Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Παραμύθια 

Το Κάλεσμα

 

     Ήτανε μια φορά κι ένα καιρό, ένα όμορφο παληκάρι που το λέγανε Κρίτονα. Είχε πολύ όμορφη και ζεστή φωνή, μα πιο ζεστή ήταν η καρδιά του.
     Τραγουδούσε πάντα, ότι κι αν έκανε. Δούλευε; Τραγουδούσε! Έκανε περίπατο; Τραγουδούσε! Λένε μάλιστα πως και τις νύχτες τραγουδούσε στον ύπνο του, αντί για παραμιλητό, μα αυτό δε μπορούμε να το πούμε για σίγουρο.
     Όπως είναι φυσικό, είχε μεγάλη απήχηση στις κοπελιές, μα ήταν μοναχικός και δεν έδειχνε να ενδιαφέρεται για καμιά. Παρόλο μάλιστα που σ' όλα του τα τραγούδια υπνούσε τον έρωτα. Στη πραγματικότητα, έδειχνε να μην έχει αγγιχτεί απ' αυτόν.
     Χρυσή καρδιά, πρόσχαρος και πάντα χαμογελαστός μ' όλους. Γυρνούσε στις ρούγες και τραγουδούσε... τραγουδούσε... Το παραμικρό το 'φτιανε τραγούδι κι αυτό το ταλέντο το 'χε από μικρός.
     Περνούσε ο καιρός. Όλοι κι όλες τον λάτρευαν κι εκείνος -παρόλα όσα είπαμε- ήταν αποστασιοποιημένος. Αν μάλιστα μπορούσε να διαβάσει κανείς καλά στα μάτια του -εκείνος πίστευε πως κρυβόταν καλά- ή είχε τη δυνατότητα να το παρατηρήσει, στις πιο προσωπικές του στιγμές -τις λίγες που δε τραγουδούσε δηλαδή- ή ακόμα αν πρόσεχε -αντί το τραγούδι- τη ψυχή του, την ώρα που κελαηδούσε γλυκά, θα διέκρινε έστω και με κάποια δυσκολία, πως κάπου μέσα του βαθιά, κάτι τον απασχολούσε και τον βασάνιζε.
     Κανείς όμως, καμιά, δε προσέχει τέτοια, τη στιγμή που προσλαμβάνει ένα τόσο γλυκό κι ευχάριστο ερέθισμα. Να πούμε είναι στην ανθρώπινη φύση; Ίσως! Αν όμως -αντίθετα- νιώσουμε ...πεινασμένοι, τότε κοιτάμε ανήσυχα κι ερευνητικά γύρω μας, να δούμε, πως και γιατί δε λάβαμε τη ..."τροφή" μας! Τότε μάλιστα! Ευαισθητοποιούνται οι ...κεραίες μας και δεν είναι διόλου κακό αυτό καθ' αυτό το γεγονός, όσο που ευαισθητοποιούμαστε, -λίγο ή πολύ- πικρόχολα προκατειλημμένοι κι έτσι μ' αυτό το "φίλτρο" μπροστά, πάλι δε βλέπουμε καθαρά. Τέλος πάντων!
     Ο Κρίτονας ήταν αυτός που 'ταν και κανένα δε πείραζε κι όχι μόνο, μα τουναντίον, ευχαριστούσε με τη παρουσία και το τραγούδι του, όλο το κόσμο γύρω. Κι αυτό μετράει σ' αυτή την ιστορία!
     Όλα άλλαξαν όταν έφτασε στο τόπο τους η Γιόνη. Μια πανέμορφη κοπέλα γύρω στα δεκαοχτώ. Τότε ο Κρίτων άρχισε ν' αλλάζει σιγά-σιγά. Στην αρχή το τραγούδι του πήρε πιο χαρούμενη κι ερωτική χροιά, ύστερα πέρασε στη θλίψη και στη μελαγχολία κι αυτό κάποια στιγμή επέφερε την οριστική του σιωπή.
     Τι είχε συμβεί; Όπως ήταν αναμενόμενο, ο νεαρός ετρώθη από τα βέλη του έρωτα. Μαγεύτηκε απ' αυτήν κι άρχισε να τη περιτριγυρίζει και να τη φλερτάρει με το τρόπο που 'κείνος ήξερε -και που εδώ δεν αφορά να ελέγξουμε αν ήταν ή όχι ο ενδεδειγμένος- μα εκείνη έδειχνε να 'ναι αλλού γι' αλλού. Για να 'μαστε ακριβείς, στην αρχή έδειξε κολακευμένη σαγηνεμένη και μαγεμένη από το τρόπο, το παρουσιαστικό, το χαρακτήρα και το τραγούδι του. Έπαιξε ρόλο επίσης, που 'κείνος μέχρι στιγμής, δεν είχε δείξει τέτοιο ενδιαφέρον σ' άλλο κορίτσι, πράμα που τη κολάκεψε πιότερο.
     Περίμενε λοιπόν πως και τι, να περάσει από το στενό της και λαχταρούσε να τον ακούει να της τραγουδά, εκείνα τα τραγούδια, που 'ξερε πως τα 'φτιαχνε για 'κείνη. Εκείνος αρχικά, ένιωσε αιφνιδιασμένος απ' αυτό το -πρωτόγνωρο για 'κείνον- συναίσθημα που 'νιωθε. Ήθελε να περνά από το στενό της, κάθε φορά και πιο πολύ. Έβγαζε καλύτερους στίχους κι η φωνή του γινόταν ακόμα πιο γλυκειά. Έτσι περνούσε δειλά κάθε απόγευμα κι έπειτα πύκνωνε τα περ-άσματά του, νομίζωντας πως έβλεπε ενδιαφέρον κι από μέρους της.
     Στη Γιόνη άρεσε αυτό, μα πια της κατέδειξε πως ο εν λόγω νεαρός, ήταν πια προβλέψιμος, είχε μια ήδη κερδισμένη θέση στη παρτίδα και το μόνο που 'χε να κάνει, ήταν να απλώσει το χέρι της και να τον ...πιάσει. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να ξεθωριάσει, λίγο-λίγο, η αρχική της μαγεία. 'Αλλωστε, ήταν μικρούλα, άμαθη κι αναζητούσε μυστήριο και κάπως πιο ...δύσβατους δρόμους. Έτσι, ενώ στην αρχή, έβγαινε πάντα να τον ακούσει, σταμάτησε να 'χει ενδιαφέρον γι' αυτήν και προτιμούσε να μένει μέσα, με κλειστά μάλιστα τα παραθυρόφυλλά της.
     Ο Κρίτων δε κατάλαβε τι είχε γίνει κι υπέθεσε -κακώς- πως απλά τύχαιναν κακές συγκυρίες και για να τη πετυχαίνει, πύκνωσε τις επισκέψεις του στη γειτονιά της. Όπως είναι αντιληπτό, έδρασε με λάθος τρόπο και φυσικά πέτυχε ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα. Αντί να αποτραβηχτεί, να τη ...ξεκουράσει λιγάκι και να τον αναζητήσει, να τον πεθυμήσει, την έβαλε σε θέση άμυνας: "πως να ξεκολλήσουμε τώρα τούτον τον ενοχλητικό"! Η μαγική φωνή κι οι έξοχοι στίχοι -που σημειωτέον: δε χάλασαν μα ίσα ίσα, βελτιώθηκαν- έγιναν κάτι τι το εκνευριστικό για 'κείνη, μιας κι είχε αλλάξει τρόπο να τον ακούει.
     Λέμε... λέμε... όλοι εμείς οι -και καλά σοφοί τούτου του κόσμου, μα ουσιαστικά, κανείς δε φταίει κι όλοι μας κάνουμε ότι κι όσο μπορούμε σ' αυτή τη ζωή!
     Ο Κρίτων άρχισε να καταλαβαίνει πως κάτι είχε αλλάξει κι η θλίψη του 'βγαινε στα τραγούδια και στην ίδια του τη ζωή. Αυτό έφερε τη χαριστική βολή στη Γιόνη γιατί -επιτρέψτε μου να πω τούτο- όπως ίσως έχετε όλοι καταλάβει, δεν υπάρχει πιο πληκτικό πράμα για 'μας, από τη θλίψη των άλλων. Το λέω κι αυτό χωρίς να κατηγορώ κανένα η καμιά μα έτσι είναι. Το παιχνίδι ο νεαρός μας, το 'χασε όχι μόνο στο θέμα Γιόνης μα και με τους άλλους συντοπίτες του.
     Στην αρχή -δε λέω- αντιμετωπίστηκε με συγκατάβαση κι ενδιαφέρον, μα όταν αυτό έπαιρνε να ...χρονίζει, τους έγινε πληκτικός και τον απέφευγαν διακριτικά, έως και τραχιά, έπειτα. Κατάντησε να γίνει περίγελως. Ο άνθρωπος της σφαλιάρας και της κοροΐδιας, εκείνος που τα μικρά παιδάκια παίρνουν από πίσω με πειράγματα κι όχι σπάνια του πετάνε πέτρες. Οι γονείς φυσικά τα μαλλώνουν μα ...καμαρώνουν κρυφά  που 'χουν τέτοια ζωηρά βλασταράκια κι όχι τίποτε χαχόλικα νιάνιαρα.
     Εκεί πάνω ήταν που ο φίλος μας έκοψε εντελώς το τραγούδι. Συνέχισε να ζει μηχανικά. Έκανε ότι και πριν μα χωρίς να 'ναι πια γελαστός, χωρίς να τραγουδά. Λέγεται πως τραγουδούσε στον ύπνο του, αντί για παραμιλητό, μα αυτό δε μπορούμε να το πούμε με σιγουριά. Όλα θα κυλούσαν έτσι άχρωμα, μέχρι κάποιο άγνωστο τέλος, αλλά η τύχη κι η ζωή είχαν -όπως πάντα- άλλα σχέδια. Ένα γεγονός ήρθε κι άλλαξε τη ροή τούτης της ιστορίας, γεγόνος μεγάλο, τραγικό κι άσχημο!
     Η μικρή πανέμορφη Γιόνη, αρρώστησε πάρα πολύ βαριά. Μια ανίατη, θανατηφόρα νόσος έπληξε το σπίτι τους. Οι πάμπολλοι γιατροί -εξαιρετικοί επιστήμονες μα και κομπογιαννίτες- που πέρασαν το κατώφλι, δεν έδωσαν τη παραμικρή ελπίδα. Η μικρή κοπελίτσα έφθινε μέρα τη μέρα. Τα γονικά της έπεσαν σε βαρύ πένθος και μόνο μπροστά της παίζανε θέατρο.
     Όλοι σας θα 'χετε δει, πως η πυρκαγιά περνά από ξερόχορτα, μέρα που φυσά δυνατός αγέρας! Φανταστείτε λοιπόν, πως έτσι μεταδόθηκε τούτο το κακό μαντάτο, σ' αυτό το μικρό τόπο κι έφτασε στα αυτιά του Κρίτονα. Μελαγχόλησε ακόμα πιότερο και το μυαλό του, που ως τότε είχε αντέξει τόσα και τόσα, πήρε να σαλεύει. Ήθελε να την επισκεφτεί αμέσως μόλις το 'μαθε, μα φοβόταν την απόρριψή της κι ήταν κάπως ντροπαλός.
     Όταν κατάφερε να υπερνικήσει τα πάντα και να την επισκεφτεί, είχε περάσει κάμποσο διάστημα κι η μικρή είχε χάσει σημαντικό μέρος από τη φρεσκάδα και την ομορφάδα της. Οι γονιοί της καλόβλεπαν εξ αρχής το νεαρό, μα όταν είδαν πως η θυγατέρα τους, είχε αλλάξει ρότα, δε τη πίεσαν και σε λίγο πια και σ' αυτούς είχε γίνει κουραστικός. Τώρα όμως στην απελπισία τους, χάρηκαν που τον είδαν γιατί πρόσεξαν μιά λάμψη στ' άρρωστα μάτια της μικρής τους. Δεν είχαν κανένα λόγο, άλλωστε να του αρνηθούν μιαν επίσκεψη.
     Όταν μπήκε στο δωμάτιό της, περνώντας απ' όλα τα άλλα πένθιμα, το βρήκε πρόσχαρο, στολισμένο, -ίσως να μην ήταν- προσήλιο κι ευάερο. Δε μύρισε αυτό που μυρίζαν όλοι οι άλλοι επισκέπτες: Τη μυρωδιά του Θάνατου! Δε βρήκε τη Γιόνη ασχημισμένη κι ωχρή, από την αρρώστια, ίσα-ίσα, τη βρήκε το ίδιο όμορφη, όσο τη θυμόταν. Μα ας μη το πάρουμε τοις μετρητοίς αυτό, γιατί ίσως να φταίγαν τα συλλοϊκά του που 'χαν αρχίσει να σαλεύουνε.
     Όπως και να 'χει, η ουσία είναι πως του 'ρθε πάλι η όρεξη να της
τραγουδήσει. Να υμνήσει ξανά και ξανά και με νέα ζέση, νέα λόγια και μουσικές, αυτό που 'κείνος -σαλεμένος ή όχι- έβλεπε. 'Ανοιξε το στόμα του...
      Εκείνη είδε το νεαρό που τόσο την είχε μαγέψει στην αρχή. Είδε επίσης -να 'ν' αλήθεια ή ψέματα;- με τη διαύγεια, που λένε πως χαρίζει η επίγνωση του θανάτου, πως εκείνος δεν έβλεπε ότι όλοι οι άλλοι πάνω της κι ή ίδια κάθε μέρα στο καθρέφτη της, κι αυτό της άρεσε! Όπως είναι σίγουρα γνωστό σ' όλους μας, όταν είμαστε κοντά σε πηγή με γάργαρο, γλυκό και καθάριο, πόσιμο νεράκι, η δίψα που μπορεί να μας πιάσει, περνά συχνά κι απαρατήρητη. Μα όταν βρεθούμε σ' έρημο -κι η ζωή δυστυχώς έχει πολλά τέτοια τοπία-  κι ο ήλιος, η ζέστη κι ο κάματος μας έχουν ζώσει, ενώ γύρω μας μήτε ίχνος νερού, έστω και λασπωμένου, τότε κι η παραμικρή, τόση δα σταγονίτσα, αποκτά τεράστια σημασία! Κάπως έτσι λοιπόν συνέβη κι εδώ.
     Χάρηκε που τον είδε. Χάρηκε που για 'κείνον ήταν ακόμα η Γιόνη του, η μούσα του, εκείνη η υγιής, όμορφη Γιόνη. Δάκρυα κυλήσαν απ' τα μάτια της -εκείνος τα 'δε σαν απαστράπτοντα διαμάντια- κι άπλωσε το αδύναμο κι άρρωστο -ροδαλό κι όμορφο- χεράκι της, προς το μέρος του, την ώρα ακριβώς, που 'κείνος άνοιγε το στόμα του να της τραγουδήσει...
     Τότε -δε θα 'ναι υπερβολή να το πω- ακούστηκε στο μικρό, κοριτσίστικο δωμάτιο, το τελευταίο κλικ του οριστικού σαλέματος του νου του. Δε μπόρεσε να τραγουδήσει. Το μόνο που κατάφερε ν' αρθρώσει κι αυτό με κόπο, αλλά καθάρια, ήταν το όνομα της! Για την ακρίβεια, η πρώτη συλλαβή!
     Οι γονιοί της, τον απομάκρυναν καθώς είδαν τ' άψυχο πια χέρι της, ακόμα δακρυσμένης κόρης τους, να πέφτει στο κρεβάτι, αδειανό. Δυσκολεύτηκαν αρκετά να τον απομακρύνουν, ένα πλάσμα που φώναζε μια συλλαβή τραγουδιστά και μάλιστα επειδή είχε καιρό να τραγουδήσει, είχε επιδράσει κι ο πόνος, έβγαινε βαθιά, γλυκύτερη κι ομορφότερη από πριν.
     Όταν βρέθηκε έξω σα χαμένος πια στο κόσμο του, βάλθηκε να περιφέρεται και να τραγουδά, εκείνη τη συλλαβή, θλιμμένα, επικλητικά, ερωτικά:
"Γιόν"!
      Ευτυχώς όμως, για καλή του τύχη, μιας και τίποτε στο κόσμο -λένε- δε πάει χαμένο, επειδή είναι ένα παραμύθι και πάρα πολύ απέχει από τη σκλήρη πραγματικότητα κι επειδή μας είναι συμπαθής ο κακομοίρης ο Κρίτων, λέμε να δώσουμε ένα τέλος, όσο πιο όμορφο και ταιριαστό -τηρουμένων βέβαια των αναλογιών- μας επιτρέπει η πένα μας.
     Οι Θεοί που τον είδαν και που του 'χανε δώσει τ' όμορφο χάρισμα να τραγουδά, λυπηθήκανε. Μιας κι ήτανε τόσο κολλημένος, στο να καλεί τραγουδώντας τη χαμένη του αγάπη, να μη το κάνει κι ενοχλητικά και να τραγουδά τις νύχτες, σκέφθηκαν, πως τούτη η γη, έχει χώρο, για ένα ακόμα πουλί. Ένα πουλί που να λαλεί:
"Γιόν"!
     Έτσι ο Κρίτων έγινε, ένας ακόμα γκιώνης...

"...έτσι..."                                                   Μάρτης 2004

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers