Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Κλασσικά 

Σαββόπουλος Διονύσης: Τόσα Χρόνια ...Κομμάτια

 

Μιά Θάλασσα Μικρή

Μια θάλασσα μικρή
είναι το καλοκαίρι μου
ο έρωτάς μου, ο πόνος μου.

Μια θάλασσα μικρή
στα δυο σου μάτια φεύγει
κάθε πρωί.

Μια θάλασσα μικρή
στο δάκρυ, στο τραγούδι
στο κάθε σου φιλί.

Μια θάλασσα μικρή
και στη γωνιά η στάμνα σου
για ένα καλοκαίρι, ήσουν εσύ.

Σε τραγουδούσα εγώ
σαν τις χορδές του ανέμου
στα μαύρα σου μαλλιά.

Σ' ακολουθούσα εγώ
σαν το μικρό χορτάρι
τον άνεμο.

Μια θάλασσα μικρή
πικρά σ' αποχαιρέτησε
σε περιμένει.

Μια θάλασσα μικρή.

Πρώτη Του 2000

Ειναι μόνο αλλη μια.
Αλλη μια πρώτη
Κι όμως σε καλεί να ονειρευτέις
Χωρίς να ξέρεις γιατί.

Του πολέμου καταλάγιαζαν οι κρότοι.
Στη γειτονιά μικρά παιδιά
Εκεί στα σκαλιά
Στα δαχτυλάκια σας

Χρόνια μετρούσατε ως την πρώτη.
Πρώτη του Δύο Χιλιάδες.
Μες του χιονιού τις νιφάδες
Ονειρευόσασταν

Κι όλο ερχόσασταν.
Πρώτοι
Πρώτη του Δύο Χιλιάδες.
Εισασταν πάντα φυγάδες.

Μες στ' αδιέξοδο
Βρίσκατε έξοδο.

Μη Μιλάς 'Αλλο Γι' Αγάπη

Μία η άνοιξη
ένα το σύννεφο
χρυσή η βροχή
βροχή που χόρευε
σε κάμπο ώριμο
ως το πρωί

Σαν στάχυα έλυσες
πάνω στους ώμους μου
χρυσά μαλλιά
σαν στάχυ χόρευες
σαν στάχυα αμέτρητα
ήταν τα φιλιά

Μη μιλάς άλλο γι' αγάπη
η αγάπη είναι παντού
στη καρδιά μας στη ματιά μας
τρώει τα χείλη τρώει το νου
όταν θα' χωμε υποφέρει
καλημέρα θα μας πεί
θα μας φύγει θα ξανάρθει
κι όλο πάλι απ' την αρχή

Μία η θάλασσα
ένας ο ήλιος της
γλάροι λευκοί
ήλιος και θάλασσα
γλυκό κορίτσι μου
ζεστό πρωί

Πρωί κι ορθάνοιξα
τα δυο σου πέταλα
μ' ένα φιλί
κι εσύ μου χάρισες
όλη την άνοιξη
σ' ένα κορμί

Χθες ήταν έρωτας
χθες ήταν σύννεφο
χρυσή βροχή
χθες ήταν θάλασσα
γλάρος που χόρευε
με το πρωί

Τώρα είν' η σιωπή
τώρα είν' η λησμονιά
κι ο χωρισμός
κι όλα τ' αστέρια του
θαρρείς πως έσβησε
ο ουρανός.

                Καραγκιόζης

Κείνο που με τρώει κείνο που με σώζει
είναι που ονειρεύομαι σαν το Καραγκιόζη
φίλους και εχθρούς στις φριχτές μου πλάτες
όμορφα να σήκωνα σαν να 'ταν επιβάτες

Λευκό μου σεντονάκι λάμπα μου τρελλή
ποιό φορείο θα μας κουβαλήσει
βάλε στη σκιά σου τούτο το παιδί
που δεν έχει σώμα να ψηφίσει να ψηφίσει

Σαν κουκιά μετρώ τα λόγια του καμπούρη
πίσω απ' το λευκό πανί μέσ' απ' το κιβούρι
μα όσο κι αν μετρώ κάτι περισσεύει
τρύπια η αγάπη μας και δεν μας προστατεύει

Λευκό μου σεντονάκι λάμπα μου τρελλή
κόκκινο αυγό ή καρναβάλια
μέσ' από την κάλπη τη στατιστική
μας κοιτάει ο χάρος και του τρέχουνε τα σάλια

Σαν σκιές γλυστρούν λόγια και εικόνες
κάρα σκουπιδιάρικα φεύγουν οι χειμώνες
αν δεν ντρέπεσαι να καθίσεις πίσω
έλα στη παράσταση για να σε γιουχαίσω

Λευκό μου σεντονάκι λάμπα μου τρελλή
ποια αγάπη τάχα μας φυσάει
βάλε στη σκιά σου τούτο το παιδί
που δεν έχει απόψε που να πάει που να πάει

                 Συννεφούλα

Είχα - είχα μι' αγάπη αχ καρδούλα μου
που 'μοιαζε συννεφάκι συννεφούλα μου
σα συννεφά- συννεφάκι φεύγει ξαναγυρνάει
μ' αγαπάει τη μια την άλλη με ξεχνάει

Κι ένα βράδυ κι ένα βράδυ - βράδυ αχ καρδούλα μου
διώχνω ξαφνικά τη συννεφούλα μου
δεν αντέχω δεν αντέχω άλλο πια να με γελάει
μ' αγαπά τη μια την άλλη με ξεχνάει

Κι έρχεται ο Απρίλης αχ καρδούλα μου
να κι ο Μάης - ο Μάης συννεφούλα μου
δίχως - δίχως τραγούδι δάκρυ και φιλί
δεν είν' ά- δεν είν' άνοιξη φέτος αυτή

Συννεφούλα συννεφούλα να γυρίσεις σου ζητώ
και τριγύρνα μ' όσους θέλεις κάθε βράδυ
δεν αντέχω δεν αντέχω άλλο να 'μαι μοναχός
ας μ' αγαπάς τη μια κι ας με ξεχνάς την άλλη.

   Θαλασσογραφία

Nα μας πάρεις μακρυά
να μας πας στα πέρα μέρη
φύσα θάλασσα βαθειά
φύσα αγέρι, φύσα αγέρι...

Η Δημοσθένους Λέξις

Σα βγω απ' αυτή τη φυλακή
κανείς δε θα με περιμένει
οι δρόμοι θα 'ναι αδειανοί
κι η πολιτεία μου πιο ξένη
τα καφενεία όλα κλειστά
κι οι φίλοι μου ξενιτεμένοι
αγέρας θα με παρασέρνει,
σα  βγω απ' αυτή τη φυλακή.

Ο ήλιος θ' αποκοιμηθεί
μεσ' τα ερείπια της Ολύνθου
θα μοιάζουν πράματα του μύθου
κι οι φίλοι μου κι οι εχθροί.
Μαρμαρωμένοι θα σταθούν
οι ρήτορες κι οι λωποδύτες,
ζητιάνοι εταίρες και προφήτες,
μαρμαρωμένοι θα σταθούν.

Μπροστά στη πύλη θα σταθώ
με τις κουβέρτες στη μασχάλη
κι αργοκουνώντας το κεφάλι
θα χαιρετήσω το φρουρό.
Χωρίς βουλή χωρίς θεό
σα βασιλιάς σ' αρχαίο δράμα
θα πω τη λέξη και το γράμμα,
μπροστά στη πύλη θα σταθώ.

        'Αγγελος-Εξάγγελος

'Αγγελος-εξάγγελος μας ήρθε από μακριά
γερμένος πάνω σ' ένα δεκανίκι
δεν ήξερε καθόλου μα καθόλου να μιλά
και είχε γλώσσα μόνο για να γλείφει

Τα νέα που μας έφερε ήταν όλα μια ψευτιά
κι ακούγονταν ευχάριστα στ' αφτί μας
γιατί έμοιαζε μ' αλήθεια η κάθε του ψευτιά
κι ακούγοντάς τον ησύχαζε η ψυχή μας

Έστησε το κρεβάτι του πίσω απ' την αγορά
κι έλεγε καλαμπούρια στην ταβέρνα
μπαινόβγαινε κεφάτος στα κουρεία και στα λουτρά
και χάζευε τα ψάρια μες στη στέρνα

Και πέρασε ο χειμώνας κι ήρθε η καλοκαιριά
κι ύστερα πάλι ξανάρθανε τα κρύα
ώσπου κάποιο βραδάκι βρε τι του 'ρθε ξαφνικά
κι άρχισε να φωνάζει με μανία

Τα πόδια μου καήκανε σ' αυτή την ερημιά
η νύχτα εναλλάσσεται με νύχτα
τα νέα που σας έφερα σας χάιδεψαν τ' αυτιά
μα απέχουνε πολύ απ' την αλήθεια

Αμέσως καταλάβαμε τι πήγαινε να πει
και του 'παμε να φύγει μουδιασμένα
αφού δεν είχε νέα ευχάριστα να πει
καλύτερα να μη μας πει κανένα

Ας Κρατήσουν Οι Χοροί...

Ας κρατήσουν οι χοροί
και θα βρούμ' αλλιώτικα
στέκια επαρχιώτικα βρε
ώσπου η σύναξις αυτή
σα χωριό αυτόνομο να ξεδιπλωθεί

Mέχρι τα ουράνια σώματα
με πομπούς και με κεραίες
φτιάχνουν οι Έλληνες κυκλώματα
κι ιστορία οι παρέες

Kάνει ο Γιώργος την αρχή
είμαστε δεν είμαστε
τίποτα δεν είμαστε βρε
κι ο Γιαννάκης τραγουδεί
άμα είναι όλα άγραφα κάτι θα βγει

Kαι στης νύχτας το λαμπάδιασμα
να κι ο 'Αλκης ο μικρός μας
για να σμίξει παλιές
κι αναμμένες τροχιές
με το ροκ του μέλλοντός μας

O ουρανός είναι φωτιές
ανεμομαζώματα
σπίθες και κυκλώματα βρε
και παρέες λαμπερές
το καθρεφτισμά τους στις ακρογιαλιές

Kι είτε με τις αρχαιότητες
είτε με ορθοδοξία
των Eλλήνων οι κοινότητες
φτιάχνουν άλλο γαλαξία

Nα κι ο Mπάμπης που έχει πιει
κι η Λυδία ντρέπεται
που όλο εκείνη βλέπετε βρε
κι ο Aχιλλέας με τη Zωή
μπρος στη πολαρόιντ κοιτούνε γελαστοί

Tότε η Έλενα η χορεύτρια
σκύβει στη μεριά του Tάσου
και με μάτια κλειστά
τραγουδούν αγκαλιά
Eθνική Eλλάδος γεια σου

Tι να φταίει η Bουλή
τι να φταιν οι εκπρόσωποι
έρημοι και απρόσωποι βρε
αν πονάει η κεφαλή
φταίει η απρόσωπη αγάπη που 'χε βρει

Mα η δικιά μας έχει όνομα
έχει σώμα και θρησκεία
και παππού σε μέρη αυτόνομα
μέσα στην τουρκοκρατία

Nα μας έχει ο Θεός γερούς
πάντα ν' ανταμώνουμε
και να ξεφαντώνουμε βρε
με χορούς κυκλωτικούς
κι άλλο τόσο ελεύθερους σαν ποταμούς

Και στης νύχτας το λαμπάδιασμα
να πυκνώνει ο δεσμός μας
και να σμίγει παλιές κι αναμμένες τροχιές
με το ροκ του μέλλοντός μας

Είδα Την 'Αννα Κάποτε

Τη παιδική μου φίλη
την είδα ξαφνικά
να στέκει
και να με κοιτά.

Αγάλματα κομμάτια
στα μάτια της τα δυο
βομβαρδισμένες πόλεις
ναυάγια στο βυθό.

Ζεστό το μεσημέρι
το στόρι χαμηλό
κι η σκάλα
στο φωταγωγό.

Σβήνουν τα βήματα στη σκάλα
κανείς, θα πλανηθούμε μοναχοί
θάλασσες, πόλεις, έρημοι σταθμοί.
Αλλάζουν όλα εδώ κάτω με ορμή
τι να καταλάβουμε οι φτωχοί.

Για πες μου μήπως ξέρεις
γι' αυτή που σου μιλώ
'Αννα τ' όνομά της
το μικρό.

Τη βλέπω κατεβαίνει
στέκεται στο σκαλί
και χάνεται  για πάντα
στου κόσμου τη βουή.

Έλσα Σε Φοβάμαι

Κάτι μ' αρρωσταίνει σ' αυτή τη πολιτεία
και παίρνω σβάρνα τα φαρμακεία
Νιώθω για σένα κάτι τρομερό
και ήρθ' η ώρα να στο πω
και ήρθ' η ώρα

Έλσα σε φοβάμαι, Έλσα σ' αγαπώ
μια στιγμή μαζί σου είναι μακελειό
Κι όταν χορεύεις στη πίστα μοναχή
ντουβάρια πέφτουν και σπάζ' η οροφή
ντουβάρια πέφτουν

Έλσα σε φοβάμαι σα φωνή Κυρίου
σ' ένα δωμάτιο φτηνού ξενοδοχείου
ξάπλωσα κι ακούω σειρήνες, βογκητά
τι να σημαίνουν' όλα αυτά
τι να σημαίνουνε

Νόμιζα πως ήμουν ελεύθερο πουλί
κι όμως ελεύθερη είσαι μονάχα εσύ
Και όλα τ' άλλα φήμες και ψευτιές
και ανοησίες και στατιστικές
και ανοησίες

Έλσα σε φοβάμαι για όσα μ' αναγκάζεις
γι' αυτό το αίμα γι' αυτές εδώ τις φράσεις
Είναι μια παγίδα, μια υποταγή
είν' η αγάπη μου η τρελή
είν' η αγάπη μου

          Ζεϊμπέκικο

Μ' αεροπλάνα και βαπόρια
και με τους φίλους τους παλιούς
τριγυρνάμε στα σκοτάδια
κι όμως εσύ δε μας ακούς

Δε μας ακούς που τραγουδάμε
με φωνές ηλεκτρικές
μες στις υπόγειες στοές
ώσπου οι τροχιές μας συναντάνε
τις βασικές σου τις αρχές

Ο πατέρας μου ο Μπάτης
ήρθε απ' τη Σμύρνη το εικοσιδυό
κι έζησε πενήντα χρόνια
σ' ένα κατώι μυστικό

Σ' αυτό τον κοσμο όσοι αγαπούνε
τρώνε βρώμικο ψωμί
έλεγ' ο Μπάτης μια Κυριακή
κι οι πόθοι τούς ακολουθούνε
υπόγεια διαδρομή

Χτες το βράδυ είδα ένα φίλο
σα ξωτικό να τριγυρνά
πάνω στη μοτοσικλέτα
και πίσω τρέχανε σκυλιά

Σήκω ψυχή μου δώσε ρεύμα
βάλε στα ρούχα σου φωτιά
βάλε στα όργανα φωτιά
να τιναχτεί σα μαύρο πνεύμα
η τρομερή μας η λαλιά

Ιπτάμενη παρθένα,
κανονάς τους εσπερινούς
Του Θεού η φωνή γυρίζει
στο μυαλό μας
κι όμως εσύ δε μας ακούς

Σε υμνούμε,
μες στις υπόγειες στοές
με όρκους και ιτιές
Ώσπου οι τροχιές μας συναντάνε
τις βασικές σου τις αρχές

Απρόσιτη μητέρα,
μορφή από χώμα κι ουρανό
Θα χαθώ απ' τα μάτια σου τα δυο
μες στον κόσμο σα πρόσφυγας
σ' ένα κατώι μυστικό
 
Αγαπούνε, τρώνε βρώμικο ψωμί
του λόγου σου οι πιστοί
Κι οι πόθοι τους ακολουθούνε
υπόγεια διαδρομή

Θεόρατη γυναίκα
στον ουρανό που κυβερνάς
ήλιους και φεγγάρια ηλεκτρικά
Με κρατούσες και φεύγαμε
και πίσω τρέχανε σκυλιά

Σα τον Μάρκο,
δώς μου τη λόγχη που κεντά
χρυσή λαβωματιά
Να τιναχτεί σα μαύρο πνεύμα
η τρομερή μας η λαλιά

             Καλοκαίρι

Καλοκαίρι
η γαλάζια προκυμαία θα σε φέρει
καλοκαίρι
καρεκλάκια, πετονιές μες στο πανέρι
μες στη βόλτα αυτού του κόσμου που μας ξέρει
καλοκαίρι
πλάι στα μέγαρα, στις τέντες με τ' αγέρι
καλοκαίρι
με χρυσούς ανεμιστήρες μεταφέρει
τη βανίλια με το δίσκο του στο χέρι
τη κοψιά μιας προτομής μες στο παρτέρι
καλοκαίρι
μ' ανοιχτό πουκαμισάκι στα ίδια μέρη

Καλοκαίρι
με μισόκλειστες τις γρίλιες μεσημέρι
καλοκαίρι
καθρεφτάκια και μια θάλασσα που τρέμει
στο ταβάνι και τους γύψους μεσημέρι
καλοκαίρι
με τον κούκο μες στα πεύκα και στ' αμπέλι
καλοκαίρι
στόμα υγρό, μικροί λαγόνες, καλοκαίρι
με τη φέτα το καρπούζι στο 'να χέρι
με φιλιά μισολιωμένα, καλοκαίρι
καλοκαίρι
λίγες φλούδες στης κουζίνας το μαχαίρι

Καλοκαίρι
του σκυμμένου θεριστή του τυφλοχέρη
καλοκαίρι
με βαριά μοτοσικλέτα μες στα σκέλη
τους φακούς του ανάβει μέρα-μεσημέρι
καλοκαίρι
όλο πίσσα και κατράμι καλοκαίρι
καλοκαίρι
με τον ρόγχο του air condition μεσημέρι
φαλακροί μες στις σακούλες μας σαν γέροι
εκεινού με τ' άσπρο κράνος που μας ξέρει
καλοκαίρι
μιαν οσμή νεκροθαλάμου, καλοκαίρι

Καλοκαίρι
στην αρχή σαν έγχρωμο έργο στη Ταγγέρη
αλλά εν τέλει
με του κάτω κόσμου το έγκαυμα στο χέρι
τη λαχτάρα του στον κόσμο περιφέρει
καλοκαίρι
στο χαμό του οδηγημένο και το ξέρει
καλοκαίρι
τόσο ώριμο που πέφτοντας προσφέρει
μια πλημμύρα των καρπών, στάρι και μέλι
στον σπασμό του το απόλυτο το αστέρι
καλοκαίρι
μες στα κόκκινα της δύσης του ανατέλλει...

                  Μυστικό Τοπίο

Σα το παράπονο στη φράση: Εδώ και τώρα
Σα το σπασμένο φαρμακείο στις δύο η ώρα
Σα το καμένο το γήπεδο, σα το αμόκ της μηχανής σου
μέσα απ' τις βιτρίνας τα θρύψαλα ακούω τη ψυχή σου

Κι όπως ένα τοπίο μυστικό,
αντικρυστά στο κήτος
έτσι μια ευλογία που αγνοώ, με κρατά
στο δικό σου το μήκος

Μου 'στειλαν μηνύματα οι βιαστικοί σου οι νάνοι
απ' το παραλήρημα της χώρας σου που αυξάνει
Τρεις και μισή ξημερώματα, σαν διαδήλωση που πήζει
μαύρο γυαλί δίχως πρόσωπο και ξαφνικά ραγίζει

Και στου σκοτωμένου το σφυγμό,
το φλας του ασθενοφόρου
καθρεφτίζει κάτι απ' την ηχώ του Θεού
στο βυθό του Εωσφόρου

Οι ρυθμοί μου λύσσαξαν μα δε κρατούν τον ήχο
της μοναξιάς σου όταν κλαις και χτυπάς τον τοίχο
Μες στης αυγής το μισόφωτο σβήνω μίλια γραμμένης ύλης
να βρεις τη σελίδα κατάλευκη να μπεις και ν' ανατείλεις

Μ' ένα παρανάλωμα παντού,
στη Θεϊκή σου αλήθεια
σαν φωτογραφία ενός παιδιού που μου λέει:
-Αναγνώστη βοήθεια

Θύρα εφτά και θύρα κάτω απ' τις ερπύστριες
Όλα διαβήκαν απ' τις γλώσσες τις στραγγαλίστριες
Κι όμως εγώ σ' αφουγκράστηκα σα λεξούλα ενός αγνώστου
κι όχι σα μέρος του λόγου τους και του δικού τους πόστου

Για να σ' αγκαλιάσω με καημό
και τόσο να σε νιώσω
Όσο είναι τοπίο μυστικό τούτο 'δω
που ποθώ ν' αποδώσω

Νέο Κύμα (Τραπεζάκια Έξω)

Μες στα δισκάδικα όταν βρίσκω
πελάτες άγνωστους ν' ακούν δικό μου δίσκο,
νιώθω μυστήρια ταραχή,
και φεύγω αμέσως από κει.
Νιώθω σα κάτι κοριτσάκια,
που 'χουνε σύρματα στα δόντια ή σπυράκια
-αν δε σας φαίνεται μελό,
το εαυτό μου αντιπαθώ.
Δε τα υποφέρω τα τραγούδια μου,
και προπαντός όταν μου μοιάζουν,
όλα εκείνα π' αγαπώ,
είν' αλλωνών κι αλλιώς φαντάζουν.
Και προσπαθώ ν' αποκριθώ,
με κάτι φθόγγους που δε βγαίνουν,
κι όλο λέω, "τέλειωσα, τραγούδια πια δε βρίσκω",
και να που πάλι βγάζω δίσκο.

Μου φέρνουν ζάλη οι συγχορδίες
κι ημικρανία οι ομοιοκαταληξίες,
και μ' εκνευρίζει αυτή η φωνή,
που όσο πάει κι εξασθενεί.
Οι εμπνεύσεις μου είναι γλωσσοδέτες,
νιώθω συχνά σαν τους τριγύρω σκηνοθέτες,
που οδηγήσαν μια γενιά
στα πιο βαθιά χασμουρητά.
Κι όλο βουλιάζω στο νανούρισμα
κάποιας αόρατης μαράκας
κι όλοι μου οι φίλοι απορούν,
"τί κάνει ετούτος, ο μαλάκας";
Τι να σας πω, είναι τρελό,
μα έβαλα ωράριο εργασίας,
όπως κάνουν όλοι οι συνάδελφοι με πείρα
συγγνώμη που τους αποπήρα.

Λένε πως άμα προσπαθήσεις,
Θα 'ρθει καιρός που θ' ανοιχτείς και θα πλουτίσεις
σε μένα δε συμβαίνει αυτό,
και στο μηδέν ξαναγυρνώ.
Μα μπαίνει η 'Ανοιξη στη πόλη,
κι απ' τ' ανοιχτό λεωφορείο μου φαίνεστ' όλοι
τόσο γλυκούτσικοι κι αχνοί,
στη θερινή σας τη στολή.
Κι οι μπάντες παίζουν το τραγούδι σας
που τα κενά μας συμπληρώνει
κι ο ουρανός που αιμορραγεί,
στα πεύκα εκεί μας αθωώνει.
Θα 'ταν τρελό να προσπαθώ,
αυτό τον άνεμο να εκφράσω
με τα φαναράκια του μου αρκεί να γειτονέψω
βγάζω τα τραπεζάκια μου έξω.

Οι Παλιοί Μας Φίλοι

Μη, μη το πεις
οι παλιοί μας φίλοι
μη το πεις
για πάντα φύγαν.

Μη, το 'μαθα πια
τα παλιά βιβλία,
τα παλιά τραγούδια
για πάντα φύγαν.

Πέρασαν οι μέρες που μας πλήγωσαν.
Γίνανε παιχνίδι στα χέρια των παιδιών.

Η ζωή αλλάζει
δίχως να κοιτάζει
τη δική σου μελαγχολία
κι έρχεται η στιγμή
για ν' αποφασίσεις
με ποιους θα πας
και ποιους θ' αφήσεις.

Πέρασαν για πάντα
οι παλιές ιδέες,
οι παλιές αγάπες
οι κραυγές.
Γίνανε παιχνίδι
στα χέρια των παιδιών.

Όμορφη είναι αυτή η στιγμή,
να το ξαναπώ
όμορφη να σας μιλήσω
βλέπω πυρκαγιές
πάνω από λιμάνια
πάνω από σταθμούς
κι είμαι μαζί σας.

Όταν ο κόσμος μας θα καίγεται
όταν τα γεφύρια πίσω μας θα κόβονται
εγώ θα είμαι εκεί να σας θυμίζω
τις μέρες τις παλιές.

        Η Παράγκα

Όπου κοιτάζω να κοιτάζεις
όλ' η Ελλάδα ατέλειωτη παράγκα
παράγκα του χειμώνα
κι εσύ μιλάς σα πτώμα

Ο λαός στα πεζοδρόμια
κουλούρια μοιράζει και λαχεία
κοπάδια στα υπουργεία
αιτήσεις για τη Γερμανία

Κυράδες, φιλάνθρωποι παπάδες,
εργολαβίες,ψαλμωδίες και καντάδες
Η Ευανθούλα κλαίει πρίν κοιμηθεί
τη παρθενιά της βγάζει στο σφυρί

Στα γήπεδα η Ελλάδα αναστενάζει
στα καφενεία τσιγάρο, καλαμπούρι και χαρτί
Στέκει στο περίπτερο διαβάζει
φυλλάδες με μιάμιση δραχμή

Όχι, αυτό δεν είναι τραγούδι
Είν' η τρύπια στέγη μιας παράγκας
Είν' η γόπα που μάζεψε ένας μάγκας
Κι ο χαφιές που μας ακολουθεί.

             Πρωϊνό

Σβήνω αυτό το φως
βάλε για καφέ
ξημερώνει πού 'ναι τα κλειδιά μου
τα λεφτά είναι στη ψωμιέρα
κι ότι ζήσαμε μες στη νύχτα αυτή
σα σπουργίτι το τζάμι μας ραγίζει

Ραγίζει η αγάπη μας
κομμάτια κι αποσπάσματα
γυρεύει αίμα και ρίζες
μεροδούλι-μεροφάι στιχουργική
κι όταν ριζώνει ουράνιο τόξο είδες
ανοίγει ξάφνου
μες στης κυκλοφορίας την αιχμή

-κλείσε το νερό
 δεν άκουσα τι λες
 αλλαξιές σου αφήνω στο καλοριφέρ
-είπα η νύχτα ίσως είναι
 πρόληψη κοινή θρυμάτισμα γυαλιού
 σαν αράχνη εφτάχρονη φοβία

Γυρίζω τη πλάτη μου
και να 'το πάλι εδώ μπροστά
θα ξαναβρούμε τους φίλους μας
θα βγαίνουμε τα βράδια όπως πριν
το καλοκαίρι θα πιάσουμε ένα σπίτι
ξαναγυρνώντας
στο απότομα ατέλειωτο ρεφρέν

-στις εννιάμισι
 θα πάω απ' το γιατρό
 αν αργήσω να ο αριθμός
-τα παιδιά κοιμούνται ακόμα
 κι ότι ζήσαμε μες στη νύχτα αυτή
 ξημερώνει με στάχτες στον αέρα

Και φεύγει αόρατο
αλλάζοντας ταχύτητες
ζητώντας δρόμο
στη πολιτεία μας να μπει
σα μια καινούργια μουσική
κι όταν ριζώνει
ουράνιο τόξο τέλειο
ανοίγει ξάφνου
μες στης κυκλοφορίας την αιχμή

       Σου Μιλώ & Κοκκινίζεις...

Σου μιλώ και κοκκινίζεις, τί να φανταστώ;
Όσο θάβεις το σποράκι, τόσο βγάνει ανθό
Στο μικρόφωνο ανεβαίνω το θεριό γλεντάει
Μόνος είμαι στην ορχήστρα μ' έναν ήλιο πλάι

Έλα στο χορό
Μόνο να σε βλέπω,
μόνο αυτό μπορώ
Νύχτα ξαστεριά
'Αναψαν φωτάκια
σ' όλα τα χωριά

Της Αγίας-Τριάδας ήρθαν μέρες φτερωτές
Το χωριό το Μούρεσι χορεύει από προχτές
Ήρθαν ξένοι ηλιοκαμένοι, ήρθαν κι αδερφοί
Σε κοιτώ και κοκκινίζεις κι έχεις προδοθεί

Έλα στο χορό
Πάρε με και εμένα
λίγο να χαρώ
Και σύρε το συρτό
Πέρα από το κόσμο
κι απ' τον κύκλο αυτό

Κι ο συρτός σιγά μας πάει πίσω απ' το ιερό
Κι αρχινάς και κοκκινίζεις πιο πολύ θαρρώ
Μα εδώ δεν είναι ξένο βλέμμα κανενός
Μήπως είμαι εγώ ο ξένος και ο μακρινός;

Έλα στο χορό
'Ασπρο φουστανάκι,
πάτημα ελαφρό
Έλα στο χορό
'Ασπρο περιστέρι
πάνω στο νερό

Στη Συγκέντρωση Της ΕΦΕΕ

Η πλατεία ήταν γεμάτη,
με το νόημα που 'χει κάτι
απ' τις φωτιές
στις γωνίες και τους δρόμους
από συντρόφους οικοδόμους,
φοιτητές
και συ έφεγγες στη μέση όλου του κόσμου,
κι ήσουν φως μου,
κατακόκκινη νιφάδα
σε γιορτή
σε γιορτή που δε ξανάδα
στη ζωή μου τη σκυφτή.

Η πλατεία ήτανε άδεια
και τρελός απ' τα σημάδια,
σα σκυλί
με συνθήματα σκισμένα,
σ' έναν έρωτα για σένα
έχω χυθεί
στ' αμφιθέατρο σε ψάχνω,
στους διδρόμους
και τους δρόμους,
και ζητώ πληροφορίες
και υλικό,
να φωτίσω τις αιτίες
που μ' αφήνουνε μισό.

Η πλατεία είναι γεμάτη
κι απ' το πρόσωπό σου κάτι
έχει σωθεί
στον αγώνα του συντρόφου,
στην αγωνία αυτού του τόπου
για ζωή
στα παιδιά και τους εργάτες,
στους πολίτες,
στους οπλίτες ,
στα πλακάτ
και τη σκανδάλη που χτυπά,
η συγκέντρωση ανάβει
κι όλα είναι συνειδητά...

Τι Έπαιξα Στο Λαύριο...

Δε ξέρω τί να παίξω στα παιδιά
στην αγορά, στο Λαύριο
Είμαι μεγάλος, με τιράντες και γυαλιά
κι όλο φοβάμαι το αύριο

Πώς να κρυφτείς απ' τα παιδιά;
Έτσι κι αλλιώς τα ξέρουν όλα.
Και μας κοιτάζουν με μάτια σα κι αυτά
όταν ξυπνούν στις δύο η ώρα

Ζούμε μέσα σ' ένα όνειρο που τρίζει
σα το ξύλινο ποδάρι της γιαγιάς μας
μα ο χρόνος ο αληθινός
σαν μικρό παιδί είναι εξόριστος
μα ο χρόνος ο αληθινός
είναι ο γιός μας ο μεγάλος κι ο μικρός

Δεν ξέρω τί να παίξω στα παιδιά
μα ούτε και στους μεγάλους
πάει καιρός που έχω μάθει ξαφνικά
πως είμαι ασχημοπαπαγάλος

Πώς να τα κρύψεις όλα αυτά;
Έτσι κι αλλιώς τα ξέρουν όλοι.
Και σε κοιτάζουν με μάτια σα κι αυτά
όταν γυρνάς μεσά στη πόλη

        Το Μωρό

Μες στη χοντρή μου κοιλιά
λεχώ- λεχώνα - λεχώνα
τη τροφή του χειμώνα
μαγείρευα κρυφά
Κι ήμουν εγώ ο ρυθμός
νταού- νταούλι - νταούλι
στο μεγάλο τραγούδι
χτισμένος ζωντανός
ο ουρανός
είν' ένας νόμος αδειανός
κι η χωματένια σου μορφή
ώ, είναι βρώμικο ψωμί

Του κοριτσιού η αγκαλιά,
φωνή λαού - λα- λα- ούλα
μαζική κουλτούρα,
όγκοι κοπριά
Σα τον φτωχό Ιωνά,
Θεού ελέω τη χάρη
το θεόρατο ψάρι
τροφή για όποιον πεινά
τα περσινά,
αρρώστιες και θανατικά
ηλεκτρισμένη μηχανή
για τη χρονιά τη φετεινή

Θα ξανοιχτούμε κι οι δυο
μέσα στη θλίψη της μέρας
Σαν θαλάσσιος ελέφας
θα σε αγαπώ
Και σα φεγγάρι τρελό
μέσα σε σήραγγα τρένου
το τραγούδι του ξένου
θα σου ξαναπώ:
Ο ουρανός
είν' ένας νόμος αδειανός
κι η χωματένια σου μορφή
ώ, είναι βρώμικο ψωμί

Κάθε αγαθό
το βρώμικο ψωμί
κάθε πλάσμα ερωτικό
σε λειτουργία μυστική
φάε - φάε
θα φανερωθεί
θα καθαρισθεί
σ' όποιον του παραδοθεί
άμα καταβροχθισθεί

                         Τραγούδι

Στο 'πα και το εξηνταέξι ένα βράδυ βροχερό
θα 'μαι μακριά σου τότε που θα ψάχνεις για γιατρό
για γιατρό, για δικηγόρο να σου δώσουνε γραμμή
κάτι θα λαλεί στο χώρο "τούτη φταίει για το παιδί"

Στο Βαρδάρη και στη Βάθη, στου Συγγρού και στου Ψυρρή
οι καλύτεροι μου φίλοι λιώνουνε σα το κερί
και βαθιά μέσα στα χόρτα ανασαίνει ένα παιδί
βάζω το κλειδί στη πόρτα, κλείνω τη καταπακτή

Στο 'πα και το εξηνταέξι με τραγούδια βραχνιασμένα
είσαι σχήμα του θανάτου δε μπορείς χωρίς εμένα
δίχως το δικό μου φόρο είσαι στείρα και μουγκή
στον ομφάλιο σου λώρο μια μαμή ακροβατεί

Κι από πάνω φέγγουν φώτα, οι χειρούργοι έχουν δουλειά
σ' αγαπώ όπως και πρώτα και ορμάω στα σκαλιά
και ορμάω στο μονοπάτι, κουκουρίκου ο πετεινός
αν στραφώ να γίνω αλάτι και να μη χαρώ το φως

             Τσάμικο

Τόσος κόσμος πλάι του πέρασε
και τον προσπέρασε
τι να ζητάει
επαρχιώτης στην Ομόνοια
μες το ψιλόβροχο
αρχές του Μάη
Ψυχές πολύβουες
κι ούτ' ένα πρόσωπο
τι καρτεράει
κλαρίνα παίζουνε
κόσμος γλεντάει
τί ώρα πάει

Ξένος ως και στη χαρά του
μεσονύχτι του Σαββάτου
τραγουδάκια μου κατάμονα
αν σας αντάμωνα
θα 'πεφτα κάτου
στο ρυθμό σας ονειρεύομαι
και ξενιτεύομαι
στα βήματα του
κάπου εδώ έχω γνωστούς
αλλά τέτοιαν ώρα μη βαρύνω τους

Ζήτω η Ελλάδα
και καθετί μοναχικό
στον κόσμο αυτό
Ελασσώνα, Λειβαδιά, Μελβούρνη, Μόναχο,
Αλαμάνα και Γραβιά, Αμέρικα,
Βελεστίνο, 'Αγιοι Σαράντα, Εσκι Σεχήρ,
Κώστας, Κώστας, Μανώλης, Πέτρος, Γιάννης, Τάκης,
Πλατεία Ναυαρίνου, Διοικητηρίου κι Εξαρχείων,
Αλέκος, Βασίλης, 'Αγγελος,
Μπιζανίου κι Αναλήψεως, Αγίας Τριάδος κι Εικοστής Ογδόης Οκτωβρίου
η Ελλάδα που αντιστέκεται
η Ελλάδα που επιμένει
κι όποιος δε καταλαβαίνει
δε ξέρει που πατά και που πηγαίνει

Καλωσόρισες πουλί μου
μοναξιά ελληνική μου
απ' αγάπη φεύγεις έρχεσαι
πηγαινοέρχεσαι
σα τη πνοή μου
κι απ' την έρημην απόσταση
παίρνει υπόσταση
κάθε γιορτή μου
απ' τους δυο μας ποταμούς
θα γευτεί μια νύχτα η έρημος καρπούς

Ωδή Στον Γεώργιο Καραϊσκάκη

Η οθόνη βουλιάζει σαλεύει το πλήθος
εικόνες ξεχύνονται με μιας
που πας παλικάρι ωραίο σα μύθος
κι ολόισια στο θάνατο κολυμπάς

Και όλες οι αντένες μιας γης χτυπημένης
μεγάφωνα κι ασύρματοι από παντού
γλυκά σε νανουρίζουν κι εσύ ανεβαίνεις
ψηλά στους βασιλιάδες τ' ουρανού

Που πας παλικάρι πομπές ξεκινούνε
κι οι σκλάβες σου ουρλιάζουν στο βωμό
ουρλιάζουν τα πλήθη καμπάνες ηχούνε
κι ο ύμνος σου τραντάζει τον ναό

Ποιος στ' αλήθεια είμαι 'γώ και πού πάω
με χίλιες δυο εικόνες στο μυαλό
οι προβολείς με στραβώνουν και πάω
και γονατίζω και το αίμα σου φιλώ

             Canto

Τραγούδια έγραψα για φίλους

που από λογής κατοπτρισμούς

μέσα στους άξαφνους στροβίλους

χάθηκαν σαν τους ναυαγούς

Μα γι' αυτούς

που στο πλάι μας συνεχίζουν

ψάχνω ακόμα τους ρυθμούς

που θα τους αξίζουν

Τόσο τους θόλωνε η ερημιά τους

που είν' η δουλειά τους,

καψοχαρά τους

Του ζευγαριού την ασήκωτη σφαίρα

σπρώχνουν πιο πέρα,

νύχτα και μέρα

Και τους ανήλικους παίρνουν στον ώμο

ενώ κι αυτοί ψάχνουν τον δρόμο

Σαχλοί κι αστείοι με πίστη υπόγεια

Πίστη σε τί; Δε βρίσκω λόγια

Κι ούτε στους γέρους τους μπορούν να μοιάζουν,

η νύχτα φταίει και τη σπουδάζουν

Στίχοι που αστράψαν κι αθάνατα cantos

λες και γραφτήκαν γι' αυτούς προπάντος

Γιατί διαλέξανε την ίδιαν ευθεία

που σέρνει πλάι μια τρικυμία

Σαχλοί κι αστείοι με πίστη υπόγεια

Πίστη σε τί; Δε βρίσκω λόγια

Ακόμα κι όταν ζούνε μόνοι

για να 'χουν βήμα πιο ελαφρύ

βραδιάζει πάλι και νυχτώνει

και το τηλέφωνο αργεί.
Εμπλοκή!

Που θα πάμε αυτό το βράδυ;

Κι απ' το φέγγος της τιβί, προτιμούν του 'Αδη

Πως θ' αποδέχονταν το βουητό τους,

το πρόσωπό τους μες στον καπνό τους

Του κόσμου η έξαψη δεν θα το νιώσει,

λίγα θα δώσει να το ναρκώσει

Γοργά περάσματα μετά τις δύο,

νύχτα βαθιά σαν ορυχείο

Κι όταν αμίλητοι κλείσουν τ' αφτιά τους

τη ξανακούν στα σωθικά τους

Είμαι σαχλός μα όμως είδα

μπροστά στη μύτη τους εκεί

αυτή τη τόση δα φακίδα

που οροσειρές μετακινεί

στη ζωή

κι αν ακόμα όλα στεγνώσουν

οι ματζίρηδες αυτοί
θα 'χουν να της δώσουν...

       Δεν Είναι Ρυθμός...

Χόρεψες ρυθμούς που πληγώναν τα βήματά σου

Αλλά ποιος θαρρείς χαϊδεύει τα πόδια τα δικά σου

Ποιος Θεός δικός μας σού 'δωσε το χάδι του

Κι έχει αλλοφρονήσει

η θερμή σου η φύση

Δεν είναι ρυθμός να τον μετρήσω

είναι λόγος να λιποθυμήσω

Τ' άστρο μου ως εδώ ήταν κρότος κι αναμπουμπούλα

Αλλά σύ αθόρυβα ερχόσουν με την αυγούλα

Ποιόν αμείβεις τώρα με χρυσά χαμόγελα

Παίζεις τα βραχιόλια

και βροντούν πιστόλια

Το παιδί φρικιό στο ρυθμό σου αποκτάει σπίτι

Ποιές φωτιές τραβούν οι παλμοί σου και ποιό μαγνήτη

Και της πολιτείας όλα τα αδέσποτα

Μπαίνουν μαγεμένα

κάτω από σένα

       Έρχεται Βροχή...

Έρχεται βροχή, έρχεται μπόρα

έρχεται μπόρα και παγωνιά

Στα πόδια μας ζεστή μια θερμοφόρα

κόκκινη κουβέρτα και παλιά περιοδικά

Και στο γραμμόφωνο ο δίσκος που μ' αρέσει

Όλα έχουν τελειώσει κι είν' αργά

Στη πολυθρόνα και για τους δυο μας έχει θέση

Κλείσε τις κουρτίνες και πάρε με αγκαλιά

Σάμπως μέσα σε βουβή ταινία,

μια πολιτεία χοροπηδά

Δρόμοι, ανθρωπάκια και γραφεία,

πολυκατοικίες και κουρσάκια ιδιωτικά

Πόσο πολύ έχει αλλάξει αυτή η πόλη.

Βάλε τη τσαγιέρα στη φωτιά

Η νύχτα έρχεται, η μπόρα δυναμώνει

κι όλα είναι χαμένα και προπολεμικα

Τα παιδιά μεγάλωσαν και πάνε.

Τί ώρα να 'ναι και ποιός χτυπά

Στους δρόμους στρατιώτες τραγουδάνε.

Κλείδωσε τη πόρτα και στάσου στη σκιά

Στα καταφύγια βουβά και τρομαγμένα

κι έξω οι σειρήνες σα μωρά

Σβήσε τα φώτα, μην ανοίγεις σε κανένα.

Κλείσε τις κουρτίνες και πάρε με αγκαλιά

       Μαύρη Θάλασσα

Τα παιδιά με τα μαλλιά και με τα μαύρα ρούχα

φέρνουνε μηνύματα για μιαν αγάπη που 'χα

και στις φλέβες μου βαθιά

μαύρη θάλασσα σαν αίμα

λέει λόγια πικραμένα

Κανένα πλάσμα του Θεού δε ζει σε τέτοιο βάθος

όπου σ' αγάπησα πολύ κι απόμεινα μονάχος

Μαύρη Θάλασσα κλειστή

και ψυχή μου χαρισμένη

σ' όποιον πιο πολύ σε θέλει

Να πούμε λόγια άγρια, παράξενα κι ατόφια

σάβανα και χώματα στη μούρη της τη ψόφια

η φωνή της η σκληρή

λιώνει σα μεγάλο σώμα

μέσα στο δικό μου στόμα

Φταίνε τα τραγούδια του, φταίει κι ο λυράρης

μα φταίει κι ο ίδιος του ο λαός γιατί είναι μαραζιάρης

Μαύρη θάλασσα κλειστή,

μακρινές μου πεδιάδες

πίσω από τις συμπληγάδες

Στα μάγια και στα όνειρα, καμπάνα και καντήλα

Πόλη, Βάρνα, Οδησσός, Κωστάντζα και Μπραΐλα

και σε χρόνο μυστικό

σαν ηφαίστειο του Αίμου

λεγεώνες του πολέμου

       Μη Πετάξεις Τίποτα...

Πάνω από τριάντα χρόνια λόγια ηχογραφώ,

ήμουν Νέο Κύμα  ένα καιρό.

Πόθησα τον κόσμο σαν αχόρταγο παιδί

κάθε του αναγνώριση για μένα ήταν γιορτή.

Μα όπως μεγαλώνουμε
κι όμορφα παλιώνουμε

θα 'θελα η καρδιά μου να κριθεί

από τους δασκάλους μας,
μικρούς μας και μεγάλους μας,

όσους προπαντός έχουν για πάντα κοιμηθεί.

Κι όταν καλή ώρα φεύγουν φίλοι και κοινό

και μονάχος μένω στο κενό,
νιώθω να μου φέγγουν
απ' τις όχθες τις πλαϊνές
κάτι φαναράκια:
των δασκάλων μου οι σκιές.

 

Φέγγουν οι αθάνατοι σ' ένα βυσσινί βαθύ,

χαίρε η ελληνίς ανατολή
κι από το σκοτάδι πλάι

η μορφή τους μας κοιτάει

και χαμογελάει
βουρκωμένη θεϊκή.

Βρήκα τ' όνειρό σου σε γραμμές πολιτικές

μα το πήγα πέρα απ' αυτές,
οπού μ' οδηγούσε
δίχως να το αντιληφθώ
η καταγωγή μου
και η τέχνη που εξασκώ.

Κλείνει τώρα ο κύκλος κι είναι ο θάνατος πολύς,

θάνατος στη μέση της ζωής
και πονώ για σένα
που ήρθε η ώρα να το δεις,
δόξα είναι
η ευθύνη της δικής μας αλλαγής.

Φτάσαμε στ' ανείπωτα
μη πετάξεις τίποτα,

μας μεταμορφώνει μια πνοή.
Τώρα ένα παιδί αρκεί

να μας εντοπίσει εκεί,
πιο όμορφος ο κόσμος,
θα 'ρθει πάλι να μας δει.

     Ολαρία-Ολαρά

Ολαρία-ολαρά,

χιόνι πέφτει από ψηλά

χιόνι πέφτει και σκεπάζει την αυλή μας,

το μυαλό μου φτερουγίζει μακριά

χιόνι πέφτει και σκεπάζει τη σκεπή μας

και το άρρωστο σκυλί μας ξεψυχά

Ολαρία-ολαρά,

μαύρο τύμπανο χτυπά

τα παιδιά που αγαπούν τα στρατιωτάκια,

τ' αλογάκια και τα ξύλινα σπαθιά

βρυκολάκιασαν σε τούτα τα στιχάκια,

έλα μέσα και μίλα πιο σιγά

Ολαρία-ολαρά,

δάγκωσε με πιο βαθιά

Αχ, ο Όλιβερ Τουίστ χαμογελάει

και ο Αδόλφος του χαϊδεύει τα μαλλιά

διαμαντένιο δαχτυλίδι του φοράει

και πετούν αγκαλιασμένοι μακριά

Ολαρία-ολαρά,

με σουραύλια και βιολιά

θα βρεθούμε όλοι μαζί στο πανηγύρι,

θα ‘ναι όλη η παλιά μας συντροφιά

και θα πιούμε από το ίδιο το ποτήρι

και τη πιο πικρή γουλιά

Ολαρία-ολαρά,

γύρω-γύρω τα παιδιά

ο μαρκήσιος Ντε Σαντ μ’ ένα χίππυ,

ο φονιάς με το θύμα αγκαλιά

ο γραμματέας μαζί με τον αλήτη

κι η παρθένα με τον σατανά

Όλα είναι μακρινά κι ευτυχισμένα

και το χιόνι πέφτει από ψηλά

τα ζευγάρια στροβιλίζονται πιο πέρα

κι η κοπέλα μου αστράφτει από χαρά.

                   Πρωτομαγιά

Όλες οι γραμμές μας στραβωθήκαν κι αποτύχαν

Ευτυχώς το νιώθω απόλυτα καθώς

'Απ' το πίσω κάθισμα κοιτώ τα ίδια μέρη

Τρυφερά με τα φανάρια μου σβηστά

'Αδεια χωριουδάκια κι ασυνάρτητη επαρχία

Καθετί μισοχωμένο μες στη γη

Όπως το κωφάλαλο αδερφάκι τώρα λάμπει

Με το φώς που βγάζει ο κόσμος ο μουγκός

Δίπλα απο το κύμα έχει τ' άλογα λυμένα

Θα τον δείς ο ασπροντυμένος μπουζουκτσής

Κι όλο κατεβαίνουν καπνεργάτριες και προσκόποι

Με φακούς μέσα απο κρότους και καπνούς

Τρέχουνε τα πεύκα το φεγγάρι ξεδιπλώνει

Διαρκώς με γάζες σκοτεινές το φώς

Κι άγριες παρέες νεαρών με γυφτοπούλες

Προσπερνούν και μαγεμένο μ' οδηγούν

Μέσα απ' τη ζέστα του σφαγείου και με στεφάνια δροσερά

Θ' αναταμωθούμε μια τρελή πρωτομαγιά

Και το πλυμένο σώμα πίσω απ' τα λουλούδια θα ενωθεί

Σα ζαλιστούμε απ' των χορών μας το κρασί

Σε παραλίες σκουπιδοτόπων με κασετόφωνα κι εγώ

Μια πολιτεία σωριασμένη έχω σκοπό

Όλα είναι τόσο τρομαγμένα μα τ' αγαπάω ο φτωχός

Δώσ' μου τα λόγια επιτέλους να μην είμαι μοναχός

Για Τα Παιδιά Που Χάθηκαν

Τα πιο ωραία παραμύθια

απ' όσα μου 'χεις διηγηθεί

αχ είν' εκείνα που μιλούσαν

για τα παιδιά που 'χουν χαθεί

Για τα παιδιά που χάθηκαν

στο στοιχειωμένο δάσος

στις λίμνες στο βορρά

για τα παιδιά που χάθηκαν

στου δράκου το πηγάδι

στης στρίγκλας τη σπηλιά.

Σε συμμορίες με ζητιάνους

σε αχυρώνες και σ' αυλές

και σε καράβια του πελάγους

με λαθρεμπόρους πειρατές

Για τα παιδιά που τα 'συραν

στης Αφρικής τις αγορές

εμπόροι και ληστές

και φοβισμένα κι ορφανά

στη Σμύρνη και στη Βενετιά

τα πιάσαν οι φρουρές.

Ψωμί ζητήσαν του φουρνάρη

λίγο νερό του καφετζή

τα διώχνει ο πρώτος μ' ένα φτυάρι

κι ο άλλος λύνει το σκυλί

Στις λυπημένες πολιτείες

πέφτει μια κίτρινη βροχή

στο σώμα μου έχω ανατριχίλες

και το 'να δόντι μου πονεί

Το γράμμα σου δέκα σελίδες

πάλι η ίδια συμβουλή

μου λες στο σπίτι να γυρίσω

μου λες ν' αλλάξω πια ζωή

Ομίχλη πέφτει στις σκεπές

φεύγουν οι φάτσες σαν σκιές

και τρέμει το κερί

φωτιές ανάβουν στις ακτές

μέσα στ' αφτιά μου ακούω στριγκλιές

και τρέμω σαν πουλί.

         Το Περιβόλι Του Τρελού

Κάτι αλήθεια συμβαίνει εδώ κάτι μυστικό,

κάτι πλούσιο και παράξενο σαν τοπίο στο βυθό,

ανθισμένες κερασιές κι απόγευμα ζεστό

και πολύχρωμο χορτάρι, ναι, για ν' αποκοιμηθώ.

Αμαξάκια κάτασπρα φεύγουν απαλά

και με φέρνουνε σε σένανε στα μέρη τα παλιά,

στο γαλάζιο θρόνο σου χρυσό μανδύα φοράς

και σε δυο λιοντάρια ήμερα τα πόδια σου ακουμπάς.

Τόσα χρόνια πάλευα μόνος στα τυφλά

και ταξίδεψα κι αρρώστησα και πέρασα πολλά,

τώρα όμως πλάι σου και πάλι περπατώ,

μες στα χρώματα του κήπου σου και δίπλα στο νερό.

Αμαξάκια κάτασπρα φεύγουν απαλά

και μας φέρνουνε σε σένανε στα μέρη τα παλιά,

κοντά μου φωσφορίζοντας σκύβεις και με φιλάς,

για τη νύχτα με σκεπάζεις, ναι, και με παρηγοράς.

                     Χουλιγκάνοι

Πλήρωσες να μπεις και κοιτάζεις μ' ορθάνοιχτο στόμα

φλόγες να χουν ζώσει τον στίβο και πού είσαι ακόμα,

σμήνη να φτεροκοπάνε στα μεγάφωνα

και να σκάν οβίδες κάτω απ' τις κερκίδες.

Τρίβεις τα γυαλιά, σαν τους μύστες μιας εξουσίας

που 'χει φόβο του άγνωστου κι άδεια οπλοφορίας,

κι απ' τις σιδερένιες σχάρες μας τραβάει σκυφτή

για τον άγνωστό της, τον ιδιωτικό της.

Όπως οι τυφλοί, δε ζητάμε άλλο απ' τη μέρα

άλλο απ' ό,τι οι έγκλειστοι ένα κόσμο πιο πέρα,

δώσ' μας το αίμα των χειλιών σου, με τη γλώσσα σου

κόντρα ή καραμπόλα
δώσ' τα όλα για όλα.

Έχει τραυματίες η άσφαλτος εδώ πέρα

ρόδες που γυρίζουν ανάστροφα στον αέρα,

και τυλίγοντας τα πάντα να η άβυσσος

σα λευκή οθόνη,
που μας φανερώνει.

Μα δεν είν' αντίκρυ κανένα πλάσμα δικό μας

μόνο τα φορεία πλευρίζουν στο βουητό μας.

Έστρεψες το πρόσωπό σου δε μας γνώριζες,

μα ένιωθες μπλεγμένος,
σα δαιμονισμένος.

Πώς να μοιάζει τάχα ο εαυτός μας ο τσακισμένος

στη ματιά εκεινού που μας βλέπει, μα όχι σαν ξένος;

Δίχως το καθρέφτισμά του, θα 'μασταν φριχτοί

σαν τη βία των γύρω
και φριχτός κι εσύ
ψόφιε θεατή,
σ' ένα θέαμα στείρο.

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers