Πεζά

Ποίηση-Μύθια

Ο Dali & Εγώ

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Σχόλια-Αρθρα

Λαογραφικά

Ενδιαφέροντες

Κλασσικά

Αρχαία Ελλ Γραμμ

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Παγκ. Θέατρο

Ινφ-Σχολ-Επικοιν.

Φανταστικό

Ερ. Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Κλασσικά 

Beckett Samuel: Περιμένοντας & Δημιουργώντας... (συνέχεια)

                     Περιμένοντας Τον Γκοντό
                                                                       ιλαροτραγωδία σε 2 πράξεις
                              ΠΡΟΣΩΠΑ

                             Εστραγκόν
                              Βλαντιμίρ
                                  Λάκι
                                 Πότζο
                                  Αγόρι

-----------------------------------------------------------------------------

Πράξη 1η:  (εξοχικός δρόμος. δέντρο. βραδάκι. ο Εστραγκόν είναι καθισμένος σ' ένα λοφάκι και προσπαθεί να βγάλει τις μπότες του. τις τραβά και με τα δυο χέρια, ξεφυσώντας. τα παρατά, εξαντλημένος, ξεκουράζεται λίγο και προσπαθεί ξανά. όπως και πριν. έρχεται ο Βλαντιμίρ.)

    

Εστραγκόν. (παρατά ξανά τη προσπάθεια). Δε γίνεται τίποτα.
Βλαντιμίρ. (προχωρώντας με μικρές, κοφτές δρασκελιές). Αρχίζω να το πιστεύω. Σ' όλη μου τη ζωή προσπάθησα να πείσω τον εαυτό μου λέγοντας: Βλαντιμίρ λογικέψου, δεν έκανες ακόμα όλες τις προσπάθειες. Και ξανάρχιζα τον αγώνα. (αναπολεί τον αγώνα του μ' ονειροπόλο ύφος. στρέφεται στον Εστραγκόν). Ορίστε, είσαι δω πάλι.
Εστρ. Είμαι;
Βλαντ. Χαίρομαι που σε ξαναβλέπω. Νόμιζα πως είχες φύγει για πάντα.
Εστρ. Κι εγώ έτσι νόμιζα.
Βλαντ. Μαζί ξανά επιτέλους! Πρέπει να το γιορτάσουμεν αυτό. Αλλά πώς; (σκέφτεται). Σήκω να σ' αγκαλιάσω.
Εστρ. (κακόκεφα). Όχι τώρα, όχι τώρα.
Βλαντ. (θιγμένος, με παγερό τόνο). Μπορώ να ρωτήσω που πέρασε τη νύχτα η Αυτού Υψηλότητα;
Εστρ. Σ' ένα χαντάκι.
Βλαντ. (με θαυμασμό). Σ' ένα χαντάκι, πού;
Εστρ. (χωρίς να κάνει καμμιά χειρονομία). Εκεί πέρα.
Βλαντ. Και δε σε δείρανε;
Εστρ. Να με δείρουν; Ναι... πως... βέβαια, με δείρανε.
Βλαντ. Η ίδια παρέα όπως συνήθως;
Εστρ. Η ίδια; Δε ξέρω.
Βλαντ. Όταν το σκέφτομαι... όλ' αυτά τα χρόνια... αλλά για μένα... πού θα ήσουν; (αποφασιστικά). Δε θα 'σουνα τίποτ' άλλο παρά ένα μάτσο κόκαλα τώρα, το δίχως άλλο.
Εστρ. Και τί μ' αυτό;
Βλαντ. (θλιμμένα). Είναι πάρα πολύ για έναν άντρα. (παύση. εύθυμα). Από την άλλη μεριά, ποιό τ' όφελος να ερωτεύεσαι σήμερα, αυτό λέω εγώ. Θα 'πρεπε να το 'χαμε σκεφτεί πριν από ένα εκατομμύριο χρόνια, στη δεκαετία του εννενήντα.
Εστρ. Α σταμάτα τις ανοησίες και βοήθησέ με να βγάλω αυτό το καταραμένο πράμα.
Βλαντ. Χέρι-χέρι από τη κορφή του Πύργου του 'Αιφέλ, ανάμεσα στους πρώτους. Τώρα είναι πολύ αργά. Ούτε που θα μας άφηναν ν' ανέβουμε. (ο Εστραγκόν τραβά με μανία τη μπότα του). Τί κάνεις εκεί;
Εστρ. Βγάζω τη μπότα μου. Δε σου 'τυχε ποτέ;
Βλαντ. Τις μπότες πρέπει να τις βγάζουμε κάθε μέρα. Κουράστηκα να στο λέω. Γιατί δεν μ' ακούς;
Εστρ. (αδύναμα). Βοήθα με!
Βλαντ. Πονά;
Εστρ. Πονά! Ρωτά αν πονά!
Βλαντ (θυμωμένα). Κανείς δεν υποφέρει ποτέ εκτός από σένα. Θα 'θελα ν' ακούσω τι θα 'λεγες αν είχες αυτό που 'χω γω.
Εστρ. Πονά;
Βλαντ. Πονά! Ρωτά αν πονά!
Εστρ. (δείχνοντας). Μπορείς να το κουμπώσεις παρολαυτά.
Βλαντ. (γέρνει και γονατίζει). Πράγματι. (κουμπώνει το παντελόνι του). Ποτέ να μη παραμελείς αυτά τα μικροπράματα της ζωής.
Εστρ. Τί νομίζεις, πάντα περιμένεις τη τελευταία στιγμή.
Βλαντ. (σκεφτικά). Τη τελευταία στιγμή... (συλλογίζεται). Η ελπίδα καθυστέρησε την αρρώστια, ποιός το 'πε αυτό;
Εστρ. Γιατί δε με βοηθάς;
Βλαντ. Μερικές φορές το νιώθω να 'ρχεται, παρολαυτά. Μετά γίνομαι ιδιόρρυθμος. (βγάζει το καπέλο του, κοιτά μέσα, το ψάχνει, το κουνά, το ξαναφορά). Πώς να το πω; Ανακουφίστηκα και ταυτόχρονα... (ψάχνει τη λέξη)... τρομοκρατήθηκα. (μ' έμφαση). ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΗΘΗΚΑ στη κυριολεξία. (ξαναβγάζει το καπέλο, κοιτά μέσα). Περίεργο. (χτυπά τη κορφή σα να θέλει να διώξει ένα ξένο σώμα, ξανακοιτά μέσα, το ξαναφορά). Δε γίνεται τίποτα. ( ο Εστραγκόν, με μιαν υπέρτατη προσπάθεια, καταφέρνει να βγάλει τη μπότα. κοιτά μέσα της, τη ψηλαφίζει, τη γυρίζει ανάποδα, τη τινάζει, κοιτάζει το πάτωμα για να δει αν έχει πέσει τίποτα έξω, δε βρίσκει τίποτε, ξαναψάχνει μέσα, κοιτάζοντας τυφλά μπρος του). Λοιπόν;
Εστρ. Τίποτα
Βλαντ. Δείξε μου.
Εστρ. Δεν έχω να σου δείξω τίποτα.
Βλαντ. Προσπάθησε να τη ξαναβάλεις.
Εστρ. (εξετάζοντας το πόδι του). Ας πάρει λίγον αέρα.
Βλαντ. Ορίστε ένας άνθρωπος που κατηγορεί τις μπότες του για το ελάττωμα των ποδιών του. (ξαναβγάζει το καπέλο, κοιτά μέσα, το ψηλαφίζει, το χτυπά στη κορφή, φυσά μέσα του, το ξαναφορά). Γίνεται ανησυχητικό. (σιγή. ο Βλαντιμίρ έχει πέσει σε βαθιά συλλογή, ο Εστραγκόν τραβά τα δάχτυλα του ποδιού του). Ο ένας από τους κλέφτες τη γλύτωσε. (παύση) Είναι λογικό ποσοστό. (παύση) Γκογκό.
Εστρ. Τί;
Βλαντ. Ας υποθέσουμε πως μετανιώσαμε.
Εστρ. Να μετανιώσουμε για ποιό πράμα;
Βλαντ. Ω... (σκέφτεται). Δε χρειάζεται να μπούμε σε λεπτομέρειες.
Εστρ. Πού γεννηθήκαμε;
Βλαντ. (ξεσπά σε βροντερά γέλια που τα πνίγει αμέσως. βάζει το χέρι του στη λεκάνη του ενώ το πρόσωπό του συστρέφεται) Δε πρέπει να γελά κανείς πια.
Εστρ. Φοβερή στέρηση.
Βλαντ. Μόνο να χαμογελά. (χαμογελά ξαφνικά μέχρι τ' αφτιά, εξακολουθεί να χαμογελά, σταματά το ίδιο ξαφνικά) Δεν είναι το ίδιο. Δε γίνεται τίποτα. (παύση) Γκογκό.
Εστρ. Τί είναι;
Βλαντ. Διάβασες ποτέ τη Βίβλο;
Εστρ. Τη Βίβλο... (σκέφτεται). Πρέπει να της έρριξα καμμιά ματιά.
Βλαντ. Θυμάσαι τα Ευαγγέλια;
Εστρ. Θυμάμαι τους χάρτες της Ιερής Χώρας. Ήτανε χρωματιστοί. Πολύ ωραίοι. Η Νεκρή Θάλασσα ήταν ανοιχτή γαλάζια. Και μόνο που τη κοίταγα διψούσα. Εκεί πρέπει να πάμε, έλεγα, εκεί θα περάσουμε το μήνα του μέλιτος. Θα κολυμπάμε. Θα 'μαστε ευτυχισμένοι.
Βλαντ. Θα 'πρεπε να γίνεις ποιητής.
Εστρ. Ήμουν. (δείχνει τα κουρέλια του). Δεν είναι φανερό; (σιγή)
Βλαντ. Πού 'χα μείνει... Πώς είναι το πόδι σου;
Εστρ. Πρήζεται άσχημα.
Βλαντ. Α ναι, οι δυο κλέφτες. Θυμάσαι την ιστορία;
Εστρ. Όχι.
Βλαντ. Θα περάσει κι η ώρα. (παύση). Δυο κλέφτες, που σταυρωθήκανε μαζί με τον Σωτήρα μας. Ό ένας...
Εστρ. Με τον ποιό μας;
Βλαντ. Τον Σωτήρα μας. Δυο κλέφτες. Ο ένας υποτίθεται πως σώθηκε κι ο άλλος... (ψάχνει για το αντίθετο του 'σώθηκε' )... καταδικάστηκε.
Εστρ. Σώθηκε από τί;
Βλαντ. Από τη κόλαση.
Εστρ. Φεύγω. (δε κινείται).
Βλαντ. Κι όμως... (παύση)... πώς είναι -ελπίζω να μη σ' ενοχλεί αυτό- πώς είναι που από τους τέσσερις Ευαγγελιστές μόνον ένας να μιλά για ένα κλέφτη που σώθηκε; Οι τέσσερίς τους ήταν εκεί -ή εκεί γύρω- και μόνον ένας μιλά για ένα κλέφτη που σώθηκε. (παύση). Έλα Γκογκό, γύρισε τη μπάλα, δε μπορείς μια φορά;
Εστρ. (με υπερβολικόν ενθουσιασμό). Αυτό το βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέρον.
Βλαντ. Ο ένας από τους τέσσερις. Από τους άλλους τρεις, οι δυο δεν αναφέρουνε τίποτα κι ο τρίτος λέει πως κι οι δυο τους τον έβρισαν.
Εστρ. Ποιόν;
Βλαντ. Τί;
Εστρ. Τί είναι όλ' αυτά; Ποιόν έβρισαν;
Βλαντ. Τον Σωτήρα.
Εστρ. Γιατί;
Βλαντ. Γιατί δε τους έσωσε.
Εστρ. Από τη κόλαση;
Βλαντ. Βλάκα! Από το θάνατο
Εστρ. Νόμισα πως είπες από τη κόλαση.
Βλαντ. Από το θάνατο, από το θάνατο.
Εστρ. Ε και λοιπόν;
Βλαντ. Τότε οι δυο απ' αυτούς πρέπει να καταδικάστηκαν.
Εστρ. Και γιατί όχι;
Βλαντ. Μα ο ένας από τους τέσσερις λέει πως σώθηκε ο ένας από τους δυο.
Εστρ. Λοιπόν; Δε συμφωνούν. Αυτό είναι όλο.
Βλαντ. Μα ήτανε κι οι τέσσερις εκεί. Και μόνον ένας μιλά για ένα κλέφτη που σώθηκε. Γιατί να πιστέψουμε αυτόν κι όχι τους άλλους;
Εστρ. Ποιός τονε πιστεύει;
Βλαντ. Όλοι. Είναι η μόνη εκδοχή που ξέρουν.
Εστρ. Οι άνθρωποι είναι εντελώς αγράμματοι πίθηκοι. (σηκώνεται με κόπο, βαδίζει κουτσαίνοντας στο αριστερό πόδι, σταματά, κοιτά μακρυά με το χέρι μπρος στα μάτια του, μετά βαδίζει με το δεξί πόδι να κουτσαίνει, κοιτά μακριά. ο Βλαντιμίρ τονε παρακολουθεί, μετά πηγαίνει και σηκώνει τη μπότα, κοιτά μέσα, τη πετά βιαστικά)
Βλαντ. Φτου! (φτύνει. ο Εστραγκόν πηγαίνει στο κέντρο, σταματά με τη πλάτη στο κοινό).
Εστρ. Ενθαρρυντικές προοπτικές. (στρέφεται στον Βλαντιμίρ). Πάμε.
Βλαντ. Δε μπορούμε.
Εστρ. Γιατί όχι;
Βλαντ. Περιμένουμε τον Γκοντό.
Εστρ. (απελπισμένα). Α! (παύση). Είσαι βέβαιος πως ήτανε σ' αυτό το μέρος.
Βλαντ. Τί;
Εστρ. Που θα περιμέναμε.
Βλαντ. Είπε κατά τις τρεις. (κοιτάζουνε το δέντρο). Βλέπεις κανέν άλλο;
Εστρ. Τί είναι;
Βλαντ. Δε ξέρω. Ιτιά.
Εστρ. Που 'ναι τα φύλλα;
Βλαντ. Θα μαραθήκανε.
Εστρ. Δε κλαίει πια.
Βλαντ. Ή ίσως δεν είναι η εποχή.
Εστρ. Μου φαίνεται περισσότερο σα θάμνος.
Βλαντ. Χαμόδεντρο.
Εστρ. Σα θάμνος.
Βλαντ. Α! Τί υπαινίσσεσαι; Πως ήρθαμε σε λάθος μέρος;
Εστρ. Θα 'πρεπε να βρίσκεται δω.
Βλαντ. Δεν είπε στα σίγουρα πως θα 'ρχότανε.
Εστρ. Κι αν δεν έρθει;
Βλαντ. Θα ξαναρθούμε αύριο.
Εστρ. Κι ύστερα μεθαύριο.
Βλαντ. Ίσως.
Εστρ. Κι ούτω καθ' εξής.
Βλαντ. Το θέμα είναι...
Εστρ. Ώσπου να 'ρθει.
Βλαντ. Είσαι άσπλαγχνος
Εστρ. Ήρθαμε δω χτες.
Βλαντ. Α όχι, κάνεις λάθος.
Εστρ. Τί κάναμε χτες;
Βλαντ. Τί κάναμε χτες;
Εστρ. Ναι.
Βλαντ. Γιατί... (θυμωμένα). Τίποτα δεν είναι βέβαιο όταν είσαι συ μπροστά.
Εστρ. Κατά τη γνώμη μου είμαστε δω.
Βλαντ. (κοιτάζοντας γύρω). Αναγνωρίζεις το μέρος;
Εστρ. Δεν είπα αυτό.
Βλαντ. Λοιπόν;
Εστρ. Δεν έχει διαφορά.
Βλαντ. Παρολαυτά... κείνο το δέντρο...(γυρίζοντας προς το κοινό)... κείνος ο βάλτος.
Εστρ. Είσαι σίγουρος πως ήταν απόψε;
Βλαντ. Τί;
Εστρ. Που θα τονε περιμέναμε.
Βλαντ. Είπε Σάββατο. (παύση). Νομίζω...
Εστρ. Νομίζεις.
Βλαντ. Πρέπει να 'χω κρατήσει σημείωση. (ψάχνει τις τσέπες και βγάζει διάφορα άχρηστα μικροπράματα).
Εστρ. (πολύ πονηρά). Μα ποιό Σάββατο; Κι είναι Σάββατο; Δεν είναι μάλλον Κυριακή; (παύση). Ή Δευτέρα; (παύση). Ή Παρασκευή;
Βλαντ. (κοιτάζοντας αγριεμένα γύρω λες κι η ημερομηνία είναι γραμμένη στο τοπίο). Δεν είναι δυνατό!
Εστρ. Ή Πέμπτη;
Βλαντ. Τί θα κάνουμε;
Εστρ. Αν ήρθε χτες και δεν είμαστε δω, μπορείς να 'σαι σίγουρος ότι δε θα ξανάρθει σήμερα.
Βλαντ. Μα είπες πως είμαστε δω χτες.
Εστρ. Μπορεί να κάνω λάθος. (παύση). Σε πειράζει να πάψουμε να μιλάμε για ένα λεπτό;
Βλαντ. (αδύναμα). Εντάξει. (ο Εστραγκόν κάθεται στο λοφάκι. ο Βλαντιμίρ βαδίζει ανήσυχα μπρος πίσω, σταματώντας πότε-πότε για να κοιτάξει μακριά. ο Εστραγκόν κοιμάται. ο Βλαντιμίρ σταματά μπρος του). Γκογκό!... Γκογκό!... ΓΚΟΓΚΟ!
Εστρ. (ξυπνά απότομα. επανέρχεται στη φρίκη της κατάστασης του). Κοιμόμουν. (απεγνωσμένα). Γιατί δε μ' αφήνεις ποτέ να κοιμηθώ;

              

Βλαντ. Ένιωθα μόνος.
Εστρ. Είδα όνειρο.
Βλαντ. Μη μου το πεις.
Εστρ. Ονειρεύτηκα πως...
Βλαντ. ΜΗ ΜΟΥ ΤΟ ΠΕΙΣ!
Εστρ. (δείχνει προς το σύμπαν). Αυτό είναι αρκετό για σένα; (σιωπή). Δεν είναι ευγενικό εκ μέρους σου Ντιντί. Σε ποιόν να πω τους προσωπικούς μου εφιάλτες αν δε μπορώ να τους πω σε σένα;
Βλαντ. 'Αστους να μείνουνε προσωπικοί. Ξέρεις πως δε μπορώ να το υποφέρω αυτό.
Εστρ. (ψυχρά). Υπάρχουνε φορές που αναρωτιέμαι μήπως θα 'τανε καλύτερα να χωρίσουμε.
Βλαντ. Δε θα πήγαινες μακρυά.
Εστρ. Αυτό θα 'τανε πολύ άσχημο, πράγματι πολύ άσχημο. (παύση). Δε θα 'τανε Ντιντί, πολύ άσχημο; (παύση) Όταν σκέφτεσαι την ομορφιά του δρόμου. (παύση) Τη καλωσύνη των περαστικών. (παύση. καλοπιάνοντάς τον). Δε θα 'ταν άσχημο Ντιντί;
Βλαντ. Ηρέμησε.
Εστρ. (με ηδυπάθεια). Ηρέμησε... ηρέμησε... Το αγγλικό τροπάρι. (παύση). Ξέρεις το ανέκδοτο του 'Αγγλου στο μπουρδέλο;
Βλαντ. Ναι.
Εστρ. Πες μου το.
Βλαντ. Α σταμάτα!
Εστρ. Ένας 'Αγγλος που 'χε πιει λίγο παραπάνω απ' το κανονικό μπαίνει σε μπουρδέλο. Η τσατσά ρωτά αν θέλει ξανθιά μελαχρινή ή κοκκινομάλλα. Συνέχισε συ.
Βλαντ. ΣΤΑΜΑΤΑ! (ο Βλαντιμίρ βγαίνει βιαστικά. ο Εστραγκόν σηκώνεται και τον ακολουθεί στην άκρη της σκηνής και κάνει χειρονομίες σα θεατής που ενθαρρύνει πυγμάχο. μπαίνει ο Βλαντιμίρ τονε παραμερίζει, διασχίζει τη σκηνή με σκυφτό κεφάλι. ο Εστραγκόν κάνει ένα βήμα προς το μέρος του και σταματά).
Εστρ. (ευγενικά). Ήθελες να μου μιλήσεις. (σιωπή. ο Εστραγκόν κάνει ένα βήμα μπρος). Είχες κάτι να μου πεις; (σιωπή. άλλο ένα βήμα μπρος). Ντιντί...
Βλαντ. (δίχως να στραφεί). Δεν έχω τίποτα να σου πω.
Εστρ. (βαδίζει μπρος). Είσαι θυμωμένος; (σιγή. βαδίζει μπρος). Συγχώρησέ με. (σιγή. βαδίζει μπρος. ο Εστραγκόν βάζει το χέρι στον ώμο του Βλαντιμίρ). Έλα Ντιντί. (σιγή). Δως μου το χέρι σου. (ο Βλαντιμίρ μισογυρνά). Αγκάλιασέ με! (ο Βλαντιμίρ γίνεται άκαμπτος) Μην είσαι πεισματάρης! (ο Βλαντιμίρ μαλακώνει. αγκαλιάζονται. ο Εστραγκόν κάνει πίσω). Βρωμοκοπάς σκόρδο!

                                          

Βλαντ. Είναι για τα νεφρά. (σιωπή. ο Εστραγκόν κοιτά προσεχτικά το δέντρο). Τί κάνουμε τώρα;
Εστρ. Περιμένουμε.
Βλαντ. Ναι μα ενώ περιμένουμε;
Εστρ. Τί θα 'λεγες να κρεμαστούμε;
Βλαντ. Μμμ... θα μας προκαλούσε στύση!
Εστρ. (πολύ ερεθισμένος). Στύση!
Βλαντ. Μ' όλα τα επακόλουθα. Όπου πέφτει, μανδραγόρες φυτρώνουνε. Να γιατί στριγγλίζουν όταν τα τραβάς πάνω. Δε το 'ξερες;
Εστρ. Ας κρεμαστούμε αμέσως!
Βλαντ. Από 'να κλαδί; (πηγαίνουνε προς το δέντρο). Δε θα το εμπιστευόμουν.
Εστρ. Πάντα μπορούμε να δοκιμάσουμε.   
Βλαντ. Προχώρα.
Εστρ. Μετά από σένα.
Βλαντ. Όχι εσύ πρώτα.
Εστρ. Γιατί εγώ;
Βλαντ. Είσαι πιο ελαφρύς από μένα.
Εστρ. Γι' αυτό μόνο!
Βλαντ. Δε καταλαβαίνω.
Εστρ. Χρησιμοποίησε τη λογική σου, δε μπορείς;
Βλαντ. (χρησιμοποιεί τη λογική του. τελικά...). Παραμένω στο σκοτάδι...
Εστρ. (με προσπάθεια) Ο Γκογκό είναι ελαφρύς, το κλαδί δεν έσπασε, ο Γκογκό πέθανε. Ο Ντιντί είναι βαρύς, το κλαδί έσπασε, ο Ντιντί είναι μόνος. Επειδή...
Βλαντ. Δε το 'χα σκεφτεί αυτό.
Εστρ. Αν σε κρεμάσει, θα κρεμάσει οτιδήποτε.
Βλαντ. Μα είμαι πιο βαρύς από σένα;
Εστρ. Έτσι μου λες εσύ. Εγώ δε ξέρω. Υπάρχει ακόμα μια ευκαιρία. Ή σχεδόν...
Βλαντ. Λοιπόν τί κάνουμε;
Εστρ. Ας μη κάνουμε τίποτα. Είναι πιο ασφαλές.
Βλαντ. Ας περιμένουμε να δούμε τι θα πει.
Εστρ. Ποιός;
Βλαντ. Ο Γκοντό.
Εστρ. Καλή ιδέα.
Βλαντ. Ας περιμένουμε ώσπου να μάθουμε ακριβώς πως είμαστε.
Εστρ. Από την άλλη μεριά, ίσως στη βράση κολλά το σίδερο.
Βλαντ. Έχω περιέργεια ν' ακούσω τι έχει να προτείνει. Μετά θα το πάρουμε ή θα το αφήσουμε.
Εστρ. Τί του ζητήσαμε ακριβώς;
Βλαντ. Δεν ήσουν εκεί;
Εστρ. Δε μπορούσα ν' ακούσω.
Βλαντ. Ω τίποτε πολύ συγκεκριμένο.
Εστρ. Ένα είδος προσευχής
Βλαντ. Ακριβώς.
Εστρ. Μιαν αόριστη ικεσία.
Βλαντ. Ακριβώς.
Εστρ. Και τί αποκρίθηκε;
Βλαντ. Ότι θα 'βλεπε.
Εστρ. Ότι δε μπορούσε να υποσχεθεί τίποτα.
Βλαντ. Ότι θα 'πρεπε να το σκεφτεί.
Εστρ. Στην ησυχία του σπιτιού του.
Βλαντ. Θα συμβουλευότανε την οικογένειά του.
Εστρ. Τους φίλους του.
Βλαντ. Τους αντιπροσώπους του.
Εστρ. Τους ανταποκριτές του.
Βλαντ. Τα βιβλία του.
Εστρ. Τον τραπεζικό του λογαριασμό.
Βλαντ. Πριν πάρει μιαν απόφαση.
Εστρ. Είναι φυσιολογικό.
Βλαντ. Δεν είναι;
Εστρ. Νομίζω πως είναι.
Βλαντ. Κι εγώ έτσι νομίζω. (σιγή).
Εστρ. (ανήσυχα). Κι εμείς;
Βλαντ. Συγγνώμη;
Εστρ. Είπα: Κι εμείς;
Βλαντ. Δε καταλαβαίνω.
Εστρ. Πού μπαίνουμε;
Βλαντ. Μπαίνουμε;
Εστρ. Σκέψου με την ησυχία σου.
Βλαντ. Μπαίνουμε με τα χέρια και τα γόνατά μας.
Εστρ. Τόσον άσχημα;
Βλαντ. Ο Θεός σου επιθυμεί να βεβαιώσει τα προνόμιά του;
Εστρ. Δεν έχουμε δικαιώματα πια;
Βλαντ. (γελά πνιχτά όπως πριν και μετά χαμογελά). Θα μ' έκανες να γελάσω, αν δεν απαγορευόταν.
Εστρ. Χάσαμε τα δικαιώματά μας;
Βλαντ. (κατηγορηματικά). Απαλλαγήκαμε απ' αυτά. (σιγή. μένουν άπραγοι με χέρια κρεμασμένα, κεφάλια πεσμένα, γόνατα λυγισμένα).
Εστρ. (αδύναμα). Δεν είμαστε δεμένοι; (παύση). Δεν είμαστε...
Βλαντ. 'Ακου! (αφουγκράζονται περίεργα άκαμπτοι).

     

Εστρ. Δεν ακούω τίποτα.
Βλαντ. Σσς! (αφουγκράζονται σκυμμένοι μαζί). Ούτε γω. (στενάζουν ανακουφισμένοι χαλαρώνουνε και χωρίζονται).
Εστρ. Μου 'δωσες μια λαχτάρα.
Βλαντ. Νόμιζα πως ήταν αυτός.
Εστρ. Ποιός;
Βλαντ. Ο Γκοντό.
Εστρ. Μπα! Ο άνεμος στις καλαμιές.
Βλαντ. Θα μπορούσα να ορκιστώ πως άκουσα ξεφωνητά.
Εστρ. Και γιατί να ξεφωνίσει;
Βλαντ. Στο άλογό του. (σιγή).
Εστρ. (επιθετικά) Πεινώ.
Βλαντ. Θέλεις ένα καρότο;
Εστρ. Μόνον αυτό υπάρχει;
Βλαντ. Μπορεί να 'χω μερικά γογγύλια.
Εστρ. Δώσε μου ένα καρότο. (ο Βλαντιμίρ ψάχνει στις τσέπες του, βγάζει ένα γογγύλι και του το δίνει. κείνος το δαγκώνει λίγο. θυμωμένα). Είναι γογγύλι!
Βλαντ. Ω συγγνώμη! Θα 'παιρνα όρκο πως είναι καρότο. (ψάχνει ξανά, δε βρίσκει παρά μόνο γογγύλια). Όλα είναι γογγύλια. (ψάχνει). Περίμενε, το βρήκα. (βγάζει ένα καρότο και του το δίνει). Ορίστε αγαπητέ μου. (ο Εστραγκόν το σκουπίζει στο μανίκι κι αρχίζει να το τρώει). Δώσε μου το γογγύλι. (του δίνει πίσω το γογγύλι και το βάζει στη τσέπη). Κάντο να διαρκέσει, είναι το τέλος τους.

             

Εστρ. Σου 'κανα μιαν ερώτηση.
Βλαντ. Α.
Εστρ. Απάντησες;
Βλαντ. Πώς είναι το καρότο;
Εστρ. Είναι ένα καρότο.
Βλαντ. Τόσο το καλύτερο, τόσο το καλύτερο. (παύση). Τί θα 'θελες να μάθεις;
Εστρ. Το ξέχασα. (μασουλά). Αυτό είναι που μ' ενοχλεί. (κοιτά το καρότο σα να 'ναι κάτι πολύ σπουδαίο, το κουνά ανάμεσα στον δείκτη και τον αντίχειρα). Ποτέ δε θα ξεχάσω αυτό το καρότο. (πιπιλά την άκρη του στοχαστικά). Α ναι! τώρα θυμάμαι.
Βλαντ. Λοιπόν;
Εστρ. (με το στόμα του γεμάτο, ανέκφραστα). Δεν είμαστε δεμένοι!
Βλαντ. Δεν ακούω λέξη απ' όσα λες.
Εστρ. (μασουλά και καταπίνει). Σε ρωτώ αν είμαστε δεμένοι.
Βλαντ. Δεμένοι;
Εστρ. Δεμένοι.
Βλαντ. Τί εννοείς, δεμένοι;
Εστρ. Κάτω.
Βλαντ. Αλλά σε ποιόν; Με ποιόν;
Εστρ. Με τον άνθρωπό σου.
Βλαντ. Με το Γκοντό; Δεμένοι με το Γκοντό; Τί ιδέα; Ούτε να το συζητάς! (παύση). Για την ώρα.
Εστρ. Τ' όνομά του είναι Γκοντό;
Βλαντ. Νομίζω.
Εστρ. Για φαντάσου. (μαζεύει ό,τι απομένει από το καρότο με το κομμάτι του φύλλου, το στριφογυρνά μπρος στα μάτια του). Περίεργο, όσο τρως τόσο χειρότερο γίνεται.
Βλαντ. Σε μένα συμβαίνει το ανάποδο.
Εστρ. Μ' άλλα λόγια;
Βλαντ. Συνηθίζω στη γεύση όσο τρώω.
Εστρ. (μετά παρατεταμένη σκέψη). Είναι αυτό το ανάποδο;
Βλαντ. Ζήτημα ιδιοσυγκρασίας.
Εστρ. Χαρακτήρα.
Βλαντ. Δε μπορείς να κάνεις τίποτα γι' αυτό.
Εστρ. Δεν ωφελεί να παλεύεις.
Βλαντ. Τα πράματα είναι όπως είναι.
Εστρ. Δεν ωφελεί να ξεφεύγεις.
Βλαντ. Η ουσία δεν αλλάζει.
Εστρ. Δε γίνεται τίποτα. (προσφέροντάς του το υπόλοιπο καρότο). Θες να το αποτελειώσεις; (με μια τρομερή κραυγή, με σφιγμένο το χέρι, πετά το καρότο. μένουν ασάλευτοι και μετά ορμάνε μαζί ξάφνου στα παρασκήνια. σταματά στα μισά, τρέχει πίσω και μαζεύει το καρότο, το χώνει στη τσέπη, τρέχει προς τον Βλαντιμίρ. κουλουριασμένοι μαζί με κυρτωμένους ώμους μαζεύονται, περιμένουν. μπαίνουν ο Πότζο κι ο Λάκι. ο Πότζο τον οδηγεί μ' ένα σχοινί περασμένο στο λαιμό, έτσι που ο Λάκι είναι ο πρώτος που προβάλλει ενώ τον ακολουθεί το σχοινί, που 'ναι αρκετά μακρύ για να του επιτρέψει να φτάσει στη μέση της σκηνής πριν φανεί ο Πότζο. ο Λάκι κρατά μια βαριά βαλίτσα, ένα πτυσσόμενο σκαμνί, ένα εκδρομικό καλάθι κι ένα βαρύ πανωφόρι. ο Πότζο κρατά ένα μαστίγιο)
Πότζο. (αποκαμωμένος). Εμπρός! (κρότος μαστιγίου. διασχίζουνε τη σκηνή. ο Λάκι περνά δίπλα στους Βλαντιμίρ κι Εστραγκόν και βγαίνει. ο Πότζο στη θέα των δυο φίλων σταματά απότομα. το σχοινί τεντώνεται. ο Πότζο το τραβά βίαια). Πίσω! (θόρυβος από τον Λάκι που πέφτει μαζί μ' όλες τις αποσκευές. οι Βλαντιμίρ κι Εστραγκόν στρέφονται προς αυτόν, νιώθοντας επιθυμία αλλά και φόβο να τονε βοηθήσουν. ο Βλαντιμίρ κάνει ένα βήμα προς το Λάκι, ο Εστραγκόν τονε κρατά από το μανίκι).

                             

Βλαντ. 'Ασε με να φύγω!
Εστρ. Μείνε κει που 'σαι!
Πότζο. Πρόσεχε! Είναι διεστραμμένος με τους ξένους. (οι Βλαντιμίρ κι Εστραγκόν στρέφονται προς τον Πότζο).
Εστρ. (χαμηλόφωνα) Είναι αυτός;
Βλαντ. Ποιός;
Εστρ. (προσπαθώντας να θυμηθεί τ' όνομα) Εεε...
Βλαντ. Ο Γκοντό;
Εστρ. Ναι.
Πότζο. Να συστηθώ: Πότζο
Βλαντ. (στον Εστραγκόν) Κάθε άλλο!
Εστρ. Είπε Γκοντό.
Βλαντ. Κάθε άλλο!
Εστρ. (δειλά στον Πότζο). Δεν είσαι ο κύριος Γκοντό, κύριε;
Πότζο. (με απειλητική φωνή) Είμαι ο Πότζο! (σιγή) ο Πότζο! (σιγή) Σημαίνει τίποτα για σας αυτό τ' όνομα; (σιγή) Λέω, σημαίνει τίποτα για σας αυτό τ' όνομα; (οι δυο τους κοιτάζονται ερωτηματικά).
Εστρ. (προσποιείται ότι ψάχνει). Μπότζο... Μπότζο...
Βλαντ. (παρόμοια) Πότζο... Πότζο...
Πότζο. ΠΠΠΟΤΤΤΖΖΟΟ!
Εστρ. Α! Πότζο... για να δω... Πότζο... Πότζο...
Βλαντ. Είναι Πότζο ή Μπότζο;
Εστρ. Πότζο... όχι φοβάμαι...όχι δε μου φαίνεται ότι (ο Πότζο προχωρεί απειλητικά).
Βλαντ. (συμφιλιωτικά). Ήξερα κάποτε μιαν οικογένεια με τ' όνομα Γκότζο. Η μητέρα είχε βλεννόρροια.
Εστρ. (βιαστικά). Δεν είμαστε απ' αυτά τα μέρη, κύριε...
Πότζο. (σταματώντας). Είστε ανθρώπινα πλάσματα, παρολαυτά. (βάζει γυαλιά) Από το ίδιο είδος με μένα. (ξεσπά σε τρανταχτά γέλια). Από το ίδιο είδος με τον Πότζο! Φτιαγμένοι κατ' ομοίωσιν του Θεού!
Βλαντ. Λοιπόν, ξέρετε...
Πότζο. (επιτακτικά). Ποιός είναι ο Γκοντό;
Εστρ. Ο Γκοντό;
Πότζο. Με πέρασες για τον Γκοντό.
Εστρ. Ω, όχι κύριε, ούτε στιγμή, κύριε.
Πότζο. Ποιός είναι;
Βλαντ. Ω είναι ένας... ένας κάποιος γνωστός.
Εστρ. Μπα, τί γνωστός; Μόλις που τονε ξέρουμε.
Βλαντ. Σωστά... Δε τονε ξέρουμε πολύ καλά... αλλά παρολαυτά...
Εστρ. Προσωπικά, ούτε που θα τονε γνώριζα αν τον έβλεπα.
Πότζο. Με πέρασες γι' αυτόν.
Εστρ. (μαζεύεται μπρος στον Πότζο). Είναι που... καταλαβαίνετε... το σκοτάδι... το άγχος... η αναμονή... ομολογώ... φαντάστηκα μια στιγμή...
Πότζο. Η αναμονή; Ώστε τονε περιμένατε;
Βλαντ. Ξέρετε...
Πότζο. Εδώ; Στη γη μου;
Βλαντ. ...δεν είχαμε κακό σκοπό.
Εστρ. Είχαμε καλή πρόθεση.
Πότζο. Ο δρόμος είναι λεύτερος για όλους.
Βλαντ. Έτσι το 'δαμε κι εμείς.
Πότζο. Είναι ντροπή, αλλά να που 'στε δω.
Εστρ. Δε μπορούμε να κάνουμε τίποτα γι' αυτό.
Πότζο. (με μεγαλόψυχη χειρονομία). Ας μη πούμε άλλα γι' αυτό. (τραβά το σχοινί) Πάνω γουρούνι! (παύση). Κάθε φορά που πέφτει κοιμάται. (τραβά το σχοινί). Πάνω γουρούνι! (θόρυβος από το Λάκι καθώς σηκώνεται και μαζεύει τις αποσκευές του. ο Πότζο τραβά το σχοινί). Πίσω! (μπαίνει ο Λάκι προς τα πίσω). Σταμάτα! (ο Λάκι σταματά). Γύρνα! (ο Λάκι γυρνά στους Βλαντιμίρ & Εστραγκόν, αδύναμα). Κύριοι, χαίρομαι που σας γνώρισα. (μπρος στη δύσπιστην έκφρασή τους). Ναι, ναι, ειλικρινά χαίρομαι. (τραβά το σχοινί). Πιο κοντά! (ο Λάκι προχωρά). Σταμάτα! (ο Λάκι σταματά). Ναι, ο δρόμος φαίνεται μακρύς όταν ταξιδεύει κανείς μόνος για... (συμβουλεύεται το ρολόι του)... ναι... (υπολογίζει)... ναι... έξι ώρες, σωστά, έξι ολάκερες ώρες και δε φάνηκε ψυχή. (στο Λάκι). Πανωφόρι! (ο Λάκι αφήνει κάτω το σάκο, προχωρεί, δίνει το πανωφόρι, ξαναπηγαίνει στη θέση του, σηκώνει το σάκο και το καλάθι). Κράτα αυτό! (ο Πότζο απλώνει το μαστίγιο. ο Λάκι προχωρεί και καθώς και τα δυο του χέρια είναι πιασμένα, παίρνει το μαστίγιο με το στόμα, μετά επιστρέφει στη θέση του. ο Πότζο αρχίζει να φορά το πανωφόρι, σταματά) Πανωφόρι! (ο Λάκι αφήνει το σάκο, το καλάθι και το σκαμνί, προχωρά, βοηθά τον Πότζο να βάλει το παλτό, ξαναπηγαίνει στη θέση του, σηκώνει το σάκο το καλάθι και το σκαμνί). Μύρισε φθινόπωρο απόψε. (ο Πότζο τελειώνει το κούμπωμα του παλτού, σκύβει, επιθεωρεί τον εαυτό του, ορθώνει το κορμί). Μαστίγιο! (ο Λάκι προχωρεί, σκύβει, ο Πότζο αρπάζει το μαστίγιο από το στόμα του κι επιστρέφει στη θέση του ξανά). Ναι κύριοι, δε μπορώ να κάνω για πολύ δίχως τη παρέα των ομοίων μου. (βάζει γυαλιά και κοιτά τους δυο ομοίους του). Ακόμα κι όταν η ομοιότητα είναι ατελής. (βγάζει τα γυαλιά). Σκαμνί! (ο Λάκι αφήνει το σάκο και το καλάθι, προχωρά ανοίγει το σκαμνί, το βάζει κάτω, επιστρέφει στη θέση του, σηκώνει το σάκο και το καλάθι). Πιο κοντά! (ο Λάκι αφήνει κάτω σάκο και καλάθι, προχωρά, μετακινεί το σκαμνί, ξαναπηγαίνει στη θέση του, σηκώνει το σάκο και το καλάθι. ο Πότζο κάθεται κάτω, βάζει τη λαβή του μαστιγίου στο στήθος του Λάκι και σπρώχνει). Πίσω! (ο Λάκι κάνει ένα βήμα πίσω). Κι άλλο! (ο Λάκι κάνει άλλο ένα βήμα πίσω) Σταμάτα! (ο Λάκι σταματά. στους Βλαντιμίρ & Εστραγκόν). Να γιατί, με την άδειά σας, προτείνω να χρονοτριβήσω μαζί σας μια στιγμή, πριν επιχειρήσω να πάω πιο πέρα. Καλάθι! (ο Λάκι προχωρά, δίνει το καλάθι, ξαναπηγαίνει στη θέση του). Ο φρέσκος αγέρας ανοίγει την όρεξη. (ανοίγει το καλάθι, βγάζει ένα κομμάτι κοτόπουλο κι ένα μπουκάλι κρασί) Καλάθι! (ο Λάκι προχωρεί σηκώνει το καλάθι γυρίζει στη θέση του). Κι άλλο! (ο Λάκι κάνει ένα βήμα πίσω). Βρωμά! Ευτυχισμένες μέρες! (πίνει από το μπουκάλι, το βάζει κάτω κι αρχίζει να τρώει. σιωπή. οι Βλαντιμίρ, Εστραγκόν, επιφυλακτικά στην αρχή, μετά πιο τολμηρά, αρχίζουν να περικυκλώνουν το Λάκι, επιθεωρώντας τον πάνω-κάτω. ο Πότζο τρώει το κοτόπουλο λαίμαργα, πετώντας τα καλογλυμμένα κόκαλα. ο Λάκι βουλιάζει αργά, ώσπου ο σάκος και το καλάθι αγγίζουνε το έδαφος, μετά ορθώνεται με τίναγμα κι αρχίζει να βουλιάζει πάλι. ρυθμός κάποιου που κοιμάται όρθιος στα πόδια του).

                                          

Εστρ. Τί τον ενοχλεί;
Βλαντ. Φαίνεται κουρασμένος.
Εστρ. Γιατί δεν αφήνει κάτω τους σάκους;
Βλαντ. Πού να ξέρω; (τονε περικυκλώνουνε). Πρόσεχε!
Εστρ. Πες του κάτι.
Βλαντ. Κοίτα!
Εστρ. Τί;
Βλαντ. (δείχνοντας). Ο λαιμός του!
Εστρ. (κοιτάζοντας το λαιμό του). Δε βλέπω τίποτα.
Βλαντ. Εδώ.
Εστρ. (πηγαίνει δίπλα στο Βλαντιμίρ). Ω!
Βλαντ. Πονά;
Εστρ. Είναι το σχοινί.
Βλαντ. Είναι το τρίψιμο
Εστρ. Είναι αναπόφευκτο.
Βλαντ. Είναι ο κόμπος.
Εστρ. Είναι ο ερεθισμός. (συνεχίζουνε την επιθεώρηση, επιμένοντας στο πρόσωπο).
Βλαντ. (απρόθυμα). Δε φαίνεται άσχημα.
Εστρ. (σηκώνοντας τους ώμους με πικρόχολον ύφος). Έτσι λες;
Βλαντ. Ένας ασήμαντος θηλυπρεπής.
Εστρ. Κοίτα τονε που σαλιαρίζει.
Βλαντ. Είναι αναπόφευκτο.
Εστρ. Κοίτα τον ανόητο.
Βλαντ. Ίσως είναι ηλίθιος.
Εστρ. Κρετίνος.
Βλαντ. (κοιτάζοντας προσεκτικότερα). Μοιάζει με βρογχοκήλη.
Εστρ. (ομοίως). Δεν είναι βέβαιο.
Βλαντ. Ξεφυσά.
Εστρ. Είναι αναπόφευκτο.
Βλαντ. Και τα μάτια του.
Εστρ. Τί έχουνε;
Βλαντ. Γουρλώσανε.
Εστρ. Μου φαίνεται σα να 'ναι η τελευταία του ανάσα.
Βλαντ. Δεν είναι βέβαιο. (παύση). Κάνε του μιαν ερώτηση.
Εστρ. Θα 'τανε καλό;
Βλαντ. Τί διακινδυνεύουμε;
Εστρ. (δειλά). Κύριε...
Βλαντ. Πιο δυνατά.
Εστρ. Κύριε...
Πότζο. 'Αστον ήσυχο! (στρέφονται προς τον Πότζο που, αφού τελείωσε το φαγητό του, σκουπίζει το στόμα με την ανάποδη του χεριού). Δε βλέπεις ότι θέλει να ξεκουραστεί; Καλάθι! (βγάζει ένα σπίρτο κι αρχίζει ν' ανάβει τη πίπα του. ο Εστραγκόν βλέπει τα κόκαλα του κοτόπουλου στο πάτωμα και τα κοιτά λαίμαργα. καθώς ο Λάκι δε κινείται, ο Πότζο πετά το σπίρτο θυμωμένα και τραβά το σχοινί). Καλάθι! (ο Λάκι ξεκινά, σχεδόν πέφτει, συνέρχεται, προχωρά, βάζει το μπουκάλι μες στο καλάθι, επιστρέφει στη θέση του. ο Εστραγκόν κοιτά τα κόκαλα. ο Πότζο βγάζει άλλο σπίρτο κι ανάβει τη πίπα του). Τί περιμένεις, δεν είναι δουλειά του. (τραβά μια ρουφηξιά από τη πίπα, τεντώνει τα πόδια). Α! Καλύτερα έτσι.
Εστρ. (δειλά). Παρακαλώ κύριε...
Πότζο. Τί είναι καλέ μου άνθρωπε;
Εστρ. Εεε... τέλειωσες με το ... δε χρειάζεσαι τα... εεε... τα κόκαλα, κύριε;
Βλαντ. (σοκαρισμένος). Δε μπορούσες να περιμένεις;
Πότζο. Όχι, όχι, καλά κάνει και ρωτά. Χρειάζομαι τα κόκαλα; (τα σγαρλίζει με την άκρη του μαστιγίου). Όχι, προσωπικά δε τα χρειάζομαι άλλο. (ο Εστραγκόν κάνει ένα βήμα προς τα κόκαλα). Αλλά... (ο Εστραγκόν κοντοστέκεται) ...αλλά στη θεωρία, τα κόκαλα πηγαίνουνε στον κομιστή. Επομένως, αυτόν πρέπει να ρωτήσουμε. (ο Εστραγκόν στρέφεται προς το Λάκι, διστάζει). Έλα, έλα μη φοβάσαι, ρώτα τονε, θα σου πει. (ο Εστραγκόν στρέφεται προς το Λάκι, σταματά μπρος του).
Εστρ. Κύριε... συγνώμη, κύριε...
Πότζο. Σου μιλάνε, γουρούνι! Απάντησε! (στον Εστραγκόν) Δοκίμασε ξανά.
Εστρ. Με συγχωρείτε, κύριε, τα κόκαλα... δε θέλετε τα κόκαλα; (ο Λάκι τονε κοιτά παρατεταμένα).
Πότζο. (μ' έκσταση). "Κύριε!" (ο Λάκι σκύβει το κεφάλι). Απάντησε! Τα θες ή δε τα θες; (σιγή. στον Εστραγκόν). Είναι δικά σου. (ο Εστραγκόν τρέχει απότομα στα κόκαλα, τα μαζεύει κι αρχίζει να τα ροκανίζει). Δε μ' αρέσει. Ποτέ δεν ήξερα πως θ' αρνιόταν ένα κόκαλο. (κοιτά το Λάκι ανήσυχα). Ωραία θα 'ταν αν έπεφτεν άρρωστος μπρος μου! (ρουφά τη πίπα του).
Βλαντ. (ξεσπώντας). Είναι σκάνδαλο! (σιωπή. αναστατωμένος ο Εστραγκόν σταματά να μασουλά, κοιτά τους Πότζο και Βλαντιμίρ εναλλάξ. ο Πότζο είναι επιφανειακά ήρεμος κι ο Βλαντιμίρ σαστισμένος).
Πότζο. (στο Βλαντιμίρ). Υπαινίσσεσαι τίποτε συγκεκριμένο;
Βλαντ. (τραυλίζοντας αποφασιστικά). Το να μεταχειρίζεσαι έτσι έναν άνθρωπο... (δείχνει προς το Λάκι)... έτσι... νομίζω πως... όχι... μιαν ανθρώπινην ύπαρξη... όχι... είναι σκάνδαλο!
Εστρ. (συνεχίζει να μασουλά, δίχως να πτοείται). Είναι ντροπή!
Πότζο. Είσαι αυστηρός. (στο Βλαντιμίρ) Πόσων ετών είσαι, αν δεν είναι αδιάκριτη ερώτηση; (σιγή) Εξήντα; Εβδομήντα; (στον Εστραγκόν). Πόσων ετών θα 'λεγες πως είναι;
Εστρ. Έντεκα.
Πότζο. Είμαι θρασύς. (χτυπά τη πίπα του στο μαστίγιο και σηκώνεται). Πρέπει να πηγαίνω. Ευχαριστώ για τη συντροφιά σας. (σκέφτεται). Εκτός κι αν καπνίσω άλλη μια πίπα πριν φύγω. Τί λέτε; (δε λένε τίποτα). Ω δεν είμαι φανατικός καπνιστής, είμαι πολύ μικρός καπνιστής, δε συνηθίζω να καπνίζω δυο πίπες, τη μια πάνω στην άλλη, αυτό κάνει (βάζει το χέρι στη καρδιά, αναστενάζοντας). τη καρδιά μου να χτυπά γοργά. (σιγή). Είναι η νικοτίνη, τη ρουφά κανείς παρά τις προφυλάξεις του. (αναστενάζει). Ξέρετε πως είναι; (σιγή). Μα ίσως δε καπνίζετε; Ναι; Όχι; Δεν έχει σημασία. (σιγή). Αλλά πως θα καθίσω τώρα, δίχως καμώματα, τώρα που 'χω σηκωθεί; Δίχως να φαίνεται... θέλω να πω... δίχως να φαίνομαι να τρεκλίζω... Αφήστε με να δω... (σκέφτεται).
Εστρ. Α! Έτσι είναι καλύτερα. (βάζει τα κόκαλα στη τσέπη του).
Βλαντ. Ας πηγαίνουμε.
Εστρ. Τόσο σύντομα;
Πότζο. Μια στιγμή. (τραβά το σχοινί). Σκαμνί! (δείχνει με το μαστίγιό του. ο Λάκι ξαναπηγαίνει στη θέση του). Έγινε! (γεμίζει τη πίπα).
Βλαντ. (ορμητικά). Πάμε!
Πότζο. Ελπίζω να μη σας διώχνω. Περιμένετε λίγο ακόμα, δε θα το μετανιώσετε.
Εστρ. (μυρίζεται ευσπλαχνία). Δε βιαζόμαστε.
Πότζο. (αφού ανάβει τη πίπα). Η δεύτερη δεν είναι ποτέ τόσο γλυκειά... (βγάζει τη πίπα από το στόμα και την εξετάζει)... όσο η πρώτη εννοώ... (ξαναβάζει τη πίπα στο στόμα). Αλλά είναι γλυκειά παρολαυτά.
Βλαντ. Πηγαίνω.
Πότζο. Δε μπορεί ν' ανεχτεί άλλο τη παρουσία μου. Ίσως δεν είμαι ιδιαιτέρως ανθρώπινος, αλλά ποιός νοιάζεται; (στο Βλαντιμίρ). Σκέψου δυο φορές πριν κάμεις κάτι απερίσκεπτο. Υπόθεσε πως φεύγεις τώρα, ενώ είναι ακόμα μέρα. (κοιτάζουν όλοι τον ουρανό). Ωραία. (παύουν να κοιτούν). Τί συμβαίνει σ' αυτή τη περίπτωση στο ραντεβού σας μ' αυτόν τον ...Γκοντέ... Γκοντό... Γκοντέν... τέλος πάντων, καταλαβαίνετε ποιον εννοώ, που 'χει το μέλλον σας στα χέρια του... (παύση)... τουλάχιστον το άμεσο μέλλον σας.
Βλαντ. Ποιός στο 'πε;
Πότζο. Μου ξαναμιλά! Αν αυτό συνεχιστεί για πολύ ακόμα, σύντομα θα 'μαστε παλιοί φίλοι.
Εστρ. Γιατί δεν αφήνει κάτω τις αποσκευές;
Πότζο. Θα χαιρόμουνα πολύ να τονε γνωρίσω. Όσο περισσότερο κόσμο γνωρίζω, τόσο πιο ευτυχής γίνομαι. Από το πιο ταπεινό πλάσμα φεύγει κανείς πιο σοφός, πιο πλούσιος, πιο συνειδητοποιημένος για την ευτυχία του. Ακόμα κι εσείς...(τους κοιτάζει επιδεικτικά με τη σειρά για να βεβαιωθεί ότι κι οι δυο κατάλαβαν)... ακόμα κι εσείς, ποιός ξέρει, θα 'χετε προσθέσει στο απόθεμά μου...
Εστρ. Γιατί δεν αφήνει κάτω τις αποσκευές;
Πότζο. ...μα αυτό θα με ξάφνιαζε.
Βλαντ. Σου κάνανε μιαν ερώτηση.
Πότζο. (ευχαριστημένος). Ερώτηση! Ποιός; Τί; Πριν από μια στιγμή μ' αποκαλούσες κύριο κι έτρεμες, τώρα μου κάνεις ερωτήσεις; Τίποτε καλό δε θα βγει απ' αυτό!
Βλαντ. (στον Εστραγκόν). Νομίζω πως ακούει.
Εστρ. (περιστρέφεται γύρω από το Λάκι). Τί;
Βλαντ. Μπορείς να τονε ρωτήσεις τώρα. Είναι πανέτοιμος.
Εστρ. Να τονε ρωτήσω τί;
Βλαντ. Γιατί δεν αφήνει κάτω τις αποσκευές.
Εστρ. Αναρωτιέμαι.
Βλαντ. Ρώτα τον, δε μπορείς;
Πότζο. (που 'χει παρακολουθήσει αυτή τη συζήτηση μ' ανησυχία και προσοχή. φοβάται πως η ερώτηση πάει χαμένη). Θες να μάθεις γιατί δεν αφήνει κάτω τις αποσκευές, όπως τις αποκαλείς;
Βλαντ. Ακριβώς.
Πότζο. (στον Εστραγκόν). Είσαι σίγουρος ότι συμφωνείς μ' αυτό;
Εστρ. Ξεφυσά σα φάλαινα.
Πότζο. Η απάντηση είναι αυτή. (στον Εστραγκόν). Αλλά μείνε ήρεμος, σε ικετεύω, με κάνεις νευρικό!
Βλαντ. Εδώ!
Εστρ. Τί είναι;
Βλαντ. Είναι έτοιμος να μιλήσει. (ο Εστραγκόν πηγαίνει πλάι στο Βλαντιμίρ. ακίνητοι, πλάι-πλάι, περιμένουν).
Πότζο. Ωραία! Είναι όλοι έτοιμοι; Με κοιτούν όλοι; (κοιτά το Λάκι, τραβά το σχοινί. ο Λάκι σηκώνει το κεφάλι). Κοίτα με γουρούνι! (ο Λάκι τονε κοιτά). Ωραία! (βάζει τη πίπα στη τσέπη, βγάζει ένα μικρό ψεκαστήρα και ψεκάζει το λαρύγγι του, ξαναβάζει το ψεκαστήρα στη τσέπη). Είμαι έτοιμος. Ακούν όλοι; Είναι όλοι έτοιμοι; Με κοιτούν όλοι; (τους κοιτά όλους με τη σειρά, τραβά το σχοινί). Γουρούνι! (ο Λάκι σηκώνει το κεφάλι). Δε μ' αρέσει να μιλώ στο κενό. Ωραία. Για να δω. (σκέφτεται).
Εστρ. Φεύγω!
Πότζο. Τί ακριβώς ήθελες να μάθεις;
Βλαντ. Να, αυτός...
Πότζο. (θυμωμένα). Μη με διακόπτεις! (παύση. πιο ήρεμα). Αν μιλάμε όλοι μαζί, δε θα πάμε ποτέ πουθενά. (παύση). Τί έλεγα; (ο Βλαντιμίρ μιμείται κάποιον που μεταφέρει βαρύ φορτίο. ο Πότζο τονε κοιτά σαστισμένος).
Εστρ. (βίαια). Αποσκευές. (δείχνει στο Λάκι). Γιατί; Κράτα τες πάντα! (γέρνει ξεφυσώντας). Ποτέ μη τις βάλεις κάτω. (ανοίγει τα χέρια, ισιώνει το κορμί μ' ανακούφιση). Γιατί;
Πότζο. Α! Δε μπορούσες να το πεις από πριν; Γιατί δε νιώθει άνετα; Ας προσπαθήσουμε να το ξεκαθαρίσουμε. Δεν έχει το δικαίωμα να το κάνει; Βέβαια το 'χει. Έπεται πως δε θέλει. Υπάρχει αιτιολογία για σας. Και γιατί δε θέλει; (παύση). Κύριοι, ο λόγος είναι αυτός.
Βλαντ. (στον Εστραγκόν). Σημείωσέ το αυτό.
Πότζο. Θέλει να μ' εντυπωσιάσει, για να τονε κρατήσω.
Εστρ. Τί;
Πότζο. Ίσως δε κατάλαβα καλά. Θέλει να μ' εξευμενίσει για να παραιτηθώ από την ιδέα να φύγω μαζί του. Όχι, ούτε αυτό δεν είναι ακριβές.
Βλαντ. Θες να τονε ξεφορτωθείς;
Πότζο. Θέλει να με... αλλά δε θα το κάνει.
Βλαντ. Θες να τονε ξεφορτωθείς;
Πότζο. Φαντάζετε πως όταν δω πόσο καλά κρατά, θα μπω στον πειρασμό να τονε κρατήσω σ' αυτή τη κατάσταση.
Εστρ. Τονε βαρέθηκες;
Πότζο. Φαντάζετε πως όταν τονε δω ακούραστο θα μετανιώσω για την απόφασή μου. Αυτό είναι το άθλιο σχέδιό του. Σα να 'μουνα κανένας σκλαβος! (κοιτούν κι οι τρεις το Λάκι). Ο 'Ατλας, ο γιος του Βούδα. (σιγή). Λοιπόν, αυτό είναι νομίζω. Τίποτ' άλλο; (ψεκαστήρας).
Βλαντ. Θες να τονε ξεφορτωθείς;
Πότζο. Παρατήρησε ότι θα μπορούσα εξίσου καλά να 'μουνα στα παπούτσια του κι αυτός στα δικά μου. αν η τύχη δε το 'χε θελήσει αλλιώς. Στο καθένα ό,τι πρέπει.
Βλαντ. Θες να τονε ξεφορτωθείς;
Πότζο. Ορίστε;
Βλαντ. Θες να τονε ξεφορτωθείς;
Πότζο. Θέλω. Αλλ' αντί να τονε διώξω μακριά, όπως θα μπορούσα να κάνω, εννοώ αντί απλά να τονε διώξω με κλωτσιές στα πισινά, από τη καλωσύνη της καρδιάς μου, τονε πηγαίνω στο πανηγύρι, όπου ελπίζω να πιάσω μια καλή τιμή γι' αυτόν. Η αλήθεια είναι ότι δε μπορείς να διώξεις τέτοια πλάσματα. Το καλύτερο θα 'ταν να τα σκοτώσεις! (ο Λάκι κλαίει).
Εστρ. Κλαίει.
Πότζο. Τα παλιόσκυλα έχουνε πιότερη αξιοπρέπεια. (προσφέρει το μαντίλι του στον Εστραγκόν). Παρηγόρησέ τονε λοιπόν αφού τονε λυπάσαι. (ο Εστραγκόν διστάζει). Εμπρός! (ο Εστραγκόν παίρνει το μαντίλι). Σκούπισε τα δάκρυά του, θα νιώσει λιγότερο εγκαταλειμμένος. (ο Εστραγκόν διστάζει).
Βλαντ. Εδώ, δώστο σε μένα. Θα το κάνω γω. (ο Εστραγκόν αρνείται να δώσει το μαντίλι με παιδικές χειρονομίες).
Πότζο. Βιάσου πριν σταματήσει. (ο Εστραγκόν πλησιάζει το Λάκι και κάνει να σκουπίσει τα μάτια του ο Λάκι τονε κλωτσά δυνατά στα καλάμια. ο Εστραγκόν πετά το μαντίλι, οπισθοχωρεί, τρεκλίζει στη σκηνή ουρλιάζοντας από πόνο). Μαντίλι! (ο Λάκι αφήνει κάτω σάκο και καλάθι, μαζεύει το μαντίλι και του το δίνει, ξαναγυρίζει στη θέση του και τα ξανασηκώνει).
Εστρ. Ω! το γουρούνι! (τραβά το μπατζάκι). Με σακάτεψε!
Πότζο. Στο 'πα πως δε τ' αρέσουν οι ξένοι.
Βλαντ. (στον Εστραγκόν). Δείξε μου. (του δείχνει το πόδι του. στον Πότζο θυμωμένα). Αιμορραγεί!
Πότζο. Καλό σημάδι.
Εστρ. (στο 'να πόδι). Ποτέ ξανά δε θα περπατήσω!
Βλαντ. (τρυφερά). Θα σε μεταφέρω 'γω. (παύση)... Αν χρειαστεί.
Πότζο. Σταμάτησε να κλαίει. (στον Εστραγκόν). Τον αποκατέστησες, πράγματι. (λυρικά). Τα δάκρυα του κόσμου είναι σταθερή ποσότητα. Για καθένα που κλαίει, κάπου αλλού κάποιος άλλος σταματά. Το ίδιο ισχύει και για το γέλιο. (γελά). Ας μη κακολογούμε λοιπόν τη γενιά μας, δεν είναι διόλου πιο δυστυχισμένη από τους προκατόχους της. (παύση). Ας μη μιλάμε ούτε καλά γι' αυτή. (παύση. διακριτικά). Είναι αλήθεια πως ο πληθυσμός της γης έχει αυξηθεί.
Βλαντ. Προσπάθησε να περπατήσεις. (ο Εστραγκόν κάνει λίγα κουτσά βήματα, σταματά μπρος στο Λάκι και τονε φτύνει, μετά πηγαίνει και κάθεται στο λοφάκι).
Πότζο. Μάντεψε ποιός με δίδαξε όλα τούτα τα ωραία πράματα. (παύση. δείχνοντας το Λάκι) Ο Λάκι μου.
Βλαντ. (κοιτάζοντας τον ουρανό). Θα 'ρθει ποτέ η νύχτα;
Πότζο. Αλλά γι' αυτόν όλες μου οι σκέψεις, όλα μου τα αισθήματα, θα 'τανε συνηθισμένα πράματα. (παύση. μ' ασυνήθιστη σφοδρότητα). Επαγγελματικές έγνοιες! (πιο ήρεμα). Ομορφιά, χάρη, αλήθεια του πρώτου νερού, ήξερα πως όλα ήτανε πέρ' από μένα. Έτσι πήρα την απόφαση.
Βλαντ. (θαμπωμένος από την επιθεώρηση τ' ουρανού). Την απόφαση;
Πότζο. Αυτό έγινε περίπου πριν εξήντα χρόνια... (κοιτά το ρολόι του)... ναι περίπου εξήντα. (ορθώνεται περήφανα). Δε θα σκεφτόσουν να με κοιτάξεις, θα σκεφτόσουν; Σε σύγκριση μ' αυτόν φαίνομαι νεαρός, έτσι; (παύση). Καπέλο! (ο Λάκι αφήνει κάτω καλάθι και σάκο και βγάζει το καπέλο. τα μακριά λευκά μαλλιά του πέφτουνε στο πρόσωπο. βάζει το καπέλο κάτω από τη μασχάλη και σηκώνει σάκο και καλάθι). Τώρα κοίτα. (ο Πότζο βγάζει το καπέλο. είναι τελείως φαλακρός. ξαναβάζει το καπέλο). Είδες;
Βλαντ. Και τώρα τονε διώχνεις; Ένα τέτοιο παλιό και πιστόν υπηρέτη; (ο Πότζο ταράζεται όλο και περισσότερο). Αφού του ξεζούμισες ό,τι καλό είχε, τονε πετάς σα... σα μπανανόφλουδα; Ειλικρινά...
Πότζο. (στενάζοντας και σφίγγοντας με τα χέρια το κεφάλι). Δε μπορώ ν' αντέξω άλλο... τον τρόπο που γκρινιάζει... δεν έχεις ιδέα... είναι τρομερό... πρέπει να φύγει... (ανεμίζει τα χέρια)... Θα τρελαθώ... (καταρρέει, με το κεφάλι στα χέρια)... Δεν αντέχω άλλο... (σιγή. όλοι κοιτούνε τον Πότζο).
Βλαντ. Δε μπορεί να το αντέξει.
Εστρ. Δε μπορεί άλλο.
Βλαντ. Θα τρελαθεί.
Εστρ. Είναι τρομερό.
Βλαντ. (στο Λάκι). Πώς τολμάς; Είναι απαίσιο! Ένα τόσο καλό αφέντη! Να τονε σταυρώνεις έτσι! Μετά τόσα χρόνια; Τρομερό!
Πότζο. (κλαίγοντας). Ήταν τόσο ευγενικός... τόσο περιποιητικός... κι εξυπηρετικός... ο καλός μου άγγελος... και τώρα... με σκοτώνει...
Εστρ. (στο Βλαντιμίρ). Θέλει να τον αντικαταστήσει;
Βλαντ. Τί;
Εστρ. Θέλει να πάρει κάποιος τη θέση του ή όχι;
Βλαντ. Δε νομίζω.
Εστρ. Τί;
Βλαντ. Δε ξέρω.
Εστρ. Ρώτα τον.
Πότζο. (πιο ήρεμα). Κύριοι, δε ξέρω τι μ' έπιασε ξαφνικά. Συγχωρέστε με. Ξεχάστε όλα όσα είπα. (ολοένα και περισσότερο, ο παλιός του εαυτός). Δε θυμάμαι τί ήταν, αλλά μπορείτε να 'στε σίγουροι ότι δεν υπήρχε ούτε μια λέξη αλήθειας σ' αυτά. (ορθώνει το κορμί, χτυπώντας το στήθος). Φαίνομαι σαν άνθρωπος που μπορεί να 'ναι πλασμένος να υποφέρει; Ειλικρινά; (ψάχνει στις τσέπες). Τί έκανα τη πίπα μου;
Βλαντ. Ωραίο βράδυ θα 'χουμε.
Εστρ. Αξέχαστο.
Βλαντ. Και δε τελείωσε.
Εστρ. Προφανώς όχι.
Βλαντ. Είναι μόνον η αρχή.
Εστρ. Είναι τρομερό.
Βλαντ. Χειρότερο από τη παντομίμα.
Εστρ. Το τσίρκο.
Βλαντ. Το μιούζικ-χολ.
Εστρ. Το τσίρκο.
Πότζο. Πού πήγε αυτή η πίπα;
Εστρ. Είναι γελοίος. Λες κι έχασε τα ρούχα του. (δυνατά γέλια).
Βλαντ. Θα επιστρέψω. (πηγαίνει βιαστικά προς τα παρασκήνια).
Εστρ. Στο τέλος του διαδρόμου, αριστερά.
Βλαντ. Κράτα τη θέση μου. (βγαίνει).
Πότζο. Έχασα τη Καπ & Πέτερσόν μου!
Εστρ. (τραντάζεται από τα γέλια). Θα με πεθάνει αυτός!
Πότζο. (κοιτά πάνω). Μήπως είδατε... (βλέπει ότι λείπει ο Βλαντιμίρ) Ω! έφυγε! Χωρίς να πει αντίο! Πώς μπόρεσε; Θα μπορούσε να περιμένει!
Εστρ. Θα 'χε σκάσει.
Πότζο. Ω! (παύση). Ω, τότε βέβαια σ' αυτή τη περίπτωση...
Εστρ. Έλα δω.
Πότζο. Γιατί;
Εστρ. Θα δεις.
Πότζο. Θες να σηκωθώ;
Εστρ. Γρήγορα! (ο Πότζο σηκώνεται, πάει πλάι του κι εκείνος δείχνει μακριά). Κοίτα!
Πότζο. (αφού βάζει γυαλιά). Πω πω!
Εστρ. Τέλειωσαν όλα! (μπαίνει ο Βλαντιμίρ μελαγχολικός. σπρώχνει το Λάκι από το δρόμο του, κλωτσά το σκαμνί, πηγαινοέρχεται ταραγμένος).
Πότζο. Δεν είναι φχαριστημένος.
Εστρ. (στο Βλαντιμίρ) Έχασες κέρασμα. Κρίμα! (ο Βλαντιμίρ σταματά, ισιώνει το σκαμνί, πηγαινοέρχεται πιο ήρεμος).
Πότζο. Ηρέμησε. (κοιτάζοντας γύρω). Πράγματι όλα κοπάζουν. Μεγάλη ηρεμία πέφτει. (υψώνοντας το χέρι). 'Ακου! Ο Παν κοιμάται.
Βλαντ. Θα 'ρθει ποτέ η νύχτα; (κι οι τρεις τους κοιτάνε στον ουρανό).
Πότζο. Δε σου 'ρχεται να φύγεις ώσπου να 'ρθει;
Εστρ. Λοιπόν, βλέπεις;
Πότζο. Ε, είναι πολύ φυσικό, πολύ φυσικό. Εγώ ο ίδιος στη θέση σας, αν είχα ραντεβού μ' ένα Γκοντέν... Γκοντέ... Γκοντό... τέλος πάντων, ξέρετε ποιον εννοώ, θα περίμενα ώσπου να σκοτεινιάσει πριν τα παρατήσω. (κοιτά το σκαμνί). Θα 'θελα πολύ να καθίσω, μα δε ξέρω πως να το κάνω.
Εστρ. Μπορώ να βοηθήσω καθόλου;
Πότζο. Αν μου ζητούσες ίσως.
Εστρ. Τί;
Πότζο. Να καθίσω.
Εστρ. Αυτό θα 'τανε βοήθεια;
Πότζο. Θαρρώ ναι.
Εστρ. Μπρος. Κάθισε, κύριε, σε παρακαλώ.
Πότζο. Όχι, όχι, δε θα το σκεφτόμουν καν! (παύση. παράμερα). Ζήτα το πάλι.
Εστρ. Έλα, έλα, πάρε το κάθισμα, σ' εκλιπαρώ, θα πάθεις πνευμονία.
Πότζο. Αλήθεια; Το πιστεύεις;
Εστρ. Μα είναι απόλυτα βέβαιο.
Πότζο. Δίχως άλλο, έχεις δίκιο. (κάθεται) Τα κατάφερα πάλι! (παύση). Σ' ευχαριστώ αγαπητέ μου... (συμβουλεύεται το ρολόι)... μα πρέπει, ειλικρινά, να πηγαίνω, αν θέλω να κρατήσω το πρόγραμμά μου.
Βλαντ. Ο χρόνος σταμάτησε.
Πότζο. (κολλώντας το ρολόι στ' αφτί) Μη το πιστεύεις, κύριε, μη το πιστεύεις. (ξαναβάζει το ρολόι στη τσέπη). Ό,τι θες αλλά όχι αυτό.
Εστρ. (στον Πότζο). Όλα του φαίνονται μαύρα σήμερα.
Πότζο. Εκτός από το στερέωμα! (γελά ευχαριστημένος μ' αυτό το ευφυολόγημα). Αλλά βλέπω τι συμβαίνει, δεν είσαι απ' αυτά τα μέρη, δε ξέρεις τι μπορούν να κάνουνε τα δειλινά μας. Να σου πω; (σιγή. ο Εστραγκόν καταπιάνεται με τη μπότα πάλι κι ο Βλαντιμίρ με το καπέλο του). Δε μπορώ να σου αρνηθώ. (ψεκαστήρας). Λίγη προσοχή αν θέλετε. (Βλαντιμίρ & Εστραγκόν συνεχίζουν το βιολί τους, ο Λάκι έχει μισοκοιμηθεί. ο Πότζο χτυπά το μαστίγιο αδύναμα). Τί συμβαίνει με τούτο το μαστίγιο; (σηκώνεται και το χτυπά πιο δυνατά, τελικά μ' επιτυχία. ο Λάκι αναπηδά, το καπέλο του Βλαντιμίρ, η μπότα του Εστραγκόν, το καπέλο του Λάκι, πέφτουνε στο έδαφος. ο Πότζο πετά κάτω το μαστίγιο). 'Αχρηστο είναι πια τούτο το μαστίγιο. (κοιτά τους Βλαντιμίρ & Εστραγκόν). Τί έλεγα;
Βλαντ. Πάμε.
Εστρ. Μα βγάλε αυτό το βάρος από τα πόδια σου, σ' εκλιπαρώ, θα πεθάνεις.
Πότζο. Πράγματι. (κάθεται. στον Εστραγκόν). Πώς σε λένε;
Εστρ. 'Ανταμ.
Πότζο. (που δεν άκουσε). Α ναι! Η νύχτα. (σηκώνει το κεφάλι). Μα γίνε λίγο πιο προσεχτικός, για τ' όνομα του Θεού, αλλιώς δε θα πάμε ποτέ πουθενά. (κοιτά τον ουρανό). Κοίτα. (όλοι κοιτάνε τον ουρανό εξόν του Λάκι που ξαναλαγοκοιμάται και του τραβά πάλι το σχοινί). Θα κοιτάξεις τον ουρανό, γουρούνι! (ο Λάκι κοιτά τον ουρανό). Τί ασυνήθιστο υπάρχει σ' αυτόν; Ένας ουρανός. Χλωμός και φωτεινός όπως οποιοσδήποτε ουρανός αυτή την ώρα. (παύση). Σ' αυτά τα γεωγραφικά πλάτη. (παύση). Όταν ο καιρός είναι καλός. (λυρικά). Πριν από μιαν ώρα... (κοιτά το ρολόι. πεζά)... περίπου... (λυρικά)... μόλις είχαμε μπει... (διστάζει. πεζά)... ας πούμε στις δέκα το πρωί... (λυρικά)... αδιάκοποι χείμαρροι από κόκκινο και λευκό φως, που τώρα αρχίζει να χάνει τη λαμπρότητά του, να γίνεται χλωμό... (χειρονομεί και με τα δυο χέρια και σταδιακά ηρεμεί)... χλωμό, όλο και πιο χλωμό, πιο χλωμό, ώσπου... (δραματική παύση, πλατειά χειρονομία δυο χεριών που τινάζονται)... πφφ! Τέλειωσε! Σταματά να ξεκουραστεί. Αλλά... (με το χέρι σηκωμένο σε παραίνεση)... πίσω απ' αυτό το πέπλο ευγένειας και γαλήνης, η νύχτα ορμά... (ζωηρά) και θα ξεσπάσει πάνω μας...(κροταλίζει τα δάχτυλα)... ποπ! Έτσι! (η έμπνευση τον εγκαταλείπει). Ακριβώς όταν τη περιμένουμε λιγότερο. (σιγή. άκεφα). Να πως γίνεται σ' αυτή τη κακιά γη.
Εστρ. Αρκεί να ξέρει κανείς.
Βλαντ. Μπορεί να περιμένει κανείς την ώρα του.
Εστρ. Ξέρει κανείς τί να περιμένει.
Βλαντ. Δε χρειάζεται ν' ανησυχεί άλλο.
Πότζο. Απλά να περιμένει.
Βλαντ. Έχουμε συνηθίσει σ' αυτό. (παίρνει το καπέλο, κοιτά μέσα, το κουνά, το φορά).
Πότζο. Πώς με βρήκατε; (οι Βλαντιμίρ & Εστραγκόν τονε κοιτούν ανέκφραστα). Καλά; Ωραία; Μέτρια; Αξιολύπητα; Κατηγορηματικώς άσχημα;
Βλαντ. (που καταλαβαίνει πρώτος). Ω, πολύ καλά, πάρα πολύ καλά.
Πότζο. (στον Εστραγκόν). Κι εσείς κύριε;
Εστρ. Ω, δίσκος, ήχος καμπάνας, δίσκος, δίσκος, δίσκος, καμπάνας.
Πότζο. (φλογερά). Βλογημένοι να 'στε κύριοι, βλογημένοι! (παύση). Είχα τόσην ανάγκη από ενθάρρυνση. (παύση). Εξασθένησα λίγο προς το τέλος, δε το προσέξατε;
Βλαντ. Ω, ίσως, αλλά πάρα πολύ λίγο.
Εστρ. Νόμιζα ήτο σκόπιμον.
Πότζο. Βλέπετε η μνήμη μου είναι ελαττωματική. (σιγή).
Εστρ. Στο μεταξύ, τίποτα δε συμβαίνει.
Πότζο. Το βρίσκετε βαρετό;
Εστρ. Κάπως.
Πότζο. (στο Βλαντιμίρ). Κι εσείς κύριε;
Βλαντ. Έχω διασκεδάσει και καλύτερα. (σιγή).
Πότζο. (παλεύει μέσα του). Κύριοι, υπήρξατε... ευγενικοί μαζί μου.
Εστρ. Διόλου.
Βλαντ. Τί ιδέα!
Πότζο. Ναι, ναι υπήρξατε σωστοί. Έτσι, που αναρωτιέμαι αν μπορώ να κάνω κάτι με τη σειρά μου γι' αυτούς τους τίμιους ανθρώπους, που περνάνε τόσο... τόσο πληκτικά.
Εστρ. Ακόμα και δέκα φράγκα θα 'ταν ευπρόσδεκτα.
Βλαντ. Δεν ήμαστε ζητιάνοι!
Πότζο. Μπορώ να κάνω κάτι, αναρωτιέμαι, για να τους ευθυμήσω; Τους έδωσα κόκαλα, τους μίλησα για τούτο και για τ' άλλο, ερμήνευσα το σούρουπο, ομολογουμένως. Αλλά ήταν αρκετά; Αυτό με βασανίζει, ήταν αρκετά;
Εστρ. Ακόμα και πέντε.
Βλαντ. (στον Εστραγκόν, αγανακτισμένα). Αρκετά!
Εστρ. Δε θα μπορούσα να δεχτώ λιγότερα.
Πότζο. Είναι αρκετά; Δίχως άλλο. Αλλά είμαι ανοιχτοχέρης. Είναι στο χαρακτήρα μου. Σήμερα το βράδυ. Τόσο το χειρότερο για μένα. (τραβά το σχοινί, ο Λάκι τονε κοιτά). Γιατί θα υποφέρω γι' αυτό, δεν υπάρχει αμφιβολία. (παίρνει το μαστίγιο). Τί προτιμάτε; Θα τονε βάλουμε να χορέψει ή να τραγουδήσει ή να σκεφτεί ή...
Εστρ. Ποιόν;
Πότζο. Ποιόν; Ξέρετε σεις οι δυο να σκέφτεστε;
Βλαντ. Σκέφτεται;
Πότζο. Βέβαια. Δυνατά. Μάλιστα, σκεφτότανε πολύ έξυπνα κάποτε, μπορούσα να τον ακούω για ώρες. Τώρα... (ανατριχιάζει). Τόσο το καλύτερο για μένα. Λοιπόν, θα θέλατε να σκεφτεί κάτι για μας;
Εστρ. Θα προτιμούσα να χορέψει, θα 'τανε πιο διασκεδαστικό.
Πότζο. Όχι αναγκαία.
Εστρ. Ντιντί, δε θα 'τανε πιο διασκεδαστικό;
Βλαντ. Θα μου άρεσε πολύ να τον ακούω να σκέφτεται.
Εστρ. Ίσως θα μπορούσε να χορέψει πρώτα και να σκεφτεί μετά, αν δεν είναι πάρα πολύ να του το ζητήσουμε.
Βλαντ. (στον Πότζο). Είναι δυνατόν αυτό;
Πότζο. Ασφαλώς, τίποτα πιο απλό. Είναι η φυσική τάξη (γελά κοφτά).
Βλαντ. Τότε, ας χορέψει. (σιγή).
Πότζο. Ακούς γουρούνι;
Εστρ. Δεν αρνιέται ποτέ;
Πότζο. Αρνήθηκε μια φορά. (σιγή). Χόρεψε άθλιε! (ο Λάκι αφήνει κάτω καλάθι, σάκο, πανωφόρι και σκαμνί, προχωρά μπρος, στρέφεται στον Πότζο και χορεύει. σταματά).
Εστρ. Αυτό είναι όλο;
Πότζο. Πάλι! (ο Λάκι εκτελεί τις ίδιες κινήσεις. σταματά).
Εστρ. Πφφ! Το κάνω το ίδιο καλά κι εγώ. (μιμείται το Λάκι, παραλίγο να πέσει). Με λίγη εξάσκηση.
Πότζο. Χόρευε φαραντόλ, φλινγκ, μπράουλ, τζιγκ, φαντάνγκο κι ακόμα το χορό με τη τσαμπούνα. Χοροπηδούσε. Από χαρά. Τώρα αυτό είναι το καλύτερο που μπορεί να κάνει. Ξέρετε πως το αποκαλεί;
Εστρ. Η Αγωνία Του Αποδιοπομπαίου Τράγου.
Βλαντ. Το Σκληρό Σκαμνί.
Πότζο. Το Δίχτυ. Νομίζει ότι μπερδεύτηκε σε δίχτυ.
Βλαντ. (συστρέφεται νευρικά). Θα υπάρχει κάποιο νόημα σ' αυτό... (ο Λάκι κάνει να γυρίσει στα φορτία του).
Πότζο. Όου! (ο Λάκι γίνεται άκαμπτος).
Εστρ. Για πες μας για κείνη τη φορά που αρνήθηκε.
Πότζο. Ευχαρίστως, ευχαρίστως. (ψάχνει τις τσέπες του). Περιμένετε. (συνεχίζει να ψάχνει). Τί έγινε ο ψεκαστήρας μου; (ψάχνει). Λοιπόν, τώρα δεν είναι... (κοιτά πάνω, κατάπληξη ζωγραφίζεται στο πρόσωπό του. άτολμα). Δε μπορώ να βρω τον εξολοθρευτή μου!
Εστρ. (άτονα). Το αριστερό μου πνευμόνι είναι πολύ εξασθενημένο! (βήχει αδύναμα. με ηχηρό τόνο). Αλλά το δεξί μου πνευμόνι είναι γερό σα καμπάνα!
Πότζο. (φυσικά). Δεν έχει σημασία! Τί έλεγα; (σκέφτεται). Περιμένετε. (σκέφτεται). Λοιπόν τώρα δεν είναι που... (σηκώνει το κεφάλι). Βοηθήστε με!
Εστρ. Περίμενε!
Βλαντ. Περίμενε!
Πότζο. Περιμένετε! (κι οι τρεις τους βγάζουνε τα καπέλα ντέρμπι, -που φοράν όλοι εξ αρχής-, πιέζουνε τα μέτωπά τους, συγκεντρώνονται).
Εστρ. (θριαμβευτικά). Α!
Βλαντ. Το βρήκε.
Πότζο. (ανυπόμονα). Λοιπόν;
Εστρ. Γιατί δεν αφήνει κάτω τις αποσκευές του;
Βλαντ. Ανοησίες!
Πότζο. Είσαι σίγουρος;
Βλαντ. Που να πάρει, μας το 'πες κιόλας!
Πότζο. Σας το 'πα κιόλας;
Εστρ. Μας το 'πε κιόλας;
Βλαντ. Όπως και να 'χει, τις άφησε κάτω.
Εστρ. (ρίχνει ματιές στο Λάκι). Ώστε έτσι; Και λοιπόν;
Βλαντ. Αφού τις άφησε κάτω, είναι αδύνατο να τονε ρωτήσουμε γιατί δε το κάνει.
Πότζο. Πολύ λογικό!
Εστρ. Και γιατί τις άφησε κάτω;
Πότζο. Απάντησέ μας σ' αυτό.
Βλαντ. Για να χορέψει.
Εστρ. Πράγματι!
Πότζο. Πράγματι! (σιγή. φοράνε τα καπέλα τους).
Εστρ. Τίποτα δε συμβαίνει, κανείς δεν έρχεται, κανείς δε φεύγει, είναι τρομερό!
Βλαντ. (στον Πότζο). Πες του να σκεφτεί.
Πότζο. Δώστου το καπέλο του.
Βλαντ. Το καπέλο του;
Πότζο. Δε μπορεί να σκεφτεί χωρίς το καπέλο του.
Βλαντ. (στον Εστραγκόν) Δώστου το καπέλο του.
Εστρ. Εγώ; Μετ' απ' αυτά που μου 'κανε; Ποτέ!
Βλαντ. Θα του το δώσω γω. (δε κινείται).
Εστρ. (στον Πότζο). Πες του να πάει να το πάρει.
Πότζο. Είναι προτιμότερο να του το δώσεις εσύ.
Βλαντ. Θα του το δώσω. (σηκώνει το καπέλο κι απλώνοντας το χέρι, το προσφέρει στο Λάκι, που δε κινείται).
Πότζο. Πρέπει να το βάλεις στο κεφάλι του.
Εστρ. (στον Πότζο). Πες του να το πάρει.
Πότζο. Είναι προτιμότερο να του το βάλει στο κεφάλι.
Βλαντ. Θα το βάλω γω στο κεφάλι του. (περιτριγυρίζει το Λάκι, πηγαίνει πίσω του, τονε πλησιάζει προσεχτικά, του βάζει το καπέλο στο κεφάλι κι οπισθοχωρεί γοργά. ο Λάκι δε κινείται. σιγή).
Εστρ. Τί περιμένει;
Πότζο. Κάντε πίσω! (οι Βλαντιμίρ & Εστραγκόν ξεμακραίνουν, τραβά το σχοινί. ο Λάκι τονε κοιτά). Σκέψου, γουρούνι! (σιγή. ο Λάκι αρχίζει να χορεύει). Σταμάτα! (σταματά). Εμπρός! (ο Λάκι προχωρά). Σταμάτα! (σταματά). Εμπρός! (προχωρά). Σταμάτα! (σταματά). Σκέψου! (σιγή).
Λάκι. Από την άλλη μεριά, σε σχέση με...
Πότζο. Σταμάτα! (σταματά). Πίσω! (κάνει πίσω). Σταμάτα! (σταματά). Γύρνα! (ο Λάκι στρέφεται προς το κοινό). Σκέψου!
(ο Λάκι ξεκινά έν ασυνάρτητο κι ακατάσχετο λογύδριο, χώρις στίξη και νόημα και που διαρκεί κάμποσο, όπου οι ακούοντές του αντιδρούνε σταδιακά ως εξής: Βλαντιμίρ & Εστραγκόν, με μεγάλη προσοχή, Πότζο αποθαρρυμένα, βαρυεστημένα κι αηδιασμένα. Βλαντ & Εστρ αρχίζουν να διαμαρτύρονται και τα βάσανα του Πότζο μεγαλώνουν. Βλαντ & Εστρ εντείνουνε πάλι τη προσοχή τους, ο Πότζο βογγά ολοένα και πιο ταραγμένος. Βλαντ & Εστρ διαμαρτύρονται βίαια, ο Πότζο αναπηδά, τραβά το σχοινί. Γενική κατακραυγή. ο Λάκι τραβά το σχοινί, τρεκλίζει, ξεφωνίζει το κείμενό του. Τέλος, κι τρεις τους ρίχνονται πάνω του ενώ κείνος παλεύει και προσπαθεί να συνεχίσει το λογύδριο, προς το τέλος και μετά την επίθεση των τριών, αλαλάζει τις τελευταίες φράσεις).



Πότζο. Το καπέλο του! (ο Βλαντιμίρ αρπάζει το καπέλο του Λάκι, που πέφτει κάτω. σιγή απόλυτη. λαχάνιασμα από τους ...νικητές).
Εστρ. Εκδικήθηκε! (ο Βλαντιμίρ εξετάζει το καπέλο, κοιτά μέσα του).
Πότζο. Δώστο μου! (αρπάζει το καπέλο, το ρίχνει στο πάτωμα, το πατά). Υπάρχει ένας σκοπός στη σκέψη του!
Βλαντ. Αλλά θα μπορέσει να περπατήσει;
Πότζο. Να περπατήσει ή να συρθεί! (κλωτσά τον πεσμένο Λάκι) Πάνω γουρούνι!
Εστρ. Μπορεί να πέθανε.
Βλαντ. Θα τονε σκοτώσεις.
Πότζο. Πάνω κάθαρμα! (τραβά το σχοινί). Βοηθήστε με!
Βλαντ. Πώς;
Πότζο. Σηκώστε τον επάνω! (Βλαντ & Εστρ σηκώνουν όρθιο το Λάκι, τον αφήνουν και ξαναπέφτει).
Εστρ. Το κάνει επίτηδες!
Πότζο. Πρέπει να τονε κρατήσετε. (παύση) Ελάτε, μπρος σηκώστε τον!
Εστρ. Δε πάει στο διάολο!
Βλαντ. Έλα, άλλη μια φορά.
Εστρ. Για ποιούς μας περνά; (σηκώνουνε το Λάκι, τονε κρατάν όρθιο).

                       

Πότζο. Μη τον αφήσετε να φύγει! (Βλαντ & Εστρ τρεκλίζουνε). Μη κινείστε! (φέρνει τσάντα και καλάθι στο Λάκι). Κράτα τα γερά! (τα βάζει στα χέρια του Λάκι μα κείνος τα πετά κάτω αμέσως). Μη τον αφήσετε να φύγει! (τα ξαναβάζει στα χέρια του Λάκι κι εκείνος με τ' άγγιγμά τους σιγά-σιγά συνέρχεται και τα πιάνει). Κρατάτε τονε γερά! Τώρα μπορείτε να τον αφήσετε. (Βλαντ & Εστρ απομακρύνονται κι ο Λάκι στραβοπατά, παραπαίει, μα καταφέρνει να παραμείνει ορθός, με τσάντα και καλάθι στα χέρια. ο Πότζο κάνει μερικά βήματα πίσω, χτυπά το μαστίγιο). Μπρος! (ο Λάκι παραπατά προς τα μπρος). Πίσω! (το ίδιο και προς τα πίσω) Γύρνα! (γυρνά). Τα κατάφερε! Μπορεί να περπατήσει. (στρέφεται προς τους άλλους δυο). Σας ευχαριστώ κύριοι... κι επιτρέψτε μου...(ψάχνει τις τσέπες του)... επιτρέψτε μου να σας ευχηθώ... (ψάχνει)... τί το 'κανα το ρολόι μου; (ψάχνει). Ένα γνήσιο άλογο κυνηγιού κύριοι, με φοβερό μηχανισμό! (κλαίει μ' αναφιλητά). Ο μπαμπάς μου το 'δωσε! (ψάχνει στο πάτωμα και μαζί του ψάχνουνε κι άλλοι δυο. αναποδογυρίζει με το πόδι του, τα υπολείμματα του καπέλου του Λάκι). Λοιπόν, τώρα δεν είναι αυτό που...
Βλαντ. Ίσως είναι στο στομάχι σου.
Πότζο. Περιμένετε! (διπλώνεται στα δυο να φτάσει με τ' αφτί του το στομάχι του, αφουγκράζεται. σιγή). Δεν ακούω τίποτα. (γνέφει να πλησιάσουν. Βλαντ & Εστρ πάνε κοντά και σκύβουνε στο στομάχι του). Σίγουρα, θα 'πρεπε ν' ακούμε το τικ-τακ.
Βλαντ. Σιωπή! (όλοι ακούνε διπλωμένοι στα δυο).

                                                 

Εστρ. Ακούω κάτι.
Πότζο. Που;
Βλαντ. Είναι η καρδιά.
Πότζο. (απογοητευμένα). Ανάθεμα!
Βλαντ. Σιωπή!
Εστρ. Ίσως σταμάτησε. (ισιώνουνε τα κορμιά τους).
Πότζο. Ποιός από σας μυρίζει τόσον άσχημα;
Εστρ. Αυτός έχει δύσοσμην αναπνοή κι εμένα βρωμάνε τα πόδια μου.
Πότζο. Πρέπει να πηγαίνω.
Εστρ. Και τ' άλογό σου;
Πότζο. Πρέπει να τ' άφησα στο κτήμα. (σιγή).
Εστρ. Τότε αντίο.
Πότζο. Αντίο.
Βλαντ. Αντίο.
Πότζο. Αντίο. (σιγή. κανείς δε κινείται).
Βλαντ. Αντίο.
Πότζο. Αντίο.
Εστρ. Αντίο. (σιγή).
Πότζο. Κι ευχαριστώ.
Βλαντ. Ευχαριστώ.
Πότζο. Τίποτα.
Εστρ. Ναι, ναι.
Πότζο. Όχι, όχι.
Βλαντ. Ναι, ναι.
Εστρ. Όχι, όχι. (σιγή).
Πότζο. Δε νομίζω πως μπορώ... (παρατεταμένος δισταγμός)... να φύγω.
Εστρ. Αυτή είναι η ζωή. (ο Πότζο στρέφεται, απομακρύνεται από το Λάκι προς τα παρασκήνια, τραβώντας το σχοινί).
Βλαντ. Παίρνεις λάθος δρόμο.
Πότζο. Πρέπει να πάρω φόρα. (έχοντας φτάσει στο τέλος του σχοινιού, σταματά, στρέφεται και φωνάζει). Κάντε πίσω! (Βλαντ & Εστρ παραμερίζουνε. κοιτάνε τον Πότζο. χτύπημα μαστιγίου). Μπρος! Εμπρός!
Εστρ. Εμπρός!
Βλαντ. Εμπρός! (ο Λάκι απομακρύνεται).
Πότζο. Πιο γρήγορα! (Βλαντ & Εστρ ανεμίζουνε τα καπέλα τους καθώς περνά με το Λάκι μπρος). Εμπρός! Εμπρός! (έτοιμος να εξαφανιστεί με τη σειρά του, σταματά και στρέφεται. το σχοινί τεντώνει. θόρυβος από το Λάκι που τρεκλίζει). Σκαμνί! (ο Βλαντ του φέρνει το σκαμνί κι αυτός το πετά στο Λάκι). Αντίο.
Βλαντ & Εστρ (ανεμίζουνε τα καπέλα τους). Αντίο! Αντίο!
Πότζο. Πάνω γουρούνι! (θόρυβος από το Λάκι που σηκώνεται). Μπρος! (βγαίνουνε κι οι φωνές του ακούγονται όλο και πιο απομακρυσμένες). Πιο γρήγορα! Μπρος! Αντίο! Γουρούνι! Γιπ! Αντίο! (παρατεταμένη σιγή).
Βλαντ. Έτσι πέρασε κι η ώρα.
Εστρ. Θα 'χε περάσει οπωσδήποτε.
Βλαντ. Ναι αλλά όχι και τόσο γρήγορα. (παύση).
Εστρ. Τί κάνουμε τώρα;
Βλαντ. Δε ξέρω.
Εστρ. Ας πηγαίνουμε.
Βλαντ. Δε μπορούμε.
Εστρ. Γιατί όχι;
Βλαντ. Περιμένουμε τον Γκοντό.
Εστρ. (απελπισμένα). Α! (παύση).
Βλαντ. Πώς αλλάξανε!
Εστρ. Ποιοί;
Βλαντ. Αυτοί οι δυο.
Εστρ. Αυτό είναι το θέμα. Ας συζητήσουμε λιγάκι.
Βλαντ. Έτσι δεν είναι;
Εστρ. Τί;
Βλαντ. Αλλάξανε.
Εστρ. Κατά πάσα πιθανότητα. Όλοι αλλάζουν. Μόνο μεις δε μπορούμε.
Βλαντ. Πολύ πιθανόν. Είναι βέβαιο. Δε τους είδες;
Εστρ. Θαρρώ πως τους είδα μα δε τους ξέρω.
Βλαντ. Ναι τους ξέρεις.
Εστρ. Όχι δε τους ξέρω.
Βλαντ. Τους ξέρουμε σου λέω. Ξεχνάς τα πάντα. (παύση. στον εαυτό του). Εκτός κι αν δεν είναι οι ίδιοι...
Εστρ. Γιατί δε μας αναγνωρίζουνε τότε;
Βλαντ. Αυτό δε σημαίνει τίποτα. Κι εγώ προσποιήθηκα ότι δε τους αναγνώρισα. Κι έπειτα κανείς ποτέ δε μας αναγνωρίζει.
Εστρ. Ξέχνα το. Αυτό που χρειαζόμαστε... Όου! (ο Βλαντ δεν αντιδρά). Όου!
Βλαντ. (στον εαυτό του). Εκτός κι αν δεν είναι το ίδιο...
Εστρ. Ντιντί! Είναι το άλλο πόδι! (πηγαίνει κουτσαίνοντας προς το λοφάκι).
Βλαντ. Εκτός κι αν δεν είναι το ίδιο...
Αγόρι. (από μακριά). Κύριε! (ο Εστρ σταματά κι οι δυο κοιτάζουνε προς τη φωνή).
Εστρ. Απομακρυνόμαστε πάλι.
Βλαντ. Πλησίασε παιδί μου. (μπαίνει το Αγόρι δειλά. σταματά).
Αγόρι. Κύριε 'Αλμπερτ...;
Βλαντ. Ναι.
Εστρ. Τί θέλεις;
Βλαντ. Πλησίασε. (το Αγόρι δε κινείται).
Εστρ. (βίαια). Θα πλησιάσεις; (το Αγόρι προχωρεί διστακτικά). Τί σε κράτησε τόσον αργά;
Βλαντ. Έχεις κάποιο μήνυμα από τον κύριο Γκοντό;
Αγόρι. Μάλιστα κύριε.
Βλαντ. Λοιπόν τί είναι;
Εστρ. Τί σε κράτησε τόσον αργά; (το Αγόρι τους κοιτά με τη σειρά, μη ξέροντας σε ποιόν πρέπει ν' απαντήσει).
Βλαντ. (στον Εστρ). 'Ασε τον ήσυχο.
Εστρ. (βίαια). Εσύ άσε με ήσυχο! (προχωρώντας στο Αγόρι). Ξέρεις τί ώρα είναι;
Αγόρι. (μαζεύεται). Δε φταίω γω κύριε.
Εστρ. Και ποιός φταίει; Εγώ;
Αγόρι. Φοβόμουνα κύριε.
Εστρ. Τί φοβόσουν; Εμάς; (παύση). Απάντησέ μου!
Βλαντ. Ξέρω τί είναι, φοβότανε τους άλλους.
Εστρ. Πόσην ώρα είσαι δω;
Αγόρι. Λίγην ώρα κύριε.
Βλαντ. Φοβόσουνα το μαστίγιο;
Αγόρι. Μάλιστα κύριε.
Βλαντ. Τους δυο μεγαλόσωμους άντρες;
Αγόρι. Μάλιστα κύριε.
Βλαντ. Τους ξέρεις;
Αγόρι. Όχι κύριε.
Βλαντ. Είσαι ντόπιος; (σιγή). Ανήκεις σ' αυτά τα μέρη;
Αγόρι. Μάλιστα κύριε.
Εστρ. Είναι όλα ψέμματα. (τραντάζοντας το Αγόρι από τους ώμους). Πες μας την αλήθεια.
Αγόρι. (τρέμοντας). Μα είναι αλήθεια κύριε!

            

Βλαντ. Δε τον αφήνεις ήσυχο; Τί έχεις πάθει; (ο Εστρ λευτερώνει το Αγόρι, απομακρύνεται σκεπάζοντας το πρόσωπό του με τα χέρια του. ο Βλαντ και το Αγόρι τονε παρατηρούν. ο Εστρ ρίχνει τα χέρια και το πρόσωπό του είναι συσπασμένο). Τί σου συμβαίνει;
Εστρ. Είμαι δυστυχισμένος.
Βλαντ. Μη μου πεις! Από πότε;
Εστρ. Έχω ξεχάσει.
Βλαντ. Τί περίεργα παιγνίδια που παίζει η μνήμη! (ο Εστρ προσπαθεί να μιλήσει, το μετανιώνει, κουτσαίνει στη θέση του, κάθεται κάτω κι αρχίζει να βγάζει τις μπότες του. στο Αγόρι). Λοιπόν;
Αγόρι. Ο κύριος Γκοντό...
Βλαντ. Σ' έχω δει πριν, έτσι δεν είναι;
Αγόρι. Δε ξέρω κύριε.
Βλαντ. Δε με ξέρεις;
Αγόρι. Όχι κύριε.
Βλαντ. Αυτή είναι η πρώτη σου φορά;
Αγόρι. Μάλιστα κύριε. (σιγή).
Βλαντ. Λόγια, λόγια! (παύση). Μίλα!
Αγόρι. (ορμητικά). Ο κύριος Γκοντό μου 'πε να σας πω, ότι δε θα 'ρθει απόψε, αλλά οπωσδήποτε αύριο. (σιγή).
Βλαντ. Αυτό είναι όλο;
Αγόρι. Μάλιστα κύριε. (σιγή).
Βλαντ. Εργάζεσαι για τον κύριο Γκοντό;
Αγόρι. Μάλιστα κύριε.
Βλαντ. Τί κάνεις;
Αγόρι. Προσέχω τις κατσίκες, κύριε.
Βλαντ. Είναι καλός μαζί σου;
Αγόρι. Μάλιστα κύριε.
Βλαντ. Δε σε χτυπά;
Αγόρι. Χτυπά τον αδελφό μου, κύριε.
Βλαντ. Α, έχεις αδελφό;
Αγόρι. Μάλιστα κύριε.
Βλαντ. Τί κάνει;
Αγόρι. Προσέχει τα πρόβατα, κύριε.
Βλαντ. Και γιατί σένα δε σε χτυπά;
Αγόρι. Δε ξέρω κύριε.
Βλαντ. Πρέπει να σ' αγαπά.
Αγόρι. Δε ξέρω κύριε. (σιγή).
Βλαντ. Σου δίνει αρκετά για να φας; Σε τρέφει καλά;
Αγόρι. (διστάζει). Πολύ καλά κύριε.
Βλαντ. Δεν είσαι δυστυχισμένος; Μ' ακούς;
Αγόρι. (διστάζει πάλι). Μάλιστα κύριε.
Βλαντ. Λοιπόν;
Αγόρι. Δε ξέρω κύριε.
Βλαντ. Δε ξέρεις αν είσαι δυστυχισμένος ή όχι;
Αγόρι. Όχι κύριε.
Βλαντ. Είσαι στην ίδια κατάσταση με μένα. (σιγή). Πού κοιμάσαι;
Αγόρι. Στη σοφίτα κύριε.
Βλαντ. Μαζί με τον αδελφό σου;
Αγόρι. Μάλιστα κύριε.
Βλαντ. Στο σανό;
Αγόρι. Μάλιστα κύριε. (σιγή).
Βλαντ. Εντάξει, μπορείς να πηγαίνεις.
Αγόρι. Τί να πω στον κύριο Γκοντό, κύριε;
Βλαντ. Πες του... (διστάζει)... πες του ότι μας είδες. (παύση). Μας είδες, έτσι δεν είναι;
Αγόρι. Μάλιστα κύριε. (κάνει μερικά βήματα και βγαίνει τρέχοντας. το φως εξασθενίζει. γίνεται νύχτα. το φεγγάρι φαίνεται πίσω, ανεβαίνει στον ουρανό, μένει ακίνητο, ρίχνοντας χλωμό φως στη σκηνή).
Βλαντ. Επιτέλους! (ο Εστρ σηκώνεται και πάει προς το Βλαντ κρατώντας μια μπότα σε κάθε χέρι. τις αφήνει κάτω στην άκρη της σκηνής και κοιτά το φεγγάρι). Τί κάνεις;

                       

Εστρ. Χλώμιασε από τη κούραση.
Βλαντ. Ε;
Εστρ. Που σκαρφάλωσε στον ουρανό και κοιτά τους ομοίους μας.
Βλαντ. Τις μπότες σου, τί κάνεις με τις μπότες σου;
Εστρ. (στρέφεται και κοιτά τις μπότες). Τις αφήνω δω. (παύση). Ένας άλλος θα 'ρθει, ακριβώς όπως...όπως...όπως εγώ, αλλά με μικρότερα πόδια και θα τονε κάνουν ευτυχή.
Βλαντ. Μα δε μπορείς να φύγεις ξυπόλητος!
Εστρ. Ο Χριστός αυτό έκανε.
Βλαντ. Ο Χριστός! Τί έχει να κάνει ο Χριστός μαζί μας; Πας να συγκρίνεις τον εαυτό σου με το Χριστό;
Εστρ. Σ' όλη μου τη ζωη αυτό έκανα.
Βλαντ. Αλλά κει που ζούσε, είχε ζέστη, ήτανε στεγνά!
Εστρ. Ναι και τονε σταυρώσανε γρήγορα. (σιγή).
Βλαντ. Δεν έχουμε τίποτα να κάνουμε δω.
Εστρ. Ούτε πουθενά αλλού.
Βλαντ. Α Γκογκό μη συνεχίζεις έτσι. Αύριο όλα θα 'ναι καλύτερα.
Εστρ. Πώς τα βγάζεις πέρα;
Βλαντ. Δεν άκουσες τί είπε το παιδί;
Εστρ. Όχι.
Βλαντ. Είπε πως ο Γκοντό οπωσδήποτε θα 'ρθει αύριο. (παύση). Τί λες γι' αυτό;
Εστρ. Τότε το μόνο που 'χουμε να κάνουμε είναι να περιμένουμε δω.
Βλαντ. Είσαι τρελός; Πρέπει να 'χουμε κάλυψη. (του πιάνει το χέρι). Έλα. (τονε σέρνει πίσω του. αρχικά ο Εστρ παραδίνεται μα μετά αντιστέκεται. σταματούν).
Εστρ. (κοιτάζοντας το δέντρο). Κρίμα που δεν έχουμε λίγο σχοινί;
Βλαντ. Έλα. Κάνει κρύο. (τονε σέρνει πίσω. όπως πριν).
Εστρ. Θύμησέ μου να φέρω ένα κομμάτι σχοινί αύριο.
Βλαντ. Ναι, έλα. (τονε σέρνει πίσω. όπως πριν).
Εστρ. Πόσο καιρό είμαστε μαζί τώρα;
Βλαντ. Δε ξέρω. Ίσως πενήντα χρόνια.
Εστρ. Θυμάσαι τη μέρα που ρίχτηκα στο Ροδανό;
Βλαντ. Είχαμε τρύγο.
Εστρ. Μ' έβγαλες έξω.
Βλαντ. Όλ' αυτά πεθάνανε και θαφτήκαν.
Εστρ. Τα ρούχα μου στεγνώσανε στον ήλιο.
Βλαντ. Δεν είναι καλό να γυρνάς πίσω σ' αυτά. Έλα. (τονε σέρνει πίσω. όπως πριν).
Εστρ. Περίμενε.
Βλαντ. Κρυώνω!
Εστρ. Περίμενε! (απομακρύνεται). Αναρωτιέμαι μήπως θα 'μαστε καλύτερα μόνοι, έκαστος για πάρτη του. (διασχίζει τη σκηνή και κάθεται στο λοφάκι). Δεν είμαστε φτιαγμένοι για τον ίδιο δρόμο.
Βλαντ. (χωρίς θυμό). Δεν είναι βέβαιο.
Εστρ. Όχι, τίποτα δεν είναι βέβαιο. (ο Βλαντ διασχίζει τη σκηνή και κάθεται δίπλα στον Εστρ).
Βλαντ. Μπορούμε ακόμα να φύγουμε αν νομίζεις ότι θα 'τανε καλύτερα.
Εστρ. Δεν αξίζει τον κόπο τώρα. (σιγή). Λοιπόν πάμε;
Βλαντ. Ναι πάμε. (δε κινούνται).

                                  ΑΥΛΑΙΑ 1ης Πράξης              

                                  συνεχίζεται... εδώ --->

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers