Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Παραμύθια 

Η Καρδιά Του Μάγου

 

     Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια καλοσυνάτη, έξυπνη κι ομορφούλα μικρή που 'μενε σε μια μεγάλη μα κλειστή κι απρόσωπη πόλη. Αυτή λοιπόν η μικρούλα, όπως όλοι μας, πίστευε πως ο κόσμος έχει καλό και κακό, μα πως τα όρια αυτών, είναι σαφώς ξεχωρισμένα κι ευδιάκριτα. Πως το καλό ήταν λευκό και το κακό μαύρο. Πως το καλό γυρνούσε στο φως της μέρας και πως το κακό φώλιαζε στα σκοτεινά σοκάκια της νύχτας. Μ' άλλα λόγια, πως της αρκούσε να μείνει σταθερή κι απ' τη καλή πλευρά της ζωής για να μπορεί ν' αποφεύγει, κάθε τι μοχθηρό σ' αυτό το κόσμο. Έχοντας στο νου της αυτή τη καθησυχαστική σκέψη, σε συνδυασμό με το νεαρό κι άμαθο της ηλικίας της, δεν είχε προλάβει, όπως όλοι μας, ν' αναπτύξει τρόπους για ν' αποφύγει τις κακοτοπιές.
     Είναι γνωστό πως πολλάκις ακόμα κι ο εξυπνότερος κι ικανότερος, αν δε προσέξει, μπορεί να ξεγελαστεί, επειδή τα φτιασίδια της μοχθηρίας τη μεταμφιέζουν θαυμάσια. Συμβαίνει και το κακό να ντύνεται καλό μα κι ανάποδα, ωστόσο η μικρή μας δε τα 'ξερε όλα τούτα και βρέθηκε, χωρίς να 'χει προλάβει να σηκώσει αμυντικά τείχη, σα λαβωμένο σπουργιτάκι να θλίβεται, διερωτώμενη που είχε κάνει λάθος, που δε πρόσεξε, που έφταιξε και γενικά τι της είχε ξεφύγει. Ήταν ήδη λιγομίλητη, σίγησε κι εντελώς, μετά το συμβάν -ότι κι αν ήταν αυτό- κι έτσι δεν έμαθε κανείς απ' τους δικούς και τους πιο κοντινούς της, ανθρώπους, τι ακριβώς είχε γίνει. Κι αν έμαθε τέλος πάντων κάποιος, δε βγήκε παραέξω τίποτε, έτσι για μας είναι το ίδιο πράγμα. Βέβαια, εμείς που 'χουμε ακούσει και μάθει λίγο περισσότερα πράγματα, γύρω μας, μπορούμε να κάνουμε ένα σωρό εικασίες, που η κάθε μια να δείχνει -και να 'ναι- πολύ κοντά στην αλήθεια, αλλά καλύτερα να μη περιπλεκόμαστε σε τέτοιες μεθόδους και διαδικασίες. Ας σεβαστούμε εντέλει την επιθυμία της, να κρατήσει μέσα της ότι έπαθε κι ας πάμε παρακάτω.
     Αυτή λοιπόν η ροδομάγουλη και χαρούμενη μικρούλα, έγιν' αμίλητη, σκεφτική κι άχρωμη, βυθισμένη στη θλίψη. Είναι μερικοί άνθρωποι που παίρνουν πολύ βαριά, τέτοιες καταστάσεις! Ευαίσθητοι, τρυφεροί, ρομαντικοί κι αλαφροΐσκιωτοι πέστε, που δεν ανταποκρίνονται στα τεκταινόμενα, βάσει της μέσης αντίδρασης όλων των υπολοίπων ανθρώπων, ακόμα πιότερο σε μικρή ηλικία. Η μικρή μας, ανήκε στην όμορφη -κι ενίοτε τραγική- αυτή μερίδα κι ας το σεβαστούμε κι αυτό να πάμε παραπέρα.
     Όλοι βέβαια οι δικοί της κατάλαβαν πως κάτι είχε τρέξει. Οι μικρότεροι ανησύχησαν. Οι μεγαλύτεροι και σοφότεροι, κούνησαν το γεμάτο επίγνωση κεφάλι τους και σκεφτόμενοι πως ο χρόνος σιγά-σιγά, με υπομονή κι αγάπη, θα λύσει κι αυτό το πρόβλημα, -όπως μυριάδες άλλα παρόμοια- δε θεώρησαν σκόπιμο να προβούν σε καμία περαιτέρω ενέργεια. Η μάνα της μόνο ένιωσε πως το πρόβλημα ήταν κάπως σοβαρότερο μα επειδή έπρεπε να καθησυχάσει τους μεν, να εμφανιστεί πεισμένη στους δε και να δείξει δυνατή και σα να μην έτρεξε τίποτε στη κόρη της, την άφησε κι εκείνη, μονάχη με τη θλίψη της. Όχι πως δε προσπάθησε στην αρχή να της πάρει καμιά κουβέντα, μα σαν είδε το μπουμπούκι της να κλείνει προς τα μέσα του, ανασήκωσε τους ώμους και ρίχτηκε πάλι με ζέση σ' ότι έκαμε και πριν. Ίσως πάλι κι αυτό που λέμε τώρα να 'ναι άλλη μια εικασία. Ίσως πολλές φορές να υπερεκτιμούμε το λεγόμενο μητρικό ένστικτο μα μήτε κι αυτό θα το μάθουμε ποτέ μιας και δεν είμαστε πανταχού παρόντες ή ωτακουστές, ούτε κανείς μας είπε κάτι.
     Έτσι ο καιρός περνούσε, η πληγή κρύωνε κι έπιανε να κλείνει, έστω κι αν πότε-πότε κάποιο κατά λάθος μνημητικό ξύσιμο ή κάποιο τυχαίο περιστατικό τη μισάνοιγαν λίγο. Σαν επουλώθηκε τελείως, αφήνοντας φυσικά το σημάδι της, θα μπορούσε κανείς να υποθέσει πως όλα ήσαν και πάλι καλά όπως πρώτα. Μα όχι ακριβώς. Αυτές οι πληγές, σ' αυτό το είδος ανθρώπων, δημιουργούν μια σειρά εσωτερικών παρενεργειών και -αν μας επιτραπεί η έκφραση- μονίμων μικροβλαβών.
     Σκοτώνουν τον προϋπάρχοντα αυθορμητισμό, παγώνουν το εύκολο χαμογελάκι, χτίζουν τείχη πολύ περισσότερο αμυντικά απ' όσο θα χρειαζόταν, τείχη πολύπλοκα και δυσπροσπέλαστα και φτιάνουν μάσκες πολύ περισσότερο ψεύτικες κι εκγενικευμένες.
     Ένα σωρό τέτοια που δυστυχώς ασχημίζουν τούτο το κόσμο κι αν πούμε πως δεν έχει και τόσο σημασία για μας, φοβάμαι πως για 'κείνους φαίνεται πως έχει και μάλιστα μεγίστη. Αν μάθει κάποιος να γεύεται και ν' απολαμβάνει το μέλι, δύσκολα θα συνηθίσει να τρέφεται με κόκκινες καυτερές πιπεριές, πόσο μάλλον να τις απολαμβάνει κιόλας. Ίσως το παράδειγμα να ακουστεί -κι είναι- κάπως τραβηγμένο μα μήτε κι αυτό θα το μάθουμε ακριβώς κι εν πάση περιπτώσει, δίνει έμφαση σ' ότι προσπαθούμε να πούμε!

     Έτσι είχε -στο περίπου- λοιπόν η κατάσταση της μικρούλας μας, όταν έκλεισε εντελώς η πληγή της. Αν κάποιος της ίδιας πάστας τη πρόσεχε πάρα πολύ καλά, θα 'βλεπε, πως δεν απολάμβανε ιδιαίτερα τίποτε. Μήτε την ομορφιά των λουλουδιών, μήτε τη γεύση των γλυκών ή των φρούτων. Ουσιαστικά, τα 'βλεπε, τα γευόταν, μα μέσα της δε περνούσε, έτσι όπως θα 'πρεπε η κάθε τέτοια πληροφορία μιας κι οι ευαίσθητες χορδές, που πριν έπαλλαν γλυκά κι έκαναν το είναι της να δονείται, είχαν καλυφθεί, σκληραίνοντας, με τη κρούστα της αμφιβολίας και τη δυσκαμψία της θλίψης.
     Η πόλη αυτή λοιπόν έτυχε να 'χει κάποιον που 'θελε κι αυτοαποκαλούνταν μάγος. Μη φανταστείτε πως ήταν κανένας διάσημος και μ' ένα σωρό θαύματα στη μακριά θητεία του. Α μπα! Όχι! Τίποτε τέτοιο! Απλά έχοντας μερικές γνώσεις παραπάνω, έχοντας διαβάσει πάρα πολλά σοφά βιβλία κι έχοντας περάσει κι αυτός πάμπολλα στη μεγάλη ζωή του, όντας κι αυτός αλαφροΐσκιωτος, έφτασε να καταφέρνει, με κάποια άγνωστης προέλευσης κι έμπνευσης τερτίπια και τεχνάσματα, μερικές ιάσεις.
     Θέλουμε να επιμείνουμε σε τούτο -χάριν της αληθούς κι επακριβούς αυτής διηγήσεως- πως δηλαδή δεν έκανε θαύματα ή ότι είχε συνεχώς και μόνον επιτυχίες. Παρόλο που κι εκεί δεν έχουμε πλήρη εικόνα, επιμένουμε γιατί δεν είναι καλό να παραμυθιάζουμε το κόσμο και καλόν είναι να κρατήσουμε χαμηλούς τόνους σ' αυτό το σημείο. Βλέπετε, δεν είχαμε μέχρι τώρα τη τύχη ή την ατυχία, να χρειαστούμε προσωπικά τις υπηρεσίες του κι αν πραγματικά μας ρωτούσε κανείς αν θα πιστεύαμε σε κάτι τέτοιο, θα μας εύρισκε αρκετά επιφυλακτικούς ως κι αρνητικούς.

     Αυτός λοιπόν ο μάγος -θα τον αποκαλούμε έτσι χάρη της διήγησής μας- απ' όσο στάθηκε δυνατόν να πληροφορηθούμε, δεν έδινε καταπότια, δεν έκανε ξόρκια, -τουλάχιστον με την ευρεία έννοια που έχουμε όλοι μας για τους μάγους- μήτε είχε σκουπόξυλο που πετούσε, εκτός ένα που 'χε για να σκουπίζει το φτωχικό του και που δε πιάνεται. Εκείνο που επίσης καταφέραμε να μάθουμε ήταν πως είχε κι επιτυχίες μα κι αποτυχίες σ' αυτό που καταπιανόταν.
     Φυσικά θα τολμούσαμε άνετα να υποθέσουμε, με μεγάλη προσέγγιση μάλιστα -και γι' αυτό εμπλεκόμαστε πάλι με τη γνώμη μας- πως και για τις μεν μα και για τις δε έπαιξαν ρόλο τα εκάστοτε άτομα που δέχονταν τις υπηρεσίες του. Είναι πάγια πεποίθηση μας πως μόνον ο ίδιος ο άνθρωπος μπορεί να πετύχει κάτι, αρκεί να το θελήσει κι έπειτα θα παίξει ρόλο κι η παρεχόμενη βοήθεια που μπορεί να επιλέξει. Βέβαια παίζει ποσοστιαία ρόλο κι ή βοήθεια, το άτομο που θα τη προσφέρει, αλλά κι ο τρόπος που αυτή θα παρασχεθεί.

     Έτσι λοιπόν ο άνθρωπος αυτός είχε γεράσει μοναχικός κι ειλικρινά δε ξέρουμε αν ήταν έτσι εξ επιλογής ή απλά του 'τυχε λόγω παραξενιάς ή άλλων κουσουριών, μιας κι ούτε 'δω έχουμε επαρκή στοιχεία. Αυτό που θα κάνουμε είναι να παραθέσουμε ότι ακούσαμε κι ας συμπεράνει κανείς ότι θέλει. 'Αλλωστε, έτσι δε γίνεται πάντα; Αυτός που αφηγείται, πιότερο προτείνει κάποια σαθρά -ας μας επιτραπεί ο χαρακτηρισμός- περιχαράγματα παρά που ασκεί πιέσεις για να πείσει. Έτσι κι εμείς! Αφήνουμε το καθένα να εφαρμόσει ελεύθερα, κάθε προσωπική του σκέψη που θα πιστέψει πως ταιριάζει στα κενά που αφήνει αυτή η ιστορία -σα παραμύθι- κι αν μπορεί να τη πάει κι ακόμα όσο παραπέρα θέλει.
     Η μικρούλα λοιπόν κι αυτός ο μάγος ήρθαν κάποια στιγμή σ' επαφή. 'Αγνωστο σε μας πως. Έπειτα τι σημασία έχει το πώς έγινε; Από μια σειρά πιθανοτήτων επιλέξτε πάλι ελεύθερα όποια θέτε και φορέστε την εδώ. Σημασία και μάλιστα μεγάλη έχει, πως βρέθηκαν, άλλωστε αν δεν είχαν βρεθεί δε θα υπήρχε καν ιστορία. Αυτή τον είδε γέροντα σοφό πια, όχι φωνακλέο κι ακίνδυνο, με μια ήρεμη δύναμη, τρυφερό, μέτρησε τα σημάδια του προσώπου του κι εκλαμβάνοντάς τα ως παθήματα και βάσανα όμοια με τα δικά της, ένιωσε πως μπορούσε επιτέλους να κατεβάσει τις σκάλες της τάφρου, που περιτριγύριζαν τα αμυντικά της τείχη και που πια είχε κουραστεί να τις κρατά όρθιες. Εδώ πρέπει να πούμε πως δε ξέρουμε τι από όλα τούτα έπαιξε ρόλο, ίσως ένα, ίσως συνδυασμός κάποιων, ίσως όλα, ίσως κάτι που δε σκεφτήκαμε, μα το αδιαμφισβήτητο γεγονός είναι πως άνοιξε τις ...γρίλιες της  ψυχής και του νου της, σ' αυτόν.
     Εκείνος, απ' την άλλη μεριά, με την επίγνωση και τη σοφία της ηλικίας, είδε αμέσως το γέλιο της που 'χε κρυφτεί! Είδε το ροδαλό που συγκαλυπτόταν απ' την ώχρα της θλίψης. Είδε το περίγραμμα της ιστορίας της, έστω και χωρίς τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες. Όταν κατάλαβε με τι είχε να κάνει, άρχισε να πετά με το δικό του μαγικό τρόπο, κάποια μηνύματα κι απ' τις ανταποκρίσεις αυτών, διέκρινε την επίπλαστη και προσωρινή σκλήρυνση των ευαίσθητων χορδών της κι αυτό μάγεψε και τον ίδιο, μα και το λύπησε ταυτόχρονα.
     Δε νομίζουμε να πέσουμε και πολύ έξω αν πούμε, -υποθέτοντας τολμηρά- πως αυτό το συναπάντημα τον έκανε να κοιτάξει όλη τη μέχρι τότε ζωή του μ' άλλα μάτια και να τη δει, -μετρώντας κάθε επιτυχημένο και μη-, ως λειψή! Ακολουθώντας αυτό το μονοπάτι συλλογισμών -κι εδώ όντως πιέζουμε κάπως τα πράματα μα είμαστε οι αφηγητές-, εύκολα μπορούμε να υποθέσουμε, πως αυτός ο γερο-κακομοίρης άσχημος δήθεν-μάγος βρήκε ένα ακόμα έστω και μικρό, έστω πρόσκαιρο ίσως, ενδιαφέρον, για να συνεχίσει να περιφέρει το μοναχικό κουφάρι του, σε τούτο 'δω το σβώλο χώμα, που λέγεται Γη του Πάνω Κόσμου!
     Πολλοί ίσως το πουν πρόστυχο και παρασιτικό τούτο το ενδιαφέρον μα εμάς δε μας νοιάζει τι κάνει και τι σκέφτεται έκαστος. Εκείνος πάντως το 'βαλε -ας πούμε- σκοπό, να επαναφέρει, όσο πιο πολύ, όσο πιο όμορφα κι ομαλά, πίσω στο Πάνω Κόσμο των Ονείρων, την ...άρρωστη μικρούλα. Εδώ πάλι λασκάρει η πίεση από μέρους μας γιατί δεν έχουμε επαρκή στοιχεία και δε θα θέλαμε να κάνουμε εικασίες, παρά θα παραθέσουμε μόνο ότι σίγουρα μάθαμε.

      Ξέρουμε λοιπόν πως για κάποιο μεγάλο διάστημα, παρόλο που μπορούμε πάλι να υποθέσουμε πως οι προθέσεις εκατέρωθεν ήσαν οι καλύτερες δυνατές, δεν είχε επιτευχθεί τίποτε. Δε ξέρουμε όμως ούτε ακριβώς πόσο διάστημα, ούτε και τι είχε μετέρθει ο γερο-ξεκούτης μάγος. Βάλτε όσο κι ότι θέλετε, γιατί προς το τέλος θα σας ασκηθεί η λεγόμενη πίεση που αναφέρθηκε παραπάνω. Τούτο γιατί η μικρή μας ηρωίδα -μεσήλικας πια- διηγήθηκε καταλεπτώς σε κάποιον από μας το τέλος της ιστορίας. Για την ακρίβεια διηγήθηκε τι έκανε ο μάγος για να τη θεραπεύσει, παρακάμπτοντας όλα τα ενδιάμεσα κι αυτό μπορούμε να επιχειρήσουμε να εξηγήσουμε πριν πάμε στο στενό μονοπάτι της αφήγησης της. Φυσικά, ξανά με την αρμόζουσα τολμηρή ελευθεριότητα που έχουμε ως ...μεταπράτες των λόγων της.
     Η μικρή διηγήθηκε λεπτομερώς το τελευταίο κομμάτι αφήνοντας έξω όλο το υπόλοιπο διάστημα και τις μεθόδους, μετά από τόσα χρόνια, γιατί εύλογα μάλλον ήταν το μόνο που μπορούσε να θυμάται καλά μιας κι είχε αποτέλεσμα. Απέφυγε βέβαια κι άλλα σημεία -και το ίδιο κάναμε κι εμείς- μα στο θέμα γνωριμίας και συναναστροφής της μαζί του, δε τα απέφυγε σκοπίμως. Όχι μη νομίσετε κάτι τέτοιο παρακαλώ.
     Απλώς, όταν συνέβαιναν, εκείνη δε τα πρόσεχε όσο έπρεπε κι είναι δικαιολογημένη σ' αυτό. Έβλεπε, άκουγε, ζούσε μα δεν εντύπωνε κάτι μιας και τα θεωρούσε τετριμένα κι άσκοπα. Αν με το συγκεκριμένο ξόρκι δεν είχε γίνει τίποτε, δε θα το 'χε μήτε κι αυτό θυμηθεί, έπειτα από τόσα και τόσα χρόνια. Θα 'χε κι αυτό τη τύχη όλων των άλλων άγραφων κι απλά θα θυμόταν εκείνο που θα 'χε επιφέρει κάτι καλό -αν υπήρχε- ή θα 'χε ξεχάσει εντελώς οτιδήποτε αφορούσε αυτόν, εκτός του ότι είχε γνωρίσει κάποιον συμπαθή γερο-παράξενο, κάπως, κάπου, κάποτε.
     Είναι υγιείς αντιδράσεις όλα τούτα και μάλιστα αρκετά συνηθισμένες. Καλόν είναι -λέμε εμείς οι ...τολμηροί- γιατί σε μας αφήνει ανοιχτό το κάθε τι και μάλιστα με τέτοιο τρόπο ώστε να 'ναι ευκόλως προσαρμόσιμες κι οι δικές μας τυχούσες παρόμοιες ιστορίες και σε 'κείνη να σκέφτεται καλύτερα αυτό που κατάφερε να τη φέρει πίσω -έστω κι όχι εντελώς- στο κόσμο των χρωμάτων κι αρωμάτων. Θα προχωρήσουμε λίγο ακόμα το συλλογισμό λέγοντας πως ύστερα από κάποια ακόμα χρόνια, στη μνήμη της θα 'χουν παραμείνει μόνο δύο πράγματα: Το κακό στην αρχή και το καλό στο τέλος, με σβησμένα όλα τα ενδιάμεσα. Ας αφήσουμε όμως την ίδια τη μικρή να μας  βάλει στο τελευταίο στενό δρομάκι.

     Ο γερο-ξεκούτης μοναχικός κι άσχημος μάγος, προφανώς είχε αρχίσει ν' απογοητεύεται, πως θα κατάφερνε κάτι κι ίσως είδε πως η ζωή του τελικά ήταν εντελώς άχρηστη. Γιατί όπως ίσως ξέρετε, πάμπολλες φορές, το τελευταίο κερασάκι σε μια τούρτα είναι αρκετά δυσβάσταχτο και βαρύ! Έτσι, σε μιαν ύστατη αναλαμπή έμπνευσης της πρότεινε το εξής παγανιστικό, καββαλίστικο, μαγικό κάμωμα ή αν θέλετε πέστε το και ξόρκι! (Μέχρι εδώ συμμετείχαμε λιγάκι κι εμείς συμπληρώνοντας, μα πιο κάτω μιλάει η ίδια η ιστορία κι όταν είναι να ...ξαναμπούμε θα ενημερώσουμε).
 
-"'Ακουσε μικρούλα μου" της είπε, "όπως πολύ καλά ξέρεις, είμαι ένας πολύ μεγάλος, αθάνατος μάγος κι όπως καταλαβαίνεις έτσι μονάχος που 'μαι και μιας που δε θέλω να διαρρεύσει αυτό -για καθαρά δικούς μου λόγους εννοείται-, έχω να σου ζητήσω μια μεγάλη χάρη. Θέλω λοιπόν να δεσμευτείς πως θα μου τη κάνεις. Θέλω να σου προσφέρω το καλύτερο φυλαχτό για ότι σου χει συμβεί και για να σε προφυλάξει κι από ότι μέλλεται να σου τύχει. Πίστεψέ με είναι το μόνο πράμα που 'χει αξία πάνω μου κι όχι πια για μένα τόσο, όσο για τους άλλους. Επειδή λοιπόν άλλον άνθρωπο δε γνώρισα που να το συμπάθησα ή να το άξιζε και να θέλησε φυσικά να το πάρει και που επίσης να το 'χε κι ανάγκη, θέλω να στο δώσω 'σένα! Το μόνο που θα 'χεις να κάνεις, είναι ν' ακολουθήσεις προσεκτικά κι επακριβώς τις οδηγίες, χωρίς άχρηστες αντιρρήσεις. Μου υπόσχεσαι λοιπόν, πως θα κάνεις ότι σου πω κι ότι θα πάρεις το φυλαχτό μου";
     Η μικρή μπορεί να μη θυμόταν να πει για πριν και πολλά μα μέχρι εκείνη τη στιγμή -αν μη τι άλλο- θυμόταν καλά πως ο καημένος είχε προσπαθήσει πάρα πολύ να τη βοηθήσει κι αυτό την είχε κάνει να το συμπαθήσει αρκετά, παρόλη την αποτυχία της προσπάθειας του.  Μπορεί να 'ταν μικρούλα μα δεν είχε χάψει φυσικά, πως και καλά ήταν αθάνατος και παντοδύναμος κι ας αφηνόταν να ...πείθεται για να του κάνει -έτσι πίστευε- το χατίρι. Στα μάτια της εκείνος ήταν ένας γέροντας αδύναμος, καλοσυνάτος ίσως, γλυκύτατος μάλλον, -με ιδιαίτερη έμφαση στο ίσως και στο μάλλον, παρακαλώ-, συμπαθής σίγουρα και το δίχως άλλο σχετικά σοφός κι ευφυής.
     Έτσι, για να του κάνει άλλη μια φορά το χατίρι, ένευσε πως δέχεται να υποσχεθεί να κάνει ότι της πει και να πάρει το φυλαχτό του. Φυσικά αυτό δε την εμπόδιζε, μέσα της, να κουνάει το κεφάλι της άπιστα και κάπως τρυφερό-περιπαιχτικά! Υπενθυμίζουμε πως τούτα εδώ δεν είναι εικασίες μας. Αποτελούν καθαρά δική της αφήγηση.
     Εκείνος, φανερά ικανοποιημένος, σηκώθηκε από τη πολυθρόνα του και πήγε προς τα μέσα, όπου άνοιξε ένα σεντούκι κι έβγαλε μια δερμάτινη χρυσοποίκιλτη θήκη. Την έπιασε με λατρεία κι ερχόμενος πάλι προς το μέρος της, την απίθωσε μ' ιερή ευλάβεια πάνω στα γόνατά της. Παραξενεμένη εκείνη, την έπιασε στα χέρια της, με μια περίπου ευλαβική κίνηση την άνοιξε κι έβγαλε από μέσα ότι περιείχε. Ένα πανέμορφο χρυσοστόλιστο και μαλαμοκαπνισμένο ξιφίδιο πλουμισμένο με όμορφα λογής-λογής πετράδια, άστραψε μέσα στο κλειστό δωμάτιο. Γύρισε και το κοίταξε περίεργη. Τη κοιτούσε προσεχτικά και μάλλον τα μάτια του ήταν θολά σα δακρυσμένα.

 -
"Υπέθεσα, εκείνη τη στιγμή", μας είπε η μικρή-μεσήλιξ με ίδια θολά μάτια, -που εμείς πάλι θα εικάσουμε, ένεκα της αυξημένης υγρασίας στο χώρο εκείνη την ώρα-, "πως αυτό ήταν το Φυλαχτό! Έμοιαζε κι ήταν όντως πολύτιμο και σαν δώρο μέτραγε πάρα πολύ, μα ο γέρο-παμπόνηρος -καλή του ώρα όπου και να 'ναι τώρα- είχε άλλα σχέδια"!
 
-"Λοιπόν άκου μικρή μου, τι πρέπει να κάνεις: Βλέπεις ο ήλιος κοντεύει να δύσει. Ακριβώς μόλις χαθεί απ' τα μάτια σου, θα πρέπει ν' ανοίξεις, μ' αυτό το Ιερό Μαγικό Ξιφίδιο, το στέρνο μου. Όχι, όχι μη φοβηθείς. Δε θα πάθω κακό, έτσι όπως ίσως φαντάζεσαι", είπε προσπαθώντας να της χαμογελάσει, γιατί ένιωθε την έκπληξη, τη ταραχή και φυσικά τη διαγραφόμενη αντίρρησή της. "Θ' ανοίξεις λοιπόν προσεκτικά το στέρνο μου και θα βγάλεις εξ ίσου προσεκτικά, τη καρδιά μου, θα τη βάλεις σ' αυτό το δερμάτινο σακούλι, που 'χω 'δω στο τραπεζάκι, θα το κλείσεις, ράβοντάς το με μεταξωτή λευκή κλωστή και θα το κρατήσεις, όχι όμως πάνω σου μα οπωσδήποτε στο χώρο που θα μένεις. Έννοια σου και θα σε γιατρέψει οριστικά μα και θα σε φυλάει από κάθε τι κακό από 'δω και πέρα κι έτσι θα 'σαι μια χαρούλα πάντα".
     Όλα τούτα πρόλαβε να τα πει, γιατί 'κείνη είχε μείνει τόσον έκπληκτη που δε κατάφερνε κι εύλογα βέβαια, μήτε να ψελλίσει κάτι. Αλλά συνήλθε, όταν εκείνος της έπιασε πρώτα τα χέρια με το Ξιφίδιο, της χάιδεψε τα μακριά μαλλιά κι ύστερα γύμνωσε το λιπόσαρκο στέρνο του και πήρε θέση, ξαπλώνοντας. 'Ανοιξε το στόμα να πει τις αντιρρήσεις της μα 'κείνος τη διέκοψε, λέγοντας της πως θα 'πρεπε να βιαστεί κι επανέλαβε πως έπρεπε να το κάνει προσεκτικά, γρήγορα κι αποφασιστικά και πως αυτός, έπειτα θα συνέχιζε να ζει μ' άλλη βέβαια μορφή, κάτι σα προστατευτικός ίσκιος δίπλα της κι απόλυτα ευτυχής.

     Αυτό ήταν. Η μικρή βλέποντας κάποτε κάτι τόσο κακό, είχε χάσει τις αισθήσεις της και τώρα βλέποντας κάτι τόσο καλό -φυσικά βάσει του δικού της νου και τα δύο κι εν πάση περιπτώσει, τι είναι καλό και κακό; Αναρωτιόμαστε, εμπλεκόμενοι κι εμείς, άλλη μια φορά σε τούτη την αφήγηση-, ένιωσε πως ξαναγεννιόταν. Οι χορδές της μαλάκωσαν, τα χρώματα εμφανίστηκαν πάλι -σα να βλέπει κανείς μια ασπρόμαυρη ταινία που βαθμιαία μετατρέπεται σε έγχρωμη-, όπως επίσης επέστρεψαν οι οσμές και τα τιτιβίσματα των πουλιών κι έτσι η ηρωίδα μας σηκώθηκε όρθια. Πήρε το Ξιφίδιο -να εικάσουμε πάλι: με μια συγκινημένη μα πειραχτική και τρυφερή διάθεση- το σήκωσε στο λιγοστό φως του ήλιου που 'σβηνε δύοντας και το ...'βαλε στη τσάντα της.
     Έπειτα, καθώς ο ήλιος χάθηκε ολότελα πίσω απ' τα βουνά, πλησίασε το γερο-ξεκούτη μάγο και τον φίλησε στο μάγουλο, βρέχοντας λιγάκι το αξύριστο πρόσωπό του, με μερικά -λιγοστά τω όντι- δάκρυα.

     Εδώ σταμάτησε τη διήγηση η μεσόκοπη μικρούλα πάλι όμως η υγρασία πιθανώς, είχε κάνει τη ζημιά και τα μάτια της ήταν θολά. Τίποτε άλλο δε κατέστη δυνατόν ν' αποσπάσουμε απ' τα κλειστά χείλη της. Ήταν λιγόλογη ανέκαθεν, μη το ξεχνάμε αυτό, παρακαλώ. Είπαμε, καλύτερα έτσι, γιατί είχε αρχίσει να μας ...στενεύει κάπως τούτη η πίεση. Λαχταρούσαμε να εμπλακούμε και δε βρίσκαμε την ευκαιρία. Η μικρή επέστρεψε λοιπόν, μ' ένα μαγικό ξόρκι-τέχνασμα κι ίσως όχι εντελώς όπως πριν, μα σίγουρα πιο βαθιά και πιο έντονα, πίσω στο κόσμο. Το μόνο που προσέθεσε φεύγοντας -και που αφήσαμε για το τέλος- ήταν πως όντως η καρδιά του διάσημου, μεγάλου, αθάνατου, συμπαθέστατου, γερο-ξεκούτη, παμπόνηρου, μοναχικού μάγου, υπήρξε το καλύτερο φυλαχτό γι' αυτήν, ακόμα και μέχρι εκείνη τη στιγμή. Μας έδειξε τη πανάκριβη δερμάτινη θήκη που φύλαγε το Μαγικό Ξιφίδιο που όντως το 'χε ράψει με μεταξωτή λευκή κλωστή!
                                                                        
"Στα Μαγικά
 
Bοηθήματα                                               Μάης 2004
 του καθενός μας..."

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers