-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

. ( ):



Βιογραφικ

     Ο Μ. Καραγτσης ταν λληνας πεζογρφος, νας απ τους σημαντικτερους συγγραφες της Γενις του '30. Το πραγματικ του νομα τανε Δημτρης Ροδπουλος. Η σζυγς του Νκη τανε ζωγρφος. χει κρη τη Μαρνα κι εγγον τον ηθοποι Δημτρη Τρλοου. Το ψευδνυμο προλθε απ το δντρο πτελα (φτελι καραγτσι) στο εξοχικ της οικογνεις του, στη Ραψνη της Θεσσαλας, που περνοσε τα περισστερα εφηβικ καλοκαρια. Εκε συνθιζε να διαβζει καθισμνος κτω απ να καραγτσι που βρισκτανε στον περβολο της εκκλησας του χωριο. Το Μ. προλθε πιθαντατα απ το ρσικο νομα Μτια (ρωσικ εκδοχ του Δημτρη), που τον λεγαν λοι φλοι και συμφοιτητς, λγω της μεγλης του αγπης για τον Dostoevsky κι ιδιατερα για τους Αδερφος Καραμαζφ του (Brat'ya Karamazovy). Το γεγονς τι υπγραφε τα ργα του ως Μ. Καραγτσης προκλεσε σγχυση σε αρκετος φιλολγους, που συχν το ερμνευαν σαν Μιχλης, λγω των ηρων του, Μιχλη Καραμνου (στον Γιογκερμαν) και Μιχλη Ροση (στον Μεγλο πνο), που θεωρονται περσνες του συγγραφα. Το μυστριο δε λθηκε -κι οτε πρκειται φυσικ να λυθε τρα πια- ποτ, διτι ο διος δε δλωσε ρητ δημσια ποια η σημασα του. Αρκετο επσης ταν εκενοι που αναρωτθηκαν γιατ υιοθτησε το συγκεκριμνο ψευδνυμο, αγνοντας το αρκετ πιο εηχο οικογενειακ Ροδπουλος. Ο διος υποστριξε το 1943, στη Να Εστα, πως αναγκστηκε ν' αλλξει τ' νομ του, επειδ ο πατρας φοβταν τι ο γιος του, αν γινταν συγγραφας, κινδνευε να μοισει στο γιο φλου του στρατηγο, επσης συγγραφα κι αιρετικ σε λλες βιοκοινωνικς του εκδηλσεις. Ο Λαπαθιτης, θιγμνος για την μμεση αυτ αναφορ στο πρσωπ του, αντδρασε αμσως με επιστολ στο περιοδικ, που κατηγοροσε τον Καραγτση για παραποηση γεγοντων με σκοπ την αυτοπροβολ.
     Η μαρτυρα οφελεται σε μια απλ γυνακα απ' τη Ραψνη, που μεταφρει τις εντυπσεις γι' αυτν:
   Κτι ξερε ο κριος Μμης και νοκιαζε σπτι στον επνω μαχαλ. στερα τανε και το δντρο της εκκλησας. Μπορ να πω περισστερο βρισκτανε κτω απ τον σκιο του και λιγτερο σπτι του. Μνος, λη μρα, παρξενος νθρωπος. Καθτανε ξαπλωμνος κι αγνντευε με τις ρες και που και που βγαζε να μπλοκκι απ τη τσπη κι να μολυβκι και κτι σημεωνε. Η γρι η καντηλανφτισσα λεγε τι τον εχαν μαγψει τα στοιχει που τανε στον κορμ του δντρου κι τι ζουρλθηκε, αλλις δεν γνεται να κθεται 'κε λη μρα μνο, παλικρι πρμα. Ποις ξρει, μπορε. Πολλ λγανε στο χωρι για την αφεντι του. Αν αυτ που ακοστηκε να λγεται, τι απαρνθηκε τον πατρα του κι κανε πατρα το δντρο του η-Θανση, το καραγτσι (φτελι) κι τι πρε τ' νομ του, ταν αλθεια, σγουρα η γρι η καντηλανφτισσσα εχε δκιο.



    Γεννθηκε στην Αθνα, σ' να γωνιακ σπτι των οδν Ακαδημας & Θεμιστοκλους στις 23 Ιουνου 1908. Ο πατρας Γεργιος Ροδπουλος, τανε δικηγρος και πολιτικς, Πατρινς καταγωγς, αλλ εγκατεστημνος στη Λρισα. Η μητρα του, Ανθ Μουλολη καταγταν απ τον Τρναβο. ταν το 5ο και τελευταο παιδ της οικογνειας, με μεγλη διαφορ ηλικας απ τα αδλφια του Ροδπη, Νκο, Τκη (χρημτισε επανειλημμνα υπουργς, καθς και Πρεδρος της Βουλς) και Φωφ. Πρασε τη παιδικ του ηλικα σε διφορες πλεις εξ αιτας των μετακινσεων της οικογνεις του. Ο πατρας σα διευθυντς τρπεζας δολεψε σε Τρκαλα, Πργο, Αγιο, Λρισα, Θεσσαλονκη, Κρτη. Οι μετακινσεις αυτς, σε συνδυασμ με τη ψυχασθνεια της πρωττοκης αδελφς, που κανε τους γονες να στρφουν λο τους το ενδιαφρον σε κενη, αλλ και την αυστηρ συμπεριφορ του πατρα, δημιουργον ασθημα αποξνωσης στον Καραγτση -(φτνει μχρι την μμονη ιδα τι εναι νθος γιος-, ασθημα που διακατχει και τους περισστερους πρωταγωνιστς των αφηγημτων του. Τα παιδικ του χρνια τα περιγρφει στο νεανικ διγημα Εγ Μικρς Με Μνα Και Τη Θλασσα, καθς και στον Μεγλο πνο. Δημοτικ παρακολοθησε στο Αρσκειο της Λρισας, δασκλα του μια να κοπλα, του εμπνει το 1ο του διγημα Η Κυρα Ντσα, που βραβετηκε σε διαγωνισμ της Νας Εστας το 1929. Tα γυμνασιακ του χρνια, 1922-24 τα περν στη Θεσσαλονκη, που τον στειλε ο πατρας τιμωρα, επειδ εχε πλαστογραφσει την υπογραφ του σε σχολικ λεγχο. Τα καλοκαρια της παιδικς του ηλικας τα περν στη Θεσσαλα, ειδικτερα στη Ραψνη.

  Γεννθηκα στην Αθνα, σε να απ τα τσσερα γωνιακ σπτια των οδν Ακαδημας και Θεμιστοκλους. Δεν σας λω μως σε ποιο. Και το κνω επτηδες αυτ, για να μπλξω γρια σε αυτ το αθηνακ σταυροδρμι τους διφορους αρμοδους, ταν ρθει η στιγμ να εντοιχισθε η αναμνηστικ πλκα. Εγ ββαια θα τα χω τινξει προ πολλο, και θα σπω κφι καλ στον ουραν, με τη μεταθαντια φρσα μου. Θα χω παρα τον Σολωμ, που θα μου λει κουνντας το κεφλι: Τρβα και συ Καραγτση, σα τρβηξα εγ απ τον Καιροφλλα, τον Αποστολκη και το Σπαταλ. πως βλπετε το κυρι;vτερο γνρισμ μου εναι η μετριοφροσνη...
  Διδχτηκα τα πρτα γρμματα στο Αρσκειο της Λρισας (ταν συλλογιμαι πως υπρξα κι Αρσακειδα!) κι αντ να ερωτευτ τις συμμαθτριες μου, αγπησα παρφορα τη δασκλα μου. Γεγονς που μαρτυρ τη σκοτειν ερωτικ ιδιοσυγκρασα μου. κανα ,τι μποροσα για να μη προβιβαστ, να μενω στην δια τξη, κοντ στην γυνακα των ονερων μου...



     Μετ την ολοκλρωση της βασικς εκπαδευσης γρφτηκε στη Νομικ Σχολ του Πανεπιστημου της Γκρενμπλ, στη Γαλλα με σκοπ να σπουδσει εμπορικ. Για οικονομικος λγους επστρεψε στην Αθνα, το 1925 και γρφτηκε στη Νομικ Σχολ του Πανεπιστημου Αθηνν, απ' που αποφοτησε το 1930 χωρς μως να δικηγορσει ποτ. Στο Πανεπιστμιο εχε συμφοιτητς κι λλους λογοτχνες, πως τους Ελτη, Τερζκη, Θεοτοκ. φηβος γραφε ποιματα γργορα μως στρφηκε στα πεζ. Πρωτοεμφανστηκε το 1927 με το διγημα Η Κυρα Ντσα, που υποβλθηκε στο διαγωνισμ της Νας Εστας και πρε τον 3ο παινο. ταν αυτοβιογραφικ διγημα εμπνευσμνο απ τον παιδικ του ρωτα για την 20χρονη δασκλα του στο δημοτικ στη Λρισα. Το 1ο του μυθιστρημα ταν Ο Συνταγματρχης Λιπκιν, το 1933. Μετ το πτυχο Πολιτικν & Οικονομικν που παρνει, πινει δουλει σαν υπλληλος στην ασφαλιστικ εταιρεα του αδερφο του Νκου, στον Πειραι. Το 1935 θα παντρευτε τη ζωγρφο Νκη Καρυστινκη με την οποα διατροσε κμποσα χρνια ερωτικ αλληλογραφα, (μετπειτα γνωστ ως Νκη Καραγτση, 1914-1986). Το 1936 δημοσιεεται το μυθιστρημα του Η Μεγλη Χμαιρα και στη κρη που γεννιται τον Οκτβρη δνει το νομα της ηρωδας του βιβλου, Μαρνα.
    Το 1937 πεθανει η μεγαλτερη αδερφ του, η Ροδπη Τζουλιδου, που υπφερε απο ψυχασθνεια απ τη νεανικ της ηλικα, και το 1939 πεθανει ο πατρας του. Τη περοδο της γερμανικς κατοχς τη περν συχα στο σπτι του, που γνεται κντρο συνντησης των λογοτεχνν της εποχς, εν παρλληλα δημοσιεονται αρκετ διηγματ του και νουβλες. Tο σπτι του επ της οδο Σπρτης στη πλατεα Αμερικς γνεται σημεο κθε Παρασκευ συνντησης των λογοτεχνν: Εμπειρκος, Ελτης, Εγγονπουλος, Βενζης, Κατσμπαλης, Λουντμης, ταν λοι εκε. Ωστσο, μοιζει απστευτο πσο οι λογοτεχνικο κκλοι της εποχς τον ζλευαν. Βοθησε και το γεγονς τι, μσα απ τη στλη του στη Βραδυν, υπρξε νας αυστηρς και καυστικς θεατρικς κριτικς. Αναγκστηκε να δουλψει ως ασφαλιστς και διαφημιστς για να βγλει το ψωμκι του. Απ το 1946 ανλαβε τη θεατρικ στλη της εφημερδας Βραδυν εν το διο τοε ανεβανει και το θεατρικ του ργο Μπαρ Ελδορδο που δε σημεωσε μως επιτυχα. Εμφανζεται και στον κινηματογρφο, υπογρφοντας το σενριο και τη σκηνοθεσα της ταινας Καταδρομ. Το 1946 πεθανει κι η μητρα του, της αφιερνει το μυθιστρημα Ο Μεγλος πνος που κυκλοφορε την δια χρονι. Το 1949 στλνεται σαν πολεμικς ανταποκριτς της εφημερδας στα βουν του Γρμμου και του Βτσι, που ο εμφλιος πλεμος βδιζε προς το τλος. Τον διο χρνο ταξιδεει στην Αγγλα, τη Γαλλα, τη Τουρκα και την Αγυπτο.


                                          Το ζεγος Καραγτση/Ροδπουλου

     Το 1952 ρχισε να εργζεται στη διαφημιστικ εταιρεα ΑΔΕΛ, εν παρλληλα γρφει εκλακευμνα την Ιστορα των Ελλνων και το 1953 ταξιδεει στην Ανατολικ Αφρικ. Το 1956 και το 1958 ταν υποψφιος βουλευτς με το δεξι κμμα των Προοδευτικν του Σπ. Μαρκεζνη. Δεν εχε κνει καμα προεκλογικ προετοιμασα κι πως τανε φυσικ, απτυχε και τις 2 φορς. ταν ρωτσανε γιατ εχε βλει υποψηφιτητα, απντησε τι το 'κανε για να πρει ψφους απ τον αδερφ του Κωνσταντνο, υποψφιο με την ΕΡΕ. Το 1958 το μοιραο τος της ζως του συνυπογρφει Το Μυθιστρημα Των Τεσσρων μαζ με τους γγελο Τερζκη, Ηλα Βενζη και Στρατ Μυριβλη, που πρωτοδημοσιεεται στην Ακρπολη. Στις 8 Νομβρη του διου τους παθανει καρδιακ προσβολ. Η ασθνεια τον οδγησε στη σταδιακ αποξνωσ του απ τους φιλικος κκλους, αλλ χι και στη διακοπ της δουλεις του. Στις 13 Σεπτμβρη 1960 ξεκιν να γρφει το Δκα, που το δολευε λο το τος μχρι τα χαρματα της 14ης Σεπτεμβρου που πεθανει στερα απ πολωρη κρση ταχυκαρδας. Κηδεεται στις 15 Σεπτμβρη, στο Α' Νεκροταφεο Αθηνν. Στον τφο του χαρζεται το επγραμμα απ το ργο του Το Μεγλο Συναξρι: "Οι μοναδικς ομορφις εναι προνμιο του θαντου".
    Δημιουργς μεγλης πνος ο Καραγτσης απ την αρχ της συγγραφικς του δραστηριτητας εμφανστηκε με αρετς τεχντη. Εντελς διαφορετικ ιδιοσυγκρασα απ τον Θεοτοκ, αυθρμητος, πληθωρικς, εκρηκτικς εναι απ τους νετερους της γενις του, εκδηλθηκε αρκετ νωρς κι ως το 1940 εχε δσει κιλας 4 μυθιστορματα και 2 τμους διηγημτων· τα λογοτεχνικ του ργα ως τον πρωρο σχετικ θνατ του ξεπερννε τα 20. Διακρνεται η ικαντητ του να δημιουργε πρωττυπους αφηγηματικος χαρακτρες και πλοκς που κρατν αμεωτο το ενδιαφρον του αναγνστη. Τα 1α ργα του, (1925-33), τανε διηγματα. Απ' αυτ, σα γρφτηκαν πριν απ το 1927, δεν τα εξδωσε ο διος. Το 1933, με το Συνταγματρχης Λιπκιν, εγκαινιστηκε η ριμη περοδος των πεζν του. Τα 3, Συνταγματρχης Λιπκιν, Η Μεγλη Χμαιρα, Ο Γιογκερμαν Και Τα Στερν Του, αποτελονε 3λογα με ττλο Εγκλιματισμς Κτω Απ Το Φοβο. Κοιν τους θμα εναι η αποτυχημνη προσπθεια τριν ξνων που βρθηκαν στην Ελλδα να προσαρμοστον: ο συνταγματρχης Λιπκιν ταν υπαρκτ πρσωπο, ο Ρσος στρατιωτικς Βασλι Βασλιεβιτς Νταβντωφ, που μετ την Επανσταση βρθηκε στη Λρισα κι εργαζτανε στη Γεωργικ Σχολ. Ο Γιογκερμαν ταν επσης Ρσος στρατιωτικς, που εξελχθηκε σε μεγλο οικονομικ παργοντα της Αθνας. Η Μαρνα της Χμαιρας, τανε Γαλλδα, παντρεμνη μ' λληνα ναυτικ, που ζοσε στη Σρο. Κι οι 3 απτυχαν να εγκλιματιστονε και τελικ οδηγηθκανε στη καταστροφ.



     Επμενος σημαντικς σταθμς τανε Το Χαμνο Νησ, που ξεχωρζει απ τα λοιπ πεζ εξ αιτας της απστασς του απ το ρεαλισμ και τη σγχρονη πραγματικτητα. (Ο διος το χαρακτρισε φανταστικ νουβλα). Κεντρικς ρως του εναι ο Γερλυμος Αβαρτος, 2ος πλοαρχος και μοναδικς επιζν απ το πλρωμα ενς πλοου που ναυγησε στη Τλο. Αναγκστηκε να μενει στο νησ για καιρ εξ αιτας σχημων καιρικν συνθηκν. Σταδιακ οι κτοικοι του νησιο παρατηρσανε περεργα κλιματικ φαινμενα, διαπστωσαν τι οι πυξδες δνανε λανθασμνες συντεταγμνες και τλος αποκαλφθηκε τι το νησ εχε αποκοπε απ την υφαλοκρηπδα κι πειτα απ ταξδι στη θλασσα σταθεροποιθηκε στον Ειρηνικ Ωκεαν με το νομα Ταλ. Στη συνχεια επιχερησε να γρψει μια ευρεα, ιστορικο περιεχομνου σνθεση, με γενικ ττλο Ο Κσμος Που Πεθανει. Η σειρ θα περιελμβανε 10 βιβλα που θα αναφρονταν στην ιστορα μιας οικογνειας απ το 1821 ως τη σγχρονη εποχ. Απ αυτ γραψε τελικ μνο 3: Ο Κοτζμπασης Του Καστρπυργου, Αμα Χαμνο Και Κερδισμνο, Τα Στερν Του Μχαλου. Ο ρωας του Κοτζμπαση του Καστρπυργου, Μχαλος Ροσης, ταν λληνας προεστς που αιχμαλωτστηκε απ τους Τορκους κι αλλαξοπστησε, για να σσει τη ζω του. Η ιστορα βασζεται σε πραγματικ γεγοντα απ τη ζω ενς προγνου του, του Μτρου Ροδηθνα Ροδπουλου. Παρ' λο που δεν ολοκλρωσε αυτ τη σνθεση, συνχισε να ενδιαφρεται για ιστορικ θματα και να εμπνεται απ αυτ: Αποπειρθηκε να γρψει 3τομο ιστορικ ργο, την Ιστορα Των Ελλνων κι γραψε τελικ μνο τον 1ο τμο για την αρχαα Ελλδα κι γραψε τη μυθιστορηματικ βιογραφα Βασλης Λσκος, για τον πλοαρχο του υποβρυχου Κατσνης. Το τελευταο ργο του σχετικ με την ιστορα χει τελεως διαφορετικ χαρακτρα: το Σργιος & Βκχος, με πρωταγωνιστς τους Αγους Σργιο και Βκχο, εναι σατιρικ και καυστικ κριτικ κι απομυθοποηση της Ιστορας. Γι' αυτ το ργο γραψε εκτενς κεμενο ο Εμπειρκος, που δημοσιετηκε μετ το θνατ τους κι αποτελε τεκμριο της φιλας τους και του θαυμασμο του για τον Καραγτση.


                                Εμπειρκος Νκη Καραγτση κι ο διος

     Προς το τλος της ζως του σχεδαζε λλη μια εντητα 4 ργων και πρλαβε να ξεκινσει μνο Το 10. Το ργο διαδραματζεται σε μια λακ πολυκατοικα του Πειραι. Μλιστα ο συγγραφας επισκεπττανε κθε πρω το λιμνι και παρατηροσε τη κνηση και τη ζω εκε για να αντλσει υλικ. Το ημιτελς μυθιστρημ του εκδθηκε μετ το θνατ του. Ο χαρακτηρισμς που απδωσαν οι περισστεροι κριτικο της λογοτεχνας στον Καραγτση τανε γεννημνος πεζογρφος. λοι αναγνωρζανε την αφηγηματικ του ευχρεια και τη δημιουργικ φαντασα του. Ειδικ η φαντασα του εναι αυτ που τον ξεχωρζει απ τους περισστερους πεζογρφους κι χι μνο αυτος της γενις του ‘30. Πολλο τονε κατηγρησαν ως προχειρογρφο, που δεν ενδιαφερτανε για την επιμλεια της μορφς των ργων του. Η αλθεια εναι τι τα χειργραφ του δεχνουν τι σπνια κανε αλλαγς στα ργα του, αλλ αυτ αποδεικνει ακριβς την αφηγηματικ ευχρεια που λειπε απ πολλος συγγραφες της γενις του. Πσω του φησε περισστερα απ 20 βιβλα, δεκδες δημοσιευμνα κεμενα σε εφημερδες, 3 θεατρικ, να κινηματογραφικ σενριο. Η τελευταα φρση που πρλαβε να γρψει ταν "Ας γελσω"…
     Ἀπ τος συγγραφεῖς τῆς γενιᾶς τοῦ '30 εἶναι ἐκεῖνος ποῦ ἀσχολθηκε συστηματικτερα μ τν ἑλληνικ ἱστορα. Φανεται πως εἶχε σκοπ ν γρψει ὁλοκληρωμνη ἱστορα τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους. Ἔτσι γι τν ἀρχαα Ἑλλδα ἔγραψε την Ἱστορα Των Ἑλλνων, το 1952. Τ ἔργο αὐτ δν παρουσιζεται μ τν εὐθνη τοῦ ἱστορικοῦ μελετητῆ, ἀλλ μ τν εὐαισθησα κα τν πλαστικτητα τοῦ λογοτχνη. Γι τ Βυζντιο ἀφιρωσε τ πολυσλιδο ἔργο τοῦ Σργιος & Βκχος, το 1959. Ἐκεῖ μ βαθεα κριτικ διθεση μελετᾷ τν μεσαιωνικ ἑλληνισμ. Ὁ ὕπνος τῶν δο ἡρων-ἁγων ἀποτελεῖ ἕνα ἐπιτυχημνο εὔρημα που του ἐπιτρπει να ἐρευνσει τν ἱστορικ πορεα τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους μ' ἐξωκοσμικ βλμμα. Μ τη νετερη Ἑλλδα ἀπ τν Ἑλληνικ Ἐπανσταση μχρι τ 1844, ὁ Μ. Καραγτσης ἀσχολεῖται στη βασικ του 3λογα που ανεφρθη πι πνω. Κεντρικς ἥρωας σ'αὐτν ὁ ἀπλυτα καραγατσικς Μχαλος Ῥοσης. Τ ἴδιο ὄνομα ἐμφανζεται στ βιβλα του Ὁ Μεγλος πνος κι Ὁ Κτρινος Φκελλος με το μικρ ὄνομα Κωστς. Τη τελευταα 15ετα γραψε και μερικ απ τα πιο ιδιτυπα και παρδοξα ργα του, πως π.χ. το μρι Α Μογκου (Στο Χρι Του Θεο, 1954), που το αινιο ερωτικ θμα τοποθετεται στην αφρικανικ ζογκλα.



    Αντιφατικς, μανιδης καπνιστς, μορφα σκοτεινς και συνμα εικονοκλαστικς, παραμνει ακμη και στις μρες μας νας απ τους πιο θερμος λληνες συγγραφες. Εναι μια σχολ απ μνος του κι απ' τους πολυγραφτερους νεολληνες συγγραφες. Η πληθωρικτητ του αυτ πηγζει προπντων απ τη πλοσια μυθοπλαστικ του φαντασα, που εναι η κυριτερη αρετ του. Μολοντι ββαια πολλ εναι τα αυτοβιογραφικ στοιχεα στο ργο του, δεν αναλσκεται μως και δεν εξαντλεται σ' αυτ, πλθει τπους κι χει το ταλντο να τους παρουσιζει σ' λη τη ζωντνια και τη μυθιστορηματικ τους αρτιτητα. Λνε πως αν γραφε αγγλικ, θα διαβαζταν απ εκατομμρια αναγνστες, θα 'χε ανακαλυφθε απ το Χλιγουντ κι οι ρως του θα 'τανε σμερα κομμτι του δυτικο πολιτισμο. Γιατ, ο εικονοκλαστικς κι εριστικς Καραγτσης συγκερζει την αφηγηματικ δναμη του Χεμινγουι και τα αδιρατα τρμουλα του Φιτζραλντ, με τη δναμη του Γκρχαμ Γκρην. Ο διος λογαριζει τον εαυτ του ως μαθητ του Ντοστογιφσκη. ταν νας τιτνας της 10ετας του '30. νας Ζολ που αρεσκταν κι εκενος στις τοιχογραφες. Αλλ χωρς χνος ηθικοπλαστικς διθεσης. Τα μυθιστορματ του σε τραβνε σα χονη, εναι να καλειδοσκπιο εμπειριν, θλεις μαρτυρικ ν' ανκεις στο σμπαν του, να μιλς σε κορμι ψιθυριστ, να σ' εξοργζει ο πθος σου. Ο Καραγτσης αφνει απ' ξω το Θε, η προσγγισ του εναι ανθρωποκεντρικ, σχεδν ρομαντικ. Κι εναι χονη ο διος που απορροφ τα πντα: το Φριντ, την ιστορα, το ρεαλισμ, το νατουραλισμ, τη πολιτικ, τη τχνη, φιλοσοφικς θεωρες, περιγραφς της φσης, νειρα, αναδρομς, αστυνομικς πλοκς. Για να καταλξει στη νυχτεριν απελπισα, εκε που ενοικιζονται σπτια και τφοι (Γιογκερμαν). Τλος, λλο μνιμο χαρακτηριστικ της πεζογραφας του εναι το επμονο ξαναγρισμα στο σεξουαλικ στοιχεο. Ο ηδονισμς του δεν εναι καθλου ευφρσυνος, εναι νας ηδονισμς τραγικς· οι ρως του, με το αξεδψαστο πθος του κορεσμο που τους τυραννε, οδηγονται τελικ στη καταστροφ.
    Τη προβληματικ του σχση με το πατρικ πρτυπο, τους δαμονς του, λλοτε κατφερνε να δαμσει κι λλοτε χι. Ταλαιπρησε πολ τη 19χρονη κρη του Μαρνα ταν, τεγκτος, παρουσα του φλου του Εμπειρκου και της ιδας, σχολιζει: Εναι ανιαρ ενρετη. Στο ργο της διαπιστνεται το ταλντο, χι μως και το ργο. Σμερα, εκενη λει: Με τον πατρα ταν λα ανποδα. Αν παιρνα κποιο απ τα τλεια ξυσμνα μολβια του με βαζε τιμωρα. Κυκλοφοροσε ντυμνος με χακ σορτ και κτι παλιοπαντφλες -σαν να κλαδεεις τη μηλι/μιλι. μορφα σκοτεινς μως. Με ρωες σνθετους κι αντιφατικος. Ο διος διχασμνος, παρορμητικς, χωρς το παραμικρ διπλωματικ χρισμα. Τον φαντζομαι να περιδιαβανει κατσοφης και στοχαστικς κτω απ δρμους με μουρις και νεραντζις, με το επιβλητικ του παρστημα, πανψηλος, δντρο ο διος, φορντας τα σκορα κι αυστηρ σταυρωτ κοστομια του. Για να καταλξει σε μυστικ ερωτικ ραντεβο σε μαγειρι και καφενδες.



    "Ο Καραγτσης και μσα στις αυθαιρεσες και τους παραλογισμος του, τις εκρξεις και τις ακαταλγιστες συχν αντιδρσεις προς πρσωπα και πργματα, παρμενε πντα μια σπνια ιδιοφυα. Στον Εμφλιο τρμαξε μπως τον συλλβουνε και ζτησε βοθεια απ τον Καββαδα, μιας κι ο γμος του Λουντμη γινε σπτι μας με το Σικελιαν παρντα και με Ρσους οργανοπακτες…", περιγρφει η κρη, αναμετρμενη μια ζω με το βρος. Μνα και κρη ντρομες, συνεπαρμνες απ την αστθμητη συμπεριφορ και τα ηφαιστειδη συναισθματ του. Της λεγε: "Τ κθεσαι και διαβζεις μυθιστορματα; Θα γνεις σαν αυτς του κατηχητικο με τα σπυρι και τους κτσους; Να βγανεις, να κνεις παρα με αγρια". Πργματα ανκουστα για την εποχ. Κι στερα βαζε στο πικπ τις Βαλκυρες.
     Γρφει ο Αντρας Καραντνης: "Συνδαζε να διονυσιακ αυθορμητισμ μ' να προγραμματισμ και περσκεψη. Προχωροσε τολμηρ στη ζω, μα προτιμοσε να σταματ κμποσο μακρυ απ το χελος της αβσσου. Μσα του, πτε πλευαν πτε συνεργζονταν, πτε αποκοιμονταν, νας ποιητς κι νας επιχειρηματας. Εναι ο μνος συγγραφας μας που η ψυχοσνθεση κι οι εστερες ροπς του παρουσιζανε κποιες ομοιτητες με τον Μπαλζκ. Ο Καραγτσης και μσα στις αυθαιρεσες του και τους παραλογισμος του, τις εκρξεις του και τις ακαταλγιστες, συχν, αντιδρσεις του προς πρσωπα και πργματα, παρμενε πντα μια σπνια ιδιοφυα. Βαρτατη πεφτε η σκι του παντο, μια σκι που μαγντιζε κι ταν ακμη τχαινε να απωθε". τανε καπνιστς του σκοτωμο. Κι πιστος επσης. Η Μαρνα θυμται επσης τι τσαμπουκαλευταν τους λλους οδηγος. βγαινε ξω κι δερνε! Με τη σζυγο πηγανανε σε ταβερνεα. "Μαζ τανε συνθως ο Καραντνης με τη γυνακα του, ο Κατσμπαλης, ο Πατσιφς… ταν οι πιο τακτικο. Κι οι Βενζηδες μερικς φορς, Τερζκηδες, αυτο". Και πολ κοιλιδουλος. "γραψα πολλ και διφορα, (…) ργα υψηλο ηθικοπλαστικο περιεχομνου, πολ κατλληλα για παρθεναγωγεα και βιβλιοθκες οικογενειν με αυστηρ αστικ θη. Οι ρως μου εναι νθρωποι αγνο, αθοι, ιδεολγοι και στκουνε ψηλτερα απ τις αθλιτητες του χαμερπος υλισμο. Απορ πς το εκπαιδευτικ συμβολιο δεν εισγαγε ακμα τα βιβλα μου γι' αναγνωστικ στα σχολεα του κρτους, εξσταμαι πς η Ακαδημα δεν μο 'δωσε το βραβεο Αρετς, πς δεν με κλεσε να παρακαθσω στους ενρετους κλπους της κοντ στον Σπ.. Μελ. Δε επεραξα ποτ μου συνδελφο και εμαι συμπαθστατος στους λογοτεχνικος κκλους. Αυτ θα αποδειχθε στην κηδεα μου που θα ρθει κσμος και κοσμκης να πεισθε ιδοις μμασι τι πθανα, τι θφτηκα, τι πγα στο διολο. Και θα φγει απ το νεκροταφεο ο κσμος και ο κοσμκης βγζοντας στεναγμος ανακοφισης. Εμαι ββαιος πως ο θες θα με κατατξει μεταξ των αγων στον Παρδεισο. Αμν".



     πασχε απ φοβερς απνες, πγαινε στους ψυχατρους, παιρνε φρμακα. Η γυνακα του, η ζωγρφος Νκη Καρυστινκη που τονε λτρευε, εξομολογεται: "Εχε δσκολο πνο, οι θρυβοι τον ενοχλοσαν φοβερ… βαζε ωτοασπδες το βρδυ για να κοιμηθε. Κθε 2 χρνια αλλζαμε σπτι. Πντα στον τελευταο ροφο, για να μην χουμε λλους απ πνω και κνουνε θρυβο. Θυμμαι στη Πλατεα Κυριακο (τρα Πλατεα Βικτωρας), μια παλι μονοκατοικα, τα σανδια τρζανε. Εχαμε μθει λοι στο σπτι ποιο σανδι τρζει και ποιο χι, αλλ δεν τα καταφρναμε πντα καλ. τσι οι καβγδες δεν λειπαν… οι φωνς του ακογονταν στο δρμο, γιατ δεν κανε καμμι προσπθεια να τις καλψει".
     Εναι φανερ πως το κλμα που κυριαρχε σε λα τα ργα του εναι ο ρεαλισμς, καλτερα νας νατουραλισμς σπρωγμνος ως τα ακραα ρια. Παρ' λη του τη μαθητεα στη ψυχανλυση, δεν εναι τσο ο ζωγρφος των ψυχολογικν καταστσεων κι αποχρσεων, σον οξτατος παρατηρητς της πραγματικτητας, που ξρει να τη παραστσει ως τη τελευταα λεπτομρεια. Γεση πραγματικτητας χωρς ψευδαισθσεις ποιητικος οραματισμος, καθς κι η τραγικ αντληψη του ανθρπινου πεπρωμνου, τον οδηγε συχν και σ' να πνεμα νιχιλιστικς απαισιοδοξας και σ' να χιομορ γεμτο ειρωνεα, σκμμα και σαρκασμ. Βαθτατα ρεαλιστς κι αντιδεαλιστς, κυριαρχεται απ μια ριζικ απιστα προς κθε εδος ιδανικο ηρωισμο. Οι χαρακτρες του εναι βαθτατα, κποτε και κυνικτατα αντιηρωικο, πολλκις διαλγει επτηδες μορφς γνωστς ιστορικς, για να τις παρουσισει αφηρωισμνες με το πρσμα το δικ του (με ττοιο πρσμα δοκμασε να γρψει και μαν Ιστορα των Ελλνων, ργο αποτυχημνο). Μ' αυτς τις ιδιτητες, θετικς κι αρνητικς, τανε συγγραφας που στθηκε αμφιλεγμενο σημεο στον καιρ του, με πολλος θαυμαστς αλλ και πολλος επικριτς. Κανες ωστσο δεν μπρεσε να του αμφισβητσει τη γνσια λογοτεχνικ, πεζογραφικ ιδιατερα φλβα του, την ικαντητ του να στσει να μυθιστρημα πραγματικ. Εναι ββαια νισος· το ργο του χει πολλς αντιφσεις κι απτομες πτσεις, το φος του, ντας πηγαο, εναι κι ατημλητο, ελχιστα λογοτεχνικ, και -ιδιατερα στα τελευταα του ργα- ξεπφτει σ' εππεδο σχεδν δημοσιογραφικ.



    να πλθος γυναικν, στω και σε δευτερεοντες ρλους, κινεται στα ργα του. Ο νατουραλισμς ανδειξε με ποικλους τρπους τη μειονεκτικ θση της γυνακας σε σχση με τον ντρα, τις επιπτσεις απ τις ποικλες εκδοχς της εκμετλλευσς της, καθς και τη διαμρφωση μιας υποκριτικς ηθικς στο γυναικεο ψυχισμ και στη θηλυκ συμπεριφορ. Σε αυτ το πλασιο, η γυνακα-πρνη, το παραστρατημνο κορτσι των λακν τξεων η αστ που ασφυκτι στο "κουκλσπιτ" της γνονται τα αγαπημνα θματα της νατουραλιστικς λογοτεχνας. Η γυνακα στον Καραγτση χει συνθως μια ζωδη σεξουαλικτητα κι πως χει δη παρατηρηθε -εξαρεση η Μαρνα της Μεγλης χμαιρας- δεν εμφανζεται στο ργο του σε ρλο πρωταγωνστριας.
     Ο Κτρινος Φκελλος (1956) πιο συγκεκριμνα, εναι εντελς λλης μπνευσης κι εκτλεσης. Απ τα πρτα νεοελληνικ μυθιστορματα που θεματοποησαν την δια τη μυθιστοριογραφα, αποτελε σταθμ στην εξλιξη του κι να απ τα καλλτερα και πλον ενδιαφροντα ργα του.
Κρια στοιχεα του, πως συνγονται μμεσα κι μεσα απ το ργο, εναι λα εκενα τα γνωρσματα που απαντνται σε κθε ργο που η νετερη κριτικ δναται να χαρακτηρσει ως μετα-μυθιστορηματικ. Με αυτ το ργο ο αναγνστης χει 1η φορ τσο σαφ την ασθηση πως ο Καραγτσης αντιμετπισε και αποπειρθηκε να υπερβε το κρσιμο δλημμα που αντιμετωπζει, σε κποια φση του ργου του κθε συνειδητς μυθιστοριογρφος: να χρησιμοποισει το μυθιστρημα ως μσον μεταφορς μιας ιστορας κι ενς νοματος να το μεταχειριστε ως φορα των θεωρητικν και κριτικν του απψεων περ του μσου του μυθιστορματος. Χωρς να θξει τον αναπαραστατικ ρεαλισμ του μυθιστορματος και χωρς να διαταρξει τη φαινμενη ανταπκριση ιστορας και πραγματικτητας, μπρεσε να διατυπσει εκ των νδον τη κριτικ του, να μορφσει δηλαδ λογοτεχνικ την αμφισβτηση των συμβσεων της λογοτεχνας.



     Θαρραλα μπανει ο διος στο μυθιστρημα με το νομ του, ως χαρακτρας του ργου κι εντολοδχος της συγγραφς του. Η εντολ δθηκε απ τον αποθανντα, υπ περεργες συνθκες, φλο του μυθιστοριογρφο Μνο Τασκο. Εναι γραμμνη στο κλυμμα ενς κτρινου ντοσι που περιχει διφορα στοιχεα για τη συγγραφ των μυθιστορημτων Θσεις & Αντιθσεις, που ο Τασκος σχεδασε αλλ δεν μπρεσε να ολοκληρσει κι εναι σαφς: "Να το γρψει ο Καραγτσης". Αναλαμβνει το ργο κι ανασυνθτει βσει των στοιχεων που περιχει ο φκελλος, αλλ κι λλων μαρτυριν, το 2 μυθιστρημα του Τασκου. τσι, η ιστορα διαπλκεται με τη μυθιστορα, τα εφευρημνα γεγοντα ταυτζονται με τα πραγματικ, συγγραφας κι αναγνστης δεν γνωρζουνε τελικ πο σταματ η ζω και πο αρχζει το μυθιστρημα, ποι η αλθεια και ποι η πλασττητα. Μπορον να τον απολασουν ως μυθιστρημα κι οι πλον φυσικο... αφελες αναγνστες. Τα διαδραματιζμενα γεγοντα εναι πειστικ, οι συμβσεις του ρεαλιστικο μυθιστορματος δεν εγκαταλεπονται, ο μετα-μυθιστορηματικς προβληματισμς μπορε να περσει, πως και πρασε, απαρατρητος. Με αυτ το ργο κατρθωσε χι μνο να δσει να ρτιο μυθιστρημα, αλλ και να δεξει τι καλλιεργοσε το μυθιστορηματικ εδος, χοντας πλρη συνεδηση των εγγενν χαρακτηριστικν και προβλημτων του και προωθημνη αντληψη των δυνατοττων του.
     λο το ργο του Καραγτση εναι νας παμμεγθης Κτρινος Φκελλος, γεμτος πειραματικς Θσεις και ρεαλιστικς Αντιθσεις για την ανθρπινη κωμωδα. Αυτ το ενιαο κεμενο, παρ τις προκαταβολικς ιδες, σως κι εξ αιτας τους, εναι ολοζντανο σμα, που χαρεται, πλαντζει, σπρνει, γενν, σφλλει, καρδιοχτυπ. Η πιο σωματικ γραφ στα Να Ελληνικ εναι λο αισθσεις -απ τις 5 πιο πολ η ραση κι η σφρηση- κι η κτη ββαια, οι λλες δεν σταματνε παρ μνο στον θνατο, ετοτη τονε φρνει σ' λο τον βο. Δεν υπρχει εδ τποτα αθο, ανατιο, σκοτειν, εκτς απ να: το πεπρωμνο, το Ριζικ...



     Αν η μα ψη εναι ο αλτης του Χμσουν που περιπλανιται αλλοσοσουμος με φερσματα και καμματα αλλκοτα σε λογοτεχνικς σελδες κι αποτελε σμβολο νεορρομαντικς φυγς στα χρνια κυρως της 10ετας του '20, επιβλλοντας τη πληθωρικ κι ανμελη παρουσα του, ττε η λλη ψη της αλητογραφας, νατουραλιστικς αυτ τη φορ καταγωγς, προβλλει μαζ με τους απβλητους, τους κατατρεγμνους και τους μεσους μμεσους κοινωνικος στχους της. Σ' αυτν ακριβς, τη σκοτειν, ας πομε πλευρ του φεγγαριο εντσσονται κι οι απκληροι του Καραγτση. τσι, Το Μπουρνι (Το συναξρι των αμαρτωλν 1935, Το μεγλο συναξρι 1951 κι αυτοτελς κδοση 1943) με αιχμ του δρατος τον αλλοπαρμνο Νσο, Η Μεγλη Βδομδα Του Πρεζκη (Πυρετς 1945 και Το μεγλο συναξρι), Ο νθρωπος Με Το Φλεμνι (Πυρετς και Το μεγλο συναξρι), Νυχτεριν Ιστορα (Νυχτεριν ιστορα 1943) και Τα Χταποδκια (Το νερ της βροχς 1950) επιλγονται κι αποτελον το σμα των κειμνων, στα οποα θα ερευνηθε ο τρπος με τον οποο συμπλκεται ο κσμος με το απ-κοσμο πρσωπο, το ριο με το περιθριο.
ο σκοτεινς κσμος των απ-κοσμων υποκειμνων κατχει στο διηγηματογραφικ σμπαν του Καραγτση μα περοπτη φωτειν θση.
     Η προβολ του διαφορετικο λλου με ποικλες μορφς φανεται να επιτελε σημαντικς λειτουργες. Καθς διευρευνται η σχση ανμεσα στον κσμο και στον απ-κοσμο σντροφο, δνεται η ευκαιρα αλλο περισστερο κι αλλο λιγτερο ν' ασκηθε να εδος κοινωνικς κριτικς για ακαμψα, αναλγησα και για αδυναμα υποδοχς κι ενσωμτωσης του αλλιτικου, να καταδειχθε ακμη η κοινωνα ως φρσα, πλνη κι απτη, να εξυμνηθε η τρυφερδα κι η γλυκτητα του εσωτερικο κτω απ την γρια και σκληρ, απροσπλαστη σχεδν, φλοδα, να συντελεστε η αναγνωστικ προσγγιση με τη βοθεια της ευνοιοκρατομενης αφηγηματικς προοπτικς με το ανοκειο και το εξωτικ, να αποτυπωθε η ανθρπινη παθολογα στη πολυπλοκτητ της λουσμνη στο αγγελικ μαρο φως της, τσι οι περιθωριακο του Καραγτση μπορε να 'ναι κι ο τπος της στιρας, της ειρωνεας, της υπονμευσης και της ανατροπς των συμβσεων, του μοχθηρο γλιου που καταδικζει και περιπαζει και ββαια της εναγνιας αναζτησης κοινωνικς ταυττητας που, μεταξ των λλων, σημανει την αναζτηση της συντροφικτητας, το νεμα της αποδοχς και της συγκατνευσης στο βλμμα του λλου.




ΡΗΤΑ:

Ποι πθος γιατρετηκε ποτ; Ποις ανικανοποητος πθος δεν απωθθηκε στα λημρια του υποσυνεδητου;

Καινοριο σπτι με τις διες πτρες δεν ξαναγνεται.

Δεν υπρχει πιο απθανο πρμα απ την αλθεια.

Ο ρωτας πηγζει απ τον εγωισμ να κυριαρχσουμε, με κθε θυσα, στον εγωισμ ενς ετερφυλου.

Οι νθρωποι με τους συνεπες κι ακλνητους χαραχτρες γεννον την εχτμηση των ολγων και τη συμπθεια κανενς.

Η μορα των ανθρπων εναι ο θνατος κι η μορα των θεν εναι η λθη.

Η μεγαλτερη εξυπνδα εναι εκενη που οδηγε στην ευτυχα.

“Πρπει”. Ποις ανητος γννησε αυτ το λγο και ποιος τρελς πστεψε σ' αυτν; Το πρβλημα των πρξεν μας -της ζως μας δηλαδ το πρβλημα- δε βρσκεται στη δεοντολογα, μα στο δυναμισμ.

"Πρπει", ο πιο δειος λγος στην απραντη κενολογα της ανθρπινης γλσσας.

Ο ρωτας εναι να χρος προς τη φση που σ' πλασε. Προς τον εαυτ σου, που βρκε τη δικαωσ του. Προς τον νθρωπο που αγαπς, που σου 'δωσε και του 'δωσες γεση ζως.

Δεν αρκε ν' ανοξεις την πλη του παραδεσου, για να τον χαρες. Η ευτυχα στερινεται στη συνεχ νομ.

Μες στη ψυχ του κθε ανθρπου η τιμιτητα υπρχει ατφια. Μα δεν υπρχει πντα δναμη να παραδεχτομε και να στερισουμε το τμιο με στοχασμος και πρξεις ανλογες.

Εναι τα καλ παιδι, οι συμπαθητικο τποι, οι χρυσς καρδις, οι ευχριστοι σντροφοι, οι χρωμοι νθρωποι, που χι μνο δεν ενοχλον καννα με την ανπαρχτη προσωπικτητ τους, μα και κολακεουν λες τις μικροπρπειες με τη μικροψυχα τους.

Γιατ η σχγρονη ευπρπεια εξοστρακζει απ τη ρητορικ και το γραπτ λγο χι μνο τα εγκμια μα και την ονομασα των γλουτν; Πο οι πνευματικο απγονοι των αρχαων Ελλνων -δηλαδ λη η Ανθρωπτητα- βρσκουν την απρπεια και το κακ γοστο; Μπως στην αρχαα Ελλδα ο ρος “καλλπυγος” δεν ταν αντατος παινος ομορφις; Αφο και σε θεος χαριζταν και ναο σαν γνωστο μ' αυτ την προσωνυμα…

Ο νμος της ζως διδσκει πως ο ρωτας ετε εναι ευχ του Διαβλου, ετε κατρα του Θεο.

ΕΡΓΑ:

Μυθιστορματα

Γιογκερμαν 1938
Ο Γιογκερμαν και τα στερν του, 1941
Ο κοτζμπασης του Καστρπυργου
Ο μεγλος πνος
νας χαμνος κσμος
Αμα χαμνο και κερδισμνο
μρι α Μογκου, στο χρι του Θεο
Τα στερν του Μχαλου
Ο θνατος κι ο Θδωρος
Ο κτρινος φκελος
Το Μυθιστρημα των Τεσσρων, με Ηλ.Βενζη, Αγγ. Τερζκη, Στ. Μυριβλη
Σργιος και Βκχος
Η θαυμαστ ιστορα των αγων Σργιου και Βκχου
Το 10 (ημιτελς)

Νουβλες

Ο συνταγματρχης Λιπκιν, 1933
Η Μεγλη Χμαιρα, 1936 
Λειτουργα σε λα φεσις
To χαμνο νησ

Συλλογς διηγημτων

Το συναξρι των αμαρτωλν 1935
Το μεγλο συναξρι 1952
Η μεγλη λιτανεα 1956, (Α' Κρατικ Βραβεο Λογοτεχνας Διηγματος 1956)

Νεανικ διηγματα 1993
Ιστορες αμαρτας κι αγιοσνης (επιλογ διηγ. απ τη Λιτανεα των Ασεβν και το Συναξρι των αμαρτωλν 2003

λλα ργα

Βασλης Λσκος μυθιστορηματικ βιογραφα, 1948 (για το Βασλη Λσκο)
Καταδρομ, σενριο ταινας που σκηνοθτησε ο διος
Το μπαρ Ελδορδο, θεατρικ ργο , 1946
Κρμεν η χιτνα, θεατρικ διασκευ , 1948
Η Ιστορα των Ελλνων, 1952

Περιπλνηση στον κσμο, ταξιδιωτικ
Κριτικ Θετρου 1946-1960, 1999

=================

                                                                   Tα Χταποδκια

     Οι νοτιδες
φρναν σγνεφα εκενο το χειμνα, μα χι το 'να πσω απ τ' λλο. φηναν και ρες, την κθε μρα, που ξαστρωνε λιγκι ο ουρανς. Αυτ γινταν περ το δειλιν. Κι
ταν ο λιος σο δεν παρνει χρυσαφς, κτι σα μλι φωτειν ξεχυνταν στο μικρ λιμνι, στ' αργοσλευτα κακια του, στις μπαταρισμνες βρκες, στα δχτυα των ψαρδων που στγνωναν απλωμνα, στη θλασσα που σιγανσαινε, στους ανθρπους που τριγυρνοσαν πρα δθε, γνωστο γιατ. Περ τη νχτα θα χλαγε πλι ο καιρς. Αυτ το καταλβαινες απ τους γλρους που πετοσαν χαμηλ, ξυναν τη θλασσα με τις φτερoγες τους, κλαγγζοντας κποιαν ακατληπτη ανησυχα. Και το ντις, σε λγο φταναν ξαν τα σγνεφα, αβγατζοντας πολ το βραδιν σκοτδι, τσι που 'σφιγγε η ψυχ του ανθρπου.
     τσι λοιπν, την ρα που ο Αστρας πλευε με τα σγνεφα, μπκε ο λεγμενος στο μαγαζκι, μποτζροντας δθε κεθε, σαν τραμπκουλο σε σοροκδα. Κοντς ταν, κακοσοσουμος, αρκοντως γηραλος, χι καλοντυμνος οτε καθαρς, μ' να μαντλι ματωμνο γρω στο κεφλι -σγουρα φρεσκοσπασμνο ταν. Η μτη του μλιστα, εχε μεγλα χλια, γδαρμνη, πρησμνη, σκεπασμνη κομμτια αμα πηχτ. κουτρουβλα εχε πρει ο ερφης, ξλο γερ εχε πσει, μπερντχι με σστημα, πνω χρι - κτω χρι, του αλατιο τον εχαν κανωμνο. Τρα, γινωμνος ταν ταν τις φαγε, τα κοπνησε κατπι, να πνξει στο κρασ το μερκι το καβγ; Αυτ δεν το ξρουμε. Το ββαιο εναι, λαν σουρωμνος ταν ταν μπκε στο μαγαζ, κρατοσε μλιστα στο χρι κατιτς τυλιγμνο σε χαρτ, φαγσιμο πρπει να ταν. Προχρησε, το λοιπν, κατ τον μπεζαχτ, χαιρετντας πολ εγκρδια τις δο παρες που βρσκονταν την ρα εκενη στο μαγαζ. Μα δεν πρε αντιχαιρτισμα, νεκα που οι μεν -δυο μαντρχαλοι- σαν πολ απασχολημνοι με τις κοπλες τους και δεν εχαν καιρ για κουβντες χρηστες. σο για τους δε, αυτο πναν το κρασ τους λαν βαρθυμοι και σρτικοι, εχαν φανεται τις στεναχριες τους. Τι να κνει, λοιπν, κι αυτς; Παργγειλε οζο καραφκι, κι πιασε κουβντα με το μαγαζτορα, νεκα που ο Θες τον κανε νθρωπο κοινωνικ, πολ συσχετικ, η μουγκαμρα κι η περισυλλογ ποσς δεν του επγαιναν. Επε μλιστα τη γνμη του δυνατ, να την ακοσει λος ο κσμος:
- ποιος δε μιλει, πεθαμνος εναι και θβουν τον!
     Ακομπησε το στρτσο στον μπεζαχτ κι ρχισε ν' αδειζει το καραφκι σε δυο νεροπτηρα, προσχοντας φοβερ στη μοιρασι, μπως τυχν και στξει κμπος στο 'να πιτερο απ τ' λλο. Αφο τλειωσε τη δκαιη αυτ κατανομ, πρε το πρτο ποτρι και το πιε, πιε και το δετερο, θαραπηκαν τα σωθικ του κι ρχισε μεγλο λακριντ με το μαγαζτορα. νεκα μως που η παρα μας βρισκταν κμποσο μακρι, δεν δωσε κανες μας προσοχ, εξλλου εχαμε δικς μας κουβντες να πομε, πολ σοβαρς και διλου ευτρπελες. Πες πως τον αλησμονσαμε κι αυτν, και τα σπασμνα μοτρα του, και το στρτσο και το μεθσι του και το λακριντ του. ταν, ξαφνα, κουβντες σε φος ντονο τρβηξαν την προσοχ μας:
- χι, κριος, δε θλουμε το κρασμ σου!
- Και γιατ, δηλαδς; Εγ εκινθην απ την ευγενς πρθεσις…
- Κβε λγια και στρι! Πολ ψερα μς γνηκες!
     Η παρεξγηση συνβαινε με την λλη παρα που ο ερφης θλησε να τη κερσει, γνωστο γιατ. σως που το κρασ τον κανε πολ κοινωνικ, πρθυμο να πισει σχσεις εκολες και γκαρδιακς με τον πσα τυχν. σως πλι και να του γυλισαν τα κορτσια, θελε να κνει το κομμτι του. Οι μαντρχαλοι μως πραν αλλις το πρμα, εξ ου κι ο καβγς -"περικαλ, κριος!" και "με το μπαρδν, δεν εσαστε εν τξει εν πση περιπτσει!". Ο νας μλιστα απ τους δυο -νθρωπος ευερθιστος- σηκθηκε μια στιγμ, κι επε λγια βαρι που προδκαζαν χειροδικα. Τσριξαν τα κορτσια: "Mανλη! Για τ' νομα της Παναγις!", μπκε στη μση κι ο λλος, ο πλον ψχραιμος, και το επεισδιο θεωρεται λξαν. Ο ερφης υποχρησε κανονικ κατ τον μπεζαχτ, που τον τραβοσε απ το μανκι ο ταβερνιρης αυταρχικτατα:
- πιες το οζο σου, Παναγιωτκη; Πλρωνε και στρβε! χι ιστορες στο μαγαζ μου!
     Σαν ν' αποφσισε να ησυχσει ο Παναγιωτκης, αλλ για να φγει, οτε λγος! θελε, σνει και καλ, ν' ανοξει την καρδι του, να πει τον πνο του, να μιλσει με νθρωπο. Κανες να μην τον θλει, κανες να μην καταλαβανει, λοι να τον διχνουν - τι κακ πλι αυτ! Σαν τους Χτες, στον Αη-Λευτρη, που παραξγησαν τα λεγμεν του και τον κναν σσπαστο στο ξλο. Μα το ξλο δεν τον νοιαζε τσο, σο η παρεξγηση.
- Δεν εμαι κουκους, εγ! Εμαι καθς πρπει! Πολ πολ καθς πρπει…
     Οι μαντρχαλοι της λλης παρας, που το επεισδιο λξαν δεν ασχολονταν πια μαζ του, του 'ριξαν σκοτεινς ματις. κλιναν προς τ' αριστερ, ως φανεται, κι ο λγος του λεγμενου τους ξινοφνηκε. Γνηκε πρχειρο διαβολιο -να τον δερουν, να μην τον δερουν- μα δεν πραν απφαση, νεκα που μλις ξυλοδαρμνος απ τους Χτες τανε, στω και λγω παρεξγησης, δε στκεται να τις φει κι απ τους κουκουδες. Εξλλου, ο νθρωπος εχε πια τα πιο φιλειρηνικ αισθματα: Ξεδπλωσε το στρτσο, τρβηξε δυο χταποδκια που ταν μσα, τα καμρωσε κι εδλωσε πως χει κθε δικαωμα να τα μαγειρψει και να τα φει ποτζοντς τα με μπλικον κρσο, νεκα που το χταπδι χωρς να πρτο κρασ δε μαγειρεεται, και δχως να δετερο δε χωνεεται. ρχισε, λοιπν, μεγλες συνεννοσεις με το μαγαζτορα, να του ψσει τα χταπδια, να τα φει εδ που βρσκεται, δηλαδ να τα φνε παρα, νεκα που η μοναξι κι αυτς δεν συνταιριζουν, ανκαθεν ντερμπεντρης νθρωπος ταν. Ο μαγαζτορας μως εχε μεγλες αντιρρσεις. Των αδυντων αδνατο! Η φουβo ταν πιασμνη με τις γπες, κατπι θα τηγνιζε παττες, στερα θα ρχονταν η πελατεα και θα παργγελνε της ρας πρματα, συκωτκια, μπαρμπουνκια, σαγανκια.
- ,τι λλο, Παναγιωτκη μου, αυτ μως μη μου το ζητς!
- Δεν χω, δηλαδς, το δικαωμα να φω κι εγ να μεζ σαν νθρωπος -να, τα χταποδκια μου- και να πιω το κρασ μου, σα φιλσυχος πολτης; Εμνα που με βλπεις, δικα μ' δειραν οι Χτες στον η-Λευτρη. Δεν εμαι κουκους!
     Εχε αρπξει το μαγαζτορα απ το γιακ και του ξηγοσε περ δι μακρν το πς γνηκε η παρεξγηση με τους Χτες. Κι επμενε -ψερα σωστ- πως δεν ταν εντξει, ο μαγαζτορας, να μην του μαγειρεει τα χταποδκια, να φει να μεζ, να πιει να κρασ, και δος του επιχειρηματολογα, φλυαρα και λογοδιρροια -για ψερα, ναι, ταν ψερα και περφημη!
- Δε γνεται, Παναγιωτκη μου! του επε ο λλος κoφτ. Να πας στην Ευταλα να στα μαγειρψει. Κι ντε τσαμποκ τσαμποκ, δειαζ μου το μαγαζ κι χω δουλει! Πλακνει η πελατεα.
     Ο ερφης σπασε, σα να εδε πως τποτα πια δε γνεται, πως πρεπε να το πρει απφαση. Τλιξε τα χταποδκια στο στρτσο, τα βαλε υπ μλης και τρβηξε κατ την πρτα. Μα η αγανχτηση τον πνιξε. Γρισε, το λοιπν, κι ρχισε καινορια δημηγορα:
- Στην Ευταλα… ιντε συ να πεις στην Ευταλα να στα μαγειρψει! Συ, που δεν εσαι ντρας της… Εγ, δηλαδ, δεν χω δικαωμα να φω να μεζ, να πιω να κρασ;
     Αργ κατλαβε πως μιλοσε στα κοφια, νεκα που ο μαγαζτορας εχε αποτραβηχτε στην κουζνα. Σκωσε, το λοιπν, τους μους και τρβηξε πλι κατ την πρτα. Φανεται μως πως δε βολοσε η ψυχ του να ξεκολλσει εκολ' απ' το μαγαζ. Περνντας μπροστ στην παρα μας κοντοστθηκε. θελε κουβντα.
- χει τσιγρο;
     Απκριση καμι. Εδαμε τι κολλιτσδα ταν, αν του μιλοσαμε ξεκολλημ δε θα 'χε. Αυτς μως εκε!
- Θλω τσιγρο.
- Δεν χει! του λει ο Αγλουρας.
- Πς δεν χει, αφο καπνζετε!
     ταν κι αναιδς.
- ιντε στο καλ! του λει ο υποπλοαρχος, κι σε μας συχους. Ακος;
     Αυτ δεν του ρεσε, του φλου. Πρε αμσως φος κουτσαβκικο, προκλητικ, μπεχλιβνικο. Κι αμλησε την πρστυχη κουβντα:
- Επειδ, δηλαδς, χεις δυμισι γαλνια στο μανκι, μας κνεις και τον κργα;
     Φως φανρι πως οι Χτες του Αη Λευτρη δεν εχαν και τσο δικο. Μαρτυρθηκε μοναχς του. Ο υποπλοαρχος χαμογλασε κτω απ τα μουστκια του. Μα ο Αγλουρας σηκθηκε, ρπαξε τον Παναγιωτκη απ τις πλτες και απλ, αυστηρ, θετικ τον βγαλ' ξω απ το μαγαζ. Τον βγαλε, δεν τον πταξε. λα γνηκαν μ' ευγνεια και κατανηση, ως αρμζει να φρεται κανες σ' ναν μεθυσμνο, ναν ακαταλγιστο. Κι αυτς δεν φερε καμιν αντσταση, ψοφοδες ταν, μνο λγια και τποτες λλο. Ανθρωπκος, που το κρασ τον εχτυποσε παρξενα, τον κανε να λει μπορδες δχως να τις συλλογιστε.
     Ο Αγλουρας εγρισε και ξανακθισε στη θση του. Κφι δεν εχαμ' εξαρχς, τρα το λγο που εχε απομενει ξανεμστηκε κι αυτ. Δεν ταν να ‘ρθει κι αυτ τ' αυτοκνητο, να πμε στις δουλεις μας! Η νχτα εχε πσει πια, ρθαν πλι τα σγνεφα, μαρισε ο ουρανς διπλ σκοτδι, το διο κι η θλασσα. Μλις βλεπες τα κατρτια των κακιν ν' αργοσαλεουν πρα δθε πνω στο μουντ στερωμα, σα μετρονμια που κρταγαν στον νεμο το ρυθμ των νερν. Πρπει και να ψιλβρεχε, εμες δεν το βλπαμε, τσι στο βθος που καθμαστε. Μα ρχονταν απ το πλαγο οσμ υγρο νοτι, μριζε και το χμα, μουλιασμνο ως ταν.
     Και να, δεν πρασαν οτε τρα λεφτ, και ξαναπαρουσιστηκε στην πρτα. κανε να μπει πλι στο μαγαζ, νεκα που εχε μεθσι πεισματρικο, επμονο, τποτα δεν τον κανε ν' αλλξει το κφι του. Μεμις μως λοι σηκωθκαμε, η παρα μας, η λλη παρα, ο μαγαζτορας:
- Πλι εδ εσαι; ξω! ξω! Φεγ' απ δω! Πγαινε στο σπτι σου! Μπεκρολιακα! Προστυχμουτρο! Κολλιτσδα! Ψερα! Ψερα!
     Αυτ γνηκε τμια κι αυθρμητα, μας εχε φρει ως εδ, ο αλιτριος! σο εμες ξαφνιαστκαμε απ το φρσιμ μας, λλο τσο κι αυτς. Η κατακραυγ χμηξε απνω του, τνε βρεσε στο στθος, τον σταμτησε, τον πισωπλτισε. Απμεινε ασλευτος, κρατντας τα τυλιγμνα χταπδια στο χρι το ζερβ, κι ριξε ματι γεμτη δος ολοτργυρα. Πρπει τα μοτρα μας να σαν τσο γρια, που φοβθηκε.
- Καλ… μουρμορισε… Καλ! Θα φγω… Αφο δε με θλετε… Μα πο να πω; Πο; Στην Ευταλα; νας λγος εναι αυτς. Οτε κι αυτ με θλει, πως κι εσες. Κανες! Κανες…
     Τον πιασε κτι σαν παρπονο, κι πλωσε το χρι που κρατοσε τα χταπδια:
- Να! Αυτ τα χταπδια. Στη χβολη… λοι μαζ θα τα τργαμε. να μεζ κι να κρασ. Σαν νθρωπος κι εγ. Σαν νθρωπος…
     Μας κοταγε και πρσμενε κατανηση, σαν νθρωπος απ τους ανθρπους. Μα μνο φτσες παγωμνες αντκρισε, μτια γεμτα σκληρδα και κακα. Κακα ανθρπινη.
     Ττε, κατλαβε. Κτι σαν αποκαρδωση τον πιασε, λα σπασαν εντς του. πεσε αδναμο το χρι που κρατοσε τα δυο χταπδια στο στρτσο το χαρτ, μταιη προσφορ στην κατανηση των ανθρπων. Πρε αργ στροφ, βγκε πλι απ το μαγαζ, πεσε βαρς στο σκαλοπτι κι απμεινε ασλευτος, με το τσακισμνο του κεφλι μες στις δυο παλμες. Δεν εμλησε πια, τποτα δεν επε, μα σμιξε την ψυχ του με τη νχτα του νοτι, τη σκπασε με σγνεφα, την τλιξε με πνος στριας χειμωνιτικης. σο για μας, ξανασκψαμε στα ποτρια, στις εφημερδες, στις κουβντες μας, μην καταλαβανοντας, μη θλοντας να καταλβουμε. Πρασε τσι ρα αρκετ, σως και δκα λεφτ, σως και τταρτο ολκληρο. Κι ταν ανασκωσα τα μτια και κοταξα την πρτα, εκε που εχε καθσει, δεν τον εδα πια. Εχε φγει, τρβηξε μσα στη νχτα, ποιος ξρει για πο, να μαγειρψει τα χταπδια του, να πιει να κρασ, σαν νθρωπος. Σαν νθρωπος, ακριβς…
     ρθε τ' αυτοκνητο -καιρς ταν, επ τλους! Σηκωθκαμε λοι με ανακοφιση και τραβξαμε κατ την πρτα. χι μνο που βιαζμαστε, αλλ και κτι μς στενοχραγε, μς πνιγε. Το κφι μας εχε χαλσει. πως δρασκλαγα το κατφλι της πρτας, πτησα σ' να πρμα μαλακ, γλυστερ, που παρ τρχα να πσω, να τσακιστ. Πρφτασα μως και κρατθηκ' απ το μνταλο του θυρφυλλου, σκυψα βλαστημντας, κι εδα πως αυτ που πτησα ταν το στρτσο με τα δυο χταπδια.
- Ρε παιδι! επα, ο ερφης παρτησε τα χταποδκια του…
     λοι απομεναμε σιωπηλο, κποιος στοχασμς ανδευε εντς μας, ταν φανερ αυτ.
-Μπως και τον προφτξουμε… μουρμορισε ο υποπλοαρχος.
     Κοιτξαμε πρα δθε, ψξαμε τη νχτα, με τους προβολες της φορντ. Τποτα. Η ακρογιαλι ξαπλωνταν ως πρα σκοτειν κι ερημικ, μνο κποιος γτος τριγυρνοσε κτω απ τη βροχ, νεκα που κντευε Γενρης. Και πλι απομεναμε δβουλοι, συλλογισμνοι.
- Τ θα γνει με τα χταπδια; ρτησα
     Ο Αγλουρας σκωσε τους μους.
– Θα τα πρω να τα φω εγ! επε. Κρμα να παν χαμνα…
     Χαμνα… Με τι προσοχ τα κουβαλοσε ο κακμοιρος, με τι λαχτρα πρσμενε να τα μαγερψει να τα φει, να τα ποτσει με καναδυ ποτρια! Ναι, να τα γλεντσει "σαν νθρωπος", παρα με τους συνανθρπους, που θα νιθαν τον καημ της ψυχς του… Μα οι νθρωποι -τα θερι- δεν νιωσαν, οτε ταν βολετ να νισουν. χρηστα τα χταποδκια πια, χθος και βρος για την απελπισα του. Τα παρτησε στο κατφλι κι φυγε και τρβηξε, και πγε…
     Ω, Θε μου! Πς πλασες τσο χαρη τη ζω, σε τοτονα τον κσμο;…
* * *
     Την λλη μρα -πλι με το σορουπο- στο διο μαγαζ εμαστε μαζωμνοι, πλι οι διοι νθρωποι και πλι τ' αυτοκνητο περιμναμε να' ρθει να μας πρει. Οτε φων οτε κουβντα. Βαρθυμες σαν οι ψυχς μας, πιτερο κι απ τον ουραν. Ο Αγλουρας μλιστα φαιντανε ζαβλακωμνος.
- Τι χεις; τον ρτησα.
- Εκενα τα χταπδια… Εδ μο χουν σταθε.
- Τα χταπδια του Παναγιωτκη; επε ο μαγαζτορας που σκοπιζε το τραπζι με μια πατσαβορα. Θες σχωρσ' τον! Τνε βρκαν σμερα το πρω, στα βρχια του κβου. πως ταν τφλα χτες το βρδυ, παραπτησε, φανεται, κι πεσε απ ψηλ. Το κεφλι του γνηκε λιμα…
     Κανες μας δεν εμλησε. Μνον ο Αγλουρας σηκθηκε απ την καρκλα.
- Πο πας; τον ρτησα.
- Πω να κνω εμετ… επε.
     τανε κατακτρινος...


 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers