Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Διαδικτύου 

Θοδωρής Βοριάς: Ποιήματα... Bόρεια

 

 
                 Β. Θ.

     O Θοδωρής θα 'πρεπε ν' αλλάξει κατηγορία πια, γιατί βγήκε το βιβλίο του, η ποιητική συλλογή με τίτλο: "Τρύπιο Ταβάνι", από τις Εκδόσεις ΕΡΩΔΙΟΣ, κομμάτια του οποίου φιλοξενούνται κι εδώ. Το βιβλίο πωλείται (Σαλονίκη) στο βιβλιοπωλείο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ Ερμού 61 - τηλ. 231028278 και (Αθήνα) μπορεί να το παραγγείλει κανείς στο βιβλιοπωλείο ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ, Διδότου 39 - τηλ. 2103616782. e-mail: vorias(at)in.gr
     Του εύχομαι καλή πορεία αν και δε νομίζω να χρειάζεται ευχές μιας κι είναι μελίρρυτος! Να 'σαι καλά Θόδωρε κι ευχαριστώ πολύ.
_________________________________________________________

Την Ώρα Που Κατέβαιναν Τ' Αστέρια


Την ώρα που κατέβαιναν τ' αστέρια,

ένας μακρόσυρτος ξερόβηχας

από κάποιο μηχανάκι

χάλασε το πένθιμο σκηνικό της νύχτας

κι ένα κόκκινο πουπουλένιο πανωφόρι

-που δεν ντράπηκε να με πειράξει-

κρεμασμένο δίπλα στην ανοιγμένη μπαλκονόπορτα,

κορόιδευε το χλωμό φως του πορτατίφ από τη μια,

και το σκοτάδι της ρότας μου από την άλλη.


Μονάχα ο ήχος των βημάτων μου

κρατούσε το ρυθμό.

-Νύχτα, πόση συμπόνια να ξεκλέψεις,

δε σου φτάνει,

δειλά τα βλέμματα που απόμειναν,

δειλά και φευγαλέα.

Περιστασιακό Θυσιαστήριο

Μετά τις γραμμές του τρένου
είναι το χωράφι
με τα κόκκινα στάχυα,
το αρχαίο, περιστασιακό θυσιαστήριο.

Ένας άγνωστος θεός-φρουρός,
πάνω στο σύννεφό του, αγναντεύει,
με τα ματωμένα του χέρια
κρυμμένα στις κωλότσεπες.

Το άγρυπνο βλέμμα του με σημαδεύει
την ώρα που ανοίγουν
οι δρόμοι των σταχυών,
την ώρα που αφήνει χρώματα
στα ρούχα μου η ιστορία,
την ώρα που μαζεύω
σκόρπια χιτώνια κι άρβυλα
για τον έρανο
των άγνωστων αναμνήσεων
όλων των πολέμων.

Όταν Οι Aναμνήσεις Γίνονται Πρώιμη Ιστορία

Ν' ανοίξεις το βιβλίο,
να δεις τι γράφει
για τη παλιά Θεσσαλονίκη,
να δεις και τη δικιά μας τη ζωή

γραμμένη με μολύβι,

βιαστικά, στα περιθώρια,

ανάμεσα στις παραγράφους

και πίσω απ' τα εξώφυλλα.


Οι σελίδες κολλάνε μεταξύ τους,

τις αγκυλώνει το συρματόπλεγμα

που είχανε βάλει στη γειτονιά,

στο μέρος που το κάστρο ήταν πεσμένο,

κι ο ξεχασμένος σελιδοδείκτης

μυρίζει αλάνα κι ασβεστωμένα σκαλοπάτια.


Ν' ανοίξεις το βιβλίο·

εμείς ξυπνήσαμε μια μέρα

κι είδαμε τα όνειρά μας

τυπωμένα με γράμματα ψιλά.

Διαβάσαμε στις οδηγίες χρήσης

για τα τριάντα πέντε χρόνια μας

που 'χουν παλιώσει,

για τις αναμνήσεις μας

που δεν πρόλαβαν ν' ανθίσουν

κι έχουνε γίνει πρώιμη ιστορία.


Το χέρι που έγραφε βιαζόταν

κι από το γράφε-γράφε

χάλασε το καρφί

που κρατούσε κρεμασμένη

τη λαμαρινένια σκάφη,

σάπισε την ξύλινη σκάλα της αυλή μας,

κι έκανε τη σκουριά της καπνοδόχου,

στο τοίχο, έργο τέχνης,

ύστερα έβαλε και τίτλο "άλλη εποχή".

Ψάξε να βρεις εκείνο το μολύβι

που έγραψε τα παιδικά μας χρόνια,

-ήτανε ξυμμένο με κοφτερό σουγιά-

να το 'χω, να το δείχνω.

   Χαιρετισμός

Καλή σου μέρα,
ζηλεύω κείνους που μπορούν
από ψηλά ν' αγναντεύουν
την άσπρη μούχλα
που μας καταπίνει κάθε πρωί
στη Σαλονίκη.

Εκείνους που με βλέμμα ξεκάθαρο
λυπούνται
όταν μας αγκαλιάζει
η φθινοπωρινή ομίχλη.

Να είσαι καλά αδερφέ.

       Στρατευμένος

Περνά ανάμεσά μας,
στρατιώτης χωρίς στολή,
χωρίς σημαία στο μανίκι,
χωρίς τον τρόμο επ' ώμου.

Περνά την ώρα που μιλάμε για το μέλλον,
στο τηλέφωνο, με τους μεσάζοντες
μπροστά στα παιδιά μας
κι εκείνα μαθαίνουν να συναλλάσσονται.

Τον είδα στις ειδήσεις,
σ' ένα ανεπεξέργαστο πλάνο,
να παραμερίζει με βία το μικρόφωνο,
να πηγαίνει με τα πόδια στη δουλειά.

Δεν το δήλωσε ποτέ μπροστά στις κάμερες,
αναλαμβάνει κάθε μέρα, την ευθύνη
για τη ρύπανση της πόλης μας,
για το αίμα της ασφάλτου,
για τον υπάλληλο με το σταυρόλεξο,
για τον υπάλληλο με τα αιτήματα,
για τον υπάλληλο με τα συντάξιμα όνειρα.

Τις νύχτες ξαπλώνει κι ονειρεύεται
ανθρώπους που παραμένουν άνθρωποι,
κι ύστερα -τόσα χρόνια το ίδιο όνειρο-
μαζεύει σκόρπια κουρέλια αξιοπρέπειας,
να ράψει μια σημαία για το τέλος,
για να σκεπάσει την καρδιά του
στην εξόδιο ακολουθία.

Κάτω Aπό Tα Δέντρα

Ξαποσταίναμε κάτω από τα δέντρα,
απλώναμε τις σκέψεις μας
και βάζαμε φωτιά με τα λόγια

-γιατί κάτω από τις σκιές των δέντρων

ο κόσμος γίνεται εύφλεκτος.


Με το τραγούδι των τζιτζικιών

τα όνειρά μας κατέβαιναν απ' τα ψηλά βουνά,

ξαπλώνονταν στα πόδια μας,

τα χαράζαμε στο χώμα με ψιλές βεργούλες.

Στη μικρή αυλακιά της ζωγραφιάς

το χώμα σκούραινε

κι άφηνε τη μυρωδιά της θαμμένης βροχής να μιλήσει.


Ο καπνός των τσιγάρων μας

ήταν καπνός απ' τις κολλημένες αφίσες

που κάποιος, κάποτε έβαλε φωτιά

μια νύχτα στην Αριστοτέλους.


-τοίχοι φλεγόμενοι, κάτω απ' τα δέντρα,

κι η ζωή μας κολλημένη πάνω τους

να βρωμάει συνοικία.

   Εν Ώρα Υπηρεσίας

Όλη του η ζωή ήτανε βάρδιες,
περιπολίες Τσιμισκή κι Αριστοτέλους,
Εγνατία και Βενιζέλου.
Οι διαταγές ήταν σαφείς:
να είναι τυπικός, ευγενικός,
να έχει τη στολή σιδερωμένη.

Μα κείνου του άρεσε να κλέβει,
ό,τι μπορεί κανείς να κλέψει
απ' τους μεγάλους δρόμους.

Μόλις που θα 'κλεβε κάτι
για να το κάνει λέξεις και στίχους,
άνοιγαν τα μάτια τους οι γκρίζοι τοίχοι
-περίπολοι που
επεξεργάζονταν τα χέρια του.

Μονάχα που εκείνος τους ξεγέλαγε
γιατί ήταν τέτοιος κλέφτης
που γνώριζε να κλέβει με τα μάτια.

Έκρυβε στις τσέπες του,
στίχους σε χαρτιά μισοτσαλακωμένα.

Ποιός να ψάξει τις τσέπες αστυνομικού;
-ανάμεσα στα ποιήματα
έκρυβε και τα όνειρά του,
άναβαν, εκείνα, μεταξύ τους,
έβαζε τα χέρια και τα ζέσταινε.

      Τώρα Που Έμαθα

Τώρα που έμαθα να κρύβω λόγια
κάτω από σωρούς ξεραμένων φύλλων,
συνήθισα το σκοτάδι
και τα βήματα των μεθυσμένων
στους ξερούς ήχους των στιγμών μου.

Τώρα που έμαθα,
αγγίζω τη νύχτα κι αυτή πονάει,
αναπνέω μα δεν ζω με τ' οξυγόνο
των γκρίζων δρόμων,
μήτε του σπασμένου λιθαριού
που ήταν κάποτε καρδιά.

Τώρα που έμαθα,
μπορώ ν' ανοίγω την καρδιά μου,
τη θάλασσα που τη φοβόμουν,
να μαζεύω σκουριασμένες άγκυρες
τυλιγμένες γύρω από ευσυνείδητους καπετάνιους.

Τώρα που έμαθα
το μυστικό των λευκών χαρτιών
-που δεν ειν' άλλο
από τη μαύρη μολυβιά που ταξιδεύει-
τρέμω τους άσπρους τοίχους
που δεν έχουν πάνω τους σημάδια
κι όλο νομίζω βλέποντάς τους
πως ξεμαθαίνω πια να γράφω.


   Ο Γιός Του Ληστή

Πριν όχλος και στρατιώτες
τώρα καρφιά σκούζουν,
αντιδρούν στην αποκαθήλωση
-σταυρωτή κάρφωσες με πείσμα
το κορμί με τον θάνατο.

Εκείνου δεν του έσπασαν τα κόκαλα,
φίλοι και συγγενείς τον έκλαιγαν.

'Ακουσα πως ήταν μαχητής
που πολεμούσε με το βλέμμα και τα λόγια,
πως είχε σφίξει την καρδιά γροθιά,
πως δεν εξαγοράζονταν,
πως είχε αξιοπρέπεια,
πως είχε κάνει τη συνείδησή του ουρανό
κι εκεί πετώντας άκουγε τον Θεό του.

Χίλιοι λόγοι
για να σε σταυρώσουν.

Δε θέλω να κοιτάζω τις τρύπες απ' τα καρφιά...
Το μέτωπο τραυματισμένο από αγκάθια,
κάτω από το στήθος λόγχη και μίσος
άφησαν ανοιχτή πληγή,

Έσκυψα πάνω του,
στα χείλη μου
αίμα, ιδρώτας και βροχή.

Σας παρακαλώ,
πριν τον τυλίξετε
με το άσπρο σεντόνι,
να του αφήσω στο στήθος για μετάλλιο
ένα χρυσό διπλό πελέκι
που το είχα φυλαχτό.

Σας παρακαλώ,
κρύψτε τα τρύπια του μέλη
τα φοβάμαι.

Λίγο πιο πέρα σταυρώσανε και τον πατέρα μου,
εκείνος δείλιασε, ντράπηκε,
μου φώναζε: -"Μην έρθεις εκεί πάνω"
τώρα θα σαλεύει το λασπωμένο του κουφάρι
καθώς το κάρο θα πέφτει σε λακκούβες.

Ανάμεσα Στα Όνειρα

Ανάμεσα στα όνειρα
έβρισκες και κανένα πάρκ
o...
η νύχτα αγαπάει τέτοια μέρη.

Έσταζε, στην υγρασία,
το δερμάτινο μπουφάν σου,
έτρεμε το χέρι του άλλου
την ώρα της συναλλαγής
-έρωτας και λεφτά,
υποταγή και θράσος.

Τα αρρωστιάρικα φώτα
δεν εμπόδιζαν την πράξη
ίσα-ίσα έσβηναν μονάχα τους
σαν τα έπιανε ντροπή.

     ΑΝΙΛΙΝΕΣ

[1]
Εκεί μονάχα ξέρεις
να φυσάς και να βουίζεις,
τις νύχτες στα δέντρα,
στους μοναχικούς ανθρώπους
και στα κόκκινα φανάρια
των άχρωμων δρόμων.

[2]
Όταν βραδυάζει
ακούω μέσα στον αέρα
να κλαίνε τα χρώματα
στα γκράφιτι του τοίχου.

Τις κλεμμένες ηλιαχτίδες
μού πετούν στα μάτια,
πριν πεθάνουν,
κάθε νύχτα.

[3]
Είναι κι άλλα μάτια
που ζητούν να τα κοιτάμε,
πίσω από στίχους μας βλέπουν,
μέσα από γραφίδες
το μαύρο δάκρυ τους κυλά.

Όταν ερχόμαστε
κι όταν χανόμαστε
να το θυμόμαστε...
δε μας ξεχνάνε.

[4]
Τις νύχτες τρυπώνεις
στα χνάρια των μεθυσμένων,
βάφεις με κρασί τους δρόμους
κι από μελτέμι
γίνεσαι ανεμοστρόβιλος.

[5]
Σπάζεις μικρά κομμάτια
απ' την καρδιά σου
τ' αφήνεις στο γυάλινο τραπέζι
κι εκείνα ανασαίνουν,
γίνονται στίχοι
κι υπογράφουν, αχνίζοντας,
τ' όνομά σου.

Φωτογραφία


Σκιές στο πρόσωπό σου,

σκοτάδια

σου αγκαλιάζουνε τα μάτια

κι εγώ θέλω

τ' άστρα σου ν' αγναντέψω.


Σε μια φωτογραφία

πώς να χωρέσει λίγος έρωτας,

κι απ' το κορμί σου

να στάξει μια σταγόνα

θηλυκότητας

στα δάχτυλά μου.


'Αγγελοι Φονιάδες


'Αγγελοι φονιάδες

τις νύχτες του έρωτα

τραβούν κάτω απ' τα πόδια σου

τα πεταμένα ρούχα.


Γλυστράνε μέσα τους,

σκοτώνουν

τις τελευταίες σου ανάσες.


Φλέγεσαι και λιώνεις

πάνω από τα νεκρά σου ρούχα,

στάζεις στα μάτια

που σε κοιτάζουν απ τα μανίκια τους,

απ τα διαρρηγμένα φερμουάρ τους.

Ανέφικτες Συνδέσεις

Τα κενά του δωματίου,
ανάμεσα στη φαντασία μου
και την οθόνη του υπολογιστή,
δε γεμίζουν εύκολα.

Οι αόρατοι επισκέπτες
μού αφήνουν λαμπερά ρινίσματα
από πελεκήματα στίχων
κι από τροχίσματα αισθήσεων
-κοίταξε πώς κολλάνε
κάποια στην καρδιά,
κάποια στα χείλη μου.

Οι λέξεις στην οθόνη
σταλάζουν συναισθήματα
λίγο απρόσωπα,
λίγο επιπόλαια,
κάποια ανώνυμα,
δίχως λίγο σχήμα και
λίγο χρώμα ματιών.

Τί μπορείς όμως να γεμίσεις
μ' αυτό το «λίγο-λίγο»;

Όπως Με Ήξερες


Όπως με ήξερες,

ακούστηκε κι αυτή τη νύχτα

η ιστορία της ζωής μου

σε ωριαίες συνέχειες.


Ίσως να κατάλαβες

πως τα φανάρια των δρόμων

δε σταμάτησαν ν' αναβοσβήνουν

γιατί δεν άφησα τη Σαλονίκη

για κάποια πόλη στην επαρχία.


Ίσως να φοράω μαύρα ρούχα

σ' ένδειξη αντίδρασης·

οι έμποροι δεν ονειρεύονται απόψε

που έμαθες πως γράφω ποιήματα,

που έμαθες πως μ' ένα στίχο

χαράζονται οι διαχωριστικές γραμμές.


Είδες πώς μ' ένα μολύβι

σε χάραξα στα δυο;

Θ' αναρωτιούνται το πρωί

τα δυο μισά κομμάτια σου

γι' αυτή τη νύχτα.


Όπως με ήξερες,

μια σελίδα μεταμεσονύχτιων ονείρων

εκτυπωμένη σε χαρτί τσαλακωμένο.


Πίσω Απ' Το Ποσειδώνιο


Τις νύχτες οδηγούνται, ιδρωμένοι,

οι αιχμάλωτοι του έρωτα

πίσω απ' το Ποσειδώνιο.


Μισόγυμνοι παραδίνονται

σε στεναγμούς κι αγκαλιάσματα,

στα σκοτεινά αποδυτήρια.


Τις στιγμές εκείνες ξεκολλάνε

απ' τις σκιές άλλες σκιές που τρέφονται

απ' τα περισσέματα των πόθων.


Μεθούν τη μοναξιά τους με ψίθυρους,

με κάποιο πνιχτό φιλί, με μια πνοή βαριά

ή ένα τίναγμα της έξαψης.

             Σέιχ-Σου

Από τότε που κάψανε το Σέιχ-Σου
κάτι χάλασε μέσα μου,
έμειναν καρβουνιασμένες οι αναμνήσεις.

Θ' άρπαξε φωτιά και το γιατάκι μου,
ήταν από πευκοβελόνες και χορτάρι
πώς ν' αντέξει;

Τόσα κορμιά λαμπάδιασαν στην έξαψη
και δεν έκαψαν το δάσος...
πόσο αθώος είν' ο έρωτας!

     Φίλε Πάτροκλε καλησπέρα. Με χαρά είδα ν' ανανεώνεις την ύλη στη σελίδα. Περνάω σχεδόν καθημερινά, μη νομίσεις πως σε ξέχασα. Σου στέλνω δυο ποιήματα, ένα για τον Λίβανο κι ένα για την Κύπρο μας. Τέτοιες μέρες είχαμε την εισβολή κι εκεί το '74. Δυο ποιήματα λοιπόν για την πολύπαθη εκείνη γειτονιά. Να είσαι καλά φίλε μου.
     Εύχομαι τα παιδάκια μας να μην ακούσουν ποτέ οβίδες να σφυρίζουν δίπλα από τα όνειρά τους.
                                                                       Φιλικά Θοδωρής

Οι Καρδιές Δε Ξεχνούν Να Χτυπάνε

Έπεσαν βόμβες,
τοίχοι προσκύνησαν.
Κάτω απ' τους τοίχους
οι καρδιές κόλλησαν
μια και καλή στο χώμα.

Καρδιές είναι κι οι τρύπιες πινακίδες
που φωνάζουνε στη Λευκωσία.
Καρδιά, το στοιχειωμένο σχολείο
που χορτάριασε στην πράσινη γραμμή,
καρδιές οι κιτρινισμένες φωτογραφίες
που σου μιλούν κοφτά λαχανιασμένες
κι ύστερα κοκκινίζουν απ' τα τραύματα
και σωπαίνουν, όλο σωπαίνουν.

Οι καρδιές δεν ξεχνούν να χτυπάνε.

    Oι Οβίδες

Εκείνες οι οβίδες
δεν ξέρω που πέσανε
ποιον σκότωσαν...

φυσάει αεράκι
πάνω από τις στάχτες,
ένα μάτι που ξεκόπηκε
από κάποιου το πρόσωπο
κοιτάζει με τρόμο
κρυμμένο στα ερείπια...

Εκείνες οι οβίδες
δεν ξέρω που πέσανε
τρύπησαν μονάχα
τη σκέψη μου
και συνέχισαν περιστρεφόμενες...

σας λέω, δεν ξέρω που πέσανε.

        Ανθρωποφυτείες

Τον χειμώνα είχαν κόψει τα κλαδιά

απ' όλα τα δέντρα στη γειτονιά

κι έμειναν άχαροι κορμοί να στέκουν.

Την άνοιξη ξεπέταξαν νέα κλαδάκια,

αγωνίστηκαν να γίνουν πάλι δέντρα.


Τόσα χρόνια μας κλαδεύουν τα μυαλά

με τηλεόραση, μ' εφημερίδες,

με το καθημερινό λέγε-λέγε.

Φοβούνται την άνοιξη, τρέμουν,

μη γίνουν πόδια οι ρίζες και κλωτσήσουμε.

     Θ' 'Αντεχες;


Θ' άντεχες να βλέπεις

πεθαμένη κάθε σου στιγμή,

πεσμένη μπρούμυτα

στα βρωμερά ποδάρια της αδράνειας;


Ακούς τον ρόγχο των χεριών σου,

νιώθεις πως το μυαλό

έκοψε την κουβέντα με τα μπράτσα

και προσκολλήθηκε σε πεντέξι εικόνες

κίτρινες και ξεφτισμένες στη στάσιμη σκέψη.


Κι όταν το μάτι ξεχασμένο

πιάσει μια κίνηση, ένα φτερούγισμα,

τότε δακρύζει κουρασμένο,

στάζει μονάχα,

ούτε καίει,

ούτε προκαλεί.


Θ' άντεχες να στεγνώσεις

τη ψυχή σου;


Χιλιάδες οι κινήσεις

χιλιάδες, δίπλα σου,

τα φτερουγίσματα.

Κόκκινος Κύκλος

Σα να σε βλέπω,
βάφεις στον τοίχο κόκκινο κύκλο.
Ξεκολλάει η ώχρα,
χύνονται τα χρώματα
που 'χανε βάψει με τα χρόνια οι νοικάρηδες.
Ρέει απ' τον κύκλο
η γλουτολίνη της παλιάς αφισοκόλλησης
κι όλο το σπέρμα που γεννούσε τις ιδέες.

Ψάχνεις να καταλάβεις
τι του 'κανες του τοίχου
η ιστορία χύνεται συνέχεια
στο πεζοδρόμιο, στην άσφαλτο.

      Μέρες 2006


Εμείς πού πάμε με το βιβλίο μας μονάχα;
Πού πάμε;
Μετράνε τη ζωή τους
με ρούχα που αγόρασαν φτηνά,
απαριθμώντας ευκαιρίες κέρδους.

Δε χωράμε σε τέτοιους δρόμους, Κατερίνα,
οι καρδιές -κεφάλια καρφίτσας- δεν ακούγονται,
οι συνειδήσεις αναίσθητες πια δεν πονάνε.

Ρωτούσε ο Στέλιος
αν χωρά μες στη στολή η ποίηση.
Αν χωράνε, λέει κι  οι ποιητές.
Κανένας ποιητής δε χώρεσε
ποτέ του, πουθενά.

Όνειρα Της 'Ασπρης Σκόνης

Τώρα πλατύνανε τα όνειρά σου,
ρίχνεις γύρω σου ακαθόριστες ματιές
μα το τοπίο έγινε θολό.

Είχες πριν τα όνειρα του σοκακιού,
τα όνειρα που χωρούσανε στην τσέπη
κι ήτανε διάφανα.

Στην άσπρη σκόνη ζυμώθηκε η πλατεία σου,
μέσα της δε ξεχωρίζεις τίποτε,
γίνεσαι σβούρα και περιστρέφεσαι,
τεντώνεις τον λαιμό σου
αλλά είναι ο υπόνομος βαθύς.

Το σοκάκι που πίστευες και ζούσες
έγινε τώρα χαρακιά μες στο μυαλό σου,
ματώνει όποτε βρέχει,
πονάει σαν αλλάζει ο καιρός και το θυμάσαι.

Η σχάρα του υπονόμου έγινε ουρανός σου,
η μαυρίλα του πλακώνει την ματιά σου.
Ο δρόμος που το δάκρυ χαράζει
στα σκονισμένα μάγουλά σου
δεν οδηγεί στην έξοδο.

Τρέμεις συχνά και λες:
"Δεν έπρεπε να χάσω το σοκάκι,
 μ' όλα τα όνειρα της πρέζας
 δεν τ' αλλάζω
".

Ψάχνεις πότε-πότε στη τσέπη σου,
Πώς ψάχνουμε για κάποιον αναπτήρα.

     Νιώθεις Τους Τοίχους...

Νιώθεις τους τοίχους στο δωμάτιο
να σε κοιτάζουν με τα μάτια μου.

Ακούς τις γάτες απ' έξω
να κλαίνε τους έρημους δρόμους,
τα δέντρα να βγάζουν βλαστάρια,
τη σημαία να σου μαθαίνει την περηφάνεια.

Νικάς τη μοναξιά με το μολύβι σου,
η ανάσα μου γιατρεύει τις πληγές σου.
Αν λιποθυμήσεις θα σε πάρω στα χέρια
και θα σ' απλώσω σ' άλλο ποίημα.

             Σκόρπιες Σκιές

Σκόρπιες σκιές στις κρεμασμένες σου κουβέρτες,
                                                 στο μπαλκόνι,
σκέπαζαν και ψες τα όνειρά σου.

Σκόρπιες σκιές  γαντζωμένες αιωρούνται,
                                            ξεφτίζουν
πάνω απ' τα κεφάλια των περαστικών,
μαύρα σύννεφα που απειλούν
να πλημμυρίσουν τη μέρα με φαντάσματα.

Μαύροι εφιάλτες, καπνός κι αιθάλη
                      πάνω απ' το λιμάνι-
απ' τα μπαλκόνια της πόλης,
απ' τις κρεμασμένες κουβέρτες δραπετεύουν.

Τα όνειρα των λιμανιών μαυρίζουνε
                             τους ουρανούς
σαν ξεπετάγονται από βασανισμένη
                                   ξαγρύπνια
γνοιασμένου ανέργου κι απλήρωτης
                                        πόρνης.

Είδα, ψες, εκείνο τ' όνειρο που τριγύριζε
                            στο δρόμο για ώρες,
τ' όνειρο του κουρασμένου στρατοκόπου.

Σκόρπιες σκιές στις κρεμασμένες  κουβέρτες,
                                            στο μπαλκόνι,
νοτίζουνε στην υγρασία,
τυλίγονται μες στην ομίχλη,
ακροβατούν στην πνευμονία του χαμάλη,
στο χαμένο γάντι που παράπεσε στων τραβεστί
                                                      τα στέκια.
 
Σκόρπιες σκιές στις κρεμασμένες σου κουβέρτες,
                                                 στο μπαλκόνι,
βρίσκονται και ζευγαρώνουν
με τις σκιές του γείτονα του πάνω ορόφου
κι όλο τινάζεις και ξανεμίζεις
ξεθυμασμένες ανάσες οργασμού.

         Εμείς Υπάρχουμε...

Εμείς υπάρχουμε για να βουλώνουμε
Τις χαραμάδες στα παραθύρια των φιλοσόφων
Εμείς υπάρχουμε ανάμεσα στους άλλους
Για να μας δείχνουν με το δάχτυλο
Εμείς τρεφόμαστε από λοξές ματιές
Από κρύα αγγίγματα

Εμείς ζητάμε
Τί άραγε ζητάμε;
Έναν έρωτα
Μια πατρίδα στα όνειρά μας
Ένα στίχο να κυλάει
Ένα στίχο να δακρύσουμε
Να ζεσταθούμε αδέρφια ποιητές

       Ηλιαχτίδα Του Μεσονυχτίου

Μια ηλιαχτίδα κράτησες ζωντανή μέσα στη νύχτα
κρυμμένη στο βλέμμα των ματιών σου,
κρυμμένη στης καρδιάς το καταφύγιο.
Έφτασε τον δρόμο να φωτίσει,
να γίνει το σινιάλο για τη βροχή των αστεριών,
έφτασε να γιομίσει το λειψό φεγγάρι.

Με ηλιαχτίδα τρύπησες και μένα,
αρχίσανε να τρέχουνε τα όνειρα,
αιμορραγούνε ακατάσχετα οι σκέψεις
κι οι λέξεις λιωμένες χύνονται σε στίχους.

Κάποιοι άνθρωποι ξέρουν να βλέπουνε τον ήλιο,
να του κλέβουνε ζωντάνια,
να φτωχαίνουν τα σκοτάδια τους,
να μη ρίχνουν το βλέμμα χαμηλά.

Μια ηλιαχτίδα κράτησες για τη νύχτα,
για τη γωνιά που θα φωλιάσει ο έρωτάς σου,
για το ασημένιο μενταγιόν σου
στο ανθισμένο άσπρο στήθος σου.

Σαν θα γυρίσει τη πλάτη της η νύχτα,
σαν θα τρομάξει μη τυφλωθεί από τον ήλιο,
άφησε την ηλιαχτίδα σου καρφωμένη στη καρδιά μου.
Να 'ναι η πρώτη πνοή της μέρας,
εκείνη, η στερνή της νύχτας μου έμπνευση.

Να δω στο χάραμα τ' αστέρια να στερεύουν,
να ξεφουσκώνει το φεγγάρι,
να φτερουγίζουν στα χαλάσματα τα όνειρα,
προτού τα βρει ο ήλιος να σβήσουν, να χαθούν.

                   Εγνατία

Είπες να φτάσεις  μέχρι την άκρη της ψυχής σου
στη βόλτα μας στην Εγνατία,
ν' ακούσεις το ρυθμό της καρδιάς σου
στη βουή της Σαλονίκης.

Δεν άλλαξαν οι δρόμοι, έτσι φαίνονται.
Δεν άλλαξε ο τρόπος που τους έβλεπα,
ίσως άλλαξε το χρώμα της ορμής μου,
ίσως να βράδυνε η αγανάκτηση στο βήμα μου.

Μιλάς κι οι πλάκες αφουγκράζονται
και στρώνεις τα μυστικά σου
ανάμεσα Βαρδάρη κι Αριστοτέλους,
η νύχτα απλώνεται πάνω τους
κι ολοένα τα βαραίνει.

Όλο νομίζεις πως με ρουφάν οι τοίχοι
κι όλο ρωτάς αν σ' ακούω.
Μα οι τοίχοι είχαν ρουφηγμένη από καιρό
τη ματιά και τη σκέψη μου.
Σ' ακούω, σ' ακούω και ψάχνω, συνάμα,
τα σημάδια μου στους τοίχους.

Είπες να μου δείξεις τον κόσμο σου
μα δεν σ' άφησε η Εγνατία.
Είπες να περπατήσουμε απόψε
αλλά ο κόσμος μου
τη μοναξιά σού χάρισε.

Μη θυμώσεις, θα βρούμε κάποιο δρόμο
και για τον δικό σου κόσμο.

Πού Χαρίζεις Τα Συντρίμμια Της Καρδιάς Σου;

Πού χαρίζεις τα συντρίμμια της καρδιάς σου;
Έρμοι συλλέκτες, ρακοσυλλέκτες,
δεν ξέρουν άλλο από κοστολογήσεις.
Μικροαστοί με παζαρέματα
γυρεύουν να στολίσουνε τα σκρίνιο τους.
Ιεροκήρυκες κόβουν και ράβουν,
μια χούφτα συντρίμμια να τα μαυροφορέσουν.

Για δαύτους έψαχνες τόσα χρόνια;
Δρόμοι, πάρκα, φωτογραφίες...
ξεφυσούσες τις καθισμένες σκόνες
κι έξαινες τα ξεραμένα αίματα
από κάθε ψηφίδα σου.

Ας ρίξουνε αλλού δολώματα
να κόβουν εισιτήρια στα μουσεία τους,
να ομορφαίνουν τα σαλόνια τους,
να γεμίζουν τον παράδεισό τους.
μη βεβηλώνεις την καρδιά σου.

Θα πεις ψηφίδες είναι,
κομμάτια θα πω εγώ,
κομμένα με λόγια λόγχες,
καμένα με ματιές θειάφι,
στραγγισμένα  από δάκρυ,
μια χούφτα χτύποι της καρδιάς σου.

Μη χαραμίζεις τα συντρίμμια σου.

      Γκαζόλαμπα

Τη νύχτα, στο χωριό,
η σιωπή σκλήραινε τις σκιές.
Βουβές μορφές στο δωμάτιο
πάσχιζαν ν' αντιφεγγίσουν
στο χλωμό φως,
ζαλισμένες απ' τις μυρωδιές
της ξυλόσομπας
και της γκαζόλαμπας.

Ύστερα όλα έρχονταν
να στριμωχτούν στα όνειρά μου.

Η κάπνα στο λαμπόγυαλο,
απομεινάρι της σκοτεινιάς,
έδειχνε στο φως του πρωινού
πως σιγοκάηκε η γαλήνη.

     Ανάσα & 'Αρωμα

Η φωνή σου μαγεύει τον άνεμο
τον χρωματίζει, τον ζεσταίνει.
Απλώνεις τα μαλλιά σου
να περάσει από μέσα
να γίνει απαλό το σφύριγμά του
ν' αφήσει, αέρινη χτένα, την ανάσα,
το άρωμά του.
ανάσα κι άρωμα στο μαξιλάρι σου
ανάσα κι άρωμα στον ύπνο,
στα όνειρά σου!!!

   'Ασβηστα Χνάρια

Όπως στα μονοπάτια
παραμένουν άσβηστα
τα χνάρια των λαθραίων στρατοκόπων...

Kράζουνε τυπωμένες
στο κορμί μου οι αναμνήσεις,
φλογίζει χρόνια η ντροπή τους!

Τι κι αν καίγομαι
και τη στάχτη μου σκορπίζω,
πάλι με διαπομπεύουν
ανεξίτηλες οι καταδίκες.

          Φυλλοβόλο Δέντρο

Στο φυλλοβόλο δέντρο μοιάσε κι εσύ,
τίναξε στον άνεμο τα κιτρινισμένα φύλλα
στο χώμα να σαπίσουν. Να σαπίσουν!
Κοίταξε το κυπαρίσσι και το πεύκο,
γερνάνε με τη σκόνη όλων των καημών τους,
όσων έφερε η τύχη στα κλαριά τους.
Τα λόγια φτιάχνουν φωλιά,
σου τσιμπολογούν τα φύλλα,
κρύβονται βαθιά σου.
φύλλωμα απάνεμο, κόρφος ζεστός.
Τίναξε τα φύλλα, άκουσε τον άνεμο
κι ύστερα τα λόγια θα κρυώσουν, θα πετάξουν
κι άλλα λόγια θα φωλιάσουν μέσα σου
άλλες χαρές και λύπες θα 'ρθουνε με την άνοιξη.
Εσύ θα στέκεις δέντρο περήφανο,
μη λησμονήσεις όμως, δέντρο φυλλοβόλο.

       Στην Eξορία

Πήρες τον κόσμο
να τον ρουφήξεις μονοκόμματα
και βρέθηκες εξόριστος
μ' ένα τσιγάρο στο μπαλκόνι.
-Όχι εδώ, κάτω μονάχα,
στους δρόμους τσακίζει η εξορία.

Το πετροβόλημα  δεν τάραξε τις συνειδήσεις.
Οι γροθιές σε πόνεσαν, μεγάλωσαν το τείχος.
Ξεθώριασαν οι αφίσες, περίμενες να ξεφωνίσουν,
ούτε τα συνθήματα ξεφώνησαν στον τοίχο,
καλύφθηκαν με διαφημίσεις.
Οι στίχοι σε χάραξαν,
ρυτίδα-ρυτίδα μετράω τα ποιήματά σου.

Πήρες τα μάτια σου,
τα έκλεισες στο κουτάκι των γυαλιών.
Πήρες τα χέρια, τα δίπλωσες
μαζί με τη σημαία στο συρτάρι.
Πήρες τ' αφτιά σου και τα σφράγισες,
στην εξορία, είπες, δεν χρειάζονται πολλά.

       Το Φεγγάρι Αλλάζει

Είναι βραδιές που ξεφτίζει το φεγγάρι,
ασημιά ροκανίδια γεμίζει τον κάμπο
ο μακελάρης άνεμος.
Μικρό χαμοπούλι ριγμένο στο χώμα
η τελευταία λάμψη,
η τελευταία ελπίδα.
Το δέντρο μαράθηκε,
ο φίλος σκοτώθηκε,
το λάβαρο κάηκε.
κομμάτι-κομμάτι σκορπίζεις πατρίδα.

Είναι βραδιές που λιώνει το φεγγάρι,
σταγόνα-σταγόνα υγραίνει τη πόλη,
υγραίνει τα μάτια μας.
Σκουριάζουν τα είδωλα,
σ' ένα παλιό τουφέκι
σκούριασαν κι οι ιδέες.
Η αφίσα ξεθώριασε,
οι δρόμοι ησύχασαν,
το πλήθος κοιμήθηκε.
ταίριαξε στις ψυχές το «δε βαριέσαι αδερφέ

Είναι βραδιές που το φεγγάρι αυτοκτονεί,
αιμάτινες στάλες χαλάνε τον ύπνο μας,
χαλάνε τα όνειρά μας.
Μονάχα ρόδα και παπαρούνες
με ζωή πλημμυρίζουν
στο θάνατο του φεγγαριού.
Τα μάτια σκοτείνιασαν,
τα λόγια ξεθώριασαν,
τα στήθια πουλήθηκαν.
ρίξανε την αγάπη στο κρεβάτι του μπουρδέλου.

Είναι βραδιές που το φεγγάρι ξενυχτά,
παίζει στ' αστέρια «τα μήλα»,
παίζει στα μάτια μου «αμπάριζα».
Αηδόνια τρελαίνουν την αύρα,
την αύρα που χαϊδολογά
τον θηρευτή των ονείρων.
Ένα παιδί γεννιέται,
ένα στάχυ ξεφυτρώνει
μια σημαία κυματίζει.
χίλιες φωνές το τραγουδούν:

Αυτός ο κόσμος
δε μπορεί παρά να ζήσει.

            Τα  Λάστιχα

Τα λάστιχα ξεσκίσανε τ' απόνερα,
τινάχτηκε η καταφρόνια κι αρπάχτηκε
στη μοναξιά ενός ρομαντικού ποδηλάτη.

Στις στράτες με τις λησμονημένες καντάδες
οι θορυβώδεις και γυαλιστεροί χείμαρροι
σβήσανε τα πατήματα της ξυπόλυτης αλητοπαρέας,
σταμάτησε στη διάβαση ο ρυθμός της καρδιάς μας
ανέλαβαν σηματοδότες τη ρύθμιση.

Ψάχνω στου δρόμου τις άσπρες παχιές γραμμές
να βρω τα μυστικά του τροχονόμου,
γίνομαι σφύριγμα κι αλλάζω τη ροή της κίνησης.
η πόλη σαπίζει στους στάσιμους χείμαρρους!

Φιλάργυροι πνιγμένοι στο βρόχο της γραβάτας τους,
λαμποκοπάνε στο μποτιλιάρισμα
της αηδίας, της υπομονής, της σκέψης τους.

Γίνομαι χέρι τσιγγανόπουλου,
απλώνω στα τζάμια πίσσα,
οι οδηγοί μ' ευγνωμονούν
τους κρύβω το χάος, τον άρρωστο ήλιο
κι ο τροχονόμος χλώμιασε.

Τα λάστιχα τα πήραν διαρρήκτες
τα πήγαν σ' άλλες γειτονιές,
βγήκε στη σύνταξη ο τροχονόμος.

             Μαστίχες

Βυθίζομαι στα πεζοδρόμια,
ανάμεσα στα λευκά και τα μαύρα σημάδια,
στις πλάκες με τις κολλημένες μαστίχες
κι έτσι αποφεύγω την άσφαλτο!

Οδός Αριστοτέλους, στο πλακόστρωτο
επίμονα ξηλώνω  κάποιο μαυράδι
κι αλήθεια νιώθω τις ανάσες
του φιλημένου στο στόμα κοριτσιού
ν' αποκολλιούνται από τις πλάκες...
έτσι έμαθα την αναζήτηση, την εξακρίβωση.

Στων παπουτσιών τις σόλες
κρύβονται όλα τα μυστικά του δρόμου,
σε μια ροζ, σε μια άσπρη, σε μια πράσινη τσίκλα...
κάποια μετράει τις διαδρομές μου,
κάποια νιώθει το βάρος μου κι απλώνει.

Πριν λίγο, κομματιάστηκε στο άγριο τσιμέντο
η συντροφιά που μου "κόλλησε"
το πρωί στην Τσιμισκή,
αιωνία της η μνήμη...

              Ρίζες

Γεμάτος ρίζες παντού ο κόσμος.
Ρίζες σε κείνο το μικρό μπαλκόνι,
στο δρόμο που οδηγεί στο διπλανό χωριό,
σ' όλη τη διαδρομή του τρένου,
στον ουρανό ανάμεσα στ' άστρα.
Ρίζες στο ερημικό ακρογιάλι,
ρίζες στους δρόμους της Αθήνας,
του Πλαταμώνα, του Πηλίου,
της Σαλονίκης, της Πόλης
ρίζες, ρίζες, ρίζες...

Τα δέντρα χουφτώνουν τη γη
και την κρατούν αιώνια,
εμείς δε φεύγουμε παντοτινά
αλλάζουμε μονάχα και περνάμε.
Περνάμε κι αφήνουμε ρίζες
σκαρφαλωμένες, απλωμένες,
βυθισμένες, να ρουφάνε εικόνες.
Τις ζούμε τις εικόνες,
ζούμε μ' εκείνες κι όλο περνάμε...
καημένα δέντρα!

                      Θεσσαλονίκη 21/3/05

   Το Tρύπιο Tαβάνι

Όποτε βρέχει στάζει η σκεπή,
δε μέτρησα ποτέ τις τρύπες.
Στάζει... πώς έγινε διάτρητη!
Μέρα τη μέρα εξατμίζομαι
κι αναστατώνονται
τα έντομα και τα ποντίκια
που ανασαίνουν τη ζωή μου,
στο τρύπιο ταβάνι.

       Παπούτσια

Ποιός εξαφάνισε τους ανθρώπους
απ' το δρόμο;

Στα πεζοδρόμια απόμειναν
παπούτσια.
Από συνήθεια αντιγράφουν
την κίνηση, περπατάνε...
Οδηγούνται στις διαβάσεις,
σταματούν στο φανάρι
κι ύστερα συνεχίζουν...

Ολόκληρη πόλη  χραπ-χρουπ,
χραπ-χρουπ...
κατάπιε τη γλώσσα της βουής.
Κανείς  δεν είχε τίποτε
να πει προηγουμένως.

          Κύκλος

Όσο κρατάει του φεγγαριού ο κύκλος,
τριγύρισες στον ουρανό μου...
Νύχτες γεμάτες σκιές και όνειρα!
Πότε μεσ' από  σύννεφα,
πότε μεσ' από κλαδιά
μας άκουγε τ' αγέρι.
Έσβησες τώρα,
έκλεισε ο κύκλος...

     Πήρες-Πήρα

Πήρα τη πέτρα,
πήρες το αγέρι της αυγής.
Πήρα το ξερόκλαδο,
πήρες τη φλόγα του μεσημεριού.
Πήρα τη ξεραμένη λάσπη,
πήρες το κοκκίνισμα του δειλινού,
κάθισα εγώ στη παραλία της Σκοτίνας
κι εσύ στη κορυφή του Ολύμπου,
να ονειρευτούμε,
να φτιάξουμε καινούργια Ελλάδα!
Κι ονειρευτήκαμε όλη τη νύχτα...
Κι ονειρευτήκαμε στη ξαστεριά...
Ακόμα εκείνη την Ελλάδα ονειρευόμαστε!

               Χάθηκε...

Χάθηκε στις ώρες που κυλήσανε,
έμοιαζε μ' ένα μουντό ξημέρωμα,
με το ανήλιαγο το μεσημέρι.
Οι ώρες που τη πήραν ναυάγησαν
και σα παράξενο αγώγι, δύο τη ζήλεψαν,
χίλιοι τη μίσησαν κι ένας τη καρτερούσε.
Φορτώθηκε στου ωροδείκτη τη καμπούρα,
βάρος αλλόκοτο,
ο λεπτοδείκτης χλώμιασε,
τη προσπέρασε. Για πόσο ακόμη θα τη προσπερνά;
Το ξυπνητήρι που δεν ήχησε,
η σφαλισμένη πόρτα στων δευτερόλεπτων τ' αλώνι
κι η τσακισμένη περηφάνεια μου, τη μέθυσαν...

Του Αντρειωμένου Το Τραγούδι...

Πολλά τραγούδια τραγουδήσαμε...
Κάποτε σε δρόμους έρημους τις νύχτες
Με φόντο μιαν αφίσα κολλημένη.
Κάποτε σε διαδηλώσεις
Με τη φωνή του πλήθους.
Όλα τώρα παρέμειναν βουβά,
Όλα ξεχάστηκαν,
'Αλλα προδόθηκαν...
Ένα τραγούδι μονάχα θυμάμαι
Ένα αξέχαστο τραγούδι.

Του αντρειωμένου ο θάνατος,
Του αντρειωμένου το μαρτύριο,
Ύμνος, τραγούδι και κατάρα.
Ανατριχιάσαν οι δειλοί,
Αντάριασαν οι απόκληροι.
Δεν αντηχήσανε τα Τάρταρα, τα Ηλύσια
Μήτε ο Παράδεισος κι η Κόλαση.

Για κείνους που ανασταίνουν την ελπίδα,
Όσους στεγνώνουν μέρα - νύχτα τη ζωή τους,
Όσους κραδαίνουν ένα λάβαρο αιματόβρεχτο,
Για μια πατρίδα,
Για μια σημαία,
Για μια σταλιά αξιοπρέπειας...
Ανάβλυσε του αντρειωμένου το τραγούδι.

               Μια Κυριακή...

Μια Κυριακή, ένα ξεφάντωμα τρελό,
ήταν όλη η ζωή σου, ήταν η ανάμνησή σου
ένα ποτήρι κόκκινο κρασί.
Χρωμάτιζες τους τοίχους, τις καρδιές μας,
σαν το ηλιοβασίλεμα στο Λευκοπύργο,
μια Κυριακή, ένα ξεφάντωμα τρελό.
Παράθυρο ανοιχτό, όλο τον κόσμο έβλεπα
μες στην καρδιά σου και τον κερνούσα
ένα ποτήρι κόκκινο κρασί.
Ήταν όλη η ζωή σου, ήταν η ανάμνησή σου
το πανηγύρι στο χωριό, ένας ζεϊμπέκικος,
ένα στροβίλισμα στην πίστα.
Βάσταξε ο λεβέντικος χορός ένα ηλιόγερμα,
ένα ηλιοβασίλεμα στο Λευκοπύργο,
κι ύστερα... κι ύστερα  ήρθε η Δευτέρα.

Ξέφυγαν Tα Όνειρά Μας

Ξέφυγαν τα όνειρά μας,
Μες στον βοριά σκορπίστηκαν.
Στους δρόμους
Σβήστηκαν τα ίχνη μας,
Ξεχάστηκε η μορφή μας,
Χάθηκαν οι αφίσες...
Πίσω δεν έμεινε κανείς
Ή έμειναν πολύ λιγότεροι.
Ξέφυγαν τα όνειρά μας,
Tο νέο αίμα,
Tα παιδιά μας, δικαστές.
Δεν θα 'χουνε ν' ακούσουνε πολλά...
Θα μας καταδικάσουν.

     Αέρινη Αγάπη

Είναι η απόσταση που δεν λιγοστεύει
και η σιωπή που γέμισε
το ακατάστατο δωμάτιο
κι ούτε γραφή...
Δεν κοιταχτήκαμε ποτέ στα μάτια,
δεν ταξιδέψαμε της τόλμης το ταξίδι,
ανεξερεύνητοι στεκόμαστε.
Εσύ κι εγώ δυο έρημοι,
παράλληλοι δρόμοι,
εσύ κι εγώ δυο άγνωστοι.
Κι είναι οι ανάσες μας
στίχοι στον αέρα,
μαζί στροβίλισαν
κι ενώθηκαν και δρόσισαν.
'Aνοιξε τα παράθυρα στον άνεμο
να 'ρθω να σε χαϊδέψω.

             'Ατιτλα

1
. Θαρρείς δε ξεχωρίζω το άτοπο,
    το αδιέξοδο του δρόμου μας;
    Θαρρείς δε ξέρω πως δε γίνεται
    εγώ να σε ποθώ;

    Χάρισέ μου μονάχα μιαν ελπίδα,
    ένα αποκούμπι για να στηριχτώ,
    ένα σινιάλο ν' αγναντεύω...

2. Σπάζεις τη σιωπή σου...
    Δεν ακούς τον αντίλαλό της
    Στο απέναντι γήπεδο,
    Ούτε στον αντικρινό βράχο...

    Στην οθόνη του pc μου
    Σκάει ο ήχος της και ξεκουφαίνει!

          Χάϊ-Κου

Ξέφυγαν τα όνειρά μας
Κι όσοι σταθούν εμπρός μας δικαστές
Δε θα 'χουνε ν’ ακούσουνε πολλά...
Θα μας καταδικάσουν

Στα όνειρά σου
μια μολότοφ
ξερνάει επαναστάσεις!

Τα όνειρά μου καμαρώνω
στον καθρέφτη...
Και σωπαίνω.

Στα δυο σου μάτια
βρήκε η νύχτα
γεφύρι να περάσει...

Δεν είσαι δάσος...
Πευκοβελόνα είσαι,
στο πουκάμισό μου...

              'Αγγιξες...

'Αγγιξες τη παλάμη σου στο παγωμένο τζάμι.
Από το χέρι της καρδιάς απλώθηκε αχνό το αποτύπωμα.
Κάνω τα μυστικά σου να διαβάσω,
έσπασε το γυαλί,
πύρωναν και δεν τ' άντεξε.

    Όλοι Οι Θίασοι...

Όλοι οι θίασοι της νύχτας
παίζουν βουβά για εμάς.
Κι εμείς στα όνειρά μας βυθισμένοι
περιφρονούμε τους πλανόδιους
νυχτερινούς θιάσους.

    Μια Ηλιαχτίδα...

Μια ηλιαχτίδα τον τοίχο να εμβολίσει,
να διαπεράσει και τη μοίρα μας
που στήθηκε πλάτη στη μούχλα,
δίπλα στον πίνακα ανακοινώσεων,
μπροστά στο ένα και μοναδικό παράθυρο.
Πόρτες, διάδρομοι... ένα τηλέφωνο!
Στοίχειωσε το κουδούνισμα του,
έγινε ένα με το βήμα, την ανάσα,
την αξιοπρέπειά μας.
...μια ηλιαχτίδα να ελευθερωθούμε.
Μονάχα να περάσει μέσα μας,
να μας πυρώσει, να λιώσει τη μιζέρια μας,
κι όλα μια στοίβα μπάζα, ο τοίχος,
το τηλέφωνο, ο πίνακας ανακοινώσεων
κι ο δεσμοφύλακας... η μοίρα μας.

       Στη Σκέψη Σου...

...Στη σκέψη σου να στροβιλίσω
τέτοιες ώρες,
μέχρι ανάπλωρα στη θάλασσα
τα βάσανά σου ν' αρμενίσουν
καράβια ταξιδιάρικα
κι όταν χαθούνε στον ορίζοντα
κι ανασκιρτήσουνε τα στήθη σου,
διώξε με να μη με συνηθίσεις
διώξε με αλλού για να πετάξω.

            «Ήλιε...»

«Ήλιε, πώς έτσι πρόωρα ξεψύχησες,
πώς σ' έκρυψε η συννεφιά
»;

Πλαγιάζοντας, δυο πήχες βρήκε σκίσιμο
και κρυφοκοίταξε τον Λευκοπύργο.

          Επέστρεψες...

Επέστρεψες κι όμως δε μίλησες,
Δεν είπες ούτε "καλημέρα",
Πέρασες από δίπλα...
Κι εγώ, αόρατος στα μάτια σου,
Να μετράω βήμα το βήμα σου,
Ανάσα την ανάσα σου...
Πόσο λάθος σ' είχα μετρήσει!

         Φώναξε...

Φώναξε... η φωνή σου ν' ακουστεί…
Ν' ακούσουν όλοι ότι ζεις,
να νιώσουν πως υπάρχεις,
να ζεσταθεί η καρδιά σου,
να με τρομάξεις, φώναξε...
Ν' αλλάξουν έκφραση τα μάτια σου,
να σου χαλάσουν το πορτρέτο,
η πλάνη μου να καταρρεύσει...
Μέχρι το νέο βλέμμα σου
να συνηθίσω!

      Περιφρούρηση

Στη μοναξιά μου με τη σιωπή σου απάντησες
Γέρνει η ματιά σου στο άγνωστο
Είναι η καρδιά σου κλειδωμένη
Κι όλα παραφυλάνε
Του κορμιού σου
Τα ξένα στίγματα
Τα ξένα αποτυπώματα
Μη νοθευτούν τα ίχνη τους
Μη ξεχαστούνε
Σαν σε τυλίξουνε τα χέρια μου...

     Αμφιβολία

Σκύβω πάλι μέσα μου
να σκάψω, να 'βρω στίχους
κι όλο αμφιβάλλω...
Θ' αναδυθώ ξανά
πίσω στο φως;

  Το Στερνό Καμάρι

Ο ήλιος χαμηλώνει,
οι σκιές μεγαλώνουν
στο πλακόστρωτο της παραλίας
κι έρχονται κάποιοι
που ξέμειναν από καμάρι,
να ευφρανθούν και να κομπάσουν
για τη μεγάλη τους σκιά...
Νάνοι με τη σκιά γιγάντων,
με το σουρούπωμα θ' αλλάξουν ρότα
για ολόφωτες πλατείες
προτού ξεπέσει το καμάρι τους.

Αναριχιέσαι Στο Φεγγάρι

Αναρριχιέσαι στο φεγγάρι
για να ξεφύγεις απ' τις κοφτερές,
τις θλιβερές βουνοκορφές
που σου θυμίζουν τα φτερά σου...
Τα είχες ξεπουλήσει, στα κόψανε με βία
δε θυμάμαι...
Τώρα εκεί ψηλά όταν θα φτάσεις,
τα χέρια σήκωσε φτερά να μοιάζουν.
Οι κοφτερές κορφές σε περιμένουν...

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers