-


Dali &








-

/




 
 

 

: &

 

                  Βιογραφικ               

     Γεννθηκε το 1910 σε μα μικρ πλη της Μαντζουρας κοντ στο Χαρμπν, απ γονες Κεφαλλοντες. Πολ μικρς πρωτοταξδεψε, ταν οι γονες του αποφσισαν να επιστρψουν στο νησ τους. Η οικογνεια θα ζσει ελχιστα κει και τελικ της λιμνι θα 'ναι ο Πειραις, που μετοικε το 1921, ταν ο Νκος εναι μλις 11 ετν. Εκε ο ποιητς τελεινει Δημοτικ και Γυμνσιο. Μαθητς ακμη, γρφει τα πρτα του ποιματα.
     Το 1929 μπανει υπλληλος σ' να ναυτικ γραφεο. Αντχει μνο λγους μνες να βλπει τους λλους να ταξιδεουν. Τα καρβια κι η θλασσα εναι το νειρ του. Μπαρκρει νατης σε φορτηγ, και για μερικ χρνια συνεχζει να φεγει με τα φορτηγ, γυρζοντας πσω μονμως ταλαιπωρημνος και αδκαρος. Η ανχεια τον κνει ν' αποφασσει να πρει το δπλωμα του ασυρματιστ. Στην αρχ σκεφττανε να γνει καπετνιος, μα τα χρνια εχαν περσει, τα εχε φει η λαμαρνα και το δπλωμα του ασυρματιστ ταν ο μνος σντομος κι αξιοπρεπς δρμος για τα καρβια.
     Παρνει το δπλωμα του το 1939, αλλ' αντ να μπαρκρει βρσκεται στρατιτης στην Αλβανα και κατπιν ξμπαρκος στην Αθνα με τη Γερμανικ Κατοχ. Μλις τελεωσε ο πλεμος, το 1944, ξαναμπαρκρει, αδικοπα πια, ως ασυρματιστς, γυρζοντας λο τον κσμο, ως το Νομβρη του 1974. Τρεις μνες ντεξε μακρι απ τη θλασσα. Πεθανει απ εγκεφαλικ επεισδιο στις 10 Φλεβρη του 1975.
     Εναι σως ο μνος που αξζει χαρακτηρισμ του απλυτα βιωματικο στη ποησ του. Μιλ πντα για τα καρβια που ζησε, τους ναυτικος που γνρισε, τους ρωτες, τους καυγδες και τους θαντους στα λιμνια, με τη γλσσα των καραβιν, αλλ και κποιους ιδιωματισμος της Κεφαλονις, να μπλκονται στα γνσια λακ ελληνικ του. Ο ρωτς του για τα ταξδια και τη θλασσα, πθος τρομερ, σχση αγπης και μσους, ο διος ρωτας που τον οδγησε να μπαρκρει μικρς, μλις 19 ετν, αφνοντας τη σγουρη δουλει του ναυτικο γραφεου, εν' ορατς σε κθε στχο του και τσο δυνατς που διαπερν τον αναγνστη, τον κνει να ξεχσει τις γνωστες λξεις και τους ναυτικος ρους, και να συνεπαρθε απλυτα απ την αλθεια του Λγου του Ποιητ.
    'Αφησε πολ λγα πσω του, μλις τρεις ποιητικς συλλογς, να μυθιστρημα και 3 μικρ πεζ: "Μαραμπο", "Ποσι", "Τραβρσο" ποιητικς συλλογς, "Βρδια" μυθιστρημα, "Του Πολμου", "Τ' 'Αλογ Μου" & "Λι" μικρ πεζ. Ταπειν παρουσιστηκε στα ελληνικ γρμματα κι η ταπειντητ του αυτ, μαζ με τη μελοποηση πολλν ποιημτων του, τον φερε κοντ στη μεγλη πλειοψηφα των Ελλνων, κνοντς τον ναν απ τους πιο δημοφιλες μας ποιητς, δυστυχς μετ θνατον.
     Για πιο πολλς λεπτομρειες απ τη ζω του σας παραπμπω εδ!

Εδ για το ΓΛΩΣΣΑΡΙ του...

-----------------------------------------------------------------------------------------------

                        Μουσνας

Τρελς μουσνας ργισε μεσονυχτς τα ρλια.
Στο χρι σου χλωρ κλαρ, χαρτ κι να φτερ.
Τσσεροι κμανε καιρο τα ροχα σου κουρλια.
Να σε σκεπσω θλησα, γλυστρς και δε μπορ.

Κορλλι ο κατραμκωλος βαστ να σε φιλψει.
Γιατ μπγεις τα νχια σου στη σπια κουπαστ;
Ειν' να 'φδι αθρητο και μου μποδ τη βλψη.
Γαλζιο βλπω μοναχ, γαλζιο και σταχτ.

Παρακαλ σε κθησε να ξημερσει κπως.
Χρμα να βρω, το πρσινο και τντες μυστικς.
Κι απ, το θρλο να σου πω που μου 'πε μαρος κπος,
τη νχτα που μας γλειφε φωτι στο Μαρακς.

Ακμα, ξρω τον αρχαο σκοπ του Μινικπε,
τη φοινικι που ζωνταν θρηνε στο Παραμ.
Μα να πουλ μου μνυσε πως κποιος λλος στα 'πε
κποιος, που ξρει να ιστορ καλτερα απ με.

Κματος εναι που μιλ στενχωρα και κψα.
Πεισματικ και πταξες χαρτ, φτερ, κλαδ,
μως δεν εμαστε παιδι να πισουμε τη κλψα.
Τ θα 'δινα  -"Πψε, Σεβχ"- για να 'μουνα παιδ!

Αυγ, ποιος δαμονας Ινδς σου μλεψε το χρμα;
Γυρζει ο νατης το τροχ κι ο γφτος τη φωτι.
Κι εμες, που κμαμε πετσ τη καραβσια βρμα,
στο πρτο θα κερδσουμε και πλι στα χαρτι.

                     Αντινομα

Ο ρωτς σου μια πληγ και τρεις κραυγς.
-Στα κντρα σκοζει ο μακαρς καθς τεζρει-.
Θαλασσοκρη του βυθο, χλιες οργις,
του Ποσειδνα εγ σε κρδισα στο ζρι.

Και σ' ριξα σ' να βιβρι σκοτειν
που στγνωσε κι εξανεμστηκε τ' αλτι.
Μα 'συ προσμνεις απ' το δκαιον ουραν
το στεριαν, το γητευτ, τον απελτη.

ταν θα σμξεις με το φως που σε βολε
και θα χαθες μσα σε διφανη αμφιλκη
πνω σε πρσινο πετομενο χαλ,
θα μενει ο νατης να μετρ τ' σπρο χαλκι.

                       Γυνακα

Χρεψε πνω στο φτερ του καρχαρα.
Παξτε στον νεμο τη γλσσα σου και πρνα.
Αλλο σε λγανε Γιουδθ, εδ Μαρα.
Το φδι σκζεται στο βρχο με τη σμρνα.
 
Απ παιδ βιαζμουνα, μα τρα πω καλι μου.
Μια τσιμινιρα μ' ρισε στο κσμο και σφυρζει.
Το χρι σου, που χιδεψε τα λιγοστ μαλλι μου
για μια στιγμ αν με λγισε, σμερα δε μ' ορζει.
 
Το μετζαρλι ργισε και το τεσσαροχλι.
Την τβλα πρε, τζβενο, να ξανπαμε αρδο.
Ποιος σκλας γιος μας μοτζωσε κι χουμε ττοιο χλι
που γροι και μικρ παιδι μας πραν στο κοριδο;
 
Βαμμνη. Να σε φγγει κκκινο φεγγρι.
Γιομτη φκια και ροδνθη, αμφβια Μορα.
Καβλαγες ασλωτο με δχως χαλινρι
πρτη φορ, σε μια σπηλι, στην Αλταμρα.
 
Σαλτρει ο γλρος το δελφνι να στραβσει.
Τι με κοιτς; Θα σου θυμσω εγ που μ' εδες.
Στην μμο πνω σεχα ανστροφα ζαβσει
τη νχτα που θεμλιωναν τις Πυραμδες.
 
Το τεχος περπατσαμε μαζ το Σινικ.
Κοντ σου νατες απ' την Ουρ πρωτσκαρο βιδναν.
Ανμεσα σ' ολγυμνα σπαθι στο Γρανικ
χυνες λδι στις βαθις πληγς του Μακεδνα.
 
Πρσινο. Αφρς, θαλασσιν βαθ και βυσσιν.
Γυμν. Μονχ' να χρυσ στη μση σου ζωστρι.
Τα μτια σου τα χριζαν εφτ Ισημερινο
μες στου Giorgione το αργαστρι.
 
Πτρα θα του 'ριξα και δε με θλει το ποτμι.
Τι σου 'φταιξα και με ξυπνς προτο να φξει.
Στερν νυχτι του λιμανιο δεν πει χαρμι.
Αμαρτωλς που δε χαρε και που δε φταξει.
 
Βαμμνη. Να σε φγγει φως αρρωστημνο.
Διψς χρυσφι. Πρε, ψξε, μτρα.
Εδ κοντ σου, χρνια ασλευτος να μνω
ως να μου γνεις Μορα, Θνατος και Πτρα.

       Εφτ Ννοι Στο s/s Cyrenia

Εφτ. Σε παρνει αριστερ, μη το ζορζεις.
Μτσο χωρνε σε μια κοφιαν απαλμη.
Θυμζεις κμαρες κλειστς, στερι μυρζεις.
Ο πιο μικρς αχολογει μ' να καλμι.
 
Γυαλζει ο Σημ της μηχανς τα δυο ποδρια.
Ο Ρεκ λαδνει στην ανγκη το τιμνι.
Μ' να φτερ ξορκζει ο Γκμπι τη μαλρια
κι ο στραβοκνης ο Χαρμ πτες ζυμνει.
 
Απ' το ποδσταμο πηδν ως τη γαλτα.
-Μπορ ποτ να σου χαλσω το χατρι;
Κρη ξανθ και γαλαν που λο εμελτα
ποιος ργα γιος θε να την πιει σ' να ποτρι.
 
Ραμν αλλθωρε, τρελ, που λνεις μγια,
κατφερε το σταυρωτ του Ντου αστρι
σωρς να πσει, να σκορπσει στα σπιργια
και πες του κτω απ 'να δντρο να με φρει.
 
Ο Τοτ, του λεπει το 'να χρι μα λο γνθει,
τοτο τ' απθανο σινφι να βρακσει.
Εσθρ, ποια βιβλικ σκορπς περνντας μθη;
Ρουθ, δε μιλς; Γιατ τρεκλζουμε οι διακσιοι;
 
Κουφς ο Σλαχ, το κατστρωμα σαρνει.
-Μ' να ξυστρ καθρισ με απ' τη μορβια.
Μα εν' να κτι πιο βαθ που με λερνει.
-Γιε μου, που πας; -Μνα, θα πω στα καρβια.
 
Κι τσι μαζ με τους εφτ κατηφορμε.
Με τη βροχ, με το καιρ που μας ορζει.
Τα μτια σου ζονε μια θλασσας, θυμμαι...
Ο πιο στερνς μ' ναν αυλ με νανουρζει.

                      Yara-Yara

Καθς αποκοιμθηκες φλαγε βρδια ο κβος.
Σε σπτι μσα, ξχασες προχτς το φυλαχτ.
Γελς, μα 'γω σε πολησα στο Rio για δυο centavos
κι απ σε ξαναγρασα ακριβ στη Βηρυτ.

Με πορφυρ στα χελη μου κοχλι σε προστζω.
Στο χρι το γερκι σου και τα σκυλι λυτ.
Απνωθ μου σκοπισε τη θλασσα που στζω
και μθε με να περπατ πνω στη γη σωστ.

Κοκο φοροσες κτασπρο μικρς και κολαρνα.
Ναυτκι του γλυκο νερο.
Σε πινει -μην το πεις αλλο- σα γτα η λαμαρνα
και σε σαστζει ξαφνικ προβτζο του καιρο.

Το κμα πρε του φιδιο και δοσ' μου να μαντλι.
Εγ, και σ' γδυσα μπροστ στο γρο Τισιαν.
Βρα, Κεφαλλοντισσα και μινα το καντλι.
Σε λφο γιαπωνζικο κοιμται το στερν.

Σου πρ' απ τη Νπολη μια ψετικη καμα
κι να κορλλι ξθωρο μαζ.
Πσω απ' το φριγκορφικο στην δεια προκυμαα
βενος, -γλσσα της φωτις-, στο βθος κρεμεζ.

Φτα του Melbourne. Βαρετ κυλει ο Yara-Yara
ανμεσα σε φορτηγ πελρια και βουβ,
φρνοντας προς το πλαγος, χωρς να δνει διρα,
του κοριτισιο το φλημα, που στοχισε ακριβ.

Γερ την ανεμσκαλα. Καφ για τον πιλτο.
Λακζετε, αλυσδετοι του στεριανο καημο.
Και σνα, που σε κρδισα μιανς νυχτις σε λτο,
σμγεις και πας με το καπν του γκρζου ποταμο.

Μια βρκα θλω, ποταμ, να ρξω απ χαρτνι,
πως αυτς που παζουνε στις χθες μαθητς.
Σκοτνει, πες μου, ο χωρισμς; - Ματνει-, δε σκοτνει.
Ποιος επε φοντο; Ψματα. Δε φτσαμε ποτς.

                Fata Morgana

Θα μεταλβω με νερ θαλασσιν
στλα τη στλα συναγμνο απ' το κορμ σου
σε τσι αρχαο, μπακιρνιο αλγεριν,
που κοινωνοσαν πειρατς πριν πολεμσουν.

Στρεδι ωκενιο αρραβωνζεται το φως.
Γεση απ φλοδι του ροδιο, στυφ κυδνι
κι ο ρρητος τνος, πιο πικρς και πιο στυφς,
που εναποθτανε στα βζα οι Καρχηδνιοι.

Παν δερμτινο, αλειμμνο με κερ,
οσμ απ κδρο, απ λιβνι, απ βερνκι,
πως μυρζει αμπρι σε παλι σκαρ
χτισμνο ττε στον Ευφρτη στη Φοινκη.

Χρτο ξανθ τρποδο σκπει μαντικ.
Κι να ποτμι με ζεστ, λιωμνη πσσα,
γριο, ακαταμχητο, απειλητικ,
ποτζει τους αμαρτωλος που σ' αγαπσαν.

Rosso romano, πορφυρ της Δαμασκς,
δξα του κρσταλλου, κρασ απ' τη Σαντορνη.
Ο ασκς να ρει, κι ο Απλλωνας βοσκς
να κολυμπει τα βλη του με διοσκουρνη.

Σκουρι πυρχρωμη στις μνες του Σιν.
Οι κβες της Γερακινς και το Στρατνι.
Το επχρισμ τ', αγι σκουρι που μας γερν,
μας τρφει, τρφεται απ μας και μας σκοτνει.

Καντλι, δισκοπτηρο χρυσ, αρτοφρι.
'Αγια λαβδα κι ιερ απ λαμινρια.
Μπροστ στη Πλη, δυο δαιμνοι σπαθοφροι
και τρεις Αγγλοι με σπασμνα τα κοντρια. 
                          *
Ποθ' ρχεσαι; Απ' τη Βαβυλνα.
Πο πας; Στο μτι του κυκλνα.
Ποιαν αγαπς; Κποια τσιγγνα.
Πς τη λνε; Φτα Μοργκνα.

Πντα οι κυκλνες χουν γυναικεο
νομα. Εα απ τη Κο.
Η μγισσα χει τρεις κρες στ' Αμαντι
κι η τταρτη ειν' εν' αγρι μ' να μτι.

Ψρια που πετν μσα στην πνοια,
στρακα, λυσκομες κοπλες,
φδια της στερις και δντρα σπια,
ρμπουρα και τιμνια και προπλες.

Να 'χαμε το λχνο του Αλαδνου
το γρο ννο απ' τη Καντνα.
Στελαμε το σμα του κινδνου
πνω σε σπρη πτρα με σφεντνα.

Δαμονας γενν τη νηνεμα.
Ξρκισε, Allodetta, τ' νομ του.
Λοφαξεν ο δκτης τ' ασυρμτου,
και φυλλομετρ το καζαμα.

Ο νεμος κλαει. Σκυλ στα λυσσιακ του.
Γεια χαρ, στερι κι αντο, μαστλο.
Γλστρησε η ψυχ μας απ κτου,
χει και στη κλαση μπορντλο.

                        Πικρα

Ξχασα 'κενο το μικρ κορτσι απ' το Ανι
και τη μουλτρα που 'ζεχνε κρασ στη Τενερφα,
τον ρωτα, που αποτιμει σε ξλινο χαμι,
και τη γρι που μτραγε με πντους τη ταρφα.
 
Το βυσσιν του Τισιανο και του περμαγγαντου
και τα κρεβτια ξχασα τα σαραβαλιασμνα
με τα λερ σεντνια τους τα πολυκαιρισμνα,
για το κορμ σου, που διωχνε το φβο του θαντου.
 
,τι αγαποσα αρνθηκα για το πικρ σου αχελι:
το τρμο που δοκμαζα πηδντας στο κατρτι,
το μποσουλα, τη βρδια μου και τη πορεα στο χρτη,
για να δυσερετο, μικρ, θαλασσιν κοχλι.
 
Το πυρετ στους Τροπικος, του Rio τη μαλαφρντζα,
τη πυρκαγι π' ανψαμε μια νχτα στο Μανο.
Τη μαχαιρι που μου 'δσε ο Μαγιρος στη Κωστντζα
και -Σε πονει με τη νοτι; -χι απ' αλλο πονω.
 
Του τρατολγου το καημ, του νατη την ορφνια,
του καραβιο που κθισε στη πλρη τη σπασμνη.
Τις ξεβαμμνες στμπες μου, που 'χα για περηφνια
για σνα, που σαλπρισες, γολτα αρματωμνη.
 
Τι να σου τξω, ατθασο παιδ, να σε κρατσω;
Παρηγορι μ' ο σκος μου, σ' Αμερικ κι Ασα.
Σρμα που κπηκε στα δυο και πως να το ματσω;
Κατακαημνε, η θλασσα μισει τη προδοσα.
 
Κατβηκε ο Πολγυρος και γνηκε λιμνι.
Λιμνι κατασκτεινο, στεν, χωρς φανρια,
απψε που αγκαλιστηκαν Εβραοι και Μουσουλμνοι
και ταψιδψαν τα νησι στο πντο, τα Κανρια.
 
Γρο, σου πρπει μοναχ το σδερο στα πδια,
δυο μτρα καραβπανο κι αριστερ τιμνι.
Μια μδουσα σ' αντκρισε, γαλζια και σιμνει
κι νας βυθς που βσκουνε σαλχια και χταπδια.

                    Θεσσαλονκη

ταν εκενη τη νυχτι που φσαγε ο Βαρδρης,
το κμα, η πλρη κρδιζεν οργι με την οργι.
Σ' στειλε ο πρτος τα νερ να πας για να γραδρεις,
μα 'συ θυμσαι τη Σμαρ και τη Καλαμαρι.
 
Ξχασες κενο το σκοπ που 'λγαν οι Χιλινοι
-'Αγιε Νικλα φλαγε κι 'Αγια Θαλασσιν.-
Τυφλ κορτσι σ' οδηγει, παιδ του Modigliani,
που τ' αγαποσ' ο δκιμος κι οι δυ Μαρμαρινο.
 
Νερ καλρει το Fore Peak, νερ και τα πανιλα
μα 'σνα μια παρξενη ζαλδα σε κινε.
Με στμπα που δε φανεται, σε κντησ' η Σπανιλα
το κορτσι που χορεει πνω στο σκοιν;
 
Επνω στο γιατκι σου φδι νωθρ κοιμται
και φρνει βλτες ψχνοντας τα ροχα σου η μαμο.
Εκτς απ τη μνα σου κανες δε σε θυμται
σε τοτο το τρομακτικ ταξδι του χαμο.
 
Ο νατης ρχνει τα χαρτι κι ο θερμαστς το ζρι
κι αυτς που φταει και δε νογ, παραπατ λοξ.
Θυμσου 'κενο το στεν κινζικο παζρι
και το κορτσι που 'κλαιγε πνιχτ μεσ' το ρικσ.
 
Κτ' απ φτα κκκινα κοιμτ' η Σαλονκη.
Πριν δκα χρνια μεθυσμνη μου 'πες "σ' αγαπ".
Αριο, σα ττε και χωρς χρυσφι στο μανκι,
μταια θα ψχνεις το στρατ που πει για το Depot. 

                   Θεσσαλονκη ΙΙ

Τρνταζε σαν απ σεισμ συθμελα ο Χορτιτης
κι ακντιζε μηνματα με κκκινη βαφ.
Γραφ απ τρεις και μου 'γινες μοτρι και καρφ.
Μα ριχνε η Τομπα, σε διπλ κρεβτι, τα χαρτι της.

Τη μκινα για το καπν και το τσιγαροχρτι
την χασες, τη ξχασες, τη χρισες αλλο.
τανε ττε που 'σπασε το μεσιαν κατρτι.
Τα ψματα του βουτηχτ, του νατη, του λωλο.

Και τι δεν χω υποσχεθε και τι δεν χω τξει,
μα τα σαρντα κματα μου φτανε και ξεχνω
-της 'Αγρας τα μακρι σαρι, του Σντουν το μετξι-
και τα θυμμαι μλις 'δω αναθρσκοντα καπν.

Το δαχτυλδι που 'φερνα μου το 'κλεψε η Οργια.
Το παπαγλο, μδησε κι παψε να μιλε.
Ας εκατβαινε στω μια, στο βρα, στα μουργια,
κι ας κουγε την γκυρα μονχα, που καλε.

Τποτα στα χερκια μου, μνα μου, δε φτουρει.
ρωτας, μαλαματικ, ξμπλια και φυλαχτ.
Σιχανομαι το ναυτικ που μζεψε λεφτ.
Εμοτζωσε τη θλασσα και τηνε κατουρει.

Της Σαλονκης μοναχ της πρπει το καρβι.
Να μην τολμσεις να τη δεις ποτ απ τη στερι.
Κι αν κποια στην Καλαμαρι πουκμισο μου ρβει,
μπορε να 'ρθω απ' τα πλαγα με τη φυρονερι.

              Παιδεα

'Φανανε παν στον αργαλει
και σε ταρσαν ξμπλιαζανε κατρτι
αντικρ στο Νρυτο και στο Δασκαλι
για να κοριτσκι απ τη Σπρτη.
 
Κι ρχισε μια ττοια φασαρα,
πρε πντε τομπες η Ιστορα.
 
Κρδισε τη νκη μια φορδα
δχως νο και δχως γρηγορδα-
τ 'γραψε κι ο Γρος στην Ιλιδα.
 
Φγαμε μπατδοι απ την Τροα.
χω και χαρτ και μαρτυρα.
Δε θυμμαι μνο τη πορεα.
 
Σγουρα κυβρναγε το δοικι
νας γις τσοπνου απ' το Θικι.
 
Εχε δαγκωνι στο μγουλ του
που και 'κενη βγκε σε καλ του.
 
Για τη ναυτοσνη δσκαλο εχα
να γεμιτζ απ τη Δολχα.
 
Τσορμο απ Καστ κι απ Εχινδες,
λοι τους παιδι: κλφτε, μανδες.
 
Χπηδες λεβντες με μαλλι δασ,
κι ταν οι χιτνες μας τσαντρια.
Μας ξεπροβοδζαν ξνα τρεχαντρια,
ποπουλο κρεβτι και καλ κρασι.
 
Κπου εκε κοντ στους Λαιστρυγνες
αγκαστρσαμε λες τις γοργνες.
 
(Αν τα τελευταα τα γρφω πρτα
εναι που μπερδψαμε τη ρτα.)
 
Εχες και το φβο της τιμς σου.
Οι ανθρωποφγοι τα σκυλι,
πριν σε φαν', σου κναν τη δουλει,
για να νοστιμσει το κορμ σου.
 
Σμξαμε κοντ στην Ασκανα
με τους κατεργρηδες του Αινεα.
Πγαμε λοι τσορμο στα πορνεα.
 
'Κενες οι ρουφινες, τ' αποσπρια,
πγαν και τους κψαν τα παπρια.
 
Ν κι η Ναυσικ απ τσου Κορφος
τυλιγμνη μεσ' τη σαπουνδα.
Εχε τρεις φονιδες αδερφος
κπου στο Μαντοκι, στη Σπιανδα.
 
'Φανε, Πηνελπη, το παν σου,
κλσσαγε τη τμια αναμον σου.
 
Του θεο το ασκ, του Αιλου,
μας σκορπει κατ διαλου.
 
Την ευχ μου! Βρστε μου, παιδι,
κτι να ριμρει με παιδεα.
Θλει και κουργιο και καρδι.
λοι μια φων: - να... δο...

              Cambay's Water

Φουντραμε καραμοσλι στο ποτμι.
Εχ' ο πιλτος μας το κοτελο βαμμνο
"κι αν λεψεις χλια χρνια θα σε περιμνω"
ωστσο οι κβοι, σου σκληρναν τη παλμη.

Θολ νερ και μλια τσσερα το ρμα,
οι κοληδες τρνε σκυφτο ρζι με κρι,
ο καπετνιος μας κοιτζει το φεγγρι,
που 'ναι θολ και κατακκκινο σαν αμα.

Το ρυμουλκ σφριξε τρεις και πει για πρα,
σαρντα μρες λο μτραγες τα μλια,
μ' απψε -λω- φαρμκι κμπρα εχες στα χελια,
την ρα που 'πες με θυμ: "Θα 'βγω λλη μρα"...

Τη νχτα σου 'πα στο καμπονι μια ιστορα,
την δια π' λοι οι ναυτικο λνε στη ρδα,
τα μτια σου τα κυβερνοσε σοροκδα
κι λο μουρμοριζες βραχν : "Φλτσο η πορεα"...

Ξημρωσε κ' ρθε ο φακρης με τα φδια,
η Μαχαρνα του Μυδρ δε φνηκε μως!...
Μ' αισχρς κουβντες τονε περαζ' ο λοστρμος
και του πετοσε 'π στα φδια του σκουπδια.

Σαλπρουμε! Μας περιμνουν στο Μπραζλι.
Το πρσωπ σου θα το μοσκεψε τ' αγιζι.
Ζεστν αγρα κατεβζει το μπουγζι
μα οτε φουστνι στη στερι κι οτε μαντλι.

Γρμμα Στο Ποιητ Κασαρα Εμμανουλ

Ξρω 'γ κτι που μποροσε, Κασαρ, να σας σσει.
Κτι που πντα βρσκεται σ' αινια εναλλαγ,
κτι που σχζει τις θολς γραμμς των οριζντων,
και ταξιδεει αδικοπα την ατελεωτη γη.

Κτι που θα 'κανε γοργ να φγει το κορκι,
που του γραφεου σας πντοτε σκεπζει τα χαρτι
να φγει κρζοντας βραχν, χτυπντας τα φτερ του,
προς κποιαν ακατοκητη κοιλδα του Νοτι.

Κτι που θα 'κανε τα υγρ, παρδοξ σας μτια,
που αβρς μαθτριες τα' αγαπον και σιωπηρο ποιητα,
χαρομενα και προσδοκα γεμτα να γελσουν
με κποιον τρπο που, πως λεν, δε γλασαν ποτ.

Γνωρζω κτι, που μποροσε, ββαια, να σας σσει.
Εγ που δε σας γνρισα ποτ... Σκεφτετε... Εγ.
να καρβι... Να σας πρει, Κασαρ... Να μας πρει...
να καρβι που πολ μακρι θα τ' οδηγ.

Μια μρα χειμωνιτικη θα φεγαμε.
- Τα ρυμο&υλκ περνντας θα σφυρζαν,
τα βρωμερ νερ η βροχ θα ρντιζε,
κι οι γερανο στους ντκους θα γυρζαν.

Οι πολιτεες οι ξνες θα μας δχονταν,
οι πολιτεες οι πιο απομακρυσμνες
κι εγ σ' αυτς αβρ θα σας εσσταινα
σαν σε παλις, θερμς μου αγαπημνες.

Τα βρδια, βρδια κνοντας, θα λγαμε
παρξενες στη γφυρα ιστορες,
για τους αστερισμος για τα κματα,
για τους καιρος, τις πνοιες, τις πορεες.

ταν πυκν η ομχλη θα μας σκπαζε,
τους φρους θε ν' ακογαμε να κλανε
και τα καρβια αθατα θα τ' ακογαμε,
περνντας να σφυρζουν και να πλνε.

Μακρι, πολ μακρι να ταξιδεουμε,
κι ο λιος πντα μνους να μας βρσκει
εσες τσιγρα "Κμελ" να καπνζετε,
κι εγ σε μια γωνι να πνω ουσκυ.

Και μια γρι στο Αννμ, κεντστρα στγματος,
- μια γρι& σ' να πολβοο καφενεο -
μια αιμσσουσα καρδι θα μου στιγμτιζε,
κι να γυμν, στο στθος σας, κρανο.

Και μια βραδι στη Μπορμα, στη Μπατβια
στα μτια μιας Ινδς που θα χορψει
γυμν στα δεκαεφτ στιλτα ανμεσα,
θα δετε - σως - τη Γκρτα να επιστρψει.

Κασαρ, απ να θνατο σε κμαρα,
κι απ να χωματνιο πεζ μνμα,
δε θα 'ναι ποιητικτερο και πι' μορφο,
ο διφεγγος βυθς και τ' γριο κμα;

Λγια μεγλα, ποιητικ, ανεκτλεστα,
λγια κοιν, κεν, "καπνς κι αιθλη",
που σως διαβζοντς τα να με οικτρετε,
γελντας και κουνντας το κεφλι.

Η μνη μου παρκληση μως θα 'τανε,
τους στχους μου να μην ειρωνευθετε.
Κι πως εγ για ν' αδερφ εδεθηκα,
για ναν τρελν εσες προσευχηθετε.

          William George Allum

Εγνρισα κποια φορ σ' να καρβι ξνο
να πολ παρξενο Εγγλζο θερμαστ,
που δε μλαγε ποτ κι οτε ποτ εχε φλους
και μνο πντα εκπνιζε μια ππα σκαλιστ.
 
λοι 'λεγαν μια θλιβερ πως εχε ιστορα
κι σοι εχανe στο στκολο με δατον εργαστε
λεγαν τι κποτες, απ' το λαιμ ως τα νχια,
εχε σε κποιο μακριν τπο στιγματιστε.
 
Εχε στα μπρτσα του σταυρος, σπαθι ζωγραφισμνα,
μια μπαλαρνα στη κοιλι, που χρευε γυμν
κι απ στο μρος της καρδις στιγματισμνην εχε
με στγματ' ανεξλειπτα μιαν γρια καλλον...
 
Και λγαν τι τη γυνακα αυτ εχεν αγαπσει
μ' γριαν αγπη, ακρτητη, βαθι κι αληθιν
κι εκενη τον απτησε με κποιο νατη Αρπη
γιατ τανε ανασθητη γυνακα και κοιν.
 
Ττε προσπθησε αυτς να διξει απ το νου του
τη ξωτικ που αγπησε, τσο βαθι, ομορφι
κι απ κοντ του εξλειψεν ,τι δικ της εχε,
μεινεν μως στης καρδις τη θση η ζωγραφι.
 
Πολλς φορς στα σκοτειν, τον εδανε τα βρδια
με βτανα στο στθος του να τρβει, οι θερμαστς...
Του κκου, γνριζεν αυτς -καθς το ξρουμ' λοι-
τι του Αννμ τα στγματα δε βγανουνε ποτς...
 
Κποια βραδι ως περνοσαμε απ το Bay of Bisky
μ' να μικρ το βρκανε στα στθια του σπαθ.
Ο πλοαρχος επε: "Θλησε το στγμα του να σβσει"
και διταξε στη θλασσα τη κρα να κηδευτε.

                    Mal Du Depart

Θα μενω πντα ιδανικς κι ανξιος εραστς
των μακρυσμνων ταξιδιν και των γαλζιων πντων,
και θα πεθνω μια βραδι, σαν λες τις βραδις,
χωρς να σχσω τη θολ γραμμ των οριζντων.
 
Για το Μαδρς, τη Σιγγαπορ, τ' Αλγρι και το Σφαξ
θ' αναχωρον σα πντοτε περφανα τα πλοα
κι εγ, σκυφτς σ' να γραφεο με χρτες ναυτικος,
θα κνω αθροσεις σε χοντρ λογιστικα βιβλα.
 
Θα πψω πια για μακριν ταξδια να μιλ
οι φλοι θα νομζουνε πως τα 'χω πια ξεχσει,
κι η μνα μου, χαρομενη, θα λει σ' ποιο ρωτ
"ταν μια λξα νεανικ, μα τρα χει περσει"...
 
Μα ο εαυτς μου μια βραδιν εμπρς μου θα 'ψωθε
και λγο, ως νας δικαστς στυγνς, θα μου ζητσει,
κι αυτ τ' ανξιο χρι μου που τρμει θα οπλιστε,
θα σημαδψει, κι φοβα το φταχτη θα χτυπσει.
 
Κι εγ, που τσο πθησα μια μρα να ταφ
σε κποια θλασσα βαθι στις μακρινς Ινδες,
θα 'χω να θνατο κοιν και θλιβερ πολ
και μι κηδεα σα των πολλν ανθρπων τις κηδεες.

                     Παραλληλισμο

Τρα πρματα στο κσμο αυτ, πολ να μοιζουν εδα.
Τα ολλευκα μα πνθιμα σχολεα των Δυτικν,
των φορτηγν οι βρμικες σκοτεινιασμνες πλρες
και οι κατοικες των κοινν, χαμνων γυναικν.
 
χουνε μια παρξενη συγγνεια και τα τρα
παρ' λη τη μεγλη τους στο βθος διαφορ,
μα μεταξ τους μοιζουνε πολ, γιατ τους λεπει
η κνηση, η νεση του χρου κι η χαρ.

        Γρμμα Ενς Αρρστου

Φλε μου Αλξη, το 'λαβα το γρμμα σου
και με ρωτς τι γνομαι, τι κνω;
Μθε, ο γιατρς πως επε στη μητρα μου
τι σε λγες μρες θα πεθνω...

Εναι καιρς που πληξα, διαβζοντας
λο τα δια που 'χω 'δ βιβλα,
κι λο εποθοσα κτι νο να μθαινα
που να μου φρει λγη ποικιλα.

Κι ρθεν εχθς το νο τσι απροσδκητα
-σιγ ο γιατρς στο διδρομο μιλοσε-
και τ' κουσα. Στη κμαρα σκοτενιαζε
κι ο θρυβος του δρμου σταματοσε.

κλαψα ββαια, κτω απ' τη κουβρτα μου.
Λυπθηκα. Για σκψου, τσο νος!
Μα στον εαυτ μου αμσως υποσχθηκα
πως θα φαν, σα πντοτε, γενναος.

Θυμσαι, που ταξδια ονειρευμουνα
κι εχα να διαβτη κι να χρτη
και πντα για να φγω 'τοιμαζμουνα
κι λο η μητρα μου 'λεγε: "Τον Μρτη"...

Τρα στο τζμι να καρβι σκρωσα
κι να του Μαγκρ στιχκι χω σκαλσει:
"Τι θλψη στα ταξδια κρβετ' πειρη"!
Κι εγ για 'να ταξδι χω κινσει.

Να πεις σ' λους τους φλους χαιρετσματα,
κι αν τχει κι ανταμσεις την Ελνη,
πως μ' να φορτηγ -πες της- μπαρκρισα
και τρα πια να μη με περιμνει...

Αλθεια! Ο Χρος θα 'θελα να 'ρχτανε
σαν νας καπετνιος να με πρει
χτυπντας τις βαρις πτσινες μπτες του
κι να μακρ τσιμποκι να φουμρει.

Αλξη, νιθω τρα πως σε κορασα.
Μπορε κιλας να σε 'καμα να κλψεις.
Δε θα 'βρεις, ββαια, λγια για μι' απντηση.
Μα δε θα λβεις κπο να μου γρψεις...

           Οι Προσευχς Των Ναυτικν

Οι Γιαπωνζοι ναυτικο, προτο να κοιμηθον,
βρσκουν στη πλρη μια γωνι που δε πηγανουν λλοι
κι ρα πολλ προσεχονται, βουβο, γονατιστο
μπρος σ' να Βοδα κτρινο που σκβει το κεφλι.

Κτι μακρι ως τα πδια τους φορντας νυχτικ,
μασντας οι ωχροκτρινοι μικρο Κινζοι ρζι,
προφρουνε με την ψιλ φων τους προσευχς
κοιτζοντας μια χλκινη παγδα που καπνζει.

Οι Κοληδες με τη βαρι ωχροκτρινη μορφ
βαστν σκυφτο τα γνατα κοιτντας πντα κτου,
κι οι Αρπηδες σιγοκουνν το σμα ρυθμικ,
κατρες μουρμουρζοντας ενντια του θαντου.

Οι Ευρωπαοι τα χρια τους κρατντας ανοιχτ,
εκστατικ προσεχονται γεμτοι απ ικεσα,
και ψλλουνε καθολικς ωδς μουρμουριστ,
που 'μθαν ταν πγαιναν μικρο στην εκκλησα.

Κι οι λληνες, με τη μορφ τη βασανιστικ,
απ συνθεια κνουνε, πριν πσουν, το σταυρ τους
κι αρχζοντας με σιγαν φων, "Πτερ ημν"...
το μακρουλ σταυρνουνε λερ προσκφαλ τους.

νας Δκιμος Στη Γφυρα Εν ρα Κινδνου

Στο ημερολγιο γρψαμε: "Κυκλν και καταιγς".
Εστελαμε το S.O.S. μακρι σ' λλα καρβια
κι εγ κοιτζοντας χλωμς τον γριον Ινδικ
πολ αμφιβλλω αν φτσουμε μια μρα στη Μπατβια.

Μα δε λυπμαι μια σταλι. Εμες οι ναυτικο
χουμε, λνε, τη ψυχ στο διλο πουλημνη.
Μια μνα μνο σκφτομαι στυγν και σκυθρωπ,
που χρνια τρα και καιρος το γιο της περιμνει.

Το ξρω πως η θση μας ειν' σχημη πολ.
Η θλασσα τη γφυρα με κματα γεμζει
κι εγ λυπμαι μοναχ που δε μπορ να πω
σε κποιο, κτι που πολ φριχτ με βασανζει.

Θε μου! Εμαι μοναχ δεκαεννι χρονν
κι χω σε μρη μακριν πολλς φορς γυρσει.
Θε μου! χω μιαν κακη, μια παιδικ καρδι,
αλλ πολ χω πλανηθε κι χω πολ αμαρτσει.

Συχρεσ με... Κποτες οπο 'χα πιει πολ
και δεν εκαταλβαινα το τι καμα, στ' Αλγρι,
για μια μικρν Αρπισσα, που χρευε γυμν,
επταξα κατστηθα σε κποιο το μαχαρι.

Συχρεσ με... Μια βραδι θολ στο Σντα Φε,
καθς κποια με κρταγε σφιχτ στην αγκαλι της,
ετρβηξα απ' τη κλτσα της μια δσμη απ λεφτ
π' λη τη μρα μζευεν απ' την αισχρ δουλει της.

Κι ακμα, Κριε... -ντρπομαι να το συλλογιστ-,
(μα ταν τσο κκκινα κι υγρ τ' ωραα του χελια
και κποια κπου ολλυζε κιθρα ισπανικ...)
κοιμθηκα μ' να μικρν εβραο στη Σεβλλια.

Κριε... τοτο το κορμ, το τσο αμαρτωλ
σε λγο στις υδτινες ειρκτς νεκρ θα πσει...
Μα τσσερα μως σκφτομαι γαλνια εγ χρυσ
κι να θλιμμνο δκιμο, που δε θα τα φορσει...

                     να Μαχαρι

Απνω μου χω πντοτε στη ζνη μου σφιγμνο
να μικρ αφρικανικ ατσλινο μαχαρι
-πως αυτ που συνηθον και παζουν οι Αραπδες-
που απ 'να γρον μπορο τ' αγρασα στ' Αλγρι.
 
Θυμμαι, ως τρα να 'τανε,  το γρο παλαιοπλη,
που 'μοιαζε με μια παλιν ελαιογραφα του Γκγια,
ορθ πλι σε μακρι σπαθι και σε στολς σχισμνες,
να λει με μια βραχν φων τα παρακτου λγια.
 
-"Ετοτο το μαχαρι 'δ που θλεις ν' αγορσεις
με ιστορες αλλκοτες ο θρλος το 'χει ζσει
κι λοι το ξρουν πως αυτο που κποια φορ το 'χαν,
καθνας κποιον νθρωπο δικ του χει σκοτσει.
 
Ο Δον Μπαζλιο σκτωσε μ' αυτ τη Δνα Τζολια,
την μορφη γυνακα του γιατ τον απατοσε.
Ο Κντε Αντνιο μια βραδι το δστυχο αδερφ του
με το μαχαρι τοτο εδ, κρυφ δολοφονοσε.
 
νας Αρπης τη μικρ ερωμνη του απ ζλια
και κποιος νατης Ιταλς να Γραικ λοστρμο.
Χρι σε χρι ξπεσε και στα δικ μου χρια.
Πολλ 'χουν δει τα μτια μου, μ' αυτ μου φρνει τρμο.
 
Σκψε και δες το, μι' γκυρα κι να οικσημο χει,
ειν' ελαφρ, για πισε το, δεν πει οτ' να κουρτο,
μα εγ θα σε συμβολευα κτι λλο ν' αγορσεις".
-"Πσο χει"; -"Μνο φργκα εφτ. Αφο το θλεις παρ' το".
 
να στιλτο 'χω μικρ στη ζνη μου σφιγμνο,
που ιδιοτροπα μ' καμε και το 'καμα δικ μου
κι αφο κανναν δε μισ στο κσμο να σκοτσω,
φοβμαι μη καμι φορ το στρψω στον εαυτ μου ...

          νας Νγρος Θερμαστς

Ο Γουλλυ, ο μαρος θερμαστς απ το Τζιμπουτ,
ταν απ' τη βρδια του τη βραδιν σχολοσε,
στη κμαρ μου 'ρχτανε, γελντας να με βρει,
κι ρες πολλς για πρματα περεργα μου μιλοσε.
 
Μου 'λεγε πως καπνζουνε στ' Αλγρι το χασς
και στ' 'Αντεν πως χορεοντας πνουν την σπρη σκνη,
κι πειτα πως φωνζουνε και πως μονολογον,
ταν η ζλη μ' νειρα περεργα τους κυκλνει.
 
Μου λγ' ακμα οτ' εδ' αυτς , μια νχτα που 'χε πιει,
πως πνω σ' τι κλπαζε στη πλτη της θαλσσης,
και πσωθ του τρχανε γοργνες με φτερ.
-"Σα πμε στ' 'Αντεν", μου 'λεγε "κι εσ θα δοκιμσεις".
 
Εγ γλυκ του χριζα και λμες ξουραφιν
και του 'λεγα πως το χασς τον νθρωπο σκοτνει,
και ττ' αυτς συνθιζε γελντας τρανταχτ,
με το 'να χρι του ψηλ πολ να με σηκνει.
 
Μεσ' το τερστιο σμα του εχε μι' αθα καρδι.
Κποια νυχτι, μσα στο μπαρ "Ρετζνα", στη Μαρσλια
για να φυλξει εμναν απ ναν Ισπαν,
φαγε αυτς μιαν αδειαν στη κεφαλ μποτλια.
 
Μια μρα τον αφσαμε στεγν απ 'το πυρετ,
πρα στην 'Απω Ανατολ, να φλγεται, να λινει.
Θε των μαρων, το καλ συγχρεσε Γουλ
και δος του 'κει που βρσκεται, λγη απ' την σπρη σκνη.

          A Bord De L' "Aspasia"

Ταξδευες κυνηγημνη απ τη μορα σου
για τη κατλευκη μα πνθιμη Ελβετα,
πντα στο deck, σε μια σαιζ-λογκ πεσμνη, κτωχρη,
απ' τη γνωστ και θλιβερτατη αιτα.
 
Πντοτ' ανσυχα οι δικο σου σε τριγριζαν,
μα 'συ κοιτζοντας τα μκρη αδιαφοροσες.
Σ' τι σου 'λεγαν πικρογλαγες, γιατ νιωθες
πως για τη χρα του θαντου οδοιποροσες.
 
Κποια βραδι, που απ το Στρμπολι περνοσαμε
επες σε κποιο, γελαστ, σε τνο αστεου :
-"Πως μοιζει τ' ρρωστο κορμ μου, καθς καγεται,
με τη κορφ τη φλεγμενη, του ηφαιστεου
"!
 
στερα σ' εδα στη Μαρσλια σαν εχθηκες,
μσα στο θρυβο χωρς να στρψεις πσω.
Κι εγ, που μνο την υγρν κταση αγπησα,
λω πως εσνα θα μποροσα ν' αγαπσω.

___________________________________

                         Δετε και το Γλωσσρι του...

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers