-


Dali &









/




 
 

 

: &

        Βιογραφικ

     Ο Λορντζος Μαβλης ταν Επτανσιος λυρικς ποιητς και συνθτης σκακιστικν προβλημτων. Θυσιστηκε για την Ελλδα κατ τους Βαλκανικος Πολμους. Θεωρεται ο μεγαλτερος σονετογρφος της Ελλδας.
     Γεννθηκε στις 6 Σεπτμβρη 1860 στην Ιθκη, που ο πατρας του Παλος υπηρετοσε ττε εκε πρεδρος των δικαστηρων της Ιονου Πολιτεας. Ο παππος του, Δον Λορντζος Μαβλης, Ισπανικς καταγωγς, τανε πρξενος της πατρδας του στη Κρκυρα, που πρε γυνακα Κερκυραα κι εγκαταστθηκεν εκε. Η μητρα του ποιητ ταν επσης Κερκυραα κι ονομαζταν Ιωννα Καποδστρια-Σοφη. Πρασε τα παιδικ της χρνια σ' να αγρκτημα, που μαθε κι αγπησε τη γλσσα του λαο, τα τραγοδια και τις παροιμες και την αγπη της αυτ τη μετδωσε στο γιο της. Τα περισστερα χρνια της ζως του τα πρασε λοιπν εκε κι αυτς.
     Εξωτερικ ταν μεγαλσωμος με γαλαν μτια και ξανθ μαλλι. Το 1880 αποφσισε να πει στη Γερμανα για να σπουδσει φιλολογα και φιλοσοφα. Οι σπουδς του συνεχστηκαν επ 14 τη. Επηρεστηκε απ τις θεωρες του Ντσε, τη Κριτικ Του Καθαρο Λγου του ορθολογικο Ιμμνουελ Καντ και απ τη Βουλησιαρχα του απαισιδοξου Αρθορου Σοπενχουερ. Ακμα ασχολθηκε με τα σανσκριτικ φιλοσοφικ κεμενα και μετφρασε αποσπσματα απ το ινδικ πος Μαχαμπχαρτα. Κατ τη παραμον του στη Γερμανα ασχολθηκε με τη σνθεση λυρικν ποιημτων (κυρως σοντων, και σκακιστικν προβλημτων που δημοσιετηκαν σε γερμανικ ντυπα.



     Παρακολοθησε τα γυμνασιακ μαθματα στο εκπαιδευτριο «Καποδστριας», κι εχε δσκαλο ελληνιστ τον Ιωννη Ρωμαν. Αυτς τονε σστησε στην Αναγνωστικ Εταιρεα, που σχναζαν ττε λοι οι νθρωποι των γραμμτων. Εκε γνρισε τον Ικωβο Πολυλ, σοφ εκδτη του Δ. Σολωμο. μαθε την Ιταλικ, Ισπανικ, Γερμανικ κι Αγγλικ. Το 1878 γρφτηκε στη φιλοσοφικ σχολ του Πανεπιστημου Αθηνν και την εγκατλειψε μετ να χρνο για να σπουδσει στην Γερμανα, φιλολογα, γλωσσολογα και φιλοσοφα. Το 1887 συμμετεχε στο τουρνου της Φρανκφορτης. 2 χρνια αργτερα λαβε μρος στο σκακιστικ τουρνου της πρωτεουσας της ντιας Σιλεσας, Βρτσλαβ (Breslau), με το νομα Sillibam. Το 1890 στις 16 Ιουνου αναγορετηκε διδκτωρ της φιλοσοφας του Πανεπιστημου ρλαγκεν της Βαυαρας και κατβηκε στη Κρκυρα. Δε δχτηκε καμα θση για να μη παραβε τις ηθικς αρχς του. να μικρ απσπασμα επιστολς του (προς Κεφαλλην) μας δνει συμπυκνωμνο το πργραμμα της περαιτρω προοπτικς του:

   «,τι κατορθσω εις την ζω μου, θα το κατορθσω μνοντας συνεπς, χωρς ν' απαρνηθ οτε μια μνο πρξη, οτε μια μνο στιγμ της περασμνης μου ζως, αλλις δε θα κατορθσω τποτε».

          Το 1896 συμμετεχε στην επανσταση της Κρτης, πολεμντας μαζ με τους αντρτες στα κρητικ βουν. Και το 1897, πλι εθελοντς, κατ τον ελληνοτουρκικ πλεμο συγκντρωσε 70 Κερκυραους εθελοντς και πγαν να πολεμσουν στην πειρο, που και τραυματστηκε στο χρι. Τα ξοδα της εκστρατεας των εθελοντν τα κλυπτε ο διος. Εκενος που δεν ταν πατριτης μνο στο λγο και στη ποηση, αλλ και στη πρξη, πολεμ εθελοντς για την απελευθρωση της Ηπερου, Μακεδονας & Κρτης. Το 1909 γνεται ο ενθουσιδης κρυκας του ξεσηκωμο και την επμενη χρονι εκλγεται βουλευτς Κερκρας, του κμματος των Φιλελευθρων του Ελευθερου Βενιζλου στην αναθεωρητικ Βουλ.
     Το 1911 υπερασπζοντας τη δημοτικ γλσσα ως αντιπρσωπος και μλος της Αναθεωρητικς Συνλευσης Κερκρας μες στην Ελληνικ Βουλ επε απευθυνμενος στους καθαρευουσινους, τα παρακτω λγια, τσι στε ιστορικ να μενει η αγρευσ του για την υπερσπιση της δημοτικς γλσσας ταν συζητιταν το ρθρον 107 του συντγματος. «Δεν υπρχει γλσσα χυδαα» επε «μνο χυδαοι νθρωποι!».("Εφημερς των συζητσεων της Βουλς", Β' Αναθεωρητικ Βουλ, 1911, σελ. 689, συνεδρασις 36) Ο καμπτος χαρακτρας του και το τι δεν προσαρμστηκε στο ρεμα της συναλλαγς που επικρατοσε, το λεγμενο ρουσφτι, συνετλεσε στο να μη εκλεγε βουλευτς στις επμενες εκλογς.



     Εκτς απ μερικ ποιματα που δημοσευσε σε περιοδικ της εποχς, δεν εξδωσε καμα ποιητικ συλλογ σο ζοσε. Τα παντ του κυκλοφρησαν με τη φροντδα του φλου του Κ. Θεοτκη στην Αλεξνδρεια το 1915. Μετριοφροσνη τον χαρακτριζε πντα, σον αφορ στο ργο του. Αυτς ο εκπληκτικς μστορας του σοντου (14στιχο ποημα που αποτελεται απ 2 4στιχα και 2 3στιχα) στελνε τους στχους του στον Παλαμ με την υποσημεωση: «Για το συρτρι σου». Οι κριτικο του καιρο του αναγνρισαν στο πρσωπ του να τεχντη απαρμιλλο. Ορισμνοι τον κατηγρησαν γι' αυτ του τη τελειομανα, χαρακτηρζοντς τη σα μια νεκρ πεταλοδα που μπορες να θαυμσεις τα ψυχρ φτερ της. Ο Γρηγριος Ξενπουλος πιο εστοχα, σως, απ' λους παρατρησε: ...«Στθηκε νας απ' τους σπνιους εκενους ποιητς που το καλτερ τους ποημα εναι η ζω τους». Και πργματι:
     Στον Βαλκανικ Πλεμο του 1912, παρ τα 53 του χρνια κατετγη εθελοντς λοχαγς των Γαριβαλδινν Ερυθροχιτνων. (Ονομαζταν Γαριβαλδινο οι εθελοντς λληνες και ξνοι απ το νομα του αρχηγο τους, Ιταλο στρατηγο, Γαριβλδι. Ερυθροχτωνες λγονταν λγω του κκκινου χιτνα που φοροσαν.) Εκενη την εποχ, τανε το βασιλπουλο του παραμυθιο για μια μεγλη ποιτρια, τη κυρα Θενη Δρακοπολου Μυρτιτισσα, πως φιλολογικ επλεξε να ονομζεται. Η αγπη αυτ, σο σαγηνευτικ δλωμα κι αν ταν, δε μπρεσε να τονε κρατσει κοντ της. Η φων της πατρδας κλυψε τη φων της καρδις. «Σ' αγαπ/ δεν μπορ/ τποτ' λλο να πω/ πιο βαθ, πιο απλ, πιο μεγλο!» γραφε για κενον η ερωτευμνη ποιτρια. Μ' αυτς τραβοσε για τα μεγλα ιδανικ «στην κορφ της ζως, που ροδζει/ της Λευτερις αμλευτος αγρας/ και σαν χος αθνατης φλογρας/ η ποηση, αηδνι θεο, καλοκαρδζει...» χι πως δεν αγαπον κι οι ποιητς «μα τους θεριεει ο πθος του θαντου/ με τ' αγιασμνα δαφνοστφαν του».



     Στις 28 Νοεμβρου 1912 στο χωρι Δρσκος, κοντ στα Γιννενα, οι Τορκοι εξαπλυσαν σφοδρ αντεπθεση κατ των εθελοντν που δη εχανε προχωρσει πολ. Μχεται ηρωικ, επικεφαλς των στρατιωτν του που αποδεκατζονται απ' τα εχθρικ βλια... Σε μια στιγμ της μχης μια σφαρα του διατρυπ τα δυο μγουλα χαλντας και πολλ δντια του. Εν μεταφρεται αιμφυρτος στο προσωριν νοσοκομεο να δετερο βλι τονε βρκε στο στμα. Εκενη τη στιγμ φτανε στο χειρουργεο κι ο αρχηγς, Αλξανδρος Ρμας. Τον εδε και κατλαβε. «Σε συγχαρω απ' τη καρδι μου!» λει δνοντς του το χρι. Εκενος μζεψε τις στερνς του δυνμεις, στθηκε προσοχ και πρε το χρι του αρχηγο. Το αμα που 'τρεχε σ' λο το δρμο απ' τις πληγς των παρειν του, πγωνε στο λαιμ και του δυσκλευε την αναπνο. Δε μποροσε να μιλσει. Τους κνει νοματα να του δσουν χαρτ, να γρψει. Τα αματα στζουν απ' λες τις μερις κι οι βολς του πυροβολικο ακογονται τρα κονττερα. Αλλ δε προφτανει οτε να γρψει. Ο παπα-Φτης του κλενει τα μτια. Ο Πιπνος Γαριβλδης, ο μνος εκενη τη στιγμ στρατιωτικς, στκεται προσοχ και τονε χαιρετ. λοι σταυροκοπιονται. Εναι πλον νεκρς, ξαπλωμνος στο πεζολι της Αγας Παρασκευς. Τον χουνε σκεπσει με τον ματωμνο μανδα του. χει περσει πλον στην αιωνιτητα κερδζοντας «δρα για τρα: ΘΑΝΑΤΟ, ΑΘΑΝΑΣΙΑ ΚΙ ΕΛΕΥΤΕΡΙΑ», πως το 'θελε.



     Απ ττε στοχειωσε, η ανμνηση και το επιβλητικ του ραμα, στη ψυχ και στη ποηση της γυνακας που τσο πολ τον αγπησε και τσο λγο τονε χρηκε, της Μυρτιτισσας. Λγα χρνια αργτερα, ρημη, στην Κρκυρα, πθανε κι η αδερφ του η Εσθρ. Την θαψαν με τις μαρες πρλες και τα κρσινα γντια.
     Τα σοντα του εχαν ρτια μορφ κι εξαρετο περιεχμενο, το οποο πντως χαρακτηρζεται απ ολοφνερη απαισιοδοξα. Με 11σλλαβους στχους, εναι πολ πιο επεξεργασμνα και περτεχνα απ των συγχρνων του  κι εισγει να στοιχεα, πως το να αρχζει η πρταση στη μση του στχου, να υπρχει διλογος, κλπ. Τλος σαν εξαρετος σκακιστς,  θα μποροσε να θεωρηθε ως ο πρτος λληνας συνθτης σκακιστικν προβλημτων με διεθν φμη.


========================

                   Λθη

Καλτυχοι οι νεκρο που λησμοννε
την πκρια της ζως. 'Οντας βυθσει
ο λιος και το σορουπο ακλουθσει,
μην τους κλαις, ο καημς σου σος και να 'ναι.

Ττοιαν ρα οι ψυχς διψον και πνε
στης λησμονις την κρουσταλλνια βρση
μα βορκος το νερκι θα μαυρσει,
σ στξει γι' αυτς δκρυ θε αγαπνε.

Κι αν πιον θολ νερ ξαναθυμονται,
διαβανοντας λιβδια απ ασφοδλι,
πνους παλιος, που μσα τους κοιμονται.

Σα δε μπορες παρ να κλαις το δελι,
τους ζωντανος τα μτια σου ας θρηνσουν:
θλουν, μα δε βολε να λησμονσουν.

             Στη Δημοτικ

Εσ μορφη, σεμν χωριατοπολα
και στον ανθ της νιτης λουλουδζεις,
δροσερ και γελομενη ροδζεις
πως στον ουραν ροδζ η αυγολα.

Καθς μες το τριαντφυλλο η δροσολα
μοια λμπει το δκρυ σου αν δακρζεις.
Σα νφη στο χορ γλυκογυρζεις,
και καμαρνεις σαν βασιλοπολα.

λοι αντμ ας φιλον οι λλοι μα
γρι φτιασιδωμνη, σχημη, κρα,
που κλαει τα μαραμνα της τα νιτα.

Εγ σν αγαπ, σν αγκαλιζω.
Αν τη φων σου ακοσω αναγαλλιζω,
λυνομαι στα φιλι σου τα δροστα.

                  Ομορφι

Σε σταυροδρμια αγλαστα, που σκλβοι
της δουλεις τυραγνιονται στο λιοβρι,
σαν κολασμνοι, εμπροι και μαστροι,
κι λους, απ το χτστη ως το μανβη,

Διφορου δψα μνη τους ανβει
–περνς εσ τμου σκολσεις κρη,
σαν περιστρι, και το αγν σου θρι
τλεια κθε λλη επιθυμι τους παει.

Μακρι απ τ ανθισμνα περιβλια
και αφτιστοι απ της τχνης την αχτδα,
μως για σε ξεχνον κθ γνοια δλια

και ειρηνεμνοι σαν απ για ελπδα
σε καμαρνουν μουρμουρζοντς σου·
«Η Παναγα, πιτσονι μου, κοντ σου!»

 Εις Το Γυρισμ Της

Τὸ γαλαν σου μτι
Πρα τὸ μαῦρο σκρπισε
Σκοτδι ’ποῦ μ’ ἐκρτει
Ζωσμνον, ὅταν ἔλειπες
Καὶ μακρυὰ ’ς τὰ ξνα
Ταξεδευες, παρθνα.

Ττε συχνὰ τὸ κῦμα
Ρωτοῦσα τ’ ἀφροστλιστο
Μὴ κἄπου εἰς ξνο κλμα
Τὴν εὐμορφιὰ καθρφτισε,
Τὴν εὐμορφι σου, ἐσνα,
Ἀγαπητὴ παρθνα.

Κι εἰς τῆς νυκτὸς τὴν ἅγια
Γλυκει, φεγγαροφτιστη
Γαλνη τσα μγια
Ὅσα ’βλεπα μοῦ ἐνθμιζαν
Τὴν νκτα ποῦ μ’ ἐμνα
Ἀγροκαες, παρθνα,

Τὴν δλια Φιλομλα
Π’ ἀντὶς μὲ δκρυα, ρντιζεν
Ἀπ’ τῆς ροδιᾶς τὰ φλλα,
Τὴν αὔρα μὲ λαλματα
Πικρὰ καὶ μελωμνα.
Θυμσου τα, παρθνα!

Θυμσου τα καὶ πς μου
Ὅτι δὲν ἐλησμνησες
Ταῖς πκραις ταῖς δικαῖς μου,
Ταῖς πκραις ποῦ μ’ ἐμραναν
Ὣς νὰ μοῦ πῇς, παρθνα,
Δο λγια μελωμνα.
                                                  (Κρκυρα 19 Μαρτου 1884)
                   
Εδωλα

χαρ μου χαρ, φτωχο μου στχοι,
Της ζως μου ακριβ, κρυφ καμρι,
Απ καθριο βγανετε ζυμρι
κι εσαστε γεννημνοι χι πως τχει.

Δεν κελαηδτε ανοσιοι κι σκοποι χοι,
Σαν τραγοδια ελαφρμυαλου ερωτιρη,
Μα κι οτε παραιρτε το συρτρι
Να βρετε αγοραστ τσο τον πχυ.

Γιατ' εσαστε ψυχολες και κορμκια
Των πθων και των πνων μου, που πλθια
Πικρ μ' εσυχνοπτισαν φαρμκια.

Εδωλ 'ναι οι χαρς, καημς η αλθεια,
Και αλθεια εν' η ζω! Μα τι με μλλει:
Θωρ εσς κι ο καημς γνεται μλι.

                  Αμλητα

Ποτμι τρχει η Αγπη και σο τρχει
πληθανει και στ' ολγλυκ της αμα
δεχνει της ευτυχις το ουρνιο ψμα
και ο δρμος της, θαρρες, σωμ δεν χει.

Μα μπροστ της χωρς να το παντχει
του πνου η πικροθλασσα στο βλμμα
απλνεται γεμτη δκρυα κι αμα,
και τα πντα ρουφει, τα πντα βρχει.

Χρυσομννα, εμαρθηκαν τα φλλα
και χειμνας πλακνει· σε θωρω
κατματα με τρμου ανατριχλα.

Και σναν αλαφιζεται το προ
ρρωστο ανβλεμμ σου, σα να ερτα·
θα χαρομε λλην νοιξη σαν πρτα;

                     Ποησις

Στην μοναξιν, που ψηλς κρημνς σηκνει
Την κεφαλ του προς τα σγνεφα και αφνει
Τον καταρρκτη να βογγ και να φουσκνει
Και τα μαρμρινα τα στθη του να πλνει,

Εκε που δσος το λαγκδι περιζνει,
Εν μεσουρανες φιλρημη σελνη
Ασημοφαντο λαμπρ μαγνδι απλνει
Εις την απραντη του σμπαντος γαλνη,

Αυτο η καρδι μ' απ' τη χαρ της ξεχειλζει,
ταν ακοω την αγπη μου να ψλλει
Των αθαντων ποιητν τους θεους στχους.

Ττε θαρρ πως εμπροστ μου φτερουγζει
Αιθρια μοσα μ' λα τ' ουρανο τα κλλη,
Θαρρ πως αγρικ της λρας της τους χους.

         Σ' να Δολερ Φλο

Αʹ
Τὰ δυ σου μαῦρα μτια μ’ ἐπλνεσαν
Ποῦ ἔχουν τση φωτι·
Ἡ ἀναλαμπαῖς τους πῶς, ἄχ! πῶς μοῦ ἄρεσαν
Εἰς τῆς ζωῆς μου τὴν κακονυχτι!

Ἄδολη τὴν καρδι σου ἐφανταζμουν,
Ἄδολη καὶ χρυσῆ,
Φλο παντοτεινὸ σ’ ὠνειρευμουν,
Ἡ ὠνειρεμμνη ἐλπδα μου ἤσουν Σ.

Ἀλλὰ καθὼς ἡ ζμπα ’ς τὸ χορτρι
Λουφζει μουλωχτ,
Ὅμοια καὶ ’ς τοῦ προσπου σου τὴ χρι
Ἡ ἀπτη ἐπαραμνευε φριχτ.

Γιὰ πντα μ’ ἐφαρμκευσες· μιὰ μρα
Θὲ νὰ σ’ ἐκδικηθῶ!
Ὣς τρα σ’ ἀγαποῦσα, ὡσὰν μητρα·
Θ ’λθῃ μρα ποῦ θὰ σ’ ἀπαρνηθῶ.
                                                   (Μναχο 18 Μρτη 1885)

Βʹ
Γερνοῦν τὰ χελιδνια, καὶ τ’ ἀερκι
Γλυκτερα φυσᾷ·
Ἀλλὰ μσα μου βρζει τὸ φαρμκι
Καὶ τῆς ἀπελπισιᾶς ἡ μνητα λυσσᾷ.

Πρω, πρω λαλοῦν τὰ κορυδλια
Ψηλὰ ’ς τὸν οὐραν,
Κι’ ἡ Χαραυγὴ μὲ τὰ ῥοδτα χελια
Γελομενη φιλεῖ τὸ πρσινο βουν.

Καὶ ’ς τὸ δσο τὰ φλλα λαχταρζουν
Σὰν νὰ ἦσαν ζωνταν.
Καὶ τὰ νερὰ τῆς λμνης λαμπυρζουν
’Σ τὴν ἀνθηρὴν ὀχθηὰ γελῶντας σιγαν.

Ἄχ! κσμε, πσο εἶν’ εὔμορφ’ ἡ θωρι σου!
’Σ αὐτὸν ποῦ σὲ θωρεῖ,
Εἶναι κρυμμνα, κσμε, τὰ θερι σου·
Τὰ καπλνια, ἡ ὀχιαῖς, κι’ οἱ φλοι οἱ δολερο!
                                                          (Μναχο 29 Μρτη 1885)
                    Φληρο

Eχε λα της τα μγια η νχτα, μνη
εσ λειπες. Aργ κιν να φγω,
μα ξφνου στη μπασι του μπαρ ξανογω
αυτοκνητο να γοργοζυγνει.

M' ελπδα σταματω. Nατο, πλακνει.
Παραμερζουν οι λλοι. σειστος μπγω
Tη ματι μου στα μτια σου. λλο λγο
ακμα κι ο σοφρ σου με σκοτνει.

Aρχοντοπολα μ' φταστα πρωττα,
με των Eφτ νησιν τες χλιες χρες,
Tετρξανθη ομορφι γαλανομτα,

του θαντου δε με πισανε τρομρες ,
γλυκτατες με λισανε λαχτρες:
Να συντριφτ κτω απ σε στη στρτα.

                 Πατρδα

Πλε ξυπνει τῆς ἄνοιξης τ᾿ ἀγρι
στὴν πλση μυστικῆς ἀγπης γλκα,
σὰν νφ᾿ ἡ γῆ, πὄχει ἄμετρα ἄνθη προκα,
λμπει ἐνῶ σβηται τῆς αὐγῆς τ᾿ ἀστρι.

Πεταλοῦδες πετοῦν ταρι μὲ ταρι,
ἐδῶ βουζει μλισσα, ἐκεῖ σφκα·
τὴ φση στὴν καλ της ὥρα ἐβρῆκα,
λαχταρζει ἡ ζωὴ σ᾿ ὅλα τὰ μρη.

Κθε μοσχοβολιὰ καὶ κθε χρῶμα,
κθε πουλιοῦ κεληδημα ξυπνει
πθο στὰ φυλλοκρδια μου κι ἐλπδα

νὰ σοῦ ξαναφιλσω τ᾿ ἅγιο χῶμα,
νὰ ξαναδῶ καὶ τὸ δικ σου Μη,
ὄμορφ μου, καλ, γλυκειὰ πατρδα.

           Το Αριστοργημα

Δεν στρνω εγ σ' αγνα τους φτωχος
Τους στχους μου, που δφ[νες] δε γυρεω.
Αγπη μου, αφ' της γης τους θησαυρος
Το γλιο σου μονχα εγ ζηλεω.

Και στους κρυφος μου μσα τους καημος,
Που με μια τχην σπλαχνη παλεω,
Τους ιλαρος σου μνον οφθαλμος
Σαν δση κ' ελπδα μου αγναντεω.

Και στο γλυκ τους φως αφ' την καρδι μου
Σα λουλουδκια ανθζουνε μικρ
Για σνα μοναχ τα ποιματ μου.

Αγπη μου, ελπδα μου, χαρ μου,
Μου τα βραβεει κθε σου ματι,
Κι ας μη γνωρσει ο κσμος τ' νομ μου.

               Στὴ Πατρδα

Πατρδα, σὰν τὸν ἥλιο σου ἥλιος ἀλλοῦ δὲ λμπει.
Πῶς εἰς τὸ φῶς του λαχταροῦν ἡ θλασσα κι οἱ κμποι,
πῶς λουλουδζουν τὰ βουν, τὰ δσ᾿, οἱ λαγκαδιὲς
στρνοντς του θυμαμα μυριδες μυρωδις!
Ἀφρολογοῦν οἱ ρεματιὲς καὶ λαχταρζ᾿ ἡ λμνη,
χλιες πουλιῶν λαλιὲς ἠχοῦν, τῆς ὀμορφιᾶς του ὕμνοι,
σ᾿ ἄπειρ᾿ ἀστρφτουν χρματα παντοῦ λογῆς λογῆς
τ᾿ ἀγρα τὰ πετομενα τὰ σερπετὰ τῆς γῆς.
Κι αὐτὸς σηκνει τ᾿ ἀλαφρὰ τῆς καταχνιᾶς μαγνδι,
κι ἡ κθε στλ᾿ ἀπὸ δροσιὰ γυαλζει σὰν πετρδι,
κθε ἀχτδα του σκορπᾶ μὲ τὴν ἀναλαμπὴ
χαρ, ζωὴ καὶ δναμη κι ἐλπδα ὅπου κι ἂν μπεῖ.

Φαντζεις σὰν τὸν ἥλιο σου κι ἐσ, καλὴ πατρδα,
καὶ μγια σὰν τ μγια σου στὸν κσμο ἀλλοῦ δὲν εἶδα.
Ἡ γῆ σου εἶναι παρδεισος, κι αἰνια γαλανὸς
γρω σου καθρεφτζεται στὸ πλαγ᾿ ὁ οὐρανς.
Κι οἱ νχτες σου μὲ τ᾿ ἄστρα τους, μὲ τὴ γαλζια πστρα,
μὲ τ᾿ ἀηδονολαλματα, τρεμμενα σὰν τ᾿ ἄστρα,
μὲ τὸ φεγγρι ποὺ περνᾶ, σὰν τ᾿ ὄνειρο εὐτυχας
στὴ μση τῆς ἀπραντης οὐρνιας ἡσυχας.
Οἱ νχτες σου δροσοβολοῦν χιλιπλουμα λουλοδια
καὶ στῶν παιδιῶν σου τὶς καρδιὲς ἀμραντα τραγοδια,
σταλζουνε στὰ σπλγχνα τους θερπειο λησμονιᾶς,
ἐλευτεριᾶς ἀγλλιαση καὶ μσος τυραννιᾶς.

Μγεμ᾿ ἀσημοφαντο, φῶς μαργαριταρνιο,
λινονται σ᾿ ἕνα χραμα ξανθ, μαλαματνιο.
Γιομτος μσχους καὶ δροσιὲς ὁ Ζφυρος τερπνᾶ
μσ᾿ ἀπ᾿ ἀγπης φαντασιὲς τὰ πλσματα ξυπνᾶ.
Κι ἀνμεσα στὰ χρματ᾿ ἀπὸ χλια οὐρνια τξα,
προβανει πλ᾿ ὁ ἥλιος εἰς ὅλη του τὴ δξα.
Κα, σὰν τοῦ μεγαλεου σου σμβολο φωτειν,
ἕως τὸ χρυσὸ βασλεμα λμπει στὸν οὐραν.
Ἑλλς, τὸ μεγαλεῖο σου βασλεμα δὲν ἔχει,
καὶ δχως γνφια τοὺς καιροὺς ἡ δξα σου διατρχει.
Ὅσες φορὲς ὁ ἥλιος σου νὰ σὲ φωτσει ἐρθεῖ,
θὲ νὰ σὲ βρεῖ πεντμορφη, στεφανωμνη ὀρθ.

                Excelsior!

Κρο κροσταλλο νερ τα ηλιοφρυμνα
χελια θα ογρνει. Εβγενικι ανθρωπτη
θα τους φιλψει πλοσιο φαγοπτι.
Κορμι απ την πλθια χρη αλαφρημνα,

Αγλματα θεν ζωντανεμνα
θ αγναντψουν στη Νμπρο εκε την πρτη
της λεφτερις αστραφτερ λαμπρτη.
Τα στθια θα χαρον τα πονεμνα.

Και ανηφορον οι βλμηδες λεβντες
στ ατλειωτο φαργγι λο χαλκι
Μονοσκονι με γλοια και κουβντες.

Μα χουν ποδρια και καρδις τσελκι·
μα τους θεριβει η ελπδα του θαντου
με τ αγιασμνα δαφνοστφαν του.

            Μογχρωμα

Φυσει τ αερκι μ ανλαφρη φρα
και τες τριανταφυλλις αργ σαλβει·
στες καρδις και στην πλση βασιλβει
Ρδινο σορουπο, ρα μυροφρα,

Χρυσ θυμητικν ονερων ρα
που η ψυχ τη γαλνη προμαντβει,
την αινια γαλνη, και αγναντβει
σα για στερν φορ κθε της γνρα

αξχαστη· ξανθς κρινοτραχλες
αγπες, γαλαν βασιλεμνα
μτια ογρ και φιλι και ανατριχλες

και δκρυα· πλνα δρα ζηλεμνα
της ζσης που αχνοσβυται και τελεινει
σαν το θαμπ γιουλ που ολονα λυνει.

              Καλλιπτειρα

«Ἀρχντισσα Ροδτισσα, πῶς μπῆκες;
Γυναῖκες διχνει μιὰ συνθεια ἀρχαα
ἐδῶθε.» «Ἔχω ἕνα ἀνψι, τὸν Εὐκλα,
τρα ἀδρφια, γι, πατρα, Ὀλυμπιονκες·

νὰ μὲ ἀφσετε πρπει, Ἑλλανοδκες,
κι ἐγὼ νὰ καμαρσω μὲς τὰ ὡραῖα
κορμι, ποὺ γιὰ τὸ ἀγρλι τοῦ Ἡρακλα
παλεουν, θαυμαστὲς ψυχὲς ἀντρκειες.

Μὲ τὲς ἄλλες γυναῖκες δὲν εἶμ᾿ ὅμοια·
στὸν αἰῶνα τὸ σι μου θὰ φαντζει
μὲ τῆς ἀντρειᾶς τ᾿ ἀμραντα προνμια·

μὲ μλαμα γραμμνο τὸ δοξζει
σὲ ἀστραφτερὸ κατεβατὸ μαρμρου
ὕμνος χρυσς, τοῦ ἀθνατου Πινδρου.»

          Λουτρ

Διαμντιν’ ἄστρα εἰς τὰ νερὰ
Τὰ φγγη τους πλαγιζουν,
Ποῦ ὀνερατα τῆς θλασσας
Τῆς κοιμισμνης μοιζουν,
Οὔτ’ ἕνα φλλο τρμει
Καὶ ’ς τοὺς ἀνθοὺς μὲ τὰ πουλι,
’Σ τὴ δροσερὴ μοσχοβολιὰ
Μὲ τὲς φτεροῦγες μαζωχτὲς
Γλυκοκοιμοῦντ’ οἱ ἀνμοι.

Ἀγαπημνη λυγερὴ
Πανρια σὰν τὴν Εὔα,
’Σὲ τοτη τὴν παρδεισο
Νὰ δροσιστῇς κατβα!
Τῆς γμνιας σου τὴ χρη
Ἂν φανερσῃς μιὰ στιγμ,
Πουλιῶν κι’ ἀνμων στεναγμοὶ
Θὰ λαχταρσουν ἔξαφνα
’Σὲ κθε ἀνθοῦ κλωνρι.

Θὰ σουφρωθοῦν τὰ πλαγα
Κι’ ἀργ, σὰν λαμπυρδες,
Τῶν ἄστρων θλει ἀναδευτοῦν
Ὁλοῦθ’ ᾐ ἀντιφεγγδες.
Κι’ ἂν εἰς τὸ κῦμα θἄμπῃς,
Ἡ κθε στλ’ ἀπὸ νερὸ
Μαργαριτὰρι λαγαρὸ
’Σ τὸν κρφο σου θὰ φανεται
Καὶ σὰ θεὰ θὰ λμπῃς.

Θὰ σὲ λατρψω σὰ θε,
Δχως μιλι, μακρυθε·
Ἁγνὴ θὰ μενῃς κι’ ἄσπιλη,
Τ’ ὀμνω, σὰν τοῦ κθε
Ἄστρου τὰ φγγη τ’ ἅγια.
Ἔπειτα εὐθὺς ἂς τυφλωθῶ,
Ἤ σἂν ὁ Ἀχταωνας ἂς χαθῶ,
Ἀφ’ οὗ εἶδα τῆς πεντμορφης
Τὰ γυμνωμνα μγια.

                  Ανξιο Α'

Στο φως σου σταματντας, μια γαλνη
θα ξαναβρονε οι λογισμο μου οι πλνοι,
και της απελπισις τ υπνο καπλνι
για λγο τ γριο νχι θ απαλνει.

Μα ο καημς της πατρδας δε μ αφνει·
αλλοις θε σου πλξω να στεφνι
που λλο μοιο σαν κι αυτ να μην εφνη·
τσο θελε η θωρι σου τ ομορφνει.

Του νησιο μου τες μριες ομορφδες
σαν κι εμνα καννας δεν εχρη,
που λο περνω πλαγις, γιαλος, κορφδες,

μα σ εσ σταματ· γιατ χει χρη
κλλιο παρ λλη γης η Κρκυρ μου,
μα μες στην Κρκυρ μου εσ, κυρ μου.

                Ανξιο Β'

Πσες φορς με τη ψυχ μου σ εδα
ν ακουμπς σε μια μαρμαροκολνα
του φεγγαροβρεμνου Παρθεννα
σα σε κρνο απαλ μγου στρου αχτδα.

Και τρα απ τη μεγλη Πυραμδα
ανερα πλες με αθανασας κορνα,
σα να εζοσες ισθεη στον αινα
των ωραων και υψηλν αντιφεγγδα.

Σα θα ξανμαι αγνντια σου, και ομπρς μου
θα λμπουν τα δυο μτια σου, θα λω
πως βλπω λα τα θματα του κσμου,

πως αγκαλιζω ,τι υψηλ και ωραο,
και ξεψυχντας στο φως της ειδς σου
τη γλκα θ αγρικ του παραδεσου.

      Στροφολες
                                        (Επ Τμβω)

Ψυχαροῦδες πετοῦν,
μιὰ τὴν ἄλλη ζητοῦν
μὲς στ' ἀγκθια κι’ ἀπνου στοὺς κρνους·
ἔτσι ᾑ ῥμες περνοῦν,
ἔτσι ᾑ ῥμες γυρνοῦν
μὲς στοὺς ἔρωτες, μσα στοὺς θρνους.

Τὸ νερὸ ροβολᾷ
ἀπ’ τὸ βρχο ψηλὰ
καὶ ἀναδνει γλυκτατον ἦχο·
καὶ τὸ δκρυ γεννᾷ,
καὶ ἂς κυλῃ σιγαν,
εἰς τοῦ τφου τὴν πλκα τὸ στχο.

             Ἡ Ἐλι

Στὴ κουφλα σου ἐφλιασε μελσσι,
γρικη ἐλι, ποὺ γρνεις μὲ τὴ λγη
πρασινδα ποὺ ἀκμα σὲ τυλγει
σὰ νἄθελε νὰ σὲ νεκροστολσει.

Καὶ τὸ κθε πουλκι στὸ μεθσι
τῆς ἀγπης πιπζοντας ἀνογει
στὸ κλαρ σου ἐρωτρικο κυνγι,
στὸ κλαρ σου ποὺ δὲ θὰ ξανανθσει.

Ὢ πσο στὴ θανὴ θὰ σὲ γλυκνουν,
μὲ τὴ μαγευτικὴ βοὴ ποὺ κνουν,
ὁλοζντανης νιτης ὀμορφδες

ποὺ σὰ θμησες μσα σου πληθανουν·
ὢ νὰ μποροῦσαν ἔτσι νὰ πεθανουν
καὶ ἄλλες ψυχὲς τῆς ψυχῆς σου ἀδερφδες.

       Ικωβος Πολυλς

Στην κορφ της ζως, που ροδζει
της Λεφτερις αμλευτος αγρας
και σαν χος αθνατης φλογρας
η ποηση, αηδνι θεο, καλοκαρδζει,

σκωσες διαμαντνιο μετερζι
και στη μση, ομορφις θμα και τρας,
Να της Μεγαλψυχης Μητρας
στησες που σαν λιος πορφυρζει.

Ποτ στ αραχνιασμνο βραθρ, που
μες τη μοχλα και μες τη φαρμακλα
οχις κλωσσον οι κκητες τ αθρπου,

Ποτ δεν εκατβηκες· κ εκλα
η φων σου βροντ κ καιε σα φλγα
τους πονηρος, -μα τους καλος ευλγα.

               Χρρις

Χερουβικς χαρς χρυσς αθρας
σε φλγισε πατντας της Ηπερου
το χμα, σα στην πλατωσι του απερου
νστραφτε απ το -«εν τοτω νκα»- ο αιθρας,

Και σα λμψη παρουσας δευτρας
μ αποκαλυπτικο αγαλλαση ονερου
νβλεπες στο βυθ του Παμπονρου
να γκρεμιστε η Τουρκι, το ανερο τρας.

Και σε λγου σου ττε καμες τμα
να φτσεις που μνο αυτς ξαμνει
ποναι ποιητς και μρτυρας συνμα.

Του Απλλωνα χι η χρη, η δξα μνη
σο λειπε του θαντου –κι να βλι
σ' στειλ' ρωα στο ηλσιο περιβλι.

        Νκος Κογεβνας

Κι αν εναι λλη ζω, θναι για σνα
ο αθρας τουτηνς· βαθει γαλνη
σιωπς παντοτεινς θα μεγαλνει
τα πλθια μγια, σμγοντς τα σ να

θερπιο θεκ· τη μια παρθνα
που εφλησες κι ο πθος σου την κρνει,
τα πντε σας παιδι, που, γινοι κρνοι,
ανθον κι αλλοις σου μοιζει το καθνα

πεντμορφο, και τ δολο της Γνσης
ανμα και τη φτιση του ωραου
κι σο δκρυα φτωχν χει στεγνσεις
και, με τη λβρα τ ξιου Κερκυραου
για του νησιο σου την ευδαιμονα,
για το Γνος, την νθεη μανα.

           λκης Παλαμς

Γιατ δεν τον φαντζεσαι που ανβη
να ψλει σ λλη γη μ αγγλου λρα
το τραγοδι, τρισεγεν σου κλρα,
που τ χτια κθε ζσης ειρηνεει;

Σ λο τπειρο μ γιρα βασιλεει
Μδουσας κεφαλ πνοπλη Μορα·
στης πκρας την πεντμορφη πλημμρα
μνη η ομορφι για λγο αντιπαλεει.

Και – ω μυστριο – καθς διαβανει απ στρα
σ στρα φως, ζστα, δναμη μαγντη,
μες τη μενεξεδνια ουρνια πστρα

με μγια της ψυχς, σ λλον πλαντη
να κατεβανει φεγγαροστλαχτ εδα
(γιατ τον κλαις;) σαν αρμονας αχτδα.

          Angelica Farfalla

Στ ακμαντα της θλασσας ατλζια
ακροπατντας η ψυχ, σα νχει
μισοαπλωμνα τα φτερ, μονχη
κινει να βρει στην πειρη, γαλζια

μονξια, γιατρεμ για τα μαρζια
που τσο την παθιζουν, και σα λχει
ν αντικρσει τ ωριπλουμο σελχι
κι λα τ αστραφτερ χρυσ τσαπρζια

του λιου, ορθοποδζει ερωτεμνη
στης ασημοβολς το μονοπτι,
που σια τη βγνει στ σπιλα τεμνη

της ομορφις κ εκε, με την απτη
πως θα πορεεται αινια ιεροδολα
στ γιο φως καεται σαν πεταλουδολα.

              Aνεμμυλος

O κσμος εναι πλανερ μαγνδι
κεντισμνο με ρδα και με βγια,
μ' λιους και μ' στρα, που το απλν' η Maya
απνου στης Aλθειας το σκοτδι.

Σ' αγαποσαμε τσο, ρμο ρημδι,
Γιατ στη μση απ' της ζως τα μγια
στη ψυχ μας φανρονες την για
Tου Θαντου θωρι, τον κρον δη,

Tο Tποτε κι ανξερα στα βθια
του εναι μας εξπναες μια λαχτρα
να γλυτσουμε απ' λα μας τα πθια,

τη πικρ να ξορκσουμε κατρα
Tης ζως και να μπομε με μας
στ' δυτα της θεκς ανυπαρξας.

           Υπερνθρωπος

Του μυστριου ανασκωσε την πτρα
και μη σκιαχτες το δγκωμα του αστρτα.
Το τι ναι η αλθεια αδικοπα αναζτα
και ιδς αν εναι, ως λεν, ψυχοποντρα.

Μα μα τες σαγιτις του πνου μτρα
και γρυπνος τες πληγς που ανογουν κοτα
μηντρα φτνει η καθεμι σαγτα
απ της σπλαχνης Μορας τη φαρτρα.

Και α βρεις που ο Πνος εναι η μνη Αλθεια,
ττες απ τ αντριωμνα σου τα στθια
την ταπειντη γδσου της ορφνιας.

Στης Ομορφις, στης Δναμης τη γλκα,
με αλαλητ χαρς και περηφνειας
γνε Θες σου και τη Μορα νκα.

                           Νχτα

Τρεμμεν’ ἄστρα εἰς τὰ νερὰ τὰ φγγη τους πλαγιζουν,
Ποῦ ὀνερατα τῆς θλασσας τῆς κοιμισμνης μοιζουν·
Οὔτ’ ἕνα φλλο τρμει
’Σ τὸ δσο καὶ μὲ τὰ πουλιὰ
’Σ τῶν δνδρων τὴ μοσχοβολιὰ
Μὲ ταῖς φτερογαις μαζωχταῖς γλυκοκοιμῶντ’ οἱ ἀνμοι.

Ἐκεῖ ποῦ ἡ πλση φανεται πὼς σὰν νεκρὴ σιγει,
Ἐκ’ ἡ φιλρημη ψυχὴ τοῦ ποιητῆ γροικει
Αἰθριαν ἁρμονα·
Ἀκοει τ’ ἀστρια νὰ λαλοῦν,
Τὰ Χερουβὶμ ν’ ἀντιλαλοῦν
’Σ τὴ γαληνὴ τοῦ Σμπαντος ἀπραντη ἐκκλησα.

Ἑκεῖνα τὰ λαλματα ὁ ποιητὴς τ’ ἀκοει,
Κ’ ἐκεῖ μαθανει ἔτσι γλυκὰ τὴ λρα του νὰ κροῃ,
Καὶ οὐρανικὰ νὰ ψλλῃ
Ὀνερατα μαγευτικ,
Ἐλπδ’, ἀγπη, ἰδανικ,
Τῆς ὠμορφδας τὰ καλ, τῆς ἀρετῆς τὰ κλλη.
                                                           (Μναχο, 27 Ιουλου 1885)

                      Ειδλλιον

Μὲ φωτσματ’ ἀσημνια λμπυρζουν
ᾙ ἐληὲς ὄξω ’ς τὴ λιακδα·
Μνο ἐδῶ νερὰ δροστα μουρμουρζουν
Εἰς τ’ ἀπσκια μὲς τὴν πλοσια πρασινδα.

Μιὰ σκεπὴ μᾶς πλκουν ἄνθη ἐδῶ καὶ φλλα
Ὅπου ὴ κψα δὲν περνει·
Μνο ἀπανοθε τὸ φῶς τὴν πρασινλα
’Σ τὰ τετρξανθα μαλλι σου ἀντιφωτει.

Ἔλ’, ἀγπη μου, γλυκὰ ν’ ἀναπαυθοῦμε
Δῶ σιμὰ ’ς τὴ νερομνα·
Γρ’, ἐδῶθε, λυγερ, νὰ φιληθοῦμε,
Ἀλλ’ ἀγλια, μὴν ξυπνσωμε τὸν Πᾶνα!

’Σ τὸ χιοντο σου τὸν κρφο ἕνα λουλοῦδι
Μαβὶ κι’ ἄγριο γρνει κτου·
Σὰν βραδυσῃ θὰ σοῦ ψλω ἕνα τραγοῦδι
Ποῦ θὲ νἄχῃ τὴ δροσι, τὴ μυρωδι σου.

Γρε πλι, λυγερ, νὰ φιληθοῦμε,
Τὸ νερὸ σιγοκυλει·
Τὴ μουρμορα τὴ γλυκει ποῦ τρ’ ἀκοῦμε,
Ὁ σκοπὸς ποῦ θὰ σοῦ πῶ θὰ σ’ τὴ θυμῃ.

Τρα ἐκεῖ ’ς τ’ ἀλαβαστρνιο σου ποδρι
Πεταλοδα ὡραα ζυγνει·
Σὰν κι’ αὐτὴ μὲ πλθιο χρῶμα καὶ καμρι
Τὰ φτερ του ὁ κθε στχος μου θ’ ἁπλνῃ.

Δς μου ἀκμα ἕνα φιλκι, δς μου κι’ ἄλλο!
Σὺ τοῦ τπου εἶσ’ ἡ Ναδα.
Ἄχ! νὰ ἠμπρια στὸ τραγοῦδι μου νὰ βλω
Τοῦ φιλιοῦ καὶ τοῦ κορμιοῦ σου τὴ γλυκδα!

           Ψυχοφλημα

Χρυσρμενα ονερατ αργοπλνε
στο πλαγο του πθου οι φαντασες
και κατακε αρμενζουν που επες,
που τα δυο σου μτια γελοκλανε,

που απρθενος φγγεις, λατρεμνε
κρνε της ομορφις, κ οι μελωδες
των τραγουδιν σου σμγουν τες μαγεες,
που μες τ αγν σου χελια σιγοπννε.

Χρου, καρδι μου θλβερη, κι αγλλου!
Πρασε η μαρη νχτα κ η γρια μπρα.
νθι και συ μικρ μες του μεγλο

Κσμου το περιβλι νοιξε τρα.
Δεν ξερε η ψυχ μου να φιλσει·
τρα ξρει. Ω πανχραντο μεθσι.

          Αργυρκουπα

Κρουσταλλνιο, διφανο, γεμτο
απ δολο κρασ που πορφυρζει,
με κονημα θερμ μ αστημα ακρτο
να φτωχ ποτρι σ αντικρζει,

σε λαχταρει, σε γγζει και τ αφρτο
κρασ σαν αμα χνεται, σκορπζει,
και το ποτρι μνει δειο ως τον πτο
γιατ το γγξιμ σου το τσακζει.

Μα συ στκεις ατραχτη και κρα
αργυρκουπα, πλοσια ιστορισμνη,
με την περφαν σου θεωρα.

Εσαι να σ αγαπον συνηθισμνη·
στης ζως την πικρ χαροκοπα
δε δεχνεις με τι σ χουν γεμισμνη.

             νθρωπος

Σαν η ψυχ δξας φορε στεφνια
και για πλοτο για δναμη φουσκνει,
ενντιο λγο νημα δε σηκνει·
Συχριο δε γνωρζει η περηφνεια.

Μα απ αψτερη καεται κακοφνεια
–και υποψα προσβολς της φαρμακνει–
καρδι που αδικοσρνεται στη σκνη
και πικροπαραδρνει στην ορφνια.

Και τοτη συμπαθει· τι, σο τη σφζει
πλιο αλπητα ο καημς, τσο κθ λλη
γνοια εγδικτρα μσα της λουφζει

και χωνεει σα σπθα στην αθλη:
Μνη η Αγπη, για λμπα, απ τη στχτη
ξεσπ αγνντια στην χτρητα και στ χτι.

              Εγκομηση

ρρωστε, ιδς, λαμπρ σβνεται η μρα,
τριανταφυλλ προμνυμα του Χρου·
ττοια ομορφδα στα γεμτα χρου
που τχη σο χαρζει ανοιχτοχρα

και στο να που σπρος φαντζει πρα
–σα νγιναν κολνες του μαρμρου
οι αρμονες ενς μνου του Πινδρου
πζοντας ξφνου μες τον γιο αγρα–

μπα, κομου κι ο πνος θα σε γινει·
θα ονειρευτες την ομορφι την δια
που με τ αρχαο τραγοδι θα γλυκνει

της καρδις σου τα θλβερα ξεσκλδια·
«Τον αγαπ ο Θες πεθνσκει νος·
μην ξυπνς. Εμαι ο Θνατος ο ωραος.»

                Aφιρωση

Πτα, Αγπη, στα ουρνια και χαιρτα
τη μννα μου και δεχ της τα φτωχ μου
τοτα τραγοδια, κ πειτα εδ χμου
βλογημνα απ αυτν ξανφερ τα·

Μ να χαμγελ της χρσων τα,
και σαν πετρδια ατφωτα, σαν μμου
χρυσο κλωνι, χαρς και βσαν μου,
θα γυαλσουν μες τ τεχνα σονττα.

Σαν αλκυνα, Αγπη, με φτερογες
απλωμνες διαβανεις ιριδνια
κατστρωτες με φως ανερες ρογες.

Στης ζως τ γριο πλαο νεραδνια
χαρζεις καλοσνη, θε φωλιζεις
και μ νειρα ουρανο το ασπρογαλιζεις.

                  Καρδκι

Τ γνωρα ρεποθμελα του αρχαου
ναο στο ρμο ακροθαλσσιο πλι
χορταριασμνα κοτονται. Γελει
γρου ομορφδα κσμου πντα νου.

Κια λω που ακμα απ την κορφ του ωραου
βουνο στ σπρα ντυμνη ροβολει
η αρχαα ζω κι αυτο φεγγοβολει
λαμπρς νας τεχντη Κερκυραου.

Χρυσνερο, σε βλπω γιατ μ χει
μαγψει το νερ στην κρα βρση,
που μσαθε απ τ γιο χμα τρχει.

τσι κποιος θες θα τχει ορσει.
Κι ποιος ξνος εκε το χελι βρχει
στα γονικ του πλια δε θα γυρσει.

                  Κρτη

Σειρνα πρασινχρυση, με μτι
σαν της αγπης, με λαχτρας χελια,
αχτιδομλλα, ορθβυζα, με χλια
μρια καμρια και λπια γεμτη,

τραγοδι τραγουδς μες στη ροδτη
κατχνια του πελου και στην προσλια
του αγρος πλατωσι και στα βασλεια
της γης πνο το σρνει μυρωδτη:

«Σαν το γλα της Αγας Αμαλθεας
θρφει θεος και το φιλ μου εμνα.
Ελτε να χαρετε μες στης θεας

αγκαλις μου το σφξιμο ενωμνα,
πρσφυγες της Ζως, δρα για τρα:
θνατο, αθανασα κι ελευτερα».

          Παλιοκαστρτσα

Σαν πεθνω εδ θρθω με τα μρια
φαντσματα υπνα μσα σε υλα γνφια,
σε ασημοβολς μακ σεντφια
τ για της νχτας να χαρ μυστρια·

να ιδ των ξωτικν τα πανηγρια,
των τελωνιν τα θετρελλα κφια.
Του Νεραδοχορο να ακοσω ντφια
και Σρηνων τραγοδια και μαρτρια.

Και μα στα αστριν τους χρυσαμξια
οι αγγλοι φγουν και ο λιος φξει πσω,
μνο στην τετραγλανη μονξια

πουλ τ γριου γιαλο θα κελαηδσω·
τεχντρα η πικροθλασσα παρξια
της λαλησις μου θα βαστει το σο.

           ρως & Θνατος

Με εκοταξε να σορουπο το Μη,
το μοσκοβολισμνο Μη το μνα,
και η ματι της για πντα μο επρομνα
ευτυχα, που το ουδν δεν πεθυμει.

Μα ο πθος δε χορτανει σο κι α φει,
μες την καρδι μου μπγεται σα σφνα·
σα διψασμνη λυνεται αλαφνα
η ψυχ ση γλκα κι α ρουφει.

Μγο, ανσπερο φγγος του θαντου,
εσ, ναι, με γλυκι παρηγορα
πρανεις καθενς τα βσαν του.

Μες απ την αλαβστρινην υδρα
,τι κι αν τζεις δνεις κιλας, αφανζεις
την πεθυμι, τους πνους αιωνζεις.

                    Νκη

Εβρθηκ να ατμητο βλησδι!
Τρα που οι αρχαοι ξανζησαν αγνες,
που της Πατρδας δνουν ζωογνες
φλγες αντρις, πολεμικς μισδι.

Του Γνους μας παμπλαιο στολδι,
πλαμψε στου Ηρακλ τους ελαινες
πειτ απ εικοσιτρες και πλ αινες
ξαναστρφτουν οι Ωδς του Βακχυλδη.

Σ εμς τον στρνει τρα η Ελλδα Μννα
θραμβου αρραβνα στη μεγλη Πλη,
και το Γνος μ ελπδας θρφει μνα

που σ γιο Αγνα θα νικσει πλι.
Μννα! Τους νους σου ρωες να εγκωμισει
γεννηθτω ποιητς που να του μοισει!.

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers