Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Παραμύθια 

Ο Πρίγκηπας Της Λάσπης

 

     Μια φορά κι ένα καιρό, ήταν ένα μικρό βατραχάκι. Ήταν μικρό μα ξεχωριστό, γιατί είχε καταφέρει -χωρίς να ξέρει κανείς πως- να δει και να μάθει, πάρα πολύ σπουδαία και σοφά πράματα. Στην αρχή, που δεν είχε συνειδητοποιήσει ακόμα, τι μετέφερε στο μικρό του μυαλουδάκι, ήταν ήσυχο κι ευτυχισμένο. Κυλιόταν στη λάσπη του και τις νύχτες, αφού χόρταινε να κυνηγά νοστιμότατα έντομα, με την ευκίνητη και ταχύτατη γλώσσα του, άρχιζε να τραγουδά χαρούμενα, κοιτάζωντας στον ουρανό, τα άστρα και το φεγγάρι.
     Όσο μεγάλωνε όμως και σιγά-σιγά συνειδητοποιούσε, το βαρύ του φορτίο, διαπίστωσε με φρίκη, πως δε μπορούσε πια να χαίρεται στο βούρκο. Δε μπορούσε να ικανοποιείται, τρώγωντας μόνον έντομα και ζωύφια. Λαχταρούσε ένα καλύτερο χώρο και πιο έξοχα εδέσματα. Το μόνο που συνέχιζε ν' απολαμβάνει -και μάλιστα εντονώτερα- ήταν το ...χάσιμό του τις νύχτες, στον ουρανό. Σπαταλούσε το χρόνο του 'κεί, παραμελώντας άλλα ζωτικότερα πράματα.
     Όλοι οι άλλοι βάτραχοι, στην αρχή παραξενεύτηκαν, αλλά μετ' από λίγο, άρχισαν να το κοροϊδεύουν. Κάποια τέτοια νύχτα ίσως, -όπως η αποψινή-
πρέπει να 'ταν που άρχισε να του μπαίνει η Μεγάλη Ιδέα! Να ζητήσει από το Βασιλιά του Δάσους, να του επιτρέψει, να μεταφέρει τις γνώσεις του και στ' άλλα ζώα! Γιατί έβαλε τέτοια ιδέα; Να 'χε ευγενικές προθέσεις; Να 'θελε να παραστήσει το σπουδαίο; Να 'θελε να βελτιώσει, μέσω όσων γνώριζε, το τρόπο ζωής όλων των άλλων ζώων; Κανείς δεν ήξερε!
      'Απαξ και του μπήκε η ιδέα, ήταν πια σίγουρο, πως κανείς δε θα μπορούσε να του αλλάξει μυαλά. Μόλις καταστάλαξε μέσα του όλο τούτο, θέλησε να το εφαρμόσει άμεσα. Ζήτησε ακρόαση από το Βασιλιά. Φυσικά δεν έγινε δεκτό, ένα τόσο ανάρμοστο αίτημα και μάλιστα χωρίς επεξηγήσεις. Το βατραχάκι ένιωσε πολύ άσχημα κι άρχισε να σκέφτεται τους πιθανούς λόγους, τούτης της άρνησης.
     Το πρώτο που 'κανε, ήταν να καθρεπτιστεί ένα καθάριο πρωΐ, στη λιμνούλα, που 'ταν πεντακάθαρη. Είδε πως ήταν ένα όμορφο βατραχάκι, μα είχε πολλά σημάδια -έτσι του φάνηκε τότε-, από λάσπη. Βάλθηκε λοιπόν να τσαλαβουτά για να καθαριστεί εντελώς και μόλις το κατάφερε, ζήτησε πάλι ακρόαση. Πάλι όμως δεν έγινε δεκτός, αλλα αυτή τη φορά όμως, ο Βασιλιάς -που ήταν και διπλωματικός πολιτικός- ζήτησε να του μεταβιβάσουν, πως ήταν τρομερά απασχολημένος.
     Ο φίλος μας, κατάλαβε αμέσως, πως είχε δίκιο στην αρχική του εκτίμηση: ήθελε πλύσιμο, γι' αυτό κι αυτή τη φορά, δεν διώχτηκε χωρίς εξήγηση. Σκέφτηκε λοιπόν τι άλλο θα 'πρεπε να διορθώσει, ώστε να γίνει δεκτός και μάλιστα παιδεύτηκε πολύ. Κατέληξε πως μάλλον έπρεπε να φορέσει γυαλιά. Ναι! Γυαλιά! Είχε προσέξει, πως όλοι οι σοφοί τούτης της γης, φορούσαν, έστω κι αν κοιτούσαν, πολλές φορές, πάνω απ' αυτά.
     Τσακίστηκε πάραυτα να βρει ένα καλό ζευγάρι μα δεν ήταν κάτι εύκολο. Παιδεύτηκε κάμποσο και μόλις βρήκε, αμέσως μετά, ζήτησε άλλη μια φορά να δει το Βασιλιά. Είδε με χαρά κι αγαλίαση, πως αυτή τη φορά, οι φρουροί, τον αντιμετώπισαν με πάρα πολύ καλό τρόπο. Ο Βασιλιάς άκουσε το σεβασμό στη φωνή, εκείνου που του τον ανήγγειλε κι άρχισε να μελετά σοβαρά, το αίτημα. Κοίταξε τον υπηρέτη του προσεκτικά και τον ρώτησε μήπως ο υπήκοος του 'χε πει, τι τον ήθελε. Ο άλλος, ταραγμένος, διαπίστωσε πως του 'χε διαφύγει να ρωτήσει κάτι τέτοιο και φυσικά, άκουσε τα ...σχολιανά του. Έφυγε τέλος με την εντολή, να τον διώξει ευγενικά κι άλλη φορά να προσέχει, να ρωτά τι και πως!
     Ο μπιστικός μετέφερε όντως, με πολύ όμορφο τρόπο, την άρνηση του Αρχηγού, αλλά του υποσχέθηκε πως θα τον δεχτούν κάποια άλλη στιγμή στο μέλλον, που θα 'ναι τα πράματα πιο χαλαρά. Ο βάτραχος, άλλη μια φορά, συνεχάρη τον εαυτό του με την ιδέα του και κατάλαβε, πως πια ήταν κοντύτερα στον αρχικό του στόχο. Έφυγε και περίμενε να λάβει τη κλήση -είχε πιστέψει πως κάποια στιγμή θα τον καλούσε ο ίδιος ο Βασιλιάς- να σπεύσει στο Παλάτι, μα ο καιρός περνούσε και τίποτε!
     Όταν πείστηκε πια πως δε θα κληθεί, άρχισε πάλι να σκέφτεται τι να διορθώσει, ώστε να το δεχτουν. Ν' αφήσει γενειάδα! Ναι! Αυτή είναι καταπληκτική ιδέα! Οι σοφοί τούτης της γης, είχαν όλοι γενειάδες, μα... δεν ήταν κάτι εφικτό... Πόσο απογοητεύτηκε όταν το συνειδητοποίησε! Αλλά πολύ σύντομα έλαμψαν τα μεγάλα μάτια του, από χαρά, γιατί μπορούσε να φτιάξει μια!
     Έκανε κρυφές επισκέψεις στη φωλιά του κυρ- Λαγού και μάζευε τις άσπρες τρίχες του. Όταν είδε πως είχε μαζέψει αρκετές, έφτιαξε όχι μόνο γενειάδα, μα -σε μια έμπνευση της στιγμής- και μια όμορφη περούκα! Πρόσεξε, πως αυτό του 'δινε κύρος κι ανάστημα. Έφτιαξε κι ένα ζευγάρι ψηλοτάκουνα, αυτοσχέδια παπούτσια κι όταν θα εμφανιζόταν θα φούσκωνε -όπως μπορούσε θαυμάσια, να κάνει- το λαιμό του κι αυτή τη φορά, είχε στο τσεπάκι την έγκριση.
     Πήρε το δρόμο για το παλάτι, με πολύ κόπο, γιατί δυσκολευόταν να στηριχθεί στα παπούτσια όντας αμάθητος -άσε που τον στενεύανε κι όλας- κι εκτός αυτού, είχε να διορθώνει κάθε τρις και λίγο, τη περούκα, που έχανε τη ...φόρμα της, από το ασταθές βάδισμα του. Μα δεν ήταν μόνο αυτό το ζόρι! Κάθε φορά που διόρθωνε τη περούκα, πέφτανε τα γυαλάκια στα μάτια, με αποτέλεσμα να μη καλοβλέπει κι άρα να σκοντάφτει στα μικροεμπόδια και να του ξαναπέφτει η περούκα και ...πάει λέγοντας. Διορθώνοντας εναλλάξ και με σταθερή συχνότητα, παπούτσια-περούκα-γυαλιά, έφτασε κατάκοπος και με κάπως πεσμένο ηθικό, στη Πύλη.
     Εκεί κοντοστάθηκε κι έκανε μια τελευταία κάλη διόρθωση -έτσι ήλπιζε τουλάχιστον- και προχώρησε προσεκτικά τα λίγα τελευταία μέτρα, μέχρι το σημείο που 'ταν ο φρουρός και μίλησε όσο πιο στρωτά, θαρραλέα και καθαρά μπόρεσε. Ζήτησε ακρόαση από το Βασιλιά κι όταν ο άλλος -ορμηνεμένος- το ρώτησε το λόγο, του εξήγησε την ιδέα του. Η φωνή του -εκτός των άλλων- βγήκε και κουρασμένη, πράμα που του προσέδωσε ακόμα μεγαλύτερο κύρος. Ειδικά στα μάτια του εντυπωσιασμένου μπιστικού, που τα μάτια του είχαν δει λίγα σε τούτη τη γη. Τον άκουσε μ' ανοιχτό το στόμα, χάνωντας τη λαλιά του κι όταν τέλειωσε, του έγνεψε να περιμένει και μπήκε τρέχοντας μέσα.
     Ο Βασιλιάς τον άκουσε προσεκτικά, πρόσεξε έκπληξη και σεβασμό στη φωνή και στο βλέμμα του και προβληματίστηκε πάρα πολύ. Ο νους του έτρεξε σ' άλλα μονοπάτια. Φοβήθηκε το βάτραχο, που 'χε κερδίσει μ' υπομονή κι επιμονή, το σεβασμό του παρακατιανού, μη του πάρει το σκήπτρο, αν μάλιστα είχε τέτοιο εντυπωσιακό παρουσιαστικό κι είχε και σημαντικά πράματα να πει - που αυτός ως ώρας αγνοούσε-, τότε ήθελε προσοχή! Πρόσταξε τον υπηρέτη να το μπάσει να περιμένει, στην αίθουσα συμβουλίων, να κρατήσει εχεμύθεια -προφασίστηκε πως ίσως είχε να πει κάτι μυστικό ο ...κύριος- και να τους αφήσει εντελώς μόνους.
     Γύρισε στα ιδιαίτερα δώματα του κι άλλαξε χίλιες φορεσιές, μέχρι να αποφασίσει τι θα φορέσει, ώστε να μην υστερήσει σε εμφάνιση, στολίστηκε
με εντυπωσιακό τρόπο και στο τέλος, έβαλε στο κεφάλι το καλύτερο λοφίο
του. Τότε μόνο, όταν ένιωσε άνετος κι επιβλητικός, πέρασε στην αίθουσα, ενώ είχε περάσει αρκετή ώρα. Είχε καταλάβει πως είχε στήσει το κύριο βάτραχο μα πίστευε πως έτσι θα του 'σπαζε το τσαμπουκά και περίεργος μπήκε...
     Ο βάτραχος δε πίστευε στ' αυτιά του και συνεχάρη, άλλη μια φορά τον εαυτό του, για τις ...βελτιώσεις του, ως προς το σοφιστικοβατραχοimage του. Μπήκε θαμπώμενος μέσα στο παλάτι και στην αίθουσα που τον έβαλαν να περιμένει. Όσο περνούσε η ώρα όμως, μεγάλωνε ο εκνευρισμός κι η ανασφάλεια που 'νιωθε. Ευτυχώς όμως, ήξερε πως αυτό που 'χε να πει ήταν αρκετά σημαντικό κι ήλπιζε να καταφέρει να πείσει και το Βασιλιά.
     Όταν μπήκε ο Πρώτος των ζώων, υποκλίθηκε συνεπαρμένος και δυστυχώς, γυαλιά-περούκα-παπούτσια, χάσανε κάπως τη ...φόρμα τους. Είχε ξεχάσει βλέπετε, πως τα φορούσε, μα πρέπει να 'ταν πολύ αστείο θέαμα, γιατί άκουσε ένα κοροϊδευτικό γέλιο να δονεί το χώρο. Ο Καπετάνιος βαστούσε τη κοιλιά του και με κόπο κατάφερε να σοβαρευτεί και πάνω που το 'χε καταφέρει, άκουσε το λόγο που 'φερνε 'δώ μέσα, τούτο 'δω το υποκείμενο και ...ξαναξεράθηκε στα χάχανα!
     Ωστόσο σκέφτηκε πονηρά! Είδε πως δεν είχε να φοβάται τίποτε απ' αυτόν, προς το παρόν, αλλά ήξερε επίσης πως ήταν αρκετά ευρηματικός, επίμονος κι υπομονετικός κι έτσι έπρεπε να του δώσει ένα καλό μάθημα, άπαξ δια παντός! Όσο για το πως θα γινόταν αυτό... έ φυσικά θα τον άφηνε να ...μιλήσει στο πλήθος και τεχνηέντως θα τον ρεζίλευε. Γρήγορα είχε καταστρώσει σχέδιο δράσης και ...δέχτηκε το αίτημα, παριστάνωντας τον σκεπτικό και τον προβληματισμένο -ενώ μέσα του ακόμα γελούσε- και κάλεσε αμέσως τους κήρυκες! Έδωσε εντολή επιτακτικά, ορίζωντας τη μέρα που θα 'πρεπε να μαζευτούν όλα μα ΟΛΑ τα ζώα, για ν' ακούσουν τι έχει να τους πει αυτός ο ...κύριος. Ύστερα αποσύρθηκε κι ο βάτραχος οδηγήθηκε έξω τυπικότατα!
     Σαν έφτασε 'κείνη η μεγάλη μέρα, ο ήρωάς μας, ένιωθε κύριος της κατάστασης. Είχε ετοιμάσει το λόγο του, τον είχε κάνει πάμπολλες πρόβες, κοιτάζωντας τον εαυτό του στη λιμνούλα. Επίσης, είχε βελτιώσει εμφάνιση και στυλ κι έφτασε στο τόπο της συνάντησης σίγουρος, πως θα τύχει της δέουσας προσοχής.
     Τα ζώα είχαν μαζευτεί από νωρίς, παραξενεμένα κι όταν όλα ετοιμάστηκαν βγήκε ο Βασιλιάς και τους απηύθυνε χαιρετισμό. Τους μίλησε λιγάκι με συνηθισμένα λόγια κι ύστερα -με τέχνη και λόγο εξαιρετικό- τα ρώτησε αν έχουν κανένα παράπονο. Φυσικά πήρε, δια βοής την απάντηση που 'θελε και τότε μορφάζωντας αδιάφορα, ζήτησε τη ...προσοχή τους στο Κύριο Βάτραχο, που 'χε, λέει, να τους πει κάτι σημαντικό. Μπορεί να το 'πε σοβαρά μα με τέτοια σημασία που 'ταν σα να 'λεγε "και τώρα θα ...σπάσουμε πλάκα"! Τέλος με μια θεατρινίστικη κίνηση τους τον ανήγγειλε κι αποτραβήχτηκε πιο πίσω!
     Ο βάτραχος, ανέβηκε στο πόντιουμ, που 'χε ετοιμαστεί, μη ξέροντας ότι είχε συμβεί κι άρχισε να τους μιλά, αν κι ...είχε τρακ λόγω που πρώτη φορά μιλούσε σε τόσο πλήθος. Αυτό τον έκανε να κομπιάσει στις πρώτες φράσεις:
 -"Αγαπητοί μου συντοπίτες ...εεε... έχω να σας πω... εεε... κάτι πολύ σημαντικό... εεε για ... γιαα... εεεε... α για όλους μας..."
     Στο σημείο αυτό, το κοινό χλεύασε, γιατί άρχισε να ...βαριέται! Ο βάτραχος μας, τα 'χασε:
 -"Θα με αφήσετε να μιλήσω"; τους ρώτησε
 -"ΟΧΙΙΙΙ"! του 'παν όλοι, εν χορώ, "γιατί είσαι άσχημος με αυτά τα μαλλιά"!!
     Έβγαλε αμέσως τη περούκα του και ξαναπροσπάθησε μα αυτή τη φορά τους ενοχλούσαν τα γένεια του. Έπειτα τα παπούτσια και μετά τα γυαλιά κι όταν εκείνος απαλλάχτηκε απ' όλα αυτά, δε κατάφερνε να επιβληθεί πια σ' έναν εντελώς ξεσάλωμενον όχλο! Αναγκάστηκε να κοάσει δυνατά! Του είπαν πως δεν είχε όμορφη φωνή και πως δεν ήθελαν να ακούσουν τίποτε άλλο! Προσπάθησε να κάνει τη φωνή του γλυκειά κι όμορφη μα τελικά διαπίστωσε πως είχε χάσει ειρμό, ηθικό και σθένος.
     Τώρα και να τον άφηναν να μιλήσει δε θα κατάφερνε να τους τα πει στρωτά κι όμορφα, όπως τα 'χε σχεδιάσει! "Ευτυχώς" σκέφτηκε "που το θέμα που 'χω να τους 'πω, είναι πάρα πολύ σημαντικό" κι αποφάσισε να συνεχίσει τη προσπάθεια. Αυτή η σκέψη τον έκανε να αντλήσει δυνάμεις κι άρχισε πάλι να μιλά. Θα τα 'χε ίσως καταφέρει μα 'δω επενέβη ο Βασιλιάς. Δηλαδή όχι ο ίδιος, απλώς είχε βάλει μέσα στο πλήθος έναν έμπιστο και του 'κανε νόημα. Εκείνος σηκώθηκε, πλησίασε το βάτραχο και του 'πε, περιφρονητικά:
 -"'Ακουσε βατραχάκι, γύρνα στη λάσπη σου να χάφτεις μύγες και μη μας τρως το χρόνο με τις μπουρδολογίες σου! Εμπρός! 'Αειντε ντε!!! και στο τέλος αυτής της άσχημης φράσης έκαμε κάτι ακόμα πιο άσχημο: τον έφτυσε κοροϊδευτικά!
     Τότε, μπροστά στα έκπληκτα μάτια όλων και του Βασιλιά, συνετελέσθη ένα μεγάλο θαύμα: Ο βάτραχος μεταμορφώθηκε σ' ένα πανέμορφο κι υπέροχο πρίγκηπα! Όλοι - κι ο Βασιλιάς ακόμα- έμειναν άφωνοι! Ο βάτραχος-Πρίγκηπας, που δεν είχε καταλάβει πως είχε αλλάξει, θεώρησε πως επιτέλους είχαν πειστεί ν' ακούσουν κι ...άδραξε την ευκαιρία:
 -"Λοιπόν, επιτέλους, έχω να σας πω πως το δάσος μας κινδυνεύει! Θα 'ρθουν γερανοί κι ένα σωρό άλλα μηχανημάτα και θα μας το καταστρέψουνε, για να φτιάξουνε μεγάλα κτιριακά συγκροτήματα! Αν δε κάνουμε κάτι γι' αυτό ή να φύγουμε γρήγορα, πολλοί από 'μας -ίσως κι όλοι- θα χαθούμε..." σταμάτησε γιατί διαπίστωσε ξαφνικά, πως η φωνή, του 'βγαινε διαφορετική κι ότι κοιτούσε το πλήθος από πιο ψηλά, σε σχέση με πριν. Κοίταξε τα χέρια του και τότε τα θυμήθηκε όλα...
     Κάποιος μεγάλος μάγος, τον είχε κάνει βάτραχο, επειδή ήταν διάδοχος του θρόνου κι όχι μόνον αυτό, μα ήθελε να αποτρέψει αυτή τη καταστροφή, που είχαν αποφασίσει όλοι οι άλλοι -με το ...αζημειώτο φυσικά- κι ήθελε με αυτό το τρόπο να τον ξεφορτωθεί κρυφά!
     Πίσω στην αίθουσα είχε επικρατήσει σιωπή, που την έσπασε ο Βασιλιάς, πλησιάζωντας τον και του είπε συγκινημένος:
 -"Πρίγκηπά μου, μεγάλη μας τιμή και πολύ όμορφα θα τα 'πατε όλα τούτα, σίγουρα. Ζητώ συγγνώμη που δε σας αντιμετωπίσαμε κατά πως έπρεπε, μα ...δε ξέραμε... Όμως πρέπει να σας πω πως τώρα πια δε σας καταλαβαίνουμε, ότι κι αν μας λέτε! Δε γνωρίζουμε τη γλώσσα των ανθρώπων"!
     Ο Πρίγκηπας-βάτραχος δε καταλάβαινε λέξη, απ' όσα του 'λεγε, εκείνο το ζωάκι 'μπρός του κι έτσι στράφηκε πάλι στο κοινό:
 -"Πρέπει να φύγετε γιατί αυτό το μακροπρόθεσμο πρόγραμμα υλοτομίας, τουριστικής εκμετάλλευσης και τσιμεντοποίησης του δάσους αυτού, μπορεί να 'χει ξεκινήσει ήδη"!
     Όλοι τον άκουγαν πολύ προσεκτικά. Κρέμονταν απ' τα χείλη του κυριολεκτικά κι όντως κατέβαλλαν φιλότιμες προσπάθειες, να  τον
καταλάβουν, μα του κάκου!
     Ο Βασιλιάς πλησίασε και του 'γλυψε το χέρι. Τότε ένα δεύτερο θαύμα γίνηκε στη κατάμεστη αίθουσα: Ο Πρίγκηπας-βάτραχος  ξανάγινε βατράχι δια μιας. Νέα βουβαμάρα, νέα έκπληξη στο κοινό, που κράτησε λίγο, όσο να γίνει αντιληπτή η νέα αλλαγή. Τώρα ο βάτραχος χάρηκε που 'δε πως μπορούσε να τους εξηγήσει κι άρχισε να μιλά πάλι. Εκείνοι όμως δε τον άφησαν κι άρχισαν να τον κοροϊδεύουν πάλι.
     Στην αρχή, χειροκρότησαν ειρωνικά κι έπειτα τον πρόγκηξαν, πνίγοντας τα ανήσυχα λόγια του, πριν καν προλάβει να αρθρώσει μια φράση.
     Έπειτα από κάμποσο καιρό -από 'κείνη τη μέρα- όταν πια τα μηχανήματα έπαιρναν, ένα-ένα, μπρος με κατεύθυνση το δάσος, ο Βάτραχος-πρίγκηπας είχε εκδιωχθεί. Είχε ανακαλύψει τις χαρές της λασπουριάς, τη γλυκειά γεύση των εντόμων και τη μαγική ομορφιά του νυχτερινού ουρανού. Κι όλα τούτα τα 'κανε τραγούδια και τα κόαζε τις νυχτιές, αρκετά μακριά από 'κει...
              
βρεκεκεκεξ κουαξ κουαξ
               Βοήθα μούσα, για να 'πω σ' αυτούς εδώ τους στίχους,
               της μίζερης μου της ζωής, το λάθος το τρανό
               ακουώντας να πλησιάζουνε, του Χάροντα τους ήχους
               και πριν στη Γη που μ' έθρεψε, βαθιά θε να χωθώ.

               Γεννήθηκα, μεγάλωσα και μόλεψα το νου μου,
               μ' αυτά που λεν' Ιδανικά, Όνειρα και Ελπίδες
               και πίστεψα, σε μια στιγμή του άγονου του βιού μου
               ότι γραφτό μου ήτανε να σπάσω τ'ς αλυσίδες.

               Και έβγαινα κοάζωντας στη Λάσπη μου συργιάνι,
               καμαρωτός, θαρρεύωντας πως ήμουν Εκλεκτός.
               Εγώ ο μόνος Βάτραχος -αχ νου που 'χες φυράνει!-
               που με φιλί Πριγκήπισσας, Πρίγκηπας θα γενώ τρανός!

               Τώρα που μου 'ρθε το μυαλό, πίσω στα σύγκαλά του
               και πλατσουρίζω ήσυχος, δίχως τις ψευδαισθήσεις,
               παράτησα το Θρόνο μου και όλα τα καλά του,
               μα έχασ' ήδη μια ζωή και μύριες συγκινήσεις!

               Κι εγώ που τόσο πόθησα, μια μέρα να ταφώ,
               μ' ένα μεγάλο επίγραμμα στη πλάκα μ' από πάνω,
               θα σβήσω κάποιο δειλινό κι ευτύς θα ξεχαστώ,
               σα να μη πέρασα ποτέ στο Κόσμο τον Επάνω!
                                                         βρεκεκεκεξ κουαξ κουαξ

"...Για ένα καθυστερημένο 
    φιλί και μια πολύ
                        Δεκέμβρης 2003
    βιαστική φτυσιά..."

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers