-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

'A ...(20 )


"...ποτ απ χρος μη κινοντες..."
"...για να πουκμισο αδειαν, για μιαν Ελνη..."

     Πριν απ εκοσι χρνια σχεδν, καθισμνος μπροστ στο τζκι, εχα μιαν εικνα κι γραψα να κεμενο*. Σμερα, χω πλι την δια περπου εικνα. Σκφτομαι πλι το θνητ και φθαρτ Οδυσσα πνω σ' να βρχο, λυπημνο και προβληματισμνο, ν' αγναντεει τη θλασσα... Μνο που αυτ τη φορ, λο το υπβαθρο αυτς της εικνας, εναι τελεως διαφορετικ.
     Πσο λτρεψε ο μηρος αυτ τον πνευματικ του γιο. Το μνο απ' λους τους λλους ρως του. Οι λλοι μεγλοι της Ιλιδας, -Αας, Αχιλλας, Διομδης, Αγαμμνων, Μενλαος- εχαν απ δοξο ως τραγικ τλος, κερδζοντας ελχιστους στχους καταγεγραμμνους, στο πλοσιο αυτ πος, σε σγκριση με τον υπροχο Οδυσσα, που κρδισε να ολκερο. Τονε λτρεψε ο μγας, ανυπρβλητος, τυφλς ραψωδς και του φρθηκε πρα πολ καλ. Γιατ ραγε; Τ ξιο θαυμασμο εχε αυτς, ο μνος απ τους λλους; 
     Ψχνοντας προσεκτικ το ργο, βρκα να υπερτερε, στην εξυπνδα και την ικαντητα, να φρνει σε πρας δσκολες αποστολς κι πειτα ν' αποσρεται διακριτικ, αφνοντας το ργο να μιλ μονχο του. Δεν απχω πολ να πιστψω πως μλλον κουμαντριζε αυτς το στρτευμα, παρασκηνιακ, μιας κι οι υποδεξεις του, δεντως και διακριτικ διατυπωθεσες, γνονταν δεκτς απ' λους κι απ' τον διο τον Αγαμμνονα ακμα.
     Δε δημιοργησε ποτ τριβς με την εξουσα, ταν υπκουος και καπτσος -με τη καλ ννοια- δεν ταν αλαζνας κι γινε αγαπητς ακμα και στους εχθρος του. Κρδισε λοιπν το σεβασμ και του διου το δημιουργο κι τσι, σαν ρθανε τα δσκολα τονε πρσεξε τα μλα. Στο δετερο πος, του προσδωσε ακμα να μεγλο κι αξιοπρσεκτο χαρακτηριστικ: την αυστηρ κι υψηλ ασθηση καθκοντος και χρους αν κι αυτ φαινταν και στο πρτο. Μπορε να τονε ταλαιπρησε αρκετ -ποιος αγαπ παιδεει- αλλ του χρισε να τλος, που τηρουμνων των αναλογιν κι λων των ευαισθτων ισορροπιν, ταν ,τι καλλτερο μποροσε να του τχει. 
     Ο μηρος τονε "χιδεψε" στοργικ κι αφο πρτα, πρασε και τον δοκμασε, δια πυρς και σιδρου, δια ξηρς και θαλσσης, μσα απ τρατα, πειρασμος κι φθονα ηδονικ μυρωδικ, τονε γρισε γερασμνο πσω στο νησ του. Εκε που τα βρκε λα δια κι απαρλλαχτα -πλην της πατνας του χρνου- να τονε περιμνουνε. Τ θα μποροσε να 'χε συμβε, αν τον εχε αφσει ρμαιο της τχης; Αυτ θα προσπαθσω να 'πω παρακτω, πριν μως συνεχσω, μερικς απλς και κατατοπιστικς σκψεις, ειν' απαρατητες.
     φησε το νησ Βασιλις, γγαμος με παιδ, χοντας δη τη μεγλη φμη να μιλ για 'κενον, ρα πρπει να 'τανε τουλχιστον τριντα χρονν. Η Πηνελπη πνω απ εκοσι κι ο Τηλμαχος κτω απ τα πντε. Χρη λοιπν της περαιτρω πορεας, ας δεχθομε αυτς τις ηλικες και θα προσθσω, το επσης γνωστ, εκοσι χρνια ολικς απουσας: δκα στη Τροα και δκα, περιπτειες.
     Νομζω πως τρα εμαστε τοιμοι γι το μικρ μας ταξδι.

                          - - - - - - - - - - - - - - - - - - 

     ''...Ο μεσλικας, ρακνδυτος, αξριστος ντρας ανηφορζει προς τη πλη, αφνοντας πσω του την ακροθαλασσι, απ' που φθασε λγην ρα πριν. Τποτε πια δε του θυμζει τη πλη 'κενη που φησε, πριν πρα πολλ χρνια. Αλλαγμνη, πολβουη και πιο σγχρονη -κατ' λλους βελτιωμνη, κατ λλους χειρτερη- εναι μι γνωστη κι ανοκεια πλη για κενον. Παρλο που θυμται το δρμο που οδηγε στο παλτι και το βασικ του περγραμμα δεν χει αλλξει αισθητ, παρολγο να μπερδευτε στα να σοκκια. Σε κποια μικρ διασταρωση μλιστα, νας βιαστικς ιππας κντεψε να τονε χτυπσει. Η οδς Οδυσσως χει μετονομασθε -ποις ξρει απ πτε- σε οδ Νας Ευτυχας. 
     Ο δρμος για το παλτι, πρε περισστερο απ' σο περμενε, ωστσο φτνει επιτλους και περν το κατφλι. Αμσως δυο οπλισμνοι μαντραχαλδες του κλενουνε το δρμο:
 -"Που νομζεις πως πας, βρωμλε;" του λνε ασεβς. "Εδ δε μπανει ποιος-ποιος"!
     Εκενος τους κβει προσεχτικ πνω-κτω. Μπορε να τους καταφρει ακμα και τρα, -για παλιτερα δε γνεται καν λγος- ωστσο επιλγει τη σφρονα οδ:
 -"Σας παρακαλ, ρχομαι απ μακρυ, εμαι ταλαιπωρημνος, αλλ πριν απ οτιδποτε λλο, πρπει να δω το νεαρ κριο Τηλμαχο. Πετε του πως θλει να του μιλσει ιδιαιτρως κποιος ξνος που 'ξερε τον πατρα του κι τι θλει να του πει να για 'κενον".
     Οι δυο ανεγκφαλοι διστζουνε λγο και τελικ στλνουν να φωνξουνε τον πργκηπα φοβομενοι την οργ του -αν υπρχει στω και μια μικρ δση αλθειας στα λεγμενα του ξνου- χωρς μως να τον αφσουνε λεπτ απ τα μτια τους.
     ταν τον βλπει να 'ρχεται, με κπο συγκρατε τα δκρυα. Βλπει ναν μορφο νεαρ με τη δικι του κοψι, αλλ κπως πιο αδνατο, πιο ντελικτο και πιο ψηλ. ταν φτνει κοντ, διακρνει πνω και τις "πινελις" της γυνακας του  -πως τη θυμται 'κενος σα την φησε: φρσκια μορφη και λυγερ- καθς επσης και την ρπα που κρατ στο δεξ χρι. Δεν σπιθζει πνω του η εξυπνδα, η πονηρι και δε δεχνει ιδιατερα γυμνασμνος, ωστσο εναι γις του. 
 -"Ποιος εστε κριε";
 -"Πμε κπου παρμερα, παιδ μου; χουμε να μιλσουμε".
 -"Με πληροφορσανε πως φρνετε να απ το πατρα μου. Αληθεει αυτ";
 -"Αληθεει... μα πμε κπου πιο συχα αν θλεις";
 -"Ακολουθστε με, κριε, στο κυνηγετικ μου περπτερο, εκε θα 'μαστε συχοι..."
     Ξεκιν πρτος ο Τηλμαχος, ξοπσω ακολουθε ο ξνος. ταν φτνουν, ο νος προσφρει να κθισμα...
 -"Ορστε καθστε εκε, μου φανεστε ταλαιπωρημνος" και μλις εκενος κθεται φανερ ανακουφισμνος -δεν εχε προσξει πσο κουρασμνος ταν μχρι κενη τη στιγμ- "λοιπν σας ακοω κριε... εεεε δε μου 'πατε πως σας λνε"...
 -"Ευχαριστ για το κθισμα παιδ μου... χι δε σου 'πα ...μα θα τα πομε λα. Αλθεια, πες μου τ θυμσαι απ το πατρα σου; Τ εικνες χεις στη θμσ σου γι' αυτν";
 -"Κριε, σως δε γνωρζετε πως λεπει πνω απ εκοσι χρνια κι εγ μουνα πολ μικρς, σχεδν βρφος, ελογον εναι να μη θυμμαι πολλ πργματα απ 'κενον. λλωστε, απ' σο μου 'χουνε πει κι εδ που 'ταν, λλειπε συχν στις δσκολες δουλεις της διακυβρνησης του τπου κι τσι πλι δε μου αφιρωνε πολ χρνο. Ωστσο, σεις που τον γνωρσατε, πετε μου πς ταν; τανε καλς; ταν ανδρεος; ταν ξυπνος σο λνε; Του μοιζω καθλου; Αδημον να μθω λα σα ξρετε".
 -"Εσ πς τον χεις πλσει με τη φαντασα σου; Πς τον σκφτεσαι;"
 -"Εγ...να... τονε φαντζομαι πολ ψηλ, θερατο, αρρενωπ, γριο μα γοητευτικ, με βλμμα που πετ φωτις, με γνι μεγλο μα περιποιημνο, με μακρι κατμαυρα μαλλι, ξιο στο σπαθ, ξιο στο τξο, ικαντατο στο λογο, ευκνητο κι ακοραστο..."
 -"Εεε ...τα παραλς το ξρεις...." διακπτει ο ξνος  "σ τρα μου περιγρφεις τον ...Δα τον θε κι αφντη μας..."
 -"Μα... καθλου...εδ οι θρλοι μας λνε γι' αυτν πολ περισστερα..."
 -"Ξρεις ... παιδ μου... " (ακολουθε μεγλη κι ...υγρ παση απ μρους του) "...Εγ εμαι... εγ εμαι ο πατρας σου... Ορστε... το επα"!
     Το βλμμα, λιγκι απλανς και γλυκ, που εχε μχρι κενη τη στιγμ ο νεαρς, αρχζει με γοργος ρυθμος, να εγκαταλεπει το πεδο της μχης. Στη θση του ρχεται, αντικατασττης, να, κπληκτο κι εξεταστικ βλμμα.
 -"Εσες.... ο πατρας μου; ...Εσες; ...Δε ξρω τι να πω"!
 -"Να μη πεις τποτε... παιδ μου! 'Ελα να σε σφξω στην αγκαλι μου". 
     Χωρς να χσει καιρ, κνοντας να μλις βηματκι μπρος, αγκαλιζει το γιο, που τσα χρνια σκεφττανε στα μικρ διαλεμματα του ταραχδικου βου του, με τση νοσταλγα και λαχτρα. Κρατ επιτλους στα χρια, το βλαστρι, το στριγμα των γηρατειν, την ελπδα του, τη προκταση του εναι του! Αυτν το γιο που δε τον εδε να μεγαλνει και ν' ανδρεινεται, ωστσο τον αγαπει πντα.
     Ο Τηλμαχος, κπληκτος κι εμβρντητος ακμα απ την απροσδκητη τοτη εξλιξη, δε δεχνει να 'χει αντιληφθε πλρως το τρομερ τοτο συμβν. Δε δεχνει επσης να συμμερζεται τα του πατρς και δε συμμετχει ενεργ σ' αυτ τον εναγκαλισμ. σως φταει, κατ να μρος, η τρομερ δυσδια που αναδδει ο "ξνος", απ την απλυσι. Δε κλενει τα χρια του στον εναγκαλισμ, το να κρατει ακμα την ρπα και το λλο κρμεται σα νεκρ κτω κι εναι ακμα εντελς αμχανος.
     Τα μτια του Οδυσσα χουνε γεμσει δκρυα, αλλ καθς δε νιθει κτι ανλογο κι απ την λλη πλευρ, τραβιται πσω. Κοιτ προσεκτικ το γιο του, βλπει αμηχανα και πσω διακρνει ψγματα ενχλησης κι αδιαφορας!
 -"Παιδ μου... δε χαρεσαι που με βλπεις; Δε τραντχτηκε η καρδι σου; Δε καρτεροσες με λαχτρα τοτη τη στιγμ; Εγ... λα αυτ τα χρνια..."
 -"...Εκοσι ολκληρα χρνια ...και περιπλον..." διακπτει παρεμβανοντας ο Τηλμαχος, που σιγ-σιγ, δεχνει να συνρχεται απ το αρχικ σοκ!
 -"...λλο δε σκεφτμουν ...παρ εσνα και τη μνα σου .." (συνχισε  ο Οδυσσας σαν να μην εχε διακοπε καθλου, ωστσο η διακοπ αυτ κτι καταλγιασε μσα του!) "...πλευα με τους οχτρος με τα στοιχει κι ο νους μου τανε πντα εδ. Πρασα απ' που μπορε να φανταστε το νι μυαλ σου: πειρασμος, κινδνους, μορφα κι γρια μρη, θηρα και ξωτικ κι μως ποτ δεν φυγε η σκψη μου απ το νησ μας κι απ τους ανθρπους που αγαπ! ργησα... ργησα πολ... το ξρω... αλλ πστεψ με, τανε πνω απ τη θλησ μου..."
     Ο γηραλος, βρμικος νδρας σταμτησε να μιλ, νικημνος απ να χεμαρρο δακρων. κρυψε το πρσωπ του μσα στα χρια και ξσπασε στους ζορισμνους εκενους αντρικος λυγμος. Ο νεαρς, καθαρς πργκηπας, κοταζε, σο κενος ξεσποσε το πολχρονο ποταμ (νας ποταμς που μαζευτανε, στλα-στλα, εκοσι και πλον χρνια) που κρυβε μσα του. Κλησε πολς σιωπηλς χρνος, που δικοπταν μνον οι λυγμο. Μχρι που δειασε η κοτη -εν χρειστηκαν εκοσι χρνια να σωρευθε, εξαντλθηκε σε λιγτερα απ πντε λεπτ- κι η σιγ που ακολοθησε, σπασε απ τη φων του νεαρο:
 -"'Ακουσε ...πατρα...δε λω ... χεις κι εσ τα δκια σου... ωστσο ... κουσε κι εμνα λιγκι σε παρακαλ! Ββαια δεν εμαι τσο μπειρος, οτε κοσμογυρισμνος, οτε ξυπνος σο εσ, αλλ χω κι εγ ν' αρθρσω να λγο, μιαν ποψη! Θλεις να με ακοσεις;"
 -"...Ναι ... παιδ μου... φυσικ... σ' ακοω..." επε  και κρφωσε λος αγωνα, τα υγρ ακμα μτια, πνω στο βλαστρι του.
 -"Θα προσπαθσω να στα πω σο πιο μορφα γνεται, γιατ μαντεω τι πρασες πολλ. σο πιο λογικ, γιατ η φων της λογικς εναι κτι επιβεβλημνο τοτη τη στιγμ. σο πιο δκαια, γιατ κι η δικαιοσνη πρπει να ληφθε σοβαρ υπ' ψιν και να στα πω, τλος, σο πιο σντομα γνεται γιατ χω μθημα μουσικς σε λγη ρα κι μα λεψω θα δημιουργηθε ανασττωση..."
 -"...Μα ... τι μου λες ... τρα ... παιδ μου;"
 -"...Πριν 20 και πλον χρνια, σουν νας νος βασιλις, που 'χε γνει δη θρλος σ' λο τον ελλαδικ χρο! Εχες μιαν μορφη, νια γυνακα κι να μικρ παιδκι. Με μια φρση: εχες ,τι θα ονειρευταν κι ,τι θα ζλευε κανες για τη δικ του ζω. Για κποιους -ανεξιχναστους, ωστσο σεβαστος- λγους, επλεξες ν' ακολουθσεις να δρμο, που μοιραα σ' οδγησε μακρυ απ' λ' αυτ.
  "'Ακουσα πως λοι εσες οι γενναοι πρεπε να πτε να περιμαζψετε τη πρνη, την Ελνη και να... πριονσετε τα κρατα του Μενελου, που -ας εναι καλ ο αδελφς του- τανε βασιλις κι τσι θα καταγραφε τελικ στην ιστορα, απ να μρος μακρυν που θα 'πρεπε τελικ να καταστραφε, για χρη της και για χρη του, επειδ το νεαρ βλαστρι τους, τανε λιγκι ζωηρ κι μυαλο. Πατρα ... μεταξ μας... κι εγ χω πλαγισει με παντρεμμνη... -ξρεις πως εναι αυτ τα πργματα- λες να 'ρθει ο ντρας της με στρατ και να μας καταστρψει τελικ εναι και θμα δυνατοττων;"
 -"Μα τι μου λες τρα; Το χρος
..."

 -"Ποι χρος πατρα; Θα 'φτανα κι εκε, αμσως μετ τη σντομη εισαγωγ μου. Το χρος ενς Βασιλι, ενς συζγου και πτερα -κατ τη ταπειν, προσωπικ μου ποψη- εναι να βρσκεται κοντ στο λα, στη σζυγ και στο παιδ του. Γιατ λοι αυτο τονε χρειζονται! Γιατ ρχονται και πολ δσκολες στιγμς που 'ναι δυσβσταχτες χωρς αυτν, πστεψ με. Να λεψει, δε λω, αλλ για λγο και για πραγματικ σοβαρος λγους. Ξρεις πατρα με τ αντπαλο τα 'βαλες λ' αυτ τα χρνια; ...χι ... χι ... Δεν σαν αυτο οι πραγματικο σου εχθρο...αυτο δεν σαν τποτε...! Τα 'βαλες με το Χρνο και μλιστα σ' αυτ τη μχη, υπρξες αλαζν
 "Ο Χρνος ο γλπτης εναι παρφορος, ειν' αττητος και φθερει λγο-λγο, υπομονετικ κι αργ, λα μας τα καλ, ιδιατερα ταν εμαστε απντες. Ββαια, εσ εσαι πολ σωστς σ' λα σου κι τσι σ' φθειρε σαφς λιγτερο, μως δε του γλτωσες οτε κι εσ εντελς. ρχεσαι τρα εδ και μου ζητς να σου προσφρω κτι, τσι απτομα και ξαφνικ, ταν αυτ το κτι κερδζεται δευτερλεπτο-δευτερλεπτο, λεπτ-λεπτ, μρα-μρα, χρνο-χρνο και φυσικ με παρουσα. Πο σουν ταν εγ αρρσταινα; ταν κανα τα πρτα μου δειλ βηματκια; ταν μεγλωνα σιγ-σιγ και μαζ με μνα μεγαλνανε κι οι απορες κι οι ανησυχες μου; Τ μυστικ μου 'μαθες; Τξο; λογα; Γυνακες; χι! λειπες για το χρος. Σεβαστν, απολτως σεβαστν! Ωστσο εφθρης παρ' λο που 'φερες μ' επιτυχα -απ' σο μαθα- σε πρας το χρος σου!
  "Αλθεια τη μητρα τη σκφτηκες καθλου; Την φησες ολομναχη, νεαρ, ομορφολα και λυγερ, να περιβλλεται και να πολιορκεται απ τσους και τσους μορφους πργκηπες. Να 'φανει και να 'ξυφανει σ' αυτ τον αργαλει κι εγ να τη κρυφοκοιτ και να τη καμαρνω! Ξρεις τι κανε τις νχτες, ταν πστευε πως δε την βλεπε κανες; Σκπαζε τ' μορφο προσωπκι με τα κριννια χερκια της κι κλαιγε σο πιο αθρυβα μποροσε! Πγαινε στο δωμτι σας, στο κρεβτι το ολαδειο κι παιρνε να πουκμισ σου, το 'φερνε στο στμα το κερσινο και το φιλοσε κλαγοντας μ' αναφιλητ
  "ξιζε τελικ τσο το χρος σου πατρα, τις τσες απλειες; Εκενη μ' να πουκμισο αδειαν κι εσες λοι για μιαν Ελνη; ... χι ... μην απαντσεις ... συνεχζω παρακαλ... 
  "Πρασε καιρς τσι πατρα... πολς καιρς. Πσος; Μη μου ζητς να υπολογσω. Η πολιορκα μαινταν γρω της. Τσοι μορφοι νεαρο, τσον ξυπνοι κι ικανο, τσο ανδρεοι, τσο ντρες,-χι σο εσ, πουθεν-, αλλ τσο... παρντες! Τι πιστεεις λοιπν; Πσες νοιξες μπορε ν' αντισταθε μια νια καρδι που τη στεγννει η απουσα;
  "Μοιραα λοιπν, κποια απ' αυτς τις νοιξες -εκενη που το βασλειο περνοσε μια απ τις πιο δσκολες περιδους, χωρς το Βασιλι του- αφθηκε να ενδσει. Εκενο το πρω -τη κρυφοκοταζα- σηκθηκε, πλθηκε, χτνισε τα μορφα μακρι μαλλι, στολστηκε μ' μορφα κοσμματα και φρεσε το πιο μορφο φρεμα, κρυψε επιμελς το αδειαν σου πουκμισο, -αφο πρτα εχε κλψει για πολ κι εχε σκουπσει τα μτια της πνω του- βαλε να μορφο λουλοδι στα μαλλι και βγκε απ το δωμτιο, αφνοντας το απολλωλς παρελθν πσω, με μι πονεμνη αποφασιστικτητα.
  "Εχε διαλξει τον πρτο μεταξ σων -παρντων- παλικαριν! Εκενος δε γμισε το τερστιο κεν σου -μπορ εκολα να το υποθσω, αλλ δε ξρω κατ πσο σ' ανακουφζει- οτε κλυψε πλρια το δικ μου κεν. Απλ γινε για μνα πατρας-παρουσα και σζυγος-παρν για κενη. τσι λα τακτοποιηθκανε κατ τον καλλτερο δυνατ τρπο και σιγ-σιγ μα σταθερ, αποκαταστθηκε η ελλειπς ζω. Ξαναγρισε το χαμγελ μας -σως χι τσο πλατ σο θα το θλαμε αλλ πντως χαμγελο- κι λα πρανε πλι το χρμα τους. Χτσαμε στα ερεπι σου, λλα διαφορετικ κτρια. Τρα εσ με τον ερχομ σου, ζητς να τ' αλλξουμε λ' αυτ, να γκρεμσουμε και να ξαναχτσουμε απ την αρχ.
  "Αυτ η διαδικασα, -ακμα και σ' ιδανικτατες συνθκες, που δεν υπσχεται κανες πως θα τχεις, μλιστα εκτιμ πως οι πιθαντητες ειν' ενντιες-, εναι δσκολη, χρονοβρα κι εππονη. Εκτς μως λων αυτν, επιφρει τρομερς ανακατατξεις, τσο σωματικς, σο συναισθηματικς σε μας και στους γρω μας.   
  "Πατρα... εσαι σγουρος πως θλεις να το ζσεις λο αυτ, ειδικ μετ απ τσα που -περσαμε- πρασες; χεις κερδσει μχρι τρα, τη τρομερ και δοξασμνη φμη, τη μακρυν αγπη και νοσταλγα μας -το πουκμισ σου εναι μεν ακμα κρυμμνο αλλ εναι ...ακμα εκε- και το κρυφ μας καμρι. Εσαι σγουρος λοιπν πως θλεις να διακινδυνεσεις λα τοτα, διεκδικντας, σε μι αμφβολη μχη, κποια λλα παλι, σχεδν ξεχασμνα κι απενεργοποιημνα; Εκτιμ πως πολλ θα ρισκρεις κι εν χεις κερδσει πολλ σε απουσα. Εδες κι μαθες καλ πως οι μχες χουνε δυστυχς κι απλειες. Εσαι λοιπν σγουρος; Σκψου το...        
  "Εγ τρα ...λυπμαι, πρπει να σ' αφσω... χω δη αργσει στο μθημ μου, αλλ χω να πω και τοτο το τελευταο: Πατρα ...χρηκα που σε γνρισα επιτλους, στω κι αργ κι δωσα μορφ στο, μχρι τρα, τυφλ θαυμασμ μου. Αν φγεις τσι πως ρθες, διαφυλσσοντας κεκτημνα, θα καταλβω και κανες ποτ δε θα μθει πως ρθες και φυσικ σε τποτε δε θα πσεις στα μτια μου. σα-σα, ο θαυμασμς μου για μιαν ακμα ανδρεα ενργει σου -γιατ αναγνωρζω τ ανδρεα  απαιτεται για να γνει λο τοτο- θα μεγαλσει κι λλο. Αν η απφασ σου εναι να εγερεις τελικ νον αγνα -που κι εκε απαιτεται επσης ανδρεα τρομερ- και να διεκδικσεις τα χαμνα, σου δνω υπσχεση να τχεις, απ μνα τουλχιστον, τμιας αντιμετπισης. Ελπζω κι εσ να ξρεις τ ανδρεα απαιτεται απ μνα για κτι ττοιοΓεια σου πατρα... και να με συγχωρες πολ αν σε λυπσανε τα λγια μου"...
     Ο Οδυσσας κονησε το κεφλι μηχανικ, μνοντας να κοιτ το κεν, εκε που πρτα στεκε ο γιος του! Ο οποος απομακρνθηκε βιαστικ, προς τα ενδτερα του παλατιο, ωστσο πριν χαθε πσω απ τους τοχους ριξε μια τελευταα ματι στον καταβεβλημνο, βρμικο ντρα. θελε να κρατσει, για τη περπτωση που δε τονε ξανβλεπε ποτ, μια τελευταα εικνα. Δεν νιωθε παραμικρ τψη για σα επε, παρλο που 'πε και μερικ ψμματα. Μερικ τσα δα ψεμματκια που δεν καναν κακ. Για το μνο ψεμματκι που 'πε και τπτεται απ' αυτ, εναι κενο περ της τμιας αντιμετπισης, αλλ μσα του ξρει -κι εχεται μλιστα ολψυχα- πως μλλον δε θα χρειαστε να το δεξει πραγματικ. 
     Ο κουρασμνος, ρακνδυτος, βρμικος ντρας κατηφορζει αντθετα το δρμο που ανβηκε πριν λγη ρα -και με πση λαχτρα- με βμα αργ και κουρασμνο, γεμτος σκψεις. Στ' αυτι του ηχε ακμα παρξενα η φων του γιου, που μσα σε λγα λεπτ, αφαρεσε το λγο λων εκενων των ταλαιπωριν, κατ τη δεκαετ επιστροφ. Φων λογικ, δε μπορε να μη το παραδεχθε αυτ κι αυτ η σκψη τονε κνει να νισει περφανος γι' αυτν και ντροπ που αρχικ τον αδκησε, με τη πρτη ματι.
     Φτνει ξαν πσω στην ακτ και στην κρη του κματος, βλπει μικρ κομμτια ναυαγου, -σως να 'ν' απ το δικ του ναυγιο, κανες δε ξρει, ο κσμος εναι τσο μικρς και τσο μγας- να χτυπνε στα βρχια.
     Στκεται πνω σε να βρχο κι αγναντεει πρα τον ορζοντα σκεφτικς!

                          - - - - - - - - - - - - - - - 

   ...Εκε τον πιασε αυτ τη φορ η φαντασα μου... κι εγ λτρεψα αυτ τον ρωα κι εγ τονε χιδεψα λιγκι, βζοντας στο στμα του Τηλμαχου αυτ τα γλυκ ψεμματκια. Θα μποροσαν να 'ναι πολ χειρτερα τα πργματα.  Υπρχουνε χρη και χρη. Μερικ πληρνονται, μερικ πληρνουν. σο και να τονε λατρεω μως, δε μπορ να υποσχεθ τποτε. Οτε τμια μχη, οτε το βρχο της Ωγυγας το νησ των Φαικων.
     Εκε εχε φθσει νικητς, παρλη τη πρσκαιρη ττα κι ταν διεκδικσιμος ελω χρους και παρελθντος. Τρα δεν εναι πια τσι. Δεν χει χρος και το παρελθν τον απεμπλησε. Μτε μπορ να του υποσχεθ λλες Ωγυγες κι μορφες νμφες. Δε μπορ επσης να δσω πσω τα νιτα και το σφργος του. Οτε μπορ να τονε γυρσω πσω στην αρχ να ξαναεπιλξει, αν κι εμαι σγουρος πως πλι τα δια θα επλεγε.
     Στκεται λοιπν σκεφτικς πνω σ' να βρχο κι αγναντεει πρα το μακρυν ορζοντα. τσι τονε φαντστηκα και τρα θα 'θελα να κλεσω αυτ το κεμενο προσπαθντας, σο αυτ εναι δυνατ, να μπω λιγκι στη σκψη του.

                              - - - - - - - - - - - - - - - - 

    Στκεται σκεφτικς πνω σ' να βρχο κι αγναντεει πρα το μακρυν ορζοντα. Εδε κι μαθε, πως στο δρμο προς το χρος, μπορε κανες να γνωρσει τα πντα. Χωρς το χρος να τον ωθε, νιθει κενς κι η πορεα δεν χει πια γοητεα. μαθε επσης πως το χρος μπορε να 'ναι τποτε, απλ να σημδι τερματισμο, σ' ναν αγνα δρμου. ρα λοιπν εκενο που χρειζεται τρα ειν' να χρος...
     Για πρτη φορ χαμογελ στω και πικρ. Πετ να βτσαλο στην ρεμη θλασσα, με ττοια δναμη και δεξιοτεχνα, που κνει πμπολλες αναπηδσεις πνω στα νερ και βουλιζοντας, στη τελευταα, κνει και τη θλασσα να χαμογελσει, μ' να χαμγελο που λο πλατανει...

                                                Δεκμβρης 2001
---------------------------------------------------------------------------

   * Αναφρομαι στο κεμενο μου με ττλο "Διξοδος".

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers