδες, οι μυστηριώδεις εξαφανίσεις κι επανεμφανίσεις έγιναν συχνές, πολύ συχνές. Στο δρόμο, στο λεωφορείο, κοντά σε πλατείες, σε πολυσύχναστους δρόμους, όλες τις ώρες της ημέρας (μα αυτό θα πει τελικά ποικιλία!), συνέβαιναν παντού και κάθε στιγμή, και -τι αστείο- ακόμη και στη βιβλιοθήκη, την οποία είχε επισκεπτεί πρόσφατα. Τι να ήθελε εκεί;
     Λοιπόν, εκεί πήγε για να λύσει το μεγάλο στοίχημα που έθεσε στη λογική του. “Για όλα υπάρχει μια εξήγηση;”. Ας συμβουλευτούμε τη σοφία των ανθρώπων. Το έκανε. Έψαξε πολύ, διάβασε περισσότερο, προβληματίστηκε τα μάλα. Κάποιες ενδείξεις του έδωσαν να καταλάβει σε γενικές γραμμές πράγματα που άλλοτε του φαινόταν ακατανόητα. Αυτό που αποκόμισε σα συμπέρασμα το θεώρησε σημαντικό: ο κόσμος μας, η φύση, το σύμπαν είναι μια τεράστια πηγή ενέργειας, τόσο δυνατής που διέπει και διαπερνά τα πάντα. Βρίσκεται παντού και σε όλα, σε άψυχα και έμψυχα κι είναι εύκολη για τον καθένα να τη διαισθανθεί και προσιτή για τον καθένα να αντλήσει απ’ αυτή. Μόνο που ο άνθρωπος φαλκιδεύει το μόνο μέσο προσέγγισής της, τη φαντασία, σε μια απίστευτη ανουσιότητα, παγιδεύεται στα γήϊνα και σκύβει το βλέμμα κάτω. Θα έφτανε απλά να κοιτάξει “πάνω”, να γίνει δηλαδή “άνθρωπος” και τότε οι αλυσίδες που τον δεσμεύουν θα έπεφταν σαν αποκριάτικο κομφετί... Μα δεν το κάνει, όχι τουλάχιστον οι πολλοί. Προτιμά να φτιάξει γύρω του ένα κέλυφος και να κλειστεί μέσα, να αυτοφυλακιστεί στη σπηλιά της άγνοιάς του και να νιώσει κάπως περήφανος γιατί αυτό το έργο το έφτιαξε ο ίδιος... Τί ανοησία! Η αλήθεια βρίσκεται στην ουτοπία κι η ουτοπία στη φαντασία... Είναι λοιπόν αργά για να μάθουμε ή μήπως ακόμα νωρίς για να ξεκινήσουμε;
     Και το βασικότερο: Τι κινεί τα νήματα αυτής της υπερκοσμικής πανδαισίας; Ποια δύναμη βρίσκεται από πίσω και πώς επηρεάζει την πορεία μας; Και τέλος πάντων τι νόημα είχε να συμβούν όλα αυτά τώρα; Ποιος ο απώτερος στόχος; Γιατί αυτόν;
     Δεν υπήρχε προς το παρόν απάντηση, ήταν σίγουρος όμως ότι πλησίαζε ο καιρός να του αποκαλυφθεί. Προς το παρόν χαιρόταν ό,τι του αποκάλυπτε η καινούργια του ζωή, ακόμη κι αν αυτό σήμαινε τη ρήξη με τη συνήθεια... Ναι, τα πράγματα είχαν αλλάξει, μάλλον αυτός είχε αλλάξει. Απορρίφθηκε ανεπιστρεπτί από τον κοινωνικό του περίγυρο, στη δουλειά τον αντιμετώπιζαν με επιφύλαξη και προβληματισμό (τελικά του έδωσαν και “άδεια”, αλλά χωρίς επιστροφή, ο “καλός” συνάδελφος, ο εργατικός, ο συνεπής, δεν ήταν χρήσιμος πια για το σύστημα, κι έπρεπε πλέον να απαγκιστρωθεί απ’ αυτό). Ακόμη κι η “αγαπημένη” του σύζυγος δεν του φαινόταν τώρα και τόσο “αγαπημένη”... Μάλιστα θα έπρεπε να προσθέσουμε στον παραπάνω προσδιορισμό και τη λέξη “πρώην”. Ήταν λογικό οτι κάτι τέτοιο θα συνέβαινε κάποια στιγμή κι έγινε με τρόπο απρόβλεπτο...
     Ένα απόγευμα δηλαδή που επέστρεφαν με το αυτοκίνητό της (γιατί βλέπετε εκείνη είχε αυτοκίνητο), ενώ ο κύριος Χ. καθόταν στη θέση του συνοδηγού σιωπηλός κι εκείνη, εκνευρισμένη, ίσως και λίγο ανήσυχη προσπαθούσε να βρεί μια εξήγηση για τη “μη φυσιολογική στάση του τον τελευταίο καιρό”, συνέβη ξανά. Πρώτα άρχισαν να εμφανίζονται τα χρώματα από το πουθενά, έπειτα τα αντικείμενα θόλωσαν, τα περιγράμματά τους φωτίστηκαν έντονα, οι μορφές τους αλλοιώθηκαν, τα χρώματα περιδινίστηκαν στο φιδίσιο, μυστηριώδη τους χορό κι... ο κύριος Χ. βρέθηκε να στέκεται σε ένα προάστιο της πόλης, δίπλα σε ένα υπέροχο και νοτερό πευκοδάσος! Όταν γύρισε σπίτι τη βρήκε να τρέμει. Βιάστηκε να φύγει χωρίς να του μιλήσει... Την επόμενη μέρα ένα σημείωμα στο ψυγείο:
 “Πηγαίνω στη μαμά. Θα γυρίσω κάποια στιγμή”. Κατάλαβε... Ο κύριος Χ. ένιωσε μεγάλη χαρά.
     Επιστροφή ξανά στο “τώρα” (τι να σημαίνει άραγε αυτή η λέξη;). Ο ήρωάς μας διαβάζει το σύμπαν που τον περιβάλλει, λούζεται μέσα στο φως του, βλέπει την ορατή διάσταση της πραγματικότητας, που τίποτε πια το ψεύτικο δεν έχει μέσα της. Χορεύει στα διαφορετικά επίπεδα της γνώσης, διδάσκεται τη μόνη αληθινή επιστήμη, έχει καταργήσει ό,τι τον κρατούσε δέσμιο τόσο καιρό. Δεν θυμάται, δεν ελπίζει, μόνο ζει το όνειρο. Και περιμένει, περιμένει να δει που θα τον βγάλει, κι οι περίπατοί του γίνονται όλο και πιο μακρινοί, όλο και πιο κοντινοί στην εκπλήρωση του προορισμού του. Βρίσκεται εδώ κι εκεί, ένας μοναδικός ταξιδευτής, πότε στο παγκάκι ενός σιδηροδρομικού σταθμού, πότε στον πολυσύχναστο νυχτερινό δρόμο ενός λιμανιού, πότε κάτω από το ωραίο αρχοντικό στον πλακόστρωτο δρόμο του μικρού χωριού, πότε στο μεγάλο κάστρο που υπερήφανο ατενίζει την πεδιάδα. Μα πάντοτε μακριά, όλο και πιο μακριά, όλο και πιο κοντά...
     Κι έτσι, μια από αυτές τις καθημερινές, μίζερες, συμβατικές ημέρες, ίδιες κι απαράλλαχτες με όλες τις υπόλοιπες, καθώς η ανθρωπότητα συνέχιζε να αγκομαχά, ξαπλωμένη στην επιθανάτιο κλίνη που η ίδια όρισε για τον εαυτό της, ο κύριος Χ., που πια δεν ήταν ούτε κύριος, αλλά -ούτε φυσικά- και άγνωστος Χ, ξεκίνησε να συναντήσει το πεπρωμένο του, στο μεγάλο, το μεγαλύτερο ταξίδι στα μονοπάτια της ψυχής του κόσμου. Κι όπως φαίνεται, κρίνοντας βέβαια από το διάστημα της απουσίας του, μάλλον είναι απίθανο να ξανακούσουμε νέα του...
                                          
                                                   Μάρτιος - Νοέμβριος 2002

 

 

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers