Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Πεζά 

Το Τέλος Του Ανθρώπου-Κτήνους

 


    "Ξύπνησε... Τεντώθηκε κι άφησε να βγει απ' τα πνευμόνια του ένας ήχος που 'μοιαζε αναστεναγμός. Σηκώθηκε απ' τα σκόρπια κλαριά και φύλλα, που 'ταν το κρεβάτι του και βγήκε απ' τη σπηλιά του. Ο ήλιος δεν είχε βγει ακόμα κι αυτός κοίταξε ολόγυρα. Νιώθει χαρούμενος γιατί 'ναι 'Ανοιξη και γύρω υπάρχει ζωή κρυμμένη παντού: στα λουλούδια, στα φυτά, στα έντομα, ακόμα και στα σκουλήκια.
     Ο ήλιος ανατέλλει απ' τ' απέναντι βουνό, κόκκινος και μακρινός, σα την ελπίδα. Το βλέμμα του γεμίζει χρυσάφι κι η καρδιά του, αγαλλίαση. Νιώθει ένα κόμπο, κάτι πιέζει το στήθος του και ψάχνει διέξοδο. Κάτι σα χαρά, ευτυχία, ωστόσο σα κάτι να λείπει. Πηγαίνει τρέχοντας στο ρυάκι και πίνει αχόρταγα το ζωογόνο υγρό. Έπειτα βουτάει στα παγωμένα νερά, κυλιέται έξω στη λάσπη και ξαναβουτάει πάλι. Πείνασε με το πλατσούρισμα και βάλθηκε να ψάχνει για δέντρα, με γλυκόχυμα φρούτα, να κορέσει τη πείνα του. Σα χόρτασε, πήρε μερικούς μαζί του κι έκατσε στην σκιά ενός πλατάνου κι άρχισε να πιπιλά ευχαριστημένος έναν απ' αυτούς.
     Ξάφνου μια γνώριμη μυρωδιά χτύπησε στα ρουθούνια και τον αναστάτωσε. Θηλυκό! Όχι πολύ μακριά από 'κει. Ξετρελλαμένος σηκώνεται κι ακολουθεί αυτή την οσμή, παίρνοντας μαζί του και τους περισσευάμενους καρπούς. Στο ξέφωτο δίπλα, βλέπει ένα νεαρό θηλυκό να ψάχνει κι εκείνο καρπούς. Κάθεται και παρατηρεί λίγο κρυμμένος, το όμορφο αυτό πλάσμα, μα η ...ζάλη του δε τον αφήνει να κρυφτεί για πολύ. 'Αλλωστε κι η θηλυκιά έπιασε τη μυρωδιά του και μαζεύτηκε ανήσυχη, χωρίς να φοβάται, περίεργη κι επιφυλακτική. 'Αρχισε να γεμίζει τα ρουθούνια της, με την άγνωστη, μα τόσο οικεία και μεθυστική, μυρωδιά του. Ειν' εποχή του οίστρου της. 
     Εκείνος βγαίνει απ' τη κρυψώνα του και τη πλησιάζει, αργά και χωρίς απότομες κινήσεις, προσφέροντάς της τους δυό περισσευάμενους καρπούς του. Εκείνη καμώνεται τη χορτάτη και γυρνά να φύγει, αλλ' αυτός τρέχει, τη προφταίνει, της τείνει πάλι το χέρι με τα φρούτα, ενώ γεμίζει τα ρουθούνια του, με την εξαίσια μυρωδιά. Αυτή τα παίρνει, ξαπλώνει καταγής κι αρχίζει να τα τρώει τεμπέλικα, κοιτάζοντάς τον αυθάδικα. Ερεθισμένος πλαγιάζει δίπλα της, τη μυρίζεται, απλώνει το χέρι του και την αγγίζει. Δεν δείχνει να ενοχλείται, μήτε να ικανοποιείται απ' το άγγιγμα του. Ξεθαρρεμένος αρχίζει να της γλείφει το πρόσωπο και την ράχη, όπως κάνει η γάτα στα μικρά της, με στοργή και τρυφερότητα. Ότι τον πίεζε στο στήθος, τώρα έχει κατέβει χαμηλά, αναζητώντας άλλη πιθανή διέξοδο.
     Αλλά κι η θηλυκιά ανταποκρίνεται, στο άγγιγμα, στην ορμή και στην επιμονή του. Εξ άλλου είναι όμορφο, νεαρό και δυνατό αρσενικό, που ο πόθος του είναι εμφανής. Είν' 'Ανοιξη και νιώθει κι αυτή να φλογίζεται απ' τη φωτιά του. Συνηγορούν τόσα, γι' αυτό που πρόκειται να συμβεί, που δε μπορεί ν' ανασταλεί με καμιά δύναμη. 
     Αρχίζουν να ζευγαρώνουν με θόρυβο, με κραυγές, με πάθος, μ' αίσθηση. Γι' αυτούς τώρα τίποτε δεν έχει μεγαλύτερη σημασία, τίποτε δεν έχει προτεραιότητα, παρά μόνο η διέξοδος στο κόμπο, η εκτόνωση, η χαρά, η ευχαρίστηση και το θεϊκό πέταγμα, που το ακολουθεί η γλυκειά χαύνωση..."  
                        . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 
 
      Τον ξύπνησε το ξυπνητήρι που στρίγγλιζε δαιμονισμένα, 8.30 πρωί κι ο ήλιος ψηλά. Με μισόκλειστα μάτια, το κεφάλι βαρύ, απλώνει το χέρι μέσα απ' τα σκεπάσματα και το κλείνει. Ανοίγει το κομοδίνο και βγάζει ένα κουτί με χάπια. Καταπίνει ένα. Είναι για το άγχος και τα νεύρα του. Δεν είδε ποτέ κανένα καλό από δαύτα, αλλ' είναι παρηγοριά. Μέχρι τα επόμενα ερείσματα για νέο άγχος και νέα νεύρα. Φυσικά τέτοια, ποτέ δε λείπουν απ' τη ζωή.
     Σηκώνεται αυτόματα, απ' το κρεββάτι και σε 5 λεπτά εχει πλυθεί, ξυριστεί, βουρτσίσει τα δόντια του, ντύνεται, βάζει κολώνια και φτιάχνει καφέ, ανάβοντας το πρώτο απ' τα περίπου πενήντα τσιγάρα της μέρας. Το πίνει βιαστικά και τρέχει αμέσως έξω. Μπαίνει στο γκαράζ, βγάζει το αμάξι και νάτος στο δρόμο. Ο ήλιος ψηλά και το ρολόι στ' αυτοκίνητο, δείχνει 8.45 πμ. Ανοίγει το ραδιόφωνο για λίγη μουσική, μάλλον για λίγη παρέα, αλλ' αυτό είν' όλο κακές ειδήσεις. Ο δρόμος πήχτρα από αμάξια και το μποτιλιάρισμα μάλλον θα του χαλάσει την όποια καλή επίδραση του χαπιού. Οι άνθρωποι γύρω κινούνται βιαστικά, σα ρομποτάκια, κόρνες, νέφος και διάφορα άλλα ενοχλητικά, που το κάνουν να ζητήσει γρήγορα βοήθεια στο ντουλαπάκι, στο εφεδρικό κουτάκι με τα χάπια. Aναποδιά, τα ξέχασε αλλού! Πάει η παρέα κι η παρηγοριά! 
     Mετά από πολλά, φτάνει στο γραφείο του στις 9.12 πμ. Λίγο πριν μπει μέσα κοιτάζει τον ήλιο, -δηλαδή, όσο άφηνει το νέφος να φανεί-, που εξακολουθεί ν' ανεβαίνει. Ευτυχώς έχει άλλο εφεδρικό κουτάκι με χάπια στο γραφείο του. Μπαίνει, χαιρετάει μηχανικά γύρω και τρέχει να κλειστεί στο χαρτοβασίλειό του, που νιώθει κάπως οικεία. Ψάχνει το κουτί με τα χάπια στο κάτω συρτάρι... Μπα, άδειο κι αυτό! Ααα δε πάνε καλά τα πράγματα σήμερα! Ανοίγει το μπαράκι, σερβίρει ένα διπλό ουίσκυ και το αδειάζει απνευστί. Σερβίρει άλλο ένα διπλό κι αυτή τη φορά το πίνει αργά. Ξεθολώνει λιγάκι και κοιτάζοντας το ημερόλογιο, διαπιστώνει μ' έκπληξη, ότι 'ναι ήδη 'Ανοιξη.
     Κοιτάζει το χαρτομάνι στο γραφείο σκεφτικός, κλείνει τη ...μύτη και κάνει βουτιά στα θολά, βαθιά, μαύρα νερά, απ' όπου θα το βγάλει ένα κουδούνι, για το μεσημεριανό διάλειμα κι ένα το απόγευμα, για το σχόλασμα. Ο θαμπός, από το νέφος, ήλιος, εξακολουθεί ν' ανεβαίνει αμείλικτος...
                                   . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 

    "...Έχουν τελειώσει κι είναι ξαπλωμένοι κι οι δυό. Αυτή στα πόδια του κι αυτός τις χαιδεύει τα μαλλιά με τρυφερότητα. Του χαιδεύει το στήθος και του αφαιρεί τα φυλλαράκια και τα έντομα. Ο ήλιος ανεβαίνει κι αυτοί επηρεασμένοι απ' τη χαύνωση, νανουρισμένοι, το ρίχνουν στον ύπνο, ευχαριστημένοι..."
                                   . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 

    ...Δεν πάει άλλο, του 'ρχεται τρέλα. Δεν έχει και τα χάπια μαζί. Θα πάρει άδεια και θα πάει για κυνήγι στην εξοχή, να ξεδώσει λιγάκι. Σε λίγο, νάτος πάλι στ' αμάξι, φευγάτος, δραπέτης εφήμερος, μιας φυλακής για λεύτερους ανθρώπους. Στο σπίτι, παίρνει τη καραμπίνα, μια χούφτα φυσίγγια και κάμποσα προβλήματα για σκότωμα, όμως πάλι ξεχνάει τα χάπια του. Ξανά στ' αμάξι, μποτιλιάρισμα, νέφος, ραδιόφωνο. Μα τι ειν' ο πόνος 'μπρος στα κάλλη; Σε λίγο η εξοχή τον περιμένει....
                                   . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

    "...Ξύπνησαν μεσημέρι. Πεινασμένοι έψαξαν για φρούτα, να χορτάσουν τη πείνα τους. Έπειτα, τρέχουν στο ποτάμι για να πιουν νερό. Μπαίνουν μέσα κι αρχίζουν να πλατσουρίζουν χαρούμενοι και να κυλιώνται στη λάσπη. Ο ήλιος αρχίζει αντίστροφη πορεία  προς τη δύση..."
                                   . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

    ...Βγήκε με ταλαιπωρία στη μεγάλη λεωφόρο που οδηγεί στην εξοχή. Ο ήλιος αρχίζει να ξεθολώνει και πια μεσουρανεί. Μεσημεράκι ανοιξιάτικο. Σιγοσφυρίζει κάποιο σκοπό, με το ραδιόφωνο. Χαλαρώνει και βλέπει με την άκρη του ματιού του, τα δέντρα, τα πουλιά, τα λουλούδια, να περνάνε γύρω του σα βολίδες. Νιώθει πως πεινά. Ξάφνου μια μαύρη κουκίδα, μακριά, που πλησιάζει γοργά και παίρνει το σχήμα μιας κοπελιάς που κάνει ώτο-στοπ. Χαμογελά και διαπιστώνει, πως τώρα πού 'ναι πέρα απ' την επήρεια της πόλης, απ' τη φυλακή του, χαλαρός κι ανάλαφρος, βρίσκει σιγά-σιγά τον εαυτό του. Νιώθει πως του λείπει η γυναικεία συντροφιά. Αχ 'Ανοιξη!
     Σταματά στην άκρη του δρόμου. Η κοπέλα μπαίνει στο αμάξι μασώντας τσίκλα. Ανοίγει τη τσάντα της και βγάζει ένα κουτάκι μπύρας, τ' ανοίγει και του το προσφέρει, παίρνει κι ένα δικό της. Αυτός ανάβει τσιγάρο και της τείνει το πακέτο. Σπάει ο πάγος μεταξύ τους και σε λίγο κουβεντιάζουν οι δυό τους ανέμελα. Του εξηγεί ότι ταξιδεύει έτσι ξένιαστα, χωρίς προορισμό, γιατί της αρέσει να νιώθει λεύτερη. Της προτείνει να γευματίσουν κάπου κι εκείνη δέχεται. 
     Σταματούν σ' ένα εστιατόριο και τρώνε. Πληρώνει εκείνος και σε λίγο ξεκινούν πάλι. Στο αμάξι, του προτείνει χυδαία να κάνουν έρωτα. Αυτός σκανδαλίζεται μα δε το δείχνει, δέχεται. Στρίβει σ' έναν έρημο δρόμο και σταματά στη μια άκρη του. Γδύνονται με βιάση και πέφτουν ο ένας πάνω στον άλλο. Το κάθισμα κάνει ένα παράξενο θόρυβο και τ' αμάξι τρίζει στα αμορτισέρ. Κραυγάζουν σα ζώα, μα πιο γρήγορα απ' ότι πρέπει, αυτός τελειώνει. Ανικανοποίητη εκείνη, δε κρύβει τη δυσαρέσκειά της. Της προτείνει να τη τελειώσει με το δάχτυλο. Δέχεται, μα κάτι φταίει. Ένας κόμπος βαραίνει τα στήθια και των δυό κι όταν τελειώνει επιτέλους, σηκώνονται και ντύνονται βιαστικά κι αμίλητα. Ξεκινάνε πάλι κι η καρδιά τον βαραίνει, τον πονά, χτυπά άτσαλα στο στήθος του. Είναι κι αυτός ο κόμπος που δε λέει να φύγει.
     Ο ήλιος αρχίζει πλέον τη φθίνουσα πορεία για τη δύση. Αμίλητη πάντα βγάζει απ' τη τσάντα της καλλυντικά και τη βούρτσα των μαλλιών κι αρχίζει τη περιποίηση, στο καθρεφτάκι της. Έπειτα παίρνει ένα ακόμα κουτάκι μπύρας και το πίνει χωρίς να προσφέρει σ' αυτόν κι εκείνος ανάβει τσιγάρο χωρίς να της δώσει. Της κρατά κακία γιατί τον έκανε να νιώσει απαίσια. Του κρατά κακία γιατί δεν την ικανοποίησε. Κάποια στιγμή, έτσι για να πει κάτι, της ζητά συγγνώμη κι αυτή του λέει πως όλα είναι ενταξει, πως αυτά συμβαίνουν καμιά φορά. -Η φωνή της έχει κάποια ελαφρά ειρωνεία ή του φαίνεται-;
     Η καρδιά του πονά πάλι κι αναθεματίζει την ώρα που ξέχασε τα χάπια του. Του ζητά να την αφήσει πιο κάτω και κατεβαίνει. Του γνέφει ένα χαιρετισμό κι αυτός ανταποδίδει συνεχίζοντας το δρόμο του. Φτάνει σ' ένα λοφίσκο και σταματά. Παίρνει τη καραμπίνα, τη γεμίζει και κατεβαίνει. Ξέρει πως εκεί έχει ένα δασάκι κι ένα ποτάμι, όλο και κάποιο θήραμα θα ξετρυπώσει. Ο ήλιος πια πλησιάζει προς τη δύση...
                               . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

    "...Ξαναζευγάρωσαν, έφαγαν και ξαπλωμένοι, περιμένουν να δουν μαζί τη δύση του ήλιου, που θα χαθεί στ' αντικρυνό βουνό, κόκκινος και μακρινός, σαν την ελπίδα. Θα 'ρθει η νυχτιά με τους κινδύνους και τις αβεβαιότητές της. Ξάφνου μια ξένη, παράξενη μυρωδιά πλανιέται στον αγέρα. Ανοιγοκλείνει τα ρουθούνια του ανήσυχος. Σηκώνεται κι αρχίζει να ψάχνει την οσμή, να προστατέψει τον εαυτό του και το ταίρι του, που το βάζει στα πόδια και κρύβεται φοβισμένο..."
                               . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

    ...Ο ήλιος αγγίζει το απέναντι βουνό, κόκκινος και λαμπερός σαν την απελπισία. Με τη καραμπίνα γεμάτη και καπως αφηρημένος προχωρά προς το δάσος. Δε νιώθει τίποτε απ' την 'Ανοιξη κι αυτό για δυό λόγους: η καρδιά του κλωτσά γερά στο στήθος, κι εκεί δεν είναι το στοιχείο του. Να 'ταν στο γραφείο, στο χαρτομάνι του, τότε μάλιστα. Αλλά απ' 'Ανοιξη κι άλλα τέτοια, δεν σκαμπάζει. Μα ...τί 'ν' αυτό;
                               . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

    "...Το βρήκε! Του μοιάζει, έχει πάνω του κάτι που δεν είναι τρίχες και κρατά ένα ξύλο..."
                              . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

    ...Τι να 'ν' αυτό Θεέ μου; Του μοιάζει μα είναι γυμνό κι έχει όλο τρίχες και τον κοιτάζει μ' άγριο βλέμμα. Θα του ορμήσει άραγε;
                             . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

    "...Αν συνεχίσει να πλησιάζει πρέπει να το σταματήσει. Αφού κρατά ξύλο θα πάρει κι αυτός ένα..."
                             . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

    ...Πήρε ρόπαλο! Θεέ μου η καρδιά του πάει να σπάσει! Θα ορμήσει; Σηκώνει τ' όπλο και σημαδεύει αυτό που τον απειλεί, ίσια στη καρδιά. Το κτήνος συνεχίζει να πλησιάζει κι η καρδιά του τον πονά φριχτά! Τραβά τη σκανδάλη...
                             . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

    "...Τι κάνει με το ξύλο; Τώρα θα του δείξει αυτός! Μα ...νιώθει ένα τρομερό τράνταγμα στο στήθος! Κάτι το χτύπησε δυνατά και μάλιστα με πολύ δυνατό κρότο! Μα ...γιατί παραλύουν τα πόδια του; Γιατί πέφτει; Πολύ παράξενο... Και τι 'ν' αυτός ο απέραντος πόνος στο στήθος; Τί κούραση και τί βαθειά παγωνιά, ως το κόκκαλο"; Πεθαίνει με την απορία στο μυαλό!
                             . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

    ...Το πέτυχε κατευθείαν στη καρδιά! Μα κι η δική του καρδιά θαρρείς και σπάει! Αναπνέει με δυσκολία, αλλά τώρα πια δε το προσέχει διόλου και πλησιάζει το θύμα του! Μα πέφτει εξαντλημένος μ' αφρούς στο στόμα. Η καρδιά του σταματά! Έμφραγμα; Συνεχίζει όμως να σέρνεται προς το πεσμένο σώμα. Ο ήλιος κοντεύει να χαθεί πίσω απ' το βουνό. Η νύχτα αρχίζει να ρίχνει τα μαύρα της πέπλα. Ίδια πλανεύτρα χήρα που παρασύρει, με τις αβεβαιότητες και τους κινδύνους της!
     Δυο θηλυκά μόνα! Η θηλυκιά κρύφτηκε. Ξάφνου άκουσε ένα κρότο και μετά απόλυτη ησυχία. Χρειάστηκε να περάσουν πολλά λεπτά, πριν ξεθαρρέψει και βγει απ' τη κρυψώνα της. Έψαξε γύρω και γρήγορα μια παγερή, γλυκερή μυρωδιά, βαριά σα σίδερο, έφθασε στα ρουθούνια της. Σε λίγο τους είχε βρει και τους δυό. Σα τρελή θρήνησε με το τρόπο της, το ταίρι που της χάρισε μια μέρα ευτυχίας και χαράς! Ίσως να 'χε το σπόρο του μέσα της! Έπειτα απομακρύνθηκε γοργά. Ίσως αύριο, ίσως αργότερα, θα 'βρισκε ένα άλλο ταίρι. Η Φύση ξέρει να επουλώνει τις πληγές κι η 'Ανοιξη να σκεπάζει τα σημάδια τους, σ' αυτά τα δάση. Ήταν ένα όμορφο, νεαρό και γερό θηλυκό, όμως το αίμα κι ο θάνατος, το 'χε τρομάξει πολύ. Κι η νύχτα τη τρόμαζε. Μα αύριο ο ήλιος θα 'βγαινε πάλι. Κι αυτή ήταν λεύτερη...
                           . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

     Φτάνει μ' αγωνία κι αγγίζει τον άλλο! Κατευθείαν στη καρδιά ...είν' η τελευταία του σκέψη! Έπειτα ένας βαθύς πόνος, μια κούραση και μια βαθειά παγωνιά ως το κόκκαλο! Πέθανε με τη θλίψη στο πρόσωπο!
                           . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

     Η κοπελιά του ώτο-στοπ μόλις κατέβηκε απ' τ' αμάξι, ήταν πια αργά τ' απόγευμα! Πέρασε στην απέναντι μεριά του δρόμου για να γυρίσει στη πόλη της, όπου ήταν κι αυτή δέσμια! Μόνο τη νύχτα. Τη μέρα έπαιρνε τους δρόμους. Να! έρχεται αμάξι! ποιός ξέρει; Μπορεί να 'ναι τυχερή, να φάει και να ταξιδέψει τζάμπα μέχρι τη πόλη. Θα της προσφέρουν τσιγάρο κι αυτή θα δώσει ένα κουτάκι μπύρα και το σώμα της. Ίσως να 'ναι καλύτερος στον έρωτα, από τον άλλο! Α όλα κι όλα, αυτή ήταν λεύτερη, τη μέρα. Από μακριά ακούστηκε μια ντουφεκιά που 'σπασε τη γαλήνη κι έπειτα πάλι ησυχία. Θα 'ναι ο ...κυνηγός της, σκέφτηκε. Είχε προσέξει τη καραμπίνα στ' αμάξι κι υπέθεσε πως κάτι καλό θα 'χε χτυπήσει. Ο ήλιος έδυε πλέον και τ' άλλο αμάξι πλησίαζε...
                            . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

     Έπειτα από πολλές μέρες, όταν τη βρήκε το περιπολικό, τη κάλεσε για μια κατάθεση ρουτίνας. Είχαν βρει το πτώμα ενός άνδρα, με τον οποίον είχε θεαθεί να γευματίζει. Τους είπε ότι ήξερε, -δηλαδή σχεδόν τίποτε, ούτε τ' όνομά του δεν είχε ρωτήσει- και την άφησαν να φύγει. Όπως της εξήγησαν τον είχαν βρει νεκρό από καρδιά, στους πρόποδες του μικρού λόφου, λίγο έξω απ' τη πόλη. Είχε ρίξει μια και μόνη φορά, με τη καραμπίνα κι απο την περίεργη έκφραση που 'χε παγώσει στο πρόσωπό του, συμπέραναν πως κάτι πολύ τρομερό θα είχε δει...

                                                 (Φλεβάρης '87Απρίλης 2002

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers