Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Κλασσικά 

Μαβίλης Λορέντζος: Ηρωϊκός & Ευαίσθητος

 

                        Βιογραφικό

     Γεννήθηκε στις 6 Σεπτεμβρίου 1860 στην Ιθάκη, όπου ο πατέρας του Παύλος υπηρετούσε τότε εκεί πρόεδρος των δικαστηρίων της Ιονίου Πολιτείας. Ο παππούς του ποιητή, Δον Λορέντζος Μαβίλης, Ισπανικής καταγωγής, ήταν πρόξενος της πατρίδας του στην Κέρκυρα, όπου πήρε γυναίκα Κερκυραία κι εγκαταστάθηκεν εκεί. Η μητέρα του ποιητή ήταν επίσης Κερκυραία κι ονομαζόταν Ιωάννα Καποδίστρια-Σούφη. Πέρασε τα παιδικά της χρόνια σ' ένα αγρόκτημα, όπου έμαθε κι αγάπησε τη γλώσσα του λαού, τα τραγούδια και τις παροιμίες και την αγάπη της αυτή τη μετέδωσε στο γιο της.
     Παρακολούθησε τα γυμνασιακά μαθήματα στο εκπαιδευτήριο «Καποδίστριας», κι είχε δάσκαλο ελληνιστή τον Ιωάννη Ρωμανό. Αυτός τονε σύστησε στην Αναγνωστική Εταιρεία, όπου σύχναζαν τότε όλοι οι άνθρωποι των γραμμάτων. Εκεί γνώρισε τον Ιάκωβο Πολυλά, σοφό εκδότη του Δ. Σολωμού. Έμαθε την Ιταλική, Ισπανική, Γερμανική κι Αγγλική. Το 1878 γράφτηκε στη φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και την εγκατέλειψε μετά ένα χρόνο για να σπουδάσει στην Γερμανία, φιλολογία, γλωσσολογία και φιλοσοφία. Το 1890 στις 16 Ιουνίου αναγορεύτηκε διδάκτωρ της φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Έρλαγκεν της Βαυαρίας και κατέβηκε στη Κέρκυρα. Δε δέχτηκε καμία θέση για να μη παραβεί τις ηθικές αρχές του. Ένα μικρό απόσπασμα επιστολής του (προς Κεφαλληνό) μας δίνει συμπυκνωμένο το πρόγραμμα της περαιτέρω προοπτικής του: «Ό,τι κατορθώσω εις την ζωή μου, θα το κατορθώσω μένοντας συνεπής, χωρίς ν' απαρνηθώ ούτε μια μόνο πράξη, ούτε μια μόνο στιγμή της περασμένης μου ζωής, ή αλλιώς δε θα κατορθώσω τίποτε».
     Το 1896 η Ελλάδα αγωνίζεται για την απελευθέρωση της Ηπείρου, Μακεδονίας & Κρήτης. Εκείνος που δεν ήταν πατριώτης μόνο στο λόγο και στη ποίηση, αλλά και στη πράξη, πολεμά εθελοντής. Το 1897 αγωνίζεται στην Ήπειρο, πάλι εθελοντής, όπου και τραυματίζεται. Το 1910 εξελέγη βουλευτής του κόμματος των Φιλελευθέρων του Ελευθερίου Βενιζέλου στην αναθεωρητική Βουλή. Ιστορική θα μείνει η αγόρευσή του για την υπεράσπιση της δημοτικής γλώσσας όταν συζητιόταν το άρθρον 107 του συντάγματος. «Δεν υπάρχει γλώσσα χυδαία» είπε «μόνο χυδαίοι άνθρωποι!». Ο άκαμπτος χαρακτήρας του και το ότι δεν προσαρμόστηκε στο ρεύμα της συναλλαγής που επικρατούσε, το λεγόμενο ρουσφέτι, συντέλεσε στο να μην εκλεγεί βουλευτής στις επόμενες εκλογές.
     Εκτός από μερικά ποιήματα που δημοσίευσε σε περιοδικά της εποχής, δεν εξέδωσε καμία ποιητική συλλογή όσο ζούσε. Τα άπαντά του κυκλοφόρησαν με την φροντίδα του φίλου του Κ. Θεοτόκη στην Αλεξάνδρεια το 1915. Μετριοφροσύνη τον χαρακτήριζε πάντα, όσον αφορά στο έργο του. Αυτός ο εκπληκτικός μάστορας του σονέτου (δεκατετράστιχο ποίημα που αποτελείται από δύο τετράστιχα και δύο τρίστιχα) έστελνε τους στίχους του στον Παλαμά με την υποσημείωση: «Για το συρτάρι σου». Οι κριτικοί του καιρού του αναγνώρισαν στο πρόσωπό του ένα τεχνίτη απαράμιλλο. Ορισμένοι τον κατηγόρησαν γι' αυτή του τη τελειομανία, χαρακτηρίζοντάς τη σα μια νεκρή πεταλούδα που μπορείς να θαυμάσεις τα ψυχρά φτερά της. Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος πιο εύστοχα, ίσως, απ' όλους παρατήρησε: ...«Στάθηκε ένας απ' τους σπάνιους εκείνους ποιητές που το καλύτερό τους ποίημα είναι η ζωή τους». Και πράγματι:
     Στον Βαλκανικό Πόλεμο του 1912, παρά τα 53 του χρόνια κατετάγη εθελοντής λοχαγός των Γαριβαλδινών Ερυθροχιτώνων. (Ονομαζόταν Γαριβαλδινοί οι εθελοντές Έλληνες και ξένοι από το όνομα του αρχηγού τους, Ιταλού στρατηγού, Γαριβάλδι. Ερυθροχίτωνες λέγονταν λόγω του κόκκινου χιτώνα που φορούσαν.) Εκείνη την εποχή, ήτανε το βασιλόπουλο του παραμυθιού για μια μεγάλη ποιήτρια, τη κυρία Θεώνη Δρακοπούλου ή Μυρτιώτισσα, όπως φιλολογικά επέλεξε να ονομάζεται. Η αγάπη αυτή, όσο σαγηνευτικό δόλωμα κι αν ήταν, δε μπόρεσε να τονε κρατήσει κοντά της. Η φωνή της πατρίδας κάλυψε τη φωνή της καρδιάς. «Σ' αγαπώ/ δεν μπορώ/ τίποτ' άλλο να πω/ πιο βαθύ, πιο απλό, πιο μεγάλο!» έγραφε για κείνον η ερωτευμένη ποιήτρια. Μ' αυτός τραβούσε για τα μεγάλα ιδανικά «στην κορφή της ζωής, όπου ροδίζει/ της Λευτεριάς αμόλευτος αγέρας/ και σαν ήχος αθάνατης φλογέρας/ η ποίηση, αηδόνι θείο, καλοκαρδίζει...» Όχι πως δεν αγαπούν κι οι ποιητές «μα τους θεριεύει ο πόθος του θανάτου/ με τ' αγιασμένα δαφνοστέφανά του».
     Στις 28 Νοεμβρίου 1912 στο χωριό Δρίσκος, κοντά στα Γιάννενα, οι Τούρκοι εξαπέλυσαν σφοδρή αντεπίθεση κατά των εθελοντών που ήδη είχανε προχωρήσει πολύ. Μάχεται ηρωικά, επικεφαλής των στρατιωτών του που αποδεκατίζονται απ' τα εχθρικά βόλια... Σε μια στιγμή της μάχης μια σφαίρα του διατρυπά τα δυο μάγουλα χαλώντας και πολλά δόντια του. Ενώ μεταφέρεται αιμόφυρτος στο προσωρινό νοσοκομείο ένα δεύτερο βόλι τονε βρήκε στο στόμα. Εκείνη τη στιγμή έφτανε στο χειρουργείο κι ο αρχηγός, Αλέξανδρος Ρώμας. Τον είδε και κατάλαβε. «Σε συγχαίρω απ' τη καρδιά μου!» λέει δίνοντάς του το χέρι. Εκείνος μάζεψε τις στερνές του δυνάμεις, στάθηκε προσοχή και πήρε το χέρι του αρχηγού. Το αίμα που 'τρεχε σ' όλο το δρόμο απ' τις πληγές των παρειών του, πάγωνε στο λαιμό και του δυσκόλευε την αναπνοή. Δε μπορούσε να μιλήσει. Τους κάνει νοήματα να του δώσουν χαρτί, να γράψει. Τα αίματα στάζουν απ' όλες τις μεριές κι οι βολές του πυροβολικού ακούγονται τώρα κοντύτερα. Αλλά δε προφταίνει ούτε να γράψει. Ο παπα-Φώτης του κλείνει τα μάτια. Ο Πιπίνος Γαριβάλδης, ο μόνος εκείνη τη στιγμή στρατιωτικός, στέκεται προσοχή και τονε χαιρετά. Όλοι σταυροκοπιούνται. Είναι πλέον νεκρός, ξαπλωμένος στο πεζούλι της Αγίας Παρασκευής. Τον έχουνε σκεπάσει με τον ματωμένο μανδύα του. Έχει περάσει πλέον στην αιωνιότητα κερδίζοντας «δώρα άγια τρία: ΘΑΝΑΤΟ, ΑΘΑΝΑΣΙΑ ΚΙ ΕΛΕΥΤΕΡΙΑ», όπως το 'θελε.
     Από τότε στοίχειωσε, η ανάμνηση και το επιβλητικό του όραμα, στη ψυχή και στη ποίηση της γυναίκας που τόσο πολύ τον αγάπησε και τόσο λίγο τονε χάρηκε, της Μυρτιώτισσας. Λίγα χρόνια αργότερα, έρημη, στην Κέρκυρα, πέθανε κι η αδερφή του η Εσθήρ. Την έθαψαν με τις μαύρες πέρλες και τα κρόσινα γάντια
.

--------------------------------------------------------------------------------------------

                   Λήθη
 
Καλότυχοι οι νεκροί που λησμονάνε
την πίκρια της ζωής. 'Οντας βυθίσει
ο ήλιος και το σούρουππο ακλουθήσει,
μην τους κλαις, ο καημός σου όσος και να 'ναι.

Τέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε
στης λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση
μα βούρκος το νεράκι θα μαυρίσει,
σά στάξει γι' αυτές δάκρυ όθε αγαπάνε.

 

Κι αν πιούν θολό νερό ξαναθυμούνται,
διαβαίνοντας λιβάδια από ασφοδήλι,
πόνους παλιούς, που μέσα τους κοιμούνται.
 
Σα δε μπορείς παρά να κλαις το δείλι,
τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν:
θέλουν, μα δε βολεί να λησμονήσουν.

                    Φάληρο


Eίχε όλα της τα μάγια η νύχτα, μόνη
        Eσύ έλειπες. Aργά κινώ να φύγω,
        Mα ξάφνου στη μπασιά του μπαρ ξανοίγω
Aυτοκίνητο να γοργοζυγώνει.


M' ελπίδα σταματάω. Nατο, πλακώνει.
        Παραμερίζουν οι άλλοι. 'Ασειστος μπήγω
        Tη ματιά μου στα μάτια σου. 'Αλλο λίγο
Aκόμα κι ο σοφέρ σου με σκοτώνει.


Aρχοντοπούλα μ' άφταστα πρωτάτα,
        Mε των Eφτά νησιών τες χίλιες χάρες,
        Tετράξανθη ομορφιά γαλανομάτα,


Tου θανάτου δε με πιάσανε τρομάρες
        Γλυκύτατες με λιώσανε λαχτάρες
        Nα συντριφτώ κάτω από σε στη στράτα.

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers