Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Διαδικτύου 

Τριανταφύλλου Μαρίνα: Απίστευτα Τρυφερές Ματιές...

 

                                              Εμβρυοποίηση

     Ξαφνικά, ένα πρωΐ άρχισε να μικραίνει. Το κατάλαβε όταν κοιτάχτηκε στον καθρέφτη του μπάνιου και είδε καθαρά ότι η ρυτίδα πλάϊ στα χείλη της είχε εξαφανιστεί. Την απασχολούσε πολύ τον τελευταίο καιρό αυτή η μικρή σχισμή στο δέρμα του, κατά τα άλλα τέλειου, προσώπου της. Ηταν κι η δουλειά της, που ζητούσε τέλεια εμφάνιση επιδερμίδας -επίδειξη καλλυντικών, τι άλλο;
Προσπαθούσε λοιπόν κάθε πρωΐ να μακιγιάρεται προσεκτικά και να κρύβει τη ρυτιδούλα με μαεστρία, να χαμογελά λιγότερο, έκανε όλα τα απαιτούμενα, αυτά που ήξερε δηλαδή, για να μη προχωρήσει το κακό και μείνει άνεργη. Τόσες και τόσες φρέσκες νεαρές περίμεναν να αδράξουν τη θέση της στην εταιρεία. Οχι πως ήταν και μεγάλη, ούτε εικοσιοχτώ, αλλά ένιωθε τη φρεσκάδα να χάνεται. Και τι ζητούσε δηλαδή; Να μη σταματήσει πριν φτάσει τα τριάντα, να προλάβει να κάνει τη μπάζα της για να ανοίξει δικό της μαγαζί. Καλλυντικών φυσικά.
     Μετά από κείνο το πρωϊνό, παρατηρούσε με μεγαλύτερη προσοχή το πρόσωπό της και κάθε μέρα που περνούσε το έβρισκε όλο και πιο νεανικό. 'Αρχισε να χαμογελά αφειδώς, πειραματιζόμενη, να δει αν το πλατύ χαμόγελο θα χαλούσε την όψη του προσώπου της. Ευτυχώς, τίποτα δεν συνέβαινε αρνητικό, ίσα ίσα το πρόσωπο κάθε μέρα βελτιωνόταν αισθητά.
Είχαν περάσει πέντε μήνες όταν πρόσεξε κάτι τι ακόμη. Της φάνηκε ότι είχε κοντύνει, πήγε στο μέτρο που είχε στον τοίχο της αποθηκούλας για να μετρά το ύψος της και βεβαιώθηκε. Μέσα σε πέντε μήνες είχε χάσει ενάμισυ πόντο. Τώρα ήταν ένα κι εβδομήντα καθαρά. Το πρόσωπο πάντως έδειχνε πολύ πιο νεανικό και σε ποιότητα δέρματος αλλά και σε λάμψη και σε έκφραση. Το βλέμμα της είχε καθαρίσει, λες και έβλεπε τον εαυτό της νεότερο κατά πέντε χρόνια τουλάχιστον.
     Σκέφτηκε να επισκεφτεί το γιατρό της, αλλά το ανέβαλλε προς το παρόν. Αλλωστε, αυτές τις μέρες είχε φουλ δουλειά. Η κολλητή της φίλη -αν είναι δυνατό να υπάρχει «κολλητή» σε αυτή τη δουλειά αλλά τελοσπάντων- το πρόσεξε και το σχολίασε κιόλας.
 -"Μα τι συμβαίνει με σένα Μαιρούλα; Τι τρέχει; Ερωτευμένη; Ερωτευμένη και δε μας είπες τίποτα";
 -"Οχι, αφού το ξέρεις, δε χωράει έρωτας στη ζωή μου ώσπου να τελειώσω με την εταιρεία, δεν τα είπαμε αυτά";
 -"Μπορεί να τα είπαμε, αλλά..."
 -"Δεν έχει «αλλά» και δεν έχει και φλερτ. Υπνο μονάχα".
 -"Α, ώστε το δερματάκι οφείλεται στον ύπνο, ε; Καλά..."
     Τώρα που άκουσε τη φίλη της να λέει για ύπνο, σκέφτηκε ότι τον τελευταίο καιρό κοιμόταν κομματάκι παραπάνω, μπορεί και δέκα ώρες συνεχόμενες. Λες να είναι ο ύπνος; Αναρωτήθηκε. Αλλά πάλι πως εξηγείται το χάσιμο ύψους;
     Πήγε στο διευθυντή του πρακτορείου της και ζήτησε ένα μήνα ανάπαυλα, έτσι κι αλλιώς είχε δουλέψει υπερβολικά το τελευταίο εξάμηνο, αλλά εκείνος έφερε δυσκολίες. Τρεις εταιρείες τη ζητούσαν για φωτογράφιση και θα ήταν κρίμα να χάσει την ευκαιρία. «'Αλλωστε δεν έχεις και πολύ χρόνο μπροστά σου, εκμεταλλεύσου τη ζήτηση που υπάρχει τώρα για το πρόσωπό σου» της είπε κι η Μαίρη πείστηκε να αναβάλλει τις διακοπές της. Και τι τις ήθελε τις διακοπές; Πιο πολύ για να τακτοποιήσει τις σκέψεις της, όχι επειδή ένοιωθε κούραση, ίσα-ίσα, το αντίθετο ένιωθε κι αυτό ήταν που τη ξάφνιαζε.
     Μόλις τέλειωσε η φωτογράφιση για το πρώτο προϊόν, ένιωσε ακόμα καλύτερα, σαν να διασκέδαζε κι όχι να εργαζόταν. Μετά το δεύτερο, ακόμα πιο καλά, αλλά είχε χάσει δυο πόντους ακόμα κι αναγκάστηκε να φορέσει ψηλότερα τακούνια. Μετά το τρίτο πια, κυοφορούσε μια έκρηξη μέσα της. Δεν μπορούσε να μείνει ακίνητη για πολύ, όλο έστριβε ασυναίσθητα και ταλαιπωρούσε το φωτογράφο. Επρεπε να φύγει, να διακόψει για λίγο, να καταλάβει τι της συμβαίνει. Βγαίνοντας απο το στούντιο άρχισε να τρέχει, να πετάει σαν πουλάκι. Πήγε κατευθείαν στα γραφεία της εταιρείας, όρμησε στο γραφείο του διευθυντή και ζήτησε την άδεια να λείψει, κάτι που αυτή τη φορά δεν της αρνήθηκε, κατευχαριστημένος όπως ήταν με την επιτυχία των τελευταίων φωτογραφιών της. «Μην αργήσεις να επιστρέψεις Μαιρούλα, έχεις ρέντα και μη τη χάσεις» της είπε χαιρετώντας την, ενημερώνοντάς την παράλληλα για το πριμ που το συμβούλιο της εταιρείας είχε αποφασίσει να της δώσει. Χώρια που την προόριζαν για το «Χρυσό Κορίτσι» της χρονιάς. Την άλλη μέρα πήγε και κανόνισε τα του διαβατηρίου της, έβγαλε και εισιτήριο μετεπιστροφής για τη Χαβάη και το μεθεπόμενο απόγευμα πετούσε κιόλας.
     Από κείνο το απόγευμα χάθηκαν τα ίχνη της Μαίρης. Την αναζήτησαν ύστερα απο τρεις μήνες στο σπίτι της, τηλεφώνησαν στον πατέρα της στο χωριό, η κολλητή της έψαξε σε όλα τα γνωστά στέκια -δεν ήταν και πολλά γιατί η Μαίρη δεν πολυέβγαινε- αλλά τίποτα. Απευθύνθηκαν στην αστυνομία, εκείνη με τη σειρά της έψαξε στα πρακτορεία ταξιδίων κι έμαθε πως η κοπέλα πήγε στη Χαβάη. Πέραν τούτου ουδέν. Σαν να άνοιξε η γη και τη κατάπιε.
     Ενα χρόνο μετά την εξαφάνιση της Μαίρης, μια χαβανέζα γέννησε ένα κοριτσάκι κάτασπρο, τόσο που ο άντρας της τη παράτησε θεωρώντας ότι τον είχε απατήσει χωρίς να του το πει. Η χαβανέζα αγάπησε πολύ το πλασματάκι, παρόλο που δεν της έμοιαζε καθόλου, το θεώρησε θεόσταλτο και το βάφτισε Μαίρη για χάρη της Παναγίας. Ηταν πολύ φτωχή αλλά ήθελε να του προσφέρει ό,τι καλύτερο γινόταν, έτσι το πήγε σε ένα πρακτορείο που ζητούσε μωρούλια για φωτογράφιση. Περιττό να πούμε ότι το μωράκι Μαίρη έκανε θραύση. Ποζάριζε στο φακό με τέτοιο επαγγελματισμό, που θάλεγε κανείς πως έκανε αυτή τη δουλειά πριν ακόμα γεννηθεί.
                                                                        10/10/2005

                                         Η Εικόνα Μου

     «Κάθε εικόνα είναι κλειδωμένη. Το κλειδί της εικόνας είναι η ίδια η εικόνα. Οποιος την αναγνωρίσει μπορεί να τη ξεκλειδώσει και να εισχωρήσει εντός της».

     Μια μέρα ξύπνησα κανονικά, όπως όλες τις άλλες μέρες. Πήγα στο μπάνιο, πλύθηκα και κοίταξα στο καθρέφτη για να χτενιστώ. Ο καθρέφτης όμως δεν ανταποκρίθηκε. Εμεινε άδειος. Κοίταξα τα χέρια μου, το σώμα μου, ήταν στη θέση τους κανονικά. 'Αγγιξα το πρόσωπό μου, το ένοιωθα κάτω απ' τις ρόγες των δαχτύλων, ήταν όλα στη θέση τους.
     Ξεκρέμασα το καθρέφτη και κοίταξα από πίσω. Ναι, καθρέφτης ήταν, δεν ήταν σκέτο γυαλί. Πήγα στη τζαμόπορτα να κοίταχτώ. Ούτε εκεί φαινόταν τίποτα. Σκέτος αέρας. Ντύθηκα, φόρεσα ένα φανταχτερό φουστάνι και ξανακοίταξα τον εαυτό μου πρώτα στο καθρέφτη και μετά στο τζάμι της μπαλκονόπορτας. Το φουστάνι φαινόταν καθαρά. Το πρόσωπο και το σώμα μου ήταν ανύπαρκτα. Μυστήριο. Τραγούδησα κάτι, ν' ακούσω τη φωνή μου. Έβαλα να τη μαγνητοφωνήσω. Το κασετόφωνο έγραψε τη σιωπή του δωματίου. Η φωνή μου ακουγόταν μονάχα απο μένα. Πάλι καλά.
     Αποφάσισα να βγω στο δρόμο, να δω πώς θα μ' αντίκρυζαν οι άλλοι άνθρωποι. Πρώτα πήγα στο περίπτερο της πλατείας, να πάρω τσιγάρα κι εφημερίδα. Ο περιπτεράς με καλημέρησε όπως πάντα και μου 'δωσε τα ρέστα μαζί με τα καθημερινά μου ψώνια. Στο φούρνο τα ίδια. Πρόσεξα τη γυάλινη πόρτα του φούρνου. Εβλεπα να καθρεφτίζονται επάνω της όλοι, από μένα όμως έβλεπα μόνο το φουστάνι μου. Τι γινόταν; Μ' έβλεπαν όλοι, μόνο που δεν έβλεπα τον εαυτό μου πουθενά.
     Γύρισα σπίτι, τσίμπησα κάτι και ξάπλωσα στο καναπέ. Οταν σηκώθηκα μετά από λίγο, τα μαξιλάρια έμειναν βουλιαγμένα και το φουστάνι μου έμεινε απλωμένο πάνω του. Ξαφνιάστηκα. Το πήρα και το ξαναφόρεσα. Αισθανόμουν ένα είδος ασφάλειας μέσα σ' αυτό το ρούχο. Δε καταλάβαινα τι συμβαίνει. Είχα χάσει τον εαυτό μου; Πώς θα τον ξανάβρισκα;
     Πήγα στη μπανιέρα, τη γέμισα και βούλιαξα στο χλιαρό νερό. Ένοιωσα τα μέλη μου να διαλύονται, να γίνονται ένα με το αφρόλουτρο, να παίρνουν αφύσικα σχήματα, ένα χέρι σα στριμένο καλώδιο, ένα πόδι σα σχισμένη μπανανόφλουδα. Ολα καλυμμένα απ' τον αφρό πράσινου μήλου.
     Ξεπλύθηκα γρήγορα με παγωμένο νερό, που το ένοιωθα να τρέχει πάνω στο κορμί μου σαν ηλεκτρικό ρεύμα, απ' τη βάση του λαιμού μέχρι κάτω. Βγήκα απ' τη μπανιέρα, πήρα το μπουρνούζι μου και σκουπίστηκα καλά-καλά. Ξανακοίταξα στο καθρέφτη, τίποτα!
     Ντύθηκα -μπλούζα παντελόνι αυτή τη φορά- και πήγα στη στάση του μετρό. Κατέβηκα και στριμώχτηκα με το πλήθος για να μπω σ' ένα βαγόνι. Ένοιωθα τ' άλλα σώματα να πιέζουν το δικό μου. Κάθισα σε μια θέση. Ένοιωθα απολύτως υπαρκτή. Έρριξα μια κλεφτή ματιά στο τζάμι του βαγονιού. Είδα όλους τους επιβάτες, τα πρόσωπα, τα ρούχα τους, όλα, εκτός απ' το πρόσωπό μου. Που βρισκόμουν άραγε; Γιατί δε μπορούσα να με δω; Οι άλλοι άραγε έβλεπαν τα δικά τους πρόσωπα; Εμένα μ' έβλεπαν φαίνεται, γιατί κάποιος με ρώτησε για κάποια στάση κι άκουσε σίγουρα την απάντησή μου, μια και μ' ευχαρίστησε. Είπα και 'γώ κάτι όμορφο για το παιδάκι μιας γυναίκας κι εκείνη με κοίταξε γλυκά λέγοντας στο μικρό «πες καλημέρα στη κυρία Γιωργάκη».
     'Αρα; Τι συνέβαινε; Ποιός θα μου έλυνε αυτό το μυστήριο; Γύρισα σπίτι και τηλεφώνησα στη κολλητή μου φίλη. Γνωριζόμαστε από παιδιά και μπορούσα να της εκμυστηρευτώ τα πάντα ή σχεδόν τα πάντα. Μ' άκουσε με προσοχή και μου 'δωσε ραντεβού για να συναντηθούμε το απόγευμα σ' ένα ζαχαροπλαστείο. Ηρθε λίγο αργοπορημένη, ως συνήθως. Με κοίταξε προσεχτικά και κάθησε απέναντί μου. «Τι είναι αυτά που μου 'λεγες στο τηλέφωνο;» ρώτησε περιμένοντας μια καθησυχαστική απάντηση, πως όλα ειν' εντάξει τώρα, πως όλα ήταν της φαντασίας μου.
     'Εστρεψα το βλέμμα προς τη τζαμαρία του καταστήματος, πάλι δεν έβλεπα τίποτ' από μένα εκτός απ' τα ρούχα μου, της το είπα και με κοίταξε ερωτηματικά, σα να σκεφτόταν πως, πάει, τρελλάθηκα... Μου είπε μια φράση-κλειδί: «Μήπως σταμάτησες να υπάρχεις για σένα; Μήπως υπάρχεις μόνο για τους άλλους;» Αποχαιρετιστήκαμε κι ένοιωσα καθαρά το φιλί της στο μάγουλό μου και το μάγουλό της στα χείλη μου. Επιστρέφοντας στο σπίτι τα λόγια της τριβέλιζαν το νου μου. Μήπως;
     Πήρα ένα αγαπημένο βιβλίο και ξάπλωσα. 'Εβαλα την αγαπημένη μουσική και με πήρε ο ύπνος, σχεδόν ευτυχισμένη. Το άλλο πρωί ξύπνησα, σηκώθηκα και ξεκίνησα τη μέρα κάνοντας τις συνηθισμένες μου κινήσεις. Ο καθρέφτης ανταποκρίθηκε στο κοίταγμά μου. Ημουν ολόκληρη μέσα του! Εβγαλα ένα στεναγμό ανακούφισης. Αχ! Υπήρχα πραγματικά, υπήρχα!
                                                         (Ημερολόγιο Κρήτης, 09/08/2002)

ΠΑΡΑΜΥΘΑΚΙΑ:

"Θά 'ρθει και πάλι,
              και πάλι θα φύγει.
Η σκιά της ελπίδας
θα φωτίσει και θα χαθεί.
Σαν αστραπή.
Για πάντα.
Σαν σκοτεινή αστραπή.
Πόσο μαύρα είναι όλα
"!

                           1) Η Ελπίδα Μοιράζεται Δωρεάν
              
     Κάποτε, σε μια χλωμή χώρα, όπου όλα ήταν κιτρινισμένα, απ' τον ουρανό μέχρι τα δέντρα και τα λουλούδια, τις λίμνες και τα ποτάμια, τη θάλασσα και τα χλωμά πρόσωπα των ανθρώπων, υπήρχε ένα μικρό κι ασήμαντο χωριουδάκι. Στη μέση της πλατείας του μικρού χωριού βρισκόταν ένα μαγαζάκι με μιά μεγάλη ταμπέλλα που έγραφε με ξεθωριασμένα γράμματα: "ΕΔΩ ΠΩΛΕΙΤΑΙ ΕΛΠΙΣ".
     Μιά μικρή κοπέλλα ξεπρόβαλε από ένα στενό δρομάκι μαντηλοδεμένη και το πλησίασε διστακτικά. 'Ανοιξε την πόρτα του μαγαζιού. Οι μεντεσέδες της έτριξαν μ' ένα διαπεραστικό ήχο, γιατί ήταν εδώ και πολύ καιρό αχρησιμοποίητη. Μέσα στο μαγαζί, πίσω από 'να σκωροφαγωμένο πρασινωπό πάγκο, κάθονταν ένας γέρος και μιά γριά. Η μικρή κοπέλλα μίλησε:
 -"Λίγη ελπίδα, παρακαλώ".
 -"Λυπάμαι, μόλις μάς τελείωσε".
 -"Γιατί λυπάστε; Επειδή δεν έχετε να μού δώσετε";
 -"Οχι, επειδή δεν κρατήσαμε ούτε για μάς".
 -"Ευχαριστώ, θα πάω αλλού".
 -"Μή κάνετε τον κόπο. Πουθενά δεν πωλείται πλέον".
 -"Κι όμως. Ελπίζω να βρώ λίγη κάπου".
 -"Αν σας περισσεύει δεσποινίς, δώστε μας λίγη από τη δική σας".
 -"Ευχαρίστως. Ελάτε να ψάξουμε μαζί".

     Σιγά - σιγά, ένα μικρό πλήθος ακολουθούσε τη μικρή κοπέλλα που έψαχνε ν' αγοράσει λίγη ελπίδα. Το περίεργο είναι πως η ίδια δεν είχε καταλάβει ότι όχι μόνο δεν της έλειπε, αλλά είχε τεράστιο απόθεμα, που το μοίραζε απλόχερα σε όσους την ακολουθούσαν. Ετσι, απόχτησε οπαδούς. 'Αρχισαν να περπατάνε μέσα από δάση, πόλεις, λιβάδια και χωριά, χωρίς τροφή, χωρίς ύπνο, χωρίς νερό: Η ελπίδα της μικρής κοπέλλας τους έτρεφε.
     Μετά από μερικές ημέρες έφτασαν μπροστά σ’ ένα πανύψηλο τοίχο. Εκεί σταμάτησαν. Ο τοίχος ήταν κάτασπρος, σαν τεράστια παγοκολόνα. Ήταν και παγωμένος. Η μικρή κοπέλλα ακούμπησε το χεράκι της στο κέντρο του τοίχου, μα το τράβηξε απότομα, μη παγώσει.
 -"Αχ"! Έκανε κατάπληκτη. "Ελάτε", φώναξε, "ελάτε! Ελάτε, ν' αχνίσουμε όλοι μαζί με τα χνώτα μας"!
     Πλησίασαν όλοι κι άρχισαν ν΄αχνίζουν "χού-χού" με τα χνώτα τους, εκεί, στη μέση του τοίχου. Ο τοίχος άρχισε να βαθουλώνει και να στάζει. Ήταν πραγματικά μιά τεράστια παγοκολόνα! Οταν άνοιξε μιά μικρή τρύπα, μετά από χιλιάδες καυτές ανάσες, πέρασε από μέσα της η μυρωδιά της Ανοιξης. Τότε, μόλις οι άνθρωποι τη μύρισαν, συνέχισαν ν' αχνίζουν τον τοίχο με ξέφρενη χαρά, όλοι μαζί. Τα μάτια τους έλαμπαν, τα πρόσωπά τους είχαν στρογγυλέψει, τα χλωμά τους μάγουλα απόχτησαν χρώμα. Κάποτε, δεν μπορώ να υπολογίσω πότε ακριβώς, άνοιξε ένα μεγάλο πέρασμα στον τοίχο. Η μικρή κοπέλλα γύρισε, τους κοίταξε όλους προσεκτικά και τους είπε:
 -"Μέχρι τώρα δουλέψαμε όλοι μαζί για να τρυπήσουμε τον τοίχο. Τώρα, πρέπει να προσέξουμε. Ένας-ένας να περάσουμε, να μη χαλάσουμε το αποτέλεσμα της προσπάθειάς μας". Στάθηκε στο πλάϊ επιβλέποντας να μη χαλάσει το άνοιγμα, απ' όπου περνούσαν όλοι προσεκτικά, ένας-ένας. Μα σιγά-σιγά, το πέρασμα μίκραινε, στένευε.
     Η μικρή κοπέλλα εκλιπαρούσε να συνεχίσουν να το αχνίζουν με τα χνώτα τους περνώντας το, οι άνθρωποι όμως δεν της έδιναν πιά σημασία κι απλώς περνούσαν βιαστικοί για να φτάσουν γρηγορότερα, ν' αγγίξουν την 'Ανοιξη. Ευτυχώς δεν ήταν και τόσοι πολλοί, έτσι η μκρή κοπέλλα πρόλαβε να περάσει κι εκείνη, τελευταία. Αυτό που αντίκρυσε περνώντας ήταν ένα τεράστιο ανθισμένο λιβάδι, όσο έπιανε το μάτι, γεμάτο χαρούμενους ανθρώπους, που χόρευαν και τραγουδούσαν.
     Χωρίστηκαν σε ομάδες και άρχισαν να χτίζουν τα σπίτια τους. Η μικρή κοπέλλα έχτισε ένα μικρό μαγαζάκι κι έβαλε μιά μεγάλη ταμπέλλα που έγραφε: "ΕΔΩ Η ΕΛΠΙΔΑ ΜΟΙΡΑΖΕΤΑΙ ΔΩΡΕΑΝ".
     Πιστεύω πως θα περάσουν πολλά χρόνια για να χρειαστεί κάποιος σ' αυτόν τον τόπο να γυρέψει ελπίδα. Ο καθένας έχει μπόλικη στην ψυχή του. Κι όσο τη μοιράζεται με τους άλλους, όσο τη χαρίζει, η ελπίδα θα περισσεύει.

                                2) Ο Πέτρος Κι Η Γοργόνα

     Μιά φορά κι έναν καιρό ένας νεαρός βοσκός, που τον έλεγαν Πέτρο, ζούσε σ' έναν όμορφο τόπο, με δροσερό χορτάρι που μοσχομύριζε και με πανύψηλα σκιερά δέντρα. Είχε ένα κοπάδι από διακόσια πρόβατα, άλλα άσπρα κι άλλα μαύρα, άλλα αρσενικά κι άλλα θηλυκά. Τα κριάρια είχαν κρεμασμένη μιά μεγάλη κουδούνα στο λαιμό τους, που ακουγόταν από μακρυά, κι όλα τ' άλλα πρόβατα, οι προβατίνες και τ' αρνάκια είχαν από ένα μικρό κουδουνάκι.
     Η πέτρινη στάνη, όπου έβρισκαν καταφύγιο τα προβατάκια του το χειμώνα, ήταν δίπλα σ' ένα μεγάλο λιβάδι με πλούσια βλάστηση. Το καλοκαίρι όμως, ο Πέτρος ανέβαζε το κοπάδι ψηλά, στο βουνό, για να μη ζεσταίνονται τα πρόβατα. Εκεί δεν είχαν ανάγκη από στάνη γιατί στάλιαζαν κάτω από ένα μεγάλο δέντρο, δηλαδή έσκυβαν το ένα δίπλα στ' άλλο τα κεφαλάκια τους και έτσι δροσίζονταν στη σκιά. Στο τέλος της Ανοιξης και στην αρχή του Φθινοπώρου ο Πέτρος κατέβαζε το κοπάδι του στην παραλία, για να γλύψουν αλάτι τα πρόβατα και να κάνουν νόστιμο γάλα.
     Θα ήταν στο τέλος του Μάη τότε που ο Πέτρος κατέβασε το κοπάδι στο γιαλό και, περιμένοντας να ευχαριστηθούν τα πρόβατά του το αλάτι, ξάπλωσε στη σκιά ενός δέντρου για να ξεκουραστεί και τον πήρε ο ύπνος.
     Στα βαθειά νερά της θάλασσας ζούνε οι γοργόνες και οι τρίτωνες κι ένα σωρό παράξενα ζώα και ξωτικά με πολύχρωμες ψαρίσιες ουρές και σγουρά μαλλιά σ' όλα τα χρώματα. Μονάχα οι γοργόνες μπορούν ν' αποκτήσουν πόδια για λίγο και να περπατήσουν στη στεριά όταν ψυθιρίσουν από μέσα τους για πενήντα φορές συνέχεια και χωρίς το παραμικρό λάθος την ευχή:

                                "Φουσκαλοτσιρόψαρο
                                  και τσιτσιροβλάσταρο
                                  από φύκια κι αχινούς
                                  στρειδομυδοπεταλίδα
                                  κι αρμυρικομάλαμα
                                  πάρ' τα λέπια δώσ' μου πόδια
                                  και σου δίνω τη μιλιά μου
                                  μέχρι να ξαναγυρίσω
                                  στο νερό να κολυμπήσω
"!

     Αν έλεγαν και την παραμικρή λεξούλα όσο βρίσκονταν στη στεριά, δεν μπορούσαν πια να ξαναποκτήσουν την ψαρίσια τους ουρά και να ξαναγυρίσουν στη θάλασσα κι έμεναν πλέον για πάντα στη στεριά. Ηταν λοιπόν πολύ επικίνδυνο για μιά γοργόνα ν' αποτολμήσει να πεί την ευχή αυτή.
     Στα βαθειά νερά της θάλασσας ζούσε με την οικογένειά της κι η Μελανία, μιά πεντάμορφη καθαρομελάχροινη γοργόνα με κατάμαυρα μαλλιά και κάτασπρο δέρμα σα μαργαριτάρι. Η γοργόνα είχε δεί το παληκάρι και την προηγούμενη χρονιά να σαλαγάει το κοπάδι στην ακτή και της είχε κάνει εντύπωση το παράστημα και η λεβεντιά του. Τόλμησε λοιπόν μιά μέρα να ψυθιρίσει για χάρη του πενήντα φορές συνέχεια την ευχή χωρίς κανένα λάθος, παρακαλώντας μ' όλη της την ψυχή ν' αποκτήσει για λίγο πόδια, για να μπορέσει να βγεί στη στεριά να το δεί κι από κοντά.
     Ετσι κι έγινε. Η γοργόνα βγήκε στη στεριά σαν μιά πεντάμορφη κοπέλα και πλησίασε το δέντρο, όπου στη σκιά του κοιμόταν το παληκάρι. Μόλις είδε η Μελανία τον Πέτρο, τον ερωτεύτηκε αμέσως. Της ξέφυγε μιά μικρή κραυγή θαυμασμού κι ο Πέτρος ξύπνησε απότομα κι είδε να σκύβει πάνω του μιά θεόγυμνη πεντάμορφη κοπέλα! Τινάχτηκε στη στιγμή και πρόλαβε να την αρπάξει απ' τα μαλλιά.
 -"Ποιά είσαι και τί ζητάς από μένα"; Ρώτησε το παλληκάρι.
     Η γοργόνα δε μιλούσε, γιατί αν μιλούσε δε θα μπορούσε πλέον να ξαναγυρίσει στο νερό. Θα έχανε την όμορφη πολύχρωμη ουρά της για πάντα.
Ο Πέτρος όμως της πίεζε το χέρι τόσο πολύ και την κοίταζε βαθειά με το αστραφτερό γαλάζιο του βλέμμα, που η γοργόνα το παρομοίασε μέσα της με όλες τις θάλασσες του κόσμου. Ετσι, δεν μπόρεσε ν' αντισταθεί και του ψυθίρισε την ιστορία της. Συγκινήθηκε πολύ ο νεαρός βοσκός και της ζήτησε να τον παντρευτεί. Η γοργόνα δέχτηκε αμέσως και, μετά από ωρισμένες διατυπώσεις, έγινε ο γάμος. Εκαναν και πολλά παιδιά, πέντε αγόρια και πέντε κορίτσια και ζούσαν τρισευτυχισμένοι με τα πρόβατά τους.
     Κάθε φορά όμως που κατέβαιναν στην παραλία η γυναίκα, που δεν ήταν πιά γοργόνα, μελαγχολούσε κοιτάζοντας την απεραντωσύνη της θάλασσας και τραγούδαγε ένα λυπητερό τραγούδι. Μιά, δυό, τρείς, δεκατρείς φορές έκλαψε η γυναίκα, την επόμενη φορά την άκουσε ο άντρας της.
 -"Τί έχεις γυναίκα μου και κλαίς"; Τη ρώτησε αγκαλιάζοντάς την.
 -"Τί να 'χω άντρα μου; Στενοχωριέμαι που δε βλέπω τους γονείς και τ' αδέλφια μου, δε βλέπω όλους όσους άφησα εκεί, στα βαθειά νερά της θάλασσας".
 -"Γι αυτό μου στενοχωριέσαι και κλαίς; Περίμενε και θα δείς"! Είπε ο Πέτρος και παράγγειλε αμέσως ένα γερό σκαρί, ένα ωραίο καϊκάκι με πανί. Σε λίγες μέρες όλη η οικογένεια του βοσκού και της γοργόνας μπήκε στο καϊκάκι, αφού το φόρτωσε με λογής λογής λιχουδιές και νόστιμους μεζέδες.
     Οταν έφτασαν στ' ανοιχτά, η γυναίκα, που δεν ήταν πιά γοργόνα, άρχισε να τραγουδάει το λυπητερό σκοπό της ξανά και ξανά. Δεν πέρασε και πολλή ώρα και να! Μαζεύτηκαν γύρω απ' το καίκι όλοι οι συγγενείς κι οι παλιοί της φίλοι. Ο μπαμπάς και η μανούλα της, τ' αδελφάκια της, τ' ανήψια κι οι φιλενάδες της. Μπλούμ! Η Μελανία έπεσε στο νερό και κολυμπούσε μαζί τους. Φώναξε και τα παιδιά και τον άντρα της κι έπεσαν όλοι στο νερό, γνωρίστηκαν μεταξύ τους και κολυμπούσαν όλοι μαζί.
     Ο παπούς Τρίτωνας αγκάλιασε τα εγγονάκια του και τα μάθαινε κόλπα για να κολυμπούν γρήγορα και να κάνουν μακροβούτια. Η γιαγιά η Γοργόνα τους έδειχνε τρόπους, να μαζεύουν γρήγορα πεταλίδες χωρίς μαχαίρι και να τσακώνουν αχινούς χωρίς να τραυματίζονται απ' τ' αγκάθια τους. Μετά, κατέβασαν απ' το καϊκάκι ταψιά με τυρόπιτες και σπανακόπιτες, μεζεδάκια, τυριά και σαλατικά, γλυκά και τούρτες με μπόλικη σαντιγύ και σοκολάτα, έφεραν και οι θαλασσινοί γαριδοσαλάτες, πίνες, μύδια κι αχινούς κι έκαναν ένα αξέχαστο τσιμπούσι!
     Ο ήλιος κόντευε να βασιλέψει, άρχισε πιά να βραδιάζει και δεν έλεγαν να σταματήσουν τα γέλια και τα χαχανητά. Τότε μίλησε ο πατέρας της Μελανίας, και πρότεινε να μαζεύονται εκεί κάθε χρόνο, να γλεντάνε και να λένε τα νέα τους. Συμφώνησαν όλοι χωρίς δισταγμό, φιλήθηκαν και αποχαιρετίστηκαν με χαρά, περιμένοντας το αντάμωμα της επόμενης χρονιάς. Ο Πέτρος, η Μελανία και τα πεντάμορφα παιδάκια τους ανέβηκαν στο καϊκάκι κι έβαλαν πλώρη για την ακτή, ενώ οι θαλασσινοί συγγενείς τους τους αποχαιρετούσαν κουνώντας τα χέρια και τις ψαρίσιες ουρές τους!
     Οταν γύρισαν στο καλυβάκι τους, η γυναίκα, χωρίς να στενοχωριέται καθόλου που δεν ήταν πιά γοργόνα, αγκάλιασε τον άντρα της πλέοντας σε πελάγη ευτυχίας και του έδωσε το πιό γλυκό φιλί του κόσμου!

                                      3) Το Σιδεροσκούληκο

     Εχετε διαβάσει σίγουρα κάποιες ιστορίες, όπου κάποια κοπέλλα ή νεαρός φοράει σιδερένια παπούτσια και παίρνει δρόμο και φτάνει να λυώνει ίσαμε και τρία ζευγάρια απ’ αυτά. Τώρα, πώς γίνεται να λυώνουν τα σιδερένια παπούτσια, είναι μια άλλη ιστορία που θα την πούμε εδώ πέρα.
     Για όλα φταίει το σιδεροσκούληκο. Το σιδεροσκούληκο είναι ένα φοβερό σκουλήκι τόσο δα μικρό. Μια σταλιά κι όμως κάνει τόσο μεγάλη ζημιά. Χώνεται που λέτε μέσα στο σίδερο και το μασάει αργά αργά -δε βιάζεται καθόλου- το σίδερο δε μπορεί ν' αντισταθεί και φεύγει. Ξεκολλάει φλούδες φλούδες, σα να ξεφλουδίζεται δηλαδή. Λεπταίνει το πάχος του, αδυνατίζει και στο τέλος τρυπάει και πάει... λυώνει κανονικά.
     Μια φορά ήταν ένας άρχοντας πλούσιος και τρομερός. Είχε στην κατοχή του πολλά χτήματα και δάση και ολόκληρα βουνά. Είχε μια λίμνη, ένα κομμάτι θάλασσα και δυό πανέμορφα ποτάμια πότιζαν με το νερό τους τα λιβάδια του. Οι χωρικοί όμως που ζούσαν κάτω απ' τις διαταγές του ήταν πολύ στενοχωρημένοι επειδή ο άρχοντας είχε μια καρδιά πολύ σκληρή, από σίδερο ήταν φτιαγμένη.
     Το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να κοιτάζει τους λογαριασμούς του. Καθόταν απ' το πρωί ως το βράδυ και μελετούσε λογαριασμούς. Πόσο μεγάλο ήταν κάθε χωράφι και πόσο καρπό έπρεπε να παράγει, τίποτ' άλλο δεν τον ενδιέφερε. Ζητούσε απο τους χωρικούς να παραδίνουν το σωστό καρπό, -σύμφωνα με τους λογαριασμούς του σωστό βέβαια- χωρίς να λαβαίνει υπ' όψη του τις καιρικές συνθήκες, το κουρασμένο χώμα που δεν άντεχε απανωτές σπορές, τις ακρίδες που κατά καιρούς έπεφταν στο βιός του. Οποιος δεν έφερνε τη "σωστή" ποσότητα καρπού έπρεπε να φάει σαράντα βουρδουλιές στην κατακαημένη του πλάτη και να κόψει απ' το φαγητό της οικογένειάς του μια μερίδα την ημέρα.
     Οι χωρικοί είχαν απελπιστεί, πεινούσαν κι αυτοί και τα παιδιά τους, τα ρούχα τους είχαν γίνει κουρέλια. Ν' αντισταθούν στον άρχοντα δεν υπήρχε ελπίδα, επειδή είχε ένα φοβερό στρατό με στρατιώτες που ήταν εξοπλισμένοι σαν αστακοί. Το στρατό του τον πρόσεχε πολύ ο άρχοντας. 'Αστραφταν οι φορεσιές από πάστρα, καλογυαλισμένα κουμπιά στις στολές και τα ολοκαίνουργια όπλα των στρατιωτών ήταν τελευταίας τεχνολογίας και καλολαδωμένα. Βέλη και φαρέτρες και ασπίδες, όλα εξαιρετικά, φερμένα απο τη Βενετιά. Οι πανοπλίες απο το Τολέδο καθώς και τα σπαθιά και τα κοντομάνικα μαχαίρια.
     Που να κουνηθούν οι χωρικοί... Εβλεπαν τα παιδιά τους να ξενητεύονται μόλις πατούσαν τα δεκάξι και σιγόκλαιγαν οι μανάδες κι οι πατεράδες, που αναγκαστικά έμεναν πίσω. Είδε ο άρχοντας πως έφευγε σιγά σιγά ο λαός του κι αντί να κάτσει να σκεφτεί το γιατί, έβγαλε μια διαταγή να κλείσουν τα σύνορα. Μόνο θα έμπαιναν στη χώρα του, κανείς δεν επιτρεπόταν να φύγει. Ποιός όμως νά 'ρθει σ' αυτή την κακομοιριασμένη χώρα; Οπου γυρνούσε το μάτι, φτώχεια και δυστυχία. Μόνο στους στρατώνες και στον πύργο του άρχοντα υπήρχε κάτι που θα μπορούσε να ονομαστεί χαρά. Οι κουζίνες μοσχομύριζαν ψητά κρέατα και γλυκά και φαγιά καλομαγειρεμένα. Μόνο εκεί υπήρχαν όμορφα ρούχα και στολές λαμπερές. Στους δρόμους και στα χωράφια κυκλοφορούσε μια σκέτη κουρελαρία από πεινασμένους ξερακιανούς ανθρώπους που σερνόντουσαν κυριολεκτικά.
     Μια μέρα όμως ξημέρωσε κι έφεξε ο τόπος. Ηρθε μια πεντάμορφη κοπέλα, που ήταν κόρη κάποιου χωρικού. Ελειπε πολύ καιρό, είχε πάει σε μια θειά της από τα πέντε της χρόνια, πεθύμησε όμως μεγαλώνοντας να δει ξανά τους δικούς της κι έτσι γύρισε στη χώρα του άρχοντα. Η μάνα της είχε πεθάνει κι ο πατέρας της δε χάρηκε καθόλου που την είδε επειδή σκέφτηκε το κακό που την περίμενε, τη φτώχεια και την πείνα. Η κοπέλα παραξενεύτηκε που ο ίδιος της ο πατερούλης έκλαιγε σφίγγοντάς τη στην αγκαλιά του και τονε ρώτησε:
 -"Γιατί πατέρα μου κλαίς; Δε χαίρεσαι που γύρισα κοντά σου";
 -"Τι να χαρώ κορούλα μου; Δε βλέπεις τι γίνεται 'δώ πέρα; Μαύρη δυστυχία μας έχει πλακώσει μ' αυτό τον άρχοντα το σκληρόκαρδο".
 -"'Ασε πατέρα να το σκεφτώ. Εχω μια ιδέα, να δω πως μπορώ να τη βάλω σ' εφαρμογή".
    
Ετσι είπε η κοπέλα και, αφού έφαγε μια μπουκιά φαί, έπεσε να ξεκουραστεί, να κοιμηθεί για να σκεφτεί καλύτερα. Ετσι γίνεται συνήθως. Οταν βάζουμε μια ιδέα στο νου μας πρέπει να την "κοιμηθούμε". Να κοιμηθούμε μαζί της δηλαδή, για να μπορέσει να μπει σε τάξη και το πρωί να ξυπνήσουμε μ' ένα σχέδιο ολοκληρωμένο στο μυαλό μας. Ας πούμε πως το κάνουμε με τα μαθήματά μας. Διαβάζουμε το βράδυ και κοιμόμαστε νωρίς μ' αυτά στο νου και το πρωί ξυπνάμε με φρέσκο μυαλό και μ' όλα τα μαθήματα στη θέση τους κι είμαστε στο σχολείο ξεφτέρια! Ετσι κι η κοπέλα. Κοιμήθηκε νωρίς και το πρωί ξύπνησε πολύ χαρούμενη κι είπε του πατέρα της:
 -"Πατέρα βάλε μου να πιω λίγο γάλα και δώσε μου μια γαβάθα να την πάω στον άρχοντα".
 -"Μετά χαράς κόρη μου".
    
Εβαλε ο γέρο-πατέρας γάλα να πιεί η κόρη του, γέμισε και μια γαβάθα για τον άρχοντα. Ηπιε η κοπέλα το γάλα, ντύθηκε, στολίστηκε, ροδομάγουλη και γελαστή, ξεκίνησε για τον πύργο. Οι στρατιώτες που την έβλεπαν τη χαιρετούσαν κι άνθιζε η ψυχή τους με τ' όμορφο χαμόγελό της κι ούτε που σκέφτηκε κανείς τους να τη ρωτήσει από που έρχεται και που πηγαίνει. Φτάνει που περνούσε ανάμεσά τους και τους δρόσιζε με την παρουσία της. Φτάνει κάποια στιγμή η κοπέλα στο παραπόρτι του πύργου. Εκεί στεκόταν ένας στρατιώτης άγριος μ' ένα σκύλαρο δίπλα του.
 -"Ποιά είσαι και τι ζητάς στον πύργο του άρχοντα";
 -"Μια κοπέλα είμαι και του φέρνω γάλα φρέσκο απο την προβατίνα μου".
 -"Καλά, άντε πέρασε"
! Της απάντησε κεραυνοβολημένος κι αυτός απο το γλυκό της χαμόγελο.
     Μια και δυο λοιπόν, άρχισε η κοπέλα ν' ανεβαίνει τα σκαλιά μέχρι που 'φτασε στη κάμαρη του πύργου, που καθόταν ο άρχοντας τριγυρισμένος απ' τους λογαριασμούς του. Χαρτιά και χαρτάκια ένα γύρω κι αυτός στη μέση να λογαριάζει ξανά και ξανά. Η κοπέλα χτύπησε την πόρτα. Τακ-τακ-τακ. Σήκωσε ο άρχοντας ξαφνιασμένος το κεφάλι του, την κοίταξε και τη ρώτησε:
 -"Ποιά είσαι και τι θέλεις εσύ εδώ πέρα";
 -"Είμαι μια κόρη που γύρισα απ' την ξενητειά κι έφερα φρέσκο γάλα να το πιεί η αφεντιά σου να συχωρνάει τη μανούλα μου την αποθαμένη".
 -"'Αντε, φέρτο να το πιώ. Μμμμ καιρό έχω να πιώ τόσο νόστιμο γάλα"
! Είπε ο άρχοντας κι άδειασε τη γαβάθα μονορούφι.
     Του άρεσε τόσο πολύ και το γάλα μα κι η χαριτωμένη, χαμογελαστή κοπέλα, που ζήτησε να του ξαναφέρει γάλα και το επόμενο πρωί. Εφυγε πετώντας η κόρη του χωρικού και γύρισε στο ταπεινό καλυβάκι της. Ελουσε τα λαμπερά μαλλάκια της που χρύσιζαν στον ήλιο κι άρχισε το τραγούδι. Την άκουσε ο γερο-πατέρας γυρίζοντας απ' το χωράφι και τη ρώτησε:
 -"Τί τραγουδάς κορούλα μου; Τραγουδάς τη μιζέρια μας; Τραγουδάς τη φτώχεια και την κακομοιριά μας";
 -"Οχι, πατερούλη μου. Τραγουδάω όλα τα καλά του κόσμου που θά 'ρθουν στο φτωχικό μας. Τραγουδάω όλα τα καλά το κόσμου που θά 'ρθουν στη χώρα μας, σε όλους τους ανθρώπους, σ' όλες τις οικογένειες".

     "Πάει, τρελλάθηκε το κοριτσάκι μου", σκέφτηκε ο γέρο-χωρικός και φοβήθηκε να της ξαναμιλήσει. Ετσι είναι. Αν δούμε κάποιον που διαφέρει κάπως από μας, φοβόμαστε. 'Αμα κάποιος λέει τα πράγματα διαφορετικά από μας, αντί να προσπαθήσουμε να τον καταλάβουμε, φοβόμαστε και πάλι. Ετσι είμαστε εμείς οι άνθρωποι. Από την άλλη μεριά πάλι, θέλουμε να μας καταλαβαίνουν όλοι χωρίς να τους εξηγούμε τα δικά μας λόγια. Μυστήρια η ψυχή κι ο νους του ανθρώπου. Ετσι είναι όμως και μονάχα αν θέλουμε εμείς οι ίδιοι μπορεί ν' αλλάξει κάποτε αυτό.
     Η κοπέλα δεν είχε τρελλαθεί. Καθόλου μάλιστα. Είχε το σχέδιό της. Για να φτάσει απ' τη μακρινή χώρα της θειάς της είχε λυώσει δυό ζευγάρια σιδερένια παπούτσια. Σκέφτηκε λοιπόν να βάλει ένα σιδεροσκούληκο μέσα στο γάλα που έπινε ο άρχοντας, για να λυώσει σιγά-σιγά το σίδερο που κρατούσε φυλακισμένη την καρδιά του. Απλό πράγμα και πως δεν τό 'χε σκεφτεί κανείς μέχρι τότε; Συνέχισε να του πηγαίνει μια γαβάθα γάλα κάθε πρωί κι ο άρχοντας τό 'πινε με μεγάλη ευχαρίστηση.
     Πέρασαν ένας μήνας, δυο μήνες, στους τρείς μήνες απάνω, ο άρχοντας είπε ν' αφήσει για λίγο τους λογαριασμούς του και να κάνει μια βόλτα με τ' άλογο στα χωράφια του. Εκεί είδε χωρικούς αδύνατους να σέρνουν με κόπο τα εργαλεία για να σκάψουν και να σπείρουν. Είδε κουρελιασμένα ρούχα και καπέλα ξεσκισμένα. Είδε χωράφια αραιοφυτεμένα σαν του σπανού τα γένια. Ξέρετε πως είναι του σπανού τα γένια, ε; Μια τρίχα φυτρώνει εδώ κι η άλλη δυό δάχτυλα πιο πέρα. Ετσι και τα χωράφια απ' το πολύ δούλεμα. Ένα φυτό εδώ και τ' άλλο ένα μέτρο πάρα πέρα. Ετσι ακριβώς που σας το λέω. Απόρησε ο άρχοντας. Πήγε κοντά σ' ένα γεροντάκο και τονε ρώτησε:
 -"Τί συμβαίνει γέρο μου στα χωράφια μου; Και γιατί οι άνθρωποι είναι τόσο συφοριασμένοι; Επεσε λιμός και δε μού 'πατε τίποτα; Γιατί";
 -"Τί να σου πω άρχοντά μου! Δε συμβαίνει κάτι που να μη το ξέρεις. Τόσες φορές ερχόμαστε στον πύργο σου και σου λέμε κάθε φορά τι γίνεται κι εσύ, χωμένος στους λογαριασμούς σου, ούτε μας δίνεις σημασία, μόνο όλο ζητάς και ζητάς..."

     Ο γέρο-χωρικός αυτός, μίλησε έτσι θαρρετά επειδή ήταν πολύ γέρος και δεν είχε τι να φοβηθεί. Ετσι κι αλλοιώς ο θάνατος τον περίμενε. Όπου νά 'ναι θά 'φηνε το μάταιο τούτο κόσμο για να πάει στον άλλο, χωρίς τη μεσολάβηση κανενός, ούτε και του άρχοντα. Προχώρησε ο άρχοντας να πάει παρακάτω να δει κι άλλα, να δει τι συμβαίνει στη χώρα του. Πήγε προς τα βοσκοτόπια. Κάπου εκεί κοντά ήταν κι η κοπέλα που είχε έρθει να ταΐσει τα προβατάκια της. Μόλις τη βλέπει ο άρχοντας πάει προς το μέρος της και της λέει:
 -"Τα 'ξερες όλα τούτα που συμβαίνουν στη χώρα μου; Γιατί δε μού 'πες τίποτα";
 -"Τί να σου πω άρχοντά μου; Τόσα χρόνια σου λένε και σου λένε, μα 'συ είχες το νου σου, στις τιμωρίες και στα όπλα. Εδώ οι άνθρωποι πεινάνε, η γη έχει αγριέψει και ζητάει να ξεκουραστεί λιγάκι. Δες το και μόνος σου. Μαύρη φτώχεια και δυστυχία βασιλεύει κι η εξουσία σου χωρίς γη κι υπηκόους τι θα γίνει; Θα σβήσει".
    
Η κοπέλα μίλησε έτσι επειδή κατάλαβε πως το σιδεροσκούληκο είχε κάνει τη δουλειά του στην καρδιά του άρχοντα. Αν σ' ένα χρόνο τρώει ένα ζευγάρι σιδερένια παπούτσια, δε θα φάει το σίδερο της καρδιάς πάνω στο τρίμηνο; Τί λέτε κι εσείς, ε; Δε φοβότανε λοιπόν μη τη τιμωρήσει ο άρχοντας και μίλησε κι αυτή θαρρετά σαν το γέρο-χωρικό αλλά γι άλλο λόγο. Ο άρχοντας την έβαλε πάνω στ' άλογό του και κίνησαν να δούνε όλα όσα συνέβαιναν στη χώρα του. Οσο προχωρούσε, τόσο το χαμόγελο έσβηνε απ' τα χείλη του μέχρι που έγινε σκυθρωπός και φτάνοντας στον πύργο έβαλε τα κλάμματα στον ώμο της κοπέλας, λέγοντάς της:
 -"Αχ! Τί ανόητος που ήμουνα! Θα με συχωρέσεις ποτέ; Ντρέπομαι που το λέω αλλά δεν τολμώ ν' αντικρύσω το πρόσωπό σου, φοβάμαι να σου ζητήσω να μου χαμογελάσεις ξανά. Αναρωτιέμαι αν υπάρχει γιατρειά για όλο αυτό το κακό..."
 -"Και βέβαια υπάρχει γιατρειά άρχοντά μου! Μη στενοχωριέσαι κι όλα θα γίνουν όμορφα, όπως πριν απο χρόνια. Πάμε στην κάμαρή σου να σου εξηγήσω".
    
Πήγαν στην κάμαρη κι εκεί η κοπέλα μάζεψε όλους τους λογαριασμούς και τους έριξε στη φωτιά. Πήγε μετά στη κουζίνα και παράγγειλε ένα ζεστό ρόφημα για να πιούνε με τον άρχοντα. Οταν ήρθε το ρόφημα, πίνοντας γουλιά-γουλιά του διηγήθηκε την ιστορία της γης, που θέλει που και που να ξεκουράζεται, του διηγήθηκε την ιστορία του ανθρώπου, που ζητάει που και που τη χαρά για να ζεσταίνει την ψυχούλα του. Ετσι είν' ο άνθρωπος. Μπορεί να ζεί χωρίς ψωμί άμα βρίσκει λίγη χαρά, αλλά χωρίς ψωμί και χωρίς χαρά η ζωή του περνάει γρήγορα, φεύγει και δεν ξανάρχεται. Του διηγήθηκε την ιστορία του χαμόγελου που ανθίζει σε χείλη που δεν έχουν μαραθεί απ' τη στέρηση και τη στενοχώρια κι άλλες πολλές ιστορίες. Ο άρχοντας απόρησε:
 -"Πώς όμως εσύ κοπέλα μου ήσουνα χαμογελαστή";
 -"Ημουνα χαμογελαστή άρχοντά μου, επειδή είχα χρόνια να δω τον πατέρα μου και τον είδα. Ημουνα χαμογελαστή γιατί είχα ενα καλό σκοπό στη ζωή μου, να σώσω εσένα και τη χώρα μας από το κακό".
     Εκεί πάνω του διηγήθηκε και την ιστορία με το σιδεροσκούληκο. Ο άρχοντας έβαλε τα γέλια και στρώθηκε στη δουλειά. Φώναξε και του φέραν ένα μεγάλο κομμάτι χαρτί, όπου έγραψε καινούργιο νόμο για να είναι πάντα η χώρα του ευτυχισμένη. Ενα Νόμο για την ξεκούραση της γης, ένα Νόμο για τη χαρά των ανθρώπων, ένα Νόμο για το στρατό του, να είναι δηλαδή στρατός που πολεμάει μόνο τον εχθρό κι όχι τους δικούς του υπηκόους. Στο τέλος έβαλε την υπογραφή του και από κάτω έγραψε να είναι η κοπέλα αυτή -που τη λέγαν Αβρακόμη- η πρώτη συμβουλατόρισσά του κι άμα πεθάνει, να γίνει κληρονόμος της περιουσίας του.
     Η Αβρακόμη δε συμφώνησε με τον τελευταίο όρο και σα συμβουλατόρισσα που ήταν τον άλλαξε κι έβαλε τον άρχοντα να γράψει πως, μετά το θάνατό του, κληρονόμοι θα ήταν όλοι οι κάτοικοι της χώρας του. Ετσι κι έγινε. Οταν πέθανε ο άρχοντας γίνηκαν μεγάλα γλέντια μετά την κηδεία του. Εμεινε στην ιστορία της χώρας ως "ο 'Αρχοντας-Καλόκαρδος". Του στήσαν ένα ψηλό άγαλμα, όπου ήτανε καβάλα στ' άλογο και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

                                          4) Το Μυρμηγκάκι

     Μια φορά, σε μια μικρή φωλιά κάτω από τη γη, ζούσε ένα μυρμηγκάκι. Ηταν πανέμορφο, με χρυσόξανθο κορμάκι και φορούσε παπουτσάκια στο ίδιο ακριβώς χρώμα. Τα μυρμηγκάκια φοράνε μονάχα παπούτσια, επειδή περπατάνε συνέχεια για να βρούνε την τροφή τους. Κάνουν τόσο μακρυνούς αναγκαστικούς περιπάτους κάθε μέρα, σα να πηγαίνει ένας άνθρωπος Αθήνα-Πάτρα και να γυρνάει κιόλας! Κουραζόταν πολύ το καημένο το μυρμηγκάκι, αλλά δε γινόταν αλλοιώς. Επρεπε να μαζέψει αρκετή τροφή για το χειμώνα, χώρια που λογάριαζε να παντρευτεί κιόλας. Χρειαζόταν λοιπόν αρκετή τροφή.
     Τα μυρμηγκάκια ζούν σε μεγάλες ομάδες. Στον τόπο όμως που ζούσε το δικό μας μυρμηγκάκι, ήταν το τελευταίο που είχε απομείνει μετά από μια μεγάλη καταστροφή. Ετσι, τώρα ήταν το πρώτο που θα ξεκινούσε μια καινούργια ομάδα μυρμηγκιών. Γι αυτό σκεφτόταν να παντρευτεί μια καλή κι όμορφη μυρμηγκίτσα, να γεννήσουν πολλά μικρούτσικα μυρμηγκάκια και να ζήσουν όλα μαζί στη φωλίτσα τους κάτω από τη γη ευτυχισμένα.
     Πως και πως περίμενε αυτή τη μέρα το μυρμηγκάκι μας! Φανταζόταν να ξημερώνει μια όμορφη λιακάδα και να βγαίνει απο τη φωλιά του με τα χίλια μύρια παιδάκια του και τα εγγονάκια του, να κάνει τους αναγκαστικούς  μακρυνούς περιπάτους του με παρέα πλέον... "Το θέλω πολύ αυτό και σίγουρα θα το πετύχω" σκεφτόταν κι έπαιρνε κουράγιο να συνέχιζει τις κουραστικές πορείες.
     Μια μέρα, εκεί που ετοιμαζόταν να βγει από την τρύπα της φωλιάς του, είδε ένα μεγάλο σπόρο να έχει πέσει μέσα. "Πω-πω" είπε μέσα του "τι μεγάλος σπόρος! Δε θα μπορούσα με τίποτα να τον κουβαλήσω μονάχο μου". Βγήκε όμως απο τη φωλιά κι άρχισε το περπάτημα. Περπάτησε πολύ εκείνη την ημέρα χωρίς αποτέλσμα. Ξεθεωμένο γύρισε το σούρουπο, έχοντας μαζέψει μονάχα κάτι μικρά ψιχουλάκια. "Δεν πειράζει, αύριο πάλι" είπε κι έπεσε να κοιμηθεί.
     Το άλλο πρωϊ που σηκώθηκε ξημερώματα για να ξανακινήσει, βρήκε δυο μεγάλους σπόρους στη φωλίτσα του. "Μπα! Τυχερό που είμαι"! σκέφτηκε κι όπως ήταν κουρασμένο, ξάπλωσε να κοιμηθεί λιγάκι ακόμα. Θα έβγαινε αργότερα στο σεργιάνι. Οταν ξύπνησε, βρήκε κι άλλους σπόρους, όμορφους και ζουμερούς. "Εχω μεγάλη τύχη φαίνεται, θα γίνει γρήγορα πραγματικότητα το όνειρό μου" είπε μέσα του κι αφέθηκε στην καλή του τύχη όπως πίστευε.
     Έξω από τη φωλιά όμως παραφύλαγε ένας μεγαλομπάμπουρας που δεν ήθελε μυρμήγκια στη γειτονιά του. Ετσι σκέφτηκε ένα πονηρό σχέδιο για να εξολοθρέψει και το τελευταίο μυρμηγκάκι που είχε απομείνει. Θα το τάϊζε πολύ μέχρι που να χοντρύνει και να μη μπορεί να βγει από τη φωλιά του. Ετσι, με τα σπόρια που έρριχνε κάθε μέρα, είχε βάλει 'μπρος το καταχθόνιο σχέδιό του.
     Το μυρμηγκάκι μας ήταν εντελώς απονήρευτο. Χαιρόταν πολύ για τα σπόρια που έμπαιναν μόνα τους στη φωλιά του -έτσι πίστευε τουλάχιστον- και σιγά σιγά ξέμαθε το περπάτημα. Έγινε ένα τεμπέλικο μυρμήγκι, που όλο έτρωγε κι όλο ξάπλωνε. Είχε παχύνει πολύ και το πάχος έκανε και το μυαλουδάκι του δυσκίνητο. Μια μέρα όμως είπε να βγει λίγο να δει τι γίνεται ο έξω κόσμος.
     Ανεβαίνει προς την τρύπα εξόδου της φωλιάς κι έπαθε πλάκα, που λέμε! Δε χωρούσε με τίποτα να περάσει απο εκεί. Στριμώχτηκε, έσπρωξε το χώμα, τίποτα. Φώναξε βοήθεια, αλλά δεν υπήρχε ψυχή να το ακούσει, μονάχα ο μεγαλομπάμπουρας το άκουγε κι έτριβε την κοιλιά του απο ευχαρίστηση.
 -"Χαχαχα, ήρθε το τέλος σου μυρμηγκάκι"! φώναξε με την τσιριχτή φωνή του.
     Το μυρμηγκάκι τότε ακριβώς κατάλαβε το παιχνίδι εξόντωσης, που του έπαιξε ο μεγαλομπάμπουρας. Δεν απάντησε, ούτε είπε τίποτα, μονάχα κατάφερε να ξεσφηνώσει το κορμάκι του και να κατέβει πάλι στη φωλιά του. Σκέφτηκε πολύ σοβαρά πως τα εύκολα αποκτήματα, αυτά που λαβαίνεις απο άλλους χωρίς κόπο, ωφελούν εκείνους που στα δίνουν και πως το πιθανώτερο είναι να σε βλάψουν. Με τη σκέψη αυτή δεν παραιτήθηκε από την προσπάθεια να πετύχει το σκοπό του. Αποφάσισε να μη τρώει τίποτα σχεδόν για λίγες μέρες. Να του δείξει του παλιομπάμπουρα!
     Ετσι έκανε και κατάφερε να βγει απο τη φωλιά του, να ξανακάνει τους αναγκαστικούς μακρυνούς περιπάτους αναζητώντας τροφή. Σε ένα περίπατο απ' αυτούς γνώρισε τη μυρμηγκίτσα των ονείρων του. Τον αγάπησε κι εκείνη πολύ, πήγαν μαζί στη μυρμηγκοφωλίτσα, έκαναν ένα σωρό μυρμηγκοπαιδάκια κι έζησαν ευτυχισμένοι ως τα βαθειά τους γεράματα, μέχρι που είδαν και τρισέγγονα!
     Ο γερομυρμηγκοπαπούλης δεν ξεχνούσε να διηγηθεί το νεανικό του πάθημα, σε κάθε μυρμηγκάκι που ξετσούμιζε κι έκανε τον έξυπνο στα άλλα, παρασυρμένο απο την ορμή της ηλικίας του. Ολα μα όλα τα μυρμηγκάκια έμαθαν αυτή την ιστορία και ποτέ κανένα δεν έπαθε το ίδιο με το μυρμηγκοπαπούλη του. Επαθαν άλλα, μα αυτό είν' άλλο παραμύθι...

"Εμπνευσμένο          
 από μιάν ατάκα           (Παραμύθια ή σχέδια για σενάρια ή θεατρικά)
του φίλου Criskkk...
"

                                             5) Η Σκονίτσα

     Σ' ένα σκοτεινό υπόγειο ζούσε η μικρή Σκονίτσα με τη μαμά της, το μπαμπά της, τον παππού, τη γιαγιά, τους θείους και τις θείες και πολλά πολλά ξαδελφάκια. Ζούσαν όλοι μαζί ξαπλωμένοι πάνω σε χαρτοκούτια, σε παλιά βιβλία, σε μπόγους απο ρούχα παλιά και σε ξεχαρβαλωμένα έπιπλα.
     Πολύ ψηλά, πάνω στον ήλιο, ζούσε μια μικρούλα παραπονεμένη ηλιαχτίδα. 'Ενοιωθε τόσο μόνη, που όλη μέρα παρακαλούσε τον πατέρα της τον ήλιο, να της βρεί συντροφιά. Ο ήλιος της έλεγε πως όταν έρθει η ώρα και μεγαλώσει θα τη στείλει στη γη, όπου σίγουρα θα την περίμεναν του κόσμου οι εκπλήξεις!
     Οταν ήρθε εκείνη η ώρα -ντάλα μεσημέρι καλοκαιριού ήταν- έστειλε ο ήλιος την κορούλα του στη γη, σε μια χαραμάδα μιας πόρτας, να βρει την τύχη της. Δυσκολεύτηκε λιγάκι η λαμπερή μικρούλα ηλιαχτίδα, αλλά τελικά πέρασε απ' τη χαραμάδα και βρέθηκε μέσα σ' ένα θεοσκότεινο χώρο γεμάτο παλιοπράγματα. "Αχ", σκέφτηκε, "τι θα κάνω εδώ μέσα; Τι καλά που ήμουνα με τον πατέρα μου τον κυρ-Ηλιο και τις αδελφούλες μου τις λαμπρές ηλιαχτίδες..."
     Η Σκονίτσα δε θά 'ξερε κάν πως υπάρχει, αν δεν έμπαινε μια μέρα μέσα στο σκοτεινό υπόγειο, η μικρούλα λαμπερή ηλιαχτίδα μέσ' απ' τη χαραμάδα της πόρτας. Χάρη σ' αυτή τη μικρή χαραμάδα έφεξε ο χώρος, με τη λεπτή λουρίδα από φως που μπήκε ορμητικά, δίνοντας ζωή σ' αυτήν και στην οικογένειά της.
     Μόλις μπήκε η ηλιαχτίδα όλες οι σκόνες -κι η μικρή Σκονίτσα μαζί τους βέβαια- σηκώθηκαν κι άρχισαν ένα τρελλό χορό πάνω της! Χάρηκε τόσο πολύ η ηλιαχτίδα που δεν ήταν πια μόνη της! Αρχισε να παίζει κι αυτή με τη Σκονίτσα και την παρέα της κι έμοιαζαν -ηλιαχτίδα και σκόνες- σαν ένα βαγόνι τρένου γεμάτο χαρούμενους επιβάτες. Πήδαγε η μικρούλα λαμπερή ηλιαχτίδα απο τοίχο σε τοίχο, κι απ' το πάτωμα αντανακλούσε στο ταβάνι, γεμάτη χαρά που είχε δώσει ζωή στους φίλους της! Περνούσε μέσ' από κουρελιασμένες κουρτίνες, άγγιζε τα σκωροφαγωμένα έπιπλα, χάϊδευε τα κατασκονισμένα βιβλία...
     Η Σκονίτσα κι όλες μαζί οι σκονίτσες του υπογείου χόρευαν μαζί της ένα τρελλό χορό που τελειωμό δεν είχε! Κόντευε να βραδυάσει όμως κι η λαμπερή ηλιαχτίδα έπρεπε να γυρίσει στο σπιτάκι της, κοντά στον πατέρα της, τον Ήλιο. Ολο και μίκραινε λοιπόν σιγά-σιγά πλησιάζοντας προς τη χαραμάδα απ' όπου είχε μπει. Η Σκονίτσα κατάλαβε πως πάλι θά 'μενε μοναχούλα της στο σκοτάδι, πως ο χορός θά 'πρεπε να πάρει τέλος...
 -"Μη φεύγεις καλή μου φίλη"! Φώναξε στην ηλιαχτίδα.
 -"Θα 'ρθω αύριο πάλι να παίξουμε, αν δεν έχει συννεφιά"! Απάντησε η ηλιαχτίδα.
     Πέρασε πολύς καιρός κι η όμορφη φιλία της Σκονίτσας με την ηλιαχτίδα, άνθιζε κάθε μέρα και περισσότερο. Πέρασε όμως το καλοκαίρι κι ήρθε ο χειμώνας με πολλή συννεφιά και κρύο. Οι μέρες μίκρυναν και σκοτείνιαζαν νωρίς, ακόμα κι όταν δεν ήταν συννεφιασμένες. Ολο και λιγώτερο έβλεπαν οι δυο φιλενάδες η μιά την άλλη, ώσπου μιά μέρα η ηλιαχτίδα δεν κατέβηκε καθόλου στη γη. Ο κυρ-Ηλιος δεν άφησε τη μικρή κορούλα του να διακινδυνέψει μια βόλτα στη χειμωνιάτικη ατμόσφαιρα.
     Η Σκονίτσα ήταν απαρηγόρητη. Ξάπλωσε ξανά σ' ένα παλιό μπαούλο κι άρχισε να κλαίει. Την πλησίασε τότε η γιαγιά της, μια γέρικη, παχιά σκόνη και της είπε λόγια που την έκαναν να χαμογελάει, όταν θυμόταν τις όμορφες μέρες που είχε ζήσει, χορεύοντας πάνω στη μικρή ηλιαχτίδα παρέα με τους συγγενείς της. Θυμόταν... ναι, θυμόταν... κι ήταν πολύ ευτυχισμένη, επειδή τώρα γνώριζε πως δεν ήταν μια τυχαία σκονίτσα. Ήξερε τι ήταν, ήξερε ποιά ήταν, χάρη στη φίλη της. Τη λαμπερή μικρούλα ηλιαχτίδα!
     Μια ανοιξιάτικη μέρα, όταν η ηλιαχτίδα ετοιμαζόταν να ξανακατέβει στη γη, μερικοί εργάτες άνοιξαν την πόρτα του υπογείου. Καθάρισαν καλά το χώρο, έρριξαν μπόλικο νερό κι έδιωξαν όλες τις σκόνες. Η Σκονίτσα παρασύρθηκε μαζί με άλλες σκόνες, διαφόρων ηλικιών και μεγεθών, προς ένα μικρό ρυάκι. Κολυμπούσε θέλοντας και μη, προσπαθώντας να κρατηθεί από κάπου, να μη χαθεί. Έχασε τους γονείς, τ' αδερφάκια, τα ξαδερφάκια, τη γιαγιά, τον παπού κι όλους μα όλους τους συγγενείς της. Εκεί που πίστευε πως μάταια πάλευε να σταθεί στην επιφάνεια του ρυακιού, ένα κλαράκι βρέθηκε μπροστά της λέγοντας:
 -"Ελα, σκαρφάλωσε πάνω μου μικρή Σκονίτσα"!
 -"Αχ! Νά 'σαι καλά μικρό μου κλαράκι! Ευχαριστώ που με δέχεσαι να σταθώ πάνω σου". Και μ' ένα πήδο βρέθηκε πάνω στο κλαράκι να ταξιδεύει προς το άγνωστο. Ταξίδευαν μέρες πολλές το κλαράκι  με τη Σκονίτσα, ώσπου ήρθε το καλοκαίρι και το ρυάκι στέρεψε. Ξεράθηκε εντελώς. Εκεί βρήκε η μικρούλα ηλιαχτίδα τη φιλενάδα της και ξανάρχισαν τα παιχνίδια κάτω απ' τα φυλλώματα των δέντρων.
     'Αρχισαν να διηγούνται πως πέρασαν το χειμώνα, να λένε τις περιπέτειες και τα βάσανά τους. Το κλαράκι έγινε, μαζί με τη Σκονίτσα, ο καλύτερος φίλος της μικρούλας ηλιαχτίδας. 'Απλωσε το κορμάκι του, μέχρι που η μικρούλα ηλιαχτίδα το ζέστανε και το στέγνωσε εντελώς. Πέρασαν οι τρεις τους όμορφες καλοκαιρινές μέρες, γεμάτες χαρά και διασκέδαση.
     Ο χειμώνας δεν άργησε να ξανάρθει φέρνοντας κρύο και βροχές, σύννεφα και σκοτεινιά. Η μικρούλα ηλιαχτίδα γύρισε στο ουράνιο σπιτάκι της κι η Σκονίτσα έμεινε στη γη να περιμένει τι θα της συμβεί, κοντά στο κλαράκι, το φίλο της. Δεν περίμενε και πολύ γιατί μια μέρα ήρθε ένα παιδάκι και μάζεψε το κλαράκι για προσάναμμα στο τζάκι. Ετρεξε χαρούμενο στη μαμά του λέγοντας:
 -"Κοίτα μαμά τι όμορφο κλαράκι! Είναι κατάξερο, ότι πρέπει για προσάναμμα"!
     Το βράδυ της ίδιας μέρας άναψε το τζάκι του φτωχικού, με τη βοήθεια του μικρού κλαριού. Η Σκονίτσα τότε ανέβηκε απ' την καμινάδα μαζί με το κλαράκι, που έγινε καπνός, πολύ χαρούμενη που θα συναντούσε την καλή της φίλη, τη μικρούλα ηλιαχτίδα εκεί ψηλά στον ουρανό...

     (Τα παραμύθια που διαβάζετε είναι κατοχυρωμένα για την πνευματική ιδιοκτησία στο αρμόδιο τμήμα της Εθνικής Βιβλιοθήκης.)

     Σημ: Περισσότερη Μαρίνα θα βρείτε και στον Ίστρο με ποιήματα και πεζά (βλ. Links).

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers