-


Dali &









/




 
 

 

: ...

     Βιογραφικ

     Ο Βιζυηνς ταν απ τους λγους συγγραφες του 19ου αι., στο πρσωπο του οποου συνδυζονταν συστηματικς σπουδς, επιστημονικ ργο, ποιητικ και γκυρη αφηγηματικ δημιουργα. ταν επσης απ τους πλον ταξιδεμνους συγγραφες, αφο, με μικρ διαλεμματα, απ στο 1875-84, εξακολουθντας να ενισχεται οικονομικ απ τον Γ. Ζαρφη, ζησε στις κυριτερες πλεις της Γερμανας (Γοττγγη, Λειψα, Βερολνο) κι επσης στο Παρσι και στο Λονδνο. Αν οι γερμανικς αυτς πλεις συνδονται με τις σπουδς στη φιλοσοφα, σε συναφες επιστμες της αγωγς και ιδως στην ψυχολογα, και επσης με την ποιητικ του δημιουργα, το Παρσι χει ταυτιστε αποκλειστικ με τον αφηγηματικ λγο, αφο, κατ την περοδο της διαμονς του στη γαλλικ πρωτεουσα εκδηλθηκε μπρακτα η πρθεσ του να ασχοληθε με το νο, για κενον λογοτεχνικ εδος, το διγημα. Ας σημειωθε τι το πρτο του διγημα Το αμρτημα της μητρς μου δημοσιετηκε σε παρισιν περιοδικ και στη συνχεια σε αθηνακ. Εναι η περοδος που ο ποιητς, ως ττε, στρφεται στη συγγραφ διηγημτων, για ν' αναδειχθε τσι απ τους κορυφαους νεολληνες πεζογρφους. Παρλληλα, ερευν ολοκληρνει επιστημονικς μελτες, που εχε δη αρχσει μερικ χρνια πριν και πντως μετ την ανακρυξ του σε διδκτορα απ το Πανεπιστμιο Γοττγγης, Φλεβρη 1881.



     χει, κατ’ επανληψη κι απ παλι, διατυπωθε η ποψη τι παροτρνθηκε να ασχοληθε με το διγημα απ το Βικλα. Η παρτρυνση, ββαια, δεν θα ταν αρκετ, αν ο διος δεν ταν τοιμος να στραφε προς τη πεζογραφα. Με τη στροφ αυτ γνονται αντικεμενο λογοτεχνικς μετπλασης οι παιδικς του αναμνσεις, οι σπουδς του στη ψυχολογα και τις παρεμφερες επιστμες, παργοντες που τον οδηγνε προς τη ψυχογραφα, και ββαια τα διαβσματ του απ την ξνη λογοτεχνα κι ιδως τη γερμανικ. Εναι ωστσο γεγονς τι η αναστροφ του Βιζυηνο με τον Βικλα ρθε στη πιο κατλληλη στιγμ, με θαυμαστ, για κενον και τη νεοελληνικ λογοτεχνα, αποτελσματα.
     Γεννθηκε 8 Μρτη 1849 στη Βιζη (το σημεριν Βιζ της Τουρκας) της Αν. Θρκης. Τραγικ φυσιογνωμα, γεννθηκε σε μια πολ φτωχ οικογενεια, που τη χτπησεν ο θνατος. Ο πατρας του, Μιχαλος Σρμας, δολευε στα καμνια του ασβστη. Αργτερα γινε πραματευτς και πθανε απ τφο το 1854 αφνοντας τον γι του ορφαν σε ηλικα 5 ετν. Εχε λλα 4 αδλφια: τον Μιχαλο, που πθανε 3 χρνια πριν απ τον Γεργιο, το Χρηστκη, τον αδικοσκοτωμνο ταχυδρμο, για τον οποο μιλ στο διγημ του Ποιος το ο φονες του αδελφο μου και 2 κορτσια, την ννα, που πθανε με τις συνθκες που περιγρφει στο Αμρτημα της μητρς μου και την Αννι, που πρε το νομα της αδελφς της, αλλ πθανε κι αυτ μικρ. μαθε τα πρτα γρμματα στο χωρι του με πολλὲς διακοπς.



     Σε πολ νεαρ ηλικα τονε στελανε στη Πλη κοντ σ' να θεο του, για να μθει ραφτικ. Το πεπρωμνο του μως δεν ταν να γνει ρφτης. Παραμνει εκε μχρι τα 18, προστατευμενος απ τον Κπριο μπορο, Γιγκο Γεωργιδη κι αργτερα καλογεροπαδι, προστατευμενος του αρχιεπισκπου Κπρου, Σωφρονου Β', ζει για να διστημα στη Κπρο, που μλιστα τονε προριζανε για τον ιερατικ κλδο. Το 1872 γνεται ιεροσπουδαστς στη Θεολογικ Σχολ της Χλκης, στα 23 του, χωρς την υποχρωση να ιερωθε, που το 1873 δημοσιεει και τη 1η του ποιητικ συλλογ τα Ποιητικ Πρωτλεια. Μεταξ των καθηγητν του εχε και τον ποιητ Ηλα Τανταλδη. Ο τυφλς Κωνσταντινουπολτης καθηγητς δικρινε στο νεαρ σπουδαστ ιδιοφυα και τονε σστησε στον εθνικ ευεργτη Γεργιο Ζαρφη. Το 1874 το επικ ποημ του Κδρος βραβεεται στο Βουτσιναο Ποιητικ Διαγωνισμ. Την δια χρονι γρφεται στη Φιλοσοφικ Σχολ Αθηνν, αλλ με δαπνες του Ζαρφη μεταβανει στη Γερμανα, στη Γοτγγη, που σπουδζει φιλολογα και φιλοσοφα στο διστημα 1875-1878.
     Εγκαταστθηκε στην Αθνα για τις σπουδς του, πριν φγει κι εκε αντιμετωπστηκε με δυσπιστα απ φιλολογικος κκλους. Σμφωνα με σα γρφει στο βιβλο του: Οι μθοι της ζως και το ργο του Γιργου Βιζυηνο, ο καθηγητς Βαγγλης Αθανασπουλος, κυκλοφοροσαν ακμη και γελοιογραφες σε περιοδικ για το στμφο με τον οποο απγγειλε τα ποιματ του στον φιλολογικ σλλογο Παρνασσς. Η καταγωγ του ταν να επιπλον πρβλημα για τον κκλο των Αθηναων διανοομενων της εποχς. Το 1876 γραφε απ τη Γερμανα στον Τανταλδη: «Μη με μαλσετε αν εμβανω με λερωμνα τσαροχια εις το καθριο σας κατγι. Εμαι χωριατοπαδι, καθς γνωρζετε, και χω διανσει μακρν, πολ μακρν και λασπωμνον δρμον…».



     Το 1876 η επμενη ποιητικ συλλογ του ραις μραις κουκουνραις (μετονομστηκε σε Βοσπορδες Αραι) βραβεεται στο Βουτσιναο Διαγωνισμ, στον οποο, το 1877 η συλλογ του Εσπερδες επαινεται. Το 1881 τυπνεται στη Λειψα η διδακτορικ του διατριβ Das Kinderspiel in Bezug auf Psychologie und Paedagogik (Το παιδικ παιχνδι υπ ποψη ψυχολογικ και παιδαγωγικ). Οι σπουδς του στη Γερμανα διηρυναν σημαντικ τον πνευματικ του κσμο και τον φεραν σε επαφ μ' να χρο που στρεφε πλον τη πλτη του στο ρομαντισμ και στον αποστεωμνο κλασσικισμ και στρεφτανε στον εσωτερικ νθρωπο. Το τελευταο αυτ στοιχεο υπρξε καθοριστικ για το πεζογραφικ ργο του κι ας μη λησμονομε οτι εκε υπρξε, μεταξ λλων, μαθητς του θεμελιωτ της Πειραματικς Ψυχολογας Βλ(χ)ελμ Βουντ.
     Η ψυχογραφικ ανλυση των ηρων του εναι κενη που προπντων οφελει τη πρωτοποριακ θση που κατχει στα νεοελληνικ γρμματα. Μχρι το 1884 επισκπτεται το Παρσι (1882), που γνωρζει το Δημτριο Βικλα, τον Marquis Queux de Saint-Hilaire και τη Juliette Lamber-Adam και το Λονδνο (1883), που σχετζεται με τον πρεσβευτ Πτρο Βριλα-Αρμνη. Παρλληλα, δημοσιεει τη ποιητικ συλλογ Ατθδες Αραι. Την δια χρονι δημοσιεεται στην Εστα το πρτο μεγλο διγημ του, Μεταξ Πειραις και Νεαπλεως. Δημοσιεονται επσης το Ποος τον ο φονες του αδελφο μου και Το αμρτημα της μητρς μου. Το 1884, λγω του θαντου του προσττη του, Ζαρφη υποχρενεται να επιστρψει στην Αθνα και διορζεται καθηγητς σε γυμνσιο. Στο μεταξ εχε γνει γνωστς σα λαμπρὸς διηγηματογρφος και δοκιμιογρφος, χει γρψει σχολικ βιβλα ψυχολογας και λογικς. τανε πι προσωπικτητα.
ταν εγκαταστθηκε στην Αθνα, δημοσευσε διηγματα και ποιματα στα περιοδικ Εστα και Διπλαση Των Παδων, εν εργστηκε ως δσκαλος σε σχολεο κι απ το 1890 ως καθηγητς ρυθμικς και δραματολογας στο Ωδεο Αθηνν. Εκε γνρισε τη 16χρονη μαθτρι του Μπετνα Φραβασλη, την ερωτετηκε σφδρα κι θελε συνχεια να της γρφει ποιματα.


     να χρνο αργτερα εκλγεται υφηγητς στην δρα της Ιστορας της Φιλοσοφας του Πανεπιστημου Αθηνν, με την επ υφηγεσα διατριβ Η φιλοσοφα του καλο παρ Πλωτνω. Παρλληλα δημοσιεονται τα διηγματ του Αι συνπειαι της παλαις ιστορας και Το μνον της ζως του ταξεδιον. Εκενη την εποχ αρχζει να ασχολεται με να μεταλλεο στο Σαμκοβο. Το 1886 γρφει το Ο Μοσκβ-Σελμ. Δεν πρλαβεν μως να γνει καθηγητς. Το 1892 προσβλλεται απ φρενικ νσο και καταλγει γκλειστος στις 14 Απρλη 1892 στο Δρομοκατειο Ψυχιατρεο. Εκε ζει βυθισμνος στις ουτοπικς εμμονς του για την εκμετλλευση του μεταλλεου στη πατρδα του και στο παραληρηματικ πθος του για τη νεαρ Μπετνα την οποα επιθυμοσε να νυμφευθε. χασε το μυαλ του και σμφωνα με κποιες πηγς επιχερησε ν' απαγγει τη κοπλα, εν η Ακρπολη εχε γρψει για 2 αππειρες αυτοκτονας του, λγες μρες πριν κλειστε εκε.



     Ο Γεργιος Δροσνης αναφρει στα παντ του τι τανε «τρελς ησυχτατος» και γι' αυτ τον φηναν να περιφρεται ελεθερα μ' να φλακα γρω στα πεκα. Δεν εχε συνασθηση της κατστασης πλον και πστευε πως εκενος επιτηροσε το φλακα. Θα παραμενει γκλειστος για 4 χρνια και μια μρα ακριβς και θα πεθνει εκε απ προοσα παραλυσα, στις 15 Απρλη 1896, σε ηλικα 47 ετν και λγο μετ το θνατ του, 4 μρες μετ το γμο της, θα πεθνει κι η Μπετνα στα 22 της.
----------------
     Παραμονς Χριστουγννων 1895 νας δημοσιογρφος επισκφθηκε στο Δρομοκατειο τον μεγλο λογοτχνη Γεργιο Βιζυην, ξεχασμνο απ λους, πως εναι σμερα παρμοιο του «παρκαρισμνοι» σε ιδρματα ( ψυχιατρεα) ηλικιωμνοι σε γηροκομεα. Τον επισκφθηκε να του δσει λγη χαρ, στοργ, ζεστασι πως προσδοκον οι δσμοιροι τοτοι συννθρωπο μας ττοιες μρες.
   «Ερργησεν η ψυχ μου και δκρυα επλημμρρησαν τους οφθαλμος μου μλις εδον εις μαν γωναν, εξηπλωμνον επι κλιντρος (πολυθρνας ) κι ατενς προσβλποντα εις το κενν με μαν αφατον μελαγχολαν διαχεομνην επι του προσπου τον Γεργιον Βιζυηνν».
τσι ρχισε ο δημοσιογρφος το ρεπορτζ του. Σε λγες γραμμς εδωσε τη σκληρ εικνα της κατστασης που βρισκταν ο μεγλος εκενος λογοτχνης που πρασε τα τελευταα του χρνια στο Δρομοκατειο, «εις εξοχικν υγιειονοττην, ελττον ρας απχουσα των Αθηνν, κεται ως γνωστν επι της αμαξωτς οδο Ελευσνος, πλησον του Δαφνου και λειτουργε ανελλιπς απο της 1ης Οκτωβρου 1889».
    «Η φυσιογνωμα την οποαν λλοτε εγνωρσαμεν, εναι ολγον εξηντλημνη, το αυτ γνειον, η αυτ φαλκρα. Το ζωηρν των οφθαλμν απεξηρνθη και το πυρ των εσβσθη μαζ με την δδαν του νο. Εμειδασε μλις με εδε.
 -Γνωστ φυσιογνωμα, παρετρησεν, τενων μοι συγχρνως την χερα. Ηθλησα ευθς εξ αρχς να τον προκαταλβω, και αποσπσω λογικν τινα απντησιν και δεν απτυχον.
 -Δεν ετυχε να μθετε, οτι η “Εστα” δημοσιεει τρα τον “Μοσκβ Σελμ” σας;
 -Η “Εστα” τον “Μοσκβ Σελμ” μου; Κι εσιπησεν επ τινας στιγμς, ωσε προσπαθν να θση εις τξιν τον λαβρινθον της μνμης του. Να, να, εχετε δκαιον. Ετυχε μαν απο αυτς τας ημρας να κρατ κποιος εδ πρα το φλλον της “Εστας” και επειδ εδε το ονομ μου λθε και μου το εδειξεν. Αλθεια, η “Εστα” γινε καθημεριν ; Επαυσε το εμορφον περιοδικν της ; χι, του επον, εκδδεται πως πριν κατ οκταμερον, ταν εσθε συνεργτης, τρα ανλαβε την διεθυνσν της ο Ξενπουλος. “ Ο Γρηγρης; Τον κακομορη! Θα του κμω κι εγ καννα καλ ποημα, οταν εβγω απεδ μσα. Το ζτημα εναι να πεισθ ο βασιλες οτι τα 700 εκενα εκατομμρια δεν θα τα δσω εις τον Δηλιγιννην…»
     Οι σκηνς και οι εικνες που περιγρφει ο δημοσιογρφος εναι συγκλονιστικς. Ο συγγραφας των σπουδαιοττων εργων «το αμρτημα της μητρς μου» και «ποος ο φονες του αδελφο μου», μιλ ασυνρτητα, αναφρεται σε φανταστικς συναντσεις του με τον Βασιλα Γεργιο τον Α' του υπσχεται οτι δεν πρκειται να δσει τα εκατομμρια που εχει στον πολιτικ αντπαλο του Τρικοπη τον Δηλιγιννη κι απαγγλει ενα ωραο του ποημα τη “Μαργαρ”, με τα κατμαυρα μτια του να σπινθηροβολον και μετ να χνουν την ζωντνια τους, η δινοι του να θολοται και τα μτια του να ξαναπαρνουν την χανουσα εκφραση και να αρχζει να γελ…
     Ηγρθην να αναχωρσω. “Μου κμνετε την χριν, επε στρεφμενος προς το μρος μου, να προσφρετε τους χαιρετισμος μου, εις τον Παλαμν και τον Δροσνην…
-Υπρχει καμα ελπς ιατρ, το η πρτη μου ερτησις μλις εξλθομεν της αιθοσης.
“Δυστυχς ουδεμα, οδ’ η αμυδροτρα ακτς ελπδος, Πσχει εκ προοσης γενικς παραλσεως κι η νσος του ευρσκεται εις το τελευταον της στδιον.
     Ο Γεργιος Βιζυηνς, διαισθανμενος το τλος του ζτησε παπ απ τη Μον Δαφνου να τον μεταλβει. Εγκατλειψε τα εγκσμια, αλλ τα κεμενα του παραμνουν αθνατα».



     Εναι το δρυμα (φωτ. την εποχ που ταν εκε ο Βιζυηνς) που φτιαξε ο χιτης μεγαλμπορος Ζωρζς Δρομοκατης και στο οποο «φιλοξενθηκαν» προσωπικτητες πως ο Μιχαλ Μητσκης, ο Αρστος Καμπνης, ο Γερσιμος Βκος ο Κστας Ουρνης, ο Γιαννολης Χαλεπς και πολλο λλοι. Δεν εναι νο ταν ερχεται η τρλλα στον νθρωπο. Εναι η συνηθισμνη του κατσταση, χωρς τον λεγχο. Ο τρελλς εναι ο διος, ο φρνιμος, που παει να κρβεται. Ο Βιζυηνς, ταν το δρολπι της αρρστειας εχε φαρμακσει το αμα του και τσακσει τα τελευταα φργματα του ελγχου, φησε ακοσια τη ψυχ του να παραδοθε ανεμπδιστα στο παραλρημ της. Καθηγητς της ρυθμικς και δραματολογας στα 40 του το 1890, ερωτεεται τη 16χρονη μαθτρι του Μπετνα Φραβασλη, «το ξανθ και γαλαν και ουρνιο φς του». Ο τυχος αυτς ρωτας στθηκε μοιραος αφο τον οδγησε στην ψυχασθνεια και στον εγκλεισμ του στο Δρομοκατειο.
     Ο Βιζυηνς, ταν γινε 10 ετν, οι γονες του τον δωσαν σε συγγεν τους ρφτη στη Πλη για να μθει τη τχνη. Ο συγγενς πθανε κι ενας συντοπτης του τον εστελε στον συγγεν του, μητροπολτη Κπρου. κανε τον ψλτη, του φρεσαν ρσο κι μαθε γρμματα δουλεοντας ως παιδονμος. Μια μρα τον τσκωσαν να κρεμιται απο το παρθυρο της κμαρς του μ’ να σχοιν και να ξενυχτ κτω απο το αντικρυν σπτι, οπου μια ξανθ μαυροματοσα κοπελτσα τον εχε γοητεσει. Ττε ο “γροντς” του τον εβαλε 40 μρες αυστηρ νηστεα (ψωμ ξερ και νερκι) κι 150 μετνοιες τη μρα. Απο το σχολει της Κπρου βρθηκε στη Σχολ της Χλκης με καθηγητ τον τυφλ ποιητ, τον σοφ Ηλα Τρανταλδη. Απο εκε και επειτα ολα εξελχθηκαν ομαλ για τον ανσυχο Γεργιο. Οι τριγμο στας φρνας εμφανστηκαν αργτερα.
---------------------------------------
     Τον θαψαν οι φλοι του σε τφο που παραχρησε ο Δμος Αθηναων κοντ σ' να μαντρτοιχο του νεκροταφεου κι ο Παλαμς διλεξε να δικ του στχο που του χαρξανε: «Κι αντηχονε στη μαρη σιγ, τα πικρ, τα πικρ μου τραγοδια».
     «Πτε τελεινει η παιδικ ηλικα του Βιζυηνο; Τη στιγμ που πεθανει», εχε γρψει ο Ι.Μ. Παναγιωτπουλος.
     Ὁ Βιζυηνὸς ἔχει μα παιδικὴ ψυχ, γεμτη νοσταλγα, λυρικὴ διθεση, ἁβρὴ μελαγχολα, τρυφερτητα καὶ πνο. Νοσταλγεῖ, ὅπως ὁ Παπαδιαμντης, τὰ παιδικ του χρνια, τὴ χαροκαμνη μνα του, τὸ φτωχικ του σπτι, τὸ χωριὸ τοῦ Βιζη, τὴ Θρᾴκη γενικ, τὴν Πλη τῶν θρλων. Κι ἡ ποησ του ἀντλεῖ τὰ θματ της ἀπὸ αὐτὴ τὴ νοσταλγικὴ παρηγορι. Ἀλλοῦ αὐτοβιογραφεῖται, ἀλλοῦ ἠθογραφεῖ τὶς λακὲς παραδσεις τοῦ τπου τοῦ (γρφει παραλογς, μπαλντες, «βαλλσματα», ὅπως τὰ ἀποκαλοῦσε ὁ ἴδιος), ἀλλοῦ ἐκφρζει τὴν πστη του στὴ Μεγλη Ἰδα καὶ ἄλλοτε γρφει δροσερὰ παιδικὰ ποιματα. Ἀρκετοὶ στχοι του μᾶς συγκινοῦν καὶ σμερα. Πρπει ὅμως νὰ ἐκτιμσουμε τὴ συμβολ του, μὲ τὰ μτρα τῆς ἐποχῆς του. Ἐνῷ ξεκνησε ἀπὸ τὴ φαναριτικη ποηση τῆς Πλης (ὁ Ἠλας Τανταλδης ἦταν δσκαλος καὶ προσττης του) καὶ βρῆκε τὸν στμφο καὶ τὴ ρητορεα τῶν Φαναριωτῶν στὴν Ἀθνα (Θ. Ὀρφανδης, Παρσχος, Ἀλξανδρος Ραγκαβῆς, Ἄγγελος Βλχος, πανεπιστημιακὸς διαγωνισμς), ὁ ἴδιος ἔδειξε τὴ γνσια εὐαισθησα του μὲ νο τρπο: στροφὴ πρὸς τὴ λακὴ παρδοση μὲ τὴν ἐπδραση τοῦ μεγλου Νικλαου Πολτη, στχος λιτς, ἁπλς, δροσερς, εἰλικρινς, ἁπλοστερη καθαρεουσα κι ὕστερα στροφὴ πρὸς τὴ δημοτικ. Ἀλλὰ ἡ ἐπδραση ποὺ δχτηκε ἀπὸ τὴ γενιὰ τοῦ 1880 δὲν ὁλοκληρθηκε (τὸ ἴδιο ποὺ ἔγινε μὲ τὸν Ἀ. Προβελγγιο, τὸν Γ. Στρατγη κι ἄλλους ποιητὲς καὶ πεζογρφους).



     Στη ποησ του ἐξλλου εἶναι ἑλλαδικς, φωτεινς, ἀλλοῦ εὐασθητος κι ἀλλοῦ παιγνιδης. Ἡ ποιητικὴ παραγωγ του που περιλαβανεται σε συλλογὲς, επιλογὴ τῶν ποιημτων αὐτῶν, μαζὶ μὲ νετερα ποιματα, ἐκδθηκε μετὰ θνατον, το 1916 ἀπὸ τὸν Οἶκο Φξη. Ἀνμεσα στὰ ποιματ του ἀρκετὰ κι ἀπὸ τὰ καλτερα, εἶναι ποιματα γιὰ παιδι, ἀπὸ τὰ καλτερα ποὺ γρφτηκαν ἴσαμε σμερα. Ἂν μὲ τὴν ποησ του ἔμεινε στὸ μεταχμιο, μεταξὺ τῆς παλιᾶς καὶ τῆς νας Ἀθηνακῆς Σχολῆς, μὲ τὰ διηγματ του, στὰ ὁποῖα δχτηκε τὴν εὐεργετικὴ ἐπδραση τοῦ Βικλα (Λουκῆς Λρας, Παπα-Νρκισσος κ.ἄ.) ἔγινε ὁ πατρας τοῦ ἑλληνικοῦ διηγματος. Οἱ παιδικς του ἀναμνσεις τοῦ ἔδωσαν θματα γιὰ ἠθογραφες κι ἡ γνωριμα του μὲ τὴν ψυχολογα, μὲ τὸ ρεαλιστικὸ καὶ ψυχολογικὸ μυθιστρημα τῆς σγχρονς του Εὐρπης καὶ μὲ τὸ ἔργο τοῦ Ἴψεν τὸν ὤθησε καὶ τὸν βοθησε νὰ γρψει ἠθογραφικὰ διηγματα μὲ ψυχογραφικὴ δναμη. Ββαια κι ἐδῶ αὐτοβιογραφθηκε. Ἀλλὰ ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀφηγηματικ του τχνη, εἶχε καὶ τὴ δναμη νὰ παρατηρεῖ τοὺς ἀνθρπους μὲ σιγουρι, νὰ τοὺς ἐρευνᾷ βαθτερα, νὰ διαγρφει τοὺς χαρακτῆρες τους καὶ νὰ τοὺς κνει μα ψυχολογικὴ ἀνλυση ποὺ ἀκμα καὶ σμερα θλγει. Ἐδῶ δὲν ἔχουμε πρωτλεια, γρφει μὲ ἀσφλεια, ὅπως ἕνας ὥριμος τεχντης. Ἡ καθαρεουσ του εἶναι δουλεμνη καὶ ζωνταν, ἐνῷ οἱ διλογοι γρφονται στὴ δημοτικ. Κρῖμα, ποὺ ἐνῷ τὸν συγκνησε ἡ δημοτικὴ (ἀπδειξη τὸ χαριτωμνο ἀφγημ του Διατὶ ἡ μηλιὰ δὲν ἔγινε μηλα) δὲν μπρεσε νὰ ὑπερνικσει τὸν γλωσσικὸ διχασμ. Ὁπωσδποτε τὰ διηγματ του Τὸ ἁμρτημα τῆς μητρς μου, Ποῖος ἦταν ὁ φονεὺς τοῦ ἀδελφοῦ μου, Αἱ συνπειαι τῆς Παλαιᾶς ἱστορας, Τὸ μνον τῆς ζωῆς τοῦ ταξεδιον κα, κυρως, τὸ καλτερ του Μοσκὼβ Σελὴμ θεωροῦνται σημαντικτατα ἔργα τῆς νεοελληνικῆς λογοτεχνας. Σημαντικὰ ἐπσης εἶναι τὰ δοκμι του γιὰ τὸν Πλωτνο, τὸν Ἴψεν, τὶς μπαλντες κ.ἄ.
     Ο Βιζυηνς, νους κριτικς, ιδιοφυς, φιλρευνος, διδσκει, μεταφρζει τις γνωσττερες ευρωπακς μπαλντες, συγγρφει μελτες φιλοσοφικς, αισθητικς, ψυχολογικς, λαογραφικς, αλλ και σχολικ εγχειρδια κι ρθρα για εγκυκλοπαιδικ λεξικ. λες οι μελτες του -πως κι αρκετς ποιητικς συλλογς- εκδθηκαν σε αυτοτελ τμο. Τα διηγματα και τα ρθρα δημοσιεθηκαν σε διφορα ντυπα της εποχς και δεν συγκεντρθηκαν σε τμο κατ τη διρκεια της ζως του. Απ τα χειργραφ του σζονται κποιες επιστολς κι αρκετ ποιματα.
     Το αφηγηματικ του υλικ, αντλημνο απ προσωπικς κι οικογενειακς μνμες, απ τις παραδσεις και τα βιματα της λακς ζως στην ιδιατερη πατρδα του, διοχετεεται στα ποιματ του. Το υλικ αυτ ενισχυμνο απ το στρεο υπβαθρο της παιδεας του και την επιστημονικ γνση της ψυχολογας ενσωματωμνο σε μια ποικλη, πλοσια γλσσα υψηλο θους (λγια, λακ, ιδιωματικ) διοχετεεται στα διηγματ του. τσι ο Βιζυηνς αναπτσσει τη μυθοπλασα του. Ανακαινιστς και πρωτοπρος, ανογει τον δρμο της νεοελληνικς διηγηματογραφας. Η αφγηση σε 1ο πρσωπο, η μυθιστορηματικ πλαστικτητα των χαρακτρων, οι δραματικς συγκροσεις, η δομ, η δραματικτητα, η ρτια αφηγηματικ τεχνικ -η ενδιαφρουσα διαπλοκ του ιστορικο και του αφηγηματικο χρνου- εναι μερικ απ τα βασικ γνωρσματα του Αμαρτματος της μητρς μου, αλλ και των λλων διηγημτων του.
     Τα περισστερα διηγματ του εναι αυτοβιογραφικ και μαρτυρον τα σχημα βιματα που εχε ο συγγραφας, με δεδομνο τι οι ιστορες του εναι ως επ το πλεστον τραγικς. 
Χαρακτηριστικ παρδειγμα το Αμρτημα της μητρς μου, στο οποο περιγρφει τη τραγωδα μιας μητρας που πλκωσε στον πνο της το παιδ της και το πνιξε. Ο συγγραφας μιλ για τη μητρα του και τον θνατο της αδελφς του, ννας.
     Ο Ι. Ζερβς στο βιογραφικ σημεωμα, που προτσσει στην κδοση ποιημτων του, (εκδ. Γ. Φξη, Αθναι 1916) γρφει για τον ποιητ, πως "παρουσιζει τη πρτη κατ' επγνωση και γεννααν αππειραν εις το να λβει η νεωτρα μας ποηση μα καθολικτητα εθνικς διανοσεως, εθνικο αισθματος και πανελληνου μορφς, αππειραν, τις υπρξεν οδηγς εις λλους, τους εκλεκτος νεωτρους, πως επιδιξουν μαν αληθεστραν, αλλ και γενικτερα δια της τχνης των εκδλωση του Ελληνικο συνλου" κι αναγνωρζει στον ποιητ ποιητικ πρωτοτυπα, λεπτ αισθητικ και καλλιεργημνη σκψη.

           ΡΓΑ ΤΟΥ

            Ποιματα:

Ποιητικ Πρωτλεια (1873)
Ο Κδρος (1874)
Βοσπορδες Αραι (1876)
Ατθδες Αραι (1883)
Εσπερδες (1877)
Λυρικ
Παιδικα ποισεις

       Διηγματα:

Ο ραψ και η κμηλος αυτο (1879) - Παιδικ αφγημα
Το αμρτημα της μητρς μου (1883)
Μεταξ Πειραις και Νεαπλεως (1883)
Ποος τον ο φονες του αδελφο μου (1883)
Αι συνπειαι της παλαις ιστορας (1884)
Το μνο της ζως του ταξεδιον (1884)
Πρωτομαγι (1884)
Ο Tρομρας (1884) - Παιδικ αφγημα
Το Σκιχτρο (1884) - Παιδικ αφγημα
Ο Κλπτης (1884) - Παιδικ αφγημα
Μσα εις το αμφιθατρον (1890) - Παιδικ αφγημα
Πς οικονομεται ο χρνος (1890) - Παιδικ αφγημα
Ο Μοσκβ-Σελμ (1895)

                   ρθρα:

Η Ελληνικ δημοσιογραφα κατ το 1883 (1884)-Μετφραση
Διατ η μηλι δεν γινε μηλα (1885)
Μαργαρτου Ευαγγελδου, «Ιστορα της θεωρας της γνσεως» (1885) - Κριτικ
Οι καλγεροι και η λατρεα του Διονσου εν Θρἀκη (1888)
Αι εικαστικα τχναι κατ την Α´ εικοσιπενταετηρδα του Γεωργου Α´ (1888)
Η Κρκυρα (1891) - Μετφραση
Αμερικανικα Αρχαιτητες (1891)
Ερκος βσεν (1892)
Αν τον Ελικνα, Βαλλσματα (1894)

                Μελτες:
Αυτοτελες διατριβς και παιδαγωγικ εγχειρδια.

Das Kinderspiel in Bezug auf Psychologie und Paedagogik (Το παιχνδι υπ ποψη ψυχολογικ και παιδαγωγικ), Λειψα 1881
Η φιλοσοφα του καλο παρ Πλωτνω, Λονδνο 1883
Ψυχολογικα μελται επ του καλο, Αθνα 1885 (Δτομο)
Στοιχεα λογικς, Αθνα 1885
Στοιχεα ψυχολογας, Αθνα 1888

 

Μεταφρσεις ργων του σε λλες γλσσες:

Στην αγγλικ:
Georgios Vizyenos: Thracian Tales, μτφρ: Peter Mackridge
Georgios Vizyenos: Moskov Selim, μτφρ: Peter Mackridge

Στη γαλλικ:
Georges Vizyinos: Le péché de ma mère suivi de Le Pommier de discorde, μτφρ: Gilles Decorvet, Auguste Queux de Saint-Hilaire

Στην ιταλικ:
Gheorghios Viziinos: L' unico viaggio della sua vita / e altre storie, κρατικ βραβεο μτφρ: Anna Zimbone

Στη ρουμανικ:
Gheorghios Vizyinos, Singura călătorie din viața sa, πρλογος και χρονολογικς πνακας Elena Lazăr, μετφραση Elena Lazăr, Margareta Sfirschi-Lăudat, Claudiu Sfirschi-Lăudat, Amalia Zambeti, Εκδ. Omonia, Βουκουρστι, 2006

==================

                            Επικορειον

Σ' αυτ τη πρσκαιρη ζω μας διατ
                                να μη χαρε το ζωνταν το σμα;
Ως κι οι μωρο το λεν' πως εμαστε θνητο,
                                  πως θα μας βλουν μια φορ στο χμα.
Μα οτ' οι δεσποτδες μας οι κορδωτο,
                                  οτε οι πλον διαβασμν' ανθρποι
γνωρζουν τι θα γνουμε κατπι,
                                  αυτο που θε να πμε...
                                  -Βλτε να φμε!
                                  -Βλτε να πιομε!
Γιατ αυτ κανες δε το αμφισβητε:
                                  Φαγε' και πιε' αλλο δε θα τα βρομε!

Ανλπιστα γυρν της Τχης ο τροχς
                                  κι ο Χρνος που περν δε στρφει πσω.
Της χθες ο Κροσος εναι σμερα φτωχς
                                  κι εγ ο νος αριο θ' ασπρσω.
Αυτ τα ξρουν λοι πλον ευτυχς
                                  κι μως πολλο στερονται και νηστεουν!
Θα ελαφρνουν τχα για ν' ανβουν
                                  αυτο που θε να πμε;...
                                  -Βλτε να φμε!
                                  -Βλτε να πιομε!
Γιατ ως κι οι τρελλο το ξρουν, δυστυχς,
                                  Φαγε' και πιε' αλλο δε θα τα βρομε!

Κι ποιος μια κρη, μιαν ωρααν αγαπ,
                                  ας της χαρε τα πρτα-πρτα κλλη.
Λπες κι αρρστιες θα της προυν τα λοιπ,
                                  και θα του μενει μν' η παραζλη.
Αυτ στ' αφτ καλ βεβαως δε χτυπ.
                                  Μα, πλην αυτο, ξφνου προβλλ' ο Χρος
κι ειδοποιε: -"Αφντη, μη προς βρος,
                                  κοπιστενε να πμε
!..."

                                  -Βλτε να φμε!
                                  -Βλτε να πιομε!
Γιατ φαγε' και πιε' και κλλη χαρωπ
                                  στου Χρου το κελλ δε θα τα βρομε!

       Αποχωρισμς
 

Φουρτονιασεν η θλασσα
και βουρκωθκαν τα βουν.
Εναι βουβ τ' αηδνια μας
και τα ουρνια σκοτειν
κι η δλια μου ματι θολ.
-"Παιδ μου, ρα σου καλ!"

Εν' η καρδι μου κρσταλλο
και το κορμ μου παγωνι,
σαλεει ο νος μου, σα δεντρ,
που στκει αντκρυ στη χιονι
και εναι ξβαθο πολ.
-"Παιδ μου, ρα σου καλ!"

Βουζει το κεφλι μου,
σαν του χειμμρου τη βο!
Ξερθηκαν τα χελη μου
και μου εκπηκ' η πνο
σ' αυτ το στερο φιλ.
-"Παιδ μου, ρα σου καλ!"

Να σε παδεψ' ο πλστης μου,
καταραμνη ξενιτι!
Μας παρνεις τα παιδκια μας
και μας αφνεις στη φωτι
και πνουμε τση χολ,
ταν τους λεμ': "ρα καλ!".

           Υποθκαι

 

που θαρριται για καλ,     
   και δχως δοικι ανογεται,
τον βρσκ' η μπρα στο γιαλ 
   και ναυαγε και πνγεται.

 

που σκαρνει μια φωλι
   σ' εν' στατο κοτρνι,
πριν η καθσει μια σταλι,
   γυρν και τον πλακνει.

 

που γλιστρσει, αν πιασθε  
   στων αλλωνν την ανθρωπι,
θα τον σκουντσουν να χαθε,
   να μην ορθοπατσει πια.

 

Χαρ στον, που δεν αρμεν ,
   κι χει στερι το σπτι του,
κι ουδ τον ξνο προσκυν,
   ουδ τον συντοπτη του!

      Στης Μελαχρινς Τα Μτια

 

Τα μτια σου, πουλκι μου μελαχριν, 
που φως μες στις καρδις σταλζουν,            
με τ' στρα τα ψυχρ ψηλ στον ουραν,
-μη σε γελον οι ποιητα- δε μοιζουν.

 

Τ' αστρια κθε μαρη νχτα φωτειν     
με καλοσνη λμπουν στα πελγη               
τα βλπει ο νατης, που με γνση κυβερν
και σιο δρμο λμνει εκε που πγει.

 

Τα μτια σου τα μαρα, φως μου, ποιος τα ιδε,
τσες γλυκδες και φωτις γεμτα,                     
αν εναι και το γνωστικτερο παιδ,                     
θε να 'βγει απ την σια του τη στρτα.

   Στχοι Του Φρενοκομεου:
       Το Φσμα Μου

 

Μες στα στθια η συμφορ
σαν το κμα πλημμυρ,
σρνω το βαρ μου βμα   
   σ' να μνμα!

 

Σαν μ' αρπχθηκε η χαρ
που εχαιρμουν μια φορ
τσι σε μιαν ρα...
μσ' σ' αυτν την χρα
λα λλαξαν τρα!

 

Κι απ ττε που θρην
το ξανθ και γαλαν   
και ουρνιο φως μου,
μετεβλθη εντς μου  
κι ο ρυθμς του κσμου.

 

Μες στα στθια η συμφορ
σαν το κμα πλημμυρ,
σρνω το βαρ μου βμα    
   σ' να μνμα...

 

Τον σταυρ τον αψηλ
   αγκαλι, γλυκοφιλ
το μυρικριβο νομ της,
   κι απ' τα χματ της
η φων της η χρυσ
   με καλε «λα κι εσ
δπλα στο ξανθ παιδ σου
   και κοιμσου
!» 

----------------------------------

 

                     "...το μνον της ζως του ταξεδιον..."

     τε μ' εστρατολγουν δια το ντιμον των ραπτν επγγελμα, ουδεμα υπσχεσς των ενεποησεν επ της παιδικς μου φαντασας τσον γοητευτικν εντπωσιν, σον η διαβεβαωσις, τι εν Κωνσταντινουπλει μελλον να ρπτω τα φορματα της θυγατρς του Βασιλως. Εγνριζον πολ καλ τι "οι βασιλοπολαις" χουν εξαιρετικν τινα αδυναμαν εις τα ραφτπουλα, μλιστα, ταν αυτ ηξερουν να τραγουδον τους επανους των θελγτρων αυτν, εν ρπτουν τα "βλατι", με τα οποα στολζουσι τα κλλη των.
     Εγνριζον, πως ταν ερωτευθ καμμα βασιλοπολα με το ραφτκι της, δεν χωρατεει· μνον ερωτεεται εις τα γερ· και αρρωστ· και πφτει στο κρεββτι· και γνεται του θανατ· και κανες ιατρς δεν ημπορε να την ιατρεση, καμμα μγισσα να την φρη στα καλ της. ς που φωνζει επ τλους τον πατρα της η βασιλοπολα και του το λγει παστρικ παστρικ: «Πατερκι μου, το ραφτπουλο, που τραγουδ τσον εμορφα, θα πεθνω
     Ο βασιλες λλο παιδ δεν χει. T να κμη; Φορε την κορνα του στο κεφλι, και πηγανει στα πδια του ραφτπουλου και «Στον Θε και στα χρια σου!» του κρζει! «Kμε μου την χρι να πρης την κρη μου. Κμε μου την χρι να γενς γαμβρς μου. Αλλ δεξε δα προττερα και καμμι παλληκαρι, δια να μην πσω απ την υπληψ μου, ωσν βασιλας που εμαι».
     Το ραφτπουλο, του φανεται, πως χει σκαλσει στον λαιμ του καννα στυφ μσπιλο και δεν ημπορε να καταπι. Η αλθεια μως εναι τι δεν χει να καταπι τποτε, γιατ ς και το σλιο του εξερθη μσ' στον λρυγγ του. Τσο πολ εφοβθηκε σαν εδε τον βασιλα με την κορνα!
     Ο βασιλες με την κορνα το "παπαρζει" τον μο, και το ρωτ να του ειπ και καλ: τ εναι ξιο το ραφτπουλο να κμη. Περιμνει δε με ενδμυχον χαρν ν' ακοση, τι ο επδοξος γαμβρς του εναι ξιος να καταιβση καννα ζωνταν λεοντρι απ τα βουν, να σκοτση καννα δρκοντα, να κυριεση καννα βασλειο.
    Το ραφτπουλο εις το μεταξ επρε θρρος, αλλ δι' αυτ δεν χασε και τον νου του να πα να "πετσοκβεται" με τα θηρα δια να γενη γαμβρς της Μεγαλειτητς του. Το ραφτπουλο εναι εν γνει ειρηνικς νθρωπος. Και επειδ τα καταφρει καλλτερα ταν ψλλη, παρ ταν ομιλ, αποκρνεται προς τον βασιλα τραγουδιστ τραγουδιστ και του λγει, πως εναι ξιο και δυνατ, να ρψη τα νυφιτικα χωρς ραφ και ρμμα».
    «Καλ, βρε τιμε!» βλλει με το νου του ο βασιλες ο οποος δεν συγκινεται πολ πολ απ τραγοδια. «Θα σου δεξω εγ πς ξεμυαλζεις το παιδ μου, αφο δεν χεις ενς λεπτο παλληκαρι μσ' τα στθη σου!» πειτα βλπει το ραφτπουλο με κτι σχημαις ματιας, και «Πολ καλ, του λγει, κυρ γαμβρ! Ρψε μου λοιπν σαρντα φορεσιας νυφιτικαις, καθς ταιριζουν εις μαν βασιλοπολαν και πρσεξε να μην τχη και διακρνω καμμαν ραφν, και καμμαν κλωστν πουθεν! Φρντισε μως να τας χης ετομους αριον πρω πρω, πριν εβγ ο λιος, γιατ αλλοις Σου κβω το κεφλι!».
    Και ο βασιλες με την κορνα δεν χορατεει αυτν την στιγμν. Το χει πρει απφασιν ο φιλδοξος νθρωπος, να σκοτση το ραφτπουλο για να δση την κρη του εις καννα μεγαλοσινο!
    Κατ' ευτυχαν το ραφτπουλο χει σγουρη την δουλει του και δεν σκοτζεται πολ πολ. Διτι εναι λλοι μεν λγουν υις, λλοι δε λγουν εγγονς της Νεριδας. Και χει μαν δακτυλθραν με πτο, την οποαν ποτ δεν αφαιρε απ το δκτυλν του.
    λην εκενην την εσπραν τργει και πνει και διασκεδζει. Επνω εις τα μεσνυκτα που κοιμονται ο "μστορης" και οι "καλφδες", εβγλλει την δακτυλθραν απ το δκτυλν του, παρνει μαν χρυσν τρχαν που χει αυτο μσα φυλαγμνην, και καει την ακρτσα της εις την φλγαν του λυχναρου. Εκε παρουσιζεται εμπρς του η χρυσμαλλη Νεριδα...
     Τ στενοχωρα χεις, αγπη μου;
     Το και το, αποκρνεται το ραφτπουλο, λγοντας την ιστορα.
    Η χρυσμαλλη Νεριδα, που του χει τξει να το γλυτνη οσκις κινδυνεει, χτυπ τα λευκ της χερκια τρεις φορας, και διες εσ! Σαρντα λευκονδυμνα Νεραδπουλα, τνα ευμορφτερο απ' το λλο, με κτι γλυκ τραγοδια, με κτι μαργιλικα λυγσματα εις τον αρα, θτουν κθε μα εμπρς εις το ραφτκι τα πολυτιμτερα υφσματα της οικουμνης.
    Το ραφτπουλο κφτει και η νεριδες ρφτουν· και ρφτουν και τραγουδον και αστεζονται και πειρζουν το ραφτπουλο καμμι φορ τσον ερωττροπα, τσον γαργαλιστικ, που αν δεν τον η μητρα τους εκε κοντ, θα του παιρναν τον νου του χωρς λλο. Μα η χρυσμαλλη Νεριδα ταις προσχει, ταις οδηγε και ταις παρακινε, και τελεινουν τα νυφιτικα, πριν λαλσ' ο πετεινς, πριν βγ' ο λιος.
     Μλις προφθνουν να φγουν οι Νεριδες, ν και ο βασιλας που εμβανει με την κορνα στο κεφλι και με τους δημους καταπδι του: ρχεται να σφξη το ραφτπουλο! Αλλ εκε που εμβανει βλπει ταις σαρντα νυφιτικαις φορεσιας κρεμασμναις εις το σχοιν χωρς ραφ και ρμμα, και θαμβνουνται τα μτια του: Tο χρυσφι και το μαργαριτρι, που χουν επνω κεντημνο, αξζει λο του το ψωροβασλειο! Ο βασιλες με την κορνα δαγκνει τα χελη του. Παρνει το ραφτπουλο απ το χρι, το πηγανει στο παλτι και του δδει την κρην του, και τελεινει η ιστορα.
     Τατα πντα μοι τα διηγετο ο πππος μου, και μοι τα διηγετο ωσν να εχον συμβ χθες ακμη, ωσν να συνβαινον αν πσαν στιγμν εις τον κσμον. Ενθυμομαι δ' τι και σμερον με πσην παιδικν υπερηφνειαν εισλθον πρτην φορν εις την πλιν ως νεοσλλεκτος του "εσναφου" των ραπτν, αναλογιζμενος, τι μετ τινας ημρας θα εξλαυνον εκ της δι' ης επεζοπρουν τρα πλης, εν θριμβω συνοδεων την ωραιοτραν βασιλοπολαν εις το χωρον μου. Και τοτο μοι το υπδειξεν ο παππος. Και επειδ ο παππος το δι' εμ ο πλον κοσμογυρισμνος και κοσμομαθς νθρωπος, επστευον τους λγους του μχρι κεραας.
    Εν τοτοις εχον παρλθει αρκετο μνες απ της αφξες μας και τποτ' ακμη δεν κατωρθθη. Εναι αληθς τι ο μστορς μου τον αρχιρρπτης της Βαλιδ-Σουλτνας, και επειδ εγ μην ο μικρτερος των συμμαθητν μου, με στελλε τακτικ εις το παρ τον Βσπορον παλτιον αυτς πτε φροντα μγαν "μπγον" επ κεφαλς, πτε δε υπ μλης την μεταξνην και χρυσκροσσον "σακκολαν", με τα κατστιχ του εν αυτ. Πολλκις λοιπν διλθον δια πολυτελν στον, και δια σκιερν διδων εισδυσα εις τους μαγικος και μυροβλους "δαερδες" του χαρεμου της Βαλιδ-Σουλτνας. Αλλ αι υπρξεις, προς ας ηρχμην εις σχσεις εν αυτ σαν κυρως οι μαροι ευνοχοι, με το πλαττατον αυτν στμα, με τους μεγλους οδντας απαισως λευκζοντας μεταξ των χονδροειδν χειλων των, και με κτι γρια βλμματα, που με καμναν να τρμω απ την φρκην μου. Ενοτε θελον οι βασιλοπολαις αναμφιβλως να εκφρσουν ιδιαιτραν τιν ευαρσκειαν προς το ραφτπουλ των. Ττε ο πλον φοβερς μαρος πιανε το πλον φοβερ "καμτσκι", νευε προς εμ και μβαινεν εμπρς. Εγ τον ηκολοθουν, με το βλμμα επ του εδφου. νας δετερος μαρος με να δετερο "καμτσκι" με ηκολοθει κατ πδας. Τοιουτοτρπως, μεταξ των δο εκενων δημων, προεχρουν εις τα ενδοτρω του χαρεμου, εν τω οποω μως δεν βλεπον τποτε λλο, πλην του εδφους, πο μεν στιλπνο πως αι ρισται των χορν αθουσαι, πο δε κεκαλυμμνου υπ βαρυτμων ταπτων.
    Αλλ' εν δεν βλεπον, κουον τουλχιστον. κουον γυναικεας φωνς και γλωτας και αστεσμος βανασους και βρεις ασμνους απευθυνομνας προς τον προ εμο βαδζοντα "Κισλαραγν", ο οποος εφναζε πσαις δυνμεσι να κρυβσι φεγουσαι κατ την προσγγισν μου αι αμφπολοι και οδαλσκαι της Σουλτνας, τπτων ανηλες δια της μστιγς του τας τολμσας να παρακψωσιν πισθεν των θυρν και των παραπετασμτων πως δωσι τσον πλησον των να αρσενικν νθρωπον. Ο μετ' εμ ακολουθν Αιθοψ τοτο μεν με προεφλαττεν απ του να γενω ανρπαστος υπ των πισθεν λαθραως και αψοφητ ακολουθουσν, τοτο δε με παραμνευε μη τολμσω και υψσω τους οφθαλμος απ του εδφους και βεβηλσω δια του "γκιαουρικο" μου βλμματος τα ιερ θματα τα προωρισμνα να θυσιασθσι ποτε εις στιγμιααν τιν ιδιοτροπαν του μεγλου των Κυρου.
    Εν τω μσω τοιοτων συγκινσεων φθανον τλος εις τον προς ον ρον.
    Αλλ' εκε, εις το τελευταον δωμτιον, εν με φινον οι μαροι κλεοντες πισθν μου την θραν, τ νομζετε τι μ' επερμενε; Καμμα ροδανθς, ξανθκομος βασιλοπολα ετομη να πετξη απ την χαρν της, εις την αγκλην μου; Τποτε, απολτως τποτε, εντς του δωματου. Εντς του τοχου μως, δι' ο το δωμτιον τοτο συνεκοιννει προς λλο, μ' επερμενε να τον θωπεσω, παπαρζων αυτν, ωσν να το η ερωμνη μου, σανδινος κλινδρος, κατεσκευασμνος οτως, στε να περιστρφεται εν τη θσει του περ κθετον ξονα, χωρς να σε αφνη να ιδς εκ των πλαγων εις το παρακεμενον δωμτιον. Μλις τον εθπευον, ως ανωτρω, και μα λεπτ πολ λεπτ φων ηκοετο σωθεν:
     λθες, αρν μου;
     Μλιστα, "Σουλτανμ".
    Ο σανδινος κλινδρος εστρφετο περ εαυτν, παρουσιζων τρα προς εμ εις το αντθετον μρος του μικρν θυρδα, τις τον καμνε να φανεται, ως ερμριον. "Πατσουλ", μσχος, μβρα και λα των Ινδιν τα αρματα εμοσχοβλουν πισθεν της θυρδος εκενης. Βεβαως θα τον αυτο μσα η βασιλοπολα μου! νοιγον την θραν εναγωνως και εντς του περιστρεφομνου τοτου μικρο ερμαρου με υπεδχετο μυροβλον και ορεκτικν καννα "μοχαλεμπ", καννα "μπουρκι", "μπακλαβς" λλο τι γλυκτατον πργμα απ εκενα, τα οποα δεν χουν μεν γλσσαν, αισθνεσαι μως μα τα ιδς, τι σοι λγουν επανειλημμνως «φγε με». Τοθ' περ και πραττον εγ, εννοεται, χωρς πολλν διατυπσεων.
    Μαν ημραν μλις ετελεωσα την ευχριστον τατην ενασχλησν μου, και η λεπτ εκενη φων με ερωτ εν θλω και λλο τποτε καλλτερο.
     χι, Σουλτανμ, λλο τποτε καλλτερο απ σνα δεν θλω.
     "Αφερμ", αρν μου! Μεγλος εσαι, μεγλος;
    Ετοιμαζμην να της επω τι εμαι τσος, στε ειμποροσα να μβω εις το ερμαρκι εκενο, να κλεσω την θυρδα, να δσω να γρον εις τον κλινδρον και να ευρεθ ωσν "μπουρκι" εμπρς εις τους οφθαλμος της. Αλλ ο μαρος ευνοχος, ο οποος εις το μεταξ εχεν εισλθει χωρς να τον εννοσω, εξεστμισεν περθεν της κεφαλς μου σεμνον βριν, αποπνξας την φωνν εις τον λρυγγ μου.
    Η καμνη μου η βασιλοπολα πρεπε να λβη την απντησιν απ το γριον, το φοβερν του στμα!
     Μεγλος, ε; χα, χα, χα! κραξεν ο Κισλρ αγς γελν σαρδνιον γλωτα. Εναι τσο μικρς ακμα, που για να τον κρεμσω αψηλ, στα μτια σου, επαργγειλα καινοριο σκαμν να πατση πνω.
    πειτα μοι νευσε να τον ακολουθσω...
    Τρα, εν συνβαινε να χη η Βαλιδ-Σουλτνα, πως λλοτε βασιλες τινες της Ασας, εις κθε θραν του παλατου της να σοφν γραμματα, διατεταγμνον να εκθτη εις λιπαρτατον φος λγου παν ,τι συνβαινε περ εαυτν, δεν αμφιβλλω, τι καστος αυτν ανεξαιρτως θα εσημεωνεν εις το χρονικν του, τι εγ και κατ' εκενην την ημραν εξλθον εκ του χαρεμου, πως πντοτε, με τον να ευνοχον εμπρς, εκσοβοντα τας οδαλσκας μακρν της ψες μου, με τον τερον ευνοχον κατπιν, αμυνμενον τας πισθεν προσπαθοσας να με σρωσιν απ του φορματος. Εγ μως διαβεβαι, τι αφ' ης στιγμς ο φοβερς εκενος "αρπης" επεν, τι παργγειλε "καινοριο σκαμν" δια να με κρεμση, απ' εκενης της στιγμς το δαφος του δωματου, εν ευρισκμην, υπεχρησεν αφνης υπ τους πδας μου και εγ κατεκρημνσθην εις ψοφον σκοτεινν χος με τον λιγγα της κεφαλς, με την λιποθυμαν της καρδας, ην αισθανμεθα ονειρευμενοι τι ππτομεν απ αμετρτου ψους αποτμου βραχματος να διεκφγωμεν τον επαπειλοντα την ζων ημν κνδυνον εκ μρους τερατδους τινς καταδικτου.
    Πς ευρθην πλιν εις το εργαστριν μας, περ τοτου αδυνατ να δσω ακριβες πληροφορας. Τινς των συμμαθητν μου λεγον, τι χασα τον δρμον απ την φοβραν μου, τινς, τι χασα και το μυαλ μου. Εγ τους φινα να αστεζωνται. Μνον ταν εσηκθησαν οι προ εμο κομσαντες και αυτο "μπγους" εις το παλτι, και ρχισαν να φλυαρον πως τχα και αυτο φαγαν γλυκσματα απ το στρογγυλν, το περ τον ξον του κινητν εκενο ερμριον, και τι το δωμτιον μεθ' ο συνεκοιννει στρεφμενον δεν το η αθουσα ο κοιτν της βασιλοπολας, αλλ το "κελρι" του χαρεμου, και τι η γλυκεα, η πολ γλυκεα εκενη φων, δεν το της αγπης μου της βασιλοπολας, αλλ του γηραλεωττου ευνοχου του παλατου, μνον ττε κατεξανστη το ασθημα της φιλοτιμας μου και εμλωσα με λους, και περιλθον εις τοιατην προς αυτος διστασιν στε οτε τους ωμλησα καν κτοτε.
    τι δεν εξαναπτησα εις το χαρμι εννοεται αφ' εαυτο. Διτι σον και αν εθλιβμην, αναλογιζμενος, τι η βασιλοπολα μου τκεται πισθεν του στρογγυλο ερμαρου παρ τας χθας του Βοσπρου, λλο τσον δεν εκαταλμβανα, διατ δεν στελνε τλος πντων τον πατρα να με ζητση δια σζυγν της, πως καμαν λαις οι βασιλοπολαις που εγνρισεν ο πππος μου.
    Μετ την θλιβερν εκενην απογοτευσιν, η αηδς και ανιαρ μονοτονα του πρακτικο βου, αι δυσχριαι του αρχαρου περ τα στοιχεα της τχνης, μοι εφανοντο δο και τρεις φορς βαρτεραι. Υπ το βρος αυτν ρχισα να καχεκτ και να μαρανωμαι καθειργμνος εκε, εντς του Τσαρσου της Σταμπολ πισθεν των σιδηρν πυλν του Κεμπετσ-Χανου, προς τους μολυβδοσκεπες του οποου θλους ανπεμπον ο δυστυχς τρα ουχ πλον θελκτικος χους ερωτικν ασμτων αλλ τους κλαυθμος και οδυρμος παιδικς, καρδιοβρου νοσταλγας!
    Προ πντων ρχησα ν' απεχθνωμαι τον μστορ μου, μικρσωμον, καχεκτικν γερντιον, το οποον, εν συνδευε δια των γελοων κινσεων της νωδς του σιαγνος τα τραγαν μασσματα του ψαλιδου του, του αδηφγου, δεν παυεν επιτηρν με περθεν των μεγλων και στρογγυλν αυτο διπτρων μη τυχν εκτενω ολγον τον μαργωμνον πδα, ορθσω επ μικρν την κατκοπον σπονδυλικν μου στλην.
    Μαν ημραν ετε εξ αδυναμας, ετε εκ πεσματος, επμενον παραβανων τον ιερν τοτον καννα ραπτικς ευπρεπεας τσον συνεχς, στε σχον την τιμν να γνωρισθ ττε πρτον και με την "βουβν μαστρισσαν", δηλαδ την παρ το πλευρν του μαστρου μου κειμνην πχην. Αυτ εξψε την αγανκτησν μου μχρις ασεβεας. Διτι ενθυμομαι πολ καλ, τι κατ το ενδμυχον εκενο πεσμα μου ρχισα να μεμψιμοιρ και να ελγχω πικρτατα αυτν τον Θεν, διτι σχε την πρωτοβουλαν να ρψη ιδαις χερσν τον περφημον εκενον δερμτινον χιτνα περ την γυμντητα της Εας και να δση τοιουτοτρπως αρχν και γνεσιν εις το των ραπτν επγγελμα. Εν μην εγ Θες, λεγον κατ' εμαυτν, θα την φινα την Εα μου καθς την εχα πλσει. Τ θα μ' βλαπτεν τχατες η καμνη, γυμν καθς το; Θαρρ μλιστα, πως θα το και ωραιοτρα. πειτα, ενσω εχε την γυνακα εις τον Παρδεισον, γουν εις το σπτι του ο "μαστρο-Θες", την φινε γυμνν· ταν μως απεφσισε να την φορτση δια παντς εις τον "γιακν" του δυστυχος Αδμ, να την εβγλη εις τον κσμον, ττε την επροκισε και μ' να στολδι. Δεν βλπεις τ κακν χει κμει; δρυσε με τα δι του χρια το κακοδαιμονστατον "εσνφι" των ραπτν, καταδικσας με να κθημαι εδ σταυροποδητς και εσκυμμνος απ πρωας μχρι βαθυττης νυκτς, και δρυσε την κακστην συνθειαν, να προικζουν οι πατρες τας θυγατρας των, χι μ' εσωτερικς αρετς, ενσω τας χουν εις τους οκους των, αλλ μ' εξωτερικν πολυτλειαν, ταν τας φορτνουν εις την ρχην των γαμβρν των.
    Τας τελευταας τατας σχολαστικτητας, εμαι ββαιος τι θελον τας διατυπσει αφελστερον ττε, εν γνωστ τις φων δεν εκλει κτωθεν το νομ μου, διακψασα αφνης το ρεμα των ελεγειακν μου σκψεων, πριν λβωσι τελειωτικς την λογικν αυτν διατπωσιν.
    Μ' λας τας επανειλημμνας νουθεσας, τας αναγγελλοσας μοι εκ μρους της μητρς, τι η τχνη εναι χρυσον βραχιλιον, το οποον φειλoν να κατακτσω αντ πσης θυσας τι η πτρα που κυλ δεν κμνει δια θεμλιον, και τα τοιατα εγ επμενον μηνων (ττε δεν ξευρον ακμη να γρφω) και παρακαλν αυτν να με ανακαλση να με βλη να μθω ανθρωπινωτραν τιν τχνην. Και δεν εχον μεν πολλς πιθαντητας επιτυχας, λπιζον μως ν' απαλλαγ καν απ τον μστορην εκενον, δια να αναπνεσω τον εκτς του "Τσαρσου" και των "χανων" καθαρτερον, ελεθερον αρα. Προ πντων εχον κρυφν επιθυμαν να στοιχσω εις τον αρχιρρπτην, του εν Ντολμ-μπαχτσ σουλτανικο χαρεμου, ο οποος κατκει εις την ασιατικν του Βοσπρου χθην, απναντι του ανωτρου παλατου. Εκε, εσκεπτμην κατ' εμαυτν, θα με ακοουν οι βασιλοπολαις, ταν τραγουδ, και θα εμβανουν εις τον "πιαντ" να ρχωνται, θα με γνεουν απ το παρθυρον να πηγανω κολυμβντας να τας ευρσκω.
     Βλπετε, με λα τα παθματ μου, την βασιλοπολαν δεν την βγαλα ακμη απ το κεφλι· και τοτο, διτι, ως επον, εχον απλυτον εμπιστοσνην εις τους λγους του παππο. Αυτς το δι' εμ ο πλον κοσμογυρισμνος, ο πλον πολπειρος νθρωπος. Και εν δεν βαζα καμμαν βασιλοπολα εις το χρι εδ, εντς της Πλεως, ο παππος θα με ωδγει επ τλους, πο ευρσκονται αυτας οι βασιλοπολαις, πο ερωτεονται τσον εκολα με τα ραφτκια. Διτι, δεν εναι δυνατν, ο παππος πρπει να ταις εδε, πρπει να ταις ηξερη· σως σως και θα ερωτεθηκε ο διος με καμμιν, αν και δεν το ο καμνος οτε ρπτης, οτε τραγουδιστς περφημος.
    ταν λοιπν κουσα την φωνν εκενην να καλ το νομ μου, εσκρτησα εξ αγαλλισεως, διτι τον η φων του Θμιου, του υπηρτου του παππο μου.
    Το δωμτιον, εν ειργαζμεθα, το "τζαμεκινιον", τουτστι μικρν ανγεων εκτισμνον, ως φωλε χελιδνος, υψηλ μεταξ δο θολοσκεπν αψδων, εις ας απολγουν αι περ την κεντρικν αυλν των χανων λιθκτιστοι στοα. Εις το ανγεων τοτο ανβαιν τις απ της στος δια στενς κλμακος στηριζομνης κατ το νω κρον εις αυτ το δπεδον, εφ' ο και εκαθμεθα εργαζμενοι. Μλις λοιπν παρλθε μα στιγμ, αφ' ης κουσα το νομ μου, και, πισθεν των σαθρν κιγκλδων της κλμακος τατης προβαλε πρτα πρτα η κεφαλ του αναβανοντος Θμιου. Το προασθημ μου επηλθευσεν, οι σοβαρο του Θμιου οφθαλμο ανεζτουν τιν μεταξ των συμμαθητν μου. Δεν επερμενα να με καλση· δεν επερμενα ν' αναβ την κλμακα ολκληρος, πως πεισθ, τι δεν με απατσιν αι αισθσεις μου. Ετινχθην απ της θσες μου ως αιχμλωτον πτηνν, το οποον ευρσκει απροσδοκτως ανοικτν την θραν του κλωβου του.
     «O παππος παλεει με τον γγελο! επεν ο Θμιος, εν ανβαινεν ακμη και χωρς τινος εισαγωγικς διατυπσεως. Ο παππος ψυχομαχ και σε γυρεει· λα, πμε γργορα. Γιατ, διες, αν δεν προφθξης, θ' αποθνη και θα μενουν ανοικτ τα μτια του».
    Και στηριχθες επ του "κεφαλοσκλου" ο Θμιος δωκεν εις τους λγους του μαν πρσθετον βαρτητα, νεσας προς εμ, ως νθρωπος στις δεν εχε καιρν να περιμνη.
    Δεν ηξερω εν τον ο τνος της φωνς, το σοβαρν του βλμματος, το περιεχμενον των λγων του το συντελσαν περισστερον εις την ταραχν μου. Ενθυμομαι μνον, τι πολλν ραν αφο εσιπησεν ο Θμιος, εγ ιστμην ακμη ακνητος και ενες, εις ην θσιν ευρθην καθ' ην στιγμν επρφερε τας πρτας του λξεις, και, ενθυμομαι τι υπ την επρειαν αυτν αλλεπλληλοι ριγηλα φρικισεις εκλνισαν τα νερα μου.
    Ο παππος παλεει με τον γγελον! Αυτ βεβαως δεν το καλ δουλει. Αλλ' ο παππος γυρεει και μνα. Αυτ τον ακμη χειρτερο! Αυτ θα ειπ πως ο παππος μοναχς του δεν ειμπορε να τα βγλη πρα με τον γγελο και με καλε να βοηθσω!
    Η παιδικ ατη σκψις μοι επλθε, διτι λλοτε εσυνθιζον να παλαω με τον παππον, αναρριχμενος επ της ρχεως και των υψηλν αυτο μων προ πντων οσκις τον κατελμβανον καθμενον επ του "μεντερου" του παρ την εσταν. Ο παππος κατ τους θορυβδεις εκενους αγνας εκηρττετο πντοτε ηττημνος και πντοτε με ανεγνριζεν ως ισχυρτερον, συνιστν με εις τους παρατυγχνοντας επισμως, ως τον "πεχληβνην" του, δηλαδ τον εξ επαγγλματος παλαιστν, ον οι πασσδες τρφουν συνθως τοιμον να παλαση προς τον στις θελε καυχηθ, τι εναι ο δυναττερος της χρας και, να τον καταβλη, να υποχωρση εις τον νικητν την θσιν του. Αφο λοιπν μετ τοσοτου κμπου φερον λλοτε τον ττλον εκενον, μοι εφνη πολ φυσικν, εν ο παππος, μη ηξερων τρα πς να "ξεκμη" μνος του με τον γγελον, προσεκλει εμ τον "πεχληβνην" του δια να τον βοηθσω να βροντξη τον αντπαλν του χαμα, δια ν' αναλβω, σως σως εγ αυτς τον φοβερν εκενον αγνα περ ζως και θαντου!...
    Και πς θα το καταφρω; Και πο θα παλασω με τον γγελον; επνω εις το μεντρι του παππο, μσ' στο μαρμαρστρωτο τ' αλνι;
    χι, χι, χι! Φοβομαι! Δεν βαστ!
    Και συνεκροοντο τα γνατ μου εκ τρμου, και κλινον να καθσω επιστραφες εις την θσιν μου. Αλλ' εκε εσυλλογσθην εξαφνης, τι αυτ τον η μνη ευνοκ περστασις, χι μνον ν' απαλλαγ απ τας χερας του μαστρου μου, αλλ και να προφθξω, ενσω το ακμη καιρς, να ερωτσω τον παππο, εις ποον μρος του κσμου συνντησε τας βασιλοπολας, περ ων ωμλει, ωσν να φαγε και πιε και εκουβντιασε μαζ των.
    Αλλ' ο μστορης; Να ιδομεν τ λγει και ο μστορης! Θα με αφση ρα γε να υπγω; Καλ, αυτς προ μιας ρας μς διεβεβαου, τι λοι οι μαθητα εμεθα αναπαλλοτρωτα κτματ του, και τρα θα με αφση να του ξεφγω; Ω, συμφορ μου! Αυτ πρεπε να σκεφθ πρτα πρτα!
    Ο μστορης, αφ' ης στιγμς ανλθεν ο Θμιος εις το δωμτιν μας, αφκε το ψαλδιον αυτο μετ κρτου επ του προ αυτο "τεζιαχου" και υψσας τας μεγλας αυτο διπτρας απ των οφθαλμν επ του ρυτιδωμνου μετπου του, εστριξε τας χερας προκλητικς επ των λαγνων και διετλει εξακοντζων απειλητικτατα βλμματα κατ του τολμσαντος να εισχωρση οτως εις το τυραννοκρατικν αυτο βασλειον, χωρς τινος προηγουμνης διατυπσεως. Οι συμμαθητα μου σαν πντες συγκεκινημνοι, ουδες μως ετλμησε να κινηθ, ν' ανακψη. Τατα πντα σαν κακο οιωνο: Βεβαως δεν θα με αφση ν' αναχωρσω.
     Ο παππος του παλεει με τον γγελο! επεν ο Θμιος τρα προς αυτν κρεμν τι μλλον τα καταιβασμνα του "μοτρα". Ο παππος του μας αφνει χρνια, κ' εγρεψε να διη το παιδ. Ξρεις, εναι η υστεριν του θλησι.
    Ο μστορης, του οποου η οργ εφανετo εις το πακρον κορυφωμνη, νοιγεν δη τα σπασμωδικς κινομενα χελη δια να βλασφημση, ως εσυνεθιζε κατ τας βιαας εκρξεις του θυμο του. Αλλ' η τελευταα φρσις του Θμιου, προφερθεσα μετ τινος μυστηριδους ευλαβεας και με παρηλλαγμνον τνον φωνς, ενργησεν ως μαγα επ του σκληρο, του απανθρπου εκενου γροντος. Το εξημμνον αυτο πρσωπον ημρωσεν ευθς, το προκλητικν του σματος παρστημα κατπεσεν εν ακαιρε, και, μετ' αγαθτητος, ην πρτην φορν βλεπα παρ' αυτ, τινε προς εμ την χερα του να την ασπασθ. Τοτο το δεια προς αναχρησν μου.
    Η σγχυσις και η απειρα με καμαν να πιστεσω εκενην την στιγμν τι ο Θμιος, πως ξευρε να δαμζη τους ατιθσσους του πππου μου ταρους δια της στεντορεας φωνς και των χαλυβδνων χειρν του, οτως εχε την μυστηριδη δναμιν να επδη μακρθεν εξημερν την θηριωδαν του αγριωτρου μαστρου. Εξ σων μως συμπερανω σμερον την απροσδκητον εκενην μεταβολν προεκλεσεν η κοινι οφειλομνη προς τους αποθνσκοντας θρησκευτικ ευλβεια.
    Εναι αληθς θαυμαστ η προθυμτης και η ευσβεια, μεθ' ης και ο δυστροπτερος των ανθρπων υπακοει παρ' ημν εις την τελευτααν επιθυμαν των αποθνησκντων. Δεν ηξερω εν πιστεεται, τι οι μη συντεναντες προς εκπλρωσιν αυτς προκαλοσιν εφ' εαυτν των την του ουρανο δυσμνειαν. σως κατ την φιλοσοφικωττην ηθικν του λαο αποφεγει καστος να πρξη ,τι δεν επιθυμε να συμβ εις αυτν. Το ββαιον εναι, τι η αποδημοσα ψυχ εφ' σον χει ακμη επιθυμαν τιν ανεκπλρωτον, δεν δναται ν' αποσπασθ του ξνου πλον αυτ σματος και αναχωρση, αλλ τριγυρζει γογγζουσα και παραπονουμνη επ των χειλων του ψυχορραγοντος· φρικτν δε θεωρεται και στιγματζεται ως ασβεια, εν οι συγγενες και οικεοι δεν σπεδουν να πρξωσι παν το επ' αυτος, πως ετοιμσωσιν συχον και ευχαριστημνην την αναχρησιν της ψυχς απ να κσμον, εις τον οποον δεν ανκει μεν πλον, μετ του οποου μως την συνδει ακμη η τελευταα της επιθυμα. Εκ της εκφρσεως μλιστα, ην λαμβνει το πρσωπον του νεκρο, αφο εκπνεση, δναται ν' αποφανθ τις αλανθστως, εν τοτο εγνετο χι.
    Εκ τοτου συμβανει, να λαμβνωσι χραν παρ την κλνην των θανατιντων σκηνα συγκινητικταται, σπαραξικρδιοι ενοτε. Εδ ο σωτος υις, η απερσκεπτος κρη, ων η ελαφρ διαγωγ εξοργσασα τον αυστηρν πατρα, απκλεισεν αυτος απ της ολομελεας του οκου, συνιστνται υπ της ολιγοδρανος πλον μητρς των εις την επιεκειαν του πατρς, στις ολολζων τος ανογει πλιν φιλοστργως τας αγκλας, εν μσω των θαλερν δακρων των παρισταμνων. Εδ η ανκαθεν μισητοττη παρ τοις λλησι μητρυι εμπιστευομνη παρ του ψυχορραγοντος πατρς εις την στοργν του εκ της προτρας συζγου τκνου του, ευρσκει παρ' αυτ την θερμοτραν, την μλλον αφωσιωμνην περθαλψιν. Εδ συμβιβζονται μακρα οικογενειακα διχνοιαι· εξαλεφονται πουλα μεταξ αδελφν μση· διαλονται χθραι και αυτα αι θανασιμτεραι μεταξ συγγενν και οικεων. Εδ τλος πντων, τα μλη της οικογενεας, μχρι και αυτν των απωττων, συνρχονται απ των περτων της χρας επ το αυτ, ουχ εκ χαιρεκκου, εξ ασεβος προσδοκας υλικς κληρονομας, αλλ διτι αι ψυχα αυτν συνδεδεμναι υπ της φσεως στεντερον προς την αποδημοσαν παρξιν, λκονται ορμεμφτως να συναντηθσιν τι παξ μετ' αυτς, ενσω ευρσκεται ακμη πλησον των, εν των επιγεω κσμω, ν' ανταλλξωσι μυστηριωδς το τελευταον πνευματικν αυτν φλημα.
     Διτι, ποος δεν το βλπει; Η ψυχ, η ανιπταμνη εν μσω των ευχν και των ευλογιν των, υπγει εκε, που ευρσκονται τα προαποθανντα μλη της οικογενεας. Ο αποχωρισμς λοιπν οτος ο μερικς, εναι γενικ συνντησις μετ των ψυχν εκενων, εναι μμεσος προς τους νεκρος συγκοινωνα των ζντων. Η αποδημοσα ψυχ θα ευρεθ μετ' ολγον εν τω μσω των φιλττων αυτν εις τας υπερκοσμους χρας, και θα περικυκλωθ υπ' αυτν ερωτωμνη, εν εδε, και πς εδε τους επ γης αγαπητος των. Δεν πρπει λοιπν να λεπη απ της κλνης του αποθνσκοντος οικεου ο μη ν μοιρος και της εσχτης προς τους νεκρος του ευσεβεας και στοργς. Εν τις εκ των οικεων, ασθενν βαρως, ευρισκμενος πολ μακρν εις τα ξνα, δεν ειμπορε να παρευρεθ κατ την τελευτααν εκενην συνντησιν, οι παρντες αποφεγουσιν επιμελς να κμωσι μνεαν του ονματς του, μη τυχν ακοσας επιθυμση ο ασθενς να τον δη. Διτι ττε, εν ο ποθομενος δεν προφθση να λθη, θα μενουν οι οφθαλμο του νεκρο ημκλειστοι προσδοκντες την φιξν του, και ταν ακμη η εν αυτος ζω προ πολλο απεσβσθη.
    Ιδο τ εννει κυρως ο Θμιος λγων προς εμ τι, εν δεν προφθξω, θ' αποθνη ο παππος, και θα μενουν ανοικτ τα μτια του. Δια τοτο, ταν παρλθεν η πρτη εκενη σγχυσς μου, τε, λαβν την δειαν προς αναχρησιν, εξλαυνον, εκ του "Εδιρν-Καπουσο" της Κωνσταντινουπλεως, χι επ χρυσοχαλνου "ατου", αλλ' "οπισωκπουλα" επ του αυτο μετ του Θμιου καμηλοψος ππου του παππο μου, και σφγγων αμφοτραις ταις χερσν αντ της ξανθς βασιλοπολας, ην μελλον να οδηγσω εις την καλβην του πατρς μου, την ερυθρν του Θμιου ζνην, εκ φβου μπως ολισθσας κατακρημνισθ απ των ισχνοττων οπισθων του ζου, περ ουδενς εφρντιζον, περ ουδενς ανησχουν τσον, σον περ του μπως δεν προφθσωμεν εγκαρως εις το χωρον, και αποθνη ο καμνος ο παππος, και απομενουν ανοικτ τα μτια του.
    Ο μακροσκελστατος εκενος ππος τρεχεν σον επτρεπεν εις τα γηρατεα του το διπλον αυτο φορτον αφ' ενς, η ελεειν των οδν κατστασις αφ' ετρου. Εν τοτοις ο δρμος ον πρεπε να διανσωμεν το μακρς και ο Θμιος αφκε τον παππον, απ της προχθς δη, ετοιμοθνατον. Καθ' λον αυτ το διστημα ο παππος δεν ειμποροσε βεβαως ν' αντχη παλαων με τον γγελον. Τα εννενκοντα οκτ χρονκια του εχον κυρτσει προ πολλο δη το λεβντικν του ανστημα. Ββαια, ββαια! Ο γγελος θα μου τον εξαπλση τον καμνον χαμα, πριν τον προφθξω, και θ' αποθνη ο παππος και θα μενουν ανοικτ τα μτια του!
    Ο Θμιος, στις δεν μοι απτεινε τον λγον, ει μη οσκις ενθυμετο να μ' ερωτση εν κθημαι ακμη εις τα οπσθια του ππου, φανεται τι κατεχετο υπ των αυτν μετ' εμο σκψεων, διτι δεν παυε μαστζων τον ππον δια να τρχη σον το δυνατν ταχτερον.
    Υπ τοιατας περιστσεις δεν το απθανον να ερωτση μετ' ολγον, χωρς να υπρχη πλον κανες επ των οπισθων του ππου να τω απαντση. Ο Θμιος το υπωπτεθη εγκαρως κατ' ευτυχαν. Εξεζσθη λοιπν ν μρος της πολυγρου ερυθρς του ζνης και το ετλιξε δο τρεις φορς περ εμ και περ την μσην του συγχρνως. Τοιουτοτρπως προσηρτημνος πλον ασφαλς εις αυτν, ως εν μην κανν ψυχον παρρτημα, εξ σων φρουν οι χωρικο συνθως εσφιγμνα περ την ζνην των, εξηκολοθησα το φανταστικν εκενο ταξεδιον, του οποου τας εντυπσεις ποτ δεν ελησμνησα.
    το φθινπωρον και ρχιζεν δη να καλονυκτνη· ψυχρο πλον οι νεμοι εσριζον δια των αραιν του δσους δνδρων, ταρσσοντες τον ριγηλν πνον των ημιγμνων αυτν κλαδων, αφ' ων, κλαυθμηρς γογγζοντα, εστροβιλζοντο επ του εδφους αναρθμητα φλλα. Κατ τοιατας νκτας, η εκ διαλειμμτων πισθεν θολερν συννφων προφανουσα σελνη, αυξνουσα την αγραν μελαγχολαν της Φσεως δια των ωχρν, των "νεκροχλμων" αυτς επιχρσεων, αντ να παρηγορση, πληρο την καρδαν του οδοιπρου αορστων φβων και επανειλημμνων φρικισεων. Την αγριτητα του ημετρου ταξειδου επηξανεν η ανμαλος ταχτης, μεθ' ης ο υψηλς ημν ππος παρλαυνεν μπροσθεν των εκατρωθεν της οδο αντικειμνων, πριν προφθσω να διακρνω τα αμφβολ των σχματα προς καθησχασιν της υππτου καρδας μου. Η διαρκς και επσημος σιγ του Θμιου, το απρομελτητον της οδοιπορας, ο σκοπς, δι' ον ατη εγνετο, ο τρπος της φανταστικς εκενης ιππασας, εν η κατ μεν το μισυ εκρεμμην απ της ζνης του Θμιου κατ δε το μισυ ελικνιζμην επ των οπισθων του ππου, τατα πντα εν εκρτουν την παιδικν μου καρδαν εν διαρκ ανησυχαν, εξπτον την φαντασαν μου μχρι παραισθησας.
    Δεν νομζω να ητνισα κατ την νκτα εκενην παραδξους συμπτσεις νεφν, των μεν επ των δε φερομνων υπ του ανμου, χωρς να τα συμπληρσω τη βοηθεα του σεληνιακο φωτς και της προκατειλημμνης φαντασας εις πελριον σμπλεγμα παλαιστν αγωνιζομνων τον υπρ των λων κνδυνον. Ο ες με το λευκν και πολπτυχον αυτο εσβρακον ανεμιζμενον εις τον αρα, με τα ευρα, τα κεντητ "μανκια" του υποκαμσου του τον αναμφιβλως ο παππος μου. Ο τερος με την μακρν και λυτν αυτο κμην κυμαινομνην, με τας λευκς επ των μων πτρυγας, με τον φολιδωτν του θρακα περ το στθος και την φλογνην ρομφααν εις την γυμνν δεξιν του, αυτς το βεβαως ο γγελος. Τσας φορς τον εχον ιδε επ της αριστερς θρας του αγου βματος εν τη εκκλησα του χωρου μας.
    Ο καμνος ο παππος! Πς θα τα βγλη πρα με τσον φοβερν αντπαλον!...
    Οσκις, απηυδημνος πλον εκ τε του κπου και της υπερβολικς εντσεως των νερων, κλινον την κεφαλν επ του μου και κλειον τους οφθαλμος, ωνειρευμην τον παππον μακρν μακρν εξηπλωμνον χαμα εις την "σλαν" της γιαγις, μσα εις το ζωγραφημνον σβανον, το οποον τω εχε φρει εξ Ιερουσαλμ, με την εικνα του Σωτρος επ του στθους αυτο, με τα κτρινα κηρα κολλημνα εις τα κοκκαλιασμνα δκτυλα των εσταυρωμνων χειρν του. Βασιλικς, θρμβος, ελχρυσος, μυροφροι και σα λλα νθη εναι θος να κοσμσι τους γροντας νεκρος, εκλυπτον τον παππον απ της μσης και κτω· τα θυμιατ και δο λαμπδες καιον εστημναι υψηλ εκατρωθεν της κεφαλς του και μεταξ των λαμπδων τοτων κυπτεν, επ σκαμνου καθμενον παιδον του σχολεου, αναγινσκον μεγαλοφνως το ψαλτριον και φρον επιδεικτικς την προκαταβεβλημνην αυτ αμοιβν επ του μου: κκκινον κεντητν μανδλιον με να κμβον εις την κραν.
     Το προσκεφλαιον του παππο το το μισυ του μεταξωτο εκενου προσκεφαλαου, το οποον τσας φορς μς δειξεν υπερηφνως η γιαγι, λγουσα, τι αυτ το το μαξιλρι, επ του οποου προ εννενκοντα περπου χρνων επτησεν αυτ και ο νοικοκρης της, ταν εστεφαννοντο εν τη εκκλησα. Τα πργματα με τα οποα το γεμισμνο το προσκεφλαιον του παππο, σαν το μισυ αυτν εκενων, των αγνωρστων πλον τρα, ανθων και λουλουδων, με τα οποα τους ρρανον οι παρευρεθντες ως νεονμφους κατ την ξοδον αυτν απ της εκκλησας. Τα οξα των θρηνωδν μοιρολγια, ικαν να κινσωσιν εις δκρυα και αυτν τον απαθστατον νθρωπον, παρστων τον πππον μου, ως τον μλλον αγαθν, τον μλλον ενρετον νθρωπον.
     Διατ λοιπν η κεφαλ του δεν αναπαεται επ του προσκεφαλαου εν ησυχα; Επ της μορφς αυτο διατ δεν βασιλεει η αγα ημερτης, η βαθως ονειρευτικ εκενη κφρασις η συνθης επ των εν ειρνη δια παντς κεκοιμημνων γερντων; Επ των πελιδνν αυτο χειλων ψιθυρζει, νομζεις, θλιβερτατον παρπονον! Yπ τας λευκς και πυκνς αυτος οφρς οι οφθαλμο του χνουσι λμψιν θαμβο κρυστλλου, ανοικτο, ατενες προς την θραν της οικας! Ποον περιμνει; Ποον εκ των αγαπητν του επεθμει λοιπν τι να ιδ, και απθανεν ο καμνος ο παππος και μειναν ανοικτ τα μτια του;
    Και εξπνων τεταραγμνος εκ της φρκης του ονερου, και ρθωνα ολγον τον μαργωμνον μου λαιμν και κλινον την κεφαλν προς το αντθετον μρος αποκοιμμενος εκ νου.
    Εκε μοι εφανετο, ωσν να επρασε πολ καιρς, αφ' του απθανεν ο παππος, ωσν να τον εχον θψει πλον εις να τφον μπροσθεν της εκκλησας. Ο τφος τον αυτο νεοσκαφς, αλλ' ο παππος δεν κειτο μσα εις το "κιβορι" του· εκθητο επ του χματος, ακουμβημνος εις τον λευκν, τον λθινον σταυρν, υπ το φως της σελνης. Εις τον πδα του σταυρο καιε μικρς λχνος και εκπνιζε θυμιατριον· παρκει υπρχε μικρν μελχριστον "τσουρκιov" και πλινον αγγεον γεμτον εκ μαρου παλαιο ονου. Αλλ' ο παππος με την κουλοροειδ αυτο "σερβταν" χαμηλ περ το μτωπον, με τα λευκ του οφρδια καταιβασμνα, δεν εφανετο ευχαριστημνος απ' αυτ, δεν εχεν ρεξιν να τα εγγση· αλλ' εκρτει το θλιβερν του βλμμα προσηλωμνον εις τον δρμον και βλεπεν, βλεπεν, βλεπεν, ωσν να επερμενε καννα να λθη μεθ' ολονν αυξοσης ανυπομονησας. Εκε ξαφνα, ωσν να εξηντλθη πλον η υπομον του, ο παππος ετινχθη εκ της θσες του, υψηλς υψηλς, και μαζ με αυτν εσηκθη και ο σταυρς, εφ' ο εστηρζετο, ο οποος μως δεν το πλον ο σταυρς αλλ' αυτ εκενο το λευκν, το καμηλοψς του παππο λογον, επ του οποου επστρεφον εγ εις το χωρον, ασλωτον, αχαλνωτον, υπρ ποτε ισχνν και αγριωμνον. Ο παππος επδησεν επ της ρχες του, και ο ππος ερρφθη μανιδης εις τον αρα, με φλογδεις οφθαλμος, με τεταμνους αχνζοντας ρθωνας, με την χατην ατκτως κυμαινομνην. ππος και αναβτης εφανοντο τρχοντες προς εμ μετ' απεριγρπτου εκφρσεως οργς και εκδικσεως. Αλλ' εν αμφτεροι εφροντο εις τον αρα, εγ κουον τους κρτους του καλπζοντος ππου και υφιστμην τους εκ των βημτων αυτο κλονισμος, ως εν εκαθμην εγ επ των ντων του. Η μεγλη του παππο "σερβτα", ξεσφιχθεσα κατ το ν κρον και εκτυλιχθεσα, εσεετο αναπεπταμνη εις τους ανμους και καθιστσα την εμφνισν του τσον φανταστικς φρικδη, στε εφ' σον με προσγγιζεν, οτως φιππος, επ τοσοτον ηξανεν η στενοχωρα μου, συνεσφγγετο η καρδα, ιλιγγα ο νους, εξλιπον αι αισθσεις μου. Δο τρεις φορς εδοκμασα να φωνξω βοθειαν, να ζητσω λεος, αλλ' η φων μου το κρατημνη. τε δε υπ το κρτος καταπληκτικς αγωνας εξβαλον ισχυρν κραυγν φρκης, ττε μοι εφνη, τι εσηκθη απ το στθος μου μα μεγλη μυλπετρα. Διτι, εξπνησα.
    Περιττν να επω τι μετ τοιατας συγκινσεις δεν ετλμησα να νυστξω εκ νου. 'Αλλως τε τον δη περ τα εξημερματα και ενμιζον να εισλθωμεν μετ' ολγον εις το χωρον.
    Εν τοτοις, ταν εξεπεζεσαμεν προ της οικας του παππο, εχε παρλθει και η μεσημβρα. Ο Θμιος, χωρς να προφρει λξιν, διηυθνθη προς τους σταλους δια να περιποιηθ τον αποκαμντα ππον. Εγ εισλθον εις το πλακστρωτον κατγειον, ανοξας αθορβως την θραν. Βαθεα σιωπ επεκρτει αν την οικαν. Αλλ τα πντα περ εμ σαν αμετβλητα· η αυτ, ως και λλοτε, καθαριτης παντο, η αυτ τξις, η αυτ ακρβεια περ την τοποθτησιν ενς εκστου οικιακο σκεους, μχρι και αυτο του δια ποικιλοχρων τσοχνων λωρδων κεκοσμημνου σαρθρου. Μνον τα υποδματα του παππο, τα πντοτε ξεσκονισμνα και "γλαμπερ", μνον αυτ δεν ευρσκοντο με τας μτας αυτν εστραμμνας προς την ξοδον, προ της θρας του δωματου, εν συνθως διημρευεν ο γρων. Η λλειψις ατη καμε την οικα να φαν εις τους οφθαλμος μου κεν, ρημος, εγκαταλελειμμνη. Ο παππος λειπεν! Και επειδ δεν ηδυνμην να υποθσω, τι λειπεν εις κανν ταξεδιον, θλιβερν προασθημα ανεββασε τα δκρυα εις τους οφθαλμος μου...
    ξαφνα εκ του βθους του κατωγεου προς τα δεξι, που τον η θρα του κελλαρου ανοικτ, κουσα γογγζουσαν την φωνν της γιαγις μου. Παρβαλον το ος και ηκροσθην. Η γιαγι εγγγιζεν, ως συνθως, καλοθτουσα τα σκεη και μαλνουσα εν τω μεταξ πρς τινα.
     Ε; Θλεις να σε θρφω; Θλεις να θρφω "μοχτη", μωρ "τεμπλη"; Αμ' τα κουλ σου γιατ σε τδωσ' ο Θες; Για να λογυρνς καταπδι μου; 'Αιντε, πνε να δουλψης "χαμαν", γιατ τρα σε τινζω την γονα σου α! 
    Και εκ του κρτου, τον οποον καμνον οι "χαλντζαις" (υψηλτατα τσκαρα) αυτς επ των πλακν του εδφους, εσυμπραινα τι τρεχε κυνηγοσα τινα προς πραγματοποησιν της απειλς εκενης. Εκε εξρμησε της θρας του κελλαρου τρχων πσαις δυνμεσιν ο γτος της οικας, με την ουρν υψηλ σηκωμνην και με μαν κφρασιν των οφθαλμν, ως εν θελε να επη και εις εμ «ο σζων σωζτω την εαυτο ψυχν!»
    Ω! εσκφθην κατ' εμαυτν ο καμνος ο παππος απθανε, και η γιαγι, αφο δεν χει πλον με ποον να τα βλη, μαλοκοπιται με τον γτο της!
    Εκε προβαλε και η γιαγι, γογγζουσα μεν πως πντοτε, αλλ με τον βραχονα υψωμνον και με το "γλιτρι"* εις την χερα της.
    Δεν θα λησμονσω ποτ την κφρασιν του προσπου και την στσιν του σματος αυτς, ταν με εδεν οτως απροσδοκτως εν τη οικα.
     Εγο! ανεφνησεν η γιαγι, μετ τινας στιγμς αφνου εκπλξεως, και αφκε το γλιτρι να πση χαμα, και εκτπησε δι' αμφοτρων των χειρν τα γνατ της. πειτα, οτω προκεκλιμνη με τας χερας επ των γοντων, με ητνισεν εκ νου διαποροσα και, ως εν εκοινολγει το πργμα προς την καρδαν αυτς λθε το Ξειδερ μας! επε μετ' αληθος αγαλλισεως.
    Εγ ρμησα να χυθ εις τας αγκλας της. Αλλ' η γιαγι, συνοφρυωθεσα αφνης και παρατηροσα προς εμ, ως εν αμφβαλλε τρα περ της ταυττητς μου,
     Αμ' απ πο ρχεσαι μωρ πολλακαμνε; επεν επιπληκτικς προσβλπουσα. Ε; απ πο ρχεσαι! Απ το φεγγρι ρχεσαι; μπως φαγες λο το θειφι των Εβραων και λθες να μου φρης ττοια κτρινα μοτρα; Εγο στην ντροπ! Εγο που να κατακγεσαι, φνισσα! Εγο, εγο, εγο! Μωρ' τ στκεις αυτο σαν κρεμασμνος; Ε; τ στκεις αυτο! Πισε να φρης λγο νερ γργορα!
    Και λαβοσα η γιαγι μου, μοι ενεχερισε μαν λαγναν εις εκατραν των αδρανς κρεμαμνων χειρν μου. Τας λαβον μηχανικς αλλ δεν εκινθην.
    Εγνριζον, τι ουδες ποτε υπερβη το κατφλοιον της γιαγις χωρς ν' αγγαρευθ, παρ' αυτς ες τινα υπηρεσαν. Ηξουν μως, στερον απ τον τρπον καθ' ον, και τον σκοπν δι' ον ανεκαλομην εκ Κωνσταντινουπλεως, να πληροφορηθ τ απγεινεν ο καμνος ο παππος κατ τον μεταξ του αγγλου και αυτο αγνα. Ιστμην λοιπν αυτο, κρατν τας λαγνους ακουσως και απορν πς να θξω το ζτημα τοτο, μετ την συμπεριφορν της συζγου του και την υποδοχν, τις εγνετο εις εμ τον επκουρον. Αλλ' η γιαγι, μη συνηθισμνη εις τοιατας αναβολς των προσταγν της,
     Τ στκεις τσι, μωρ "Σαψλη"; Ε; τ στκεις τσι! εφναξεν. Φοβσαι να μην πσουνε τα νεφρ σου; Ου! που να κατακγεσαι, που μου θελες και πουκμισο με κολρο! Aχρημτιστε! Πολλακαμνε! Aκαμτη!...
    Η γιαγι, εις τοιατας περιστσεις, ωμοαζε με τους μηχανισμος εκενους, οι οποοι, ταν παξ χορδισθσι, πρπει να παξωσι πλον την μουσικν αυτν μχρι και του τελευταου τνου. Διαφορ υπρχε μνον εν τοτω, τι την μουσικν της γιαγις ουδες υπμεινε να την ακοση ποτ μχρι τλους. Μλις λοιπν προελγισεν εκενη ως ανωτρω, εγ σφιγξα τας λαγνους και σπευσα ν' απλθω διευθυνμενος προς την βρσιν. Η υπακο μου εν τοτοις δεν σχυσε να την διακψη. Η γλσσα της γιαγις εξηκολοθησε τον σκοπν αυτς τς οδε πσην ραν και μετ την αναχρησν μου, διτι, ταν επστρεψα εγ, εκενη εγγγιζεν ακμη πολ ισχυρτερον, παρ' τι καμνε συνθως χωρς τινος αιτας. Δια τοτο, ταν λαβοσα τας γεμτας λαγνους εκ των χειρν μου, αντικατστησεν αυτς δια δο κενν, δεν εσκφθην να διστσω ποσς, αλλ' δραμον προς την βρσιν προθυμτατα τρα, να την εξιλεσω.
     Πο εναι ο παππος, γιαγι; Ηρτησα ευλαβς, επιστρψας μετ' ολγον και ευρν αυτν εις τα καλ της, πιθανς διτι δεν υπρχεν λλη τις εργασα πρχειρος δι' εμ.
     Αμ' πον' τος γι; πον' τος! ανκραξεν εκενη, χορδισθεσα τρα επ λλου τνου: Επγε και με φηκε! Ο "χαμανς"! Ο "τεμπλαρος"! Ο αχρημτιστος! ο ακαμτης! και οτω καθεξς ο... ο... ο... μχρι τλους.
    Η γιαγι εσκφθην κατ' εμαυτν θα χη την απατησιν να βγανη ο παππος απ τον τφον να κμνη τας εργασας μ' σας τον επεφρτιζεν εν σω ζη, και το εσπρας να γυρζη πλιν οπσω εις τον λκκον του!
     Τρα που δεν χει δουλει, τ να κμνη ρα γε ο καμνος ο παππος; επον πειτα χαμηλοφνως και τρπον τιν προς εμαυτν διαλεγμενος.
     Αμ' λιζεται! Υπλαβεν η γιαγι χορδιζομνη εις υψηλτερον τνον. Λιζει την κοιλι του! Ο ψωμοκαταλτης. O χαραμοφς. O ανξιος! ο... ο... ο... πλιν μχρι τλους.
    Περεργον πργμα! εσκφθην εγ. ς και στον λλον κσμο τον παραφυλγει τον νθρωπο, για να ξερει τ κμνει!
     Και πο την λιζει την κοιλι του, γιαγι; Ηρτησα τρα μετ δειλας, διτι την υπθεσα ικανν να ηξερη και αν ο παππος λιζεται εις το θλπος του Παραδεσου εις τον κασωνα της Κολσεως.
     Αμ πνου στην "Μπαρα"! Εφναξεν εκενη εξαφθεσα και πλιν. Πνου στην Μπαρα! Δεν τον ξερεις; Τον σαχλι! Τον "σουρτοκη"! Τον "χουλοζη"... Τον... Τον... Τον... Τατην την φορν δεν επερμενα να τελειση. Εξδραμον της οικας χωρς να επω λξιν.
    Η "Μπαρα" εναι το προς βορρν της οικας του παππο μγα βραχδες ψωμα, εφ' ο λλοτε τον εκτισμνη η ακρπολις του τπου, νυν δε υψοται επ των πελασγικν αυτς τειχν το τουρκικν διοικητριον και οικαι τινς των εγκρτων οθωμανν, γραφικτατον παρχουσαι θαμα εν τη ποικιλα των χρωμτων και τη ανωμαλα του ρυθμο αυτν. Τα οικοδομματα τατα προστατεοντα την μεσημβρινν του υψματος πλευρν απ των βορεων και των ανατολικν ανμων και συγκεντροντα και αντανακλντα τας ελευθρας του ηλιακο φωτς ακτνας, παρχουσι θαλπερν προ αυτν καταφγιον και κατ' αυτν ακμη τον χειμνα.
    Ο παππος, οσκις εβαρνετο πλον τα συναξρια της γιαγις υπεξκλεπτεν εαυτν επιτηδεως και ανερριχτο το ναντες εκενο βρχωμα, πως καθση επ τινας ρας υψηλ εις τον λιον. Την εκλογν της θσεως την εδικαιολγει διαβεβαιν ο παππος τι μαζ με το θλπος εκε επνω απελμβανε και το μαγευτικν θαμα του πανορματος της χρας.
    λος ο κσμος εν τοτοις εγνριζεν τι ο παππος ανβαινε τσον υψηλ, διτι νεκα των ρευματισμν της η γιαγι μνον αυτο επνω δεν ειμποροσε να αναβ δια να τον περιμαζεση.
    Εκε επνω λοιπν, εις το υψηλτατον μρος της ακροπλεως, σπευσα ν' αναβ, κ' εκε, επ της συνθους, της γνωστς αυτο θσεως, εδον τον παππον καθμενον εις τον λιον με την κουλοροειδ αυτο "σερβταν" περ την κεφαλν, με το λευκτατον αυτο εσβρακον. Το τσχινν του σαλιβριον, δεν τω επτρεπε η γιαγι να το φορση ει μη μνον κατ τας εορτς και την ημραν του ονματς της. Εις τας χερας του εκρτει ο παππος μαν κλτσαν της γιαγις υποθτω πλκων αυτν με μεγλας πυξνας βελνας, τας οποας τσον επιτηδεως ξευρε να κατασκευζη και να χειρζηται. Επ μαν στιγμν ενμισα τι ονειρεομαι ακμη.
    Αλλ' υπ τους σπεδοντας πδας μου κυλιμενα τα χαλκια και τα χματα του ανωφερος εδφους προεκλεσαν την προσοχν του γροντος. Μλις εσκωσε το βλμμα απ του εργοχερου του και με ανεγνρισε:


                                Γεωργκη μου, ποιν αγαπς
                                κι ολημερς την τραγουδς;


    Αυτ το το δστιχον, δι' ο με υπεδχετο πντοτε με ανοικτς τας αγκλας ο αγαθτατος γρων.
    Αυτ δεν το πλον απτη. Δεν το φντασμα. Ο παππολης εβρντηξε τον γγελον χαμα και την "εσκαπολισεν"! εσκφθην κατ' εμαυτν. Τ χαρ! Τ αγαλλασις!...
     Επγες εις την Πλη, ψυχ μου, επεν ο παππος, ταν ετελεωσαν αι περιπτξεις και τα φιλματα, και εστγνωσαν τα δκρυ μου. Επγες εις την Πλη. Εδες πολν κσμον!
     Ναι, παππο. Εδα την Συληβρι με το Παραπρτι αψηλ αψηλ και με κτι μλους που χουν φτερ και γυρζουν με τον νεμο!
     'Ας τ' αυτ! Επεν ο παππος. Επρασες απ την χρα, που ψv' ο λιος το ψωμ; Και εδες τους Σκυλοκεφλους;
     χι, παππο! Δεν τους εδα. Πο εναι αυτο οι Σκυλοκφαλοι;
     Ν, κομμτι παρ' εδ απ την χρα, που ψν' ο λιος το ψωμ. Επεν ο παππος, σημειν το "παρ' εδ" εις τον ορζοντα δια δεικτικς χειρονομας, ως κμνουν οι γεωγρφοι, σοι επεσκφθησαν τα μρη περ ων διδσκουσι.
     Απ' εμπρς εναι νθρωποι, εξηκολοθησεν ο παππος, και απ πσω σκλοι. Απ' εμπρς μιλον και απ πσω γαυγζουνε. Απ' εμπρς σε καλοπινουν και απ πσω σε τρνε! Γι' αυτ, ψυχ μου, καλλτερα που δεν επγες.
     Ω! ββαια καλλτερα! επον εγ. Καλλτερα που δεν μ' φαγαν κι επγα στην Πλη με το κακι. Να ιδς δα, παππο, και την θλασσα! τσι ς πνου γεμτη νερ! και μσα στο νερ τα κακια. Φσσσσσσσ! Φσσσσσσσ περπατον με τα πανι φουσκωμνα!
     'Ας τ' αυτ! Επεν ο παππος πλιν. Επρασες απ της θλασσας τον αφαλ και εδες το νερ που γυρζει γρω, γρω, γρω, σαν που γυρζ' η γιαγι σου η Χατζδενα την ρμη στην "μπακρα", και γνεται μια τρπα μσ' στην μση;
     χι, παππο, δεν το εδα!
     Ωχ! ψυχ μου! Δεν εδες τποτε λοιπν!
     Και πο εναι αυτ, παππο;
     Αυτ εναι, τσι κομμτι παρ' εδ, επεν ο παππος δεικνων εις τον ορζοντα δια της χειρς εκε που ευρσκεται και η Φκια, η μνα τ' Αλεξνδρου. Αυτν την εδες καν την εδες;
     χι, παππο! δεν την εδα!
     Αχ! ψυχ μου, ανεστναξε βαθτερον ο παππος, τποτε δεν εδες! τποτε!
     Και πς εναι η Φκια, παππο;
     Ν τσι επεν ο παππος χειρονομν οτως, ως εν εχεν την Φκιαν ενπιν του και μοι ριζεν ανατομικς τα μλη της. Απ τον αφαλ και πνου εναι η εμορφτερη γυνακα, απ τον αφαλ και κτω εναι το φοβερτερο ψρι. Κθεται στον πτο της θλασσας. Μα κε που σκιαχθ καννα καρβι που περν απ πνω, κμνει μα χοπ! και βγανει στην επιφνεια· κμνει μια χαπ! και αρπζει το καρβι με το χρι της και το σταματ. Απα, φωνζει τον καπετνο και τον ερωτ: Αλεξανδρος ο Βασιλες ζη και βασιλεει; Τρεις φορας τον ερωτ, ψυχ μου, και τρεις φορας ο καπετνος σαν της ειπ πως ζη και βασιλεει, τον αφνει και πγει στην δουλει του. Σαν της ειπ πως δεν ζη, τον βουλ και τον πνγει!
    Και αναποδσας την κλτσαν της γιαγις και σεσας αυτν οτως, στε να πση το εντς αυτς κουβριον, μοι δειξε πς ναυαγον τα πλοα ο παππος, και Γιαυτ επρσθεσε καλλτερα, ψυχ μου, που δεν την εδες.
     Ω ββαια καλλτερα, παππο! Γιατ, διες, πς θα επγαινα στην Πλη σαν ιπνγομουν; Να ιδς δα παππο, τ μεγλη που εναι η Πλη, και τ λογς λογς νθρωποι που εν' αυτο και χανομισσαις και βασιλοπολ...
     'Ας τ' αυτ!!! δικοψεν ο παππος πλιν, ως εν ωμλουν περ πραγμτων κοινν και τετριμμνων. Εδες τον τπο, που εναι οι νθρωποι οι μαρμαρωμνοι;
     χι, παππο! Δεν τον εδα!
     Αχ! ψυχ μου. Τποτε δεν εδες, στην ζω σου, τποτε!
     Και πο εν' αυτ παππο;
     Αυτ, επεν ο παππος ως νθρωπος συγκεντρν την μνμην του, αυτ εναι βαθει μσα σ' να δσος. Μσα σ' να σπλαιο. τσι καθς μβης απ' αυτν την μερι, βλπεις λους τους ανθρπους που γειναν μρμαρο. Γιατ αυτο μσα εναι μια μγισσα, που ποιον διη πως περν, και τον αγαπση, τον παραπλαν να μβη αυτο μσα και τον κμνει μρμαρο και τον χει αυτο πρα στημνο, για να μη της φγη. ποτε θλει αυτ, παρνει το αθνατο νερ και του στζει τρεις κμβους επνω στην κορφ, και εκε στην στιγμ το μρμαρο μαλακνει και γνεται νθρωπος εμμορφτερος απ πρτα. Ττε κθεται και τργει και πνει και διασκεδζει μαζ του· σαν διασκεδση κ' στερα, μια τον βλπει καλ καλ στα μτια και τον κμνει πλι μρμαρο. Γιαυτ, ψυχ μου, καλλτερα που δεν την εδες!
     Ποτ δεν αμφβαλον τι ο παππος μου το πολπειρος, κοσμογυρισμνος νθρωπος. Αλλ' οπωσδποτε επστρεφον και εγ απ το μακρτερον μετ τον 'Αγιον Τφον ταξεδιον, απ την Πλιν. Εχον ιδε τσα και τσα πργματα. Ενμιζον λοιπν, τι φερον μετ' εμαυτο αφηγητικν λην, ικανν να ενασχολση επ τινας τουλχιστον ημρας την προσοχν, αν ουχ τον θαυμασμν του γροντος. Αλλ' τε τον κουσα να προφρη οτως ακαταδκτως και περιφρονητικς εκενο το «'Ας τ' αυτ!», να διακπτη τα σπουδαιτερ μου θματα, ως εν σαν μηδν δι' αυτν, και να αντικαθιστ τατα δι' ιδων τσον θαυμαστν, τσον αγνστων εις εμ διηγημτων, παιξα κατησχυμνος υπ το μγεθος της ανεξαντλτου κοσμογνωσας αυτο και δεν ετλμησα πλον να επω τποτε.
    Μετ πολλν ραν σιωπς, καθ' ην ησθανμην τον παππον θριαμβεοντα επ της απειρας μου, ψωσα εκ νου τους οφθαλμος προς αυτν:
     Πολλ ταξεδια θα καμες εις την ζων σου! τω επον. Και επρφερα τας λξεις μετ θαυμασμο, πολλς μετχοντος της κολακεας.
    Ο παππος εξαφνσθη. Προφανς η ερτησις τω λθεν απροσδκητος. Επ τινας στιγμς με ητνισεν ως νθρωπος σιγηλ διαμαρτυρμενος κατ τινος συκοφαντας. Ετα, Εγ; επεν, Εγ ταξεδια; Η γιαγι σου, η Χατζδενα!
    Εν τη προφορ των λξεων τοτων υπεννοετο ολκληρος ιστορα. Επειδ μως εγ δεν δειξα τι εκατλαβα την σημασαν αυτς, ο παππος προσθηκε την ιστοραν χαμηλ τη φων:
    Μια φορ ττε δεν τον ακμη Χατζδενα Ψυχ μου, της λγω, ετχθηκα να πγω στην Σαρακηνο, στο πανηγρι.
     Να πας ββαια, να πας, λγ' αυτ. Ε; Τ σε θλω δωπρα; Τ σε θλω! να κθεσαι να με φυλγης; Και χαμηλσας τι μλλον την φωνν «ο ττοιος και ττοιος και ττοιος» προσθηκεν ο γρων εκφραστικς. Πολ καλ, εξηκολοθησεν πειτα. Σου κμνω, ψυχ μου, λαις ταις ετοιμασαις. Ξυρζομαι, στολζουμαι, σελνω τ' λογο, βλλω το σταυρ μου να καβαλικψω Ν σου την, και παρουσιζεται. Και χαμηλσας την φωνν οτως στε μλις ν' ακοεται ο παππος,
     Μωρ, που να πθης, που να δεξης, πο θα πας; Επε, μιμομενος της γιαγις τα σχματα. Ε; πο θα πας;
     Στην Παναγα, ψυχ μου, στην Σαρακηνο.
    Μωρ θ' αφσης την αγελδα να πας στην Παναγα; Μωρ, ττοιε, και ττοιε και ττοιε, το πανηγρι το συλλογσαι, και την αγελδα, την γκαστρωμνη την αγελδα, δεν την συλλογσαι; Που εναι στην εβδομδα της, δεν την συλλογσαι;
    Τρα, θλω να της συντχω, επεν ο παππος αναλαβν την στσιν του, μα που δεν σ' αφνει νρθης στην αρδα; Σαν εδα που δεν τα βγζω στο κεφλι:
     Καλ, ψυχ μου, της λγω. Εγ "Εβασκστισα".
     Αμ' ο κσμος; ο κσμος τ θα π! Που καμες ετοιμασας κι αγρασες τα κερι και το λδι και το θυμαμα! Και τ' λογο; τ' λογο τ θα π που το καλβωσες και το σλωσες; Τ' λογο θλει δρμο! Επεν ο παππος κλεσας προς εμ εκφραστικς τον οφθαλμν και περιμνων να τον εννοσω. Και περιμνων εις μτην.
    Δεν καταλαμβνεις; ανεφνησεν επ τλους, ο καυγς ταν για το ππλωμα! Την εσκωσα, ψυχ μου, την εκθισα πνω στ' λογο, και την στειλα στο πανηγρι με τον αδελφ της.
     Κι εσ παππο;
     Εγ, ψυχ μου, εφλαγα μσ' στον σταλο να γεννσ' η αγελδα. Και φησε συ που δεν εγννησε, το γδρμα, προσθηκεν πειτα, ωσν να πταιε το ζον δια την αποτυχαν, μνο μου εσκωσε "τ' ογορι", απ τα ταξεδια, και σαις φορας εκνησ' απ ττε για ταξεδι, ψυχ μου, βρθηκεν εμπδιο μσ' στον δρμο μου!
     Πς, παππο;
     Αι! επεν εκενος, αμηχανν, πς να συνδυση τα οδοιπορικ του ατυχματα με τον καθυστερσαντα τοκετν της αγελδος. Αυτ κι εγ δεν το ξρω. Μα, σαν εναι μσα ναικατωμνη η γιαγι σου, η Χατζδενα, πνε συ πλει ναρης λογαριασμ! Πς σου το κατφερνε, ψυχ μου, πς σου το μαστρευε εναι να χσης τον νου σου! σαις φορας ετοιμσθηκα να ταξιδεσω Πτ' εγεννοσε κνα πρμμα, πτε ξεπετοσε το μελσσι, πτ' αρρωστοσε καννας, πτε ρχονταν "μουσαφρης". Θαρρες που τα εχε παραγγελμνα, ψυχ μου, σα σα την ρα που καμνα τον σταυρ μου να καβαλικψω!
    Τσα χρνια πανδρεμμνος, εγ καμνα ταις ετοιμασαις κι εκενη πγαινε στο ταξεδι! τσι στο Ραιδεστ· τσι στην Συληβρι· τσι στην Μδεια· τσι παντο. να ταξεδι, ψυχ μου, αυτ το μελετοσα στα κρυφ, τo φλαγα για λγου μου. Καιρος και χρνους εμζευα τα "μαδι" και τα κρυβα που κι' πως ειμποροσα. Σαν εμζωξα πενντα χιλιδες γρσια, το βλλω μια μρα στο "κφι", και φωνζω την γιαγι σου ταν το εχα στο κφι δεν την εγιρταζα πολ πολ· Της λγω λοιπν, ψυχ μου, τσι δα μ' απφασι: Χρουσ! Εβλθηκα να πγω σε ταξεδι, κτταξε μην εναι καννα πρμμα ετοιμγεννο, ρρωστο, χρειαζομενο, και κτταξε μην μβη καννας "μουσαφρης" στο σπτι γιατ, διες, του σπζω τα πδια του! Και ο παππος καμεν ως εν εθαμαζε τον εαυτν του πς τα εκατφερεν. Σε θελα, επεν ετα προς εμ, να την διης πς τα εχρεισθηκε! Τσιμουδι δεν βγαλε! Κι εγ αυτ θελα. Στλνω, ψυχ μου, στον πνευματικ κι ρχεται κι εξομολογομαι· φωνζω την γιαγι σου μπροστ του και της γρφω λον τον βιον επνω της. Φωνζω τους χωριανος και παρνω συγχρεσι απ τον καθνα, γιατ διες, ψυχ μου, το ταξεδι εναι το μακρτερο ταξεδι του κσμου, κι εμες χουμε ζω και θνατο!
    Την λλη την ημρα τραβ το λογο και κμνω τον σταυρ μου να καβαλικψω. Η γιαγι σου· ττε δεν τον ακμη Χατζδενα σκυψεν απ την θρα να με δι· εγ το εχα "τσατισμνο"· κτταξε! Μια να μ' βγαζε τποτε στην μση, τπαιρνεν η ευχ! Η γιαγι σου το ξευρε· δεν επε λγο. Kι εγ αυτ θελα. Σαν καμα τον σταυρ μου να καβαλικψω,
     λα, Χρουσ, της επα, χουμε ζω και θνατο, συχρα με και Θες σχωρσοι σε! Εκε, ψυχ μου, την παρνουν τα κλματα, επεν ο παππος τεταραγμνος, ως εν συνβαινε το πργμα τατην την στιγμν ενπιν του. Και προσπαθν σον το επ' αυτ να παραστση την μεγλην της συζγου του θλψιν:
    Αχ! που να μην σωνα! που να μην δειχνα! Επεν ο παππος μιξοκλαων. Η τυχη, η κακμοιρη, η αρζικη! που θα χσω το ταρι μου! τον νοικοκρη μου! τον αφντη μου!
    Και εκπεπληγμνος εκ των κοσμητικν τοτων του επιθτων ο παππος: Αυτ, ψυχ μου, επε δεν το επερμενα. λος ο κσμος να χαλοσε, το εχα τσατισμνο. Μα σαν εδα την γιαγι σου, την γυνακα μου, να κλαη, εκπησαν τα πατ μου! Πς να την αφσω να πγω στην κρηα του κσμου;
     Εμαι ταμμνος στον 'Αγιον Tφο, της λγω, ψυχ μου, πς να κμω τρα; Σαν δεν πγω θα κριματισθομεν.
     Σαν εσαι συ ταμμνος, νοικοκρη μου, ανδργυνο δεν εμασθε; να πργμα εμασθε. Ετε συ επγες, ετ' εγ, το διο πρμμα κνει.
    Τα δκρυα στα μτια της! επεν ο παππος, αλλξας τον τνον της φωνς του, τ να πω! Την αναιβζω, ψυχ μου, στ' λογο, και την στλνω στον 'Αγιον Τφο με τον αδερφ της.
    Απ ττε και να πγη επεν ο παππος κροτν τας παλμας ως εν τας εξεσκνιζεν απ ττε και να πγη δεν εδοκμασα να ταξειδεσω.
     Και τον κσμο που εγρισες, παππο, τα μεγλα ταξεδια που καμες, θα τα καμες λοιπν πριν πρης την γιαγι; ορστε;
    Ο παππος ανλαβε πλιν το εργχειρν του· θλιβερν μειδαμα εκθητο επ των χειλων του.
     Πριν με δσουν στην γιαγι σου την Χατζδενα, επε ταπεινσας τους oφθαλμος, δεν μουν αγρι!
     Αμ' τ, παππο; κορτσι σουνα;
     Πες πως μουνα κορτσι, ψυχ μου, επεν ο παππος με το θλιβερν του μειδαμα, αφο κι εγ το θαρροσα πως μουνα, κι ο κσμος το επστευεν.
    Αι λξεις μοι ενεποησαν παρξενον εντπωσιν. Ο παππος εκρτει εις τας χερας του γυναικεον εργχειρον· και μ' λον το λεβντικν του ανστημα το επιμελς εξουρισμνον πρσωπον, ο φιλαρσκως επ των ορων του νω χελους ψαλιδισμνος μσταξ, η λη της μορφς τoυ κφρασις μοι εφνη την στιγμν εκενην ενχουσα πολ το θηλυπρεπς και γυναικεον.
     Ναι, ναι, ψυχ μου, επεν ο παππος αναστενξας και γενμενος αφνης σννους. Εσες ζτε σε χρυσος καιρος τρα, σε χρυσος καιρος! ταξιδεετε σ' ,τι ρα θλετε, σ' ποια χρα θλετε. Και το κτω κτω, ψυχ μου, ξρετε τ εστε. Εμες εζοσαμεν σε βσεκτους καιρος, δυστυχισμνους χρνους! Oι μναις μας εγοντιζαν μπρς σταις εικναις, ψυχ μου, και κλαιαν στην Παναγα να τους δση κορτσι, να σκοτση το παιδ, που εχανε στα σπλγχνα τους, δια να μη γεννηθ αγρι.
     Γιατ παππο;
     Γιατ, κθε λγο και πολ, επεν ο παππος ολονν σκυθρωπτερος, βγαινε, ψυχ μου, το Γιανιτσαρι, κτι μεγλοι και φοβερο Τουρκαλδες, με τ' αψηλ τα "καβοκια", με τα κκκινα καβδια, κι εγριζαν αρματομνοι στα χωρι, με τον "ιμμην" εμπρς με τον "τσελτη" καταπδι, κι εμζωναν τα ευμορφτερα χριστιανπαιδα, ψυχ μου, και τα τορκευαν.
     Γιατ, παππο;
     Για να τα κμουν Γιαντσαρους, επεν ο γρων αγανακτν. Για να τα κμουν σαν τον εαυτ τους· να ρχωνται πσω στην χρα, σαν μεγαλσουν και ξεχσουν που εναι Ρωμηπουλα, να σφζουν τους διους των γονες, που τα γννησαν, και ν' ατιμζουν ταις διαις των αδελφας, που βζαξαν απ να γλα!


                                            Ανθεμα την ρα,
                                            την πρτην Απριλι,
                                            που βγκε το Ιζμι
                                            και μζωξε παιδι!

    Εστναξεν απαγγελας ο παππος και απμαξε τα δκρυ του.
    Γι' αυτ, εξηκολοθησεν πειτα, ταν εγεννθηκα εγ, ψυχ μου, και μ' εβφτισαν, με βγαλαν "Γεωργι"· που θα πη, μου δωκαν θηλυκν νομα, καθς βγαζαν ττε Κωνσταντινι και Θανασα και Δημτρω λα αρσενικ παιδι, ψυχ μου, με θηλυκν νομα Και μαζ με το νομα, μ' εφρεσαν και κοριτσστικα ροχα.
    σα χρονκια πρασαν, ψυχ μου, τσαις φορας απ την θραν του σπιτιο μας δεν εβγκα, σαν καψοκριτσο που θρρευα να εμαι. Σαν γεινα καμμι δεκαρι χρον, με πινει μιαν ημρα Θες σχωρσ' τονα ο κρης μου, με καθζει στο σκαμν, με κφτει ταις μεγλαις μου πλεξοδαις, μου βγζει τα φουστανλια και:
     Διες εδ, με λγει, Γεωργι, απ σμερα και να πγη εσαι "Γεργης", εσαι αγρι· απ αριο και να πγη εσαι νδρας, ο νδρας της Χρουσς, που παζετε κθε μρα ταις κοκλαις και τα πεντβολα.
    Αυτ ταν λο κι λο, που με επε, και μ' εφρεσε τ' αγορστικα ροχα.
    Την λλη την ημρα, ψυχ μου, λθαν τα βιολι και τα λαγοτα, και μ' επραν στην εκκλησι, και μ' εστεφνωσαν με την γιαγι σου.
     Πς, παππο; τσι μικρς που σουνα;
     Ναι, ψυχ μου· επεν ο παππος συναπορν και αυτς. Ακμα δεν μαθα πς να δνω το καινοριο μου καβδι, και μ' δωσαν και γυνακα για να κυβερνσω! Μα επεν ετα συνωφρυωμνος πρεπε να γνη. Περισστερον καιρ δεν ειμποροσαν να με κρψουν· και το φερμνι λεγε, πως μνον τους ανπανδρους να παρνουν οι Γιαντσαροι. Μ' επνδρεψαν λοιπν "εν πομπ και παρατξει" και τσι, ψυχ μου, αντ να με πρη καννας Γιαντσαρος μ' επρεν η γιαγι σου.
     Και που θα πη λοιπν, παππο, εσ δεν καμες μτ' να ταξεδι στην ζω σου! Μτε, πριν πανδρευθς, δεν εταξεδευσες;
    Ο παππος επ τινας στιγμς εφνη αμηχανν, πς πρπει ν' απαντση. πειτα χαμηλσας αιδημνως το βλμμα:
     Τ να σε πω, ψυχ μου, επε. Πριν πανδρευθ καμα να ταξεδι, μα τ τα θλεις μεινε κι' αυτ στην μση. μειν' ατελεωτο...
     Πς, παππο; Πτε;
    Ο γρων παρτησε το εργχειρν του χαμα, και τενας το βλμμα προς τον ορζοντα, εφανετο ενασχολν σιγηλ τους οφθαλμος του με την θαν της προ ημν εκτεινομνης χωριογραφας.
    Ο ουρανς τον ανφελος· ο λιος χαμηλ εις τον ορζοντα· και το υψηλν της θσεως, εφ' ης ευρισκμεθα, παρεχεν εις τον θεατν λαν αχανς και μως λαν ευπερληπτον πανραμα.
    Περ τα κρσπεδα της ακροπλεως, αμσως υπ τα βλμματ μας, κειντο κατ συγκεχυμνας ομδας αι οικαι της πολχνης, εν ταις αυλας των οποων βλεπ τις νδρας, γυνακας, παιδα, ενασχολουμνους να εισαγγωσι τα φθινοπωριν αυτν προντα εις τας αποθκας. Αμσως περ την πλιν εφανοντο οι λαχανκηποι με τα γηραλα, τα φυλλορροοντα δνδρα περ τους λελυμνους φραγμος των· και τους τελευταους τρυγητς, φορτνοντας τα ψιμα λαχανικ επ των αμαξν των· αυτο πλησον εκπνιζον καιμενα τα χρηστα απομεινρια των ερμων πλον αλωνων. Παρκει ρχοντο εκτεινμενοι ημικυκλικς εις μεγστην ακτνα οι καρποφορτατοι της χρας αγρο, εν οις μως δεν εσεοντο πλον βαρες των δημητριακν οι στχυς, ως επιφνεια ξανθς κυμαινομνης θαλσσης, αλλ' βοσκον ελευθρως, δαπανντα και την τελευτααν χλωρν βοτνην τα βραδως προς την πλιν επιστρφοντα πομνια και αι αγλαι. Εις το απτατον του ορζοντος βθος κλειον, ως υψηλν περιθριον, την αχαν τατην εικνα οι αμπελνες του τπου, ρημοι και οτοι μετ τον τρυγητν κ' εγκαταλελειμμνοι. Η λαμπρ ποικιλα των τελευταων φθινοπωρινν χρωμτων, οι κατ συχν διαστματα διαυλακοντες την χραν ποταμσκοι, τα παρ τας χθας αυτν γραφικς εγειρμενα συμπλγματα δνδρων και οικοδομν, οι κατ τπους ως μγιστα κωνοειδ χματα υψομενοι των Οδρυσν τμβοι χι μνον δικοπτον την συνθη των επιπδων χωριογραφιν μονοτοναν, αλλ και παρεχον εις την απραντον εκενην εικνα κτακτον, θαυμασαν εντητα και ποικιλαν.
    Και μως προ του τερπνοττου τοτου θεματος το ενθυμομαι ακμη μυστικ τις ανησυχα, θλιβερν τι προασθημα συνεχε την καρδαν μου. Ενμιζες, τι η ζω, η λλοτε τσον σφριγωδς επ της χρας τατης επανθσασα, υπεχρει τρα βραδως, αλλ σταθερς προς τους ενδοττους μυχος της φσεως· η δ' επ της ψεως αυτς εναπομνουσα λαμπρτης δεν τον ει μη το τελευταον, το στατον μειδαμα επ των χειλων του θανατιντος.
    Ο παππος, αφ' ο εφ' ικανν ραν ενησχολθη με το θαμα τοτο σιωπηλς και αφηρημνoς, εστριξε το βλμμα επ ενς των απωτρων κωνοειδν χωμτων εις το βθος του ορζοντος και δεξας δια του δακτλου:
     Την βλπεις, ψυχ μου, επεν, εκενην την "τομβα";
     Ποιν, παππο;
     Ν εκενην την αψηλτερη απ λαις ταις λλαις, που φανεται, εκε που τελεινει της γης το πρσωπο.
     Την βλπω· εγγζει τον ουραν με την κoρφ της, παππο.
     'Α χακ! Επεν ο παππος, ευχαριστημνος εκ της απαντσεως. Ο ουρανς ακουμβ πνου της. Δεν ακουμβ;
     Ναι, παππο! Η γης τελεινει αυτο πρα και αρχζει ο ουρανς.
     'Αι χακ! ανεφνησεν ο γρων τι μλλον ευχαριστημνος. Ετα προσηλσας επ' εμο υπερφανον βλμμα· ς εκε πρα, επε, μ' εβσταξε να ταξειδψω!
    Και επρφερε τας λξεις με φος τσον εναβρυντικν, στε δεν ηννησα ευθς εν του παππο το εβσταξε να ταξειδεση μχρι του ουρανο, μχρι της "τομβας", εφ' ης εφανετο ο ουρανς στηριζμενος.
    Ο παππος εξηκολοθησεν.
     Η τομβα φανεται απ το παρθυρ μας· απ μικρ παιδ την βλεπα και το εχα να "μερκι" μια μεγλη επιθυμα να τανε βολετ να πγαινα εκε κτω, ν' αναβω στην κoρφ της "τομβας", να μβ εις τα ουρνια. Μα λα που μουνα κορτσι! Πς να βγ μσα στους δρμους;
    Σαν μ' κοψεν ο κρης μου τα μαλλι και μ' βαλε καβδι, και μ' καμεν, τσι δια μιας αγρι εκενοι εψαλδιζαν χαρτι και πλεκαν του γμου τα στεφνια, εγ, μια κλωθογυρν την κρην κρη, και βγανω στην αυλ. Το ταξεδι εχα στον νου μου, και μνο το ταξεδι.
    Μετ τινα σιωπν, καθ' ην ο παππος εφανετο συγκεντρν τας αναμνσεις του:
     ξω απ τ' ορνιθαρι, επεν, τον να ξλο στημνο, με κτι ξυλκια σταυρωτ πνω σ' αυτ καρφωμνα, για να πατον οι ρνιθες ν' αναιβανουν σταις φωλιας των. Το εχα απ μιας αρχς στο μτι. Θα τ' ακουμβσω στο γυαλ του ουρανο, λεγα με τον νου μου, σαν σκλα, θ' αναβω, θα τρυπσω μια τρπα, θαμβ μσα. τσι, ψυχ μου, σου παρνω το ξλο στον μο, και, σαν με διουν, ας με γρψουν!
     Βγανω απ την αυλ, στρβω δεξι και δρμο! Ο κσμος που μ' βλεπε, πο να με γνωρση πως μουν η Γεωργι η θυγατρα του Σρμα! ταν σαν να ρθα πρτη φορ στον κσμο.
    ς και η Χρουσ, η γιαγι σου, που με εδεν τσι με το καβδι, μ' βαλε μπροστ με ταις πτραις. χι τχα πως μ' εγνρισεν· μα τσι τα καττρεχεν απ μιας αρχς τ' αγρια. Εγ δρμο. Απ ττοιο ταξεδι, ποις μπορε να μ' εμποδση; Βγανω στους κπους· μβανω στα χωρφια· περν τον ποταμ· τα μτια καρφωμνα στην "τομβα", και δρμο. Πγω να μλι, πγω δο. Μα τ θαρρες, ψυχ μου; Η "τομβα", σο προχωρ, τραβιται μακρτερα! Ο ουρανς, σο κοντεω, σηκνετ' αψηλτερα! Α! αυτ, ψυχ μου, μ' κοψε τα γνατα! Κουρασμνος μουν απ πολ προττερα, μα δεν μ' αποφνηκε, παρ σαν εδα πως η κρα του ουρανο επγαινεν λον ν μακρτερ' απ την "τομβαν", που ελογριαζα να τον ερω. Ττε μου εκπηκε το "χαβσι", και ννοιωσα, πως εμαι κουρασμνος, πως πειν, πως το ξλο που σηκνω βαρανει σαν μολβι, πως ρχησε να βραδυζη και τ τα θλεις, ψυχ μου; ττες εγρισα πσω κι' αφκα το ταξεδι ατελεωτο!
    Γιατ, διες, επρσθεσεν ετ' αμσως ο γρων, εσυλλογσθηκα κοντ εις τ' λλα και τον κρη μου. Αυτς Θες σχωρσ' τονε δεν μοιαζε την γιαγι σου, την Χατζδενα.
     Πς, παππο;
     Χμ! επεν εκενος, εκφραστικς μειδισας. Η γιαγι σου, ψυχ μου, μπουμπουνζει, μα δεν βρχει. Ο κρης μου βρεχε, μα δεν εμπουμπονιζε! Γι' αυτ, ψυχ μου, εγρισα πσω. ταν "το μνο ταξεδι της ζως μου ταξεδιον", επρσθεσεν ετα σννους ο γρων, μα μειν' ατελεωτο.
     Και τα πργματα, που εδες παππο, και ξερεις; ηρτησα εγ ττε εν μεγστη απορα. Στην χρα που ψν' ο λιος το ψωμ εκε κοντ που ζουν οι Σκυλοκφαλοι, πτε επγες, παππο;
     Ω! επεν εκενος ττε. Αυτο, ψυχ μου, δεν επγα· με τ' αφηγθηκε η γιαγι μου, ταν μ' εμθαινε να πλκω.
     Και στης θλασσας τον αφαλ, παππο, που βγανει η Φκια και πινει τα καρβια, και τα ρωτ για τον Αλξανδρο τον βασιλα; Κι εκε δεν επγες;
     χι, ψυχ μου! Κι αυτ με τ' αφηγθηκ' η γιαγι μου.
     Και στο σπλαιο, παππο, που εν' η Μγισσα, που μαρμαρνει τους ανθρπους, κ' εκε δεν επγες;
     χι, ψυχ μου! Η γιαγι μου, με τ' αφηγθηκε, η γιαγι μου.
    Απεργραπτος εναι η αξουσα ντασις της απογοητεσες μου αν πσαν αυτο απκρισιν. λη λοιπν η μεγλη εκενη ιδα μου περ των ταξειδων του παππο, λη μου η προς αυτν υπληψις κι εμπιστoσνη δια την κοσμογνωσαν και πολυπειραν του περιωρζετο ξαφνα εις τας διηγσεις, δηλαδ τα παραμθια, τα οποα κουσεν απ την μμμην του, καθ' ον χρνoν εχε την αφλειαν να πιστεη ο πτωχς και το τι το θηλυκο και ουχ αρσενικο γνους! Απελπισα και αγανκτησις κατεχε την καρδαν μου.
     Και ταις βασιλοπολαις, παππο, και αυτας λοιπν δεν ταις εδες με τα μτια σου; και δεν φαγες και δεν εκουβντιασες μαζ των;
     Ποιας βασιλοπολαις, ψυχ μου;
     Ν! αυτας που ερωτεονται με τα ραφτπουλα, και αρρωστον απ την αγπη, και στλνουν τον πατρα τους, τον βασιλα με την κορνα, να πγη να παρακαλση τον γαμβρ; Δεν θυμσαι, που με τλεγες; Δεν θυμσαι την Χρυσμαλλη Νεριδα και τα λευκονδυμνα νεραδπουλα, που τραγουδον, παππο, και γελον και χορατεουν, και ρφτουν τα νυφιτικα, χωρς ραφ και ρμμα;
     Αχ! ψυχ μου! Επεν ο γρων ττε λυπημνος. Αυτ το κουσα απ την γιαγι μου, ταν μ' εμθαινε να κεντ και να ρφτω! Μα θαρρ, ψυχ μου, πως μτ' εκενη δεν το εδε με τα μτια της!
    Τοτο διλυσε και την ελαχστην μου πλνην!... Εις το χαρμιον της Βαλιδ-Σουλτνας, πισθεν του στρογγλου ερμαρου εν τω τοχω, δεν μ' επερμενε λοιπν η βασιλοπολα! Και δεν τον αυτ που μ' διδε τα μοσχομυρισμνα εκενα γλυκσματα, αλλ τς οδε τ πιναρς, ρικνοπρσωπος, πλατστομος γρο-Αρπης! Εχον δκαιον οι συμμαθητα μου!
    Αλλ λοιπν αι κακουχαι και τα βσανα, σα υπστην, και σα μελλον να υποστ, με την γλυκεαν ελπδα, να επιστρψω ποτ εις το χωρον με μαν βασιλοπολαν εις το πλευρν μου, επγαινεν εις τα χαμνα; επγαν δια τποτε; Καλ, παππο! Αν με διης και σ ποτε να ξαναπισω βελνι, πες πως εμαι θηλυκς και δεν το ξερω!
    Και τον ενδιθετον τοτον λγον ητοιμαζμην να προφρω, ελγχων συγχρνως τον παππον, διτι γεινεν αιτα να υπγω εις την Πλιν να κακουχηθ επ ματαω. Αλλ' τε, υψσας τους οφθαλμος, εδον τον παππον με το ονειροπολον αυτο βλμμα διαρκς προσηλωμνον μακρν επ της κoρυφς του κωνοειδος εκενου χματος, απ του οποου λπισ ποτε να εισλθη εις τα ουρνια, δεν ηξερω ποα μυστηριδης δναμις εδσμευσε την φωνν επ της γλσσης μου.
    Ο λιος εχε κατλθει πολ χαμηλτερα προς την δσιν. Πσα παρξις, πσα εκδλωσις ζως απεσρετο σιγαλ και βραδως προς τα ενδοτρω της πλεως.
    Η κφρασις της χωριογραφας μοι εφνη τρα μελαγχολικωτρα, θλιβερωτρα. Η καρδα μου εταρχθη εκ νου. Μεταξ της φυσιογνωμας της σκηνς και της εκφρσεως του ωχρο και μαραμνου του παππο προσπου, πως εφωτζετο υπ των τελευταων του ηλου ακτνων, υπρχε τση ομοιτης, τση στεν συγγνεια!...
    Ο καμνος ο παππος! εσκφθην προς εμαυτν, επλευσε κι ενκησε τον γγελον χωρς της βοηθεας μου, αλλ εξαντλθη και αδυντησε τσο πολ, που, αν ξανακυλση τσι καθς εναι κανες δεν τον γλυτνει.
     -'Αρχισε να κμνη κρο, ψυχ μου, επεν ο γρων ξαφνα. λα να πμε.
    Τω τεινα σιωπηλς την χερα και υποστηρζων αυτν σον ηδυνμην, τον συνδευσα εις την οικαν του.
    Την νκτα εκενην καμε τω ντι πολ ψχος. Τη δε πρωα της επιοσης παχεα πχνη κειτο λευκζουσα επ των μεμαραμνων φλλων των καλυπτντων το δαφος του κπου μας. Μλις αφυπνσθην και δραμον εις την οικαν του αγαπητο μου παππο. Αλλ' οποα διαφορ απ της χθες μχρι σμερον! Πλθος συγγενν και οικεων συνωστζοντο σοβαρο και φωνοι εις την αυλν, εις το κατγειον εις την "σλαν" της γιαγις, εν τω μσω της οποας κειτο μακρς μακρς ο παππος. Εφανετο πως δεν εξπνησεν ακμη.
    Βαθεα ειρνη εβασλευεν επ της μορφς του. Μα υπερκσμιος αγλη, εν εδει μειδιματος βαθμηδν αποσβεννυμνου παιζε με τα χαρακτηριστικ του προσπου του.
    Η γιαγι με τας χερας θηλυκωμνας περ τα γνατ της, με το απελπισμνον της βλμμα απλανς, επ της ψεως του παππο, εκθητο ωχρ, βωβ, ακνητος ως απολιθωμνη παρ το πλευρν του. Η ταλαπωρος! Τ δεν θα διδεν πως τον εμποδση απ τοτο το ταξεδιον! Διτι το μειδαμα του παππο τον η λμψις, ην συρεν οπσω της η προς ουρανν αποδημοσα ψυχ του.
    Διτι ο καμνος ο παππος συνεπλρωνε αληθς τρα "το μνον της ζως του ταξεδιον"!

*
Eιλιτριον. Tο αλλαχο λεγμενον "τυλιγδι".

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers