Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Διαδικτύου 

Δαλάκογλου Θοδωρής: Μιας 'Αλλης Εποχής...

 

                   17 Ποιήματα Για Κείνη

I.
(ΣΑΝ ΤΗ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΑΤΙΚΗ ΒΡΟΧΗ ΠΟΥ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕ ΤΗ ΠΕΡΙΜΕΝΕ)
Κυριάρχησες έξαφνα στη σκέψη μου.
Τα μάτια σου,
δυο φωτεινοί κύκλοι,
γυροφέρνουν στη μνήμη μου.
Το πρόσωπο σου,
διαπερνά από άκρη σε άκρη,
τα όνειρα μου.
Κάθε που ακούω να μιλούν γι' αγάπη
σε σκέφτομαι.
Εσένα,
που ακόμα το χέρι μου δεν έχει αγγίξει τρυφερά τα μαλλιά σου.
Εσένα,
που ακόμα η σκέψη μου δεν έχει αγγίξει ερωτικά το κορμί σου.
Σπρωγμένοι από χίλιες δυνάμεις,
αιωρούμαστε πάνω από την άβυσσο.

II.
(ΑΙΣΘΗΣΕΙΣ)
Γυμνά σταμνιά,
ιδρώνουνε,
στις άκρες των ματιών σου.

Φονιάς ο αποσπερίτης,
προβάλλει,
βουτηγμένος στο αίμα
της δύσης.

Νιώθω τα βλέφαρα σου
στο σκοτάδι,
ριπίζουν τον αέρα.

Ένα λουλούδι στα μαλλιά σου,
κι αναρωτιέμαι,
τίνος η μυρωδιά,
μ' έχει μεθύσει.

Κλείσε τα μάτια σου,
μου κρύβουν
τ' αστέρια

Τα χείλη σου,
ένα ποτήρι κρασί,
κατακόκκινο.

ΙΙΙ
Θα χαθείς,
το ξέρω,
μέσα στους πολυθόρυβους δρόμους,
της πολιτείας.
Οι μέρες θα σε σκεπάσουν,
με την ύπουλη τρυφερότητα της νοσταλγίας.
Θα χαθείς,
το ξέρω.
Και πως να σε φτάσει η φωνή μου,
και πως να ακούσεις το τραγούδι μου,
μέσα στη καθημερινή
πολύβουη σιωπή,
που μας τυλίγει.
Θα χαθείς το ξέρω.
Μα σ' αγαπώ.

ΙV.
Σε ευχαριστώ αγαπημένη,
για την ευτυχία που ένιωσα απόψε,
την ώρα που σε σκεφτόμουν
και πρόβαλλε το φεγγάρι.
Θυμάσαι τους πράσινους λόφους,
που δύει κάθε απόγευμα
ο ήλιος;
Λοιπόν απόψε,
πρόβαλε πάνω από αυτούς τους λόφους
το φεγγάρι.
Δεν το είχα προσέξει,
το φεγγάρι κάποτε προβάλει,
εκεί που έδυσε ο ήλιος.
Και είμαι ευτυχισμένος ακριβή μου,
γιατί εσύ υπάρχεις και ανασαίνεις,
γιατί εγώ μπορώ να σ' αγαπάω,
και ακόμα γιατί ετούτοι οι λόφοι,
δεν είναι μόνο δύση.

V.
Στη γωνιά του δρόμου σε καρτερώ.
Στη γωνιά του δρόμου,
διασταυρώνονται οι άνθρωποι
και δεν μιλούν.
Σε ποιόν να πω την ευτυχία μου που τόσο σ' αγαπώ;
Σε ποιόν να πω πως ξέρω πως δε θάρθεις,
και καρτερώ;
Απόψε η νύχτα είναι γλυκιά.
Είπες πως θάρθεις όταν μπορέσεις,
μπορεί και σήμερα,
μπορεί και αύριο,
...μπορεί ποτέ.
Απόψε η νύχτα έχει τρελάνει ένα παιδί.
Απόψε η νύχτα θα κάνει φόνο.
Να το φεγγάρι μισό προβάλει,
γυμνό σπαθί.
Οι φίλοι ξέρουν,
κάτι έχει πάθει,
πάλι δεν τρώει,
πάλι κοιτάζει πάνω από τους ώμους τους,
χωρίς να βλέπει.
Κάτι έχει πάθει.
Μην του μιλάτε.
Πάλι θα αργήσει το βράδυ,
ξέρουν,
την περιμένει,
κι αυτή δεν θάρθει.
Είναι η αγάπη
γυμνό σπαθί,
σαν το φεγγάρι.

VI.
Περπατούσες στην άκρη της θάλασσας
ολομόναχη,
λουσμένη στο φως.
Αρμονικές κινήσεις,
ταιριάζαν το βάδισμα σου
με το φλοίσβο της θάλασσας.
Τα μικρά ανεπαίσθητα ίχνη των βημάτων σου
στην αμμουδιά,
εκμαγεία για το άγαλμα
της ομορφιάς,
που φτιάχνουν κάθε πρωί τα παιδιά,
πριν πέσουν στη θάλασσα.
Κάτι τέτοιες ώρες είναι,
που η αιωνιότητα,
μεταγγίζει σταγόνα σταγόνα
το φως,
στις φλέβες μας.

VII.
Ένα τυχαίο άγγιγμα,
η αγάπη
ο ψίθυρος
ο έρωτας.
Ακούμπησε το γόνατο μου στο δικό σου,
ρίγος
πυρετός
καταμεσήμερο.
Ένα καράβι περνούσε ράθυμα στο βάθος,
μια στιγμή
η θάλασσα
τα μάτια σου.
Οι λέξεις βουλιάξαν στο φως.
Θέλω να μιλήσω,
τραγουδάω.
Τόπο,
ανοίξτε τόπο,
ο ήλιος χορεύει.

VIII.
Όλα μου τα τραγούδια
γράφουν τ' όνομα σου.
Κανείς δεν το πρόσεξε.
Όμως εσύ πρέπει να γνώρισες
εκείνο το τρεμούλιασμα,
κάθε που πιάνω το μολύβι
και σε σκέφτομαι.
Εσύ πρέπει να διάβασες
το μήνυμα μου,
μέσα στους στίχους.
Μη με ρωτάς λοιπόν.
Κοίταξε με στα μάτια
και χαμογέλα.
Μια σταγόνα χαμογέλιου σου,
φτάνει για να τραγουδώ
όλη μέρα.
Μη με ρωτάς λοιπόν.

IX.
Ξέρω πως έχεις φύγει.
Ξέρω πως τούτο το μεσημέρι
είσαι μακριά.
Όμως τα βήματα μου,
με φέρνουν στο μέρος
που συνήθιζες να κάθεσαι.
Όμως το βλέμμα μου περιμένει να σε δει,
να σηκώνεσαι γεμάτη άμμους,
και νάρχεσαι
χαμογελώντας.
Ξέρω πως αν σε δω θα είσαι όραμα.
Όμως τι περιμένω;

X.
Αγάπη,
πιάσε απ' το χέρι και οδήγησε με.
Χάθηκα.
Αγάπη,
πολλές φορές κάθισα
στο πλούσιο τραπέζι σου,
πολλές φορές θυσίασα στο βωμό σου.
Όμως τώρα,
κάνε να μην είναι τούτο το ποτήρι που με κέρασες,
γεμάτο δάκρυα.

XI.
Πόσο όμορφο θα ήταν,
να μπορούσα να σου πω
σ' αγαπώ,
έτσι απλά,
όπως λες καλημέρα το πρωί,
στο φίλο που σε ξύπνησε
να πάτε για ψάρεμα.
Πόσο όμορφο θα ήταν
να χαμογελούσες,
και να μούδινες το χέρι σου,
όπως το δίνεις να κρατηθεί
ένα μωρό,
που κάνει τα πρώτα του βήματα.
Πόσο όμορφο θα ήταν ...
Όμως οι μέρες που έρχονται
είναι δύσκολες,
είναι μέρες δοκιμασίας,
χωρισμού και πίκρας,
και είναι η καρδιά σου
τρυφερή και ευαίσθητη,
δεν θα τ' αντέξει.
Πόσο όμορφο θα ήταν
να σου πω σ' αγαπώ.
Πόσο δύσκολο θα είναι
να σε ξεχάσω.

XII.
Το πιο ωραίο μου τραγούδι,
δεν στο έγραψα.
Το πιο ωραίο μου τραγούδι
για σένα,
θα χωρούσε να το γράψω,
στα πέταλα του γιασεμιού.
Πάνω στην άσπιλη λευκότητα
μια λέξη.
Δεν ήξερα τι χρώμα να διαλέξω,
πράσινο της ελπίδας,
κόκκινο του πόνου,
μαύρο της απελπισίας;
Το πιο ωραίο μου τραγούδι
στο ψιθύρισα
μια νύχτα,
στο χάσιμο του φεγγαριού,
σ' αγαπώ.
Μην κάνεις όνειρα σαν το φεγγάρι
είναι στη χάση του,
λέγαν οι παλιοί,
δεν βγαίνουν.
Πόσο δίκιο είχαν,
το κατάλαβα
τώρα που προσπαθώ,
με μαύρο χρώμα,
να γράψω
πάνω στα όνειρα μου,
λησμονιά.

XII.
Απόψε είναι πανσέληνος,
σ' αγαπώ το ξέρεις.
Απόψε είδα τα μάτια σου
θλιμμένα.
Ποιος θα γεμίσει τα όνειρα μου
με ένα χαμόγελο;
Η πανσέληνος,
ένα μεγάλο μηδενικό,
κρεμασμένο στη καρδιά μου.

XIV.
Δεν μπορείς να το νιώσεις λοιπόν
δεν μπορείς.
Οι δύσκολες μέρες που πέρασαν
οι δύσκολες μέρες που θάρθουν
έχουν αφήσει
τούτη τη βαθιά χαρακιά
στο μέτωπο μου.
Και ίσως γι αυτό να είναι
που αγαπώ τόσο πολύ
το φωτεινό σου πρόσωπο
το ατρικύμιστο.
Δε μπορείς να καταλάβεις λοιπόν,
δε μπορείς.
Η ζωή σου μια ήσυχη θάλασσα,
ποτέ σου δεν ένιωσες
στο πέλαγος,
το παράφορο αγκάλιασμα
του πλοίου με τα κύματα.
Δε μπορείς να καταλάβεις λοιπόν
την αγάπη μου.
Όμως,
τούτος ο απελπισμένος και πεισματάρης
έρωτας,
τούτη η αγάπη
η τρυφερή κι ανανταπόδοτη,
θα σου χρωστούν ευγνωμοσύνη,
που τα γέννησες.

XV.
Όλες οι προβλέψεις διαψεύστηκαν.
Το καλοκαίρι πέρασε,
χωρίς ένα χαμόγελο.
Οι ελπίδες κρυώνουν
τις νύχτες του Σεπτέμβρη.
Η μοναξιά σε τυλίγει,
σαν τη κρύα ομίχλη
που έρχεται από τη θάλασσα.
Όλες οι προβλέψεις διαψεύστηκαν.
Πόσο σκληρά είναι τα παιδιά,
φτιάχνουν ένα πύργο
στην άμμο,
κι ύστερα
τον γκρεμίζουν γελώντας.
Ο πύργος απομένει στα μάτια μας
τα παιδιά παλεύουν στην άμμο,
γελούν,
δεν ξέρουν τι σημαίνει για μας
ένας πύργος,
τι σημαίνει να περνά το Καλοκαίρι,
χωρίς ένα χαμόγελο.

XVI.
Πως φεύγει η αγάπη.
Ε λοιπόν δεν φεύγει έτσι απλά,
όπως λες καληνύχτα στο σκοτάδι,
κλείνοντας τη πόρτα.
Όχι καθόλου έτσι.
Για να φύγει,
πρέπει να κλείσουν
όλα τα παράθυρα,
να μην υπάρχει φως καθόλου.
Πρέπει ακόμα,
να κλείσουν όλες οι χαραμάδες
στις πόρτες,
αν το σπίτι είναι παλιό,
γιατί και η παραμικρή ανασαιμιά,
θάκανε την αγάπη
να μείνει.
Καθόλου αέρας.
Α και οι μνήμες,
πρέπει να μείνουν απέξω,
καμία θύμηση,
στην ανάγκη,
ας μείνουν οι πικρές,
εκείνες που δίνουν το πρώτο τσίμπημα
της απελπισίας.
Όμως καμία εικόνα της,
τα μάτια της,
το χαμόγελο της,
τίποτε από κείνη
δεν πρέπει να κρατάς
στο μυαλό σου.
Και τότε αρχίζει να φεύγει η αγάπη.
Πρώτα θα νιώσεις
ένα μούδιασμα στα δάχτυλα,
έτσι που ακόμα κι αν χαϊδέψεις
τα μαλλιά της,
θα είναι αδιάφορο,
σαν μια καθημερινή
χειρονομία.
Μετά θα αρχίσεις να οδηγείς
τα βήματα σου,
που πάντα σε έφερναν
κοντά της.
Τώρα θα μπορείς
να αλλάζεις δρόμο.
Κι ύστερα θα αρχίσεις
να βλέπεις.
Η θάλασσα θα γίνει πάλι θάλασσα,
τα δέντρα θα γίνουν πάλι δέντρα,
εκεί που πρώτα
έβλεπες μόνο τη μορφή της.
Όλα αυτά βέβαια,
μπορεί να κρατήσουν πολύ ,
μερικές φορές
περιμένεις και χρόνια,
δεν είναι μικρό πράγμα η αγάπη,
θέλει κουράγιο
και υπομονή.
Και τότε πια,
θα ανοίξεις το στόμα σου,
κι αντί να πεις σ' αγαπώ,
θα πεις καλημέρα,
ή κάτι τέτοιο,
αυτό σημαίνει
πως η αγάπη έφυγε.
Μπορείς τότε,
ν' ανοίξεις τα παράθυρα,
να ανασάνεις βαθιά,
κι αν έχεις τη δύναμη,
να βάψεις όλο το σπίτι
με καινούργια ζωηρά χρώματα,
τότε το σπίτι
γίνεται πάλι κατοικήσιμο.

XVII.
Βούρκωσαν τα μάτια σου,
η ζωή που παλεύει
να κρατηθεί,
στο κράσπεδο της απελπισίας.
Η αγάπη.
Ο άνθρωπος.
Είχα δίκιο λοιπόν,
σ' αγαπώ.
Ο φίλος που φεύγει,
ο άλλος που κρατιέται με τα δόντια
στο φως,
τα μάτια σου
δεν ήταν ποτέ πιο όμορφα.
Η δικαίωση,
κανείς δε το πίστευε,
εγώ σ' αγαπούσα,
περίμενα.
Το χαμόγελο σου
ήταν αληθινό,
δάκρυσες.
Φεύγω ήσυχος,
εσύ υπάρχεις.
Φοβόμουν τ' όνειρο.
Τούτο το δάκρυ
ήταν αληθινό.
Σ' αγαπώ.
Αξίζει λοιπόν ν' αγαπάς,
εσύ υπάρχεις.

"17 όσα και τα χρόνια της"    (Ιούνης-Σεπτέμβρης 1977)
...........................................................................................

ΠΟΙΗΜΑΤΑ '67-'77 (επιλογές)

Μια Ιστορία Καλοκαιριού


Δυο μάτια πιο μεγάλα από τη θάλασσα.
Εσύ.
Ουρανός, Καλοκαίρι,
και η καρδιά σου με μίσχο
την αγάπη μου.
Ράγισε η μάσκα τ' Αυγούστου,
γεννηθήκαμε.
Η νύχτα στάθηκε καλή μητέρα.
Πλησίασες,
εγώ κι εσύ,
ο ουρανός έσκυψε,
με φίλησες,
ένα αστέρι κρυφοκοίταζε.
"Πάμε μέσα" είπες.
Το πρωί,
τα χείλη μου είχαν τη γεύση,
μιας νύχτας καλοκαιριού
μαζί σου.
Χαμογέλασες,
κατάλαβα,
αιθρία πριν από την καταιγίδα.
Το μεσημέρι έφυγες.
Η θάλασσα μίκραινε,
όλο μίκραινε,
ώσπου έγινε
δυο μάτια που χάθηκαν.
Τα άλλα στη θέση τους,
το καλοκαίρι,
το μπαλκόνι,
ο ουρανός.

     Ελένη

Αστέρι του γαλαξία,
πράσινο χαμόγελο της άνοιξης,
Ελένη του ονείρου και της ελπίδας,
σε λατρεύω.
Ελένη των δακρυσμένων ματιών,
νεράιδα του προδομένου έρωτα,
κορίτσι της έρημης ακρογιαλιάς,
σε ονειρεύομαι.
Όραμα της ατελείωτης νύχτας μου,
Ελένη της πίκρας κι Ελένη του καημού,
αγέρα της σκληρής μου νηνεμίας,
σε περιμένω.

Σκοτώνουν Την Αγάπη

Κούμπωσε το σακάκι σου,
έξω κάνει κρύο.
Αναθεώρησε τις απόψεις σου,
ή μάλλον αναθεώρησε τη ζωή σου.
Έξω σκοτώνουν την αγάπη,
πως θα παρευρεθείς στην κηδεία
χωρίς καινούργιο ένδυμα;

Σημ: Περισσότερος Πατριώτης στη προσωπική του σελίδα (βλ. Links).

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers