Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Διαδικτύου 

Καπράλου Χριστίνα: Παραμύθια

 

                    O  Bασιλιάς Σάμαχ Και Το Χαμένο Του Κάτι

Μια φορά κι ένα καιρό εκεί στα βάθη της Ανατολής, σε μια μακρινή χώρα ζούσε ο Βασιλιάς Σάμαχ.
Πνιγμένος στα χρυσάφια και στα διαμάντια, στολισμένος με ρουμπίνια και ζαφείρια, έσερνε τα βαριά βήματα και την άδεια καρδιά του στους τοίχους του παλατιού.
Κοίταζε πάντα ψηλά το χρυσοβαμμένο του ταβάνι και ποτέ τον ουρανό.
Κοίταζε χωρίς να βλέπει, τα μάτια των ανθρώπων.
Έτσι σίγουρος καθώς ήταν, πως όλα ήταν καλά καμωμένα μόνον ένα πράγμα δεν είχε στην κατοχή του.
Απ' το παλάτι του ολάκερο απουσίαζε η ύπαρξη ενός καθρέφτη.
Πέρναγαν οι μήνες, τα χρόνια και τα άδεια μάτια του βασιλιά, άδειαζαν και την ψυχή του.
Γιατί, σαν δεν βλέπεις χρώματα, σαν δεν βλέπεις μορφές και σχήματα, σαν κοιτάς και δεν βλέπεις, η ψυχή αδειάζει.
Ώσπου μια μέρα, ήταν γραφτό να γίνει...
Έμποροι πραματευτάδες από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, επισκέφτηκαν τον βασιλιά να του προσφέρουν την γυαλιστερή κι ακριβή πραμάτεια τους.
Ο Κεμάλ έφερε βελούδα κόκκινα και μετάξια χρυσά!
Ο Ομάρ έφερε  φρέσκο παστουρμά από καμήλα!
Ο Αχμέτ ένα λυχνάρι χρυσό... και..
Ο Αλί! Εκείνο το σγουρομάλλικο μελαψό παλικάρι από την Σμύρνη έφερε ένα σκαλιστό μεγάλο, να τόοοοοσο μεγάλο, καθρέφτη!
Τον έφερε, τον στερέωσε στον απέναντι τοίχο από το χρυσαφένιο θρόνο και...
Θαρρείς πως όλα άλλαξαν στο δωμάτιο.
Μια μικρή αχτίνα ήλιου μπήκε από το απέναντι παράθυρο και χάϊδεψε τον καθρέφτη, εκεί στο μέρος της καρδιάς του.
Ο πολυέλαιος βαρύς κι ολοσκάλιστος, κοίταξε από εκεί πάνω τον καθρέφτη και με παραπονιάρικη φωνή είπε:
 -"Έλα πιο κοντά να καθρεφτιστώ". Έλα πιο δω θέλω να με δω μέσα στην λάμψη σου".
Τότε ο καθρέφτης μίλησε με ανθρώπινη φωνή κι είπε:
 -"Εσύ λάμπεις εκεί πάνω περήφανος και γυαλιστερός... εγώ δεν είμαι παρά ένας καθρέφτης που λέω και δείχνω αλήθειες".
Το επόμενο πρωί, ο βασιλιάς, έσυρε για μιαν ακόμα φορά τα βαριά βήματα και τη παγωμένη καρδιά του, στην μεγάλη σάλα του παλατιού.
Με το κεφάλι ψηλά και με μάτια που κοίταζαν χωρίς να βλέπουν, πνιγμένος στην μοναξιά, άκουγε τη σιωπή του και ξάφνου...
 -"Ε.. ψιτ εσύ... Βασιλιά... Βασιλιά... Καλέ Βασιλιά, τι χάλια είναι αυτά";
Ο βασιλιάς ξαφνιασμένος γύρισε το κεφάλι δεξιά, το γύρισε αριστερά, κοίταξε πάνω ψηλά, κοίταξε κάτω... -Ναι κάτω... Για πρώτη φορά στη ζωή του κοίταξε κάτω.  Παρατήρησε τα ψηφιδωτά πατώματα της σάλας μ' έκπληξη-.
 -"Ε… ψιτ εσύ... Βασιλιά... Βασιλιά... Καλέ Βασιλιά, τι χάλια είναι αυτά";
Ο Βασιλιάς κοίταξε ευθεία μπροστά και τότε τον είδε...
Ένα χοντρό και κακοφτιαγμένο κουφάρι, τυλιγμένο σε βελούδα και χρυσάφια, μ' ένα χρυσό παράξενο καπέλο στο κεφάλι του.
Γενειάδα μακριά που έφτανε πιο κάτω από τη χοντρή κοιλιά, πόδια αστεία και μάτια...
Ένα ζευγάρι άχρωμα κι άδεια μάτια κι ένα στόμα, τόξο γερμένο προς τα κάτω σε μια γκριμάτσα πόνου και θλίψης.
Ποιος είναι αυτός αναρωτήθηκε...
 -"Φρουροί... τρεχάτε φρουροί... Πιάστε τον, φρουροί... Εχθρός στο παλάτι φρουροί..."
Και τότε άκουσε...
 -"Ε.. ψιτ εσύ... Βασιλιά... Βασιλιά... Καλέ Βασιλιά, τι χάλια είναι αυτά; Ποιος εχθρός βασιλιά; Για ποιόν εχθρό φωνάζεις; Ποιόν θέλεις να πιάσουν οι φρουροί; Εσένα να πιάσουν; Το χοντρό και κακοφτιαγμένο κουφάρι σου να πιάσουν οι φρουροί; Τι  να το κάνουν βασιλιά; Τι να κάνουν ένα αδύναμο πλάσμα μ' άδεια μάτια σαν κι εσένα";
Ο βασιλιάς τρόμαξε...
 -"Πάψε", είπε ψιθυριστά, "πάψε μη μας ακούσουν..."
Με την τελευταία  αχτίνα του ήλιου που πέρασε από το απέναντι παράθυρο και χάιδεψε τον καθρέφτη, ο βασιλιάς έχασε κι αυτό το... -πώς το λένε μωρέ;-που τον έκανε να νιώθει «Βασιλιάς», να περπατά με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια να κοιτάζουν χωρίς να βλέπουν
 -"Αλλάχ! ΤΙΠΟΤΑ... ένα μεγάλο ΤΙΠΟΤΑ είμαι Αλλάχ", είπε κι ένα αναφιλητό βγήκε με πόνο περίσσιο από το στήθος του.
Πέρασαν μέρες και μήνες. Χρόνια!
Κι ο βασιλιάς περπάταγε σκυφτός, κανείς δεν έβλεπε τα μάτια του, κανείς δεν άκουγε την φωνή του.
Ολάκερο το βασίλειο έμαθε πως ο βασιλιάς αρρώστησε βαριά. Δεν ήθελε να βγει από το παλάτι. Δε μίλαγε, δεν άκουγε, μόνο στεκόταν απέναντι από κείνο τον καθρέφτη, που ένας εμποράκος από τη Σμύρνη του έφερε μια μέρα, πριν χρόνια. Κοίταζε τον καθρέφτη σιωπηλός κι ένα παράπονο έβγαινε από τα χείλια του….
 -"ΤΙΠΟΤΑ... Ένα μεγάλο ΤΙΠΟΤΑ  Αλλάχ..."
Ένα ανοιξιάτικο πρωινό, μια πόρτα μισάνοιξε, ένα ζητιανάκι βρώμικο και με κουρελιασμένα ρούχα, τρύπωσε μέσα στο παλάτι.
Σύρθηκε ξυπόλητο μέχρι τη μεγάλη σάλα και...
Να τος... Τον είδε...
Σκυφτό και παραπονεμένο να ψιθυρίζει κουβέντες με πόνο:
 -"ΤΙΠΟΤΑ... Ένα μεγάλο ΤΙΠΟΤΑ  Αλλάχ ..."
Το ζητιανάκι όρθωσε το μπόι, άπλωσε το χεράκι του και με μάτια κάρβουνα,  γεμάτα πάθος για ζωή, άγγιξε πρώτα το βελούδινο κόκκινο πανωφόρι, μετά το χρυσό σαλβάρι, τα μεταξωτά παπούτσια και μετά το χέρι του.
Το γερασμένο ρυτιδιασμένο χέρι...
Μετά, ανασηκώθηκε στις μύτες των ποδιών του κι άγγιξε με στοργή το γερασμένο μάγουλο... τα μισόκλειστα μάτια...
 -"Ωωω! Τι γλυκός που είσαι", είπε με θαυμασμό κι αγάπη. "Πόσο θα θελα να είσαι παππούς μου. Εγώ δεν έχω παππού. Πέθανε μια μέρα του χειμώνα εκεί στη παράγκα μας, από το κρύο κι από την πείνα. Θέλεις να γίνεις ο παππούς μου παππού; Θέλεις να σ' αγαπώ και να μου λες παραμύθια παππού";
Ο Βασιλιάς λες και ξύπνησε, άπλωσε το ρυτιδιασμένο χέρι κι άγγιξε... για πρώτη φορά στην ζωή του, άγγιξε με αγάπη...
Αφέθηκε στα χάδια και τα παιχνίδια του μικρού.
Κυλίστηκε μαζί του παιχνιδιάρικα στο κόκκινο χαλί και γέλαγε σαν μικρό παιδί...
 -"Παππού βλέπεις; Παππού με βλέπεις; Παππού κοίτα... Κοίτα χρώματα παππού... Κοίτα ομορφιές παππού..." Έλεγε και ξανάλεγε το ζητιανάκι.
Η τελευταία αχτίδα του ήλιου, -εκείνη που κείνο το μοιραίο δείλι κάτι πήρε από τον Βασιλιά-, το 'χε φέρει πίσω...
Βασιλιάς και ζητιανάκι, κοιμήθηκαν αποκαμωμένοι από τα τρελά παιχνίδια, στο κόκκινο χαλί...
Η πρώτη αχτίδα του ήλιου, τους βρήκε να κοιμούνται αγκαλιά, χαμογελαστοί και γεμάτοι αγάπη.
Βασιλιά και ζητιανάκι... Παππούς κι εγγονός... Δυο ανθρώπινες φιγούρες με σάρκα και ψυχή...
Ο Βασιλιάς ψιθύρισε στο τελευταίο του πρωινό όνειρο:
 -"Αλλάχ... ε Αλλάχ, εδώ είμαι... Ένα κάτι, ένα μικρό, πολύτιμο κάτι, μέσα στο απέραντο Βασίλειο σου Αλλάχ... Ένα σπουδαίο, μικρό κάτι..."

                              Το Παραμύθι Μιας Αγάπης

     Μια φορά κι ένα καιρό, εκεί σε κείνη τη μεγάλη σκοτεινή σπηλιά, στη κορυφή του πιο ψηλού βράχου, ζούσε μόνο κι έρημο, ένα τόσο δα μικρό κεράκι. Ένα κεράκι σβηστό, που μέτραγε τις μέρες της ύπαρξής του, μέσα από τα δάκρυά του.
 «Μα τι κάνω εγώ εδώ μόνο μου» αναρωτιόταν. «Έτσι σβηστό που είμαι, πόσο πολύ κρυώνω! Πόσο πολύ φοβάμαι και πόσο άχρηστο νιώθω. Μια σκοτεινή κουκιδίτσα μέσα σε τούτη τη σπηλιά».
     Κι οι μέρες περνάγανε και το κεράκι κολύμπαγε μέσα στη μικρή λιμνούλα που είχε φτιάξει με τα δάκρυά του.
     Κι οι μέρες περνάγανε και το κεράκι μετρούσε τις μέρες της ανούσιας, σκοτεινής ζωής του.
     Μια μέρα, άνεμος δυνατός φύσηξε έξω από τη σπηλιά και στο πέρασμά του παράσερνε ό,τι μικρό κι αδύναμο υπήρχε. Φτεράκια από πουλιά που είχαν την φωλιά τους στην βάση του βράχου, ξερά φύλλα και κλαδιά, σπόρους από λουλούδια εξωτικά κι ένα ...σπίρτο, ένα τόσο δα μικρό σπίρτο, ψηλόλιγνο και γυαλιστερό, με κόκκινο, αστραφτερό καπέλο, στο μικρό του κεφαλάκι!
     Με το δεύτερο φούυυυυυυυ του άνεμου, το σπίρτο απογειώθηκε και με δύναμη παρασύρθηκε μέσα στη σκοτεινή σπηλιά. Έπεσε με δύναμη κάτω στο τραχύ έδαφος κι... Ωχ!!!
 -«Μα που βρίσκομαι» είπε με τη τσιριχτή φωνούλα του. Στην αρχή δυσκολεύτηκε στο σκοτάδι, αλλά σα σπίρτο που ήταν έστω και σβηστό, σύντομα συνήθισε να βλέπει ακόμα και μέσα στο σκοτάδι.
 -«Αμάν»! είπε... «Τι είσαι εσύ»;
 -«Δε με βλέπεις»! είπε το κεράκι με τη παραπονιάρικη φωνούλα του.
     Και να που ακόμα και τ' αταίριαστα μπορούνε να ταιριάξουν... Εκεί μέσα στην ερημιά, την υγρασία και το σκοτάδι της σπηλιάς, το κεράκι και το σπίρτο ενώσανε τη μοναξιά και το κοινό τους πρόβλημα. Ήταν και τα δύο σβηστά, έρημα, μόνα και παραμελημένα μέσα σε τούτη τη σκοτεινή, άψυχη σπηλιά.
     Το σπίρτο τέντωνε το λυγερό κορμάκι του κι ακουμπούσε πάνω στο κεράκι και το κεράκι έκανε νάζια και καμώματα κι έπαψε πια να κλαίει. Η λίμνη από τα δάκρυά του στέγνωσε και τώρα οι ελπίδες να φτάσουνε στο όνειρο, όλο και μεγάλωναν.
     Το όνειρό τους;  Μια μικρή φλογίτσα. Mια μικρή φλογίτσα που θα τα φωτίσει και τα δυό, θα τα ζεστάνει και θα τα αφήσει να κοιταχτούνε στα μάτια.
 -«Μα θέλω να δω τα μάτια σου», είπε το σπίρτο στο κεράκι.
 -«Μα θέλω να νιώσω τη ζεστασιά σου», είπε το κεράκι στο σπίρτο.
     Και τότε τρόμαξαν...
 -«Αν ανάψω καλή μου θα καώ»! είπε το σπίρτο, «και καλά να καεί μόνο το κόκκινο σκουφί μου, θα είμαι ένα ακόμα άσχημο, μισοκαμένο σπίρτο... Μα αν καώ εντελώς, τι θα απογίνω; Θα προλάβω τουλάχιστον να δω τα μάτια σου»;
 -«Κι αν ζεσταθώ» είπε το κεράκι, «θα λιώσω... Κι αν λιώσω θα γίνω άσχημο και κακοφτιαγμένο! Θα έχω προλάβει να χαρώ τουλάχιστον τη ζέστη σου»;
     Μέρα τη μέρα, το κεράκι και το σπίρτο, αγαπιόντουσαν όλο και πιο πολύ κι η αγάπη τους δυνάμωνε! Μέσα στη σκοτεινή σπηλιά, λουλούδια φυτρώσανε, γιατί η αγάπη είναι ένα λουλούδι, που όπου γεννιέται δίνει χρώμα, άρωμα κι ομορφιά. Κι οι μέρες περνάγανε. Το κεράκι και το σπίρτο σφιχταγκαλιασμένα, περιμένανε καρτερικά τη συνέχεια του έρωτά τους.
     Καλοκαίριασε... Έξω από τη σπηλιά, η ζέστη ήταν αφόρητη... Το δάσος γύρω από το βράχο, συχνά γέμιζε από γέλια, τραγούδια, φωνές μικρών και μεγάλων. Το κεράκι και το σπίρτο αγκαλιάζονταν τρομαγμένα και περίμεναν, όλο περίμεναν κι αγαπιόντουσαν, κάθε μέρα και πιο πολύ κι ας μην είχε δει τα μάτια του σπίρτου, το κεράκι κι ας μην είχε νιώσει τη ζεστασιά του κεριού, το σπίρτο! Ο έρωτάς τους, μια μικρή τραγωδία, σαν όλους τους ανικανοποίητους έρωτες, που γεννιούνται και μένουνε πάντα στ' όνειρο...
     Ώσπου μια μέρα, μια παρέα εκδρομείς, -έτσι τους λέγαν όλους αυτούς τους εισβολείς του δάσους-, πήρανε τα γέλια, τα τραγούδια και τις φωνές τους μακριά, αλλ' αφήσανε μια μικρή σπίθα... μια τόση δα μικρή σπίθα φωτιάς, να σιγοκαίει, εκεί κάτω από τα ξερά κλαδιά που είχαν ανάψει για να μαγειρέψουνε.
 -«Συμφορά»! Φωνάζανε πουλιά και ζώα που περνάγανε τρομαγμένα τρέχοντας, έξω από τη σπηλιά. «Συμφορά! Φωτιά! Φωτιά... θα καούμε»!
 -«Ακούς»; είπε το σπίρτο στο κεράκι...
 -«Ακούς; Θα καούμε»! είπανε και τα δυο με μια φωνή, γεμάτη έρωτα!
 -«Δε φοβάμαι να καώ απ' αγάπη», είπε το σπίρτο στο κερί...
 -«Δε φοβάμαι να λιώσω απ' αγάπη», είπε το κερί στο σπίρτο!
     Ένα κερί κι ένα σπίρτο, τρελά από έρωτα τραγουδάγανε τη φλόγα που ερχόταν...
 -«Έλα»! της έλεγαν, «έλα! Σε περιμένουμε»!
 -«Θα μ' αγαπάς αν καώ κι ασχημύνω, χωρίς το κόκκινο σκουφί μου»; Είπε το σπίρτο στο κερί.
 -«Θα μ' αγαπάς αν λιώσω και χάσω το σχήμα μου»; Είπε το κεράκι στο σπίρτο.
     Κι η φλόγα ερχόταν όλο και πιό κοντά... Κι η φλόγα έφτασε στο κατώφλι της σπηλιάς και δίσταζε να μπει μέσα, μη χαλάσει την ομορφιά που διαισθάνθηκε!
 -«Έλα»! της φωνάζανε και τα δυο, με μια φωνή!
     Κι η φλόγα έστειλε μέσα στη σπηλιά, τη πιο μικρή της κόρη! Μια σπίθα τόση δα, που μπήκε τσαχπίνικα και ναζιάρικα από την είσοδο της σπηλιάς.
     Φφφσσσσσσσσσσσττττττττττττττ !
     Το σπίρτο, τέντωσε το λυγερό κορμάκι του, για να καλωσορίσει τη σπίθα. Το κόκκινο σκουφί του τυλίχτηκε στις φλόγες.
 -«Αγάπη μου» είπε στο κεράκι, «καίγομαι για σένα... Αγάπη μου, να δω τα μάτια σου κι ας καώ»!
     Το γυαλιστερό κόκκινο σκουφί, ακούμπησε πάνω στο φιτίλι καθώς έσκυψε για να δει καλύτερα.
 -«Αγάπη μου» είπε το κεράκι στο σπίρτο, «άσε με να νιώσω τη ζεστασιά σου κι ας λιώσω»!
     Το σπίρτο και το κεράκι,  καήκανε μαζί... Μια μάζα ενωμένη στο χρόνο και στο χώρο αιώνια...
     Το  κεράκι  και το σπίρτο που λιώσαν απ' αγάπη κι έφτασαν στο δικό τους όνειρο...

                          Tα Γράμματα Που Μεθύσανε

     Ο Γιαννάκης έφυγε τρέχοντας από το σπίτι, για το σχολειό. Φορτωμένος με τη βαριά σχολική σάκα, γεμάτη με τετράδια, βιβλία, μολύβια, γόμες, ξύστρες και το σακουλάκι με το κολατσιο του.
     Στο πρώτο πέταγμα της τσάντας, από τη πλάτη του Γιαννάκη στο έδαφος, οι ρώγες από το σταφύλι που είχε βάλει η μαμά για δεκατιανό, βγάλανε δυο σταγόνες ζουμάκι, που ήρθανε και τρέξανε πάνω στο αναγνωστικό.
     Ωχ! Ωχ! Τα γράμματα μεθύσανε κι αρχίσανε τρελό χορό!
     Το λ τέντωσε τα ποδαράκια του, που το βοηθάνε να κρατά ισορροπία πάνω στη σελίδα κι ακούμπησε τη χοντροκοιλιά του α.

                  λα     λα    λα    λα       λα          λα

    
Τ' άλλα γράμματα συγχρονιστήκανε στο τραγούδι κι όλα μαζί δώσανε το ρυθμό:

                   λα       λα   λα       λα   λα            λα

     Το Μ σοβαρεύτηκε και θέλησε να επιβάλει τη τάξη! Πήγε και κόλλησε δίπλα στο άλλο Α, της επόμενης σελίδας και τα δυο μαζί είπανε γκρινιάρικα, με δυσφορία:

                                ΜΑ!

     Βρε κακό που πάθαμε!

     Στο διάλειμμα, ο Γιαννάκης είπε να πετάξει τη τσάντα ψηλά-ψηλά, έτσι για χαβαλέ. Η σάκα προσγειώθηκε άτσαλα, για μιαν ακόμα φορά, στο πάτωμα της τάξης.
     Ωχ! Ωχ! 'Αλλες δυο σταγόνες από το ζουμάκι του σταφυλιού ήρθανε κι ακούμπησαν, η μια πάνω σ' άλλη σελίδα του Αναγνωστικού κι η άλλη πάνω στο βιβλίο των Μαθηματικών.
     Ένα άλλο μ, αγαπησιάρικο, πήγε με νάζια και καμώματα και κόλλησε πάνω σ' ένα ολοστρόγγυλο ο και τα δυο μαζί ακούμπησαν σ' ένα υ.

                                                μου

     Καλό μου... Αγαπημένο μου... Δικό μου...

     Στο βιβλίο των Μαθηματικών, άρχισεν άλλο πανηγύρι: Οι αριθμοί, μεθυσμένοι, κύλαγαν ο ένας πάνω στον άλλο! 1+1=2  έλεγε το βιβλίο, αλλά ένα τρελλούτσικο 5, έσπρωξε το 2 και πήγε να καμαρώσει, δίπλα στο =!

                                      1+1=5 2

     Πώ! Πω ζημιά!

     Το τρελό μεθύσι, μεταφέρθηκε στο βιβλίο της Γεωγραφίας. Εκεί που ήτανε γραμμένα ποτάμια, ονομασίες από βουνά πήγαν αυθάδικα και στάθηκανε!

     Ο Σπερχειός βαφτίστηκε Όλυμπος κι ο Αχελώος ονομάστηκε Γκιώνα.

                                        Πω! Πω ζημιά!

                                                                     Και τώρα;

     Η δασκάλα του Γιαννάκη, εκνευρισμένη μ' όλες αυτές τις πρωτόγνωρες και λανθασμένες γνώσεις του, κάλεσε το Διευθυντή κι αυτός με τη σειρά του ανοίγοντας τα βιβλία και διαβάζοντας τις σοφίες του, κάλεσε δημοσιογράφους και κανάλια για να αναμεταδώσουνε, το μυστήριο που έκρυβε η σάκα του.
     Ενας δημοσιογράφος από το κανάλι της πόλης, ήρθε και στάθηκε μπροστά στο Γιαννάκη και τη μυστηριώδη σάκα του.
 -«Κυρίες και Κύριοι, είμαστε μάρτυρες ενός συγκλονιστικού γεγονότος... Στη μαθητική αυτή σάκα, συντελούνται μυστήρια και μαγικά! Γράμματα χορεύουνε, τραγουδούνε, θυμώνουνε κι άλλα αγαπιούνται! Οι αριθμοί τρελαθήκανε και κινδυνέυουμε να χάσουμε τις ισορροπίες που, αρχαίοι ημών πρόγονοι επιβάλλανε, με μελέτες ετών»!
  «Κυρίες και Κύριοι, στο σημείο αυτό, οφείλω να σας ενημερώσω, ένα ακόμα συγκλονιστικό γεγονός: το όρος Όλυμπος, μετέφερε το θαυμαστό όγκο του και την θέση του πήρε ο ποταμός Αχελώος! Το όρος Γκιώνα, όχι κυρίες και κύριοι, δε σβήστηκε από το χάρτη, αλλα μεταφέρθηκε σ' άλλο σημείο της Ελλάδας και στη θέση του, τρέχουνε τα νερά του ποταμού Αχελώου»!
  «Κυρίες και Κύριοι, κοσμογονικά γεγονότα συμβαίνουν μέσα σ' αυτή τη μαθητική σάκα. Μείνετε μαζί μας για τις νεότερες εξελίξεις».
     Ο Γιαννάκης τρομαγμένος, δε τολμούσε ν' ακουμπήσει τη σάκα του. Στάθηκε μακριά και της φώναζε με παράπονο:
 -«Ρεζίλι με έκανες! Κοίτα που όλοι τώρα ασχολούνται μαζί μου!. Μα δε με λυπάσαι; Τι σου 'κανα έ; Τι σου 'κανα; Εγώ δεν ήμουν αυτός, που κάθε πρωί σ' έπαιρνε μαζί του; Αχώριστοι δεν ήμασταν όλη τη σχολική χρονιά; Γιατι μωρέ με ρεζίλεψες έτσι; Εμ κορίτσι είσαι! Τι περιμένει κανείς από του λόγου σου; Μπαμπέσικο πράμα»! Κι σπό μέσα του αναρωτήθηκε: «Αλήθεια υπάρχουνε σάκες σερνικές; Κι αν υπάρχουνε πως τις λένε; Ο σάκος; Μπα! Σιγά μη πάρω σάκο, να βάλω τα βιβλία και τα τετράδιά μου. Τι είμαι μωρέ; Φαντάρος είμαι»; Έλεγε με παράπονο, σ' ένα μονόλογο με τη σάκα του! Κι εκεί μέσα στη σιωπή της άδειας τάξης, ακουστήκανε φωνούλες και κλαμματα:
 -«Ωχ ωχ! Πονάω! Ωχ! Ωχ πόνεσα! Μα τι παιδί αυτός ο Γιαννάκης, να πετά τη σάκα του ψηλά, χωρίς να σκέφτεται κι εμάς», έλεγαν κλαψιάρικα τα σταφυλάκια.
 -«Πω πω πως πονάει το κεφάλι μου»! έλεγε μια στραβοπατημενη ρόγα απ το σταφύλι.
 -«Πω πω πως πονάει η κοιλίτσα μου»! έλεγε το κοτσάνι από έν' άλλο τσαμπί σταφύλι. Και τότε ο Γιαννακης κατάλαβε. 'Ακουσε, μέσα στη σιωπή της τάξης, τα παράπονα και τα κλαμματάκια και ντράπηκε!
 -«Δε φταις εσύ», είπε στη σάκα του. «Εγώ φταίω καλή μου... φταίω που με το παιχνίδι μου δεν υπολογίζω τιποτα και κανένα»! Ο Γιαννάκης πήρε τη σάκα του με αγάπη και στοργή στη αγκαλιά και χάθηκε στη στροφή του δρόμου. 
     Θα συνέχιζανε μαζί το ταξίδι, μέχρι το τέλος της σχολικής χρονιάς. Μαζί θα μετακομίζανε βουνά και ποτάμια, μαζί θα κάναν ανατροπές στις προσθέσεις των αριθμών, μαζί θα γυρνάγανε το κόσμο ανάποδα!
     Κι ο Γιαννάκης έζησε καλά κι η σάκα του καλύτερα και τα γράμματα, ακόμα θυμούνται το τρελό τους μεθύσι και την αγάπη τους, που γεννήθηκε κείνο το ηλιόλουστο πρωινό...

                                Τα Μαγικά Σεντούκια

     Η τρικυμία κόπασε... Η θάλασσα γαλήνεψε... Το τοπίο άλλαξε χρώματα... Εκεί πάνω στα δυσπρόσιτα βράχια, δυο σκοτεινά αντικείμενα στέκαν ακίνητα. Τα ξέβρασε η θάλασσα, τα κύματά της τα ταξιδέψανε μίλια ολόκληρα και τώρα τα παράτησαν εδώ, έρημα και μόνα. Δυο σεντούκια, ένα μεγάλο κι ένα μικρότερο. Δυο σεντούκια που ταξιδέψανε στο χρόνο και στα κύματα. Δυο σεντούκια που πέρασαν από το σημείο, που ο ουρανός αγγίζει τη θάλασσα. Εκεί που η ψυχή συναντά το πνεύμα κι η σάρκα τη ψυχή...
     Το μεγάλο σεντούκι, βαρύ και δυσκίνητο είχε πλάι στη σκουριασμένη κλειδαριά του, δυο πράσινα πετράδια. Δυο φωτεινά σμαράγδια που κοιτάζανε το κόσμο, λυπημένα.
     Το μικρό σεντούκι, που λικνιζότανε με χάρη και νάζι πάνω στα βράχια, είχε πλάι στη σκουριασμένη κλειδαρίτσα του, ένα κόκκινο, φωτεινό ρουμπίνι. Ένα ζεστό φιλί, για ότι έπιανε το μάτι του.
     Το μεγάλο σεντούκι, ιδιοκτησία του βασιλιά της Αγαθοχώρας που πάνω στη τρέλα του, όταν η χώρα κυριεύτηκε από κακούς πειρατές, έβαλε μέσα στο σεντούκι αυτό ότι θεωρούσε πολύτιμο και το πέταξε στη θάλασσα. Αγαθά που θα χανόντανε στο πέρασμα του χρόνου, με τους πειρατές να κουρσεύουν την χώρα του:
     Αγάπη, αξιοπρέπεια, περηφάνεια, ειλικρίνεια κι αυτοσεβασμός!
     Το μικρό κείνο, ναζιάρικο σεντούκι, ήταν ιδιοκτησία της πριγκίπισσας της Χρωμοχώρας. Η δύσμοιρη τρελάθηκε, όταν κατακτητές από τον βορρά με βέλη, δόρατα και περήφανα άλογα, κάναν επίθεση στο Βασίλειο της! Έκλεισε μέσα στο σεντούκι, τα πολύτιμα της και το πέταξε από το παράθυρο του πύργου, κάτω στην αγριεμένη θάλασσα, για να μείνουν οι θησαυροί της αμόλυντοι από τους κυριευτές!
     Κόκκινο, μπλέ, κίτρινο, πράσινο, χρώματα από τη παλέτα του ουρανού, της γης και της θάλασσας, αρώματα από λουλούδια, φωνές πουλιών, γέλια ερωτευμένων, παιχνίδια παιδιών, ξεγνοιασιά, αγάπη, μουσικές και χορούς από νεράιδες, φως και μια ζεστή αγκαλιά!
     Τα σεντούκια ταξιδέψανε στα βάθη των αιώνων, σε θάλασσες μακρινές, σε βυθούς μυστηριώδεις και τρομακτικούς, ώσπου... Σε κείνη τη μεγάλη τρικυμία, συναντηθήκανε κι ένα μεγάλο κύμα, τα 'φερε πλάι-πλάι, πάνω σε τούτα τα ξεχασμένα βράχια...
     Τα πράσινα σμαράγδια του σεντούκου, κοιτάξανε με απορία το κόκκινο ρουμπίνι της σεντούκας! Η σεντούκα, συνέχιζε το λίκνισμά της πάνω στα βράχια κι έστελνε κόκκινα φιλιά, με το φωτεινό της ρουμπίνι, στο σεντούκο!
 -"Έλα πιο κοντά", της είπεν αυτός. "Έλα πιο κοντά... θέλω να δω τα μυστικά σου..."
 -"Έλα πιο κοντά", του 'πεν αυτή. "Έλα πιο κοντά... θέλω να μάθω τις σοφίες σου..."
     Η ώρα πέρναγε. Δυο πράσινα σμαράγδια κι ένα κόκκινο ρουμπίνι, λαμπυρίζαν εκεί στα ξεχασμένα βράχια! Νύχτωσε... Ένα φεγγάρι -κλέφτης-, τα κοίταζε από ψηλά. Ένα φεγγάρι -κλέφτης-, που 'στελνε την ασημένια του λάμψη στο σεντούκο και στη σεντούκα! Τότε, μια αστραπή ήρθε να δώσει λύση στην αγωνία και στο μυστήριο. Μια αστραπή που χώρισε τον ουρανό στα δυό, που φώτισε τις σκοτεινές μάζες τους και κατευθύνθηκε γραμμή, πάνω στις κλειδαριές τους! Η κλειδαριά του σεντούκου, κει ανάμεσα στα δυο πράσινα σμαράγδια, άνοιξε κι άφησε να φανούνε, μυστικά κι αξίες αιώνων...
     Αγάπη, αξιοπρέπεια, περηφάνεια, ειλικρίνεια κι αυτοσεβασμός, ξεχύθηκαν από τα σωθικά του με κατακτητική διάθεση, απλωθήκανε πρώτα στα βράχια, κι αγκάλιασαν έπειτα και τη σεντούκα!
     Η κλειδαριά της σεντούκας, εκεί πάνω από το κόκκινο ρουμπίνι, -το τρελό παθιάρικο φιλί της-, άνοιξε και... και...
     Κόκκινο, μπλέ, κίτρινο, πράσινο, χρώματα από τη παλέτα του ουρανού, της γης και της θάλασσας, άρωμα από λουλούδια, φωνές πουλιών, γέλια ερωτευμένων, παιχνίδια παιδιών, ξεγνοιασιά, αγάπη, μουσικές, χοροί από νεράιδες, φως και μια ζεστή αγκαλιά, ήρθανε και μπλεχτήκανε, με τους θησαυρούς του σεντούκου!
 -"Χαρά μου"! του είπε...
 -"Φως μου"! της αποκρίθηκε...
     Η αγάπη που 'χανε κρυμμένη στα σωθικά, θέριεψε κι απλώθηκε, πρώτα πάνω στα βράχια, μετά στις φωλιές των γλάρων έπειτα στο βυθό κι ύστερα στον ουρανό... Απλώθηκε στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα!
     Οι νεράιδες του βυθού, πήρανε τ' αγαθά του σεντούκου: και την Αγάπη και την Αξιοπρέπεια και τη Περηφάνεια και την Ειλικρίνεια και τον Αυτοσεβασμό και τα κάνανε τραγούδι!
     Τα ξωτικά, πήρανε τους θησαυρούς της σεντούκας και τα σκορπίσανε, σε μήκος και σε πλάτος, σε ύψος και σε βάθος και γέμισε ο κόσμος χρώματα και λάμψεις και μουσικές κι αρώματα και γέλια και παιχνίδια και χαρά... Εκείνο το βράδυ ήτανε μια γιορτή... Μια μεγάλη γιορτή και της Αγάπης και της Σοφίας.
 -"Σε περίμενα"! του 'πε.
 -"Δε σε περίμενα"! της αποκρίθηκε. "Μόνον έλπιζα στον ερχομό σου..."
     Ξημέρωσε... Η παραλία πλάι στα βράχια, άρχισε να γεμίζει κόσμο... Το τοπίο πήρε ν' αλλάζει μορφή. Πετσέτες κι ομπρέλες πολύχρωμες. Πλαστικά στρώματα, ταπεράκια με φαγητό, μάσκες και βατραχοπέδιλα, μαμάδες και παιδιά, έννοιες και βάσανα, γέλια και κλάματα.
     Ο σεντούκος κι η σεντούκα, σφιχταγγαλιασμένοι στη σπηλιά των βράχων, στέκανε σιωπηλοί και γεμάτοι αγάπη!
 -"Σε βρήκα" της είπε, "και να μη σ' έχω κοντά, δε με νοιάζει! Μου αρκεί που ξέρω πως υπάρχεις... που είδα τους θησαυρούς σου..."
 -"Σε βρήκα" του 'πε, "κι είναι σα να ζω μαζί σου κι ας σε πάρει το κύμα που σ' έφερε κοντά μου... Μου αρκεί που 'μαθα τις σοφίες σου... που ξέρω πως υπάρχεις..."
     Ο σεντούκος κι η σεντούκα, είναι κει στο βάθος αυτής της θαλασσινής σπηλιάς...
     Μη ψάξετε να τους βρείτε...
     Νιώστε μόνο τους θησαυρούς τους κι αυτό φτάνει...
     Γεμίστε τη ζωή σας με τις αξίες τους... τα χρώματα... τους ήχους... τις μυρωδιές... τα συναισθήματά τους...
     Και τότε, η ζωή σας θα 'ναι πιο όμορφη... θα λάμπει σα τα πράσινα σμαράγδια του σεντούκου και σα το κόκκινο ρουμπίνι της σεντούκας...
     Εκεί που ο ουρανός φιλεί τη θάλασσα... εκεί που η ψυχή ανταμώνει τη σάρκα...
     Αν φτάσετε ποτέ στη σπηλιά τους και τα βρείτε, μη τα ενοχλήσετε... Μη τα χωρίσετε... Αφήστε ένα λουλούδι στα ποδαράκια τους, από κείνα που φυτρώνουνε στη σπηλιά, που δεν είναι πια μήτε σκοτεινή, μήτε παγωμένη!
     Ένα μαγικό φως τρεμοπαίζει... Δίνει χρώμα και ζωή στους άψυχους τοίχους... Μια ζεστασιά, απ' αυτή που αφήνει η αγάπη και τα κάνει όλα κει, να μοιάζουν μαγικά! Τόσο μαγικά, όσο μαγική είναι κι η αγάπη...
     Κι έζησαν αυτά τόσο καλά, όσο κι εμείς θα ζήσουμε καλύτερα μ' αγάπη στις καρδιές μας...

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers