-


Dali &








-

/




 
 

 

Borges Jorge Luis : ...

 

    

                                             Βιογραφικ

     Γεννθηκε πρωρα στις 24 Αυγοστου 1899 στο Μπουνος 'Αιρες -την δια μρα με τη γννηση του Βλαντιμρ Ναμπκωφ (Vladimir Nabokov)- και πθανε, προρως επσης, 87 χρονν, στη Γενεη. Στα χρνια που μεσολαβσανε μεγαλοργησε. Ο νθρωπος που 'λεγε πως επιθυμα του εναι να γρψει «μια σελδα, μια παργραφο, να βιβλο που να 'ναι για λο τον κσμο» γραψε δεκδες δοκμια, μυθιστορματα και ποιματα. Η τφλωσ του το 1960 δεν τον εμπδισε να ταξιδψει και να δσει διαλξεις σ' λο το κσμο. Απκτησε φανατικος αναγνστες κι αγαπθηκε σο λγοι.
     Ο Χρχε Λους Μπρχες (Jorge Francisco Isidoro Luis Borges Acevedo, -αλλ, ακολουθντας την αργεντνικη παρδοση, δεν το χρησιμοποιοσε ποτ ολκληρο- γεννθηκε στο Μπουνος ιρες, Αργεντιν, 24 Αυγοστου 1899 και πθανε στη Γενεη, Ελβετα, 14 Ιουνου 1986), ταν Αργεντινς συγγραφας και θεωρεται μα απ τις σημαντικτερες λογοτεχνικς μορφς του 20ο αινα. Παρλο που εναι πιο γνωστς για τα διηγματ του (που κυριαρχε το στοιχεο του φανταστικο), ο Μπρχες ταν επσης δοκιμιογρφος, ποιητς και κριτικς.
     Ο πατρας του Χρχε Γκιγρμο Μπρχες Ασλμ, εν μρει Ισπανς, εν μρει Πορτογλος και μισς Βρετανς, τανε δικηγρος και δσκαλος ψυχολογας κι επσης εχε λογοτεχνικς φιλοδοξες. "Προσπθησε να γνει συγγραφας και δε τα κατφερε", επε κποτε ο Μπρχες. "γραψε μερικ πολ καλ σοντα". Η μητρα του Λεονρ Ασεβδο Σουρες, Ισπανδα και πιθανν Πορτογαλδα, ταν απ παλι οικογνεια της Ουρουγουης. Στο σπτι μιλοσανε τσον ισπανικ σο κι αγγλικ κι απ πολ νωρς ο Μπρχες ταν ουσιαστικ δγλωσσος. Λνε τι διβαζε Σαξπηρ στα 12 του, στα αγγλικ. Μεγλωσε στη ττε μακριν κι χι πολ ευημεροσα συνοικα του Παλρμο, σε μεγλο σπτι με μεγλη βιβλιοθκη.
     Ο πατρας αναγκστηκε να εγκαταλεψει νωρς το επγγελμα του δικηγρου εξαιτας τη σταδιακς τφλωσης, η οποα αργτερα θα επηραζε και τον γιο και το 1914 η οικογνεια μετακμισε στη Γενεη, που τυχε περθαλψης απ ειδικ οφθαλματρο, εν ο Μπρχες κι η αδελφ του Νρα (γενν. 1902) πηγανανε σχολεο. Εκε μαθε γαλλικ, με τα οποα προφανς δυσκολετηκε αρχικ, μελτησε μνος του γερμανικ και πρε το μπακαλορε απ το Κολγιο της Γενεης το 1918.
     Αφο τλειωσε ο Α Παγκ. Πλ., η οικογνεια πρασε για τρα χρνια σε διφορα μρη: το Λουγκνο, τη Βαρκελνη, τη Μαγιρκα, τη Σεβλλη και τη Μαδρτη. Στην Ισπανα γινε μλος του αβν-γκαρντ ουλτραστικο λογοτεχνικο κινματος. Το 1ο του ποημα, "μνος Στη Θλασσα", γραμμνο στο στυλ του Γουλτ Γουτμαν, εκδθηκε στο περιοδικ Grecia (Ελλδα). Εκε συναναστρφηκε αξιλογους Ισπανος συγγραφες, πως τον Ραφαλ Κασνος Ασνς και τον Ραμν Γκμεθ ντε λα Σρνα.
     Το 1921 ο επστρεψε με την οικογνει του στο Μπουνος ιρες που εισγαγε το δγμα του Ουλτρασμο και ξεκνησε καριρα ως συγγραφας δημοσιεοντας ποιματα και δοκμια σε λογοτεχνικ περιοδικ. Η 1η συλλογ ποιημτων του ταν η «Fervor de Buenos Aires» (Πθος για το Μπουνος ιρες, 1923). Συνεισφερε στην αβν-γκαρντ επιθερηση Martín Fierro (της οποας η "τχνη για την τχνη" προσγγιση ταν αντθετη με την πιο πολιτικοποιημνη ομδα του Μποδο), συνδρυσε τα περιοδικ Prisma (1921–1922) και Proa (1922–1926). τανε τακτικς συνεργτης, απ το 1ο κιλας τεχος, στο Sur, το οποο ξεκνησε το 1931 απ τη Βικτρια Οκμπο κι γινε το σημαντικτερο λογοτεχνικ περιοδικ της Αργεντινς. Η Οκμπο γνρισε τον Μπρχες στον Αδλφο Μπιι Κασρες, που γινε τακτικς συνεργτης του και σημαντικ φυσιογνωμα της αργεντνικης λογοτεχνας.
     Το 1933 γινε συντκτης του λογοτεχνικο νθετου της εφημερδας Crítica, στην οποα και πρωτοεμφανιστκανε τα γραπτ του που αργτερα περιληφθκανε στην Historia universal de la infamia (Παγκσμια Ιστορα της Ατιμας). Τα επμενα χρνια εργστηκε ως λογοτεχνικς σμβουλος στον εκδοτικ οκο Emecé κι εχε εβδομαδιαα στλη στην El Hogar, η οποα κυκλοφρησε απ το 1936 μχρι το 1939. Το 1937 πιασε δουλει στο παρρτημα Μιγκλ Καν της Δημοτικς Βιβλιοθκης του Μπουνος ιρες ως βοηθς. Οι συνδελφο του του απαγρευσαν αμσως να καταλογογραφε περισστερα απ 100 βιβλα τη μρα, κτι που ο Μπρχες κανε μσα σε περπου μια ρα. Περνοσε το υπλοιπο της ημρας στο υπγειο της βιβλιοθκης γρφοντας ρθρα και διηγματα. ταν ανβηκε στην εξουσα το 1946 ο Χουν Περν, ο Μπρχες ουσιαστικ απολθηκε: "προχθηκε" στη θση του επιθεωρητ πουλερικν για τη δημοτικ αγορ του Μπουνος ιρες (απ την οποα παραιτθηκε αμσως -ταν αναφερταν σ' αυτ, διακοσμοσε πντα τον ττλο σε "Επιθεωρητς Πουλερικν & Κουνελιν"). Οι επιθσεις του κατ των περονιστν μχρι κενο το σημεο περιορζονταν κυρως στην υπογραφ διακηρξεων υπρ της δημοκρατας, μως σντομα μετ την παρατησ του απευθνθηκε στον Αργεντνικο Σνδεσμο Γραμμτων λγοντας, με το χαρακτηριστικ του στυλ, τι "Οι δικτατορες προωθον την καταπεση, οι δικτατορες προωθον τη δουλοπρπεια, οι δικτατορες προωθον τη βαναυστητα, πιο αποτρπαιο εναι το γεγονς τι προωθον την ηλιθιτητα".
     Ο θνατος του πατρα το 1938, τανε βαρ πλγμα γιατ εχανε πολ στεν σχση. Τη παραμον Χριστουγννων το 1938, ο Μπρχες χτπησε σχημα στο κεφλι σε ατχημα. Κατ τη διρκεια της θεραπεας της πληγς παρ' ολγο να πεθνει απ σηψαιμα -το διγημ του "Ο Ντος" του 1944, βασζεται σε αυτ ακριβς το γεγονς. Εν ανρρωνε απ το ατχημα, ρχισε να γρφει σε να στυλ για το οποο γινε δισημος κι η 1η του συλλογ διηγημτων, El jardín de senderos que se bifurcan (Ο Κπος με τα Μονοπτια που Διακλαδνονται) εμφανστηκε το 1941. Το βιβλο περιλμβανε το διγημα "Ο Ντος", ιστορα που περιεχε αυτοβιογραφικ στοιχεα, και για την οποα ο συγγραφας αργτερα επε: "σως η καλτερ μου ιστορα". Παρλο που γενικ τυχε θετικς αποδοχς, δεν κατφερε να αποσπσει τα λογοτεχνικ βραβεα που ο κκλος του Μπρχες ανμενε και πολλο γρψανε κεμενα με τα οποα τον υποστριξαν.
     Χωρς δουλει, με την ρασ του να μεινεται εξαιτας του γλαυκματος και ανμπορος να στηρξει πλρως τον εαυτ του ως συγγραφας, ο Μπρχες ξεκνησε μια να καριρα δνοντας δημσιες διαλξεις. Παρ το τι πολιτικ διχθηκε κπως, οι διαλξεις του εχαν αρκετ επιτυχα και μετατρπηκε σε δημσιο πρσωπο. γινε Πρεδρος του Αργεντνικου Συνδσμου Συγγραφων (1950–1953) και Καθηγητς Αγγλικς και Αμερικανικς Λογοτεχνας (1950–1955) στον Αργεντνικο Σνδεσμο Αγγλικο Πολιτισμο. Το διγημ του Emma Zunz γυρστηκε σε ταινα (με ττλο Días de odio- Μρες μσους) το 1954 απ τον Αργεντνο σκηνοθτη Λεοπλδο Τρρε Νλσον. Τον διο καιρ ο Μπρχες ρχισε να γρφει σενρια για ταινες.
     Το 1955, με πρωτοβουλα της Βικτρια Οκμπο, η να αντι-περονικ στρατιωτικ κυβρνηση τον διρισε επικεφαλς της Εθνικς Βιβλιοθκης. Μχρι ττε εχε τυφλωθε εντελς. πως ο διος ο Μπρχες παρατρησε, "ο Θες μου δωσε ταυτχρονα τα βιβλα και τη νχτα". Τον επμενο χρνο κρδισε το Εθνικ Βραβεο Λογοτεχνας κι ανακηρχθηκε επτιμος διδκτορας απ το Πανεπιστμιο του Κογιο (αργτερα ακολοθησαν πολλς ττοιες ανακηρξεις). Απ το 1956 μχρι το 1970, ταν επσης καθηγητς λογοτεχνας στο Πανεπιστμιο του Μπουνος ιρες, εν προσκλθηκε και απ λλα πανεπιστμια για σντομες χρονικς περιδους. Μη μπορντας να διαβσει και να γρψει (δεν μαθε ποτ του Σστημα Μπριγ), εξαρτιταν απ τη μητρα, που εχε πντοτε στεν σχση κι η οποα ρχισε να δουλεει ως προσωπικ του γραμματας.
     Η διεθνς φμη του ξεκνησε στις αρχς της 10ετας του '60. Το 1961 μοιρστηκε με τον Σμιουελ Μπκετ το Βραβεο Φορμεντρ. Το γεγονς ο Μπκετ ταν δη πολ γνωστς στον αγγλφωνο κσμο, εν μχρι ττε ο Μπρχες παρμενε γνωστος κι αμετφραστος, κνησε την περιργεια πολλν να μθουνε ποιος εναι. Η ιταλικ κυβρνηση τον ονμασε Commendatore, εν το Πανεπιστμιο του Τξας στο στιν τονε κλεσε για 1 χρνο. Αυτ οδγησε στη 1η περιοδεα διαλξεν του στις ΗΠΑ. Ακολοθησαν οι 1ες μεταφρσεις ργων του στα αγγλικ το 1962, και τα επμενα χρνια περιοδεες στην Ευρπη και τη περιοχ των νδεων στη Ντια Αμερικ. Το 1965 τιμθηκε με δικριση απ τη βασλισσα του Ηνωμνου Βασιλεου Ελισβετ Β'. Το 1980 του δθηκε το Prix mondial Cino Del Duca, εν πολλς λλες τιμς και βραβεα ακολοθησαν τα επμενα χρνια, πως η γαλλικ Λεγενα της Τιμς το 1983 και το Βραβεο Θερβντες.
     Το 1967 ξεκνησε 5ετ συνεργασα με τον Αμερικαν μεταφραστ Νρμαν Τμας ντι Τζοβνι, χρη στον οποο γινε πιο γνωστς στον αγγλφωνο κσμο. Επσης συνχισε να εκδδει βιβλα, μεταξ αυτν El libro de los seres imaginarios (Το Βιβλο των Φανταστικν ντων, 1967, μαζ με τη Μαργαρτα Γκερρρο), El informe de Brodie (Η κθεση του Μπρντι, 1970), και El libro de arena (Το Βιβλο της μμου, 1975). δωσε επσης πρα πολλς διαλξεις. Πολλς απ αυτς τις διαλξεις ανθολογθηκαν στις εκδσεις Siete noches (Εφτ Νχτες) και Nueve ensayos dantescos (Εννι δαντικ δοκμια).
     Αν και πασγνωστος τουλχιστον απ τα τλη της δεκαετας του 1960, δε του δθηκε ποτ το Βραβεο Νμπελ Λογοτεχνας. Κυρως περ τα τλη της δεκαετας του '80, ταν εχεν δη γερσει κι η υγεα του εχεν αρχσει να φθνει, αυτ η μη απονομ, ταν εμφανς παρλειψη. Εικζεται τι το βραβεο δεν του απονεμθηκε ποτ, λγω της σιωπηλς στριξς του στω απροθυμας του να καταδικσει τις στρατιωτικς δικτατορες σε Αργεντιν, Χιλ, Ουρουγουη κι αλλο. Παρλο που αυτ η πολιτικ του στση πγαζε απ αυτ που διος ο Μπρχες αποκαλοσε "αναρχο-ειρηνισμ," τον πρσθεσε στον κατλογο των διακεκριμνων συγγραφων που δεν κρδισαν ποτ Βραβεο Νμπελ Λογοτεχνας, στον οποο βρσκονται, μεταξ λλων, οι Γκρχαμ Γκριν, Τζιμς Τζις, Βλαντιμρ Ναμπκοφ και Λων Τολστι. Παρ' λα αυτ, του δθηκε το Βραβεο Ιερουσαλμ το 1971, το οποο δδεται σε συγγραφες που ασχολονται με θματα ανθρπινης ελευθερας και κοινωνας.
          ταν ο Χουν Περν επστρεψε απ την εξορα κι επανεξελγηκε πρεδρος το 1973, ο Μπρχες παραιτθηκε αμσως απ διευθυντς της Εθνικς Βιβλιοθκης. Νυμφετηκε για πρτη φορ το 1967, κατπιν φοβερς πεσης που δχθηκε απ τη μητρα του, που χοντας περσει τα 90, θελε να βρει κποιαν να φροντζει τον τυφλ της γιο. τσι, καννισαν μαζ με την αδελφ του Μπρχες, Νρα, να παντρευτε τη πρσφατα χρα λσα Ασττε Μιγιν. Λγεται τι ο Μπρχες δεν εχε ποτ ερωτικ επαφ με τη γυνακα αυτ. Κοιμντουσαν σε χωριστ δωμτια κι ο γμος κρτησε λιγτερο απ 3 χρνια. Μετ το διαζγιο, ο Μπρχες επστρεψε στη μητρα του, με την οποα ζησε μχρι τον θνατ της, στα 99. Μετ απ' αυτ ζησε μνος στο διο μικρ διαμρισμα και τονε φρντιζε η οικιακ βοηθς που την εχανε για 10ετες.
     Μετ το 1975, τη χρονι που πθανε η μητρα του, ο Μπρχες ρχισε μια σειρ απ μεγλα ταξδια σε λο τον κσμο, τα οποα συνεχστηκαν μχρι τον θνατ του. Συχν τον συνδευε στα ταξδια αυτ μα βοηθς του, η Δεσποινδα Μαρα Κοδμα, Αργεντιν ιαπωνικς και γερμανικς καταγωγς. Το 1984, ρθε στην Ελλδα, συγκεκριμνα στην Αθνα, κι στερα στο Ρθυμνο, που αναγορετηκε σε επτιμο διδκτορα της Φιλοσοφικς Σχολς του Πανεπιστημου Κρτης.
     Ο Χρχε Λους Μπρχες πθανε απ καρκνο του πατος στη Γενεη και τφηκε στο Βασιλικ Κοιμητριο (Πλενπαλ). Στη Γενεη, προς μεγλη κπληξη των στενν του φλων, πως ταν ο Αδλφο Μπιι Κασρες, λγο πριν πεθνει παντρετηκε τη Μαρα Κοδμα. Η Κοδμα απκτησε λα τα δικαιματα των γραπτν του, τα οποα υπολογζεται τι της αποφρουν ετσιο εισδημα πολλν εκατομμυρων. Ο γνωστς εκδοτικς οκος Gallimard και πολλο διανοομενοι καταδικσανε την λη στση της Κοδμα, την οποα θεωρον ως πολ μεγλο εμπδιο για τη πρσβαση στα γραπτ του Μπρχες (βλ. ρθρα σε Le Nouvel Observateur, El País και La Nación, μεταξ λλων).
     Εκτς απ τα διηγματ του για τα οποα εναι περισστερο γνωστς, ο Μπρχες γραψε επσης ποηση, δοκμια, διφορα σενρια, και σημαντικ γκο λογοτεχνικς κριτικς, προλγους και βιβλιοκριτικς, επιμελθηκε πολλς ανθολογες, και μετφρασε στα ισπανικ πολλ ργα απ αγγλικ, γαλλικ και γερμανικ (ακμη και απ αρχαα αγγλικ και αρχαα σκανδιναβικ). Το γεγονς τι τυφλθηκε (πως και ο πατρας του, εν ταν ενλικας) επηρασε πολ τα μετπειτα γραπτ του. Ιδιατερη θση στα πνευματικ του ενδιαφροντα χουν στοιχεα απ τη μυθολογα, τα μαθηματικ, τη θεολογα, τη φιλοσοφα και, ως προσωποποηση αυτν, η ασθηση του Μπρχες για τη λογοτεχνα ως ψυχαγωγα -λα αυτ ο συγγραφας τα μεταχειρζεται λλοτε ως παιγνδι κι λλοτε τα βλπει πολ σοβαρ.
     Ο Μπρχες ζησε το μεγαλτερο μρος του 20ο αινα κι τσι επηρεστηκε απ την περοδο του Μοντερνισμο κι ιδιατερα απ τον Συμβολισμ. Η πεζογραφα του αναδεικνει τη σε βθος μρφωση του συγγραφα και εναι πντοτε περιεκτικ. πως τον σγχρον του Βλαντιμρ Ναμπκοφ και τον κπως παλιτερο Τζιμς Τζυς, συνδασε το ενδιαφρον του για την πατρδα του με πολ ευρτερα ενδιαφροντα. ταν και αυτς επσης πολγλωσσος και παιχνιδιρης με τη γλσσα, αλλ εν τα ργα των Ναμπκοφ και Τζις τειναν να γνονται λο και πιο μεγλα με την προδο του χρνου, ο Μπρχες παρμεινε οπαδς του μικρο. Επσης σε αντθεση με τους Τζις και Ναμπκοφ, το ργο του Μπρχες σταδιακ απομακρνθηκε απ αυτ που ο διος αποκαλοσε "το μπαρκ", εν των πρτων κινθηκε προς αυτ: τα τελευταα ργα του Μπρχες δεχνουν να φος πολ πιο διφανο και νατουραλιστικ απ ,τι δειξε στα πρτα του ργα.
     Πολλς απ τις πιο γνωστς του ιστορες αφορον τη φση του χρνου, το πειρο, καθρφτες, λαβρινθους, την πραγματικτητα και την ταυττητα. Μερικς ιστορες επικεντρνονται σε φανταστικς ιδες, πως μια βιβλιοθκη η οποα περιλαμβνει λα τα πιθαν κεμενα 410 σελδων ("Η βιβλιοθκη της Βαβλ"), κποιος που δεν ξεχνει τποτα απολτως ("Φονες ο μνημονικς"), μα οπ μσα απ την οποα μπορε κανες να δει τα πντα στο σμπαν ("Το λεφ"), και να τος στσιμο που δνεται σε κποιον που στκεται μπροστ στο εκτελεστικ απσπασμα ("Το μυστικ θαμα"). Ο διος Μπρχες αφηγθηκε αρκετ ρεαλιστικς ιστορες της ζως στη Ντια Αμερικ, ιστορες που αναφρονταν σε λακος ρωες, μγκες το δρμου, στρατιτες, γκουτσο, ντετκτιβ, ιστορικς φυσιογνωμες. Ανμιξε το πραγματικ με το φανταστικ, και σε μερικς περιπτσεις, κυρως στα πρτα του κεμενα, αυτς οι αναμξεις δεν απεχαν πολ απ κποιου εδους απτη παραποηση της πραγματικτητας.
     Η πληθρα του μη λογοτεχνικο ργου του Μπρχες συνσταται σε κριτικς ταινιν και βιβλων, σντομες βιογραφες, και φιλοσοφικ κεμενα σε θματα πως τη φση του διαλγου, της γλσσας και της σκψης, καθς και τις σχσεις μεταξ τους. Απ αυτ την ποψη, και λαμβνοντας υπ’ ψη το προσωπικ πνθεον του Μπρχες, θεωροσε τον Μεξικαν δοκιμιογρφο παρμοιων θεμτων Αλφνσο Ργες ως "τον καλτερο ισπανφωνο πεζογρφο λων των εποχν". Στα μη λογοτεχνικ του κεμενα επσης εξερευν πολλ απ τα θματα που εμφανζονται στη λογοτεχνα του. Δοκμια πως "Η ιστορα του τανγκ" τα κεμεν του για το επικ ποημα "Μαρτν Φιρρο" εξερευνον συγκεκριμνα αργεντνικα θματα, πως η ταυττητα των Αργεντινν και των διφορων υποσυνλων του πληθυσμο της χρας. Ο Μπρχες συνγραψε μαζ με τον Αδλφο Μπιι Κασρες αρκετς συλλογς ιστοριν απ το 1942 μχρι το 1967, συχν με διαφορετικ ψευδνυμα (βλπε ρθρο: Μποστος Ντομκ).
     Ο Μπρχες γραφε ποηση καθ’ λη τη διρκεια της ζως του. Καθς η ρασ του μειωνταν, επικεντρθηκε λο και περισστερο στην ποηση, καθς μποροσε να αποστηθσει ολκληρο το κεμενο. Τα ποιματ του καταπινονται με το διο ευρ φσμα θεμτων πως και τα διηγματ του, καθς και με θματα που προκπτουν απ το κριτικ του ργο, τις μεταφρσεις και λλες προσωπικς ενασχολσεις. Αυτ το ερος ενδιαφερντων συναντται στην πεζογραφα, τα ποιματα και τα μη λογοτεχνικ του κεμενα. Για παρδειγμα, το ενδιαφρον του στον φιλοσοφικ ιδεαλισμ αντανακλται στον φανταστικ κσμο του Τλον στο "Τλον, Οκμπαρ, ρμπις Τρτιους", στο δοκμιο "Να διψευση του χρνου" και στο ποημα "Πργματα". Ομοως, να κοιν θμα υπρχει στο διγημα "Τα κυκλικ ερεπια" και το ποημα "Το Γκλεμ".
     Εκτς απ τα δικ του ργα, ο Μπρχες εναι γνωστς και για τις μεταφρσεις του στα ισπανικ. Μεταξ λλων μετφρασε σκαρ Ουιλντ, ντγκαρ λαν Πε, Φραντς Κφκα, ρμαν σσε, Ρντγιαρντ Κπλινγκ, Χρμαν Μλβιλ, Αντρ Ζιντ, Γουλιαμ Φκνερ, Γουλτ Γουτμαν, Βιρτζνια Γουλφ, Τμας Μπρουν και Γ. Κ. Τστσερτον. Σε διφορα ρθρα και διαλξεις ο Μπρχες αξιολογε την τχνη της μετφρασης και αρθρνει τη δικ του ποψη για το θμα: μια μετφραση μπορε να αποτελσει βελτωση του πρωττυπου, εναλλακτικς και αντιφατικς εκδοχς του ιδου ργου μπορον να χουν την δια ισχ, και μα πρωττυπη κυριολεκτικ μετφραση μπορε να απχει πολ απ το πρωττυπο ργο.
     Ο Μπρχες χρησιμοποησε επσης δο πολ ασυνθιστα λογοτεχνικ στοιχεα: τη παραποηση της πραγματικτητας αναφορικ με την ιστορα κειμνων και την κριτικ ανπαρκτων ργων. Και τα δο αποτελον μορφς σγχρονων ψευδεπιγρφων. Παρλο που ο Μπρχες χρησιμοποησε πολ και διδωσε την κριτικ ανπαρκτων ργων, εντοτοις αυτ δεν αποτλεσε δικ του επινηση. Πιθανν να συνντησε αυτ την ιδα για πρτη φορ στο μακρ κεμενο "Ο ρφτης ξαν ραμμνος" του Τμας Κρλαλ, το οποο ταν κριτικ ενς ανπαρκτου γερμανικο φιλοσοφικο ργου και βιογραφα του επσης φανταστικο του συγγραφα. Στην εισαγωγ της πρτης συλλογς διηγημτων που εξδωσε, Ο Κπος με τα Μονοπτια που Διακλαδνονται, ο Μπρχες αναφρει:

   "Εναι μεγλη τρλα κι σκοπο να γρφει κανες τερστια βιβλα -αναπτσσοντας σε 500 σελδες μια ιδα η οποα μπορε κλλιστα να αποδοθε σε πντε λεπτ κουβντας. Το καλτερο πργμα εναι να προσποιεσαι τι αυτ τα βιβλα δη υπρχουν και να δνεις μια σνοψη κποιο σχλιο".

     Το ργο του Μπρχες χει χαρακτρα κοσμοπολτικο, κτι που αποτελε αντανκλαση της πολυ-πολιτισμικς Αργεντινς, της κθεσς του απ νωρς στη μεγλη συλλογ παγκσμιας λογοτεχνας που διθετε ο πατρας του, και τα πολλ ταξδια που κανε στη ζω του. Νεαρς, επισκφθηκε περιοχς των πμπας που τα σνορα της Αργεντινς, της Ουρουγουης και της Βραζιλας θολνουν, και ζησε και πγε σχολεο στην Ελβετα και την Ισπανα. Μεσλικας, ταξδεψε σε λη την Αργεντιν για να δσει διαλξεις και σε διφορα μρη του κσμου ως επισκπτης καθηγητς. Συνχισε να γυρζει τον κσμο στα γερματ του, πεθανοντας στη Γενεη, που εχε πει λκειο (δεν πγε ποτ πανεπιστμιο).
     Ο Μπρχες διβασε λογοτεχνα αργεντνικη, ισπανικ, γερμανικ, βορειοαμερικανικ, αγγλικ, γαλλικ, βορειοευρωπακ/ισλανδικ κι ιταλικ. Διβασε επσης πολλς μεταφρσεις ργων απ τη Μση και την πω Ανατολ. Η παγκοσμιτητα που τον κανε να ενδιαφερθε για την παγκσμια λογοτεχνα -κι αναγνστες σε λο τον κσμο να ενδιαφερθον για αυτν- αντανακλοσε μα στση που ερχτανε σε πλρη αντθεση με τον ακραο εθνικισμ της κυβρνησης του Περν. ταν ακραοι Αργεντνοι εθνικιστς, οι οποοι ταυτζονταν -τουλχιστον εν μρει- με τους Ναζ, υποστριξαν τι ο Μπρχες ταν Εβραος -υπονοντας τι δεν ταν αρκετ Αργεντνος- ο Μπρχες αποκρθηκε "Yo Judío" ("Εγ, Εβραος"), υποδεικνοντας τι θα ταν περφανος αν ταν Εβραος, και παρουσασε το χριστιανικ του γενεαλογικ δντρο, υπενθυμζοντας μως τι οποιοσδποτε "βρος Ισπανς" θα μποροσε κλλιστα να χει κποια εβρακ καταγωγ.
     Η Αργεντιν του Μπρχες ταν πολυ-πολιτισμικ και το Μπουνος ιρες, η πρωτεουσα, μια κοσμοπολτικη πλη. Αυτ σχυε ακμη περισστερο κατ την εποχ της σχετικς ευημερας των παιδικν και νεανικν χρνων του Μπρχες, παρ σμερα. Κατ την ανακρυξη της ανεξαρτησας της Αργεντινς το 1816 ο πληθυσμς ταν μικτς, κυρως ισπανικς καταγωγς, αλλ και με πολλος μιγδες. Η εθνικ ταυττητα των Αργεντνων διαμορφθηκε σταδιακ, με την προδο πολλν δεκαετιν μετ την ανεξαρτησα. Κατ τη διρκεια αυτς της περιδου ρθαν πολλο μετανστες απ Ιταλα, Ισπανα, Γαλλα, Γερμανα, Ρωσα, Συρα και Λβανο (ττε μρη της Οθωμανικς Αυτοκρατορας), Ηνωμνο Βασλειο, Αυστροουγγαρα, Πορτογαλα, Πολωνα, Ελβετα, Γιουγκοσλαβα, Βρεια Αμερικ, Βλγιο, Δανα, Ολλανδα, Σουηδα και Κνα, με τους Ιταλος και τους Ισπανος να αποτελον τις μεγαλτερες ομδες. Η συνπαρξη διαφρων εθνοτικν ομδων και κουλτορων στην Αργεντιν φανεται ντονα στα ξι προβλματα για τον Δον Ισδρο Παρδι, το οποο ο Μπρχες συνγραψε με τον Αδλφο Μπιι Κασρες, και στην αννυμη πολυ-εθνοτικ πλη στην οποα εκτυλσσεται το "Ο θνατος και η πυξδα", η οποα μπορε να εναι να μην εναι το Μπουνος ιρες. Στα κεμενα του Μπρχες υπρχουν επσης επιδρσεις και πληροφορες απ χριστιανικ, βουδιστικ, ισλαμικ κι εβρακ κεμενα.
     Παρ το τι ο Μπρχες επικεντρωνταν συχν σε παγκσμια θματα, ασχολθηκε επσης με το φολκλρ, την ιστορα και λλα θματα της Αργεντινς. Το πρτο του βιβλο, Fervor de Buenos Aires (Πθος για το Μπουνος ιρες), εκδθηκε το 1923. Λαμβνοντας υπ' ψη την ενασχληση του Μπρχες με αργεντνικα θματα -απ αργεντνικη κουλτορα ("Ιστορα του τανγκ", "Επιγραφς σε μαξες"), φολκλρ ("Χουν Μουρνια", "Η νχτα των δρων"), λογοτεχνα ("Ο Αργεντνος συγγραφας και η παρδοση", "Αλμαφουρτε", "Εβαρστο Καριγο") και σγχρονα θματα- μοιζει μλλον ειρωνικ που οι υπερ-εθνικιστς αμφισβτησαν την αργεντνικ του ταυττητα.
     Το ενδιαφρον του Μπρχες σε αργεντνικα θματα αντανακλ εν μρει την μπνευσ του απ το γενεαλογικ του δντρο. Η γιαγι του Μπρχες απ την πλευρ του πατρα του ταν Αγγλδα και παντρετηκε, γρω στο 1870, τον ισπανικς καταγωγς Φρανσσκο Μπρχες, ο οποος ταν στρατιωτικς και εχε ιστορικ ρλο στους εμφλιους πολμους που γιναν στην περιοχ που σμερα καταλαμβνουν η Αργεντιν και η Ουρουγουη. Περφανος για την ιστορικ κληρονομι της οικογνεις του, ο Μπρχες χρησιμοποησε αρκετς φορς αυτος τους εμφλιους πολμους σε πεζ (π.χ. "Η ζω του Ταδο Ισιδρο Κρους", "Ο νεκρς", "Αβελνο Αρεδντο") και ποηση ("Ο Στρατηγς Κιργα οδεει προς τον θνατο με μαξα"). Ο προπππος του Μπρχες απ την πλευρ της μητρας του ταν επσης ρωας του στρατο, και ο Μπρχες τον απαθαντισε στο ποημα "Μια σελδα στη μνμη του Συνταγματρχη Σουρες, νικητ στο Χουνν".

------------------------------------------------------------------------------------------

                                              Ο Νεκρς

     Το να εισχωρσει μια μρα στα πεδιν της βραζιλινικης μεθορου νας νθρωπος απ τα περχωρα του Μπουνος 'Αιρες, νας φουκαρς κομπαδρτο, με μοναδικ του εφδιο τη μωρα του θρρους και να φτσει να γνει αρχηγς των κοντραμπαντιρηδων, εναι κτι που εκ πρτης ψεως, φανεται αδνατον. Για σους συμμερζονται αυτ την ποψη, θλω να διηγηθ την ιστορα του Βενιαμν Οτλορα, που καννας δε θα πρπει πια να τον θυμται στη γειτονι του Μπαλβανρα και που τον σκτωσαν, πως του ξιζε, μ' να περστροφο, στα σνορα του Ρο Γκρντε ντου Σουλ. Αγνο τις λεπτομρειες της περιπτεις του, ταν μια μρα θα μου αποκαλυφθον, θα διορθσω και θ' αναπτξω την αφγησ μου. Για την ρα, η σνοψη που ακολουθε μπορε να φανε χρσιμη.
     Γρω στο 1891, ο Βενιαμν Οτλορα εναι δεκαεννι χρονν. Εναι νας παλικαρς με στεν κοτελο, καθαρ κι ανοιχτχρωμο βλμμα, γερς σαν Βσκος, μια εστοχη μαχαιρι του αποκλυψε πως εναι λεβντης, δεν τον νοιζει που ο αντπαλος του πθανε, οτε που αναγκστηκε να φγει ρον-ρον απ τη πατρδα του. Ο κοινοτρχης του δνει επιστολ για κποιον Ασεβδο Μπαντιρα, απ την Ουρουγουη. Ο Οτλορα παρνει το πρτο καρβι. Το καρβι τρζει, η θλασσα λυσσομαν. Την λλη μρα, περιπλανιται στους δρμους του Μοντεβδεο, με μια θλψη που δεν θλει να τη παραδεχτε και που σως, δε την χει καταλβει.
     Δε βρσκει τον Ασεβδο Μπαντιρα. Γρω στα μεσνυχτα, σ' να καπηλει του Πσο δελ Μολνο, βλπει κποιους αλογατρηδες να καβγαδζουν. να μαχαρι αστρφτει. Ο Οτλορα δε ξρει σε ποιανο μρος εναι το δκιο, αλλ η γεση του κινδνου τονε τραβ, πως λλους η τρπουλα η μουσικ. Μες στον σαματ, γλιτνει απ τη μαχαιρι ενς πεν, ναν ντρα που φορ σκουρχρωμο καπλο και πντσο. Αποδεικνεται πως αυτς ο ντρας εναι ο Ασεβδο Μπαντιρα. (ταν το μαθανει, ο Οτλορα, σκζει το γρμμα, γιατ δε θλει να χρωστ σε καννα, παρ μνο στον εαυτ του.) Παρ το τι εναι γεροδεμνος, ο Ασεβδο Μπαντιρα δνει κπως την εντπωση του σακτη. Στο πρσωπ του συνυπρχουν ο εβραος, ο νγρος κι ο ινδινος. Στο φρσιμ του, ο πθηκος κι ο τγρης. 'Αλλα στολδια του εναι μια ουλ, που χαρζει το πρσωπ του πρα ως πρα κι να σκορο δαστριχο μουστκι.
     Απτελεσμα εναι (μπορε σ' αυτ να φταει και το πιοτ) πως ο καβγς σταματ με την δια γρηγορδα που ρχισε. Ο Οτλορα πνει παρα με τους αλογατρηδες, στερα τους ακολουθε σ' να ξεφντωμα κι στερα σε μια σπιταρνα στη Παλι Πλη, την ρα που ο λιος χει ανεβε για τα καλ. Στο βθος του σπιτιο, στη τελευταα αυλ, οι ντρες στρνουνε καταγς να κοιμηθον. Ο Οτλορα γι' γνωστους λγους, συγκρνει αυτ τη νχτα με τη προηγομενη. Τρα δε κλυδωνζεται, τρα εναι με φλους. Εντξει, τον ενοχλον κποιες τψεις, ας πομε που δε νοσταλγε το Μπουνος 'Αιρες.
     Κοιμται ως τον εσπεριν, οπτε τονε ξυπν ο χωριτης που μες στο μεθσι του εχε ριχτε στον Μπαντιρα. (Ο Οτλορα θυμται πως αυτς ο ντρας εχε μοιραστε μ' λους τους λλους τη νχτα του σαματ και του γλεντιο και πως ο Μπαντιρα τον θελε να κθεται στα δεξι του και του 'βαζε συνχεια να πνει.) Ο ντρας λει στον Οτλορα πως τονε ζητ τ' Αφεντικ. Σ' να γραφεο που βλπει στον προθλαμο (πρτη φορ στη ζω του ο Οτλορα βλπει προθλαμο με συρμενες πρτες), τονε περιμνει ο Ασεβδο Μπαντιρα συντροφι με μια γυνακα μ' φος ακατδεχτο, ανοιχτχρωμην επιδερμδα και κκκινα μαλλι. Ο Μπαντιρα τονε παινεει, του προσφρει ρακ, του ξαναλει πως σχημτισε γι' αυτν την εντπωση τι εναι ντρας που το λει η ψυχ του, του προτενει να πει βρεια μαζ με τους λλους να φρουν να κοπαδι. Ο Οτλορα δχεται. Πριν ακμη χαρξει, χουνε κιλας πρει το δρμο για το Τακουαρεμπ.
     Αρχζει λοιπν για τον Οτλορα μια ζω διαφορετικ, μια ζω γεμτη αχαν ξημερματα και μρες ποτισμνες με αλογσια μυρωδι. Αυτ η ζω εναι για τον Οτλορα κτι καινοργιο και συχν ανυπφορο, αλλ φανεται πως την εχε στο αμα του, γιατ, πως σ' λλες χρες οι νθρωποι λατρεουν και προαισθνονται τη θλασσα, τσι κι εμες (χωρς να εξαιρεται κι ο νθρωπος που πλκει αυτ τα σμβολα) ποθομε μ' λη μας τη ψυχ να ζσουμε στον απραντο κμπο που αντηχε κτω απ τα πδια μας. Ο Οτλορα χει μεγαλσει στις γειτονις των αμαξδων και των καροτσρηδων. Πριν κλεσει χρνος χει γνει γκουτσο. Μαθανει να δαμζει τ' λογα, να τα μαντρνει, να πετσκοβει να σφαχτρι, να χειρζεται το λσο για να πινει τα ζωνταν κι εκενο το λλο, με τις μπλιες, για να τα σκοτνει, ν' αντχει το ξενχτι, τις καταιγδες, τις παγωνις και τον λιο, να οδηγε το κοπαδι με φωνς με σφυργματα.
     λο τοτο τον καιρ της μαθητεας, μπορε να 'χει δει τον Ασεβδο Μπαντιρα μνο μια φορ, αλλ δεν τον βγζει απ το νου του, χι μνο γιατ το να 'σαι παλικρι του Μπαντιρα παναπε πως σε λογαριζουν και σε φοβονται, αλλ και γιατ, κθε φορ που γνεται κποια παλικαρι, οι γκουτσος λνε πως ο Μπαντιρα τα καταφρνει καλτερα. Κποιος λει πως ο Μπαντιρα χει γεννηθε στη πρα χθη του Κουαρεμ, στο Ρο Γκρντε ντου Σουλ. Αυτ το στοιχεο, χι μνο δε ρχνει τον Μπαντιρα στα μτια του Οτλορα, αλλ' αντθετα, εμπλουτζει την εικνα του με πυκν δση, με βλτους, με ανεξερενητες και σχεδν πειρες αποστσεις. Με τον καιρ, ο Οτλορα καταλαβανει πως ο Μπαντιρα χει κι λλες ασχολες και πως η πιο βασικ απ' λες εναι το κοντραμπντο. Ο αλογατρης εναι δολος. Ο Οτλορα αποφασζει να εξελιχθε σε κοντραμπαντιρη. Μια νχτα, δυο απ τους συντρφους του περνον τα σνορα για να φρου μια παρτδα ζαχαροκλαμα. Ο Οτλορα προκαλε τον να τους, τον τραυματζει και παρνει τη θση του. Ωθεται απ τη φιλοδοξα κι απ μιαν ανεξγητη πισττητα. "Ας καταλβει επιτλους αυτς ο νθρωπος", λει μσα του, "πως αξζω πιο πολ απ' λους μαζ τους Ουρουγουανος του".
     Περν κι λλος νας χρνος μχρι να γυρσουν στο Μοντεβιδο. Ο Οτλορα κι οι σντροφο του μπανουν στα περχωρα, διασχζουν τη πλη που τους φανεται τερστια. Φτνουν στ' αφεντικ. Οι ντρες στρνουν τα πρματ τους στη τελευταα αυλ. Περνον οι μρες κι ο Μπαντιρα δε λει να φανε. Κτι φοβισμνοι ψθυροι τον θλουν ρρωστο. νας νγρος του ανεβζει κθε μρα τη μπουγιτα και το ματ. να βρδυ αναθτουν αυτ τη δουλει στον ξνο. Ο Οτλορα αισθνεται μια μικρ ταπενωση, αλλ και ταυτχρονα μιαν ικανοποηση.
     Η κρεβατοκμαρα εναι ανστατη και σκοτειν. Υπρχει να μπαλκνι που βλπει δυτικ, υπρχει να μακρ τραπζι μ' να εκθαμβωτικ συνονθλευμα απ καμτσκια, φυσιγγιοθκες, πυροβλα και σπαθι, υπρχει νας απμακρος καθρφτης με το γυαλ του σκουριασμνο. Ο Μπαντιρα εναι ξαπλωμνος ανσκελα. Κοιμται και στενζει. Φρνει στο νου την ικμδα στερου λιου.
     Το πελριο σπρο κρεβτι θαρρες και τον συρρικννει, τον εξαλνει. Ο Οτλορα προσχει τ' σπρα μαλλι, τη κοραση, την ανημπορι, τις ρωγμς του χρνου. Τον εξαγρινει η ιδα πως αυτς ο γρος τους προστζει. Πνω που σκφτεται τι μια μαχαιρι εναι αρκετ για να τον ξεφορτωθον, βλπει στον καθρφτη τι κποιος μπκε στο δωμτιο: η κοκκινομλλα. Εναι μισγυμνη, ξυπλητη και τον περιεργζεται ψυχρ. Ο Μπαντιρα ξυπν. σην ρα μιλ για τη ζω στην επαρχα, πνοντας το να μτε πσω απ τ' λλο, τα δχτυλ του παζουν με τις μποκλες της γυνακας. Κποτε, δνει στον Οτλορα την δεια ν' αποχωρσει.
     Λγες μρες αργτερα, ρχεται διαταγ να ξαναφγουν για τα βρεια. Φτνουν σ' να χαμνο αγρκτημα, που θα μποροσε να 'ναι σε οποιοδποτε σημεο του απραντου κμπου. Δεν υπρχουν δντρα, οτε νερ, που θα μποροσαν να το κνουν πιο ευχριστο κι απ το πρω ως το βρδυ ο λιος το χτυπ ανελητα. Υπρχουν μαντρι απ ξερολιθις για κτι πειναλα ζωνταν με μακρι κρατα. Το θλιο κτμα λγεται Στεναγμς.
      Ο Οτλορα μαθανει απ τους πενες τι δε θ' αργσει να καταφτσει ο Μπαντιρα απ το Μοντεβιδο. Ρωτ γιατ και κποιος του εξηγε πως νας ξνος, που γινε γκουτσο, πολ το αφεντικ παριστνει τρα τελευταα. Ο Οτλορα το δχεται σαν αστεο, αλλ' ακμη και γι' αυτ το αστεο καμαρνει. Αργτερα θα μθει πως ο Μπαντιρα τσακθηκε μ' να κομματρχη, που αποφσισε ν' αποσρει την υποστριξ του. Το μανττο τον ευχαριστε.
     Φτνουν κσες με τουφκια, φτνουν μια καντα κι να λαβομνο για τον κοιτνα της γυνακας, φτνουν κουρτνες απ πλουμιστ δαμσκο κι να πρω φτνει απ τα βουν νας βαρθυμος καβαλρης με πυκν γνια, που φορ πντσο. Τον λνε Ουλπινο Σουρες κι εναι ο καπνγκα, ο μπρβος του Ασεβδο Μπαντιρα. Δε λει πολλ κι η προφορ του χει βραζιλινικο χρμα. Ο Οτλορα δε ξρει αν θα πρπει ν' αποδσει την επιφυλακτικτητα του στην εχθρτητα, στην αδιαφορα στο γεγονς τι εναι νας ξεστος και τποτ' λλο. Το μνο που ξρει εναι τι για να πετχει το σχδιο που 'χει κατ νου, πρπει να κερδσει τη φιλα του.
     Και να που, μια μρα, εμφανζεται στο πεπρωμνο του Βενιαμν Οτλορα νας ντορς με μαρη ουρ και χατη, με φλαρα ασημοποκιλτα και χρμι κροσωτ απ τγρη, που φρνει απ τα ντια τον Ασεβδο Μπαντιρα. Και μνο με τη θα αυτο του αγρωχου αλγου, που συμβολζει την εξουσα του αφντη, ο νεαρς αρχζει να ποθε, μ' να πθο αβυσσαλο, τη γυνακα με τα φλογτα μαλλι. Η γυνακα, τα φλαρα κι ο ντορς, ανκουν προσδιορζουν τον ντρα που θλει να καταστρψει.
     Στο σημεο αυτ, η ιστορα περιπλκεται και βαθανει. Ο Ασεβδο Μπαντιρα εναι μστορας στη τχνη του προοδευτικο εκφοβισμο, στους σατανικος ελιγμος με τους οποους ταπειννει βαθμιαα τον συνομιλητ του συνδυζοντας αλθειες και κουτσομπολι. Ο Οτλορα αποφασζει να εφαρμσει την διαν αμφλοξη μθοδο στο δσκολο σχδιο που 'χει καταστρσει. Αποφασζει να παραγκωνσει, σταδιακ, τον Ασεβδο Μπαντιρα. Επωφελεται απ κτι μρες στις οποες μοιρστηκαν τον διο κνδυνο και καταφρνει να κερδσει τη φιλα του Σουρες. Του εκμυστηρεεται το σχδι του κι ο Σουρες του υπσχεται την υποστριξ του. στερα συμβανουν να σωρ πρματα, απ τα οποα γνωρζω πολ λγα.
     Ο Οτλορα δεν υπακοει στις διαταγς του Μπαντιρα, πτε τις ξεχν, πτε τις διαστρφει τις αντιστρφει. Το σμπαν δεχνει να συνωμοτε μαζ του κι επιταχνει τα γεγοντα. να μεσημρι, στο Τακουαρεμπ, πφτουν πυροβολισμο με τους ντπιους του Ρο Γκρντε κι ο Οτλορα παρνει τη θση του Μπαντιρα και μπανει επικεφαλς των Ουρουγουανν. Μια σφαρα του τρυπ τον μο, αλλ το διο απγευμα ο Οτλορα επιστρφει στον Στεναγμ πνω στον ντορ του αρχηγο και το διο απγευμα το αμα του λεκιζει τη προβι του τγρη και την δια νχτα πλαγιζει με τη γυνακα με τα φλογτα μαλλι. 'Αλλες εκδοχς της ιστορας αλλζουν τη σειρ των γεγοντων κι αρνονται πως λα συνβησαν την δια μρα. μως ο Μπαντιρα, κατ' νομα τουλχιστον, εναι πντα ο αρχηγς. Δνει διαταγς που δεν εκτελονται κι ο Βενιαμν Οτλορα δε τον αγγζει, απ να κρμα ρουτνας κι ευσπλαχνας.
     Η τελευταα σκην της ιστορας διαδραματζεται μες στον αναβρασμ της τελευταας νχτας του 1894. Εκενη τη νχτα, οι νθρωποι του Στεναγμο τρνε φρεσκοσφαγμνο αρν και πνουν να πιοτ δυναμτη. Κποιος γρατσουνζει στη κιθρα την δια και την δια μιλνγκα. Στη κορφ του τραπεζιο, ο Οτλορα, σκνπα στο μεθσι, δε σταματ να ορθνει λο και πιο ψηλ τον ιλιγγιδη πργο της χαρς του, σμβολο του αναπτρεπτου πεπρωμνου του. Ο Μπαντιρα, σιωπηλς ανμεσα στους φωνασκος, αφνει τη πολυτραχη νχτα να περσει. ταν το ρολι σημανει μεσνυχτα, σηκνεται σα να 'χει ξεχσει να κνει κτι. Σηκνεται και χτυπ σιγ τη πρτα της γυνακας. Εκενη του ανογει αμσως, θαρρες και περμενε το κλεσμα. Εμφανζεται μισγυμνη και ξυπλητη. Παρνοντας μια κοροδευτικ φων, μακρσυρτη και γυναικεα, ο αρχηγς τη διατζει:
 -"Αφο εσ κι ο λιμοκοντρος αγαπιστε τσο πολ, θα πας τρα αμσως να του δσεις να φιλ μπροστ σ' λο τον κσμο".
     Προσθτει μια χυδαα λεπτομρεια. Η γυνακα κνει ν' αντισταθε, αλλ δυο ντρες την χουνε πισει απ τα μπρτσα και τη ρχνουν επνω στον Οτλορα. Πνιγμνη στα δκρυα, του φιλ το στθος και το πρσωπο. Ο Ουλπινο Σουρες χει φουχτσει το περστροφ του. Πριν πεθνει ο Οτλορα, καταλαβανει πως τον εχανε προδσει απ την αρχ, πως τον εχανε καταδικσει σε θνατο, πως του 'χαν επιτρψει τον ρωτα, το πρσταγμα και τον θραμβο, γιατ τον εχανε για νεκρ, γιατ για τον Μπαντιρα ταν δη νεκρς.
     Ο Σουρες σχεδν με ακαταδεξα, πυροβολε...

                 Βιογραφα Του Ταδο Ισιδρο Κρους (1829-1874)

     Στις 6 Φλεβρη 1829, οι αντρτες που, επειδ ο Λαβγιε εχεν δη αρχσει να τους παρενοχλε, τραβοσαν βρεια για να ενωθον με τα τγματα του Λπες, στθμευσαν σ' να ρντσο χωρς νομα, τρεις τσσερεις λεγες ξω απ το Περγαμνο. Γρω στα χαρματα, νας απ τους ντρες εδε ναν επμονον εφιλτη: μσα στο μισφωτο υπστεγο, η ναρθρη κραυγ του ξπνησε τη γυνακα που κοιμταν πλι του. Κανες δεν μαθε τι ονειρετηκε, αλλ την λλη μρα, στις τσσερεις το απγευμα, οι αντρτες χτυπθηκαν απ το ιππικ του Σουρες, που τους πρε στο κυνγι εννι ολκερες λεγες, μχρι τους πυκνος σιτνες κι ο ντρας φησε τη τελευταα του πνο σ' να χαντκι, με το κεφλι του ανοιγμνο στα δυο απ πολεμικ σπαθ της Βραζιλας και του Περο. Η γυνακα λεγταν Ισιδρα Κρους κι ο γιος που γννησε, ονομστηκε Ταδο Ισιδρο.
     Ο σκοπς μου δεν εναι να επαναλβω την ιστορα του. Απ τα μερνυχτα που τη συνθσανε, μνο μια νχτα μ' ενδιαφρει. Απ τα υπλοιπα θ' αναφερθ μονχα σ' ,τι εναι απαρατητο για να κατανοηθε αυτ η νχτα. 'Αλλωστε, ολκερη η περιπτεια αποτελε τη βση ενς πασγνωστου βιβλου. Μ' λλα λγια, ενς βιβλου, που το περιεχμενο του μπορε να 'ναι "τοις πσι τα πντα" (Α' Προς Κορινθους Επιστολ, Θ' 22), γιατ επιδχεται σχεδν ανεξντλητες επαναλψεις, αλλαγς, παραλλαγς. σοι σχολισανε -και δεν εναι λγοι- την ιστορα του Ταδο Ισιδρο, υπογραμμζουνε την επδραση του κμπου στη διαμρφωση του χαρακτρα του, υπρχουν μως και γκουτσος που δε διαφρουν σε τποτε απ' αυτν και που γεννθηκαν και πθαναν στις δασωμνες χθες του Παραν και στα βουν της Ουρουγουης. Εναι αλθεια, πντως, πως ζησε σ' να κσμο μοντονης βαρβαρτητας. ταν το 1874 πθανε απ ευλογι, δεν εχε δει ποτ του οτε βουν οτε γκαζιρα, οτε ανεμμυλο. Οτε μως και πλη. Το 1849, πγε στο Μπουνος 'Αιρες μ' να κοπδι λογα απ τους στβλους του Φρανσσκο Ασεβδο. Οι αλογατρηδες μπκανε στη πλη για να ξαλαφρσουνε το πουγκ τους. Ο Κρους, επιφυλακτικς, δε το κονησε απ το πανδοχεο που 'τανε δπλα σα ιπποστσια. μεινε κει κμποσες μρες, σιωπηλς. Κοιμταν καταγς, πινεν απανωτ ματ, σηκωντανε το χραμα κι πεφτε να κοιμηθε την ρα του εσπερινο. Κατλαβε (πρα των λξεων, πραν ακμη και της λογικς), πως η πλη του 'τανε ξνη. νας απ τους πενες, μεθυσμνος, τον ρχισε στο δολεμα. Ο Κρους δε του απντησε, αλλ ο λλος συνχισε τα πειργματα και ττε ο Κρους (που μχρι κενη τη στιγμ δεν εχε δεξει καμιν χθρα, μτε καν ενχληση) βγαλε το μαχαρι του και τον σκτωσε. Το 'σκασε και βρκε καταφγιο σ' να βλτο. Λγες νχτες αργτερα, το κρξιμο ενς τσαχ του 'δωσε να καταλβει πως τον εχε περικυκλσει η αστυνομα. Δοκμασε το μαχαρι του σ' να θμνο κι βγαλε τα σπιρονια του για να μη τον ενοχλονε σε περπτωση που γιντανε μχη σμα με σμα. Προτμησε να χτυπηθε παρ να παραδοθε. Πληγθηκε στον πχυ του, στον μο, στο αριστερ του χρι, πλγωσε βαρι τους πιο αντρειωμνους του αποσπσματος κι ταν εδε το αμα να κυλ μες απ τα δχτυλ του, πολμησε με πιο πολ κουργιο απ ποτ. Πλησιζοντας ξημερματα, καθς εχε ζαλιστε απ την αιμορραγα, τον αφπλισαν. Εκενο τον καιρ, ο στρατς εχε σωφρονιστικ χαρακτρα και στελανε τον Κρους σ' να φυλκιο στα βρεια. Ως πεζικριος, πρε μρος στους εμφυλους πολμους, πτε στο πλευρ των συγχωριανν του, πτε εναντον τους. Στις 23 Γενρη 1856, στη περιοχ Λαγονας δε Καρδσο, ταν νας απ τους τριντα χριστιανος που, υπ τις διαταγς του επιλοχα Εουσμπιο Λαπρδα, χτυπηθκανε με διακσιους Ινδινους. Στη μχη αυτ τονε πλγωσε μια λγχη.
     Υπρχουνε πολλ χσματα στη σκοτειν, παλικαρσια βιογραφα του. Γρω στα 1868 τονε ξαναβρσκουμε στο Περγαμνο: εναι παντρεμνος ( απλς συζε με μια γυνακα), χει να γιο κι να χωραφκι. Το 1869, ονομστηκε λοχας της πολιτοφυλακς. Εχεν αμνηστευτε. Εκενο τον καιρ θα πρπει να 'νιωθεν ευτυχισμνος, αν και κατ βθος δεν ταν. (Τονε περμενε, κρυμμνη στο μλλον, μια νχτα πμφωτη, θεμελιακ: η νχτα που εδεν επιτλους το πρσωπ του, η νχτα που κουσε επιτλους τ' νομ του. ποιος καταλβει καλ τοτη τη νχτα, χει εξαντλσει την ιστορα του κι σως χι ολκερη τη νχτα, αλλ μια στιγμ της, μια πρξη αυτς της νχτας, γιατ οι πρξεις μας εναι το σμβολ μας.) Οποιοσδποτε βος, σο μακρς και σνθετος κι αν εναι, αποτελεται στη πραγματικτητα απ μια και μνη στιγμ: τη στιγμ που ο νθρωπος μαθανει μια για πντα ποις εναι. Λνε πως ο Αλξανδρος Ο Μακεδνας εδε το σιδερνιο του μλλον ν' αντικατοπτρζεται στη θρυλικ ζω του Αχιλλα, ο Κρολος ΙΒ' της Σουηδας, στη ζω του Αλξανδρου. Στον Ταδο Ισιδρο Κρους, που δεν ξερε να διαβζει, η γνση αυτ δε του αποκαλφτηκε σε κποιο βιβλο. Ο διος γνρισε τον εαυτ του σε μια μχη και σ' ναν νθρωπο. Τα γεγοντα χουν ως εξς:
     Τις τελευταες μρες του Ιουνου του 1870, ο Κρους πρε διαταγ να συλλβει να κακοποι, που 'πρεπε να λογοδοτσει για δυο φνους. τανε λιποτκτης απ τα στρατεματα του Ντου, που διοικοσεν ο συνταγματρχης Μπεντο Ματσδο. Σ' να μπορντλο, εχε σκοτσει μες στη σορα του να νγρο και σ' ν' λλο του μεθσι, κποιο κομματρχη απ το Ρχας. Στην αναφορ ταν ακμα γραμμνο, πως καταγταν απ τη Λαγονα Κολορδα. Στο μρος αυτ, πριν σαρντα χρνια, εχαν συγκεντρωθε οι αντρτες για τη μοιραα περιπτεια που 'μελλε να δσει τα κουφρια τους στο ρνια και στα σκυλι. Απ κει εχε ξεκινσει ο Μανουλ Μσα, που εκτελστηκε στη Πλατεα της Νκης, εν δε λγαν να σταματσουνε τα ταμπορλα για να μην ακογεται η οργ του κι απ κει τανε κι εκενος ο γνωστος που γννησε τον Κρους και που φησε τη τελευταα του πνο σ' να χαντκι, με το κεφλι κομμνο στα δυο απ να πολεμικ σπαθ της Βραζιλας και του Περο. Ο Κρους εχε ξεχσει τ' νομα του τπου. Το αναγνρισεν μως, με μιαν ελαφρι, αλλ' ανεξγητην ανησυχα... Ο φονις, περικυκλωμνος απ τους στρατιτες, στριφογρισε καβλα στ' λογ του, γρφοντας στο χμα να μεγλο λαβρινθο. Τη νχτα μως της 12ης Ιουλου, τον εντπισαν. Εχε λουφξει ανμεσα σε κτι ψηλ χρτα. Το σκοτδι τανε σχεδν αδιαπραστο. Ο Κρους κι οι ντρες του πραν να βαδζουνε με προφλαξη για τα τρεμμενα βθη του αγρο, που παραμνευε κρυβταν ο κρυμμνος. να τσαχ κρωξε κι ο Ταδο Ισιδρο Κρους αισθνθηκε πως εκενη τη στιγμ την εχε ξαναζσει. Ο φονις βγκεν απ το κρυψνα του για να χτυπηθε μαζ τους. Ο Κρους τον εδε καλ, τανε τρομερς. Τα μακρι μαλλι κι γκρζα του γενειδα τανε σα να του 'χανε καταβροχθσει το πρσωπο. να ευνητο κνητρο με ωθε να παραλεψω τη περιγραφ της μχης. Ας μου επιτραπε μνο να θυμσω πως ο λιποτκτης πλγωσε βαρι σκτωσε πολλος ντρες του αποσπσματος. Εν ο Κρους πολεμοσε στο σκοτδι (εν το σμα του πολεμοσε στο σκοτδι), ρχισε να καταλαβανει. Κατλαβε πως κανενς το πεπρωμνο δεν εναι καλτερο απ του λλου, αλλ και πως κθε νθρωπος οφελει να σεβαστε αυτ που φρει εντς του. Κατλαβε πως η στολ κι οι επωμδες εχαν αρχσει να τον ενοχλον. Κατλαβε πως η δικ του η μορα ταν μορα λκου κι χι κυνηγσκυλου. Ξημρωσε στον απραντο κμπο. Ο Κρους πταξε το πηλκι του καταγς, φναξε πως δε θα συνεργοσε στο φονικ ενς λεβντη και ρχτηκε στη μχη ενντια στους στρατιτες, στο πλευρ του λιποτκτη Μαρτν Φιρρο.

                        Οι Δυο Βασιλιδες & Οι Δυο Λαβρινθοι

     Μια φορ κι να καιρ, πως αφηγονται αξιπιστοι νθρωποι (αν κι ο Αλλχ ξρει περισστερα), ζοσε στα νησι της Βαβυλωνας νας βασιλις, που μζεψε μια μρα τους αρχιτκτονες και τους μγους του και τους παργγειλε να χτσουν να λαβρινθο τσο περπλοκο και τσον αριστοτεχνικ, στε καννας γνωστικς δε τολμοσε να διασχσει το κατφλι του κι πος μπαινε χαντανε. Το κτριο αυτ αποτελοσε σκνδαλο, γιατ τα θαματα κι η σγχυση, εν' ργα του Θεο κι χι των ανθρπων. Με τον καιρ, ρθε στην αυλ του νας βασιλις των Αρβων κι ο βασιλις της Βαβυλωνας (για να διασκεδσει με την αφλεια του μουσαφρη του), τον φησε να μπει στον λαβρινθο, που περιπλανθηκε ταπεινωμνος, ζαλισμνος, σπου πεσε το βρδι. Ττε παρακλεσε τον Θε να βλει το χρι Του κι τσι βρκε τη πρτα. Καννα παρπονο δε βγκε απ τα χελια του. Το μνο που επε στον βασιλι της Βαβυλωνας ταν τι στην Αραβα εχεν ναν λλο λαβρινθο κι τι αν θελε ο Θες, θα 'ρχτανε κποτε η μρα που θα του τον δειχνε.
     στερα γρισε στην Αραβα, μζεψε τους στρατηγος και τους φλαρχος του κι εξαπλυσεν επθεση στα βασλεια της Βαβυλωνας με ττοιαν ευτυχ κατληξη, στε γκρμισε τα κστρα της, ρμαξε το στρατ της κι πιασεν αιχμλωτο τον διο τον βασιλι. Τον δεσε πνω σε μια γοργ καμλα και τον πγε στην ρημο. Μετ απ τρεις μρες ταξδι, του επε:
 -"Ω βασιλι του χρνου, ουσα και σμβολο του αινα! Στη Βαβυλωνα μ' φησες να χαθ σ' να μπροτζινο λαβρινθο, μ' φθονες σκλες, πρτες και τοχους. Τρα το 'φερεν ο Παντοδναμος να σου δεξω κι εγ τον δικ μου, που δεν χει σκλες ν' ανεβες, οτε πρτες που να μη σου ανογουν, οτε τοχους να σου κβουνε το δρμο."
     Ττε τον λυσε και τον φησε στη μση της ερμου, που και πθανε απ τη πενα και τη δψα. Δξα σε Κενον που δε πεθανει...

----------------------------------------------------------------------

                                     Γλωσσρι

κομπαδρτο= κουμπαρκι, μγκας των πλεων, κουτσαβκι
πεν= δουλοπροικος
πντσο= παραδοσιακ πανωφρι
γκουτσο= παλικαρς κτηνοτρφος, καυγατζς και μαχαιροβγλτης και το
                   αρχτυπο αυτν ο Μαρτν Φιρρο
ματ= εθνικν αφψημα της Αργεντινς, λγεται και "Τσι της Παραγουης"
μιλνγκα= παραδοσιακ λακ τραγοδι της Αργεντινς που τραγουδιται
                   συνοδεα κιθρας
τσαχ= χαρακτηριστικ ελβιο πτην της Ντιας Αμερικς, με διαπεραστικ
                 φων
................................................................................................................

     Τρα διηγματα απ το βιβλο διηγημτων του, με ττλο "Το 'Αλεφ", μετφραση: Αχιλλα Κυριακδη, Εκδσεις: ΥΨΙΛΟΝ/ΓΡΑΜΜΑΤΑ 1991
................................................................................................................

                                       Η Γραφ Του Θεο

                                                                                 Στην μα Ρσσο Πλατρο

     Το μπουντρομι εναι βαθ και πτρινο. Tο σχμα του, ενς σχεδν τλειου ημισφαριου, αν και το πτωμα (που εναι επσης πτρινο) εναι λγο μικρτερο απ να μεγλο κκλο, γεγονς που εντενει κπως τα αισθματα της καταπεσης και της απεραντοσνης. νας μεστοιχος το χωρζει στα δυο. O τοχος αυτς, παρλο που εναι πανψηλος, δε φτνει ως τη κορφ του θλου. Aπ τη μια μερι εμαι γω, ο Τζινακν, μγος της πυραμδας του Καολμ, που πυρπολθηκε απ' τον Πδρο δε Αλβαρδο, απ την λλη, εναι νας ιαγουρος, που με τον μυστικ κι ισοσκελ βηματισμ του μετρει τον χρνο και τον χρο της αιχμαλωσας του. να μεγλο παρθυρο με κγκελα, σρριζα στο πτωμα, κβει τον κεντρικ τοχο. Την ρα που δεν χει σκι (το μεσημρι), ανογει στο ταβνι μια καταπακτ, κι νας δεσμοφλακας, που τον χουν ξεθωρισει πια τα χρνια, πινει να γυρζει μια σιδερνια τροχαλα και μας κατεβζει, στην κρη ενς σκοινιο, καντες με νερ και κομμτια κρας. Ττε, στο μπουντρομι μπανει φως, εκενη τη στιγμ, μπορ να δω τον ιαγουρο.

     Δεν ξρω πια πσα χρνια κετομαι εδ κτω στα σκοτδια. Εγ, που κποτε, μουν νος και μποροσα να πηγαινορχομαι σ' αυτ τη φυλακ, τρα δεν χω τποτα να κνω παρ να περιμνω παρνοντας τη στση του θαντου μου, το τλος που μου προορζουν οι Θεο. Κποτε, με το βαθ οψιδιαν μαχαρι μου νοιγα τα στθια των θυμτων μου και τρα μου εναι αδνατον χωρς τα μγια να σηκωθ απ' το χμα.

     Την προηγουμνη της πυρπλησης της Πυραμδας, οι νθρωποι που ξεπζεψαν απ' τα θερατα λογα με βασνισαν με πυρακτωμνα σδερα για να τους αποκαλψω τη κρυψνα του θησαυρο. Γκρμισαν, μπροστ στα μτια μου, το εδωλο του Θεο, εκενος μως δεν μ' εγκατλειψε στα βασανιστρια και με κρτησε σιωπηλ. Με μαστγωσαν, μου σπσανε τα κκαλα, με παραμορφσανε κι στερα ξπνησα σ' αυτ τη φυλακ, απ' που δε θα ξαναβγ ποτ στη διρκεια της θνητς ζως μου.
     Ωθομενος απ' την ανγκη να κνω κτι, να γεμσω τελοσπντων τον χρνο μου, θλησα να θυμηθ, μες στο σκοτδι μου, λα σα γνριζα. Νχτες ολκληρες σπατλησα για να θυμηθ τη σειρ και τον αριθμ ορισμνων ερπετν
σκαλισμνων σε πτρα το σχμα ενς φαρμακευτικο δντρου. τσι υπταξα τα χρνια, τσι ανκτησα ,τι μου ανκε.

     Μια νχτα νιωσα τι προσγγιζα μια πολτιμη ανμνηση. Πριν ακμη δει τη θλασσα, ο ταξιδιτης νιθει μια αναταραχ στο αμα του. Λγες ρες αργτερα, ρχισα να διακρνω καθαρτερα αυτ την ανμνηση• ταν μα απ τις παραδσεις του θεο. Τη πρτη μρα της Δημιουργας, ο θες, προβλποντας τι στη συντλεια των καιρν θα επισυμβον ερμωση και χαλασμς, γραψε την μαγικ φρση που μπορε να εξορκσει λα αυτ τα δειν. Την γραψε δε κατ ττοιο τρπο, στε να φτσει και στις πιο απμακρες γενις και να εναι απρσβλητη απ' την τχη. Κανες δεν ξρει οτε πο την γραψε οτε με τι χαρακτρες, μας αρκε μως να γνωρζουμε τι κπου υπρχει, μυστικ, κι τι μια μρα κποιος εκλεκτς θα την διαβσει.

     Σκφτηκα λοιπν τι, πως πντα, εχαμε φτσει στη συντλεια των καιρν κι τι η μορα, που μ' φερε να εμαι ο τελευταος ιερας του θεο, μπορε και να μου δινε το προνμιο να διαισθανθ αυτ τη γραφ. Το γεγονς τι μουν κλεισμνος σε μια φυλακ δεν μου απαγρευε αυτ την ελπδα. Μπορε και να 'χα δει χιλιδες φορς την επιγραφ στο Καολμ και να υπολειπταν απλς το να την καταλβω. Η σκψη αυτ, πρτα με εμψχωσε κι στερα με βθισε σ' να εδος ιλγγου. Πνω στη γη υπρχουν σχματα αρχαα, σχματα φθαρτα και αινια. Οποιοδποτε απ' αυτ θα μποροσε να εναι το σμβολο που αναζητοσα. Ο λγος του θεο θα μποροσε να 'ναι να βουν νας ποταμς η αυτοκρατορα η διταξη των στρων. μως στο πρασμα των αινων τα βουν ισοπεδνονται και η πορεα ενς ποταμο εκτρπεται συνθως κι οι αυτοκρατορες γνωρζουν αλλαγς και συντριβ κι η διταξη των στρων μεταβλλεται. λα αλλζουν στο στερωμα. Το βουν και τ' στρα εναι τομα -και τ' τομα περνον. ψαξα κτι πιο ανθεκτικ, πιο τρωτο.
    
Σκφτηκα τα γνη των δημητριακν, των χορταρικν, των πουλιν, των ανθρπων. Μπορε η μαγικ φρση να 'τανε γραμμνη στο πρσωπ μου, μπορε εγ ο διος να μουν το τρμα της αναζτησς μου. Σ' αυτ την αγωνα βρισκμουν, ταν θυμθηκα τι ο ιαγουρος ταν μα απ τις ιδιτητες του θεο. Και ττε η ψυχ μου γμισε ευσπλαχνα. Φαντστηκα το πρτο πρωιν του χρνου, φαντστηκα τον θε μου να εμπιστεεται το μνυμα στο ολοζντανο δρμα των ιαγουρων, που θα ζευγρωναν και θα γεννοβολοσαν αδικοπα, σε σπλαια, σε φυτεες ζαχαροκλαμου, σε νησι, μχρι να δεχθον το μνυμα οι τελευταοι νθρωποι. Φαντστηκα αυτ το δκτυο των τγρεων, αυτν τον μπυρο λαβρινθο των τγρεων, που σκορποσε τον τρμο στις βοσκς και στα κοπδια, μνο και μνο για να φυλξει να σχδιο. Στο διπλαν κελ υπρχε νας ιαγουρος. Εξλαβα αυτ τη γειτναση ως επιβεβαωση της εικασας μου και ως μυστικ χρη.

     Αφιρωσα πολλ χρνια για να μθω τη σειρ και τη διταξη των κηλδων. Κθε τυφλ μρα που περνοσε, μου παραχωροσε μιαστιγμ φως, κι τσι μπρεσα να εντυπσω στη μνμη μου τα μαρα σχματα πνω στο κτρινο τρχωμα. 'Αλλα τανε στγματα, λλα σχημτιζαν εγκρσιες ραβδσεις στο μσα μρος των πελμτων, λλα, δακτυλιωτ, επαναλαμβνονταν. Μπορε και να ταν νας μνον χος μια μνη λξη. Πολλ εχαν κκκινο περγραμμα.

     Δεν θα πω πσο κοπιαστικ ταν το ργο μου. Πολλς φορς ορλιαξα μσα στο μπουντρομι τι να ττοιο κεμενο δεν μπορε να το αποκρυπτογραφσει κανες. Σιγ σιγ, το συγκεκριμνο ανιγμα που με βασνιζε ρχισε να με ανησυχε λιγτερο απ το γενικ: Τι φρση γρφει νας θες; Τι εδους φρση θα συνθετε μια απλυτη δινοια; Αναλογστηκα τι σε λες τις ανθρπινες γλσσες δεν υπρχει οτε μα πρταση που να μην περικλεει το σμπαν. ταν λες «ο τγρης», λες τις τγρεις που τον γννησαν, τις χελνες και τα ελφια που κατασπραξε, τα χρτα που τρωγαν αυτ τα ελφια, τη γη που βλστησε αυτ τα χρτα, τον ουραν που φτισε τη γη. Aναλογστηκα τι, στη γλσσα ενς θεο, κθε λξη θα πρεπε χι απλς να εκφρζει αυτ την πειρη αλληλουχα των γεγοντων, αλλ και να την εκφρζει μ' ναν τρπο χι περιφραστικ, αλλ απερφραστο, χι διαδοχικ, αλλ ακαριαο. Με τον καιρ, η ιδα μιας θεας φρσης ρχισε να μου φανεται παιδαριδης βλσφημη. νας θες, σκφτηκα, πρπει να λει μνο μα λξη και, μ' αυτ τη λξη, να εκφρζεται η πληρτητα.

     Καννα φνημ του δεν μπορε να εναι λασσον του σμπαντος ατελστερο του σμπαντος χρνου. Οι φιλδοξες και φτωχς ανθρπινες λξεις λα, κσμος, σμπαν, δεν εναι παρ απηχοι ομοιματα αυτο του φωνματος που εναι ιστιμο με μια ολκληρη γλσσα με λα σα μπορε να περιλαμβνει μα γλσσα.

     Μια μρα μια νχτα -ανμεσα στις μρες και τις νχτες μου, τι διαφορ υπρχει; Ονειρετηκα τι στο πτωμα του κελιο μου υπρχε νας κκκος μμου. Ξανακοιμθηκα, αδιφορος. Ονειρετηκα τι ξυπνοσα κι βλεπα δο κκκους.

Ξανακοιμθηκα. Ονειρετηκα τι οι κκκοι της μμου ταν τρεις. Πολλαπλασιζονταν τσι σπου το κελ κατακλυζταν κι εγ βρισκα το θνατο κτω απ' αυτ το αμμδες ημισφαριο. Ττε κατλαβα τι ονειρευμουν και, καταβλλοντας τερστια προσπθεια, ξπνησα. ταν ανφελο: μ' πνιγε η αναρθμητη μμος. Κποιος μου επε: Δεν ξπνησες στον ξπνο, αλλ σ' να προγενστερο νειρο. Το νειρο αυτ εναι μσα σ' να λλο νειρο κι οτω καθεξς επ' πειρον, που εναι κι ο συνολικς αριθμς των κκκων της μμου. Η οδς της παλινδρμησς σου εναι ατελεωτη, και θα πεθνεις πριν ξυπνσεις στ' αλθεια. νιωσα χαμνος. Η μμος εχε γεμσει το στμα μου, μπρεσα μως να φωνξω: Οτε μπορε να με σκοτσει μια μμος που ονειρετηκα, οτε υπρχουν νειρα μσα σε νειρα. Με ξπνησε μια λμψη. Στη κορφ του σκοταδιο, διαγραφταν νας φωτεινς κκλος. Εδα το πρσωπο του δεσμοφλακα, τα χρια του, την τροχαλα, το σκοιν, το κρας και τις καντες.

     Κθε νθρωπος συγχεται, βαθμιαα, με τη μορφ της μορας του. Κθε νθρωπος εναι, πνω απ' λα, οι περιστσεις του. Πνω απ αποκρυπτογρφος εκδικητς, πνω απ ιερας του θεο, μουν νας φυλακισμνος. Γρισα στη σκληρ μου φυλακ απ' τον ανεξντλητο λαβρινθο των ονερων, σαν να επστρεφα στο σπτι μου. Ευλγησα την υγρασα της, ευλγησα τον τγρη της, ευλγησα τον φεγγτη, ευλγησα το γρικο, βασανισμνο μου κορμ, ευλγησα το σκτος και την πτρα.

     Και ττε συνβη αυτ που δεν μπορ οτε να ξεχσω οτε να περιγρψω. Συνβη η νωσ μου με το θεον, με το σμπαν (δεν ξρω αν αυτς οι λξεις διαφρουν). Η κσταση δεν επαναλαμβνει τα σμβολ της. Υπρχουν κποιοι που εδαν τον Θε σε μια λμψη, υπρχουν λλοι που τον δικριναν σ' να σπαθ στους κκλους ενς ρδου. Εγ εδα ναν θερατο Τροχ, που δεν ταν μπρος στα μτια μου, οτε πσω, οτε στο πλι μου, αλλ παντο, ταυτχρονα. Ο Τροχς αυτς ταν φτιαγμνος απ νερ, αλλ και απ φωτι, παρλο δε που φαινταν το περγραμμ του, ταν πειρος. Τον αποτελοσαν, το 'να μσα στ' λλο, λα τα πργματα που θα εναι, που εναι και που ταν. Εγ μουν μα να μσα σ' εκενον τον ολοκληρωτικ μτο κι ο Πδρο δε Αλβαρδο, που με βασνιζε, μια λλη. Εκε ταν τα ατια και τ' αποτελσματα, και δεν χρειαζταν παρ να δω αυτν τον Τροχ για να τα καταλβω λα, μχρι τλους. Ω χαρ το να καταλαβανεις, πσο πιο μεγλη εσαι απ' τη χαρ το να φαντζεσαι του να αισθνεσαι! Εδα το σμπαν και εδα τα κρυφ σματα του σμπαντος. Εδα τις απαρχς, πως τις περιγρφει η Ββλος των Κοινν. Εδα ταβουν που αναδθηκαν απ' το νερ, εδα τους πρτους ανθρπους απ ξλο, εδα τα πιθρια που χιμξαν στους ανθρπους, εδα τα σκυλι που τους ρμαξαν τα πρσωπα. Εδα τον απρσωπο θε που υπρχει, πσω απ' τους θεος. Εδα πειρες διεργασες που κατληγαν σε μα και μνη μακαριτητα και, καταλαβανοντας τα πντα, μπρεσα να καταλβω και τη γραφ του τγρη.

     Εναι νας τπος, ο οποος αποτελεται απ δεκατσσερις τυχαες λξεις (απ δεκατσσερις λξεις που δεχνουν τυχαες). Θα μου 'φτανε να τον εκφρω με δυνατ φων για να γνω παντοδναμος. Θα μου 'φτανε να τον εκφρω για να γκρεμσω αυτ το πτρινο μπουντρομι, για να εισχωρσει η μρα μες στη νχτα μου, για να γνω νος, για να γνω αθνατος, για να ξεσκσει ο τγρης τον Αλβαρδο, για να βυθσω το γιο μου μαχαρι σε στθια ισπανικ, για να παλινορθσω τη πυραμδα, για να παλινορθσω την αυτοκρατορα. Σαρντα συλλαβς, δεκατσσερις λξεις κι εγ, ο Τζινακν, θα κυβερνοσα τα εδφη που κποτε κυβρνησε ο Μοντεζομα. Κι μως το ξρω πως δε θα τις πω ποτ αυτς τις λξεις, γιατ τον Τζινακν δεν τονε θυμμαι πια.

     Ας πεθνει μαζ μου το μυστριο που 'ναι γραμμνο στους τγρεις. ποιος χει δει το σμπαν, ποιος χει δει τα μπυρα σματα του σμπαντος, δε μπορε πια να σκφτεται ναν νθρωπο, να σκφτεται τις κοιντοπες ευτυχες δυστυχες του, ακμη κι αν πρκειται για τον εαυτ του. Τι τον νοιζει η ζω αυτο του λλου, η πατρδα αυτο του λλου, τρα που ο διος δεν εναι πια καννας; Γι' αυτ και δεν εκφρω τον τπο, γι' αυτ κι αφνω τις μρες να με ξεχσουνε, γερμνος εδ κτω στο σκοτδι.

 να Ποημα Για Τους Φλους

Δεν µπορ να σου δσω λσεις,
για λα τα προβλµατα της ζως,
οτε χω απαντσεις
στις αµφιβολες τους φβους σου,
αλλ µπορ να σε ακοσω
και να τα µοιραστ µαζ σου.

Δεν µπορ ν' αλλξω
το παρελθν σου οτε το µλλον σου.
Αλλ ταν µε χρειζεσαι
θα 'µαι δπλα σου.

Δεν µπορ ν' αποτρψω
να µη σκοντψεις.
Μνο µπορ να σου προσφρω το χρι µου,
για να κρατηθες
και να µη πσεις.

Οι χαρς σου.
Οι θραµβο σου
κι οι επιτυχες σου
δεν εναι δικ µου.
Αλλ χαροµαι ειλικριν
να σε βλπω ευτυχισµνο.

Δεν κρνω τις αποφσεις
που παρνεις στη ζω.
Περιορζοµαι στο να σε στηρζω,
να σε παροτρνω
και να σε βοηθ ταν µου το ζητς.

Δεν µπορ να σου χαρζω ρια
που µσα τους οφελεις να κινεσαι,
αλλ σου προσφρω αυτ το χρο,
τον απαρατητο για ν’' αναπτυχθες.

Δεν µπορ να αποτρψω τον πνο σου
ταν κποια λπη σου σχζει την καρδι,
αλλ µπορ να κλψω µαζ σου
και να µαζψω τα κοµµτια,
για να τη φτιξω απ την αρχ.

Δεν µπορ να σου πω ποιος εσαι
οτε ποιος θα φειλες να εσαι.
Μονχα µπορ να σ' αγαπ πως εσαι
και να 'µαι φλος σου.

Αυτς τις ηµρες σκφτηκα
τους φλους και τις φλες µου.
Δεν σουν ψηλ οτε χαµηλ οτε στη µση.
Δεν σουν στην αρχ
οτε στο τλος της λστας.

Δεν σουν το νοµερο να
οτε το τελικ,
οτε διεκδικ να 'µαι πρτος,
δετερος ο τρτος στη δικ σου.

Φτνει που µε θες για φλο.
Ευχαριστ που 'µαι αυτ.

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers