Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Κλασσικά 

Βάρναλης Κώστας: Ποιητική Ψυχούλα Πο(ν)τισμένη...

 

        Βιογραφικό      

     Γεννήθηκε στον Πύργο της Β. Θράκης το 1884. Στo σχολείο της πατρίδας του έμαθε τα πρώτα γράμματα, κατόπιν σπούδασε στα Ζαρίφεια Διδασκαλεία της Φιλιππούπολης κι αφού δίδαξε λίγα χρόνια στο σχολείο του Πύργου, κατέβηκε στην Αθήνα και σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο. Διορίστηκε διδάσκαλος πρώτα σε διάφορα σχολεία του κράτους και καθηγητής αργότερα στην Ανωτάτη Παιδαγωγική Ακαδημία Αθηνών. Επίσης παρακολούθησε μαθήματα φιλολογίας, φιλοσοφίας και κοινωνιολογίας στο Παρίσι.
     Πρωτοπαρουσιάσθηκε στα ελληνικά γράμματα με στίχους, που δημοσίευσε, σπουδαστής ακόμα, στην εφημερίδα της Φιλιππούπολης Ειδήσεις Του Αίμου με το ψευδώνυμο Φηγεύς και λίγον αργότερα στο Νουμά με τ' όνομά του. Πρώτη του ποιητική συλλογή εξεδόθη με τον τίτλο "Κηρήθρες" στην Αθήνα (1905) και μόλις το 1922 εξέδωσε δεύτερη συλλογή με τον τίτλο "Το Φως Που Καίει", αφού εντωμεταξύ επιβλήθηκε σα ποιητής με τα ποιήματα, που δημοσίευσε στα διάφορα περιοδικά. 'Αλλα του έργα είναι: "Ο Λαός Των Μουνούχων", διηγήματα (1923), "Ο Σολωμός Χωρίς Μεταφυσική", κριτική μελέτη (1925), "Σκλάβοι Πολιορκημένοι", ποιήματα (1927) και τελευταία "Η Αληθινή Απολογία Του Σωκράτη" (1931).
     Υπήρξε ένας από την πλειάδα των νέων, που στα 1904-5 εξέδωσε το περιοδικό Ηγησώ, μοναδικό στο είδος του για την Ελλάδα, γιατί περιείχε μόνο ποιήματα των ιδρυτών και συνεργατών του και καθόλου πεζά
.
______________________________________________________________________

                         Πρόλογος

Πάλι μεθυσμένος είσαι, δυόμιση ώρα της νυχτός.
Κι άν τα γονατά σου τρέμαν, εκρατιόσουνα στητός
μπρος στο κάθε τραπεζάκι. -"Γειάσου Κωσταντή βαρβάτε!"
-"Καλησπερούδια, αφεντικά, πως τα καλοπερνάτε;"

Ένας σου 'δινε ποτήρι κι άλλος σου 'δινεν ελιά.
Έτσι πέρασες γραμμή της γειτονιάς τα καπηλειά.
Κι αν σε πείραζε κανένας -αχ εκείνος ο Τριβέλας!-
καμώσουν πως δεν ένιωθες και πάντα εγλυκογέλας.

Χτες και σήμερα ίδια κι όμοια, χρόνος μπρος, χρόνια μετά...
Η ύπαρξή σου σε σκοτάδια όλο πηχτότερα βουτά.
Τάχα η θελησή σου λίγη, τάχα ο πόνος σου μεγάλος;
Αχ, πούσαι νιότη, που 'δειχνες πως θα γινόμουν άλλος!

          Οι Μοιραίοι

Μες στην υπόγεια τη ταβέρνα,
μες σε καπνούς και σε βρισιές,
(απάνου στρίγγλιζε η λατέρνα)
όλ' η παρέα πίναμε ψές,
εψές, σαν όλα τα βραδάκια,
να πάνε κάτου τα φαρμάκια.
 
Σφιγγόταν ο ένας πλάι στον άλλο
και κάπου εφτυούσε καταγής,
ω! πόσο βάσανο μεγάλο
το βάσανο είναι της ζωής!
Όσο κι ο νους αν τυραννιέται
άσπρην ημέρα δε θυμιέται!

Ήλιε και θάλασσα γαλάζα
και βάθος τ' άσωτου ουρανού,
ω! της αυγής κροκάτη γάζα
γαρούφαλλα του δειλινού,
λάμπετε-σβήνετε μακριά μας,
χωρίς να μπείτε στην καρδιά μας!
 
Του ενού ο πατέρας χρόνια δέκα
παράλυτος -ίδιο στοιχειό
τ' άλλου κοντόμερη η γυναίκα
στο σπίτι λιώνει από χτικιό,
στο Παλαμίδι ο γιός του Μάζη
κι η κόρη του Γιαβή στο Γκάζι.
 
-Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
-Φταίει ο θεός που μας μισεί!
-Φταίει το κεφάλι το κακό μας!
-Φταίει πρώτ' απ' όλα το κρασί!
Ποιος φταίει; Ποιος φταίει; ...Κανένα στόμα
δε το 'βρε και δε το 'πε ακόμα.

Ετσι, στη σκοτεινή ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί,
σα τα σκουλήκια κάθε φτέρνα
όπου μας εύρει, μας πατεί:
δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!

Η Μπαλάντα Του Κυρ-Μέντιου

Δε λυγάνε τα ξεράδια
και πονάνε τα ρημάδια!
Κούτσα μια και κούτσα δυο
της ζωής το ρημαδιό!

Mεροδούλι, ξενοδούλι!
Δέρναν ούλοι: αφέντες, δούλοι,
ούλοι: δούλοι, αφεντικό
και μ' αφήναν νηστικό.

Tα παιδιά, τα καλοπαίδια,
παραβγαίνανε στην παίδεια
με κοτρόνια στα ψαχνά,
φούχτες μύγα στ' αχαμνά!

Aνωχώρι, Κατωχώρι,
ανηφόρι, κατηφόρι,
και με κάμα και βροχή,
ώσπου μου 'βγαινε η ψυχή.

Eίκοσι χρονώ γομάρι
σήκωσα όλο το νταμάρι
κι έχτισα, στην εμπασιά
του χωριού την εκκλησιά.

Kαι ζευγάρι με το βόδι
(άλλο μπόι κι άλλο πόδι)
όργωνα στα ρέματα
τ' αφεντός τα στρέματα.

Kαι στον πόλεμ' "όλα γι' όλα"
κουβαλούσα πολυβόλα
να σκοτώνονται οι λαοί
για τ' αφέντη το φαΐ.

Kαι γι' αυτόνε τον ερίφη
εκουβάλησα τη νύφη
και την προίκα της βουνό,
την τιμή της ουρανό!

Aλλά εμένα σε μια σφήνα
μ' έδεναν το Μάη το μήνα
στο χωράφι το γυμνό
να γκαρίζω, να θρηνώ.

Kι ο παπάς με τη κοιλιά του
μ' έπαιρνε για τη δουλειά του
και μου μίλαε κουνιστός:
"Σε καβάλησε ο Χριστός!

Δούλευε για να στουμπώσει
όλ' η Χώρα κι' οι καμπόσοι.
Μη ρωτάς το πως και τί,
να ζητάς την αρετή
!"

-Δε βαστάω! Θα πέσω κάπου!
-Ντράπου! Τους προγόνους ντράπου!
-Αντραλίζομαι!... Πεινώ!...
-Σούτ! θα φας στον ουρανό!"

Kι έλεα: όταν μιαν ημέρα
παρασφίξουνε τα γέρα,
θα ξεκουραστώ κι' εγώ,
του Θεού τ' αβασταγό!

Kι όταν ένα καλό βράδυ
θα τελειώσει μου το λάδι
κι αμολήσω τη πνοή
(ένα πουφ είν' η ζωή),

H ψυχή μου θε να δράμει
στη ζεστή αγκαλιά τ' Αβράμη,
τ' άσπρα, τ' αχερένια του
να φιλάει τα γένια του!

Γέρασα κι ως δε φελούσα
κι αχαϊρευτος κυλούσα,
με πετάξανε μακριά
να με φάνε τα θεριά.

Kωλοσούρθηκα και βρίσκω
στη σπηλιά τον Αι-Φραγκίσκο:
"Χαίρε φως αληθινόν
και προστάτη των κτηνών!

Σώσ' το γέρο τον κυρ-Μέντη
απ' την αδικιά τ' αφέντη,
συ που δίδαξες αρνί
τον κυρ-λύκο να γενεί!

Tο σκληρόν αφέντη κάνε
από λύκο άνθρωπο κάνε
!..."
Μα με την κουβέντα αυτή
πόρτα μου 'κλεισε κι' αφτί.

Tότενες το μαύρο φίδι
το διπλό του το γλωσσίδι
πίσω από την αστοιβιά
βγάζει και κουνά με βιά:

"Φως ζητάνε τα χαϊβάνια
κι οι ραγιάδες απ' τα ουράνια,
μα θεοί κι όξαποδώ
κει δεν είναι παρά 'δω.

Aν το δίκιο θες, καλέ μου,
με το δίκιο του πολέμου
θα το βρεις. Όπου ποθεί
λευτεριά, παίρνει σπαθί.

Mη χτυπάς τον αδερφό σου-
τον αφέντη τον κουφό σου!
Και στον ίδρο το δικό
γίνε συ τ' αφεντικό.

Χάιντε θύμα, χάιντε ψώνιο
χάιντε Σύμβολον Αιώνιο!
Αν ξυπνήσεις, μονομιάς
θα 'ρτει ανάποδα ο ντουνιάς.

Kοίτα! Οι άλλοι έχουν κινήσει
κι έχ' η πλάση κοκκινήσει
κι άλλος ήλιος έχει βγει
σ' άλλη θάλασσ', άλλη γη
".

                     Οι Πόνοι Της Παναγιάς

Που να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί;
Σε ποιο νησί τ' Ωκεανού, σε ποια κορφήν ερημική;
Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ' άδικο φωνάξεις.
Ξέρω πως θα 'χεις τη καρδιά τόσο καλή, τοσο γλυκή,
που με τα βρόχια της οργής ταχιά θε να σπαράξεις.
Συ θα 'χεις μάτια γαλανά, θα 'χεις κορμάκι τρυφερό,
θα σε φυλάω από ματιά κακή κι από κακόν καιρό,
από το πρώτο ξάφνισμα της ξυπνημένης νιότης.
Δεν είσαι συ για μάχητες, δεν είσαι συ για το σταυρό.
Εσύ νοικοκερόπουλο -όχι σκλάβος ή προδότης.

Tη νύχτα θα σηκώνομαι κι αγάλια θα νυχοπατώ,
να σκύβω την ανάσα σου ν' ακώ, πουλάκι μου ζεστό
να σου 'τοιμάζω στη φωτιά γάλα και χαμομήλι,
κι ύστερ' απ' το παράθυρο με καρδιοχτύπι να κοιτώ
που θα πηγαίνεις στο σκολιό με πλάκα και κοντύλι
Kι αν κάποτε τα φρένα σου μ' αλήθεια, φως της αστραπής,
χτυπήσει ο Κύρης τ' ουρανού, παιδάκι μου να μη τη πεις!
Θεριά οι ανθρώποι, δε μπορούν το φως να το σηκώσουν!
Δεν είν' αλήθεια πιο χρυσή σα την αλήθεια της σιωπής.
Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν!

                               Ιούδας

Ξυπόλητος μ' ένα ραβδί κι ένα ταγάρι σταυρωτά
Τη μέρα τη μέρα να κρυβόμαστε τη νύχτα να βρωμάμε
Ξυπνούν αλάργα τα σκυλιά και μας γαβγίζουν δυνατά
Πόσες ημέρες νηστικοί θυμάμαι δεν θυμάμαι
Αχ δε βαστώ καρδούλα μου κι ότι λογιάσεις κάνε
 
Στην 'Αγια Πόλη ως μπήκαμε βάγια πολλά και φοινικιές
Και ξένοι αρχόντοι και δικοί κρυμμένοι τρέμαν όλοι
Γιατί άνεμος ξεσήκωνε τα πλήθη ελπίδες ξαφνικές
Που πας σιγά τώρα καιρός για τη μεγάλη σχόλη
Ουράνιο το βασίλειο μου κι ουράνεια μάθε η πόλη
 
Για σας μανάδες κι αδελφοί και τώρα κι ύστερα σιγά
Θα κάνω απόψε που νογά της ανταρσίας το κρίμα
Και ξέρω η καταλαγιά τη μνήμη μου θα κυνηγά
Αν δεν πετύχει τούτο δα το πρώτο μέγα βήμα
Θα πουν οι εμπόροι των Θεών τον πρόδωσε το χρήμα.

      Το Πέρασμά Της

Στη ζήση αυτή που τη μισούμε
Στην γης αυτή που μας μισεί
Κι όσο να πιούμε δεν σε σβηούμε
Πόνε πικρέ και πόνε αψύ
Που μας κρατάς και σε κρατούμε
 
Ήρθες εσύ μιαν άγια μέρα
Όραμα βίαιο και ξαφνικό
Και γέμισε ανθών οπώρα
Κελαϊδισμό παθητικό
Όλ' η καρδιά μας όλ' η χώρα
 
Αχ τόσο λίγο να βαστάξει
Τούτη η γιορτή κι η Πασχαλιά
Έφυγες κι έχουνε ρημάξει
Ξανά και πάλι η πασχαλιά
γιατί έτσι λίγο να βαστάξει.

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers