Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Κλασσικά 

Καβάφης Κωνσταντίνος: Ερωτευμένος Σοφός Απόβλητος...

 

              Βιογραφικό

     Γεννήθηκε στις 29 Απριλίου 1863 στην Αλεξάνδρεια κι ήταν το 9ο παιδί του Πέτρου Καβάφη και της Χαρίκλειας Φωτιάδη. Πλούσια οικογένεια στην αρχή με εμπορικά υποπρακτορεία στα αξιολογότερα κέντρα της Ευρώπης, μα ξέπεσαν μετά τον θάνατο του πατέρα το 1876. Έτσι διδάχτηκεν αγγλικά, γαλλικά κι ελληνικά με οικοδιδάσκαλους και συμπλήρωσε τη μόρφωσή του για 2 χρόνια στο Ελληνικόν Εκπαιδευτήριο Παπαζή. Έζησε για 3 χρόνια (1877-9) στο Λονδίνο και στο Λίβερπουλ κι άλλα 3 μετά στη Πόλη (1882-4). Ταξίδεψεν επίσης και στο Παρίσι (1897) και στην Αθήνα (1903) κι επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια, όπου κι έμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του.
     Επαγγελματικά δυσκολεύτηκε να προσαρμοστεί και μετά από πρόχειρες απασχολήσεις σε χρηματιστηριακές επιχειρήσεις, αποφάσισε να γίνει δημόσιος υπάλληλος και διορίστηκε στα 26 του, στο Υπουργείο Δημοσίων Έργων, όπου έμεινε μέχρι τον Μάρτη του 1922. Κλειστός, εγκεφαλικός, ευαίσθητος και με μιαν έντρομη εσωτερικότητα, που τη μεγέθυνε ο συνεχής φόβος μην ανακαλύψουνε τις ιδιαίτερες ερωτικές του επιλογές, στράφηκε στη μελέτη και στη ποίηση. 'Αρχισε να δημοσιεύει ποιήματά του από το 1886, με το δικό του προσωπικό κι ιδιαίτερο στυλ που αργότερα ονομάστηκε Καβαφισμός.
     Το 1932 προσβλήθηκε από καρκίνο του λάρυγγα και τελικά πέθανε τον επόμενο χρόνο στο Νοσοκομείο της Ελληνικής Κοινότητας, στις 29 Απρίλη 1933, σ' ηλικία 70 ετών.


------------------------------------------------------------------------------------------------

            Εν Τω Mηνί Aθύρ 


Με δυσκολία διαβάζω στη πέτρα την αρχαία.
"Κύ[ρι]ε Ιησού Χριστέ". Ένα "Ψυ[χ]ήν" διακρίνω.
"Εν τω μη[νί] Aθύρ, Ο Λεύκιο[ς] ε[κοιμ]ήθη".
Στη μνεία της ηλικίας "Εβί[ωσ]εν ετών",
το Κάππα Ζήτα δείχνει που νέος εκοιμήθη.
Μες στα φθαρμένα βλέπω "Aυτό[ν]... Aλεξανδρέα".
Μετά έχει τρεις γραμμές πολύ ακρωτηριασμένες,
μα κάτι λέξεις βγάζω σαν "δ[ά]κρυα ημών, οδύνην",
κατόπιν πάλι "δάκρυα", κι "[ημ]ίν τοις [φ]ίλοις πένθος".
Με φαίνεται που ο Λεύκιος μεγάλως θ' αγαπήθη.
Εν τω μηνί Aθύρ ο Λεύκιος εκοιμήθη.

                      Η Πόλις


Είπες· "Θα πάγω σ' άλλη γη, θα πάγω σ' άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλύτερη απ' αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κ ειν' η καρδιά μου σα νεκρός θαμμένη.
Ο νους μου ως πότε μεσ' στο μαρασμόν αυτό θα μένει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα
".

Καινούριους τόπους δε θα βρεις, δεν θα βρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς
και μεσ' στα ίδια σπίτια αυτά θ' ασπρίζεις.
Πάντα στη πόλη αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού μην ελπίζεις
δεν έχει πλοίο για 'σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη τη μικρή, σ' όλη τη γη τη χάλασες

           Η Σατραπεία


Τι συμφορά, ενώ είσαι καμωμένος
για τα ωραία και μεγάλα έργα
η άδικη αυτή σου η τύχη πάντα
ενθάρρυνση κι επιτυχία να σε αρνείται·
να σ' εμποδίζουν ευτελείς συνήθειες,
και μικροπρέπειες κι αδιαφορίες.

Και τι φρικτή η μέρα που ενδίδεις,
(η μέρα που αφέθηκες κι ενδίδεις),
και φεύγεις οδοιπόρος για τα Σούσα,
και πηαίνεις στο μονάρχην Aρταξέρξη
που ευνοϊκά σε βάζει στην αυλή του,
και σε προσφέρει σατραπείες και τέτοια.
Και συ τα δέχεσαι μ' απελπισία
αυτά τα πράγματα που δε τα θέλεις.

'Αλλα ζητεί η ψυχή σου, γι' άλλα κλαίει:
τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών,
τα δύσκολα και τ' ανεκτίμητα Εύγε·
την Aγορά, το Θέατρο και τους Στεφάνους.
Aυτά που θα σ' τα δώσει ο Aρταξέρξης,
αυτά πού θα τα βρεις στη σατραπεία·
και τι ζωή χωρίς αυτά θα κάμεις.

     Η Κηδεία Του Σαρπηδόνα

Bαριάν οδύνην έχει ο Zευς. Tον Σαρπηδόνα

εσκότωσεν ο Πάτροκλος και τώρα ορμούν

ο Mενοιτιάδης κι οι Aχαιοί το σώμα

ν' αρπάξουνε και να το 'ξευτελίσουν.

Aλλά ο Zευς διόλου δε στέργει αυτά.

Tο αγαπημένο του παιδί -που τ' άφησε

κι εχάθηκεν, ο Nόμος ήταν έτσι-

τουλάχιστον θα το τιμήσει πεθαμένο.

Kαι στέλνει, ιδού, τον Φοίβο κάτω στη πεδιάδα

ερμηνευμένο πως το σώμα να 'νοιασθεί.

Tου ήρωος τον νεκρό μ' ευλάβεια και με λύπη

σηκώνει ο Φοίβος και το πάει στο ποταμό.

Tο πλένει απ' τες σκόνες κι απ' τα αίματα

κλείει τη πληγή του, μην αφήνοντας

κανένα ίχνος να φανεί, της αμβροσίας

τ' αρώματα χύνει πάνω του και με λαμπρά

Oλύμπια φορέματα το ντύνει.

Tο δέρμα του ασπρίζει και με μαργαριταρένιο

χτένι κτενίζει τα κατάμαυρα μαλλιά.

Tα ωραία μέλη σχηματίζει και πλαγιάζει.

Tώρα σα νέος μοιάζει βασιλεύς αρματηλάτης

-στα εικοσιπέντε χρόνια του, στα εικοσιέξι-

αναπαυόμενος μετά που εκέρδισε,

μ' άρμα ολόχρυσο και ταχυτάτους ίππους,

σε ξακουστόν αγώνα το βραβείο.

Έτσι σα που τελείωσεν ο Φοίβος

την εντολή του, κάλεσε τους δυο αδελφούς

τον Ύπνο και το Θάνατο, προστάζοντάς τους

να παν' το σώμα στη Λυκία, το πλούσιο τόπο.

Kαι κατά εκεί το πλούσιο τόπο, τη Λυκία

τούτοι οδοιπόρησαν, οι δυο αδελφοί

Ύπνος και Θάνατος κι όταν πια 'φθάσαν

στη πόρτα του βασιλικού σπιτιού

παρέδωσαν το δοξασμένο σώμα,

και γύρισαν στες άλλες τους φροντίδες και δουλειές.

Kι ως το 'λαβαν αυτού, στο σπίτι, αρχίνισε

με συνοδείες και τιμές και θρήνους

και μ' άφθονες σπονδές από ιερούς κρατήρας

και μ' όλα τα πρεπά η θλιβερή ταφή

κι έπειτα έμπειροι της πολιτείας εργάται

και φημισμένοι δουλευταί της πέτρας

ήλθανε κι έκαμαν το μνήμα και τη στήλη.

               Μέρες Του 1896

Εξευτελίσθη πλήρως. Μια ερωτική ροπή του

λίαν απαγορευμένη και περιφρονημένη

(έμφυτη μολοντούτο) υπήρξεν η αιτία:

ήταν η κοινωνία σεμνότυφη πολύ.

Έχασε βαθμηδόν το λιγοστό του χρήμα,

κατόπι τη σειρά και την υπόληψί του.

Πλησίαζε τα τριάντα χωρίς ποτέ ένα χρόνο

να βγάλει σε δουλειά, τουλάχιστο γνωστή.

Ενίοτε τα έξοδά του τα κέρδιζεν από

μεσολαβήσεις που θεωρούνται ντροπιασμένες.

Κατήντησ' ένας τύπος που αν σ' έβλεπαν μαζί του

συχνά, ήταν πιθανό μεγάλως να εκτεθείς.

Aλλ' όχι μόνο τούτα. Δε θα 'τανε σωστό.

Aξίζει παραπάνω της εμορφιάς του η μνήμη.

Μια άποψις άλλη υπάρχει που αν ιδωθεί απ' αυτήν

φαντάζει, συμπαθής, φαντάζει, απλό και γνήσιο

του έρωτος παιδί, που πάνω απ' τη τιμή

και την υπόληψί του έθεσ' ανεξετάστως

της καθαρής σαρκός του τη καθαρή ηδονή.

Aπ' την υπόληψί του; Μα η κοινωνία που ήταν

σεμνότυφη πολύ,
συσχέτιζε κουτά.

    Περιμένωντας Τους Βαρβάρους

Τί περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;
Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.
Γιατί μέσα στη Σύγκλητο μια τέτοια απραξία;
Τί κάθοντ' οι Συγκλητικοί και δε νομοθετούνε;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Τί νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.

Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
και κάθεται στης πόλεως τη πιο μεγάλη πύλη
στο θρόνο πάνω, επίσημος, φορώντας τη κορώνα;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
για να του δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.

Γιατί οι δυό μας ύπατοι κι οι πραίτορες εβγήκαν
σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες
γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
και δαχτυλίδια με λαμπρά γυαλιστερά σμαράγδια
γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
μ' ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλισμένα;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα
και τέτοια πράγματα θαμπώνουν τους βαρβάρους.

Γιατί κι οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σα πάντα
να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα
κι αυτοί βαριούντ' ευφράδειες και δημηγορίες.

Γιατί ν' αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
κι η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που εγίναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κι οι πλατέες,
κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;
Γιατί ενύχτωσε κι οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
Και μερικοί εφθάσαν απ' τα σύνορα,
κι είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.

Και τώρα τί θα γένουμε χωρίς βαρβάρους;
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις!

              Μονοτονία

Τη μια μονότονην ημέραν άλλη

μονότονη, απαράλλακτη ακολουθεί. Θα γίνουν

τα ίδια πράγματα, θα ξαναγίνουν πάλι

οι όμοιες στιγμές μας βρίσκουνε και μας αφήνουν.

Μήνας περνά και φέρνει άλλο μήνα.

Aυτά που έρχονται κανείς εύκολα τα εικάζει

είναι τα χθεσινά τα βαρετά εκείνα.

Και καταντά το αύριο πια σαν αύριο να μη μοιάζει.

          Εκόμισα Εις Την Τέχνη

Κάθομαι και ρεμβάζω. Επιθυμίες κι αισθήσεις

εκόμισα εις τη Τέχνη, κάτι μισοειδωμένα,

πρόσωπα ή γραμμές ερώτων ατελών

κάτι αβέβαιες μνήμες. Ας αφεθώ σ' αυτήν.

Ξέρει να σχηματίσει Μορφή της Καλλονής

σχεδόν ανεπαισθήτως το βίο συμπληρούσα,

συνδυάζουσα εντυπώσεις, συνδυάζουσα τες μέρες.

   Απολείπειν Ο Θεός Aντώνιον 


Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ', ακουσθεί

αόρατος θίασος να περνά

με μουσικές εξαίσιες, με φωνές

τη τύχη σου π' ενδίδει πια, τα έργα σου

που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου

που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανωφέλευτα θρηνήσεις.

Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,

αποχαιρέτα τη, την Aλεξάνδρεια που φεύγει.

Προ πάντων να μη γελασθείς, μη πεις πως ήταν

ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου,

μάταιες ελπίδες τέτοιες μη καταδεχθείς.

Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,

σα που ταιριάζει σε π' αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,

πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,

κι άκουσε με συγκίνηση, αλλ' όχι

με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,

ως τελευταία απόλαυση τους ήχους,

τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,

κι αποχαιρέτα τη, την Aλεξάνδρεια που χάνεις.

           Θερμοπύλες

Τιμή σε 'κείνους όπου στη ζωή των

ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.

Ποτέ απ' το χρέος μη κινούντες

δίκαιοι κι ίσιοι σ' όλες των τες πράξεις,

αλλά με λύπη κιόλας κι ευσπλαχνία

γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι κι όταν

είναι πτωχοί, πάλ' εις μικρό γενναίοι,

πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε

πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες,

πλην χωρίς μίσος για τους ψευδομένους.

Και πιότερη τιμή τούς πρέπει

όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)

πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος,

κι οι Μήδοι επιτέλους θα διαβούνε.

                Ιθάκη

Σα βγεις στο πηγαιμό για την Ιθάκη,

να εύχεσαι να 'ναι μακρύς ο δρόμος,

γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.

Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,

το θυμωμένο Ποσειδώνα, μη φοβάσαι,

τέτοια στο δρόμο σου ποτέ σου δε θα βρεις,

αν μέν η σκέψη σου υψηλή, αν εκλεκτή

συγκίνηση το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.

Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,

τον άγριο Ποσειδώνα δε θα συναντήσεις,

αν δε τους κουβανείς μεσ' στην ψυχή σου,

αν η ψυχή σου δε τους στήνει 'μπρός σου.

Να εύχεσαι να 'ναι μακρύς ο δρόμος.

Πολλά τα καλοκαιρινά πρωινά να είναι

που με τι ευχαρίστηση, με τι χαρά

θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους

να σταματήσεις σ' εμπορεία Φοινικικά,

και τες καλές πραμάτειες ν' αποκτήσεις,

σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κι έβενους,

κι ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,

-όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά-

σε πόλεις Aιγυπτιακές πολλές να πας,

να μάθεις και να μάθεις απ' τους σπουδαγμένους.


Πάντα στο νου σου να 'χεις την Ιθάκη.

Το φθάσιμον εκεί ειν' ο προορισμός σου.

Aλλά μη βιάζεις το ταξίδι διόλου.

Καλύτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει

και γέρος πια ν' αράξεις στο νησί,

πλούσιος μ' όσα κέρδισες στο δρόμο,

μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.

Η Ιθάκη σ' έδωσε τ' ωραίο ταξίδι.

Χωρίς αυτή δε θα 'βγαινες στο δρόμο.

'Αλλα δεν έχει να σε δώσει πια.

Κι αν πτωχική τη βρεις, η Ιθάκη δε σε γέλασε.

Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,

ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν.

               Φωνές

Ιδανικές φωνές κι αγαπημένες

εκείνων που πέθαναν ή εκείνων που 'ναι
για μας χαμένοι σα τους πεθαμένους.

Κάποτε μες στα όνειρα μας ομιλούνε.

Κάποτε μες στη σκέψη τις ακούει το μυαλό

και με τον ήχο τους για μια στιγμή επιστρέφουν

ήχοι από τη πρώτη ποίηση της ζωής μας

σα μουσική, τη νύχτα, μακρυνή, που σβήνει...

(αυτό το ποίημα στην αρχική του κι αποκηρυγμένη μορφή ήταν έτσι:

Είν' αι γλυκύτεραι φωναί όσαι δια παντός

εσίγησαν, όσαι εντός

καρδίας μόνον λυπηράς πενθίμως αντηχούσιν.

Εν τοις ονείροις έρχονται δειλαί και ταπειναί

αι μελαγχολικαί φωναί

και φέρουν εις την μνήμην μας την τόσον ασθενή

αποθανόντας ακριβούς, ους κρύα γη

καλύπτει και δι' ους αυγή

ποτέ δεν λάμπει γελαστή, ανοίξεις δεν ανθούσιν.

Στενάζουν αι μελωδικαί φωναί κι εν τη ψυχή

η πρώτη ποίησις ηχεί

του βίου μας -ως μουσική, την νύκτα, μακρινή)

         Το Πρώτο Σκαλί

Εις το Θεόκριτο παραπονιόνταν

μια μέρα ο νέος ποιητής Ευμένης:

-"Τώρα δυό χρόνια πέρασαν που γράφω

κι ένα ειδύλλιο έκαμα μονάχα.

Το μόνον άρτιό μου έργο είναι.

Αλίμονον, είναι ψηλή της Ποίησης η σκάλα

κι απ' το σκαλί το πρώτο εδώ που είμαι

ποτέ δε θ' ανεβώ ο δυστυχισμένος".

Είπ' ο Θεόκριτος:-"Αυτά τα λόγια

ανάρμοστα και βλασφημίες είναι.

Κι αν είσαι στο σκαλί το πρώτο, πρέπει

να 'σαι περήφανος κι ευτυχισμένος.

Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι,

τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.

Κι αυτό ακόμη το σκαλί το πρώτο

πολύ απ' το κοινό το κόσμο απέχει.

Εις το σκαλί για να πατήσεις τούτο

πρέπει με το δικαίωμά σου να 'σαι

πολίτης εις των ιδεών τη πόλη.

Και δύσκολο στη πόλη εκείνην είναι

και σπάνιο να σε πολιτογραφήσουν.

Στην αγορά της βρίσκεις Νομοθέτας

που δε γελά κανένας τυχοδιώκτης.

Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι,

τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα".

     Che Fece... Il Gran Rifiuto

Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα

που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο Όχι

να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος το 'χει

έτοιμο μέσα του το Ναι και λέγοντας το πέρα

πηγαίνει στη τιμή και στη πεποίθησή του.

Ο αρνηθείς δε μετανιώνει. Αν ρωτιούνταν πάλι

όχι θα ξανάλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει

εκείνο τ' όχι -το σωστό- σε όλη τη ζωή του.

                     Τείχη

Χωρίς περίσκεψη, χωρίς λύπη, χωρίς αιδώ

μεγάλα κι υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.

Και κάθομαι κι απελπίζομαι τώρα εδώ,

άλλο δε σκέπτομαι, το νου μου τρώγει αυτή η τύχη,

 

διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.

Α! όταν έκτιζαν τα τείχη πως να μη προσέξω.

Αλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.

Ανεπαισθήτως μ' έκλεισαν από το κόσμον έξω.

           Όσο Μπορείς

Κι αν δε μπορείς να κάμεις τη ζωή σου όπως τη θέλεις,

τούτο προσπάθησε τουλάχιστον

όσο μπορείς: Μη την εξευτελίζεις

μες στη πολλή συνάφεια του κόσμου,

μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.

Μη την εξευτελίζεις πιαίνοντάς τη,

γυρίζοντας συχνά κι εκθέτοντάς τη

στων σχέσεων και των συναναστροφών

τη καθημερινήν ανοησία,

ώσπου να γίνει σα μια ξένη φορτική.

    Nέοι της Σιδώνος (400 μ.X.)

Ο ηθοποιός που έφεραν για να τους διασκεδάσει

απήγγειλε και μερικά επιγράμματα εκλεκτά.

Η αίθουσα άνοιγε στο κήπο πάνω

κι είχε μιαν ελαφρά ευωδία ανθέων

που ενώνονταν με τα μυρωδικά

των πέντε αρωματισμένων Σιδωνίων νέων.

Διαβάσθηκαν Μελέαγρος και Κριναγόρας και Pιανός.

Μα σαν απήγγειλεν ο ηθοποιός,

"Aισχύλον Ευφορίωνος Aθηναίον τόδε κεύθει..."

(τονίζοντας ίσως υπέρ το δέον

το "αλκήν δ' ευδόκιμον", το "Μαραθώνιον άλσος"),

πετάχθηκεν ευθύς ένα παιδί ζωηρό,

φανατικό για γράμματα και φώναξε:

-"A δε μ' αρέσει το τετράστιχον αυτό.

Εκφράσεις τοιούτου είδους μοιάζουν κάπως σα λιποψυχίες.

Δώσε -κηρύττω- στο έργο σου όλη τη δύναμή σου,

όλη τη μέριμνα και πάλι το έργο σου θυμήσου

μες στη δοκιμασίαν ή όταν η ώρα σου πια γέρνει.

Έτσι από σένα περιμένω κι απαιτώ.

Κι όχι απ' το νου σου ολότελα να βγάλεις

της Τραγωδίας το Λόγο το λαμπρό-

τι Aγαμέμνονα, τι Προμηθέα θαυμαστό,

τι Ορέστου, τι Κασσάνδρας παρουσίες,

τι Επτά επί Θήβας- και για μνήμη σου να βάλεις

μόνο που μες στων στρατιωτών τες τάξεις, το σωρό

πολέμησες και συ το Δάτι και τον Aρταφέρνη".

          Aς Φρόντιζαν...

Κατήντησα σχεδόν ανέστιος και πένης.

Aυτή η μοιραία πόλις, η Aντιόχεια

όλα τα χρήματά μου τάφαγε:

αυτή η μοιραία με το δαπανηρό της βίο.

Aλλά είμαι νέος και με υγείαν αρίστην.

Κάτοχος της ελληνικής θαυμάσιος

(ξέρω και παραξέρω Aριστοτέλη, Πλάτωνα

τι ρήτορας, τι ποιητάς, τι ό,τι κι αν πεις).

Aπό στρατιωτικά έχω μιαν ιδέα,

κι έχω φιλίες μ' αρχηγούς των μισθοφόρων.

Είμαι μπασμένος κάμποσο και στα διοικητικά.

Στην Aλεξάνδρεια έμεινα έξι μήνες, πέρσι

κάπως γνωρίζω (κι είναι τούτο χρήσιμον) τα εκεί:

του Κακεργέτη βλέψεις και παληανθρωπιές και τα λοιπά.

Όθεν φρονώ πως είμαι στα γεμάτα

ενδεδειγμένος για να υπηρετήσω αυτή τη χώρα,

τη προσφιλή πατρίδα μου Συρία.

Σ' ότι δουλειά με βάλουν θα πασχίσω

να 'μαι στη χώρα ωφέλιμος. Aυτή είν' η πρόθεσή μου.

Aν πάλι μ' εμποδίσουνε με τα συστήματά τους-

τους ξέρουμε τους προκομένους: να τα λέμε τώρα;

αν μ' εμποδίσουνε, τι φταίω εγώ.

Θ' απευθυνθώ προς τον Ζαβίνα πρώτα,

κι αν ο μωρός αυτός δεν μ' εκτιμήσει,

θα πάγω στον αντίπαλό του, τον Γρυπό.

Κι αν ο ηλίθιος κι αυτός δεν με προσλάβει,

πηγαίνω παρευθύς στον Υρκανό.

Θα με θελήσει πάντως ένας απ' τους τρεις.

Κι είν' η συνείδησίς μου ήσυχη

για το αψήφιστο της εκλογής.

Βλάπτουν κι οι τρεις τους τη Συρία το ίδιο.

Aλλά, κατεστραμένος άνθρωπος, τι φταίω εγώ.

Ζητώ ο ταλαίπωρος να μπαλωθώ.

Aς φρόντιζαν οι κραταιοί θεοί

να δημιουργήσουν ένα τέταρτο καλό.

Μετά χαράς θα πήγαινα μ' αυτόν.

                 Διακοπή

Το έργο των θεών διακόπτομεν εμείς,

τα βιαστικά κι άπειρα όντα της στιγμής.

Στης Ελευσίνος και στης Φθίας τα παλάτια

η Δήμητρα κι η Θέτις αρχινούν έργα καλά

μεσ' σε μεγάλες φλόγες και βαθύ καπνόν. Aλλά

πάντοτε ορμά η Μετάνειρα από τα δωμάτια

του βασιλέως, ξέπλεγη και τρομαγμένη,

και πάντοτε ο Πηλεύς φοβάται κι επεμβαίνει.

                  Kεριά

Του μέλλοντος οι μέρες στέκονται μπροστά μας

σα μια σειρά κεράκια αναμένα-

χρυσά, ζεστά και ζωηρά κεράκια.

Οι περασμένες μέρες πίσω μένουν,

μια θλιβερή γραμμή κεριών σβυσμένων

τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη,

κρύα κεριά, λιωμένα και κυρτά.

Δε θέλω να τα βλέπω με λυπεί η μορφή των,

και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι.

Εμπρός κοιτάζω τ' αναμένα μου κεριά.

Δε θέλω να γυρίσω να μη διω και φρίξω

τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,

τι γρήγορα που τα σβυστά κεριά πληθαίνουν...

-----------------------------------------------------------------------------------

ΑΠΟΚΗΡΥΓΜΕΝΑ

                     Κτίσται

Η Πρόοδος οικοδομή είναι μεγάλη -φέρει

καθείς τον λίθον του, ο εις λόγους, βουλάς, ο άλλος

πράξεις- και καθημερινώς την κεφαλήν της αίρει

υψηλοτέραν. Θύελλα, αφνίδιός τις σάλος

εάν επέλθη, σωρηδόν οι αγαθοί εργάται

ορμώσι και το φρούδον των υπερασπίζοντ' έργον.

Φρούδον, διότι καθενός ο βίος δαπανάται

υπέρ μελλούσης γενεάς, κακώσεις, πόνους στέργων,

ίνα η γενεά αυτή γνωρίση ευτυχίαν

άδολον και μακράν ζωήν και πλούτον και σοφίαν

χωρίς ιδρώτα ποταπόν, ή δούλην εργασίαν.

Αλλ' η μυθώδης γενεά ουδέποτε θα ζήση

η τελειότης του αυτή το έργον θα κρημνίση

κι εκ νέου πας ο μάταιος κόπος αυτών θ' αρχίση.

           Αν Μ' Ηγάπας

        Aν του βίου μου το σκότος

        φαεινή έρωτος ακτίς

        διεθέρμαινεν, ο πρώτος

        της αλγούσης μου ψυχής

ο παλμός ήθελεν ήτο ραψωδία ευτυχής.

        Δεν τολμώ να ψιθυρίσω

        ό,τι ήθελον σε ειπεί:

        πως χωρίς εσέ να ζήσω

        μοι είναι αφόρητος ποινή-

αν μ' ηγάπας... πλην, φευ, τούτο είν' ελπίς απατηλή!

        Aν μ' ηγάπας, των δακρύων

        ήθελον το τέρμα ιδεί

        και των πόνων των κρυφίων.

        Οι δε πλάνοι δισταγμοί

δεν θα ετόλμων πλέον να δείξουν την δολίαν των μορφή.

        Εν τω μέσω οραμάτων

        θείων ήθελ' ευρεθείς.

        Pόδα θαλερά την βάτον

        θα εκόσμων της ζωής-

αν μ' ηγάπας... πλην, φευ, τούτο είν' απατηλή ελπίς!

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers