Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Θέατρο-Διάλογοι 

h. ΘΕΑΤΡΙΚΑ ΜΟΝΟΠΡΑΚΤΑ ΤΟΥ ΑΔΗ 2ο: Δειλινό Όραμα Πριν Το Δείπνο

 

                                           ΠΡΟΣΩΠΑ:
         Χορός απαρτιζόμενος από ριζοσπαστικούς, πολυχλευασμένους, μπουρδολόγους, ρακένδυτους φιλόσοφους που δεν αφήσανε κανένα σημάδι πίσω τους όσο ζήσανε! Που εν γένει αναλώσανε τη ζωή τους σε αμπελοφιλοσοφίες κι ατέρμονες συζητήσεις χωρίς καμία ουσία! Οι δυό κορυφαίοι, Πυρφέρνης κι Αναφλέξανδρος (πρόσωπα κι ονόματα εντελώς φανταστικά) και τρεις τραγικές γυναίκες της αρχαιότητας: Ιοκάστη, Αντιγόνη κι Ισμήνη!
                                           ΣΚΗΝΙΚΟ:
          Ο 'Αδης 
                                           ΣΤΟΡΥ:
          Οι δυο κορυφαίοι κουβεντιάζουν ανούσια συνεχώς, αλλά κάποια στιγμή όπου η κουβέντα μπαίνει σε κάτι ενδιαφέρον αρχίζει και το έργο. Μιλάνε για τη τύχη και στη κουβέντα αυτή εμπλέκονται ως μάρτυρες κατά κάποιο τρόπο κι οι ηρωίδες. Για να μη κουράσουμε, θα πιάσουμε το νήμα της κουβέντας από 'κει που αρχίζει να γίνεται ενδιαφέρον.

                                         ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ
   (Χώρος γυμνός, ζέστη, οστά και κρανία. Σ' ένα μακρύ οστέινο πάγκο, κάθονται οι του χορού κι ακουμπάνε σ' ένα μακρύ, επίσης οστέϊνο, χαμηλό τραπέζι. Είναι ρακένδυτοι όπως όλα τα πρόσωπα του έργου. Οι πάλαι ποτέ ακριβοί τους χιτώνες έχουν πια φθαρεί και δείχνουν να κρέμονται πάνω τους. Ιδρωμένοι επίσης και κάτισχνοι. Τα μαλλιά δείχνουν άπλυτα ανάκατα και τα γένια των αντρών μπλεγμένα κι άγρια. Οι δύο ενάντιοι, λογομαχούν διακριτικά εδώ κι ώρα. Αδιαφορούμε. Όμως τώρα το αυτί πιάνει ένα ενδιαφέρον νήμα...)  

ΠΥΡΦΕΡΝΗΣ: ...Ναι, πιστεύω τελικά πως η τύχη δεν είναι εντελώς προδιαγεγραμμένη. Κάπως την επηρεάζουν καταστάσεις, οι ίδιοι οι άνθρωποι και φυσικά άλλα προμελετημένα μεγάλα συμβάντα που μπορεί να γίνουν.
ΑΝΑΦΛΕΞΑΝΔΡΟΣ: Εγώ αντίθετα πιστεύω πως ότι είναι να συμβεί, θα συμβεί, ο κόσμος να χαλάσει.
ΠΥΡΦΕΡΝΗΣ: Εκτιμώ πως δεν έρχεσαι σ' άμεση αντιπαράθεση μ' ότι λέω κι αυτό το θεωρώ επιτέλους μεγάλη αλλαγή από 'σένα.
ΑΝΑΦΛΕΞΑΝΔΡΟΣ: Μα τι λες; Ίσα-ίσα, υποστήριξα πως ότι είναι προκαθορισμένο να γίνει θα γίνει, αλλά ότι μπορεί αυτό σε μας να φτάσει σαν ένα τυχαίο συμβάν.
ΠΥΡΦΕΡΝΗΣ: Ε, το ίδιο δε λέμε; Κι εγώ είπα ότι δεν υπάρχει τύχη, αλλά εμείς οι ίδιοι κυρίως, επηρεάζουμε έτσι κι αλλιώς τα γεγονότα. Υπάρχει πολύ κοινό πεδίο στις πεποιθήσεις μας.
ΑΝΑΦΛΕΞΑΝΔΡΟΣ: Διαφωνώ! Τουναντίον! Υπάρχει ελάχιστο! Πρόσεξε ένα παράδειγμα κι εσείς οι άλλοι πέστε μου αν έχω δίκιο.
ΠΥΡΦΕΡΝΗΣ: Είμαι πολύ περίεργος να ακούσω και συμφωνώ, να κρίνουμε όλοι μας.
ΑΝΑΦΛΕΞΑΝΔΡΟΣ: Ένας άντρας ξυπνάει λιγάκι αργά το πρωί να πάει στη δουλειά του. Έτσι ξεκινάει βιαστικά κι ενδεχομένως απρόσεκτα. Στο δρόμο, δε προσέχει, σκοντάφτει και στραμπουλίζει τον αστράγαλό του. 
ΠΥΡΦΕΡΝΗΣ: (περιμένει ν' ακούσει μα ο Αναφλέξανδρος σταματά εκεί και τον κοιτάζει ερωτηματικά). Ε, ωραία. Λοιπόν; Τι;
ΑΝΑΦΛΕΞΑΝΔΡΟΣ: Τι λοιπόν. Σ' ακούω. Πες. Τι πιστεύεις;
ΠΥΡΦΕΡΝΗΣ: Α! Εεεε... χμμμ ...εεε... (ξεροβήχει λιγάκι, σκέφτεται...) Λοιπόν είναι θέμα τύχης, μα σαφώς επηρεασμένης.
ΑΝΑΦΛΕΞΑΝΔΡΟΣ: Πώς το λες;
ΠΥΡΦΕΡΝΗΣ: Γιατί άργησε να ξυπνήσει; Ήπιε τη προηγούμενη; Ξενύχτησε; Το πιθανότερο. 'Αρα, είχε συμμετοχή. Τα λέω σωστά;
ΧΟΡΟΣ: Σωστή η σκέψη κι η φράση. Μα το ξέρουμε αυτό;
ΑΝΑΦΛΕΞΑΝΔΡΟΣ: Δεν έχει σημασία. Εσύ λες πως επέδρασε το ενδεχόμενο ξενύχτι. Ίσως. Μα, έχω να πω δυο πράγματα. Μπορώ;
ΠΥΡΦΕΡΝΗΣ: Μα φυσικά. Ορίστε!
ΑΝΑΦΛΕΞΑΝΔΡΟΣ: Ήταν γραμμένο να το πάθει. Έτσι πιστεύω, είτε πως θα το πάθαινε ακόμα κι αν ξύπναγε στην ώρα του, είτε θα το πάθαινε άλλη μέρα. Ε! Δε μπορεί κάποια μέρα θα ξενύχταγε κι αυτός όπως όλοι  μας. Πώς το βρίσκετε αυτό;
ΧΟΡΟΣ: Κι αυτό σωστό μου ακούγεται. Μα τελικά το μαθαίνουμε ποτέ αυτό;
ΠΥΡΦΕΡΝΗΣ: Τι σωστό; Αν είναι το πρώτο σκέλος, μπορείς να λες ότι θες. Αλλά για το δεύτερο έχω να πω, πως αν δεν ήταν η επίδρασή του τη μία μέρα, θα 'ταν την άλλη. Μια φορά, επιδρά!
ΑΝΑΦΛΕΞΑΝΔΡΟΣ: Ναι, μα, και πάλι είναι γραφτό να ξενυχτήσει μια μοιραία βραδιά για να πάθει το επίσης γραφτό ατύχημα.  
ΠΥΡΦΕΡΝΗΣ: Δηλαδή αποκλείεται να 'ναι κάποιος ισχυρά εγκρατής και να μην υποκύψει ποτέ σε κραιπάλες; Ξέρω, ξέρω. Θα πεις πως θα το πάθει ακόμα κι έτσι, αλλά είπαμε, εσύ μπορείς να πεις έτσι, αλλ' εγώ μπορώ να πω πως δε θα το πάθει ποτέ. Δεν βγάζουμε τίποτε.
ΧΟΡΟΣ: Σωστά. Είναι μόνο ένα παράδειγμα.
ΑΝΑΦΛΕΞΑΝΔΡΟΣ: Όχι, εδώ δεν ενδιαφέρει τι θα γίνει, αλλά μέσω αυτού του ασήμαντου παραδείγματος, σου κατέστησα σαφή τη διαφορά μας. 
                                      ΧΟΡΟΣ
Κλώθει το νήμα.
Εν αγνοία μας πλέκετ' ο ιστός.
Χρώμα και σχέδιο άγνωστο.
Μήπως αγόμενο από το ίδιο μας το χέρι;
Χρειάζεται κάτι απτό στο κόσμο ν' αποδείξουμε το 'να ή τ' άλλο.
Μα πού να βρεθεί.
Εδώ όλοι πια με κοινή μοίρα.
Χωρίς ήλιο ή σελήνη να γλυκαίνει το σιωπηλά λαλίστατο χρόνο μας.
Μπορούμε να κλώθουμε λέξεις μα μοίρα πια δεν έχουμε.
Ο κόσμος δε βοά και κανείς παλμός δεν σφύζει στο πλάγι του λαιμού.
Λόγια... λόγια... λόγια...
Σαν υφαντό χωρίς νήμα.
Φιλόσοφοι της χλεύης και των σοκακιών.
Αλαφροΐσκιωτοι και θαρραλέοι δειλοί!
Σιωπή επιτέλους. 

                                  ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ 
    (Σκηνικό ίδιο με πριν. Έχει πέσει σιωπή που δε μέλλεται να κρατήσει πολύ καθώς περνά η Ιοκάστη ήτις μοιρολογεί τη πίκρα της. Οι του χορού ακούνε και καθώς διαβαίνει, την ακολουθούνε διακριτικά, τη παραινέσει του Αναφλέξανδρου.)

ΙΟΚΑΣΤΗ: Ω, πώς η άμοιρη εγώ, πώς να ξέρω; Γιατί Θεοί μου ρίξατε στη ράχη τέτοιο φορτίο; Τι χρωστούμενα είχα η δόλια που πλήρωσα τόσο διάφορο;
ΑΝΑΦΛΕΞΑΝΔΡΟΣ: (βλέποντάς τη, γνέφει στους άλλους να μείνουν σιωπηλοί, ν' ακούσουν προσεκτικά ακολουθώντας την). Σσσσσσσσς... Ελάτε! Να ένα σωστό παράδειγμα! (αυτά κυρίως χαμηλόφωνα και με νοήματα).
ΧΟΡΟΣ: Ας κάνουμε το χατήρι τούτου 'δώ κι ας ακολουθήσουμε αυτή τη δύσμοιρη κολασμένη που μουρμουρίζει τα ίδια.
ΙΟΚΑΣΤΗ: Πώς να 'ξερα της μοίρας το γραμμένο; Ποιά καλύτερη απόδειξη για τούτο, που φαρμακώθηκα μονάχη μόλις το 'μαθα;
ΠΥΡΦΕΡΝΗΣ: (Κάνει κίνηση και μπαίνει 'μπρός της, τρομάζοντάς την άθελά του). Τι μονολογείς δόλια; Ακόμα δε 'σύχασε η ψυχή σου;
ΙΟΚΑΣΤΗ: Ποιός είσαι εσύ; Ποιοί είστε; Μην είναι κανείς σας ο Οιδίπους;
ΑΝΑΦΛΕΞΑΝΔΡΟΣ: Όχι κυρούλα. 'Σύχασε. Αυτός ειν' αλλού. Μακριά σου. 'Σύχασε. Αλλά θα 'θελα να ρωτήσω κάτι.
ΠΥΡΦΕΡΝΗΣ: Κι εγώ! Θέλουμε να σου μιλήσουμε λιγάκι! Έλα κοντά μας να ξαποστάσεις. Έλα να πεις το πόνο σου.  
ΙΟΚΑΣΤΗ: Δεν θέλω να ξαποστάσω. Δεν είμαι διόλου κουρασμένη κι ας έκανα το πιο μεγάλο κρίμα. Ξέρετε;
ΧΟΡΟΣ: Ξέρουμε καθενός την ιστορία. Αυτή που 'γινε κι αυτή που θα γίνει. Οι ενδιάμεσοι σταθμοί μας νοιάζουν. Όχι αφετηρίες και τέρματα. Μείνε όρθια σα θες μα φώτισέ μας με λίγα σταράτα λόγια.
ΙΟΚΑΣΤΗ: (σα να συνέρχεται κάπως απ' το λήθαργο παραξενεμένη). Τι θέλετε λοιπόν να μάθετε; Ακούω!
ΠΥΡΦΕΡΝΗΣ & ΑΝΑΦΛΕΞΑΝΔΡΟΣ: (πάνε να μιλήσουν μαζί, μα τελικά ο Πυρφέρνης δίνει τη σειρά του με μια εντελώς αταίριαστη υπόκλιση).
ΑΝΑΦΛΕΞΑΝΔΡΟΣ: Κυρούλα, σαν είδες τ' όνειρο και πήρες το χρησμό, ήξερες πια ή όχι, τι θα σου συμβεί;
ΠΥΡΦΕΡΝΗΣ: (μονολογώντας δυνατά). Το ίδιο ακριβώς θα ρώταγα κι εγώ.
ΙΟΚΑΣΤΗ: Ήξερα ναι. Μα με το Λάιο λάβαμε τα μέτρα μας. Δηλαδή έτσι πιστέψαμε. Πίστεψα.
ΠΥΡΦΕΡΝΗΣ: Πώς θα μπορούσε να συμβεί αυτό κυρά μου; Ξεφεύγει κανείς απ' τα πλοκάμια του χρησμού;
ΑΝΑΦΛΕΞΑΝΔΡΟΣ: (μονολογώντας δυνατά με τη σειρά του). Το ίδιο ακριβώς θα ρώταγα κι εγώ.
ΙΟΚΑΣΤΗ: Ναι, έχετε δίκιο! Τελικά ήταν λάθος! Απεδείχθη περίτρανα. Μα, πώς έγινε;
ΧΟΡΟΣ: Δεν έχει σημασία αυτό, σημασία έχει το γεγονός. Πεπρωμένο.
ΑΝΑΦΛΕΞΑΝΔΡΟΣ: Προσπαθήσατε σκληρά να κάνετε τη τύχη να γυρίσει αλλιώς, μα δε γύρισε. Κι εσείς είχατε γνώση τι μελλόταν. (στρεφόμενος προς τους άλλους) Ορίστε η απόδειξη πως είχα δίκιο!
ΙΟΚΑΣΤΗ: Ναι! Κάναμε ότι μπορούσαμε. Μα ποια απόδειξη; Παίζετε με το πόνο της ψυχής μου;
ΠΥΡΦΕΡΝΗΣ: Μην τον ακούτε. Μωρολογεί. Κυρία μου, εγώ στη θέση σας, θα 'κανα μόνον ένα απλό πράγμα στη ζωή μου και θα 'χα γλιτώσει πολλούς μπελάδες, χωρίς κόπο μάλιστα! Όχι δε τα κάνατε όλα! Κι ιδού κι η δική μου απόδειξη. Ή μάλλον όχι. Η μόνη απόδειξη!
ΟΛΟΙ ΜΑΖΙί: Μα τι λες; Ποιά ειν' η απόδειξη; Και ποιο πράγμα θα 'κανες και θα 'σουν εντάξει;
ΠΥΡΦΕΡΝΗΣ: (καμαρώνοντας) Δε θα ξαναπαντρευόμουν ποτέ! Είναι τόσο απλό.
ΧΟΡΟΣ: Ω!!!
ΑΝΑΦΛΕΞΑΝΔΡΟΣ: Πάλι πας να ξεφύγεις απ' το προφανές! Αφού υποτίθεται πως δεν υπήρχε πρόβλημα.  
ΙΟΚΑΣΤΗ: Πώς να 'μενα μόνη μου σ' ένα βασίλειο προβληματικό; Ένα κρεβάτι άδειο, τόσο νέα ακόμα; Αφού ο γιος μου ήταν πλέον νεκρός, γιατί όχι; 
ΠΥΡΦΕΡΝΗΣ: Τον είδατε νεκρό εσείς η ίδια; Όχι! Του κλείσατε τα μάτια; Όχι! Τον σαβανώσατε; Όχι! Ας μη σταθώ όμως εκεί, πονάει το ξέρω...
ΙΟΚΑΣΤΗ: Μα ένα μωρό που βάζεις να σκοτώσουν, πώς μπορεί να γλιτώσει;
ΑΝΑΦΛΕΞΑΝΔΡΟΣ: Μην τον ακούτε! Έχει χάσει το μυαλό του... ήταν γραφτό! Δεν υπήρχε περίπτωση να γινόταν κάτι διαφορετικό απ' ότι έγινε Ακόμη και μ' ένα δικό σας στιλέτο στη καρδιά, πάλι θα γλίτωνε. Μη τον ακούτε! Του κακοφαίνεται μα δε μπορεί να πει τίποτα.
ΠΥΡΦΕΡΝΗΣ: Η κυρία πήρε χρησμό με το τι θα συμβεί και πριν φτάσουμε στο τέλος, όπου ίσως έχει βάση ότι λες, εγώ μπορώ να σταθώ στην αρχή. Δεν έπρεπε το παιδί να φύγει καν απ' το σπίτι, εφόσον δεν είχαν θάρρος οι δυο γονείς να το σκοτώσουν με τα ίδια τους τα χέρια. Έτσι, μπορεί ίσως κατά λάθος να σκότωνε το πατέρα του, μα δε θα παντρευότανε ποτέ τη μητέρα του. 'Αρα επέδρασαν, κάνοντας ακριβώς ότι έπρεπε, για να γίνει ότι έγινε.  
ΑΝΑΦΛΕΞΑΝΔΡΟΣ: Δηλαδή αν εσένα σου 'λεγαν πως είτε εσύ πρέπει να ζήσεις, είτε το σπλάχνο σου, θα το σκότωνες για να ζήσεις εσύ; Μπορείς να σκοτώσεις ένα μωρό παρ' όλο που σου φέρνει κακά;
ΠΥΡΦΕΡΝΗΣ: Μ' αυτό πήγανε να κάνουν. Απλά θέλανε και να πεθάνει το μωρό και να μην το κάνουν οι ίδιοι κι ενώ έπειτα η κυρία έμαθε πως ο άντρας της σκοτώθηκε, ήθελε και να παντρευτεί! Αν το 'θελε τόσο πολύ πια, ας το 'κανε, αφού πρώτα βρισκόταν ο φονιάς. Ε, μη τα θέλουμε κι όλα δικά μας!
ΙΟΚΑΣΤΗ: (έχει πέσει σε λήθαργο και ψιθυρίζει συνέχεια τα ίδια, δε δείχνει να παρακολουθεί την αμάχη).
                                       ΧΟΡΟΣ
Πολύ λεπτοί οι χειρισμοί του υφαντή μαστόρου.
Μα εύλογον είναι.
Σα δεν υπάρχει νήμα, δεν υπάρχει και λάθος υφαδιά.
Μόνο οι κινήσεις οι σωστές, μα σωστές εκ του ασφαλούς.
Το χέρι που ξέρει πως δε θα λαθέψει, δε κάνει λάθος εύκολα.
Αν κάνει, ποιος θα το 'δει;
Στραβοφαδιάς απόδειξη δε μνέσκει να κραυγάζει.
Ειν' η τύχη πέτρα στο λαιμό.
Βλέπουμε τη θηλιά.
Μα κι αν τη βγάλουμε, ποιος ξέρει πού και πώς θα μας περαστεί πάλι.

                                  ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ
    (Η Ιοκάστη έφυγε κι ενώ ακόμα η αμάχη δεν έχει σταματήσει φτάνουν εκεί οι δύο της κόρες, αναζητώντας την και γίνονται αντικείμενα συζήτησης από τους δύο μονομάχους.)

ΑΝΤΙΓΟΝΗ: Έλα Ισμήνη. Μη χάσκεις, έλα να βρούμε τη μητέρα. Σα τη πιάνει λήθαργος, δε βλέπει μπροστά της και μοιρολογεί.
ΙΣΜΗΝΗ: Όλους τους βλέπει ότι είναι ο πατέρας κι αδελφός μας. Δε θέλει καν να τη ξαναπλησιάσει λες και τώρα πια έχει καμιά σημασία.  
ΠΥΡΦΕΡΝΗΣ: Ορίστε! Κι άλλη τρανή απόδειξη φίλοι μου. Η Αντιγόνη! Επέδρασε η ίδια στη τύχη της. 
ΑΝΑΦΛΕΞΑΝΔΡΟΣ: Πάλι θα σε λυπήσω φίλτατε. Ίσα-ίσα, ήταν γραφτό. Όπως κι ο χρησμός που τελικά παρ' όλες τις προσπάθειες, δεν άλλαξε.
ΑΝΤΙΓΟΝΗ: Μα τι λέτε; Ποιά απόδειξη;
ΙΣΜΗΝΗ: Ασ' τους αδελφούλα μου και πάμε. 
ΠΥΡΦΕΡΝΗΣ: Θέλω να σε ρωτήσω κάτι Αντιγόνη, να τ' ακούσει τούτος 'δώ. Ήξερες πως άν έθαβες τον αδελφό σου θα πέθαινες, ενώ αν όχι θα ζούσες ακόμα πιότερο;
ΑΝΤΙΓΟΝΗ: Φυσικά! Μα με καλούσε  ιερό καθήκον και δε μπορούσα να κωφεύσω!
ΑΝΑΦΛΕΞΑΝΔΡΟΣ: Ορίστε. 'Ακουσες! Ισχυρό καθήκον τη καλούσε: Της μοίρας το γραφτό.
ΠΥΡΦΕΡΝΗΣ: (απτόητος κι επιμένων στρέφεται στην Ισμήνη). Εσύ Ισμήνη ήξερες πως είναι καθήκον ισχυρό να θάψεις το αίμα σου κι ότι δεν έπρεπε να κωφεύσεις;
ΙΣΜΗΝΗ: Όχι, υπήρχε ρητή διαταγή στην οποία δεν είχα το θάρρος ή την εξουσία εκείνη να αντιταχθώ.
ΑΝΑΦΛΕΞΑΝΔΡΟΣ: Ορίστε και πάλι. Μοίρας γραφτό δεόντως στηριγμένο. 
ΠΥΡΦΕΡΝΗΣ: Είδες πόσο βιάζεσαι; Κι η μία κι η άλλη, ήξεραν τα ίδια. Η μία είχε θάρρος κι έτσι πέθανε, η άλλη προτίμησε τις χάρες της ζωής για ακόμα λίγο. Κι οι δύο επέδρασαν της τύχης των.
ΑΝΑΦΛΕΞΑΝΔΡΟΣ: Ναι, μα, γραφτό ήταν η μία να 'χει θάρρος κι η άλλη να 'ναι δειλή. Η μία να βάζει το καθήκον της πάνω απ' όλα κι η άλλη τις χάρες της ζήσης.
ΠΥΡΦΕΡΝΗΣ: Ναι, μα ο Κρέων με τη διαταγή έκρινε τελικά αυτό που 'πρεπε να εμφανιστεί. 
ΑΝΑΦΛΕΞΑΝΔΡΟΣ: Γραφτό ήταν. 
ΠΥΡΦΕΡΝΗΣ: Η Ισμήνη, η άβουλη και δειλή, είπε πως αν είχε την εξουσία θ' ανέτρεπε αυτή τη διαταγή.
ΑΝΑΦΛΕΞΑΝΔΡΟΣ: Γραφτό ήταν. Έπειτα, πώς η Ισμήνη θα μπορούσε να 'ταν άξια εξουσίας; 
ΠΥΡΦΕΡΝΗΣ: Αααααα... Μη το λες. Έχω δει ηγέτες αναξιότερους. Έπειτα, αν είχε την εξουσία η Αντιγόνη, τότε, πάλι θα 'χε αλλάξει ρουν η τύχη. 
ΑΝΑΦΛΕΞΑΝΔΡΟΣ: Ναι, μα δε την είχε. Γραφτό ήταν! 
ΠΥΡΦΕΡΝΗΣ: Έστω αν ο Κρέων σπλαχνικός φαινόταν, θα 'δινε χάρη στην ανηψιά και θα σεβόταν τη ταφή.
ΑΝΑΦΛΕΞΑΝΔΡΟΣ: Γραφτό ήταν να μην έχει.
ΑΝΤΙΓΟΝΗ: Δεν με νοιάζει η αμάχη σας, μα ψάχνω τη μητέρα μας. Μη την είδατε; Είναι μια δόλια σε λήθαργο θαρρείς κι άλλο δε κάνει παρά να μοιρολογεί. 
ΙΣΜΗΝΗ: Και ν' αποφεύγει όλα τα σερνικά μπας κι είναι κάποιος απ' αυτούς ο γιός και σύζυγός της. 
ΧΟΡΟΣ: Ναι, πέρασε πριν λίγη ώρα, μα θα τη βρείτε, αν πάτε προς τα 'κει. Δε κινείται γοργά. Χρόνο μη χάσετε.
ΑΝΤΙΓΟΝΗ: Ευχαριστώ. Κι εσείς μη κάθεστε να κλώθετε κουβέντες δίχως τέλος. Ό,τι έγινε, έτσι ήταν να γίνει. Ό,τι δεν έγινε, κανείς δε ξέρει πια πώς θα 'ταν αν γινόταν!
ΙΣΜΗΝΗ: Το 'πες κομάτι μπερδεμένο αδελφούλα μου. Δε το κατάλαβα καλά.
ΑΝΤΙΓΟΝΗ: Πάμε Ισμήνη. Ασ' το! Ότι δε γίνεται κατανοητό, σημαίνει δεν υπάρχει, γι' αυτόν που δε το κατανοεί φυσικά. Μα πάμε στη μητέρα. 
ΙΣΜΗΝΗ: Πάλι δε σε παρακολούθησα μα πάμε. Έχεις δίκια. Εγώ έχω τ' άδικα, κι ας μη καταλαβαίνω. 
       (Οι δύο φεύγουν. Πυρφέρνης κι Αναφλέξανδρος έχουν βυθιστεί σε σκέψεις ψάχνοντας νέα επιχειρήματα αλλ' εις μάτην. Στρέφονται πάλι ο ένας στον άλλο).
ΠΥΡΦΕΡΝΗΣ: Τελικά δε μπορώ να βρω κάτι νέο να σου αντιταχθώ. Ξέρω πως έχω δίκιο μα δε μπορώ να στο αποδείξω ακράδαντα.
ΑΝΑΦΛΕΞΑΝΔΡΟΣ: Ό,τι ετοιμαζόμουν να πω κι εγώ το ίδιο! Μα να σου πω και 'γω κάτι ακόμα. Ο δικός σου συλλογισμός, δε στερείται βάσης παρ' όλο που διαφωνώ εγώ.
ΠΥΡΦΕΡΝΗΣ: Αυτό θα 'λεγα αμέσως μετά τη πρώτη μου φράση. Να που τελικά συμφωνούμε και σε κάτι. 
ΧΟΡΟΣ: Ναι, μα εντελώς εξ αντιστρόφου. 
ΠΥΡΦΕΡΝΗΣ + ΑΝΑΦΛΕΞΑΝΔΡΟΣ: (μαζί με μια φωνή).Κι όμως, έχω δίκιο! 
                                ΧΟΡΟΣ
Το δίκιο και το άδικο.
Της τύχης το γραμμένο.
Έννοιες 'δω κάτω άχρηστες και ξεχασμένες.
Εδώ ποιος τάχα νοιάζεται;
Αργά κυλά 'δω κάτω ο χρόνος.
Ο καθείς από 'μας, πραμάτεια του και σκεύη κουβαλά τις εμμονές, τα χούγια, τις ιδέες, μα και τη προτέρα γνώση στο ύστερο.
Εδώ δε κλώθει υφαντής, μα εκεί πάνω.
Γραφτό ή όχι, όλοι, ένας-ένας, 'δω κάτω θα κατέβουν.
'Aλλος νωρίς, άλλος αργά.
Μαζί τους, το μόνο σκεύος, τη κόλαση που φτιάξανε 'κεί πάνω.
Μόνο να... Αναρωτιέμαι τάχα πώς να 'ναι ο παράδεισος.

                                    ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ
    (Οι τρεις γυναίκες επιστρέφουνε πάλι στη σκηνή. Ο χορός παρακολουθεί σιωπηλά τη κουβέντα τους. Η Ιοκάστη μοιρολογεί, η Αντιγόνη την αποπαίρνει.)

ΙΟΚΑΣΤΗ: Ακόμα και του Θεού το ίδιο το σπλάχνο να 'χα σκοτώσει, για τέτοια τιμωρία άξια δεν ήμουν.
ΑΝΤΙΓΟΝΗ: Σταμάτα πια μητέρα. Είναι ανώφελο. 'Σύχασε πια επιτέλους! Δεν ωφελεί να λες τα ίδια και τα ίδια.
ΙΣΜΗΝΗ: Ναι μανούλα, να την ακούς την Αντιγόνη. Είναι γενναία, δυνατή κι έχει μυαλό. Πριν από λίγο να δεις τι ωραία που 'λεγε...
ΑΝΤΙΓΟΝΗ: Πάψε κι εσύ Ισμήνη! Δεν ωφελεί ούτε 'σενα 'δω κάτω να συνεχίζεις να κάνεις το βλάκα! Δεν απειλεί κανείς και τίποτα το δόλιο ριζικό μας.
ΙΣΜΗΝΗ: (λάμπει πρώτη φορά το πρόσωπό της εξυπνάδα). Μη τάχα ωφελεί εσένα να κάνεις την έξυπνη και τη γενναία; Τάχα τη μητέρα να κάνει την άτυχη δυστυχισμένη; Τάχα πως φοβάται μη πετύχει τον Οιδίποδα -πώς να το πω; Πατέρα ή αδελφό;-  κι όλο να ρωτά δεξιά κι αριστερά για ν' αποφύγει, μα στην ουσία παντού αυτόν αναζητά. Εκείνος την αποφεύγει!
ΙΟΚΑΣΤΗ: Ισμήνη τι λες; Δε σε αναγνωρίζω!  Εγώ η δόλια... η άμοιρη... τι λες;
ΑΝΤΙΓΟΝΗ: Αλήθεια κι εγώ δε πίστεψα στ' αυτιά μου. Τι είπες Ισμήνη; 
ΙΣΜΗΝΗ: (ξαναγυρνά στη πρότερη απαθή κατάσταση). Τι είπα αδελφούλα; Μη και θαρρείς κατάλαβα; Κάτι θα μπήκε μέσα μου για λίγο! Ίσως κάτι που 'χε τη δική σου εξυπνάδα και το θάρρος. Δε θυμάμαι! Τι είπα;
ΑΝΤΙΓΟΝΗ: (απογοητευμένη). Δεν είχε κι άδικο αυτό που σύμβουλός σου 'γίνει, είτε κι εσύ στην έκλαμψή σου Ισμήνη. Πάμε να φύγουμε από 'δώ.
ΙΟΚΑΣΤΗ: Ναι πάμε. Έχει κόσμο κι ίσως να 'ναι πουθενά 'δω κοντά ο Οιδίπους.
ΙΣΜΗΝΗ: Ναι πάμε. Αρκετά ενοχλήσαμε τους γέροντες που 'χανε κουβέντα. 
ΚΙ ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΜΑΖΙ: (μουρμουριστά). Μόνο να... αναρωτιέμαι τάχα πώς να 'ναι ο παράδεισος; 
      (Οι γυναίκες απομακρύνονται κι ο χορός παίρνει θέση επί σκηνής).
ΠΥΡΦΕΡΝΗΣ: Αν όλα είναι γραμμένα και ν' αποφύγω δε μπορώ κι εμπιστεύομαι απόλυτα του μαντείου το χρησμό, τότε προς τι να κάνω κάτι να το αλλάξω; Αν πιστέψω πως μπορώ πραγματικά ν' αλλάξω κάτι, τότε δε θα 'ναι τόσο εμπιστοσύνης αυτό το μαντείο. 'Αρα, γιατί να πάρω χρησμό από 'κεί; Δεν ειν' άτοπο;
ΑΝΑΦΛΕΞΑΝΔΡΟΣ: Είναι. Αλλά θέλω να ξέρω από τώρα τι θέλει μου συμβεί μετά! Να 'μαι ήσυχος πως πριν μου συμβεί, δε θα μου συμβεί τίποτα! Ο Λάϊος ας πούμε, ήξερε πως δε θα πεθάνει πριν ο υποτιθέμενος εν ζωή γιος του, φτάσει να γίνει της παντρειάς. Το θέμα είναι ότι νόμισε πως είχε καταφέρει να νικήσει και το ξέχασε μετά. Όσο για την Ιοκάστη, το 'πες και μόνος. Ας μη παντρευόταν ξανά.
ΠΥΡΦΕΡΝΗΣ: Το κακό είναι πως άμα ξέρω, δεν έχει γούστο μήτ' ουσία.
ΑΝΑΦΛΕΞΑΝΔΡΟΣ: Ούτε ελπίδα, προσδοκία.
                             ΧΟΡΟΣ
Εμείς φιλόσοφοι που τις ιδέες μας όλοι χλευάσαν.
Κανείς δε μνέσκει να θυμάται ρήσεις δικές μας.
Γραπτά δε μείνανε.
Διότι χάθηκαν στη πυρά του χρόνου και της λήθης.
Μπορεί μετά χιλιάδες χρόνια να 'ναι να ξαναβγούν λέξεις σα τις δικές μας.
Ίσως ο κόσμος τότε, να 'ναι πιο λογικός και να τις δέσει.
Ή ίσως, πιο τρελός απ' το δικό μας και να τις δέσει.
Ίσως και πάλι χλεύη να 'ναι το μόνιμο ριζικό και κόλασή τους.
Κουβεντιάζουμε ατέλειωτα, χωρίς να λέμε κάτι.
Χωρίς να βγάζουμε κανένα αποτέλεσμα.
Ίσως να 'ταν γραφτό μας.
Ίσως πάλι, εμείς να τα παστρέψαμε έτσι μονάχοι μας.
Ίσως να 'ναι η κόλασή μας.
Αν όχι κι είναι 'δώ ο παράδεισος, τότε φανταζόμαστε η κόλαση πώς θα 'ναι.
Ας γύριζε ο χρόνος πίσω.
Εκεί όπου το νήμα το δικό μας κόπηκε.
Και πιο πίσω, πολύ πιο πίσω.
Θα βρίσκαμε άλλα λόγια να πούμε.
Ίσως πάλι κι όχι.

                              ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ
      (Οι τρεις γυναίκες κι ο χορός, ήσυχα θα ρίξουν την αυλαία!)

ΙΟΚΑΣΤΗ: (Αναλαμπή). Οιδίποδα-Οιδίποδα, πού να 'σαι; Σπλάχνο κι εραστή ελέω μοίρας. Αιώνες τώρα που σε ψάχνω αποφεύγοντάς σε τάχα.
ΑΝΤΙΓΟΝΗ: (Αναλαμπή). Τάχα και 'γω δεν ήθελα στου Αίμωνα τη κλίνη, ξέπνοη να γείρω μετά απ' ολονύχτιο αγώνα; Λίγο πριν τα βλέφαρά μου κλείσουν, πριν ο Μορφέας με κερδίσει ο λάγνος, ν' αφήσω, στου στέρνου του φιλόξενου τη θέρμη, το μάγουλο και το αυτί που θα μετρήσει παλμούς κι ανάσες. Να μην έχω να γνοιάζομαι καθήκοντα κι εξουσίας προσταγές φαύλες. Ποιό πείσμα και ποιά δύναμη μου όπλισε το χέρι και μοναχή στερήθηκα της ζήσης τις χαρές; Ποια νόθα ζυγαριά;
ΙΣΜΗΝΗ: (Αναλαμπή). Η νόθα ζυγαριά δική μου ήτανε! Σάματι 'γώ που κώφευσα σε θάρρους προσταγές, που τάχτηκα στις εξουσίας τους φαύλους χειρισμούς, πάλι εδώ δεν είμαι και γυρίζω δίχως καμιά ησυχία; Ποιάς μηχανής γυρίζουν, ποιοι τροχοί και μας φράζουν ή μας οδηγούν; Ειν' οι κανόνες του παιχνιδιού κι εμείς τα έννοα πιόνια. Ό,τι 'ναι να γίνει δε γίνεται και γίνετ' αυτό, που δε πρέπει να γίνει. Ένας αγώνας δίχως έπαθλο. Ή μήπως έπαθλο χωρίς αγώνα να 'ναι τούτο 'δώ;
ΙΟΚΑΣΤΗ: (Αναλαμπή). Έζησα μια ζωή κολασμένα ευτυχισμένη, μέχρι τη γέννα του Οιδίποδα. Μα και μετά σαν επουλώθηκε η πληγή, πάλι καλά έζησα. Τόση χαρά κι ευτυχία διακόπηκε από το θάνατο του Λάϊου. Μα και πάλι, ταχιά η επούλωση. Πάλι έφτιαξε όμορφα η ζωή μου. Μόνο στο τέλος ήταν κακιά η μοίρα. Αλλ' ήταν η πληρωμή. Παράπονο δε θα 'πρεπε να 'χω. Δεν ήξερα και το βασίλειο ήθελ' άντρα και διάδοχο. Του τον έδωσα, και πέρασα κι εγώ όμορφα. Το τέλος ήρθε ν' αμαυρώσει την εικόνα μα οι στιγμές που πέρασα πριν, τις στιγμές που τις πέρναγα, ήταν υπέροχες!
ΚΙ ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΜΑΖΙ: Όλα στου άντρα το βωμό θυσία. Μα κι εμείς, όχι άπραγες. Έχουμε όπλα, τις γυναικείες πονηριές, να τους ξεφεύγουμε. Κι αν πάλι μας πιάσουν, έχουμε τρόπο να τραβάμε τα ηνία. Γυναίκες! Εμείς! 
                                ΧΟΡΟΣ
Παράδεισος και κόλαση!
Τι θλιβερή αναζήτηση!
Τι θλιβερή εξέλιξη στην άγνοια!
Στα τυφλωμένα, απ' τα ίδια μας τα χέρια, μάτια μας, όλα πια ειν' ένα!
Τι σημασία έχει ότι έγινε, αφού εμείς εδώ λύσεις δε βρίσκουμε;
Είμαστε ότι νομίζουμε ότι είμαστε.
Για τους άλλους, είμαστε ότι νομίζουν εκείνοι.
Το ακατανόητο είναι αόρατο.
Ίσως κι ανόητο.
Το κατανοητό καταντά βαρετό.
Αχ! Ας γύριζε ο χρόνος πίσω να παίζαμε πάλι σε 'κείνο τον αγώνα.
Στο σκονισμένο στίβο ιδρωμένοι. Νικητές ή έστω νικημένοι.

                                          ΑΥΛΑΙΑ

"Σε κείνη που μ' ένα χαμόγελο με                  
ξεκίνησε και μ' ένα ακόμα μ'
                            Ιούλης  2003
έσπρωξε ως το τέλος..."

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers