-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

:

                                            Βιογραφικ

     Γεννθηκε στην Αθνα το 1968. Κατφερε να τελεισει το λκειο (αφο πρτα τον διωξαν αποχρησε απ αρκετ αθηνακ σχολεα) και να περσει στα Τ.Ε.Ι. Διοκησης Επιχειρσεων Πατρν και πολ αργτερα στη Σχολ Κοινωνικς Πολιτικς & Κοινωνικς Ανθρωπολογας Παντεου, της οποας, προς το παρν, παραμνει τελειφοιτος. Σμερα ασχολεται με διφορα πργματα, εκ των οποων καννα δεν αφορ μια σταθερ επαγγελματικ καριρα. Το 7 Ημρες Ψματα διακρθηκε στο διαγωνισμ καλτερου λογοτεχνικο κειμνου της εκπομπς "Να η ευκαιρα" του Mega.

-------------------------------------------------------------

                                 Οι Καλς Κιουρδες

     Στη Νξο η πστη των χωρικν σε διφορα μεταφυσικ πρσωπα πως οι Βρικλακες, οι νεριδες, τα ξωτικ και τα δαιμνια διατηρεται μχρι και τις ημρες μας. Σμερα ββαια, οι χωρικο φαινομενικ αποποιονται αυτν την πστη αλλ βαθι μσα τους παραμνει ως μρος της παρδοσης που τους μορφοποιε ως Νξιους. Το φαινμενο αυτ μπορε να εξεταστε ετε ανθρωπολογικ (με βση μα Γκραμσιαν ανλυση -βλπε «The Demons and The devil» του Charles Steward) ετε ως χει, ως μα παρδοση που εμπεριχει ψγματα πραγματικτητας και που συνδεται με πραγματικ περιστατικ. να ττοιο περιστατικ περιγρφει κι η ιστορα που ακολουθε.

     Τρεις ολκληρους μνες βρισκμουν στο νησ κι η ρευνα που μου ανατθηκε απ το Ελληνικ Κντρο Κοινωνικν Ερευνν βρισκταν ακμα στη μση. φτασα στη Νξο στις 20 Ιανουαρου του 1985 κι εγκαταστθηκα σ' να απ τα μικρ χωρι της ημιορεινς Νξου, τον Δαμαλ, που κατφερα να νοικισω να μικρ δπατο χωριτικο σπτι. Οι ιδιοκττες του σπιτιο θα ερχντουσαν για διακοπς στις αρχς Ιουλου κι αυτ ταν το ριο που μου εχαν δσει απ τον οργανισμ, να ολοκληρσω τη καταγραφ των αγροτικν εκμεταλλεσεων.
     Τα πργματα δεν πγαιναν ιδιατερα καλ. που πγαινα αντιμετπιζα τη δυσπιστα λγω της φσης των ερωτημτων μου αλλ πιστεω και λγω της εμφνισης μου. Οι ορεινο νησιτες παρλο που δχονταν την επιστημονικ μου ιδιτητα, δεν μποροσαν να δεχτον τι νας σοβαρς επιστμονας μπορε να χει μακρι μαλλι και σκουλαρκι. Δεν σκεπτμουν πντως να αλλξω την εμφνιση μου γι αυτος. Οτε και σκπευα να αφσω μουστκι. Ευτυχς ο Δαμαλς εναι να πολ μικρ και συχο χωρι, χει μνο να καφενεο στο οποο λοι, αναγκαστικ συχνζουν και σταδιακ οι ντπιοι ρχισαν να με δχονται πως μουν και μετ απ μα σεβαστ σειρ απ κρασοκατανξεις στο καφενεα κι ακμα περισστερες παρτδες πρφα, γινα σχετικ αποδεκτς. Ββαια, το τι μουν αποδεκτς στον Δαμαλ δεν μου εξασφλιζε σε καμα περπτωση πρσβαση στην κοινωνα του Φιλωτου και των λλων χωριν. Ευτυχς τα πργματα στην ορειν περιοχ του νησιο ταν κπως καλτερα.
     Με αυτ και με αυτ φτασε ο Απρλιος που φερε λγες βροχς και η γης ανσανε λιγκι, οι αγρο και τα λιβδια πρασνισαν και τα λουλοδια νθισαν μαζ με τις ψυχς των ανθρπων. λοι ταν ευτυχισμνοι εκενη τη περοδο, εκτς ββαια απ εμνα που εχα να δω γυνακα χωρς μουστκι απ τον Δεκμβρη.
     ταν σε μα απ τις κρασοκατανξεις ταν κουσα για πρτη φορ να μιλνε για τις Καλς Κιουρδες. Στη Κρωνο λγανε, δο χωρικο φγανε για να πνε στη Χρα να διασκεδσουν αλλ δεν φτασαν ποτ εκε γιατ πως διηγθηκαν στον δρμο εδαν δο Καλς Κιουρδες. Τρμαξαν τσο πολ ταν τις εδαν που καναν επιτπου στροφ και γρισαν στο χωρι. Οι συνδαιτυμνες μου δειξαν να διασκεδζουν το θμα και για αρκετ ρα λουζαν με διφορα κοσμητικ, διλου κολακευτικ, επθετα τους κτοικους του χωριο Κρωνος. Γεμτος περιργεια ρτησα τι ακριβς ταν οι Καλς Κιουρδες αλλ οι απαντσεις που πρα απ τους μισομεθυσμνους ομοτρπεζους δεν ταν ιδιατερα διαφωτιστικς. Ο Μανλης, το παλικρι με το οποο ως επ το πλεστον κανα παρα μου δωσε να καταλβω τι ταν να θμα το οποο σο λιγτερα γνριζα τσο το καλτερο. Για να μου περσει η περιργεια μου συνστησε να πω να δω τον Σλιακα, που κατοικοσε στην κρη του χωριο.
     Τον ξερα τον Σλιακα. Τον αποκαλοσαν τσι γιατ μονμως τρεχαν σλια απ το στμα του. Εχα διασταυρωθε μαζ του μερικς φορς στα δρομκια του χωριο. Πντα μνος με τον γιδαρο του, πντα κοιτντας κτω με σαστισμνα λαμπερ γρια μτια και με τα σλια να τρχουν απ το στμα. Αδιφορος για σα διαδραματζονταν δπλα του. ταν, αυτ που στη Νξο λνε ο τρελς του χωριο τουλχιστον τσι νμιζα μχρι ττε. μενε σε να σπτι στα ρια του οικισμο, μνος του. Δεν εχε παντρευτε ποτ του μου επαν. Οι συγγενες του στο χωρι (και σχεδν λοι εχαν κποια συγγνεια μεταξ τους στον Δαμαλ) προτιμοσαν να καμνονται πως δεν τον γνωρζουν και ποτε αναφρονταν σε αυτν μιλοσαν λες και η συγγνεια τους ταν πολ μακριν αν και γνωρζω θετικ τι εχε αρκετ πρτα ξαδλφια και θεους στο χωρι. Παρ ολ αυτ, το θμα δεν με απασχολοσε τσο στε να επιχειρσω να μιλσω του Σλιακα. Εχα πιο επεγουσες δουλεις να διεκπεραισω με πρτη απ λες την καταγραφ των ενεργοποιημνων αγροτικν εκμεταλλεσεων απ τις αρχς της δεκαετας του 1980 και την αντστοιχη κατσταση των αγροτικν εκμεταλλεσεων της ορεινς περιοχς. Αλλωστε, με τρμαζε αυτς ο τπος.
     Μια ακμα εβδομδα πρασε αδιφορα, αν και οι κρασοκατανξεις μας που συνεχζονταν επ καθημερινς βσης με εχαν μετατρψει μλος της «παλιοπαρας» του Δαμαλ και με καναν να χνω αρκετ απ τα πρωιν μου στο κρεβτι. Οι χωρικο παρ το συνεχς και ατελεωτο μεθσι τους ξπναγαν απ τα χαρματα και πολλς φορς με κοριδευν ταν με βλεπαν να βγανω απ το σπτι μου γρω στις δδεκα το μεσημρι, πντα βιαστικς, πντα με να χαρτοφλακα στο χρι.  
 -«Εεεεε, παλικαρκι, εβρδυασε» μου φναζαν. τσι με αποκαλοσαν «παλικαρκι» και μουν μλλον περφανος για το παρατσοκλι αν κι ενεχε μα μεγλη δση ειρωνεας. Πρα απ τον Μανλη, ναν νο αγρτη που προσγγιζε σχεδν τα πρτυπα της Ευρωπακς νωσης για το πς θα πρεπε να εναι οι νοι αγρτες, το τομο που με διασκδαζε περισστερο και το οποο επιδωκα να κνω παρα ταν ο Ματθαος. νας απστευτος νθρωπος, πραγματικ καλοσυντος και με να οπλοστσιο με πολ σκανδαλιστικς ιστορες γρω απ τον πλεμο, τα κορτσια του χωριο και πολλ λλα θματα. Εχα πντως την υποψα τι ο Ματθαος ταν αλκοολικς. Ξημεροβραδιαζταν στο καφενεο του χωριο, αρχζοντας τα ρακμελα απ τα χαρματα. ποτε πγαινα στο καφενεο, συνθως μλις ρχιζε να βραδιζει, τον βρισκα εκε, στο συνηθισμνο του τραπεζκι, να κοιτει καλοσυντα την πρτα και να με προσκαλε με δυνατς φωνς να κτσω και να πιω μαζ του να μισαδκι. Και πντα δεχμουν. Και πντα εχε κτι να μου ψιθυρσει στο αφτ για τις μορφες Φιλωττισσες και να μου προτενει καλκαρδα να ακμα προξενι.
     Μια απ αυτς τις νχτες και μετ απ αρκετ μισαδκια, εγ ο Ματθαος και ο Μανλης ξεκινσαμε για τα σπτια μας, αφνοντας τον καφετζ να μαζψει τα τελευταα ποτρια απ το τραπζι. Αφσαμε τον Μανλη στο σπτι του και συνδεψα τον Ματθαο στο δικ του. Αν και μασταν κι οι δο «λιμα» μου πρτεινε να περσω μσα να πιομε κνα ποτηρκι για το «καλ». Δεν θελα να τον προσβλω και δχτηκα, αν και εχα σκοπ να πιω να ποτηρκι μνο και να φγω. Μετ απ πολλ μταια ψαχουλματα στον τοχο ο Ματθαος κατφερε να εντοπσει τον διακπτη του ηλεκτρικο και η μικρ κουζνα πλημμυρστηκε απ χλιαρ φως.
     Το δωμτιο ταν πολ ακατστατο, πολλ πλυτα πιτα εχαν σχεδν παγιωθε στον νεροχτη και μα δυσδικριτη μπχα ερχταν απ το υπνοδωμτιο. Ο Ματθαος μου πρτεινε μα καρκλα και πρε δο βρμικα ποτρια απ τον νεροχτη τα οποα πλυνε επιμελς. Μου δωσε το να. Γμισε προσεκτικ να μισαδκι απ να κτρινο μισογεμτο εικοσρι μπιτνι και κθισε δπλα μου. Γμισε τα ποτρια, με κοταξε με τα γαλαν του μτια και μου επε:
 -«Στην υγει σου γιε μου».
     Ανταπδωσα την πρποση με κποια πκρα γιατ ξερα πως του λειπαν του Ματθαου τα παιδι κι η γυνακα του. Η γυνακα του εχε πεθνει εν τα παιδι του που διμεναν στην Αθνα σχεδν προτιμοσαν να μην τον βλπουν τσι πως εχε καταντσει. Κυριετηκα απ μα θλψη για τους ανθρπους και για τη ζω μας μα σντομα τα ξχασα λα καθς ο Ματθαος ρχισε να μου διηγεται με πονηρ φος μα απ τις εκατοντδες ιστορες του.
 -«Που να την βλεπες την Μαριγ» κατληξε ο Ματθαος και σοφρωσε τα πυκν φρδια του. να γνριμο πονηρ χαμγελο σχηματστηκε στο πρσωπο του. «Μα για στσου, θαρρ πως την χω σε φωτογραφα» επε και κνησε τρεκλζοντας για το υπνοδωμτιο. Βγκε κρατντας στα χρια του να λμπουμ με ασπρμαυρες φωτογραφες. Του πεσε κτω και το μζεψα. φερε την καρκλα του σιμ μου και νοιξε το λμπουμ ψχνοντας για την φωτογραφα της Μαριγς. Εδα πολλς φωτογραφες απ φαντρους και χωριατοκριτσα με δυνατ πδια και μαντλια στο κεφλι, φωτογραφες απ γμους, απ μωρ και γρους βρακδες. Ο Ματθαος επιτλους βρκε την Μαριγ σε μα απ τις σελδες. Πζαρε επιτηδευμνα με μα φλη της και μα στμνα στο κεφλι. Γνριζα ακμα και την τοποθεσα, ταν η παλι βρση στο ρεματκι λγο ξω απ τον οικισμ. Η φωτογραφα ταν παλι και κιτρινισμνη αλλ ο Ματθαος την κοταξε με λατρεα, αναστναξε βαθι και γρισε αποκαμωμνος στην θση του, χαμνος θαρρες σε νοσταλγικς και σγουρα πικντικες, σκψεις.
     Ξεφλλισα το λμπουμ. Στθηκα λγο σε μια πιο πρσφατη φωτογραφα που εικονζονταν τα παιδι του Ματθαου, δο ψηλλιγνοι, ωραοι φηβοι που πζαραν μπροστ στο σπτι με την μητρα τους. δειξα την φωτογραφα του Ματθαου και το πρσωπο του λαμψε για μια στιγμ λγο πριν σκοτεινισει και γεμσει οδνη απ την ανμνηση της χαμνης του αγπης. Σε μια απ τις πολ παλις φωτογραφες στθηκα σε δο κοτσοντους βρακδες. Τον να τον αναγνριζα, ταν σγουρα ο Ματθαος και πρπει να ταν πολ μικρς σε κενη τη φωτογραφα. Υπολγιζα τι ταν δεν ταν εκοσι χρονν, δηλαδ η φωτογραφα πρπει να εχε παρθε στη δεκαετα του 1930, λγο πριν τον πλεμο. Κοταξα τον λλο ντρα δπλα του. ταν πιο ψηλς και ψωμωμνος, στεκταν αλγιστος δπλα στον Ματθαο και ταν απστευτα μορφος. να πραγματικ παλικρι βγαλμνο απ τα παλι. δειξα την φωτογραφα του Ματθαου κι αυτς νοιξε τα μτια του και κοταξε. Τον εχε σχεδν πρει ο πνος. Τα μτια του δειξαν ν αναγνωρζουν την φωτογραφα. Χαμογλασε.
 -«Βλπεις παλικαρκι» μου επε, «κποτε μασταν κι εμες παλικρια».
 -«σουνα πολ ωραος νος» παρατρησα «μα, για πες μου, ποιος εναι αυτς δπλα σου» τον ρτησα.
 -«Α, ευτς » κοταξε την φωτογραφα. «Ευτς τανε το μεγαλτερο παλικρι του χωριο, να θερι, να πραγματικ θερι σου λω» επε μ' ενθουσιασμ. «Στα νιτα του τον τρεμαν λοι, εχε μια οργι σαμε να δακτλι» επε και μου δειξε το ροζιασμνο του δκτυλο.
 -«Τι εννοες οργι μπρμπα;» τον ρτησα.
 -«Α, παιδ μου, τα παλι χρνια υπρχαν τα πραγματικ παλικρια. ταν τσο δυνατο που μποροσαν να σηκσουν ολκληρα βουν. Και τα παλικρια αυτ εχαν οργι. Να εδ» μου επε και μου δειξε την βση της σπονδυλικς στλης.
 -«Δηλαδ εχαν ουρ;» ρτησα κπληκτος.
 -«Ναι, εχαν ουρ, μια τση δα μικρολα ουρ» επε και μου ξανδειξε το δκτυλο του. «Εχαμε μια πτρα ττενες, ολκληρο βουν. Την χρησιμοποιοσαμε για να βγλουμε το τελευταο κρασ απ την στροφιλι. Εκενη την πτρα που μνο μετ βας τηνε σηκναμε τσσερις νιοι ετοτος εδ που βλπεις τηνε σκωνε μοναχς του και μετ μας θωροσε που τα στματα μας χσκανε και γελοσε δυνατ. Πραγματικ παλικρι σου λω» συμπλρωσε μ' μφαση.
 -«Ζει ακμα μπρμπα;» τον ρτησα.
 -«Ζει» δστασε ο Ματθαος «ας το πομε κι τσι. Τον κλεψαν οι ξωτικις, τον καμαν σλιακα» επε κνοντας με να ανασηκωθ απ τη θση μου.
 -«Τι λες μπρμπα; Ο Σλιακας εναι;» ρτησα κπληκτος.
 -«Εδες παιδ μου πως μας καταντ η ζω» επε συγκαταβατικ ο Ματθαος μιλντας περισστερο για τον εαυτ του. «Αλλ' αυτν, τον κλεψαν οι ξωτικις, πραν τα μυαλ του» συμπλρωσε.
 -«Ποιες ξωτικις μπρμπα; Τι εννοες; Μπως νεριδες;» ρτησα ακμα πιο περεργος.
 -«Οι Οξαποδ παιδκι μου, ξωτικις, στοιχει των βουνν και των δασν. Γι αυτ σου λεγα στον καφεν να μην τριγυρνς μονχος σου τις νχτες. Και μα ποτ τις δεις φευγαλα να σφαλσεις τα μτια σου και να πσεις στο χμα. τι κι αν ακοσεις γρω σου να μην ανοξεις τα μτια. Ποτ! Μην ανοξεις τα μτια γιατ θα σε κλψουν και σνα πως κλεψαν αυτν, τον ρμο
 -«Μα τι λες τρα μπρμπα; Μιλς σοβαρ
     Τα μτια του κοταξαν βαθι μες τα δικ μου. Μποροσα να νισω τον τρμο που φλιαζε μσα τους να μεταφρεται σε μνα.
 -«Κμε πως θες» μου επε «μα πρσεξε καλ αυτ που θα σου πω. Ποτ να μην πηγανεις στις ερημις ταν νυχτνει. Αν μως βρεθες ποτ μοναχς και αν ποτ σου τχει να ακοσεις θορβους στην σιγαλι, να κμεις αυτ που σου επα. Μη διστσεις διλου και μην ανοξεις τα μτια σου. Αν ακοσεις στο αφτ σου μα φων να σε προστζει να την ονοματσεις, εσ να φωνξεις με λη σου την δναμη "Καλς Κιουρδες, Καλς Κιουρδες" και μετ να μην πεις τποτε λλο και να απομενεις εκε μχρι να πψουνε οι μουσικς κι οι θορβοι. Και πειτα, να γυρσεις αμσως σπτι χωρς να κοιτξεις πσω σου. Για το θε, ποτ μην κοιτξεις πσω σου. Αυτ χω να σου πω Χρηστκη μου κι μα θες ακος ναν γροντα σαν και μνα».
     Αυτ μου επε ο γροντας και κθισε αποκαμωμνος βαθι στην καρκλα του. Μετ απ λγο κοιμταν ροχαλζοντας δυνατ στην καρκλα. Τον σκωσα απ την καρκλα και τον μετφερα με δυσκολα στο διπλαν δωμτιο. Τον απθεσα πνω στο ανστατο κρεβτι, του βγαλα τα παποτσια, τον σκπασα και φυγα. Τα λγια του με εχαν τρομξει λγο και τρεξα την απσταση που με χριζε απ το δικ μου σπτι. Το μνο που ακουγταν ταν τα δικ μου βματα στο πλακστρωτο. Το πρω δεν θυμμουν και πολλ απ την συζτηση της προηγομενης νχτας λες και εχα ασυνεδητα απωθσει την κουβντα μας στο βθος του μυαλο μου. μως αυτ που μελλε να συμβε θα με ανγκαζε να ξανασκεφτ κενη τη κουβντα μας χιλιδες φορς, μχρι που θα θυμμουν ακμα και τη τελευταα συλλαβ της αφγησης του γροντα.
     Η καταγραφ ρχισε να πηγανει καλτερα. σο περισστερο με κερνοσαν τσο περισστερο πινα και τσο περισστερο νοιγαν οι πρτες για εμνα και τον οργανισμ. μουν πολ ευχαριστημνος που αυτ η ανορθδοξη μθοδος λειτουργοσε και ακμα περισστερο γιατ αναγνριζα τελικ τι αυτο οι νθρωποι δεν ταν κλειστο, απλς και αυτο, πως και εγ, θελαν μνο να γνουν αποδεκτο και ο τρπος για να γνει αυτ απ να πρωτευουσινο σαν και του λγου μου, ταν να μεθσω μαζ τους, να δεχτ τα κερσματα και να μοιραστ το φαγητ τους. Και μπορ να πω τι αυτ ταν απολαυστικ και για μνα κι χι μια υποχρωση. Εχα αρχσει να συνηθζω τα ατελεωτα κερσματα και τις προσκλσεις για φαγητ με τις διφορες φαμελις. Και το ρακ του νησιο δεν λεγε να τελεισει.
     ρθε το Πσχα κι πως ρθε φυγε μαζ με τις ορδς των Αθηναων που γριζαν στα πατρογονικ τους να γιορτσουν μαζ με τους ηρωικος εναπομεναντες τις γιορτς, να επιδεξουν την δικ τους πολιτισμικ ανωτερτητα και να συμβουλεσουν τους εντπιους για το «συμφρο» τους. Πρασαν μερικς εβδομδες απογοτευσης που λοι ταν στεναχωρημνοι απ τις αναχωρσεις των «Αθηναων» παρλο που δεν θελαν να το παραδεχτον. πειτα η ζω πρε πλι τον ρυθμ της και οι καθημερινς μας επισκψεις στον καφεν γιναν και πλι ζωηρς και διασκεδαστικς. Ο Ματθαος που ταν πολ λιγτερο πιωμνος στη διρκεια των γιορτν, καθς τα παιδι εχαν ρθει να τον επισκεφτον με τις οικογνειες τους, τρα «ξανακυλοσε» στην παλι του μνιμη κατσταση ημιμθης.
     να απγευμα διασταυρθηκα με τον Σλιακα που σερνε τον γιδαρο του φορτωμνο με ξλα. Θυμθηκα της συζτηση που εχα με τον Ματθαο μα τον κοταξα αμλητος καθς περνοσε. Μου ριξε μα στιγμιαα ανεξιχναστη ματι σα να με προειδοποιοσε για αυτ που μελλε να μου συμβε. Τον κοταξα κπως τρομαγμνος πως απομακρυνταν καμπουριαστς στρβοντας στη γωνα και προσπθησα να δω το παλικρι της φωτογραφας μσα απ αυτ τη σκι ανθρπου. Κι λλες φορς διασταυρθηκα μαζ του και θυμθηκα τι στη διρκεια των γιορτν εχε γνει φαντος. Σκφτηκα τι δεν του ρεσε η πολυκοσμα.
     Με τον Μανλη συναντιμασταν σπνια. ταν πολ απασχολημνος με τη γετρηση του που εχε δη φτσει τα 250 μτρα και αναμενταν να ξεπερσει το εππεδο της θλασσας τις επμενες ημρες. Εχε συνεργαστε με γεωλγους, λλους επιστμονες και πολλος τσαρλατνους προσπαθντας να λσει  το πρβλημα νερο για τα θερμοκπια του. Η λειψυδρα των τελευταων ετν εχε πλξει ακμα και τις ημιορεινς περιοχς που παλαιτερα δεν εχαν πρβλημα νερο. Ο Μανλης λπιζε να ανακαλψει τις μεγλες δεξαμενς νερο που τροφοδοτονταν καθς μου λεγε απ τις πηγς του Ολμπου. Η θεωρα του ββαια δεν μου ταν γνωστη καθς η Νξος πως και τα λλα νησι αποτελοσαν κποτε τμμα της οροσειρς που ξεκινοσε απ τον λυμπο και κατληγε στη Μικρ Ασα. τσι πολλο υποστριζαν τι ακμα και σμερα απ τον λυμπο ξεκινει νερ που εκβλλει σε διφορα σημεα του Αιγαου. Εχα δει ο διος με τα μτια μου γλυκ νερ να βγανει μσα απ τη θλασσα στην περιοχ Αγιος Δημτριος στα ανατολικ του νησιο αλλ και σε λλες περιοχς. Απ τι μου επαν οι κτοικοι της περιοχς, το νερ αυτ δεν μποροσαν να το αντλσουν διτι πρναγε κτω απ το εππεδο της θλασσας και ταν το επιχειροσαν ανακατευταν με το αρμυρ. 
     Αποτλεσμα της αγωνιδους αναζτησης του Μανλη ταν να χσω την παρα του. Τις λγες φορς που ερχταν στο καφενεο μιλοσε συνχεια για την γετρηση κνοντας λους τους φλους μας να βαριονται και τσι απογοητευμνος γριζε σπτι του να συσκεφτε με τον εαυτ του. Εγ συνχισα να κθομαι με τον Ματθαο αν και πιο σπνια, καθς πλον μουν ευπρσδεκτος σε λες τις συντροφις και λοι εχαν να αστεο σχλιο να κνουν για την δουλει μου και για την εμφνιση μου. Τις περισστερες φορς ββαια απειλοσαν να με κουρψουνε. ταν τους λεγα τι οι αρχαοι λληνες εχαν μακρι μαλλι και τι το μουστκι εναι κατλοιπο της Οθωμανικς κυριαρχας στην Ελλδα, γελοσαν φωναχτ και με κτυποσαν συγκαταβατικ στην πλτη εξηγντας μου τι το μουστκι εναι στολδι του ντρα. Πντως η διθεση τους απναντι μου εχε αλλξει προς το καλτερο και αρκετο ταν εκενοι που υπσχονταν να με παντρψουν με τις κρες τους με κποια γνωστ τους ανιψι εν αποφσιζα να κψω επιτλους τα μαλλι και να βγλω το σκουλαρκι.
     Το Μη η ρευνα μου κντευε να ολοκληρωθε και πστευα τι θα μου περσσευε κι νας μνας διακοπν τον οποο σκπευα να περσω στο εξοχικ του Ματθαου στην Αγιασ, ναν παραθαλσσιο οικισμ που ταν επνειο του χωριο.  να απγευμα που δεν εχα δουλει επισκφτηκα τον οικισμ μαζ με τον γροντα και μου φνηκε καταπληκτικς. Μλις μια ντουζνα νθρωποι κατοικοσαν εκε τον χειμνα αλλ το καλοκαρι πλημμριζε «Αθηναους» πως μου επε ο ιδιοκττης ενς σχετικ μεγλου εστιατορου στο οποο συνοδεσαμε λγα ποτρια μπροσκο κρασ με φρσκο κραστο χταποδκι. Καθσαμε με τον γροντα στο μπαλκονκι. ταν μια ζεστ Μαγιτικη μρα και νιωθα πολ ευτυχισμνος. Δυστυχς μως πρεπε να γυρσω στο χωρι γιατ την επομνη εχα να ραντεβο με τον αντιδμαρχο Δρυμαλας και με την υπεθυνη της Αναπτυξιακς Εταιρας Νξου.
     Περπτησα τα δκα χιλιμετρα προς τον αμαξωτ σχετικ γργορα και κθισα σε να πεζουλκι περιμνοντας κποιο αμξι να με πρει καθς δεν υπρχαν καθλου λεωφορεα τα απογεματα. Ευτυχς ταν θεριν ηλιοστσιο κι τσι εχα ακμα κτι περισστερο απ δυο ρες πριν νυχτσει. Κι μως περμενα μισ σχεδν ρα και καννα αυτοκνητο δεν πρασε απ τον αμαξωτ. Αποφσισα να πω στο χωρι με τα πδια. Η απσταση δεν μου φαινταν ιδιατερα μεγλη και σγουρα ταν μικρτερη απ αυτν που εχα δη διανσει. Αλλωστε, αν κοβα δρμο απ το μονοπτι η απσταση δεν πρπει να ξεπερνοσε τα πντε χιλιμετρα.  Αν ξεκινοσα αμσως υπολγιζα τι θα μουν στο χωρι σχεδν μα ρα πριν σουρουπσει. Πρα το μονοπτι που ταν ευδικριτο και κτισμνο στα κρα του με ξερολιθις. Αναψα να τσιγρο κι απλαυσα την ησυχα του ανοιξιτικου απογεματος, τους πρσινους ανοιξιτικους αγρος και τα ξαφνικ μουγκανσματα των ζων που βοσκαν συχα κτω απ τον χλιαρ λιο.
     Περπατοσα για μα ρα περπου πριν συνειδητοποισω τι χθηκα. Εχα εντελς αποπροσανατολιστε και δεν βλεπα πια τον αμαξωτ. Σε κποιο σημεο εχα πρει λθος στροφ, μως σε ποιο; Δεν ξερα. Ο λιος γερνε σταδιακ προς την Προ παρνοντας να κκκινο, πραγματικ μορφο χρμα. νιωσα μα ανησυχα να με καταβλει μως δεν θελα να επιτρψω στον εαυτ μου να ανησυχσει και ρεμα στρφηκα στον δρμο που εχα ρθει προσπαθντας να εντοπσω την λθος στροφ. Λγη ρα αργτερα βρκα να σημεο που ο τρφος του μονοπατιο ταν γκρεμισμνος και προς τη μερι του χωριο φιδογριζε να μικρ μονοπατκι σπαρμνο απ πολλς κουτσουλις προβτων και βουρβουλις γαδρων.
     Ανακουφισμνος περπτησα προς τα εκε αλλ μετ απ κμποση ρα βρθηκα μπροστ σε ναν αρκετ ψηλ τρφο ενισχυμνο με φργανα. Καθς μουν ββαιος τι μουν στη σωστ κατεθυνση κατφερα να πηδξω τον τρφο, χι μως χωρς να γρατσουνιστ και να λερσω τα ροχα μου. Βρθηκα σ να λλο κτμα που ταν περιφραγμνο με τον διο τρπο. Σε μα γωνα βσκαν συχα δο αγελδες. Αποφσισα τι αν συνχιζα τσι θα με παιρνε στα σγουρα η νχτα και δεν εχα καμα ρεξη να χαθ τσο κοντ στο χωρι. Ο αμαξωτς ταν σγουρα στα αριστερ μου εφσον μουν ββαιος τι κατευθυνμουν ανατολικ και γι αυτ μουν απλυτα σγουρος γιατ μποροσα να βλπω προς τα πο δει ο λιος. τσι κινθηκα βρεια για να συναντσω τον αμαξωτ. Πδηξα τον φρκτη, χι χωρς κπο και αμυχς και επιτλους συνντησα μια ανοιχτωσι. Δεν βλεπα ββαια τον αμαξωτ αλλ υπολγιζα τι αν συνχιζα να κινομαι βρεια αργ γργορα θα συναντοσα στον δρμο.
     Πραγματικ, λγο αργτερα και εν εχε αρχσει να σουρουπνει για τα καλ, αντκρισα με μεγλη μου ανακοφιση τον δρμο και διαπστωσα τι μουν πολ κοντ στην εσοδο του χωριο η οποα απεχε μλις δο χιλιμετρα απ τον οικισμ. Αν μουν τυχερς θα συναντοσα και κποιον κτοικο να με συνοδεσει στο υπλοιπο της διαδρομς. Μχρι να φτσω στην παρκαμψη εχε νυχτσει για τα καλ αλλ πλον δεν με νοιαζε γιατ ξερα τι δεν υπρχε περπτωση πλον να χαθ. Το σκοτδι πεφτε γργορ πηχτ αλλ εγ βδιζα με σιγουρι στο στρωμνο με τσιμντο δρομκι. Ξαφνικ νιωσα τι κποιος με παρακολουθοσε και κοταξα πσω μου. Σε μα γωνα και κτω απ μα ελι ξεχρισα μα γνριμη σκι.
 -«Ποιος εναι εκε;» ρτησα με δυνατ φων και πλησασα επιφυλακτικ. Τα μτια του λαμπαν και τα σλια του τρεχαν με τον γνωστ τρπο. Πσω του δεμνος στο δντρο στεκταν ακνητος ο γιδαρος. Αναγνρισα τον Σλιακα. Με κοταξε με τα λαμπερ του μτια και δεν επε τποτα. Νμιζα τι δικρινα να χνος ειρωνεας σε αυτ. τσι κι αλλις, ο Σλιακας ταν το τελευταο τομο που θελα για συντροφι. Παρλα αυτ τον ρτησα αν θελε να ρθει μαζ μου στο χωρι. Δεν επε τποτα και τσι τον χαιρτησα ανρεχτα και ξαναπρα τον δρμο προς το χωρι σχεδν ψηλαφντας το πηκτ σκοτδι.
     Εχα σχεδν φτσει ταν μπροστ μου και σε εκοσι μτρα περπου απσταση εδα μα σκι να κινεται προς το μρος μου. Αν γνριζα ττε τι δεν ταν παρ νας χωριανς καβλα στον γιδαρο του σως να μην εχα αλλξει διεθυνση αλλ δεν το ξερα κι τσι κατατρομαγμνος τρεξα προς τον ελαινα στα αριστερ μου. Ο χωρικς με φναξε αλλ μσα στην σγχυση μου ρχισα να τρχω με μεγαλτερη ταχτητα αποφεγοντας παρ τρχα τις αρχαες ελις. Σε λγο σταμτησα ξπνοος και ακομπησα σε μα ελι να ξαποστσω. Γρω μου επικρατοσε απλυτη ησυχα. Σκφτηκα τι αν προχωροσα λγο ευθεα και πειτα στριβα αριστερ θα φτανα στο χωρι πολ γργορα.
     Αφουγκρστηκα για μια στιγμ την ησυχα και προχρησα προς το χωρι. Εκενη τη στιγμ κουσα μα απκοσμη μουσικ και νιωσα κοντ μου παρουσες, συναισθνθηκα την αρα κποιων πλασμτων που θαρρε κανες γεννθηκαν μσα απ τη νχτα. νιωσα τις τρχες μου να ορθνονται. νιωσα τι θα πεθνω απ την τρομρα μου. να αδιρατο φως σπαζε την σκοτεινι κπου πσω μου. Δεν τλμησα να κοιτζω. Απ την δια κατεθυνση ξεχρισα ομιλες σα να ερχταν προς το μρος μου μα συντροφι νεαρν κοριτσιν. Συζητοσαν ρεμα με μελωδικς ψιθυριστς φωνς που μοιαζαν με μουσικ μα δεν μποροσα να ξεχωρσω τι λεγαν και δεν τολμοσα να κοιτξω προς το μρος τους. Συνειδητοποησα πως εχα κοκαλσει απ την τρομρα μου. Η συντροφι συνχιζε να πλησιζει προς την θση που στεκμουν. Μζεψα σο κουργιο μου εχε απομενει και γρισα προς το μρος τους ελπζοντας να εναι κοπλες απ το χωρι και ξεχνντας εκενη τη στιγμ τι το χωρι δεν εχε παρ μνο μα νεαρ κοπλα. Ττε Την εδα.
     ταν τρα νεαρ κορτσια απστευτα μορφα αλλ εγ εδα μνο Εκενη. Φωσφριζαν ελαφρ σαν τρυφερς οπτασες κι μως φανονταν πιο αληθινς απ λα σα βρσκονταν γρω τους. Πιο αληθινς απ τον ελαινα, πιο αληθινς απ το σκοτδι, πιο αληθινς απ την σιωπ, πιο αληθινς απ εμνα που Την κοιτοσα κθαμβος να με πλησιζει. Πιστεω τι αν δεν εχα πνξει να χο θαυμασμο δεν θα με εχαν προσξει μως δεν μπρεσα να σιωπσω κι Εκενη γρισε προς το μρος μου. Δεν ξερα αν εναι ντυμνη γυμν. Τα ροχα Της ταν καμωμνα απ νχτα και μσα τους φεγγοβολοσε το γυμν, κατλευκο δρμα Της. Μαρα μακρι μαλλι πεφταν ευγενικ στους γυμνος μους Της. Ορκζομαι τι στα μτια Της μποροσα να ξεχωρσω το μαρμαρωμνο εδωλο μου. Με πλησασε, στθηκε μπροστ μου και ψηλφισε τη ψυχ μου. ταν κατλαβε τι Της νηκα μου χρισε να εκτυφλωτικ λευκ χαμγελο. Απλωσα ασυνασθητα τα χρια μου να Την αγκαλισω κι οι συνοδο Της καναν να με σταματσουν. Μ να νεμα, τις εμπδισε και Την κρτησα στην αγκαλι μου νιθοντας την καρδι μου να βροντει πνω στα θεκ στθη Της. νιωσα τα νχια Της στη σπονδυλικ μου στλη σα να μην φοροσα ροχα, σα να με διαπερνοσε ηλεκτρικ ρεμα. να κμα αγπης με πλρωσε. Κρατοσα στην αγκαλι μου τι Ομορφτερο, τι Τελειτερο εχε φτιξει η φση. Αν υπρχει μα λξη που να περιγρφει αυτ που νιωθα δεν την γνωρζω.
     Ποι ταν; Δεν ξερα. ξερα μως τι της νηκα, τι μουν σκλβος της για πντα, τι ποτ πια δεν θα μποροσα να ζσω χωρς αυτν. νιωσα τους μυς μου να παραλουν κι πεσα στα γνατα. Αγκλιασα τους μηρος Της. Μποροσα να μυρσω την βη Της. Η μυρωδι Της με μεθοσε. Μου χιδεψε τα μαλλι. 'Αρχισα να κλαω με σπασμος μουσκεοντας με τα δκρυα μου τα γυμν Της πδια.
     Το επμενο πρω ξπνησα τρμοντας. Ο χρνος εχε χαθε για μνα, οι νθρωποι δεν ταν παρ σκις που με τρμαζαν. Απομακρυνμουν απ αυτος. Με αηδαζαν. Τα βρδια ψαχνα για Εκενη. Δεν ξρω πσος χρνος πρασε τσι, μταια. Συνχιζα να την αναζητ, κθε νχτα. Οι νθρωποι που με συναντοσαν φευγαλα με δειχναν και γελοσαν. Τα παιδι μου πετοσαν πτρες. Τις ημρες κορνιαζα σε σπηλις, τους χειμνες τρεμα απ το κρο. Τρεφμουν με τι βρισκα, ακρδες, πικρελις και χρτα.
     Αδυνατ να υπολογσω πσα χρνια πρασαν απ ττε που Την εδα για πρτη και τελευταα φορ. Σταδιακ ρχισα να ανχομαι τους ανθρπους, παρλο που ακμα με αηδιζουν. Εγκαταστθηκα στην καλβα του Σλιακα που πθανε πριν λγο καιρ, χωρς να καταφρει να Την ξαναδε. μως εγ δεν χνω τις ελπδες μου. Αν και δεν ζω πια στις σπηλις, κθε βρδυ τριγυρζω στις ερημις περιμνοντας, ελπζοντας τι θα Την συναντσω. Οι χωρικο με κοροδεουν πως κοριδευαν παλαιτερα τον Σλιακα. Δεν εμαι τρελς, γνωρζω τι αισθματα προκαλ στους ανθρπους. μως, τ ξρουν αυτο; Τ μπορε να ξρουν αυτο;

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers