Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Παραμύθια 

Μια Ιστορία Σαν ...Παραμύθι

 

Ημέρα 0
     Ένας πολύ μα πάρα πολύ φτωχός άνθρωπος έτυχε να βρίσκεται, εξ αιτίας αυτής της κακής κατάστασης του, σε κάποιο μέρος, όπου έσωσε από βέβαιο θάνατο, έναν πολύ μα πάρα πολύ πλούσιο. Ο φτωχός ήταν ο μόνος που διακινδύνεψε να σώσει τον συνάνθρωπο του πάλι εξ αιτίας αυτής της παλιοκατάστασης μιας και δεν είχε τίποτε να χάσει. Ο πλούσιος εκείνο το καιρό περνούσε αρκετές σημαντικές δυσκολίες. Ωστόσο είχε επιρροή, γνωριμίες και φυσικά κομπόδεμα τέτοιο ώστε να μην πεινάει, απλώς εκείνη τη περίοδο δεν είχε εκείνο που λέμε περισσεύον (ή κατ' άλλους: περιττεύον) "παντεσπάνι"! 
     Αν ο φτωχός δεν είχε σπεύσει ή έστω ολιγωρήσει κατά τι, ο άλλος θα 'ταν όλως διόλου νεκρός! Όλα όσα αναφέρθηκαν μέχρις εδώ γίναν' αντιληπτά κι απ' τους δυό τις αμέσως επόμενες στιγμές. Ο φτωχός δεν ήξερε φυσικά ποιόν έσωνε, μήτε ο άλλος ήξερε την ακριβή κατάσταση του έτερου, εκτός ότι ήταν ορατό! 
     Μόλις ο Π. συνήλθε καλά, ένιωσε τόσο χαρούμενος και γεμάτος που απέφυγε έναν τόσο μεγάλο κίνδυνο κι αμέσως έσφιξε το χέρι του σωτήρα του. Εκείνη τη στιγμή θα μπορούσε να του προσφέρει τα πάντα, παρόλο που δεν τον ήξερε διόλου, εκτός μόνο ότι του έσωσε τη ζωή. Ο Φ. απ' τη πλευρά του ένιωσε "πλούσιος" και γεμάτος γιατί ακόμα και τόσο άθλιος κι άχρηστος
-όσο πίστευε πως ήταν- είχε καταφέρει να φανεί τόσο χρήσιμος κάπου! Έτσι, εκείνη τη στιγμή, δεν έβλεπε πως χρειαζόταν κάτι άλλο, πέρα απ' αυτή την αίσθηση κι αγνοώντας κι αυτός τα του άλλου. Ο Π. μίλησε:
 -"Φίλε μου!!! Σωτήρα μου! Δε ξέρω πώς να σ' ευχαριστήσω! Αυτό που έκαμες για μένα ... τι να πω; Πες μου σε παρακαλώ, υπάρχει κάποιος τρόπος να σου δείξω την ισόβια ευγνωμοσύνη μου"; Είχε δάκρυα στα μάτια και πίστευε μέχρι στίξεως ότι έλεγε! Ο Φ. απάντησε:
 -"Αγαπητέ μου! Είσαι τώρα καλύτερα; Αυτό έχει σημασία. Τ' άλλα είναι περιττά και πίστεψέ με δεν έκανα και τίποτε σπουδαίο! Ότι μου υπαγόρευε η λογική κι η ανθρώπινη μου υπόσταση! Δε χρειάζεται να μ' ευχαριστείς επειδή έκαμα το καθήκον μου σα καθένας"! Είχε δακρύσει κι αυτός κι επίσης πίστευε ότι έλεγε.
 -"Ναι! Είμαι καλά τώρα κι αυτό χάρη σε σένα κι ας λες εσύ ό,τι θες. 'Ακου, έχω αργήσει ήδη σε κάποιο σημαντικό ραντεβού κι έτσι πρέπει να φύγω αμέσως, ωστόσο πάρε τη κάρτα μου κι όποτε μα όποτε μπορέσεις ή χρειαστείς κάτι, έλα σε παρακαλώ να με 'βρεις. Σε παρακαλώ άκου ότι σου λέω, φεύγω τώρα! Καλό σου βράδυ και πάλι σ' ευχαριστώ"!
 -"Να πας στη καλή τύχη και να προσέχεις φίλε μου! Ελπίζω μόνο να 'σαι καλός άνθρωπος και να μην έσωσα κανένα ...τέρας", του 'πε γελώντας τρανταχτά "και δεν υπάρχει κανένας λόγος να μ' ευχαριστείς! Καλό σου βράδυ και χάρηκα που σε γνώρισα"!
 -"Εγώ να δεις πόσο χάρηκα"!
     Είπαν (και τα πίστευαν όλα! το επαναλαμβάνω) και πήγε ο καθένας στο δρόμο του. Ο Π. ειδοποίησε με το κινητό πως καθυστέρησε μεν αλλά έρχεται, στη σύσκεψη των μεγαλοστελεχών της εταιρείας του. Όταν έφθασε κει, γεμάτος ακόμα απ' το συμβάν κι έχοντας δει κάμποση από τη ματαιότητα πίσω από τα εφήμερα, έκανε τη καλύτερη παρουσίαση κι έδρεψε εντυπώσεις, χειροκρότημα, ψήφο εμπιστοσύνης και πέρασε τις νέες στρατηγικές! Αυτές μακροπρόθεσμα θα δίνανε -βάσει της προσδοκίας του- μια νέα και δυνατή πνοή στην εταιρεία, μέσα σε λιγότερο από χρόνο.
     Ο Φ. δεν έκανε κάτι διαφορετικό από άλλες βραδιές μα ότι κι αν έκανε, το 'κανε με πιότερο κέφι και δε θα 'ναι τραβηγμένο να πούμε, πως δεν ένιωσε τόσο αισθητή τη πείνα του, εκείνη τη νύχτα!
      Κι οι δυό κοιμήθηκαν "γεμάτοι"...

Ημέρα 1
     Την άλλη μέρα η αίσθηση πληρότητας είχε κάπως κοπάσει. Ο φτωχός δεν άντεχε να κουβαλά μέσα του, μόνος, ένα τόσο μεγάλο φορτίο. Αφού το μετέφερε, κακήν κακώς όλο το πρωινό μέχρι το απόγευμα, μη βρίσκοντας κατάλληλα "αυτιά" -βάσει του δικού του σκεπτικού- τελικά το εκμυστηρεύτηκε σε μια παρέα, παρόμοιας μ' αυτόν κατάστασης. Μόλις ολοκλήρωσε τη διήγηση, άρχισαν να πέφτουν οι ερωτήσεις σα βροχή! Όλοι ήταν κεντρισμένοι κι ερεθισμένοι απ' την ιστορία κι όχι ..."γεμάτοι" απ' αυτήν, ενώ παράλληλα οι κοιλιές τους "μιλούσαν", προς ώρας, με πιο εύληπτη διάλεκτο:
 -"...και πώς σου φάνηκε; Ήταν καλός άνθρωπος";
 -"Πλούσιος; Έχεις τη κάρτα του είπες";
 -"Δείξ' τη μας" κλπ...κλπ, όλα όσα τους φαίνονταν εύλογα να ρωτηθούν.
 -"Εεε ... ναι ... καλός μου φάνηκε. Α κι άνετος οικονομικά. Μισό να δω τη κάρτα, μόλις διαπίστωσα πως μήτε ονόματα δεν ανταλλάξαμε. Είπε πως βιαζόταν πάρα πολύ", απάντησε αμήχανα, τόσον απ' την αντίδραση τους όσο κι απ' τη τελευταία του διαπίστωση! Δεν είχε βγάλει καλά-καλά τη κάρτα και κάποιος την άρπαξε:
 -"Για να δούμε κι εμείς! Πωπώω... ρε συ αυτός είναι μεγάλος και τρανός! Πέτυχες το πρώτο αριθμό του λαχείου και μην είσαι μαλάκας! 'Αμα σου 'πε να πας να το βρεις έτσι και χρειαστείς κάτι, μη κάθεσαι καθόλου, να πας αμέσως"! Είπε αυτός που κρατούσε τη κάρτα.
 -"Ναι ρε δίκιο έχει! Δε μπορεί, κάτι θα κάνει και για σένα! Στο κάτω-κάτω τη ζωή του 'σωσες"! Είπε κι ένας άλλος.
 -"Ρε παιδιά, σιγά! Έκανα ό,τι θα 'κανε ο καθένας από μας! Έπειτα δε θέλω να τον κάνω να νιώσει πίεση η υποχρέωση"! ανταπάντησε ο "σωτήρας".
 -"Α καλά! Είσαι μαλάκας τελικά έτσι; Ρε άντε και δε θα του πάρεις τη μπουκιά από το στόμα! Αν δεν ήσουν εσύ, όχι μόνο μπουκιά άλλα μήτε στόμα θα 'χε"!
 -"Καλά σου λέει ρε! Στο φινάλε, ζήτα του καμία δουλίτσα. Δε μπορεί να μην έχει κάτι για τον άνθρωπο που χρωστάει τη ζωή του"!
 -"Μα... δε ξέρω... είναι άραγε σωστό αυτό"; είπε ο Φ, εμφανώς κλονισμένος, αλλά και προβληματισμένος από τη τροπή που 'χε πάρει η κουβέντα. Έφυγε απ' τη συντροφιά λίγο αργότερα, άδειος σα πατικωμένος κεφτές. Είχε διηγηθεί το συμβάν για να εισπράξει επαίνους και ψυχολογικές "θωπείες" κι αντ' αυτού, είχε δρέψει ύβρεις και κοροϊδίες! Τ' αποθέματά του συμβάντος που γεμίζανε τη ψυχή του, αρχίζαν να εξαντλούνται γοργά και σ' αυτό βοηθούσε κι η πείνα, που βρήκε πρόσφορο έδαφος για νέα εντονότερη δράση!

     (Όταν πέσει κανείς σε Λάσπη, πρέπει να μείνει ψύχραιμος κι όσο πιο ακίνητος γίνεται, γιατί αλλιώς, βουλιάζει γρηγορότερα. Αν προσδοκά πως μπορεί να σωθεί γρήγορα, από μόνος ή με κάποια βοήθεια, ίσως τα καταφέρει να παραμείνει ήρεμος για όσο πρέπει! Αν όχι, τότε δύσκολα μπορεί να επιβληθεί στο ένστικτο της επιβίωσης, που τον κάνει να τινάζεται απεγνωσμένα και που τελικά επισπεύδει τον θάνατο δια πνιγμού!)

     Λίγο πριν τον πάρει ο ύπνος, είχε αρχίσει να σκέφτεται τι θα έλεγε σε μια συνάντηση, να κάνει σχέδια στηριγμένα στη βοήθεια κι είχε θυμηθεί παλιά του ταλέντα και παλιές δεξιότητες. Πρόλαβε επίσης να 'δει τον εαυτό του καλοντυμένο, ζεστό, χορτασμένο κι άνετο. Η ελπίδα πού 'ταν κρυμμένη είχε επιστρέψει πάλι για να φωλιάσει στο μυαλό του, παραμερίζοντας εύκολα μια μικρή κι αδύναμη αμφιβολία που έκανε να ξεπηδήσει -κι αν δε με δεχτεί;- κλείνοντας τη μέσα στο σεντούκι με τα άχρηστα. Δεν είχε κάτι να στηρίξει το γιατί να μη τον δει ο άλλος και δε θα του ζητούσε πια και κάτι τρομερό! Ήταν πλούσιος και του είχε σώσει τη ζωή ρε γαμώτο! Με μια γλυκιά κίνηση των βλεφάρων, καλωσόρισε την ελπίδα, με μια αυστηρή, έδιωξε την αμφιβολία και μετά ο ύπνος κέρδισε τη μάχη με την ένταση και τη πείνα! Το απόθεμα του είχε μεν αδειάσει, αλλά ήρθαν άλλα για να καλύψουν το κενό που άφησε αυτό! Κοιμήθηκε πάλι γεμάτος και χαμογελαστός!

     (Η Λάσπη είχε αρχίσει να καταπίνει, ευχαριστημένη, το θύμα της κι έτσι όπως αυτό σπάραζε, της χάριζε πιότερη ηδονή από το να τον κατάπινε αμάσητο κι απαθή!)

     Την ίδια μέρα, ο πλούσιος ξύπνησε χωρίς να ξέρει μήτε που βρίσκεται. Το απόθεμα του συμβάντος το 'χε ξοδέψει, στη δύσκολη σύσκεψη κι είχε γεμίσει με τον θρίαμβο του εκεί! Έβλεπε μάλιστα όνειρο πως κάποιο τέρας τον κυνηγούσε αλλά είχε καταφέρει να ξεφύγει. Όταν τελικά συνήλθε εντελώς κι είδε ότι ήταν στο κρεβάτι του κατάλαβε ταυτόχρονα πως είχε κοιμηθεί αρκετά! Σήμερα είχε μεγάλο φόρτο στο γραφείο και πετάχτηκε πάνω! Στο δρόμο για την εταιρεία σκεφτόταν τι μάγκας, έξυπνος και σωστός ήταν! Τόσο πολύ που ακόμα κι ο Θεός δεν τον είχε εγκαταλείψει. Τον έσωσε δείχνοντας του και το δρόμο για να επιβληθεί στους μετόχους και να ξεπεράσει τη στενωπό! Είχε γεμίσει με την αίσθηση αυτή! Μια αμφιβολία που υπέβοσκε -άραγε θα τα καταφέρω να σώσω και να ανεβάσω την επιχείρησή μου;- με μια απότομη κίνηση του χεριού, έτσι όπως θα έδιωχνε μια μύγα, την έστειλε πίσω στο σεντούκι της! 
     Πέρασε όλη σχεδόν τη μέρα του, κάνοντας επαφές, σχεδιασμούς, μελέτες και χαράσσοντας τις επιμέρους λεπτομέρειες για τη νέα μορφή στρατηγικής που είχε εμπνευστεί. Το βραδάκι πήρε το μεγάλο του εαυτό και πήγε να τον κεράσει καναδυό θάλασσες πιοτά και μια πανάκριβη ερωτική συνοδό για να τον νανουρίσει καλύτερα! 
     Λίγο πριν τον καταβάλλει ο Μορφέας, σκεφτόταν πως είχε τα πάντα και τώρα πια το 'ξερε καλά, πως θα τα περιφρουρούσε κι αξιοποιούσε στο έπακρο!

     (Η Λάσπη έγλυψε τα λάσπινα χείλια της με λαχτάρα! Τούτος 'δω δε κουνιέται σχεδόν καθόλου μα δε τη πείραζε! Μπαίνει μέσα της αργά, ηδονικά κι εκτός αυτού, ήξερε πως λίγο πριν το κορμί της του σκεπάσει τα ρουθούνια θα τσινούσε σα παλαβός χαρίζοντας της καθυστερημένους, μα πιο έντονους κι αλλεπάλληλους οργασμούς!)

Ημέρα 2
     Ο φτωχός ξύπνησε το πρωί κι ένιωσε πως ακόμα δίσταζε να κάνει το αποφασιστικό βήμα. "Μήπως είναι νωρίς ακόμα"; "Μήπως τον πετύχω σ' ακατάλληλη στιγμή"; Κι άλλα τέτοια "μήπως"!

     (Η Λάσπη είδε πως έπαψε να παλεύει κι άφησε μια θορυβώδικη παχιά μπουρμπουλήθρα, για να τον τρομάξει!)

     Κάλεσε μια φορά το τηλέφωνο της κάρτας και μόλις το σήκωσε μια κοπέλα, το 'κλεισε βιαστικά. Κατά το μεσημεράκι έφθασε έξω από τα γραφεία της εταιρείας και θαμπώθηκε. Μα και πάλι δε βρήκε θάρρος για να μπει κι έφυγε πάλι ήρεμος.

     (Μπλουυυρμπ!)

     Το βράδυ έπεσε για ύπνο πεινασμένος και κάπως πιο ρεαλιστής αλλά ακόμα αισιόδοξος!

     (Γαμώτο του!)

     Αμφιβολίες, ελπίδες, όνειρα, σχέδια, όλα ανάκατα. Είδε στον ύπνο του πως είχε πέσει σε έναν βάλτο κι ένα χέρι με πανάκριβο ρολόι, δαχτυλίδι και μανίκι, του απλωνόταν, μα στεκόταν κάπως ψηλότερα. Αδυνατούσε ν' απλώσει το χέρι του, γιατί βεντουζάριζε στη λάσπη κι αν έκανε κινήσεις για να το φτάσει, βούλιαζε πιότερο. Ξύπνησε ιδρωμένος στο μέσο της νύχτας. Κατάλαβε πως ήταν όνειρο και κοιμήθηκε ξανά αυτή τη φορά μονορούφι μέχρι το ξημέρωμα. 
     Ο πλούσιος πέρασε κι αυτή τη μέρα του ακριβώς όπως τη προηγούμενη. Μόνο το όνομα του μπαρ και το πρόσωπο της ερωτικής συνοδού άλλαξαν.

     (Μπλουυυυρμπ!)

     Κοιμήθηκε ευτυχής κι ανακουφισμένος πλην όμως είχε την αίσθηση πως κάτι του ξέφευγε. "Τι ήταν αυτό"; Ω αύριο που θα 'ταν πιο ξάστερος να θυμηθεί να το μελετήσει!

     (ΜΠΛΟΥΥΥΥΡΜΜΠ!)

     Κοιμήθηκε βαριά, δίχως όνειρα μέχρι το πρωί.

Ημέρα 3
     Ο φτωχός άντεξε όλο το πρωί μα η πείνα τον πίεζε κι έτσι έκανε το τηλεφώνημα γύρω στο μεσημεράκι. Το σήκωσε πάλι μια κοπέλα -η ίδια; άλλη; που να θυμάται!- κι απάντησε μηχανικά:
 -"Εταιρεία Χ... παρακαλώ";
 -"Καλησπέρα σας"...είπε κείνος δειλά, "θα 'θελα τον κύριο Δ..."
 -"Ποιος τονε ζητεί"; είπε κείνη, έμπειρη στα τηλεφωνήματα, είχε καταλάβει πως κάποιος ζήτουλας ή πάντως όχι κάποιος σημαντικός, άρα ενοχλητικός, ζητούσε να μιλήσει με το Αφεντικό της, που της είχε ξεκαθαρίσει πως δεν ήθελε να τον διακόπτουν χωρίς λόγο!
 -"Εεε... δε με ξέρει... δηλαδή... θέλω να πω... δε ξέρ... εεε... δε θα θυμάται τ' όνομα μου... ωστόσο θα χαρεί να μ' ακούσει... δηλαδή... έτσι πιστεύω! 'Αλλωστε εκείνος μου το ζήτησε, μάλιστα μου 'δωσε και τη κάρτα του". Τη τελευταία φράση την είπε θαρρετά και με ζέση, θεωρώντας τη μάλιστα εμπνευσμένη!
 -"Ξέρετε... δεν αντιλέγω... αλλά τώρα είναι πολύ απασχολημένος. Μου 'χει μάλιστα επίμονα ζητήσει να μη τον ενοχλήσω εκτός αν είναι κάτι σημαντικό. Εργάζεται σκληρά ξέρετε κι ο χρόνος του είναι λιγοστός και πολύτιμος..."
 -"Ωστόσο... δε θα τον απασχολήσω πολύ..."
  -"...τώρα παρακαλώ πέστε μου, είναι κάτι τρομερά σημαντικό;" του 'πε καλύπτοντας σκόπιμα τα λόγια του και σα να μην είχε κείνος καν μιλήσει.
 -"Εεε... ομολογώ πως όχι, αλλά..."
 -"Τότε, ακούστε τι θα κάνουμε και θα συμφωνήσετε μαζί μου, είμαι βέβαιη:" Του πήρε πάλι τον αέρα και το λόγο! Αλίμονο αν δεν ήταν αυτή έμπειρη τόσα χρόνια στην υπηρεσία -και στα γόνατά του- ποια θα 'ταν; "Θ' αφήσετε όνομα και τηλέφωνο κι αν θέλετε μου λέτε και το λόγο που τον γυρεύετε και μόλις λασκάρει λιγάκι θα του τα δώσω να επικοινωνήσει μαζί σας! Πώς σας φαίνεται; Δεν είναι τέλεια λύση";
 -"Μα βέβαια... πως... Αλλά δε με ξέρει και δεν έχω τηλέφωνο! Ποια ώρα συνήθως ειν' εύκαιρος για να του μιλήσω και να ενοχλήσω όσο το δυνατό λιγότερο;" επέμεινε εκνευριστικά για κείνην αυτός, όντας αποφασισμένος να μην αφήσει και τη σημερινή μέρα να πάει χαμένη!
 -"Μμμ... τι να σας πω; Δοκιμάστε πάλι σήμερα μετά τις πέντε το απόγευμα μα δεν εγγυώμαι τίποτε. Γεια σας." Του πέταξε κι έκλεισε τη γραμμή, μη περιμένοντας καν το δικό του "γεια", μιας κι είχαν αρχίσει να χτυπάνε κι άλλες γραμμές. 
     Εκείνος ένιωσε πανικό και προσπάθησε να το καταπολεμήσει, αντλώντας απ' τις ελπίδες του και βάλθηκε να σκοτώνει την ώρα του μέχρι να πάει πέντε! "Όχι.. όχι πέντε, είπε μετά τις πέντε", σκέφτηκε, "αλήθεια, πότε είναι το 'μετά τις πέντε'; Πεντέμιση; Μπα! Αν ήταν τότε, θα του 'λεγε να πάρει τότε! 'Αρα είναι κάπου πριν..."

     (Επιτέλους κινείται πάλι σπασμωδικά γιατί της Λάσπης της είχαν σχεδόν τελειώσει οι μπουρμπουλήθρες!)

    "...επίσης το ίδιο ισχύει και για τις πέντε και τέταρτο, άρα πάλι κάπου ανάμεσα, αλλ' όχι και πέντε κι ένα λεπτό, μήτε και πέντε και δεκατέσσερα λέει, θα πάρω κατά τις πέντε και δέκα, που το θεωρώ ότι καλύτερο για τη περίπτωση", ολοκλήρωσε τη θολωμένη σκέψη του. Ικανοποιημένος που 'χε λύσει κι αυτό το οξύ πρόβλημα, συνέχισε να σκοτώνει την ώρα του.

     (Τι απογοήτευση! Αλλά έννοια σου... που θα πάει; Οι λίγες σπασμωδικές κινήσεις ελάχιστα τον είχαν βυθίσει μέσα της και δε πρόκανε να φτιάξει νέες φουσκάλες!)

     Η ώρα δε περνούσε με τίποτε και τα πάντα μέσα του είχαν αδειάσει απ' τη προσμονή! Όταν έφτασε πέντε, τότε σκάλωσε ακόμα χειρότερα! Ένιωθε πως είχε πέσει σε κάποιο παχύρρευστο πολτό κι όλα συνέβαιναν πια σε αργή κίνηση. Πέντε και τέσσερα... πέντε και έξη... πέντε κι οχτώ... Πέντε κι εννιά δεν άντεξε άλλο και κάλεσε!
     Το σήκωσε μια άλλη και του 'πε πως το Αφεντικό είχε βγει. Απογοητευμένος -κι ανακουφισμένος από μιαν άλλη πλευρά, πού 'χε μεταθέσει τη ...θαρραλέα κίνηση του σε άλλη μέρα- αναρωτήθηκε, αν είχε πάρει πέντε κι ένα, θα τον είχε άραγε πετύχει; Δε βαριέσαι!
     Πέρασε όλο το υπόλοιπο μέχρι να τον πάρει ο ύπνος μέσα στην απογοήτευση και τη θλίψη, για την ατυχία και την αδικία που επικρατεί στο κόσμο! Ωστόσο λίγο πριν κοιμηθεί -για να μπορέσει να ξαναστήσει όλο εκείνο το πλέγμα ελπίδας κι ονείρων που τόσο του 'ταν πια ζωτικό- σκέφτηκε πως τελικά είναι πάντα δύσκολο το να μπορέσει κανείς να δει κάποιο πολύ σπουδαίο! Και στο κάτω-κάτω του 'χε σώσει τη ζωή ρε γαμώτο! Έτσι κάπως γέμισε το σακούλι της ψυχής του, αλλά με την αμφιβολία να 'χει καταλάβει μεγαλύτερο μέρος και μάλιστα δε κατάφερε να τη κλείσει εύκολα πίσω στο σεντούκι της!
     Ο πλούσιος όπως, κάθε μέρα, είχε την ίδια ρουτίνα και εκείνη την ώρα του πρώτου τηλεφωνήματος όντως ήταν πολύ απασχολημένος. Το απόγευμα όμως λίγο πριν τις πέντε θέλοντας να σπάσει τη ρουτίνα του σκέφτηκε να φωνάξει μέσα τη γραμματέα -την έμπειρη επί των τηλεφωνημάτων- για να της υπαγορεύσει μερικά ...υγρά σύμφωνα και ...μακρά φωνήεντα! Είχε μέρες να της ...υπαγορεύσει κι επιφόρτισε την άλλη γραμματέα να διώχνει όλες τις κλήσεις και να μη τους διακόψει κανείς και για κανέναν απολύτως λόγο!
     Στο κάτω-κάτω το δικαιούται ένα ...διαλειμματάκι, έτσι δεν είναι;
     Το βράδυ σκέφτηκε -μιας κι ήταν στις καλές του! Και γιατί να μην ήταν άλλωστε;- να τη πάει για φαγητό, αλλά βαρέθηκε γρήγορα να κάνει καλές πράξεις και χορτάτος απ' όλα, μα ράκος στη κούραση, κοιμήθηκε αμέσως μόλις γύρισε σπίτι! Η κοπέλα φυσικά μ' όλη αυτή τη φτιάξη ξέχασε να του κάνει νύξη για το ενοχλητικό τηλεφώνημα του αγνώστου!

Ημέρα 4
     Την άλλη μέρα ο φτωχός ξύπνησε νωρίς και πήγε στην εταιρεία χωρίς να διστάζει πια. Μπήκε στην αίθουσα αναμονής. Η γραμματέας είχε καλύψει τα σημάδια στο λαιμό της με ένα πολύ κομψό φουλάρι. "Όμορφη κοπέλα" σκέφτηκε και της ζήτησε να δει το Αφεντικό.
 -"Έχετε ραντεβού;" τονε ρώτησε άσκοπα, μιας και τα ραντεβού του τα 'κλεινε η ίδια, απλά ήθελε να τον κάνει να νιώσει άβολα και να του τονίσει εμμέσως, πως δεν είχε καμία δουλειά εκεί.
 -"Όχι!" είπε αυτός ξεθαρρεμένος, "είμαι κείνος που πήρε χτες τηλέφωνο! Θυμάστε";
 -"Όχι"! Είπε αυτή ενώ θυμότανε το τηλέφωνο, είχε γνωρίσει και τη χροιά της φωνής του. Είχε δει όμως επίσης, πως ήταν τρισάθλιος άρα... "Τέλος πάντων, χωρίς ραντεβού δε μπορείτε να τον δείτε και παρακαλώ πηγαίνετε γιατί θα καλέσω την ασφάλεια κτιρίου!" είπε και του γύρισε τη πλάτη, κάνοντας πως έπιανε το τηλέφωνο. Μέσα της παρακαλούσε να μην είναι κανένας Φασαρίας κι ήλπιζε να 'ναι απ' αυτούς που συνήθως τρομάζουνε και φεύγουν αμέσως. Εκείνος όμως όχι μόνο δεν έφυγε μα πέταξε, απελπισμένα, το τελευταίο χαρτί στο τραπέζι.
 -"Ξέρετε... του 'σωσα τη ζωή κάποιο βράδυ και μου 'πε πως αν θελήσω κάτι να 'ρθω να τον βρω. Ορίστε μου 'δωσε και τη κάρτα του! Δέστε..." κι έτεινε το τρεμάμενο χέρι του, που κρατούσε τη χιλιοπιασμένη πια κάρτα, σα να 'ταν εκεί πάνω όλο το νόημα της ζωής!

     (Η Λάσπη πανευτυχής κατάπινε, κατάπινε κι έβγαζε χαρούμενες μα τρομακτικές μπουρμπουλήθρες!)

     Εκείνη εξεπλάγη και κλονίστηκε! Δεν είχε ακούσει το περιστατικό! Βλέπετε Εκείνος δεν ένιωσε την ανάγκη να το μοιραστεί με κανένα, γιατί θα 'ταν σα να παραδεχόταν τη κουταμάρα του, που κόντεψε να τον σκοτώσει.
 -"Πως είπατε σας λένε"; του 'πε έντονα προβληματισμένη, σταθμίζοντας πιθανότητες.
 -"Με λένε Φ... μα... όπως σας είπα δε ξέρει τ' όνομά μου, μάλιστα ίσως δε θυμάται μήτε το παρουσιαστικό μου! Ήταν νύχτα βλέπετε και μετά δεν είπαμε και πολλά... βιαζότανε πολύ... πέστε του μόνο πως θα 'θελα να τον δω έστω και για λίγο".
 -"Καλά... περιμένετε λιγάκι παρακαλώ". Αν έλεγε αλήθεια -που μάλλον έλεγε- τότε έπρεπε να μιλήσει στο Αφεντικό της. Είτε έτσι, ειτ' αλλιώς η απόφαση ας ήταν δική του. Στη σκέψη αυτή, ανασήκωσε τους ώμους και μπήκε στο γραφείο του!
     Ο πλούσιος είχε δύσκολη μέρα κι ένιωθε κόπωση -που οφειλόταν εν μέρει και στη κραιπάλη- είχε και κάτι μικροαναποδιές κι όλα αυτά μαζί είχανε τρώσει την υπομονή και τη διάθεση του! Μόλις είδε τη μικρή, θεώρησε σα μια καλή ευκαιρία να ξεσπάσει κι αφού τη περιέλουσε με τα διάφορα, της είπε να τσακιστεί έξω! Εκείνη υπέμεινε τα πάντα και του 'πε τα καθέκαστα! Έμεινε σκεφτικός για μερικά δευτερόλεπτα, συνοφρυώθηκε έπειτα, μα τελικά τα μάτια του άστραψαν:
 -"Πέρασέ μου τον αμέσως! Ακούς; Αμέσως!" είπε με μεγάλη δόση υπερβολής! Τσακίστηκε να τον εξυπηρετήσει λυπημένη απ' το φέρσιμό του.

     (Η Λάσπη δεν έβλεπε τη κοπελιά! Γιατί εκείνη την είχε καταπιεί
καιρό τώρα... ΜΠΛΟΥΥΥΥΥΡΜΠ
!)

     Ο φτωχός, περιχαρής μπήκε στο γραφείο κι είδε έναν άνθρωπο που μετά βίας γνώρισε, να 'ρχεται γελαστός προς το μέρος του και να του σφίγγει το χέρι! Τονε παίνεψε, τονε κανάκεψε του πρότεινε κεράσματα, επιδεικτικά μιλώντας στο ντικταφόν:
 -"Δεσποινίς σας παρακαλώ για το επόμενο τέταρτο να μη μας ενοχλήσει κανείς! Έγινα σαφής; ΚΑΝΕΙΣ!" κι έκλεισε χωρίς να περιμένει να μάθει αν όντως είχε γίνει μιας κι είχε πετύχει να καθορίσει μ' αυτό το τέχνασμα, το χρόνο που θα διέθετε στον "Σωτήρα" του!

     (Ένα πλατύ λάσπινο χαμόγελο πείνας... ΜΠΛΟΥΥΥΥΥΡΜΠ!)

 -"Φίλε μου τι μπορώ να κάνω για σένα; Όχι-όχι μην αντιδράσεις! Ξέρω να εκτιμώ ότι μου δίνουν, καλό ή κακό και μπορώ ν' ανταποδίδω! Είναι για μένα σημαντικό! Πες μου λοιπόν, τι";
 -"Μα... εγώ ήρθα να σας γνωρίσω απλά... να δω τον άνθρωπο που 'τυχε, τα πεπρωμένα μας να διασταυρωθούν έστω και για λίγο..."
 -"Ε λοιπόν είσαι τίμιος", τονε διέκοψε τεχνηέντως, "άλλοι στη θέση σου φίλε μου, θα 'χαν εκμεταλλευτεί ή εν πάση θα το 'χανε προσπαθήσει και θα ζητούσαν ένα σωρό: Δουλειά, λεφτά, δώρα κλπ... και φυσικά σιγά μη μασήσω! Εγώ φίλε μου δεν έγινα πρόεδρος τούτης της εταιρείας έτσι τυχαία! Ξέρω να βλέπω τον 'Ανθρωπο σαν Ιδέα, πάνω και πέρα απ' τα υλικά αγαθά και φυσικά ν' αναγνωρίζω το Καλό απ' το Κακό! Εσύ όμως ΕΙΣΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΑΝΘΡΩΠΟΣ κι όντως χάρηκα πολύ που -όπως εύστοχα είπες- τα πεπρωμένα μας διασταυρώθηκαν έστω και τόσο λίγο! Η ζωή μας επιφυλάσσει ένα σωρό εκπλήξεις και προφανώς τόσο έπρεπε, τόσο διασταυρώθηκαν! Θέλω λοιπόν -κόντρα στις πεποιθήσεις σου κι εύγε και πάλι- να σου κάνω ένα συμβολικό δωράκι και παρακαλώ όχι μάταιες αντιρρήσεις".
 -"Μα..."
 -"Σιωπή! Κι εύχομαι ποτέ μα ποτέ, να μη τύχει σε σένα κάτι κακό, όπως εμένα τότε, αλλά να ξέρεις πως αν είμαι παρών, θα δώσω και τη ζωή μου για να το αποτρέψω! Πρόσεξε... δε θα το 'κανα ποτέ, για κανέναν άλλο και να σου πω την αλήθεια μου, εγώ ποτέ δε θα 'κανα ό,τι έκανες εσύ για μένα!" είπε κι άνοιξε το συρτάρι του γραφείου του, έβγαλε από μέσα ένα φάκελο, τονε γέμισε προσεκτικά μ' έν' αρκετά σεβαστό ποσό, τον έκλεισε και του τον έβαλε με το...ζόρι στη χιλιοφθαρμένη τσέπη του πανωφοριού του!
 -"Επειδή με πέτυχες σε μια δύσκολη φάση, γι' αυτό, το ποσό δεν είναι μεγαλύτερο, αλλά είναι συμβολικό και μες από τη καρδιά μου κι αυτό είναι που μετράει! Η σκέψη μου από 'κείνο το βράδυ κι εντεύθεν σκεπάζει την ύπαρξη σου! Σ' ευχαριστώ άλλη μια φορά που υπήρξες άνθρωπος με ψυχή και τιμιότητα! Όχι μη λες τίποτε, άντε τώρα γιατί πνίγομαι και τα λέμε κάποια άλλη στιγμή".
     Ο φτωχός έφυγε κι όταν μετά από ώρα πολλή, άνοιξε το φάκελο, είδε πως αυτά τα χρήματα θα του 'φταναν να περάσει αρκετά καλά για καναδυό μήνες. Πήγε κι έφαγε καλά και ...συνέχισε να κάνει ότι και πριν...
     Ο άλλος κάλεσε τη γραμματέα του για ένα "γρήγορο"! Ένιωθε πάλι γεμάτος και κεφάτος απ' τον εαυτό του για τη καλή του πράξη! Μετά συνέχισε να κάνει ό,τι κάθε μέρα -πριν και μετά το συμβάν-...

     (Η Λάσπη είχε πια ηρεμήσει και χώνευε τη τροφή της, αφήνοντας
που και που κανά θορυβώδες ρέψιμο-μπουρμπουλήθρα. Πάνω στην επιφάνειά της είχαν μείνει μονάχα κάτι χαρτιά που δεν έχουν βάρος για να βουλιάξουν! Κάτι που οι άνθρωποι τα λένε χαρτονομίσματα, και μια κάρτα... Μπλουυυυυυυυρμπ ...ρεύτηκε άλλη μια φορά!)

                                                                    Φλεβάρης 2004

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers