Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Κλασσικά 

Παπαδιαμάντης Αλέξανδρος: Κοσμοκαλόγερος Κολοσσός...

             Βιογραφικό

     Γεννήθηκε στη Σκιάθο στις 3 Μαρτίου 1851 κι ήταν γιος του ιερέα Αδαμάντιου Εμμανουήλ και της Αγγελικής κόρης Αλεξ. Μωραϊτίδη. Τελείωσε το δημοτικό και τις δύο πρώτες τάξεις του ελληνικού σχολείου στη Σκιάθο. Φοίτησε σε σχολείο της Σκοπέλου, του Πειραιά και τελικά πήρε απολυτήριο Γυμνασίου από το Βαρβάκειο το 1874. Το Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου, γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή Πανεπιστημίου Αθηνών, απ' όπου όμως ποτέ δεν αποφοίτησε, ενώ γράφει το πρώτο λυρικό του ποίημα για τη μητέρα του. Το 1879 δημοσιεύει το μυθιστόρημα ο "Μετανάστης" στην εφημερίδα "ΝΕΟΛΟΓΟΣ". Το 1882 άρχισε να δημοσιεύει το μυθιστόρημά του "Οι Έμποροι Των Εθνών" στην εφημερίδα "ΜΗ ΧΑΝΕΣΑΙ", ενώ παράλληλα άρχισε να εργάζεται ως μεταφραστής.
     Το 1884 δημοσιεύει στην "ΑΚΡΟΠΟΛΗ" το μυθιστόρημά του "Γυφτοπούλα", όπου από το 1892 ως το 1897 εργάζεται ως τακτικός συνεργάτης. Από το 1902 ως το 1904 μένει στη Σκιάθο απ' όπου δημοσιεύει τη "Φόνισσα". Στις 13 Μαρτίου 1908 γιορτάζεται στον "ΠΑΡΝΑΣΣΟ" η 25ετηρίδα του στα ελληνικά γράμματα, υπό τη προστασία της πριγκίπισσας Μαρίας Βοναπάρτη. Αμέσως μετά επιστρέφει στη πατρίδα του και μένει ως το τέλος της ζωής του. Πεθαίνει το ξημέρωμα της 3ης Ιανουαρίου 1911 από πνευμονία. Η κηδεία του έγινε την ίδια μέρα και τον επικήδειο εκφώνησε ο Γ. Ρήγας. Στις 22 Νοεμβρίου 1912 τον τάφο του επισκέφτηκε η Μαρία Βοναπάρτη και το 1925 στήθηκε η προτομή του, έργο του Θ. Θωμόπουλου.
     Το έργο του, που 'ναι σήμερα διεθνώς αναγνωρισμένο, επηρεάστηκεν άμεσα από το νησί που γεννήθηκε και πέθανε, το νησί που αγάπησε κι ύμνησε όσο κανείς άλλος, αλλά κι από τους ανθρώπους του, που τις πραγματικές ιστορίες τους μετέφερε γράφοντας. Υπήρξεν άριστος μελετητής της ανθρώπινης ψυχολογίας και των ηθών της εποχής του. Με την απαράμιλλη και γεμάτη λυρισμό πένα του, έγραψε χωρίς αμφιβολία τα κορυφαία ηθογραφήματα της νεότερης Ελλάδας. Έτσι, το όνομά του μας παραπέμπει στο νησί του, αλλά παράλληλα, στο άκουσμα της λέξης "Σκιάθος", δε μπορούμε να μη σκεφτούμε τον μεγάλον αυτόν λογοτέχνη, που σφράγισεν ανεξίτηλα το νησί του ακριβώς όπως αυτό σφράγισε το έργο του
.

----------------------------------------------------------------------------------------------

                                       Παιδική Πασχαλιά

     Τόν υιόν της τον καπετάν Κομνιανόν τον επαντρολογούσεν ήδη η γριά Κομνιανάκαινα, αν και δέν είχε χρονίσει ακόμη η νύμφη της, η μακαρίτις. Τα δυο ορφανά, μία κόρη οκταέτις και έν τετραετές παιδίον, εφόρουν μαύρα, κατάμαυρα, οπού εστενοχώρουν κ' εχλώμιαιναν τα πτωχά κάτισχνα κορμάκια των, καί ήτον καημός καρδιάς να τα βλέπη τις. Ενθύμιζαν το δημώδες δίστιχον:

                 "...Βαρύτερ' απ' τα σίδερα είναι τα μαύρα ρούχα,
                     Γιατί τα φόρεσα κ' εγώ για μιαν αγάπη πού 'χα
".

     Η γραία έκειτο επί τής κλίνης καθ' όλην τήν εβδομάδα των Παθών, γογγύζουσα, ρέγχουσα, φωνάζουσα. Εβεβαίου ότι «αγγελιάστηκε» καί ητοιμάζετο ν' αποθάνη. Επέβαλλεν εις την Μόρφω, την μικράν εγγονήν της, εργασίες ανωτέρας της ηλικίας του πτωχού κορασίου. Αίφνης, εν μέσω δυο γογγυσμών, έβαλε μίαν φωνήν, κ' έκραζεν από της κλίνης προς την εκτός του ισογείου θαλάμου πηγαινο- ερχομένην καί υπηρετούσαν παιδίσκην.
 -"Μή χύνης στήν αυλή τά νερά, χίλιες φορές σ' το είπα, στό νεροχύτη"!
     Κ' επανελάμβανε τούς αφορήτους στεναγμούς, επιτείνουσα μάλιστα αυτούς οσάκις τυχόν πτωχή γειτόνισσα, μή τολμώσα νά εισέλθη, ήρχετο δειλώς μέχρι τής θύρας καί ηρώτα πώς ήτο η ασθενής. Βεβαίως η γριά-Κομνιανάκαινα έπασχεν, αλλ' ίσως εμεγαλοποίει τό πράγμα. Εκλαιε «τα νιάτα της», έλεγεν ότι δεν θα προφθάση νά κάμη εφέτος Πάσχα. Η γειτόνισσα η Μηλιά εβεβαίου ότι η γραία είχε καί «κομπόδεμα», αλλά πού νά εμβάση μέσα καμμίαν εκ τών γειτονισσών της! Ελλείψει άλλης ασθενείας ήτον ικανή ν' αποθάνη από τήν φιλαργυρίαν της. Δέν εβάστα η ψυχή της νά δώση κάτι τι είς μίαν πτωχήν γυναίκα διά νά τήν «κυττάξη» κ' επέβαλλε βαρείαν αγγαρείαν εις τήν Μόρφω, οκταετή παιδίσκην. Ενίοτε παρελήρει αληθώς. Είτα έβαλλε αγρίαν κραυγήν. Εκραζε τήν παιδίσκην νά τήν σκεπάση μέ τό σινδόνιον, αλλά χωρίς αύτη νά τήν εγγίση κάν, η γερόντισσα έβαλλε τοιαύτην ωρυγήν, ώστε η μικρά κατετρόμαζε.
     Ο καπεταν-Κομνιανός έλειπε μέ τό γολετί, κ' επεριμένετο νά έλθη. Είχε μαζί του, μέ τό γολετί, καί τόν πρωτότοκον υιόν του, τόν Γεώργην, δωδεκαετή παίδα. Τούτο ήτο ένας από τούς καημούς τής γραίας, ότι έμελλε ν' αποθάνη, ως έλεγε, χωρίς νά επανίδη τόν υιόν της, καί τόν εγγονόν της τόν μεγάλον, όστις ωμοίαζε τόσον μέ τόν μακαρίτην τόν πάππον του. Καί ποίος νά τής σφαλήση τά μάτια; Αι ανεψιαί της, υπανδρυμέναι καί αι δύο, τής εβαστούσαν κακίαν διά κάτι κληρονομικάς διαφοράς, καί δέν έσπασαν τό πόδι «οι λαχταρισμένες, οι αχρόνιαστες!» νά έλθουν νά τήν ιδούν. Ούτω τής ήρχετο καί αυτής ν' αποθάνη εις τό πείσμα των, ν' αποθάνη χωρίς νά τής φιλήσωσι τήν χείρα.
     Ιατρός, πού νά ευρεθή; Είχεν αυτή νά πληρώνη; Αυτή ώφειλε νά κάμνη οικονομίαν διά τά ορφανά, καί δέν έπρεπε νά φθείρη τό βιό τού υιού τής είς γιατρικά καί δέν ξέρω τί. Ψευτογιάτρισσες! Κάμε τή δουλειά σου! Έχουν εμπιστοσύνην τώρα αυταί αι γυναίκες; Ο κόσμος εχάλασε, τί τά θέλεις! Έμβαζε αυτή μές στό βιό της, μές στά καλά της, ξένην γυναίκα; Τής ήρχετο νά επαναλάβη πρός τάς γειτονίσσας τήν ιδίαν κραυγήν, δι' ης απεδίωκε τό πάλαι παρίσακτον όρνιθα από τόν ορνιθώνα της. Ξού, ξένη!...
     Ως τόσον επεθύμει νά ήρχετο ο υιός της διά νά τόν νυμφεύση νά τού δώση καί τήν ευχήν της. Σαράντα χρόνων άνθρωπος, κι ο κόσμος είναι πελάγος σάν εκείνο πού αρμένιζε τώρα. Πώς νά περάση τή ζωήν του χωρίς νά έλθη εις δεύτερον γάμον; Καί τά ορφανά, καί αυτά θά εύρισκαν μητέρα, μίαν καλήν οικοκυρά, ήτις από τώρα επροσφέρετο μάλιστα νά έλθη νά τήν υπηρετήση εις τήν ασθενειάν της. Αλλ' η γραία Κομνιανάκαινα, μή θέλουσα νά παραβή τήν αρχήν της, δέν εδέχθη τήν εκδούλευσιν. Τό βέβαιον είναι ότι εκ τών δυό ορφανών η Μόρφω, ήτις είχεν ήδη αίσθησιν, άν δέν επεθύμει ν' αποκτήση μητέρα, ενθυμείτο κ' ελυπείτο τήν μητέρα της. Ο Ευαγγελινός, νήπιον τριετίζον εν καιρώ τής συμφοράς, ούτε ήξευρε τίποτε, ούτε ενθυμείτο. Έκλαιε μόνον όταν η μάμμη τόν εβίαζε νά φορέση τόν κατάμαυρον σάκκον του. Η Μόρφω, λευκή καί ωχρά μέ τά μαύρα φουστανάκια της, καί μέ τό μαύρον μανδήλιον τό σκεπάζον τά ξανθά της μαλλιά, ήτο κατηφής, κ' ενθυμείτο τό περυσινόν Πάσχα, όταν έζη η μήτηρ της. Η ατυχής γυνή είχεν αποθάνει από τήν γένναν της, τό παρελθόν θέρος, καί τό βρέφος μετ' αυτής. Τώρα η κορασίς είχεν αντί τής καλής καί πονετικής μητρός, τήν μάμμην μέ τήν αφόρητον παρεξενιά της, ήτις ενώ εβεβαίου ότι όλα τής επόνουν, κεφαλή, λαιμός, χείρες, πόδες, πλαίται, κοιλία, μέση καί τά λοιπά, πνιγομένη δέ από τόν βήχα καί γογγύζουσα δυνατά καί βάλλουσα κραυγάς αγρίας, εφείδετο νά δώση εις ιατρούς καί φάρμακα, αίφνης ηγείρετο, υποβαστάζουσα τήν κοιλίαν της, ηξήρχετο μέχρι τής θύρας, έρριπτε βλέμμα εις τόν εκτός κόσμον κ' έλεγεν:
 -"Αχ! Τί γλυκιά πού ν' η ζωή"!
     Πέρυσι ώ! πέρυσι τήν Μεγάλην Πέμπτην πρωί, αφού εγύρισαν από τήν εκκλησίαν όπου είχον μεταλάβει όλοι, η καλή καί προκομμένη μήτηρ, καίτοι άγουσα ήδη τόν έβδομον μήνα τής εγκυμοσύνης της, ανεσφουγγώθη καί ήρχισε νά βάφη εν τή χύτρα τά αυγά, μέ ριζάρι, κιννάβαρι καί όξος. Είτα ήρχισαν νά έρχωνται είς τήν θύραν ανά ζεύγη τά παιδία τής πολίχνης, μέ τόν υψηλόν καλάμινον σταυρόν στεφανωμένον μέ ρόδα ευώδη καί μέ μήκωνας κατακοκκίνους, μέ δενδρολίβανον καί μέ ποικιλόχροα αγριολούλουδα, μέ τόν αποσπασθέντα από τ' οχτωήχι χάρτινον Εσταυρωμένον εις τό μέσον τού σταυρού, καί μέ ερυθρόν μανδήλιον κυματίζον, μέλποντα τό άσμα:

                      "Βλέπεις εκείνο τό βουνί μέ κόκκινη παντιέρα;
                       Εκεί σταυρώσαν τό Χριστό τόν πάντων βασιλέα.
                       ................................................................
                       Σύρε μητέρα μ' στό καλό καί στήν καλή τήν ώρα,
                       Κι εμένα νά μέ καρτερής τό Σάββατο τό βράδυ
                       Όταν σημαίνουν εκκλησιές καί ψέλνουνε παπάδες,
                       Τότες καί σύ, μαννούλα μου, να 'χής χαρές μεγάλες
".

     Καί τί χαρές μεγάλες τω όντι, τί χαρές δ' όλα τά παιδία! Καί η καλή η μήτηρ της προθυμότατα έδιδεν ανά δυό αρτιβαφή αυγά εις όλα τά παιδία δυό αυγά κόκκινα, καί τί ευτυχία! τί νίκη! ενώ η μάμμη εφώναζεν ότι αρκετά παιδία ήλθαν, καί αρκετά ετραγούδησαν, καί ότι έπρεπε νά υπάγουν καί αλλού. Μετά ταύτα η μήτηρ ήρχισε νά ζυμώνη καί έπλασεν αρκετές κουλούρες μετ' αυγών διά τόν σύζυγον, επιδημούντα τότε, διά τήν πενθεράν της, δι' εαυτήν, διά τές κουμπάρες, ως καί μικρές «κοκώνες» διά τήν Μόρφω, διά τόν Ευαγγελινόν, διά τ' ανεδεξίμια της καί διά τά πτωχά παιδιά τής γειτονιάς. Κ' επειδή ο μικρός Ευαγγελινός έκλαιε, λέγων ότι δέν είναι αρκετά μεγάλη η κοκώνα του, η μήτηρ τού έδιδεν άλλην νά εκλέξη αλλά αυτός δέν ημέρωνεν ούτε ήθελε νά ταιριασθή. Τό βέβαιον είναι ότι τάς ήθελεν όλας διά τόν εαυτόν του. Καί τότε η μήτηρ τόν επαρηγόρει λέγουσα ότι «τό Σάββατο τό βράδυ θά 'ρθή η κουρούνα (κρά, κρά!) νά φέρη τό τυρί καί τό κρέας (τσί, τσί!) καί τότε νά ιδής τό παραμύθι. Πάρε Βαγγελινέ τό τυρί, πάρε καί τό τσί-τσί, νά φάτε»!
     Καί ο μικρός εψέλλιζε καί αυτός, «θά 'θή η κουούνα νά φέη τού τσί-τσί», καί συνάπτων τάς χείρας, δακτύλους μεταξύ δακτύλων κατά τό υπόδειγμα τής μητρός τής γειτόνισσας τής Μηλιάς εξαετές, άνιπτον, ρακένδυτον, οκλάζον είς μίαν γωνίας, κρατούν τήν κοκώνα του, τήν οποίαν εσκέπτετο άν δέν ήτο καλόν νά τή φάγη τώρα πού είναι ζεστή, διεμαρτύρετο γρυλλίζον καί λέγον: «Ναί! Θα 'ρθή η κουρούνα! άμ' δέ θά 'ρθή!» Καί τήν Μεγάλην Παρασκευήν, περί τήν δύσιν τού ηλίου, η μήτηρ ωδήγησε τά δυό παιδία εις τήν εκκλησίαν, όπου, αφού έκαμαν τρείς γονυκλισίας πρό τού ανθοστεφούς κουβουκλίου, ησπάσθησαν τόν μυόπνοουν Επιτάφιον, τό αργυρόχρυσον Ευαγγέλιον μέ τ' αγγελούδια, καί τόν Σταυρόν μέ τ' ανθρωπάκια καί τίς Παναγίτσες (τί χαρά, τί δόξα!), καί είτα επέρασαν τρίς υπό τόν υψηλόν, μεγαλοπρεπή Επιτάφιον, ο δ' Ευαγγελινός (όλα τά ενθυμείτο η μικρά Μόρφω) ανέτρεψεν εξ απροσεξίας πήλινον αμφορέα μέ ύδωρ, εξ εκείνων ούς θέτουσιν υπό τόν Επιτάφιον πρός αγιασμόν, διά νά μεταχειρισθώσι τό ύδωρ εις τό καματηρό, ήτοι τούς μεταξοσκώληκας, καί εις άλλας χρείας, αι νεώτεραι μυροφόροι, γυναίκες διακαώς ποθούσαι «νά ξενυχτίσουν τόν Χριστόν» μένουσαι άγρυπνοι εν τω ναώ πέραν τού μεσονυκτίου, διότι η ακολουθία τού Επιταφίου ψάλλεται εκεί τό Μέγα Σάββατον, περί όρθρον βαθύν. Ο αμφορεύς πεσών εθραύσθη, η δέ γυνή ής ήτο κτήμα ωργίσθη, καί είπεν ότι τό έχει «σέ κακό της». Τότε η μήτηρ τού Ευαγγελινού, αφού επέπληξεν αυστηρώς τό παιδίον, πειραχθείσα είπεν ότι «άν είναι κακό, άς είναι γιά μένα!» Καί τήν πτωχήν δέν τήν ηύρε ο χρόνος.
     Τό Μέγα Σάββατον δέ, μικρόν μετά τά μεσάνυκτα, η μήτηρ εξύπνησε τόν Ευαγγελινόν καί τήν Μόρφω, κι ενω σήμαιναν διά μακρών οι κώδωνες επήγαν εις τήν εκκλησίαν όπου εψάλη τό «ω γλυκύ μου έαρ» καί άλλα ακόμη παθητικά άσματα. Είτα οι πιστοί όλοι μέ ανημμένας λαμπάδας εξήλθον είς τό ύπαιθρο, υπό τό αμαυρωθέν φέγγος τής φθινούσης σελήνης, ενώ η αυγή έλαμπεν ήδη ροδίνη καί ξανθή, προπέμποντες τόν Επιτάφιον αγλαόφωτον μέ σειράς λαμπάδων. Καί η αύρα πραεία εκίνει ηρέμα τούς πυρσούς, χωρίς νά τούς σβήνη καί η άνοιξις έπεμπε τά εκλεκτότερα αρώματά της εις τόν Παθόντα καί ταφέντα, ως τά συνέψαλλε καί αυτή, «ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον!» καί η θάλασσα φλοισβίζουσα καί μορμύρουσα παρά τόν αιγιαλόν επανελάμβανεν, «οίμοι γλυκύτατε Ιησού!». Τά δέ παιδία προπορευόμενα τής πομπής, μεγαλοφώνως έκραζον: Κύριε Ελέησον! Κύριε ελέησον! Ο Ευαγγελινός εψέλλιζε μετά τών άλλων: "Κύιε έησον! Κύιε έησον"!
     Καί ύστερον, όταν ανέτειλεν ο ήλιος τού Μεγάλου Σαββάτου, διαλύων τήν απαραίτητον ομίχλην τής Μεγάλης Παρασκευής, (ήτις καθιστά μελαψήν μιγάδα τήν ημέραν καί παμμέλαιναν αράβισσαν τήν νύκτα) ο Ευαγγελινός εξύπνησεν από τά βελάσματα τού αρνίου, τό οποίον ητοιμάζετο νά σφάξη διά τήν οικογένειαν τού καπετάν Κομνιανού ο γείτονας Νικόλας, ο σύζυγος τής Μηλιάς. Ο Ευαγγελινός καί η Μόρφω εξήλθον εις τό προαύλιον. Τί ωραίον, τί ήμερον, τί λευκόμαλλον πού ήτο τό αρνί! Καί πώς εβέλαζε (μπέ! μπέ!) τό καημένο. Εν τούτοις δέν εφαίνετο πολύ δυσαρεστημένον, διότι έμελλε νά σφαγή. Καί άλλος Αμνός άμωμος, Αμνός αίρων τήν αμαρτίαν τού κόσμου, καί άλλος ατίμητος Αμνός εσφάγη...
     Τήν εσπέραν έφερεν οίκαδε ο πατήρ τάς πασχαλινάς λαμπάδας, ωραίας, λεπτάς, περιτέχνους. Τί χαρά! Τί θρίαμβος! Φαντασθήτε ωραίας μικράς λαμπάδας, μέ άνθη τεχνητά, μέ χρυσόχαρτα. Ο Ευαγγελινός ήθελε νά πάρη τήν τής αδελφής του, λέγων, ότι εκείνη είναι μεγαλυτέρα. Η μήτηρ τού τήν έδωκεν, αλλ' ο μικρός τήν έσπασε, εκεί πού έπαιζε μέ αυτήν, έσπασε καί τήν ιδικήν του, καί ύστερον έβαλε τά κλάματα. Ο πατήρ τού ηγόρασεν άλλην, αφού τόν υπεχρέωσε νά υποσχεθή ότι δέν θά τήν πιάση εις τήν χείρα, έως τά μεσάνυκτα, όταν θά υπάγουν εις τήν Ανάστασιν. Ο μικρός απεκοιμήθη κλαίων καί χαίρων.
     Μετά τά μεσάνυκτα, αφού έγινεν η Ανάστασις, καί ήστραψεν ο ναός όλος, ήστραψε καί η πλατεία από τό φώς τών κηρίων, τά παιδία ήρχισαν νά καίουν μετά κρότου σπίρτα καί μικρά πυροκρόταλα έξω εις τό πρόναον, καί τίνες παίδες δεκαετείς επυροβόλουν μέ μικρά πιστόλια, άλλοι έρριπτον εντός τού ναού επί τών πλακών τού εδάφους τα βαρέα καρφία μέ τά καψύλια καταπτοούντες καί σκανδαλίζοντες τάς πτωχάς γραίας, αίτινες, μεθ' όλον τόν διωγμόν όν εκίνουν κατ' αυτών τήν Μεγάλην Εβδομάδα κατ' έτος οι επίτροποι, αξιούντες νά περιορίσωσιν αυτάς εις τόν γυναικωνίτην, ουχ ήττον επέμενον καί παρεισέδυον εντός τού ναού αριστερά, εις τήν μίαν κόγχην.
     Είς δ' επίτροπος τής επάνω ενορίας, άνθρωπος προοδευτικός, βλέπων ότι όλοι οι εθελονταί ψάλται, νεανίαι εικοσαετείς, εφοίτων κατά προτίμησιν εις τήν κάτω εκκλησία, είς δέ τήν επάνω ηναγκάζοντο νά ψάλλωσιν οι ιερείς, τί εσοφίσθη; Πιάνει καί αποσπά από τόν γυναικωνίτην τά καφάσια, τά δικτυωτά, δι' ων εφράττοντο τέως αι γυναικείαι μορφαί από τής όψεως τών ανδρών, καί αφήνει τόν γυναικωνίτην άφρακτον. Τότε διά μιάς όλοι οι ευλαβείς καί μουσόληπτοι νεανίσκοι αφήκαν τήν κάτω εκκλησίαν έρημον ψαλτών κ' έτρεξαν όλοι εις τήν επάνω.
     Είτα τά μικρά παιδία καί τίνες παιδίσκαι τετραετείς, μέ τάς κομψάς ποικιλτάς λαμπάδας, ετάχθησαν ανά τόν χορόν, περί τά δυό αναλόγια, καί παρά τό εικονοστάσιον, καί ήρχισαν νά θορυβώσι, νά παίζωσι, νά στάζωσιν εις τούς λαιμούς αλλήλων, καί νά τσουγκρίζωσι τά αυγά των. Καί έν παιδίον εξαετές, πονηρότερον τών άλλων (ήτο ο υιός τής Μηλιάς τής γειτόνισσας) είχε πλαστόν αυγόν εις τόν κόλπον του, πωρώδη λίθον στρογγυλευμένον κοκκινοβαφή καί δι' αυτού έσπαζε τά αυγά όλων τών παιδιών, καί τά έπαιρνε, κατά τήν συμφωνίαν, καί τά έτρωγε. Μία παιδίσκη καί είς παίς, πενταετής, ήρχισαν νά φιλονικώσι περί τού τίνος η λαμπάδα ήτο ευμορφότερα.
 -"Οχι, η δική μου η λαμπάδα είναι καλύτερη".
 -"Οχι, η δική μου".
 -"Εμένα ο πατέρας μ' τήν εδιάλεξε, κ' είναι πλιό καλή".
 -"Εμένα η μάννα μ' τήν εστόλισε μονάχη της".
 -"Καί ξέρει νά κάμη λαμπάδες η μάννα σ';
 -"Όχι, δέ ξέρει; Σάν τή δική σ'"!
 -"Τέτοια παλιολαμπάδα"!
 -"Ναί, παλιολαμπάδα;... νά!..."
 -"Νά κ' εσύ"!
 -"Νά κι άλλη μιά"! Καί ήρχισαν νά τύπτουν αλύπητα τάς κεφαλάς αλλήλων μέ τάς λαμπάδας των, εωσού έβαλαν τά κλάματα καί οι δύο.
     Τό απόγευμα πάλιν, αφού εψάλη η Β' Ανάστασις κ' έγινεν η Αγάπη, εξήλθαν όλοι εις τήν πλατείαν κι εθεώντο τήν πυρπόλησιν τού Εβραίου. Τί άσχημος καί τί ευμορφοκαμωμένος πού ήτον ο Εβραίος! Είχε μίαν χύτραν ως κεφαλήν, είχε καί λινάρι ως γένειον. Έφερε καί ζεύγος γυαλιά (η Μόρφω τά ενθυμείτο όλα), όμοια μ' εκείνα πού φορεί η γραία μάμμη όταν ράπτη ή εμβαλώνη τά παλαιά ρούχα της. Είχε κ' ένα σακούλι ή πουγκί κρεμασμένον εις τό αριστερόν πλευρόν του. Εφόρει μακριά, μακριά φορέματα, παρδαλά, ραβδωτά! Καί αφού τόν εκρέμασαν υψηλά-υψηλά, έως επτά οργυιάς επάνω, ήρχισαν οι άνδρες νά τόν μαστίζουν, νά τόν τουφεκίζουν όλοι, έως ότου τόν έκαυσαν. Καί ύστερον η μήτηρ έστρωσε τήν τράπεζαν εις τήν οικίαν, καί παρέθεσε τά αυγά τά κόκκινα, τό τυρί, πού είχε φέρει η κουρούνα, καί τό αρνί τό ψημένο, καί τά παιδία εκάθισαν είς τήν τράπεζαν καί ήρχισαν νά τσουγκρίζουν τά αυγά των. Τί χαρά! τί αγαλλίασις!
     Εφέτος, δηλαδή κατά τό έτος εκείνο τής δυστυχίας διά τά δυό ορφανά δέν ήτο πλέον εκεί ούτε ο πατήρ των, όστις έλειπεν, ούτε η μήτηρ των, ήτις επήγε μακρύτερα ακόμη. Αντί τών δύο ήτο η γηραιά μάμμη, ρογχάζουσα επί τής κλίνης καί γογγύζουσα. Αντί τών επιχρύσων λαμπάδων, ήσαν οι δυό τρεμοσβήνοντες καί βλοσυροί οφθαλμοί της. Αντί τής αθώας χαράς, αντί τής αφάτου ευτυχίας τού παιδικού Πάσχα, ήτο η λύπη η βαρεία, η ανεπανόρθωτος συμφορά.
     Ευτυχώς η γραία Κομνιανάκαινα δέν απέθανε, καί ο υιός της έφθασεν απόπασχα μέ τό γολεττί, καί ήρχισε νά καλλωπίζηται καί νά στρίβη τόν μύστακα αποβλέπων εις δεύτερον γάμον. Αλλά, διά τά δυό παιδία, τάχα θά επανήρχετο πάλιν η χαρά εκείνη, θ' ανέτελλεν εκ νέου γλυκεία η παιδική Πασχαλιά; Διά τόν Ευαγγελινόν ίσως, διά τήν Μόρφω όμως ποτέ. Αύτη ησθάνετο τήν απουσίαν τής μητρός της καί ήξευρεν ότι δέν έμελλε νά τήν επανίδη πλέον επί τής γής.
     Γλυκεία Πασχαλιά, η μήτηρ τής χαράς! Γλυκεία μήτηρ, τής Πασχαλιάς η ενσάρκωσις!
     Αλλ' ο Χριστός υπεσχέθη νά πίη μέ τούς εκλεκτούς του καινόν τό γέννημα τής αμπέλου εν τή βασιλεία τού Πατρός Του, καί οι υμνωδοί έψαλλον: «Ω Πάσχα τό μέγα καί ιερώτατον, Χριστέ! δίδου ημίν εκτυπώτερον σού μετασχείν εν τή ανεσπέρω ημέρα τής Βασιλείας Σου!».


-----------------------------------------------------------------------------------------------

  Το Μοιρολόγι Της Φώκιας

...
Αυτή ήτον η Ακριβούλα
η εγγόνα της γριά-Λούκαινας.
Φύκια 'ναι τα στεφάνια της,
κοχύλια τα προικιά της...
Κι η γριά ακόμα μοιρολογά
τα γεννοβόλια της τα παλιά.
Σαν νά 'χαν ποτέ τελειωμό
τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου...
                              (περιλαμβάνεται ατόφιο στο ομώνυμο διήγημα)

                Να Έλθης Μόνον...

Εις ένα μνήμ' αγνώριστο μικρού κοιμητηρίου
δεν θέλω να το βλέπωσιν ακτίνες του ηλίου,
μηδέ κυπάρισσος σκαιά, μηδ' απεχθής ιτέα
να το σκιάζη. Καταιγίς ας το κτυπά βιαία!

Και δεν ποθώ θυμίαμα, δεν θέλω ψαλμωδίαν,
να έλθης μόνον σε ζητώ, μίαν θαμβήν πρωΐαν,
να βρέξης μ' ένα δάκρυ σου το διψασμένον χώμα,
κι ας σβύση με το δάκρυ σου και τ' όνομά μου ακόμα...
                             (περιλαμβάνεται στα "Ρόδινα Ακρογιάλια")

 Το Τραγούδι Του Ανάμελου

Βρέχει ο ουρανός και βρέχουμαι,
ξενάκ' είμαι και ντρέπουμαι.

Έρχουμαι κυρά μ' δεν έρχουμαι,
έξω στη πόρτα στέκουμαι,
βρέχει ο ουρανός και βρέχουμαι.

Έλα βαριά, σιγά και ταπεινά
μην πάρουν τ' άρματα φωτιά
και κάψουνε τη γειτονιά.

Έρχουμαι, καλέ μ' δεν έρχουμαι,
έξω στη πόρτα στέκουμαι,
ξενάκ' είμαι και ντρέπουμαι.

(αυτό το τραγουδά ο κηπουρός με δημοτικό τρόπο στο διήγημα "Το Σπιτάκι Στο Λιβάδι")

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers