-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

: ...

                                              Εμβρυοποηση

     Ξαφνικ, να πρω ρχισε να μικρανει. Το κατλαβε ταν κοιτχτηκε στον καθρφτη του μπνιου και εδε καθαρ τι η ρυτδα πλ στα χελη της εχε εξαφανιστε. Την απασχολοσε πολ τον τελευταο καιρ αυτ η μικρ σχισμ στο δρμα του, κατ τα λλα τλειου, προσπου της. Ηταν κι η δουλει της, που ζητοσε τλεια εμφνιση επιδερμδας -επδειξη καλλυντικν, τι λλο;
Προσπαθοσε λοιπν κθε πρω να μακιγιρεται προσεκτικ και να κρβει τη ρυτιδολα με μαεστρα, να χαμογελ λιγτερο, κανε λα τα απαιτομενα, αυτ που ξερε δηλαδ, για να μη προχωρσει το κακ και μενει νεργη. Τσες και τσες φρσκες νεαρς περμεναν να αδρξουν τη θση της στην εταιρεα. Οχι πως ταν και μεγλη, οτε εικοσιοχτ, αλλ νιωθε τη φρεσκδα να χνεται. Και τι ζητοσε δηλαδ; Να μη σταματσει πριν φτσει τα τριντα, να προλβει να κνει τη μπζα της για να ανοξει δικ της μαγαζ. Καλλυντικν φυσικ.
     Μετ απ κενο το πρων, παρατηροσε με μεγαλτερη προσοχ το πρσωπ της και κθε μρα που περνοσε το βρισκε λο και πιο νεανικ. 'Αρχισε να χαμογελ αφειδς, πειραματιζμενη, να δει αν το πλατ χαμγελο θα χαλοσε την ψη του προσπου της. Ευτυχς, τποτα δεν συνβαινε αρνητικ, σα σα το πρσωπο κθε μρα βελτιωνταν αισθητ.
Εχαν περσει πντε μνες ταν πρσεξε κτι τι ακμη. Της φνηκε τι εχε κοντνει, πγε στο μτρο που εχε στον τοχο της αποθηκολας για να μετρ το ψος της και βεβαιθηκε. Μσα σε πντε μνες εχε χσει ενμισυ πντο. Τρα ταν να κι εβδομντα καθαρ. Το πρσωπο πντως δειχνε πολ πιο νεανικ και σε ποιτητα δρματος αλλ και σε λμψη και σε κφραση. Το βλμμα της εχε καθαρσει, λες και βλεπε τον εαυτ της νετερο κατ πντε χρνια τουλχιστον.
     Σκφτηκε να επισκεφτε το γιατρ της, αλλ το ανβαλλε προς το παρν. Αλλωστε, αυτς τις μρες εχε φουλ δουλει. Η κολλητ της φλη -αν εναι δυνατ να υπρχει «κολλητ» σε αυτ τη δουλει αλλ τελοσπντων- το πρσεξε και το σχολασε κιλας.
 -"Μα τι συμβανει με σνα Μαιρολα; Τι τρχει; Ερωτευμνη; Ερωτευμνη και δε μας επες τποτα";
 -"Οχι, αφο το ξρεις, δε χωρει ρωτας στη ζω μου σπου να τελεισω με την εταιρεα, δεν τα επαμε αυτ";
 -"Μπορε να τα επαμε, αλλ..."
 -"Δεν χει «αλλ» και δεν χει και φλερτ. Υπνο μονχα".
 -"Α, στε το δερματκι οφελεται στον πνο, ε; Καλ..."
     Τρα που κουσε τη φλη της να λει για πνο, σκφτηκε τι τον τελευταο καιρ κοιμταν κομματκι παραπνω, μπορε και δκα ρες συνεχμενες. Λες να εναι ο πνος; Αναρωτθηκε. Αλλ πλι πως εξηγεται το χσιμο ψους;
     Πγε στο διευθυντ του πρακτορεου της και ζτησε να μνα ανπαυλα, τσι κι αλλις εχε δουλψει υπερβολικ το τελευταο εξμηνο, αλλ εκενος φερε δυσκολες. Τρεις εταιρεες τη ζητοσαν για φωτογρφιση και θα ταν κρμα να χσει την ευκαιρα. «'Αλλωστε δεν χεις και πολ χρνο μπροστ σου, εκμεταλλεσου τη ζτηση που υπρχει τρα για το πρσωπ σου» της επε κι η Μαρη πεστηκε να αναβλλει τις διακοπς της. Και τι τις θελε τις διακοπς; Πιο πολ για να τακτοποισει τις σκψεις της, χι επειδ νοιωθε κοραση, σα-σα, το αντθετο νιωθε κι αυτ ταν που τη ξφνιαζε.
     Μλις τλειωσε η φωτογρφιση για το πρτο προν, νιωσε ακμα καλτερα, σαν να διασκδαζε κι χι να εργαζταν. Μετ το δετερο, ακμα πιο καλ, αλλ εχε χσει δυο πντους ακμα κι αναγκστηκε να φορσει ψηλτερα τακονια. Μετ το τρτο πια, κυοφοροσε μια κρηξη μσα της. Δεν μποροσε να μενει ακνητη για πολ, λο στριβε ασυνασθητα και ταλαιπωροσε το φωτογρφο. Επρεπε να φγει, να διακψει για λγο, να καταλβει τι της συμβανει. Βγανοντας απο το στοντιο ρχισε να τρχει, να πετει σαν πουλκι. Πγε κατευθεαν στα γραφεα της εταιρεας, ρμησε στο γραφεο του διευθυντ και ζτησε την δεια να λεψει, κτι που αυτ τη φορ δεν της αρνθηκε, κατευχαριστημνος πως ταν με την επιτυχα των τελευταων φωτογραφιν της. «Μην αργσεις να επιστρψεις Μαιρολα, χεις ρντα και μη τη χσεις» της επε χαιρετντας την, ενημερνοντς την παρλληλα για το πριμ που το συμβολιο της εταιρεας εχε αποφασσει να της δσει. Χρια που την προριζαν για το «Χρυσ Κορτσι» της χρονις. Την λλη μρα πγε και καννισε τα του διαβατηρου της, βγαλε και εισιτριο μετεπιστροφς για τη Χαβη και το μεθεπμενο απγευμα πετοσε κιλας.
     Απ κενο το απγευμα χθηκαν τα χνη της Μαρης. Την αναζτησαν στερα απο τρεις μνες στο σπτι της, τηλεφνησαν στον πατρα της στο χωρι, η κολλητ της ψαξε σε λα τα γνωστ στκια -δεν ταν και πολλ γιατ η Μαρη δεν πολυβγαινε- αλλ τποτα. Απευθνθηκαν στην αστυνομα, εκενη με τη σειρ της ψαξε στα πρακτορεα ταξιδων κι μαθε πως η κοπλα πγε στη Χαβη. Πραν τοτου ουδν. Σαν να νοιξε η γη και τη κατπιε.
     Ενα χρνο μετ την εξαφνιση της Μαρης, μια χαβανζα γννησε να κοριτσκι κτασπρο, τσο που ο ντρας της τη παρτησε θεωρντας τι τον εχε απατσει χωρς να του το πει. Η χαβανζα αγπησε πολ το πλασματκι, παρλο που δεν της μοιαζε καθλου, το θερησε θεσταλτο και το βφτισε Μαρη για χρη της Παναγας. Ηταν πολ φτωχ αλλ θελε να του προσφρει ,τι καλτερο γινταν, τσι το πγε σε να πρακτορεο που ζητοσε μωρολια για φωτογρφιση. Περιττ να πομε τι το μωρκι Μαρη κανε θραση. Ποζριζε στο φακ με ττοιο επαγγελματισμ, που θλεγε κανες πως κανε αυτ τη δουλει πριν ακμα γεννηθε.
                                                                        10/10/2005

                                         Η Εικνα Μου

     «Κθε εικνα εναι κλειδωμνη. Το κλειδ της εικνας εναι η δια η εικνα. Οποιος την αναγνωρσει μπορε να τη ξεκλειδσει και να εισχωρσει εντς της».

     Μια μρα ξπνησα κανονικ, πως λες τις λλες μρες. Πγα στο μπνιο, πλθηκα και κοταξα στο καθρφτη για να χτενιστ. Ο καθρφτης μως δεν ανταποκρθηκε. Εμεινε δειος. Κοταξα τα χρια μου, το σμα μου, ταν στη θση τους κανονικ. 'Αγγιξα το πρσωπ μου, το νοιωθα κτω απ' τις ργες των δαχτλων, ταν λα στη θση τους.
     Ξεκρμασα το καθρφτη και κοταξα απ πσω. Ναι, καθρφτης ταν, δεν ταν σκτο γυαλ. Πγα στη τζαμπορτα να κοταχτ. Οτε εκε φαινταν τποτα. Σκτος αρας. Ντθηκα, φρεσα να φανταχτερ φουστνι και ξανακοταξα τον εαυτ μου πρτα στο καθρφτη και μετ στο τζμι της μπαλκονπορτας. Το φουστνι φαινταν καθαρ. Το πρσωπο και το σμα μου ταν ανπαρκτα. Μυστριο. Τραγοδησα κτι, ν' ακοσω τη φων μου. βαλα να τη μαγνητοφωνσω. Το κασετφωνο γραψε τη σιωπ του δωματου. Η φων μου ακουγταν μονχα απο μνα. Πλι καλ.
     Αποφσισα να βγω στο δρμο, να δω πς θα μ' αντκρυζαν οι λλοι νθρωποι. Πρτα πγα στο περπτερο της πλατεας, να πρω τσιγρα κι εφημερδα. Ο περιπτερς με καλημρησε πως πντα και μου 'δωσε τα ρστα μαζ με τα καθημεριν μου ψνια. Στο φορνο τα δια. Πρσεξα τη γυλινη πρτα του φορνου. Εβλεπα να καθρεφτζονται επνω της λοι, απ μνα μως βλεπα μνο το φουστνι μου. Τι γινταν; Μ' βλεπαν λοι, μνο που δεν βλεπα τον εαυτ μου πουθεν.
     Γρισα σπτι, τσμπησα κτι και ξπλωσα στο καναπ. Οταν σηκθηκα μετ απ λγο, τα μαξιλρια μειναν βουλιαγμνα και το φουστνι μου μεινε απλωμνο πνω του. Ξαφνιστηκα. Το πρα και το ξαναφρεσα. Αισθανμουν να εδος ασφλειας μσα σ' αυτ το ροχο. Δε καταλβαινα τι συμβανει. Εχα χσει τον εαυτ μου; Πς θα τον ξανβρισκα;
     Πγα στη μπανιρα, τη γμισα και βολιαξα στο χλιαρ νερ. νοιωσα τα μλη μου να διαλονται, να γνονται να με το αφρλουτρο, να παρνουν αφσικα σχματα, να χρι σα στριμνο καλδιο, να πδι σα σχισμνη μπανανφλουδα. Ολα καλυμμνα απ' τον αφρ πρσινου μλου.
     Ξεπλθηκα γργορα με παγωμνο νερ, που το νοιωθα να τρχει πνω στο κορμ μου σαν ηλεκτρικ ρεμα, απ' τη βση του λαιμο μχρι κτω. Βγκα απ' τη μπανιρα, πρα το μπουρνοζι μου και σκουπστηκα καλ-καλ. Ξανακοταξα στο καθρφτη, τποτα!
     Ντθηκα -μπλοζα παντελνι αυτ τη φορ- και πγα στη στση του μετρ. Κατβηκα και στριμχτηκα με το πλθος για να μπω σ' να βαγνι. νοιωθα τ' λλα σματα να πιζουν το δικ μου. Κθισα σε μια θση. νοιωθα απολτως υπαρκτ. ρριξα μια κλεφτ ματι στο τζμι του βαγονιο. Εδα λους τους επιβτες, τα πρσωπα, τα ροχα τους, λα, εκτς απ' το πρσωπ μου. Που βρισκμουν ραγε; Γιατ δε μποροσα να με δω; Οι λλοι ραγε βλεπαν τα δικ τους πρσωπα; Εμνα μ' βλεπαν φανεται, γιατ κποιος με ρτησε για κποια στση κι κουσε σγουρα την απντησ μου, μια και μ' ευχαρστησε. Επα και 'γ κτι μορφο για το παιδκι μιας γυνακας κι εκενη με κοταξε γλυκ λγοντας στο μικρ «πες καλημρα στη κυρα Γιωργκη».
     'Αρα; Τι συνβαινε; Ποις θα μου λυνε αυτ το μυστριο; Γρισα σπτι και τηλεφνησα στη κολλητ μου φλη. Γνωριζμαστε απ παιδι και μποροσα να της εκμυστηρευτ τα πντα σχεδν τα πντα. Μ' κουσε με προσοχ και μου 'δωσε ραντεβο για να συναντηθομε το απγευμα σ' να ζαχαροπλαστεο. Ηρθε λγο αργοπορημνη, ως συνθως. Με κοταξε προσεχτικ και κθησε απναντ μου. «Τι εναι αυτ που μου 'λεγες στο τηλφωνο;» ρτησε περιμνοντας μια καθησυχαστικ απντηση, πως λα ειν' εντξει τρα, πως λα ταν της φαντασας μου.
     'Εστρεψα το βλμμα προς τη τζαμαρα του καταστματος, πλι δεν βλεπα τποτ' απ μνα εκτς απ' τα ροχα μου, της το επα και με κοταξε ερωτηματικ, σα να σκεφτταν πως, πει, τρελλθηκα... Μου επε μια φρση-κλειδ: «Μπως σταμτησες να υπρχεις για σνα; Μπως υπρχεις μνο για τους λλους;» Αποχαιρετιστκαμε κι νοιωσα καθαρ το φιλ της στο μγουλ μου και το μγουλ της στα χελη μου. Επιστρφοντας στο σπτι τα λγια της τριβλιζαν το νου μου. Μπως;
     Πρα να αγαπημνο βιβλο και ξπλωσα. 'Εβαλα την αγαπημνη μουσικ και με πρε ο πνος, σχεδν ευτυχισμνη. Το λλο πρω ξπνησα, σηκθηκα και ξεκνησα τη μρα κνοντας τις συνηθισμνες μου κινσεις. Ο καθρφτης ανταποκρθηκε στο κοταγμ μου. Ημουν ολκληρη μσα του! Εβγαλα να στεναγμ ανακοφισης. Αχ! Υπρχα πραγματικ, υπρχα!
                                                         (Ημερολγιο Κρτης, 09/08/2002)

ΠΑΡΑΜΥΘΑΚΙΑ:

"Θ 'ρθει και πλι,
              και πλι θα φγει.
Η σκι της ελπδας
θα φωτσει και θα χαθε.
Σαν αστραπ.
Για πντα.
Σαν σκοτειν αστραπ.
Πσο μαρα εναι λα
"!

                           1) Η Ελπδα Μοιρζεται Δωρεν
              
     Κποτε, σε μια χλωμ χρα, που λα ταν κιτρινισμνα, απ' τον ουραν μχρι τα δντρα και τα λουλοδια, τις λμνες και τα ποτμια, τη θλασσα και τα χλωμ πρσωπα των ανθρπων, υπρχε να μικρ κι ασμαντο χωριουδκι. Στη μση της πλατεας του μικρο χωριο βρισκταν να μαγαζκι με μι μεγλη ταμπλλα που γραφε με ξεθωριασμνα γρμματα: "ΕΔΩ ΠΩΛΕΙΤΑΙ ΕΛΠΙΣ".
     Μι μικρ κοπλλα ξεπρβαλε απ να στεν δρομκι μαντηλοδεμνη και το πλησασε διστακτικ. 'Ανοιξε την πρτα του μαγαζιο. Οι μεντεσδες της τριξαν μ' να διαπεραστικ χο, γιατ ταν εδ και πολ καιρ αχρησιμοποητη. Μσα στο μαγαζ, πσω απ 'να σκωροφαγωμνο πρασινωπ πγκο, κθονταν νας γρος και μι γρι. Η μικρ κοπλλα μλησε:
 -"Λγη ελπδα, παρακαλ".
 -"Λυπμαι, μλις μς τελεωσε".
 -"Γιατ λυπστε; Επειδ δεν χετε να μο δσετε";
 -"Οχι, επειδ δεν κρατσαμε οτε για μς".
 -"Ευχαριστ, θα πω αλλο".
 -"Μ κνετε τον κπο. Πουθεν δεν πωλεται πλον".
 -"Κι μως. Ελπζω να βρ λγη κπου".
 -"Αν σας περισσεει δεσποινς, δστε μας λγη απ τη δικ σας".
 -"Ευχαρστως. Ελτε να ψξουμε μαζ".

     Σιγ - σιγ, να μικρ πλθος ακολουθοσε τη μικρ κοπλλα που ψαχνε ν' αγορσει λγη ελπδα. Το περεργο εναι πως η δια δεν εχε καταλβει τι χι μνο δεν της λειπε, αλλ εχε τερστιο απθεμα, που το μοραζε απλχερα σε σους την ακολουθοσαν. Ετσι, απχτησε οπαδος. 'Αρχισαν να περπατνε μσα απ δση, πλεις, λιβδια και χωρι, χωρς τροφ, χωρς πνο, χωρς νερ: Η ελπδα της μικρς κοπλλας τους τρεφε.
     Μετ απ μερικς ημρες φτασαν μπροστ σ’ να πανψηλο τοχο. Εκε σταμτησαν. Ο τοχος ταν κτασπρος, σαν τερστια παγοκολνα. ταν και παγωμνος. Η μικρ κοπλλα ακομπησε το χερκι της στο κντρο του τοχου, μα το τρβηξε απτομα, μη παγσει.
 -"Αχ"! κανε κατπληκτη. "Ελτε", φναξε, "ελτε! Ελτε, ν' αχνσουμε λοι μαζ με τα χντα μας"!
     Πλησασαν λοι κι ρχισαν ναχνζουν "χο-χο" με τα χντα τους, εκε, στη μση του τοχου. Ο τοχος ρχισε να βαθουλνει και να στζει. ταν πραγματικ μι τερστια παγοκολνα! Οταν νοιξε μι μικρ τρπα, μετ απ χιλιδες καυτς ανσες, πρασε απ μσα της η μυρωδι της Ανοιξης. Ττε, μλις οι νθρωποι τη μρισαν, συνχισαν ν' αχνζουν τον τοχο με ξφρενη χαρ, λοι μαζ. Τα μτια τους λαμπαν, τα πρσωπ τους εχαν στρογγυλψει, τα χλωμ τους μγουλα απχτησαν χρμα. Κποτε, δεν μπορ να υπολογσω πτε ακριβς, νοιξε να μεγλο πρασμα στον τοχο. Η μικρ κοπλλα γρισε, τους κοταξε λους προσεκτικ και τους επε:
 -"Μχρι τρα δουλψαμε λοι μαζ για να τρυπσουμε τον τοχο. Τρα, πρπει να προσξουμε. νας-νας να περσουμε, να μη χαλσουμε το αποτλεσμα της προσπθεις μας". Στθηκε στο πλ επιβλποντας να μη χαλσει το νοιγμα, απ' που περνοσαν λοι προσεκτικ, νας-νας. Μα σιγ-σιγ, το πρασμα μκραινε, στνευε.
     Η μικρ κοπλλα εκλιπαροσε να συνεχσουν να το αχνζουν με τα χντα τους περνντας το, οι νθρωποι μως δεν της διναν πι σημασα κι απλς περνοσαν βιαστικο για να φτσουν γρηγορτερα, ν' αγγξουν την 'Ανοιξη. Ευτυχς δεν ταν και τσοι πολλο, τσι η μκρ κοπλλα πρλαβε να περσει κι εκενη, τελευταα. Αυτ που αντκρυσε περνντας ταν να τερστιο ανθισμνο λιβδι, σο πιανε το μτι, γεμτο χαρομενους ανθρπους, που χρευαν και τραγουδοσαν.
     Χωρστηκαν σε ομδες και ρχισαν να χτζουν τα σπτια τους. Η μικρ κοπλλα χτισε να μικρ μαγαζκι κι βαλε μι μεγλη ταμπλλα που γραφε: "ΕΔΩ Η ΕΛΠΙΔΑ ΜΟΙΡΑΖΕΤΑΙ ΔΩΡΕΑΝ".
     Πιστεω πως θα περσουν πολλ χρνια για να χρειαστε κποιος σ' αυτν τον τπο να γυρψει ελπδα. Ο καθνας χει μπλικη στην ψυχ του. Κι σο τη μοιρζεται με τους λλους, σο τη χαρζει, η ελπδα θα περισσεει.

                                2) Ο Πτρος Κι Η Γοργνα

     Μι φορ κι ναν καιρ νας νεαρς βοσκς, που τον λεγαν Πτρο, ζοσε σ' ναν μορφο τπο, με δροσερ χορτρι που μοσχομριζε και με πανψηλα σκιερ δντρα. Εχε να κοπδι απ διακσια πρβατα, λλα σπρα κι λλα μαρα, λλα αρσενικ κι λλα θηλυκ. Τα κριρια εχαν κρεμασμνη μι μεγλη κουδονα στο λαιμ τους, που ακουγταν απ μακρυ, κι λα τ' λλα πρβατα, οι προβατνες και τ' αρνκια εχαν απ να μικρ κουδουνκι.
     Η πτρινη στνη, που βρισκαν καταφγιο τα προβατκια του το χειμνα, ταν δπλα σ' να μεγλο λιβδι με πλοσια βλστηση. Το καλοκαρι μως, ο Πτρος ανβαζε το κοπδι ψηλ, στο βουν, για να μη ζεστανονται τα πρβατα. Εκε δεν εχαν ανγκη απ στνη γιατ στλιαζαν κτω απ να μεγλο δντρο, δηλαδ σκυβαν το να δπλα στ' λλο τα κεφαλκια τους και τσι δροσζονταν στη σκι. Στο τλος της Ανοιξης και στην αρχ του Φθινοπρου ο Πτρος κατβαζε το κοπδι του στην παραλα, για να γλψουν αλτι τα πρβατα και να κνουν νστιμο γλα.
     Θα ταν στο τλος του Μη ττε που ο Πτρος κατβασε το κοπδι στο γιαλ και, περιμνοντας να ευχαριστηθον τα πρβατ του το αλτι, ξπλωσε στη σκι ενς δντρου για να ξεκουραστε και τον πρε ο πνος.
     Στα βαθει νερ της θλασσας ζονε οι γοργνες και οι τρτωνες κι να σωρ παρξενα ζα και ξωτικ με πολχρωμες ψαρσιες ουρς και σγουρ μαλλι σ' λα τα χρματα. Μονχα οι γοργνες μπορον ν' αποκτσουν πδια για λγο και να περπατσουν στη στερι ταν ψυθιρσουν απ μσα τους για πενντα φορς συνχεια και χωρς το παραμικρ λθος την ευχ:

                                "Φουσκαλοτσιρψαρο
                                  και τσιτσιροβλσταρο
                                  απ φκια κι αχινος
                                  στρειδομυδοπεταλδα
                                  κι αρμυρικομλαμα
                                  πρ' τα λπια δσ' μου πδια
                                  και σου δνω τη μιλι μου
                                  μχρι να ξαναγυρσω
                                  στο νερ να κολυμπσω
"!

     Αν λεγαν και την παραμικρ λεξολα σο βρσκονταν στη στερι, δεν μποροσαν πια να ξαναποκτσουν την ψαρσια τους ουρ και να ξαναγυρσουν στη θλασσα κι μεναν πλον για πντα στη στερι. Ηταν λοιπν πολ επικνδυνο για μι γοργνα ν' αποτολμσει να πε την ευχ αυτ.
     Στα βαθει νερ της θλασσας ζοσε με την οικογνει της κι η Μελανα, μι πεντμορφη καθαρομελχροινη γοργνα με κατμαυρα μαλλι και κτασπρο δρμα σα μαργαριτρι. Η γοργνα εχε δε το παληκρι και την προηγομενη χρονι να σαλαγει το κοπδι στην ακτ και της εχε κνει εντπωση το παρστημα και η λεβεντι του. Τλμησε λοιπν μι μρα να ψυθιρσει για χρη του πενντα φορς συνχεια την ευχ χωρς καννα λθος, παρακαλντας μ' λη της την ψυχ ν' αποκτσει για λγο πδια, για να μπορσει να βγε στη στερι να το δε κι απ κοντ.
     Ετσι κι γινε. Η γοργνα βγκε στη στερι σαν μι πεντμορφη κοπλα και πλησασε το δντρο, που στη σκι του κοιμταν το παληκρι. Μλις εδε η Μελανα τον Πτρο, τον ερωτετηκε αμσως. Της ξφυγε μι μικρ κραυγ θαυμασμο κι ο Πτρος ξπνησε απτομα κι εδε να σκβει πνω του μι θεγυμνη πεντμορφη κοπλα! Τινχτηκε στη στιγμ και πρλαβε να την αρπξει απ' τα μαλλι.
 -"Ποι εσαι και τ ζητς απ μνα"; Ρτησε το παλληκρι.
     Η γοργνα δε μιλοσε, γιατ αν μιλοσε δε θα μποροσε πλον να ξαναγυρσει στο νερ. Θα χανε την μορφη πολχρωμη ουρ της για πντα.
Ο Πτρος μως της πεζε το χρι τσο πολ και την κοταζε βαθει με το αστραφτερ γαλζιο του βλμμα, που η γοργνα το παρομοασε μσα της με λες τις θλασσες του κσμου. Ετσι, δεν μπρεσε ν' αντισταθε και του ψυθρισε την ιστορα της. Συγκινθηκε πολ ο νεαρς βοσκς και της ζτησε να τον παντρευτε. Η γοργνα δχτηκε αμσως και, μετ απ ωρισμνες διατυπσεις, γινε ο γμος. Εκαναν και πολλ παιδι, πντε αγρια και πντε κορτσια και ζοσαν τρισευτυχισμνοι με τα πρβατ τους.
     Κθε φορ μως που κατβαιναν στην παραλα η γυνακα, που δεν ταν πι γοργνα, μελαγχολοσε κοιτζοντας την απεραντωσνη της θλασσας και τραγοδαγε να λυπητερ τραγοδι. Μι, δυ, τρες, δεκατρες φορς κλαψε η γυνακα, την επμενη φορ την κουσε ο ντρας της.
 -"Τ χεις γυνακα μου και κλας"; Τη ρτησε αγκαλιζοντς την.
 -"Τ να 'χω ντρα μου; Στενοχωριμαι που δε βλπω τους γονες και τ' αδλφια μου, δε βλπω λους σους φησα εκε, στα βαθει νερ της θλασσας".
 -"Γι αυτ μου στενοχωρισαι και κλας; Περμενε και θα δες"! Επε ο Πτρος και παργγειλε αμσως να γερ σκαρ, να ωραο κακκι με παν. Σε λγες μρες λη η οικογνεια του βοσκο και της γοργνας μπκε στο κακκι, αφο το φρτωσε με λογς λογς λιχουδις και νστιμους μεζδες.
     Οταν φτασαν στ' ανοιχτ, η γυνακα, που δεν ταν πι γοργνα, ρχισε να τραγουδει το λυπητερ σκοπ της ξαν και ξαν. Δεν πρασε και πολλ ρα και να! Μαζετηκαν γρω απ' το κακι λοι οι συγγενες κι οι παλιο της φλοι. Ο μπαμπς και η μανολα της, τ' αδελφκια της, τ' ανψια κι οι φιλενδες της. Μπλομ! Η Μελανα πεσε στο νερ και κολυμποσε μαζ τους. Φναξε και τα παιδι και τον ντρα της κι πεσαν λοι στο νερ, γνωρστηκαν μεταξ τους και κολυμποσαν λοι μαζ.
     Ο παπος Τρτωνας αγκλιασε τα εγγονκια του και τα μθαινε κλπα για να κολυμπον γργορα και να κνουν μακροβοτια. Η γιαγι η Γοργνα τους δειχνε τρπους, να μαζεουν γργορα πεταλδες χωρς μαχαρι και να τσακνουν αχινος χωρς να τραυματζονται απ' τ' αγκθια τους. Μετ, κατβασαν απ' το κακκι ταψι με τυρπιτες και σπανακπιτες, μεζεδκια, τυρι και σαλατικ, γλυκ και τορτες με μπλικη σαντιγ και σοκολτα, φεραν και οι θαλασσινο γαριδοσαλτες, πνες, μδια κι αχινος κι καναν να αξχαστο τσιμποσι!
     Ο λιος κντευε να βασιλψει, ρχισε πι να βραδιζει και δεν λεγαν να σταματσουν τα γλια και τα χαχανητ. Ττε μλησε ο πατρας της Μελανας, και πρτεινε να μαζεονται εκε κθε χρνο, να γλεντνε και να λνε τα να τους. Συμφνησαν λοι χωρς δισταγμ, φιλθηκαν και αποχαιρετστηκαν με χαρ, περιμνοντας το αντμωμα της επμενης χρονις. Ο Πτρος, η Μελανα και τα πεντμορφα παιδκια τους ανβηκαν στο κακκι κι βαλαν πλρη για την ακτ, εν οι θαλασσινο συγγενες τους τους αποχαιρετοσαν κουνντας τα χρια και τις ψαρσιες ουρς τους!
     Οταν γρισαν στο καλυβκι τους, η γυνακα, χωρς να στενοχωριται καθλου που δεν ταν πι γοργνα, αγκλιασε τον ντρα της πλοντας σε πελγη ευτυχας και του δωσε το πι γλυκ φιλ του κσμου!

                                      3) Το Σιδεροσκοληκο

     Εχετε διαβσει σγουρα κποιες ιστορες, που κποια κοπλλα νεαρς φορει σιδερνια παποτσια και παρνει δρμο και φτνει να λυνει σαμε και τρα ζευγρια απ’ αυτ. Τρα, πς γνεται να λυνουν τα σιδερνια παποτσια, εναι μια λλη ιστορα που θα την πομε εδ πρα.
     Για λα φταει το σιδεροσκοληκο. Το σιδεροσκοληκο εναι να φοβερ σκουλκι τσο δα μικρ. Μια σταλι κι μως κνει τσο μεγλη ζημι. Χνεται που λτε μσα στο σδερο και το μασει αργ αργ -δε βιζεται καθλου- το σδερο δε μπορε ν' αντισταθε και φεγει. Ξεκολλει φλοδες φλοδες, σα να ξεφλουδζεται δηλαδ. Λεπτανει το πχος του, αδυνατζει και στο τλος τρυπει και πει... λυνει κανονικ.
     Μια φορ ταν νας ρχοντας πλοσιος και τρομερς. Εχε στην κατοχ του πολλ χτματα και δση και ολκληρα βουν. Εχε μια λμνη, να κομμτι θλασσα και δυ πανμορφα ποτμια πτιζαν με το νερ τους τα λιβδια του. Οι χωρικο μως που ζοσαν κτω απ' τις διαταγς του ταν πολ στενοχωρημνοι επειδ ο ρχοντας εχε μια καρδι πολ σκληρ, απ σδερο ταν φτιαγμνη.
     Το μνο που τον νοιαζε ταν να κοιτζει τους λογαριασμος του. Καθταν απ' το πρω ως το βρδυ και μελετοσε λογαριασμος. Πσο μεγλο ταν κθε χωρφι και πσο καρπ πρεπε να παργει, τποτ' λλο δεν τον ενδιφερε. Ζητοσε απο τους χωρικος να παραδνουν το σωστ καρπ, -σμφωνα με τους λογαριασμος του σωστ ββαια- χωρς να λαβανει υπ' ψη του τις καιρικς συνθκες, το κουρασμνο χμα που δεν ντεχε απανωτς σπορς, τις ακρδες που κατ καιρος πεφταν στο βις του. Οποιος δεν φερνε τη "σωστ" ποστητα καρπο πρεπε να φει σαρντα βουρδουλις στην κατακαημνη του πλτη και να κψει απ' το φαγητ της οικογνεις του μια μερδα την ημρα.
     Οι χωρικο εχαν απελπιστε, πεινοσαν κι αυτο και τα παιδι τους, τα ροχα τους εχαν γνει κουρλια. Ν' αντισταθον στον ρχοντα δεν υπρχε ελπδα, επειδ εχε να φοβερ στρατ με στρατιτες που ταν εξοπλισμνοι σαν αστακο. Το στρατ του τον πρσεχε πολ ο ρχοντας. 'Αστραφταν οι φορεσις απ πστρα, καλογυαλισμνα κουμπι στις στολς και τα ολοκανουργια πλα των στρατιωτν ταν τελευταας τεχνολογας και καλολαδωμνα. Βλη και φαρτρες και ασπδες, λα εξαιρετικ, φερμνα απο τη Βενετι. Οι πανοπλες απο το Τολδο καθς και τα σπαθι και τα κοντομνικα μαχαρια.
     Που να κουνηθον οι χωρικο... Εβλεπαν τα παιδι τους να ξενητεονται μλις πατοσαν τα δεκξι και σιγκλαιγαν οι μανδες κι οι πατερδες, που αναγκαστικ μεναν πσω. Εδε ο ρχοντας πως φευγε σιγ σιγ ο λας του κι αντ να κτσει να σκεφτε το γιατ, βγαλε μια διαταγ να κλεσουν τα σνορα. Μνο θα μπαιναν στη χρα του, κανες δεν επιτρεπταν να φγει. Ποις μως ν 'ρθει σ' αυτ την κακομοιριασμνη χρα; Οπου γυρνοσε το μτι, φτχεια και δυστυχα. Μνο στους στρατνες και στον πργο του ρχοντα υπρχε κτι που θα μποροσε να ονομαστε χαρ. Οι κουζνες μοσχομριζαν ψητ κρατα και γλυκ και φαγι καλομαγειρεμνα. Μνο εκε υπρχαν μορφα ροχα και στολς λαμπερς. Στους δρμους και στα χωρφια κυκλοφοροσε μια σκτη κουρελαρα απ πεινασμνους ξερακιανος ανθρπους που σερνντουσαν κυριολεκτικ.
     Μια μρα μως ξημρωσε κι φεξε ο τπος. Ηρθε μια πεντμορφη κοπλα, που ταν κρη κποιου χωρικο. Ελειπε πολ καιρ, εχε πει σε μια θει της απ τα πντε της χρνια, πεθμησε μως μεγαλνοντας να δει ξαν τους δικος της κι τσι γρισε στη χρα του ρχοντα. Η μνα της εχε πεθνει κι ο πατρας της δε χρηκε καθλου που την εδε επειδ σκφτηκε το κακ που την περμενε, τη φτχεια και την πενα. Η κοπλα παραξενετηκε που ο διος της ο πατερολης κλαιγε σφγγοντς τη στην αγκαλι του και τονε ρτησε:
 -"Γιατ πατρα μου κλας; Δε χαρεσαι που γρισα κοντ σου";
 -"Τι να χαρ κορολα μου; Δε βλπεις τι γνεται 'δ πρα; Μαρη δυστυχα μας χει πλακσει μ' αυτ τον ρχοντα το σκληρκαρδο".
 -"'Ασε πατρα να το σκεφτ. Εχω μια ιδα, να δω πως μπορ να τη βλω σ' εφαρμογ".
    
Ετσι επε η κοπλα και, αφο φαγε μια μπουκι φα, πεσε να ξεκουραστε, να κοιμηθε για να σκεφτε καλτερα. Ετσι γνεται συνθως. Οταν βζουμε μια ιδα στο νου μας πρπει να την "κοιμηθομε". Να κοιμηθομε μαζ της δηλαδ, για να μπορσει να μπει σε τξη και το πρω να ξυπνσουμε μ' να σχδιο ολοκληρωμνο στο μυαλ μας. Ας πομε πως το κνουμε με τα μαθματ μας. Διαβζουμε το βρδυ και κοιμμαστε νωρς μ' αυτ στο νου και το πρω ξυπνμε με φρσκο μυαλ και μ' λα τα μαθματα στη θση τους κι εμαστε στο σχολεο ξεφτρια! Ετσι κι η κοπλα. Κοιμθηκε νωρς και το πρω ξπνησε πολ χαρομενη κι επε του πατρα της:
 -"Πατρα βλε μου να πιω λγο γλα και δσε μου μια γαβθα να την πω στον ρχοντα".
 -"Μετ χαρς κρη μου".
    
Εβαλε ο γρο-πατρας γλα να πιε η κρη του, γμισε και μια γαβθα για τον ρχοντα. Ηπιε η κοπλα το γλα, ντθηκε, στολστηκε, ροδομγουλη και γελαστ, ξεκνησε για τον πργο. Οι στρατιτες που την βλεπαν τη χαιρετοσαν κι νθιζε η ψυχ τους με τ' μορφο χαμγελ της κι οτε που σκφτηκε κανες τους να τη ρωτσει απ που ρχεται και που πηγανει. Φτνει που περνοσε ανμεσ τους και τους δρσιζε με την παρουσα της. Φτνει κποια στιγμ η κοπλα στο παραπρτι του πργου. Εκε στεκταν νας στρατιτης γριος μ' να σκλαρο δπλα του.
 -"Ποι εσαι και τι ζητς στον πργο του ρχοντα";
 -"Μια κοπλα εμαι και του φρνω γλα φρσκο απο την προβατνα μου".
 -"Καλ, ντε πρασε"
! Της απντησε κεραυνοβολημνος κι αυτς απο το γλυκ της χαμγελο.
     Μια και δυο λοιπν, ρχισε η κοπλα ν' ανεβανει τα σκαλι μχρι που 'φτασε στη κμαρη του πργου, που καθταν ο ρχοντας τριγυρισμνος απ' τους λογαριασμος του. Χαρτι και χαρτκια να γρω κι αυτς στη μση να λογαριζει ξαν και ξαν. Η κοπλα χτπησε την πρτα. Τακ-τακ-τακ. Σκωσε ο ρχοντας ξαφνιασμνος το κεφλι του, την κοταξε και τη ρτησε:
 -"Ποι εσαι και τι θλεις εσ εδ πρα";
 -"Εμαι μια κρη που γρισα απ' την ξενητει κι φερα φρσκο γλα να το πιε η αφεντι σου να συχωρνει τη μανολα μου την αποθαμνη".
 -"'Αντε, φρτο να το πι. Μμμμ καιρ χω να πι τσο νστιμο γλα"
! Επε ο ρχοντας κι δειασε τη γαβθα μονοροφι.
     Του ρεσε τσο πολ και το γλα μα κι η χαριτωμνη, χαμογελαστ κοπλα, που ζτησε να του ξαναφρει γλα και το επμενο πρω. Εφυγε πετντας η κρη του χωρικο και γρισε στο ταπειν καλυβκι της. Ελουσε τα λαμπερ μαλλκια της που χρσιζαν στον λιο κι ρχισε το τραγοδι. Την κουσε ο γερο-πατρας γυρζοντας απ' το χωρφι και τη ρτησε:
 -"Τ τραγουδς κορολα μου; Τραγουδς τη μιζρια μας; Τραγουδς τη φτχεια και την κακομοιρι μας";
 -"Οχι, πατερολη μου. Τραγουδω λα τα καλ του κσμου που θ 'ρθουν στο φτωχικ μας. Τραγουδω λα τα καλ το κσμου που θ 'ρθουν στη χρα μας, σε λους τους ανθρπους, σ' λες τις οικογνειες".

     "Πει, τρελλθηκε το κοριτσκι μου", σκφτηκε ο γρο-χωρικς και φοβθηκε να της ξαναμιλσει. Ετσι εναι. Αν δομε κποιον που διαφρει κπως απ μας, φοβμαστε. 'Αμα κποιος λει τα πργματα διαφορετικ απ μας, αντ να προσπαθσουμε να τον καταλβουμε, φοβμαστε και πλι. Ετσι εμαστε εμες οι νθρωποι. Απ την λλη μερι πλι, θλουμε να μας καταλαβανουν λοι χωρς να τους εξηγομε τα δικ μας λγια. Μυστρια η ψυχ κι ο νους του ανθρπου. Ετσι εναι μως και μονχα αν θλουμε εμες οι διοι μπορε ν' αλλξει κποτε αυτ.
     Η κοπλα δεν εχε τρελλαθε. Καθλου μλιστα. Εχε το σχδι της. Για να φτσει απ' τη μακριν χρα της θεις της εχε λυσει δυ ζευγρια σιδερνια παποτσια. Σκφτηκε λοιπν να βλει να σιδεροσκοληκο μσα στο γλα που πινε ο ρχοντας, για να λυσει σιγ-σιγ το σδερο που κρατοσε φυλακισμνη την καρδι του. Απλ πργμα και πως δεν τ 'χε σκεφτε κανες μχρι ττε; Συνχισε να του πηγανει μια γαβθα γλα κθε πρω κι ο ρχοντας τ 'πινε με μεγλη ευχαρστηση.
     Πρασαν νας μνας, δυο μνες, στους τρες μνες απνω, ο ρχοντας επε ν' αφσει για λγο τους λογαριασμος του και να κνει μια βλτα με τ' λογο στα χωρφια του. Εκε εδε χωρικος αδνατους να σρνουν με κπο τα εργαλεα για να σκψουν και να σπερουν. Εδε κουρελιασμνα ροχα και καπλα ξεσκισμνα. Εδε χωρφια αραιοφυτεμνα σαν του σπανο τα γνια. Ξρετε πως εναι του σπανο τα γνια, ε; Μια τρχα φυτρνει εδ κι η λλη δυ δχτυλα πιο πρα. Ετσι και τα χωρφια απ' το πολ δολεμα. να φυτ εδ και τ' λλο να μτρο πρα πρα. Ετσι ακριβς που σας το λω. Απρησε ο ρχοντας. Πγε κοντ σ' να γεροντκο και τονε ρτησε:
 -"Τ συμβανει γρο μου στα χωρφια μου; Και γιατ οι νθρωποι εναι τσο συφοριασμνοι; Επεσε λιμς και δε μο 'πατε τποτα; Γιατ";
 -"Τ να σου πω ρχοντ μου! Δε συμβανει κτι που να μη το ξρεις. Τσες φορς ερχμαστε στον πργο σου και σου λμε κθε φορ τι γνεται κι εσ, χωμνος στους λογαριασμος σου, οτε μας δνεις σημασα, μνο λο ζητς και ζητς..."

     Ο γρο-χωρικς αυτς, μλησε τσι θαρρετ επειδ ταν πολ γρος και δεν εχε τι να φοβηθε. Ετσι κι αλλοις ο θνατος τον περμενε. που ν 'ναι θ 'φηνε το μταιο τοτο κσμο για να πει στον λλο, χωρς τη μεσολβηση κανενς, οτε και του ρχοντα. Προχρησε ο ρχοντας να πει παρακτω να δει κι λλα, να δει τι συμβανει στη χρα του. Πγε προς τα βοσκοτπια. Κπου εκε κοντ ταν κι η κοπλα που εχε ρθει να τασει τα προβατκια της. Μλις τη βλπει ο ρχοντας πει προς το μρος της και της λει:
 -"Τα 'ξερες λα τοτα που συμβανουν στη χρα μου; Γιατ δε μο 'πες τποτα";
 -"Τ να σου πω ρχοντ μου; Τσα χρνια σου λνε και σου λνε, μα 'συ εχες το νου σου, στις τιμωρες και στα πλα. Εδ οι νθρωποι πειννε, η γη χει αγριψει και ζητει να ξεκουραστε λιγκι. Δες το και μνος σου. Μαρη φτχεια και δυστυχα βασιλεει κι η εξουσα σου χωρς γη κι υπηκους τι θα γνει; Θα σβσει".
    
Η κοπλα μλησε τσι επειδ κατλαβε πως το σιδεροσκοληκο εχε κνει τη δουλει του στην καρδι του ρχοντα. Αν σ' να χρνο τρει να ζευγρι σιδερνια παποτσια, δε θα φει το σδερο της καρδις πνω στο τρμηνο; Τ λτε κι εσες, ε; Δε φοβτανε λοιπν μη τη τιμωρσει ο ρχοντας και μλησε κι αυτ θαρρετ σαν το γρο-χωρικ αλλ γι λλο λγο. Ο ρχοντας την βαλε πνω στ' λογ του και κνησαν να δονε λα σα συνβαιναν στη χρα του. Οσο προχωροσε, τσο το χαμγελο σβηνε απ' τα χελη του μχρι που γινε σκυθρωπς και φτνοντας στον πργο βαλε τα κλμματα στον μο της κοπλας, λγοντς της:
 -"Αχ! Τ ανητος που μουνα! Θα με συχωρσεις ποτ; Ντρπομαι που το λω αλλ δεν τολμ ν' αντικρσω το πρσωπ σου, φοβμαι να σου ζητσω να μου χαμογελσεις ξαν. Αναρωτιμαι αν υπρχει γιατρει για λο αυτ το κακ..."
 -"Και ββαια υπρχει γιατρει ρχοντ μου! Μη στενοχωρισαι κι λα θα γνουν μορφα, πως πριν απο χρνια. Πμε στην κμαρ σου να σου εξηγσω".
    
Πγαν στην κμαρη κι εκε η κοπλα μζεψε λους τους λογαριασμος και τους ριξε στη φωτι. Πγε μετ στη κουζνα και παργγειλε να ζεστ ρφημα για να πιονε με τον ρχοντα. Οταν ρθε το ρφημα, πνοντας γουλι-γουλι του διηγθηκε την ιστορα της γης, που θλει που και που να ξεκουρζεται, του διηγθηκε την ιστορα του ανθρπου, που ζητει που και που τη χαρ για να ζεστανει την ψυχολα του. Ετσι εν' ο νθρωπος. Μπορε να ζε χωρς ψωμ μα βρσκει λγη χαρ, αλλ χωρς ψωμ και χωρς χαρ η ζω του περνει γργορα, φεγει και δεν ξανρχεται. Του διηγθηκε την ιστορα του χαμγελου που ανθζει σε χελη που δεν χουν μαραθε απ' τη στρηση και τη στενοχρια κι λλες πολλς ιστορες. Ο ρχοντας απρησε:
 -"Πς μως εσ κοπλα μου σουνα χαμογελαστ";
 -"Ημουνα χαμογελαστ ρχοντ μου, επειδ εχα χρνια να δω τον πατρα μου και τον εδα. Ημουνα χαμογελαστ γιατ εχα ενα καλ σκοπ στη ζω μου, να σσω εσνα και τη χρα μας απ το κακ".
     Εκε πνω του διηγθηκε και την ιστορα με το σιδεροσκοληκο. Ο ρχοντας βαλε τα γλια και στρθηκε στη δουλει. Φναξε και του φραν να μεγλο κομμτι χαρτ, που γραψε καινοργιο νμο για να εναι πντα η χρα του ευτυχισμνη. Ενα Νμο για την ξεκοραση της γης, να Νμο για τη χαρ των ανθρπων, να Νμο για το στρατ του, να εναι δηλαδ στρατς που πολεμει μνο τον εχθρ κι χι τους δικος του υπηκους. Στο τλος βαλε την υπογραφ του και απ κτω γραψε να εναι η κοπλα αυτ -που τη λγαν Αβρακμη- η πρτη συμβουλατρισσ του κι μα πεθνει, να γνει κληρονμος της περιουσας του.
     Η Αβρακμη δε συμφνησε με τον τελευταο ρο και σα συμβουλατρισσα που ταν τον λλαξε κι βαλε τον ρχοντα να γρψει πως, μετ το θνατ του, κληρονμοι θα ταν λοι οι κτοικοι της χρας του. Ετσι κι γινε. Οταν πθανε ο ρχοντας γνηκαν μεγλα γλντια μετ την κηδεα του. Εμεινε στην ιστορα της χρας ως "ο 'Αρχοντας-Καλκαρδος". Του στσαν να ψηλ γαλμα, που τανε καβλα στ' λογο και ζσαν αυτο καλ κι εμες καλτερα.

                                          4) Το Μυρμηγκκι

     Μια φορ, σε μια μικρ φωλι κτω απ τη γη, ζοσε να μυρμηγκκι. Ηταν πανμορφο, με χρυσξανθο κορμκι και φοροσε παπουτσκια στο διο ακριβς χρμα. Τα μυρμηγκκια φορνε μονχα παποτσια, επειδ περπατνε συνχεια για να βρονε την τροφ τους. Κνουν τσο μακρυνος αναγκαστικος περιπτους κθε μρα, σα να πηγανει νας νθρωπος Αθνα-Πτρα και να γυρνει κιλας! Κουραζταν πολ το καημνο το μυρμηγκκι, αλλ δε γινταν αλλοις. Επρεπε να μαζψει αρκετ τροφ για το χειμνα, χρια που λογριαζε να παντρευτε κιλας. Χρειαζταν λοιπν αρκετ τροφ.
     Τα μυρμηγκκια ζον σε μεγλες ομδες. Στον τπο μως που ζοσε το δικ μας μυρμηγκκι, ταν το τελευταο που εχε απομενει μετ απ μια μεγλη καταστροφ. Ετσι, τρα ταν το πρτο που θα ξεκινοσε μια καινοργια ομδα μυρμηγκιν. Γι αυτ σκεφτταν να παντρευτε μια καλ κι μορφη μυρμηγκτσα, να γεννσουν πολλ μικροτσικα μυρμηγκκια και να ζσουν λα μαζ στη φωλτσα τους κτω απ τη γη ευτυχισμνα.
     Πως και πως περμενε αυτ τη μρα το μυρμηγκκι μας! Φανταζταν να ξημερνει μια μορφη λιακδα και να βγανει απο τη φωλι του με τα χλια μρια παιδκια του και τα εγγονκια του, να κνει τους αναγκαστικος  μακρυνος περιπτους του με παρα πλον... "Το θλω πολ αυτ και σγουρα θα το πετχω" σκεφτταν κι παιρνε κουργιο να συνχιζει τις κουραστικς πορεες.
     Μια μρα, εκε που ετοιμαζταν να βγει απ την τρπα της φωλις του, εδε να μεγλο σπρο να χει πσει μσα. "Πω-πω" επε μσα του "τι μεγλος σπρος! Δε θα μποροσα με τποτα να τον κουβαλσω μονχο μου". Βγκε μως απο τη φωλι κι ρχισε το περπτημα. Περπτησε πολ εκενη την ημρα χωρς αποτλσμα. Ξεθεωμνο γρισε το σορουπο, χοντας μαζψει μονχα κτι μικρ ψιχουλκια. "Δεν πειρζει, αριο πλι" επε κι πεσε να κοιμηθε.
     Το λλο πρω που σηκθηκε ξημερματα για να ξανακινσει, βρκε δυο μεγλους σπρους στη φωλτσα του. "Μπα! Τυχερ που εμαι"! σκφτηκε κι πως ταν κουρασμνο, ξπλωσε να κοιμηθε λιγκι ακμα. Θα βγαινε αργτερα στο σεργινι. Οταν ξπνησε, βρκε κι λλους σπρους, μορφους και ζουμερος. "Εχω μεγλη τχη φανεται, θα γνει γργορα πραγματικτητα το νειρ μου" επε μσα του κι αφθηκε στην καλ του τχη πως πστευε.
     ξω απ τη φωλι μως παραφλαγε νας μεγαλομπμπουρας που δεν θελε μυρμγκια στη γειτονι του. Ετσι σκφτηκε να πονηρ σχδιο για να εξολοθρψει και το τελευταο μυρμηγκκι που εχε απομενει. Θα το τζε πολ μχρι που να χοντρνει και να μη μπορε να βγει απ τη φωλι του. Ετσι, με τα σπρια που ρριχνε κθε μρα, εχε βλει 'μπρος το καταχθνιο σχδι του.
     Το μυρμηγκκι μας ταν εντελς απονρευτο. Χαιρταν πολ για τα σπρια που μπαιναν μνα τους στη φωλι του -τσι πστευε τουλχιστον- και σιγ σιγ ξμαθε το περπτημα. γινε να τεμπλικο μυρμγκι, που λο τρωγε κι λο ξπλωνε. Εχε παχνει πολ και το πχος κανε και το μυαλουδκι του δυσκνητο. Μια μρα μως επε να βγει λγο να δει τι γνεται ο ξω κσμος.
     Ανεβανει προς την τρπα εξδου της φωλις κι παθε πλκα, που λμε! Δε χωροσε με τποτα να περσει απο εκε. Στριμχτηκε, σπρωξε το χμα, τποτα. Φναξε βοθεια, αλλ δεν υπρχε ψυχ να το ακοσει, μονχα ο μεγαλομπμπουρας το κουγε κι τριβε την κοιλι του απο ευχαρστηση.
 -"Χαχαχα, ρθε το τλος σου μυρμηγκκι"! φναξε με την τσιριχτ φων του.
     Το μυρμηγκκι ττε ακριβς κατλαβε το παιχνδι εξντωσης, που του παιξε ο μεγαλομπμπουρας. Δεν απντησε, οτε επε τποτα, μονχα κατφερε να ξεσφηνσει το κορμκι του και να κατβει πλι στη φωλι του. Σκφτηκε πολ σοβαρ πως τα εκολα αποκτματα, αυτ που λαβανεις απο λλους χωρς κπο, ωφελον εκενους που στα δνουν και πως το πιθαντερο εναι να σε βλψουν. Με τη σκψη αυτ δεν παραιτθηκε απ την προσπθεια να πετχει το σκοπ του. Αποφσισε να μη τρει τποτα σχεδν για λγες μρες. Να του δεξει του παλιομπμπουρα!
     Ετσι κανε και κατφερε να βγει απο τη φωλι του, να ξανακνει τους αναγκαστικος μακρυνος περιπτους αναζητντας τροφ. Σε να περπατο απ' αυτος γνρισε τη μυρμηγκτσα των ονερων του. Τον αγπησε κι εκενη πολ, πγαν μαζ στη μυρμηγκοφωλτσα, καναν να σωρ μυρμηγκοπαιδκια κι ζησαν ευτυχισμνοι ως τα βαθει τους γερματα, μχρι που εδαν και τρισγγονα!
     Ο γερομυρμηγκοπαπολης δεν ξεχνοσε να διηγηθε το νεανικ του πθημα, σε κθε μυρμηγκκι που ξετσομιζε κι κανε τον ξυπνο στα λλα, παρασυρμνο απο την ορμ της ηλικας του. Ολα μα λα τα μυρμηγκκια μαθαν αυτ την ιστορα και ποτ καννα δεν παθε το διο με το μυρμηγκοπαπολη του. Επαθαν λλα, μα αυτ εν' λλο παραμθι...

"Εμπνευσμνο          
 απ μιν ατκα           (Παραμθια σχδια για σενρια θεατρικ)
του φλου Criskkk...
"

                                             5) Η Σκοντσα

     Σ' να σκοτειν υπγειο ζοσε η μικρ Σκοντσα με τη μαμ της, το μπαμπ της, τον παππο, τη γιαγι, τους θεους και τις θεες και πολλ πολλ ξαδελφκια. Ζοσαν λοι μαζ ξαπλωμνοι πνω σε χαρτοκοτια, σε παλι βιβλα, σε μπγους απο ροχα παλι και σε ξεχαρβαλωμνα πιπλα.
     Πολ ψηλ, πνω στον λιο, ζοσε μια μικρολα παραπονεμνη ηλιαχτδα. 'Ενοιωθε τσο μνη, που λη μρα παρακαλοσε τον πατρα της τον λιο, να της βρε συντροφι. Ο λιος της λεγε πως ταν ρθει η ρα και μεγαλσει θα τη στελει στη γη, που σγουρα θα την περμεναν του κσμου οι εκπλξεις!
     Οταν ρθε εκενη η ρα -ντλα μεσημρι καλοκαιριο ταν- στειλε ο λιος την κορολα του στη γη, σε μια χαραμδα μιας πρτας, να βρει την τχη της. Δυσκολετηκε λιγκι η λαμπερ μικρολα ηλιαχτδα, αλλ τελικ πρασε απ' τη χαραμδα και βρθηκε μσα σ' να θεοσκτεινο χρο γεμτο παλιοπργματα. "Αχ", σκφτηκε, "τι θα κνω εδ μσα; Τι καλ που μουνα με τον πατρα μου τον κυρ-Ηλιο και τις αδελφολες μου τις λαμπρς ηλιαχτδες..."
     Η Σκοντσα δε θ 'ξερε κν πως υπρχει, αν δεν μπαινε μια μρα μσα στο σκοτειν υπγειο, η μικρολα λαμπερ ηλιαχτδα μσ' απ' τη χαραμδα της πρτας. Χρη σ' αυτ τη μικρ χαραμδα φεξε ο χρος, με τη λεπτ λουρδα απ φως που μπκε ορμητικ, δνοντας ζω σ' αυτν και στην οικογνει της.
     Μλις μπκε η ηλιαχτδα λες οι σκνες -κι η μικρ Σκοντσα μαζ τους ββαια- σηκθηκαν κι ρχισαν να τρελλ χορ πνω της! Χρηκε τσο πολ η ηλιαχτδα που δεν ταν πια μνη της! Αρχισε να παζει κι αυτ με τη Σκοντσα και την παρα της κι μοιαζαν -ηλιαχτδα και σκνες- σαν να βαγνι τρνου γεμτο χαρομενους επιβτες. Πδαγε η μικρολα λαμπερ ηλιαχτδα απο τοχο σε τοχο, κι απ' το πτωμα αντανακλοσε στο ταβνι, γεμτη χαρ που εχε δσει ζω στους φλους της! Περνοσε μσ' απ κουρελιασμνες κουρτνες, γγιζε τα σκωροφαγωμνα πιπλα, χδευε τα κατασκονισμνα βιβλα...
     Η Σκοντσα κι λες μαζ οι σκοντσες του υπογεου χρευαν μαζ της να τρελλ χορ που τελειωμ δεν εχε! Κντευε να βραδυσει μως κι η λαμπερ ηλιαχτδα πρεπε να γυρσει στο σπιτκι της, κοντ στον πατρα της, τον λιο. Ολο και μκραινε λοιπν σιγ-σιγ πλησιζοντας προς τη χαραμδα απ' που εχε μπει. Η Σκοντσα κατλαβε πως πλι θ 'μενε μοναχολα της στο σκοτδι, πως ο χορς θ 'πρεπε να πρει τλος...
 -"Μη φεγεις καλ μου φλη"! Φναξε στην ηλιαχτδα.
 -"Θα 'ρθω αριο πλι να παξουμε, αν δεν χει συννεφι"! Απντησε η ηλιαχτδα.
     Πρασε πολς καιρς κι η μορφη φιλα της Σκοντσας με την ηλιαχτδα, νθιζε κθε μρα και περισστερο. Πρασε μως το καλοκαρι κι ρθε ο χειμνας με πολλ συννεφι και κρο. Οι μρες μκρυναν και σκοτενιαζαν νωρς, ακμα κι ταν δεν ταν συννεφιασμνες. Ολο και λιγτερο βλεπαν οι δυο φιλενδες η μι την λλη, σπου μι μρα η ηλιαχτδα δεν κατβηκε καθλου στη γη. Ο κυρ-Ηλιος δεν φησε τη μικρ κορολα του να διακινδυνψει μια βλτα στη χειμωνιτικη ατμσφαιρα.
     Η Σκοντσα ταν απαρηγρητη. Ξπλωσε ξαν σ' να παλι μπαολο κι ρχισε να κλαει. Την πλησασε ττε η γιαγι της, μια γρικη, παχι σκνη και της επε λγια που την καναν να χαμογελει, ταν θυμταν τις μορφες μρες που εχε ζσει, χορεοντας πνω στη μικρ ηλιαχτδα παρα με τους συγγενες της. Θυμταν... ναι, θυμταν... κι ταν πολ ευτυχισμνη, επειδ τρα γνριζε πως δεν ταν μια τυχαα σκοντσα. ξερε τι ταν, ξερε ποι ταν, χρη στη φλη της. Τη λαμπερ μικρολα ηλιαχτδα!
     Μια ανοιξιτικη μρα, ταν η ηλιαχτδα ετοιμαζταν να ξανακατβει στη γη, μερικο εργτες νοιξαν την πρτα του υπογεου. Καθρισαν καλ το χρο, ρριξαν μπλικο νερ κι διωξαν λες τις σκνες. Η Σκοντσα παρασρθηκε μαζ με λλες σκνες, διαφρων ηλικιν και μεγεθν, προς να μικρ ρυκι. Κολυμποσε θλοντας και μη, προσπαθντας να κρατηθε απ κπου, να μη χαθε. χασε τους γονες, τ' αδερφκια, τα ξαδερφκια, τη γιαγι, τον παπο κι λους μα λους τους συγγενες της. Εκε που πστευε πως μταια πλευε να σταθε στην επιφνεια του ρυακιο, να κλαρκι βρθηκε μπροστ της λγοντας:
 -"Ελα, σκαρφλωσε πνω μου μικρ Σκοντσα"!
 -"Αχ! Ν 'σαι καλ μικρ μου κλαρκι! Ευχαριστ που με δχεσαι να σταθ πνω σου". Και μ' να πδο βρθηκε πνω στο κλαρκι να ταξιδεει προς το γνωστο. Ταξδευαν μρες πολλς το κλαρκι  με τη Σκοντσα, σπου ρθε το καλοκαρι και το ρυκι στρεψε. Ξερθηκε εντελς. Εκε βρκε η μικρολα ηλιαχτδα τη φιλενδα της και ξανρχισαν τα παιχνδια κτω απ' τα φυλλματα των δντρων.
     'Αρχισαν να διηγονται πως πρασαν το χειμνα, να λνε τις περιπτειες και τα βσαν τους. Το κλαρκι γινε, μαζ με τη Σκοντσα, ο καλτερος φλος της μικρολας ηλιαχτδας. 'Απλωσε το κορμκι του, μχρι που η μικρολα ηλιαχτδα το ζστανε και το στγνωσε εντελς. Πρασαν οι τρεις τους μορφες καλοκαιρινς μρες, γεμτες χαρ και διασκδαση.
     Ο χειμνας δεν ργησε να ξανρθει φρνοντας κρο και βροχς, σννεφα και σκοτεινι. Η μικρολα ηλιαχτδα γρισε στο ουρνιο σπιτκι της κι η Σκοντσα μεινε στη γη να περιμνει τι θα της συμβε, κοντ στο κλαρκι, το φλο της. Δεν περμενε και πολ γιατ μια μρα ρθε να παιδκι και μζεψε το κλαρκι για προσναμμα στο τζκι. Ετρεξε χαρομενο στη μαμ του λγοντας:
 -"Κοτα μαμ τι μορφο κλαρκι! Εναι κατξερο, τι πρπει για προσναμμα"!
     Το βρδυ της διας μρας ναψε το τζκι του φτωχικο, με τη βοθεια του μικρο κλαριο. Η Σκοντσα ττε ανβηκε απ' την καμινδα μαζ με το κλαρκι, που γινε καπνς, πολ χαρομενη που θα συναντοσε την καλ της φλη, τη μικρολα ηλιαχτδα εκε ψηλ στον ουραν...

     (Τα παραμθια που διαβζετε εναι κατοχυρωμνα για την πνευματικ ιδιοκτησα στο αρμδιο τμμα της Εθνικς Βιβλιοθκης.)

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers