-


Dali &









/




 
 

 

: ...

    
                           Πορτρατο της απ τον Γ. Ν. Ρολο.

                                       Βιογραφικ

     Γεννθηκε σαν Αιμλια Κορτελη στη Μασσαλα το 1881, που πρασε και τα παιδικ της χρνια, και πθανε στην Αθνα σε ηλικα 60 ετν, στις 26 Ιουλου 1941. Ο πατρας της I. Κορτελης, Κεφαλοντης τη καταγωγ, ταν απ' τους λγιους του 2ου κματος τς ομογνειας. Βρθηκε στη Μασσαλα μετ την Επανσταση το 1821 κι εκε εξδιδε τη γαλλφωνη εφημερδα SEMAPHORE. Στην Αθνα η οικογνεια Κορτελη εγκαταστθηκε ταν η Αιμιλα ταν πολ μικρ. Απ ττε μως γραφε ποιματα κι τανε πολ ταλαντοχα. Πρτος που ξεχρισε το ταλντο της ταν ο νονς της, Αχιλλας Παρσχος που την ανλαβε κτω απ τη πνευματικ του προστασα. τσι η Αιμιλα τλειωσε το Αρσκειο με ριστα και προσλφθηκε καθηγτρια στο σχολεο αυτ, αφο σποδασε φιλολογα. Ιδιατερα μορφη ταν ταν να επικρτησε στους φιλολογικος κκλους με τα πρτα ποιματα που ρχισε να δημοσιεει. τανε ταλαντοχα απ μικρ κοριτσκι κι γινε μλιστα μια πανεμορφη γυνακα, τσο που ενπνευσε τον Σ. Σκπη να γρψει τη Κμη Της Βερενκης και τον γγελο Σικελιαν να πει:

   "τσι θα 'τανε τα μτια της Σαπφος, τα 'καιγε βαθι κρυφ μεγλη φλγα. Κι η κατατομ της, κατατομ αυλητρδας αρχαου ναο".



     Το 1902 κυκλοφρησε η 1η της ποιητικ συλλογ, με ττλο Χρυσνθεμα κι ο Δ. I. Καλογερπουλος που τη προλογζει, παρατηρε πως η ποησ της εναι «σαν αυγ (που) θαμποχαρζει και προιωνζεται την αυγ ολφωτης μρας». Το 1911 παντρετηκε το λγιο Στφανο Δφνη (Θρασβουλο Ζωπουλο) κι κτοτε υπγραφε μ' αυτ το επθετο. Θα το αφοσιωθ ολψυχα στα 30 χρνια που θα ζσουν μαζ, τσι που αυτ η αφοσωση να ωφελσει το ργο εκενου, επηρεζοντς το βαθτατα και να βλψει το δικ της. ζησε κυριολεκτικ στη σκι του ντρα της κι ο Μιχλης Περνθης σημεινει σ' να βιογραφικ της σημεωμα:

   «τανε μια σκια που δεν επτρεψε οτε και σμερα ακμη να κερδσει τη σημαντικ θση που της ανκει».

     Ακολοθησε το 1923 η 2η συλλογ της, που εχε ττλο Τα Χρυσ Κπελλα και προλογστηκε απ τον Κωστ Παλαμ.  Στα ποιματα αυτ, πως και στα προηγομενα δημοσιεματ της, υπρχει μι λο ευαισθησα μεταφυσικ αγωνα, μι δεαλιστικ διθεση, αλλ περισστερη μαεστρα κι ωριμτητα στα εκφραστικ μσα. Την δια χρονι (1923) θα κυκλοφορσει σαν πρτο δεγμα το πεζογραφικο της ταλντου το μυθιστρημα Το Τλαντο Της Σμαρς. Αξζει να σημειωθε πως σε λα τα χρνια της ενεργος καρριρας της, δημοσευε ρθρα, διηγματα και ποιματα στα μεγλα περιοδικ και τις εφημερδες της εποχς εκενης. 14 χρνια αργτερα (1937) θα κυκλοφορσει το 2ο μυθιστρημα, που η τεχνικ αρτιτητ του βεβαινει για τη πολλ επεξεργασα που χει γνει απ μρους της συγγραφως στο διστημα αυτ. Το μυθιστρημα τιτλοφορεται Η Ξνη Γη κι εναι το βιβλο που μ’ αυτ θα κλεσει τη δημιουργικ της παραγωγ. 4 χρνια αργτερα θα σβσει συχα κι αθρυβα πως ζησε. φησε μι ανκδοτη νουβλλα με ττλο Το Σπτι Με Τον γριο Σκλο, κι χει γρψει πολλ θεατρικ μονπρακτα. Το μονπρακτο ργο της, μλιστα, Gloria Victis τιμθηκε απ την Εταιρεα Ελλνων Θεατρικν Συγγραφων. ργα της μεταφρστηκανε σε γαλλικ & γερμανικ.



     Σημ: Ο Γιννης Σπανς ταν μελοποησε ελληνικ ποηση και πιο συγκεκριμνα, το 1967 στην Ανθολογα Α', συμπεριλαβε το ποημ της Τρεις Νοι... και παρακτω παρατθεται και το ποημα και κτω απ' αυτ, το τραγοδι. Επσης κι λλα τραγοδια της μελοποιηθκαν αργτερα και θα παρατεθονε παρακτω με τη σμανσ τους. Π. Χ. 

Τα ργα

   Ι.Ποηση:
Χρυσνθεμα /Αθνα, κδοση του περ. Πινακοθκη, 1902.
Τα Χρυσ Κπελλα / πρλογο Παλαμ. Αθνα, Ι.Ν.Σιδρης, 1923.
• Διφορα ποιματ της σε περιοδικ κι εφμερδες της εποχς.

  ΙΙ.Πεζογραφα:
Το Τλαντο Της Σμαρς / μυθιστ. Αθνα, Ι.Ν.Σιδρης, 1923.
Η Ξνη Γη / μυθιστ. Αθνα, Εστα, 1937.
• Διφορα διηγματ της κι ρθρα σε περιοδικ κι εφημερδες.

 ΙΙΙ.Μεταφρσεις:
Μπορντ Ανρ: Η Αλαφροσκιωτη / μτφρ: Αιμ. Δφνη, Αθνα, Ζηκκης, 1922.

 ΙV. Θατρο:
Gloria victis - Οι Γροι - Απολτρωση / Μονπρακτα δρματα. (σε τμο με το θεατρ. του Στφανου Δφνη: Το Πατρικ Σπτι). Αθνα, Ι.Ν.Σιδρης, 1921.

====================

                     Αδικοθνατος

Ἦρθες τὴ νχτα κι ἔκατσες στοῦ τραπεζιοῦ τὴν ἄκρη...
Στὸ ροῦχο σου οὔτε κουρνιαχτς, οὔτε στὸ μτι δκρυ.
Μνο ἡ φων σου ἀλαργινὴ σὰν ἀπ’ ἀνλια μκρη.

Ὅλοι μαζὶ ἐκαθσαμε, κι ὅλοι μαζὶ σοῦ λμε:
«Ἄδικα ποὺ σὲ κλψαμε, κι ἄδικα ποὺ σὲ κλαῖμε,
κι ἄδικα τ’ ὅσο κψαμε λιβνι, κι ὅσο καῖμε!..

«Ἐσ ’σαι δῶ, στοῦ τραπεζιοῦ τὴν ἄκρηα, καὶ κοιτζεις
μ’ ὅλο τὸ φγγος τῆς ψυχῆς. Καὶ γελαστὸς μᾶς τζεις
νὰ πῇς τὸ «να» στὸ ρτημα ποὺ ἀπνω μας διαβζεις.

«Καὶ ν, ποὺ μαζωχτκαμε τριγρω. Πς μας τρα,
(πρὶν ὁ μεγλος Ἄστερας χαρξῃ ὥραν τὴν ὥρα)
σὰν τ καλοδια σοὔδωκαν ἀπὸ τὴν Κτου Χρα;

«Σὰν τ καλὰ μᾶς φλαξες μὲς στῆς καρδιᾶς τὰ βθη;
Ἤ μὴ τῆς Ἄρνας πρασες τὴ λμνη, κι ἔχεις μθη
τὸ πῶς ξεχνιοῦνται κι οἱ φιλιὲς καὶ τῆς ζωῆς τὰ πθη;...»

Κι ὅπως σοῦ ἀνπαιξε ἡ ματι, μὲ μιᾶς ἐξεθαρρετη
κι ἔπεσε στὸ θαμπὸ γυαλὶ τοῦ ἀντικρινοῦ καθρφτη,
χλια κομμτια ἐγενηκε καὶ στὴν ποδι μας πφτει.

Κι ἐνῷ σὰ χδι ἁπλναμε στὴν ὄψη σου τὸ χρι,
σβστηκε τὸ ποὺ ἐτρμιζε μπροστ μας ἀχνοκρι
κι ἐστναξε πικρὴ φωνὴ μς στ’ ὀρθρινὸ τ’ ἀγρι.

    Της Πολιτεας Οι Δρμοι

Ὅμορφοι οἱ δρμοι οἱ πολυσχναστοι
τὴν ἄνοιξη ἢ τὸ καλοκαρι,
ποὺ μᾶς τραβοῦν στῆς πολιτεας ἀνμεσα
τ’ αγαπημνα μρη.

Κσμος ὡραῖος περνει κι ἀνερος:
κἄποιο κορμ, κἄποιο φτερ, κἄποια κορδλλα
καὶ προσωπκια, ποὺ θαρρεῖς ἐστθηκαν
τοῦ Γκρὲζ ἢ του Βὰν Ντκ μοντλλα.

Κι ὅλα μαζὶ σὰν ἥσκιοι στὸ παν
κἄποιου στημνου κινηματογρφου
γελοῦν, γλυστροῦν, λυγζουν, χνονται,
σμπως στὴν ἄβυσσο ἑνὸς τφου.

Ὡς τσο, τὰ πλατειὰ προγρμματα
μὲ τοὺς ἐφμερους Πιερρτους καὶ τὰ σκτσα,
ποὺ διαφημζουν τὶς χαρς, ἢ κι ἄσεμνους
πθους ξυπνοῦν στ’ ἀνδεα τὰ κορτσα,

μας σταματοῦν τὸ βῆμα τὸ ἄσκοπο
γιὰ νὰ μᾶς ποῦν μὲ τὴν κοιν τους γλῶσσα
γιὰ μταιες δξες, πρσκαιρες χαρς,
ἢ θλψες κι ἄλλα πσα!...

Κι ὅταν βροχοῦλα ἀρχζει χειμωνιτικη
ἀπ’ τὰ βαρειὰ τὰ σγνεφα νὰ πφτῃ,
τρμουνε κ’ οἱ γραμμὲς στὸν ἄσφαλτο.
σὰν ἥσκιοι σὲ θαμπὸ καθρφτη.

Τῶν δντρων οἱ κορμο, τὰ ξφυλλα
κλαδι, τῶν φαναριῶν οἱ στλοι
σὰν κιρο-σκοῦρο γρφουνται
μὲς στὸ θολὸ τὸ δελι.

Καὶ μνο πσω ἀπ’ τὶς κρυστλλινες
τῶν λουλουδιῶν βιτρνες
κερνια, βελουδνια, ἀνγγιχτα
κτω ἀπὸ ρδινες ἀχτνες,

τ’ ἄνθια βουβὰ κι ἀσλευτα,
σὰ μαγεμνα ἀπὸ τὴ Μοῖρα,
στκουν,—ψυχὲς ἀνγγιχτες
στοῦ κσμου τὴν πλημμρα.
                                             Φλεβρης 1923

                            ραμα

νειρο γοργοφτρουγο το πρασμ σου, ω κρη!
Στ' ακρνυχ σου ανθος σκορπ η μοσα η Τερψιχρη.

Τ' αρχαο το πνεμα μιαν αυγ, φυσντας το καλμι,
στης Αρκαδας σ' φερε το μυθικ ποτμι.

Κι τσι λουσμνη μες στο φως, ανγγιχτη κι ωραα,
περνς, γλιστρς σαν ραμα σ' αρχαον αμφορα.

Γρω απ' το φυλλοστφανο βωμ οι Θεο στημνοι
στο λγισμ σου απλνουνε τα χρια αναστημνοι.

Και στις ψυχς που σε θωρον, μες στων θνητν τα στθη,
ο μγας Παν εξπνησε και γελαστς εστθη!

                 Γειτονις

Τὶ καλὰ στὶς γειτονιὲς νὰ τριγυρζῃ
κθε ἀπβραδο κανεὶς μὲ δχως ἔννοια...
Ὅπου γλστρες, μιὰ κοπλλα καὶ δροσζει
πρτες, ἄνθια, τὴν αὐλὴ τὴ χωματνια.

Μὲς στὸ πρσινο, σὰν κμποι ἀπὸ ρουμπνι,
τρμουν τ’ ἄνθια στὸ μπαλκνι σκουλαρκια·
ττοιο φῶς λοξὰ τὸ μοχρωμα τοὺς δνει,
ποὺ ὀνειρεεσαι βυθος, κορλλια, φκια.

Τὰ παιδι, μελισσολ μὲς στὸ δρομκο:
τὸ πατνι, τὸ φοὺτ-μπὼλ ἤ τὸ τσιλκι.
Δὲν τρομζουν πιὰ σὰ δοῦν τὸ γεροντκο
νὰ βροντῃ, καθὼς περνει, τὸ δεκανκι.

Σλαγος, μπουχς, βου, μπενζνα,
κι οἱ ἀνθρῶποι εἶναι πουλιὰ κυνηγημνα,
σὰν περνῃ καὶ τοὺς σκορπῃ ἡ λιμουζνα
στὶς γωνις, ὄξω ἀπ’ τὰ σπτια τὰ κλεισμνα.

Νὰ κι ἡ σοστα ποὺ διαβανει· κκλους γρφει
μὲ τὶς ρδες ποὺ τὴ γῆς βαριὰ τραντζουν.
Δῶ καὶ κεῖ στὰ μαγαζκια οἱ φωνογρφοι
τὶς καρδιὲς μὲ τὸ τραγοῦδι τους σπαρζουν.

Τὸ σκοπὸ κι ὁ καρροτσρης γλυκοσρνει,
δχως τποτ’ ἀπ’ τὴ νχτα νὰ προσμνῃ.
Στὸ κασσνι του, ὅπως κθεται, τὸν παρνει,
κι ὅπου τ’ ὄνειρο τὸν πει, πηγανει.

Κπου ἀπμερα στὸ δρμο τὰ ζευγρια
σμγουν, φεγουν, ξεγλιστροῦν σιγὰ καὶ πᾶνε...
Σβνουν πσω τῶν βημτων τους τὰ χνρια,
καὶ στὸ στρψιμο λυγμοὶ κρυφοὶ ξεσπᾶνε.

Δυὸ φιλκια ἢ καὶ δυὸ δκρια, κι ἓν ἀντο...
Ἄχ! τὸ «χαῖρε» αὐτὸ στῆς γῆς τὴν παραζλη!
-Χτς, ἀλθεια, στὸ δρομκο ἤμαστε δο,
ξνος σμερα εἶμαι γὼ καὶ σὺ μιὰν ἄλλη.-

Καθισμνος στ’ ἀγκωνρι σταυροπδι
κι ὁ τυφλὸς παραδομνος τραγουδει.
Λὲς καὶ μσα του ἀκλουθει σκυφτὸς τὸ ξδι
τῆς δικῆς του τῆς ζωῆς ποὺ πει καὶ πει...

Πῶς μοῦ σρνεις τὴν ψυχ μου, ὤ μουεζνη,
στὴ θρησκεα σου ποὺ φγγει στὸ σκοτδι!
Πσα ὁρματα ὑπερκσμια στὴ γαλνη
ποὺ κοιμᾶται στῶν ματιῶν σου τὸ μαυρδι!...

Λγο ἀκμα καὶ τὸ φῶς θὰ ξεψυχσῃ,
κι οὔτε χρῶμα, οὔτε λουλοδι, οὔτε ζευγρι.
Ἄχ, κι’ ἂς ἦταν ἀπ’ τὸ χος νὰ ξεπηδσῃ
σὰν ὑπσχεση ψηλὰ τὸ νο φεγγρι!

                Η Γη Και Τα Στχυα

Σὲ κποιες ὧρες μυστικὲς ποὺ τ’ ἀστερκια κλαῖνε
κι ἐρωτικὲς ἀποθυμιὲς σκορποῦν τριγρω οἱ τποι,
γρνουν τὰ στχυα πρὸς τὴ γῆ, τὴν προσκυνᾶν καὶ λνε:
-Ὥρα καλ μανοῦλα μου, καὶ θὰ μᾶς φᾶν οἱ ἀνθρῶποι.

Σὲ κποιες ὧρες γαληνὲς ποὺ τ’ ἀγερκι πνει
καὶ δνει ἀνσα στὰ δεντρ, μοσκοβολιὲς στοὺς κρνους,
σιγομιλει κι ἡ μνα γῆς -ὥρα καλὴ- καὶ λει:
Ἐσᾶς οἱ ἀνθρῶποι θὰ σᾶς φᾶν, κι ἐγὼ θὰ φγω ἐκενους!

---------------------------

Μελοποιημνη... Δφνη:

           Τρεις Νοι...

τανε Θε μου, μια φορ
τρεις νοι (τρεις φλοι, τρα παιδι),
αγπες, νειρα, τραγοδια,
μσα στο φως, μες στα λουλοδια,
τρεις νοι (τρεις φλοι, τρα παιδι).

Τρ' απομνουνε βαθι,
νας εδ κι λλος εκε,
χελη, καρδις, μτια κλειστ,
μσα στο χμα, μες στη γη,
νας εδ κι λλος εκε...

Κθε π' ανθζουν τα κλαδι,
βγανουν τις νχτες τρα παιδι
στ' ασημνια καλοκαρια,
που υψνονται στο φως τα χρια,
βγανουν τις νχτες τρα παιδι.

Και μ' αρμονα γλυκολαλε,
-κιθρα, φλουτο και βιολ-
η θεα του Σομπερτ σερεντα,
κι εν' λ' αγπη, φως, γεμτα,
-κιθρα, φλουτο και βιολ.

Του πρτου η μνα τ' αγροικ
βουβ κι ανβει τα κερι,
τ' λλου αδελφ, και γονατζει,
του τρτου η αγπη θυμιατζει
σ' να κελ καλογρι.

Μορες οι νχτες τριγυρνον
και τα παιδι ξεπροβοδον,
στλνουν μηνματα στ' αστρια,
και με καλβολα τα χρια
τα τρα παιδι ξεπροβοδον.

τανε Θε μου, μια φορ
τρεις νοι... και τρα εναι βαθι
μσα στο χμα μες στη γη,
νας εδ κι λλος εκε,
τρεις νοι (τρεις φλοι, τρα παιδι).

Τρεις Νοι...

              Αγωνα

Κανες δεν εναι, για να δει,
που μ' χουν δσει στο σταυρ
και μ' ν' αγκαθερ κλαδ
μου 'χουν πληγσει το πλευρ.

Μονχα τρμει απ ψηλ
το μισοφγγαρο λειψ
και μες στο στμα με φιλ
κθε που λω πως διψ.

Σκης Παπανικολου

                       Μπορες

Μπορες χλωμ τραγουδιστ που ρωτα μου τζεις,
ζω χαρομενη, τρελλ, μπορες να μου χαρσεις
κι αντ να γρνεις σκυθρωπς κι αινια να στενζεις,
στη λρα σου χαρομενος, μπορες να τραγουδσεις;

Να πρεις γλιο και χαρ και της δροσις σταγνα
και πργο 'νειροφνταστο πανριο να μου χτσεις,
ποτ στα μτια να μη δω τον πγο του χειμνα
και θρνο απ σννεφα γαλζια να μου στσεις.

Μπορες χλωμ τραγουδιστ που χλια-δυο μου λνε,
τα μτια σου τα μορφα γι' αγπη ονειρεμνη,
ποτ τραγοδια να μη πεις, τραγοδια που να κλανε
κι η λρα σου χαρομενη να ψλλει σα διαβανει.

Για με να χτσεις μια ζω απ 'ν' ανθ το χνοδι,
αγν σα φεγγοβλημα, σαν λιου φως, καθρια
και να 'χω για νανορισμα το θεο σου τραγοδι,
να μου θυμζει τη ζω κι χι νεκρ κουφρια.

Στο κσμο που φαντστηκα, μαζ μου να πετξεις
μπορες χωρς η αγπη σου ποτ να κουραστε
και στο ταξδι το πολ ποτ να μη στενξεις;
Για λγε μου, τχα μπορες, χλωμ τραγουδιστ;

Μελοποηση: Ανδρας Αρτμης

              Ελπδα

Τσο σκοτδι, τση θλψη
πφτει απ’ τα νφη προς τη γη
που λγο ακμα και θα λεψει
μσα απ’ την πλση η αναπνο.

Κι τσι χλωμ και αραι τα φλλα
τρμουν απνω στα κλαδι
σο η καινορια ελπδα τρμει
μσα στου ανθρπου την καρδι.

Φως ανοιξιτικο γα φξε
μες στη θλιμμνη μου ψυχ
κι ας εσαι σαν αστροπελκι
πνω στου δντρου τη κορφ.

Ννα Βενετσνου 1984 "Το Κουτ Της Πανδρας"

                    ραμα

νειρο γοργοφτρουγο το πρασμ σου, ω κρη!
Στ’ ακρνυχ σου ανθος σκορπ η μοσα η Τερψιχρη.
Τ’ αρχαο το πνεμα μιαν αυγ, φυσντας το καλμι,
στης Αρκαδας σ’ φερε το μυθικ ποτμι.

Κι τσι λουσμνη μες στο φως, ανγγιχτη κι ωραα,
περνς, γλιστρς σαν ραμα σ’ αρχαον αμφορα.
Γρω απ’ το φυλλοστφανο βωμ οι Θεο στημνοι
στο λγισμα σου απλνουνε τα χρια αναστημνοι.

Και στις ψυχς που σε θωρον, μες στων θνητν τα στθη,
ο μγας Παν εξπνησε και γελαστς εστθη!

               Γιωσφ Ελγια

Το μεγλο παιδ το αγαθ το πιστ
που ταν λος καρδι καλοσνη,
αν κι Εβραος πει να βρει τον Χριστ
στων ψυχν που τη λεν βιβλικ τη γαλνη.

Μελετοσε τα ιερ της φυλς του τα βιβλα
ποιητς και σοφς ο Γιωσφ Ελγια.
Μια Ρεβκκα του αγν και την ψελνε αγα
σα Δαυδ σε μιαν ρπα γλυκι.

Σε χωρι μακριν ταν δσκαλος, ξνο
κι ρμο η αρρστια τον χτπησε εκε
στην Αθνα τον φρανε ζωνταν πεθαμνο
για να σβσει σε μια κλινικ.

Στην κοιλδα που λεν Ιωσαφτ πει η ψυχ του
το Χριστ π’ αγαποσε πει τρα να βρει.
ταν μρα Σαββτου ιερ, το κορμ του
το σκεπσανε με σεντνι μακρ.

Τ’ λλο βρδυ μεσνυχτα φαναρκια κρατντας
κι ο Ραβνος να λει και να λει
τον επραν σκις στο σκοτδι γλιστρντας
τον επραν και πνε οι Εβραοι.

         Θεοφνεια

Θεοφνεια. Ο Ουρανς πανηγυρζει.
ν’ σπρο περιστρι φεγει απνου.
Μ’ να κλων ο παπς δενδρολιβνου
μ’ αγιασμ το γρασδι ραντζει.

Η δηση, κρνος μσα του, κι ανθζει
για το δικ του το ψωμ, για του ζητινου.
Τα μυστικ τα λγια μουρμουρζει,
που λνε για το θμα του Ιορδνου...

    Συναναστροφ

λοι ωραοι, καλβουλοι,
ξνοι δικο και φλοι,
καθστε κ’ χω να σας πω
για κποιο νο που πθανε
με τον καημ
του ενς φιλιο στα χελη...

Σπουδαο δεν ταν, ββαια,
δε θα χαλοσε ο κσμος μ’ να φιλ...
Μα της Κυρς της ρεσε το νο παιδ
να βλπει πως πλαντζει....
'σπου μια μρα...

Λιγκι ακμα...
μακρι δεν εναι η ιστορα
κι ανσυχα τα μτια ας μη στυλνονται
στου ρολογιο την πλκα...

Δε θα προκμει
στην μση ο δεχτης σα σπαθ
την ρα μας να κψει
κι οτε στο τζκι ν’ αποσβσει η θρκα
και θα `χω κι λλη μια ιστορα πει,
πιο θλιβερ, ξνοι, δικο και φλοι,
για ναν που ακμα τριγυρν
να βρει τετρφυλλο τριφλλι
για ποιον, αν βρειτε;...
Για την δια την Κυρ!

Για φαντασθετε!...
Και λνε πως κατβηκε
στον δη ο νος,
σπου μια μρα...

μως θαρρ πως πρασε
για σας η ρα... Κι λεγα
τις δυο ιστορες να δσω
και να `φερνα στην ψη σας
της ευσπλαχνας το δκρυ...
(Να βλπαμε και τι καμε η κυρ,
σαν μαθε πως το παιδ...)

μως και πλι χετε γεια κι ευχαριστ...
Στην κρη εδ θα κτσω μοναχ,
να θυμηθ καταλεπτς απ’ την αρχ
την ιστορα... να βρω τη μση...
Ως για το τλος, ββαια, το ξρω πια καλ...

...σπου μια μρα, τσ’ εν’ αυτ!
Καννας πια δε θα νοιαστε
για τον καημ, για το φιλ,
ξνοι, δικο και φλοι
και για το νο που τριγυρν
να βρει τετρφυλλο τριφλλι!

     Σημ: σα δεν χουνε τραγοδι σημανει πως δε βρθηκε. Π. Χ

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers