Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Πεζά 

Η Δίκη Της Μήδειας

 

Η Παράσταση
     Οι τελειόφοιτοι της Νομικής, εκείνης της χρονιάς, ειδικότερα δύο απ' αυτούς, ο Μάνος κι η Χρύσα, ρίξανε την ιδέα. Αυτή, αφού εκκολάφθηκε για λίγο, στα μυαλά όλων, φούντωσε σα πυρκαγιά σε ξερά χόρτα και μεταδόθηκε σαν ιός, σ' όλη τη Σχολή. Σαν πρακτική εξάσκηση, αλλά ταυτόχρονα και θεατρική παράσταση, με σημερινά δεδομένα κι ισχύον Δίκαιο, θα δικάζανε τη Μήδεια. Ο ενθουσιασμός πολύς, ο αναβρασμός μέγας κι αυτό που αρχικά ξεκίνησε αστείο, έφτασε να γίνει το γεγονός της χρονιάς. Έπρεπε να υποστηριχθεί το κατηγορητήριο, που 'τανε μακρύ, να βρεθούν οι μάρτυρες κατηγορίας κι υπεράσπισης, να χαραχθούνε δρόμοι πλεύσης εκατέρωθεν και γενικά όλ' αυτά που θα κάνανε πραγματικότητα, αυτό το τολμηρό σχέδιο.
     Οι καθηγητές είδανε με καλό μάτι, αυτή την ιδέα κι όταν καταλάβανε πόσο σοβαρή ήτανε, προσδώσανε στο γεγονός μεγάλη δημοσιότητα, καλώντας επίσημα αρκετόν ενδιαφερόμενο κόσμο. Η Δίκη πήρεν ημερομηνία έναρξης και θα 'χε ό,τι έπρεπε να 'χει μια πραγματική δίκη, όλα καλυμμένα από το χώρο της Σχολής. Έμενε μόνο να μοιραστούν οι ρόλοι...
Οι Πρωταγωνιστές (οι κύριοι ρόλοι):
     Συνήγορος Πολιτικής Αγωγής
: Μάνος: Ψηλός, όμορφος, χαρισματικός, σνομπ, γόνος πολύ πλούσιας οικογένειας, καλοντυμένος πάντα και κορυφαίος φοιτητής στη Σχολή. Αγαπούσε το αντικείμενο των σπουδών του, αρκετά ευχάριστος στη παρέα όταν το 'θελε, ηγήτωρ και θρασύς. Προσωποποιούσε τον πόθο των τριών τετάρτων από τις θηλυκιές υπάρξεις της Σχολής κι έδειχνε να το απολαμβάνει. Είχε συνάψει δεσμό προ διετίας με την άλλη συνεταίρο της "μεγάλης ιδέας" τη Χρύσα που όμως, έχει πια σκαλώσει άσχημα κι η αιτία ήτανε μια πρωτοετής με κουκλίστικο προσωπάκι πάντα μακιγιαρισμένο υπέρμετρα, με την οποία εθεάθη να φλερτάρει ασυστόλως κι ...όχι μόνον!
     Η μικρή επαρχιωτοπούλα με την αμφίεση της εποχής, μινάκι μέχρι τις ...αμυγδαλές, χοντρό και ψηλοτάκουνο παπούτσι, μπουστάκι με τον αφαλούλι έξω, καμιά δεκαριά σκουλαρίκια σε ...διάφορα μέρη του καλοφτιαγμένου -τω όντι- κορμιού και κοντά κουρεμένα μαλλιά, βαμένα ξανθά, με λαχανί και κόκκινες ανταύγειες, ξεμυάλισε τον Μάνο και τσάτισε άσχημα τη Χρύσα. Ο καυγάς αναπόφευκτος κι η σχέση έλαβεν άδοξο τέλος. Ο μεν δεν έδειξε στοιχεία μεταμέλειας κι η δε αναγκάστηκε, μη μπορώντας πια να υπαναχωρήσει, να κλείσει αυτό το κεφάλαιο της ζωής της, όχι όμως και χωρίς στεναχώρια.
     Ο Μάνος ένιωθε σίγουρος για τη νίκη, στη Δίκη κι όχι άδικα, μιας κι ήσαν όλα εναντίον της Μήδειας, ωστόσο προετοιμάστηκε μεθοδικά κι αυτός κι οι βοηθοί του για την αναμέτρηση.
     Συνήγορος Υπεράσπισης: Χρύσα: Μάλλον όμορφη, σχετικά ψηλή, μακριά σκούρα μαλλιά, μπλουτζίν και πουλόβερ σε συνδυασμό με πάνινα αθλητικά παπούτσια, χωρίς μακιγιάζ, μετρημένη κι εύστροφη κοπέλα κι αυτή στην ομάδα αριστούχων, λάτρις της λογοτεχνίας και δη της ποίησης και φυσικά μ' ιδιαίτερη συμπάθεια στην αρχαία τραγωδία. Ήταν ήδη χωρισμένη με τον Μάνο όταν συνέλαβε την ιδέα για τη Δίκη. Τον πήρε τηλέφωνο -τρέφοντας, ποιός ξέρει ποιές, ελπίδες- κι εκείνος ενθουσιάστηκεν εξίσου με τη σύλληψη, -όχι όμως και με τη προοπτική της επανασύνδεσης- και μάλιστα τόσο πολύ, που τελικά το πέρασε σ' όλους σαν δική του έμπνευση.
     Τον είχε αγαπήσει και τον είχε ποθήσει δυνατά. Λάτρεψε τ' όμορφο παρουσιαστικό, τις παιδιακίστικες αστείες γκριμάτσες του, την υψηλή αίσθηση του χιούμορ, τις υψηλές επιδόσεις του στη Σχολή και στο κρεβάτι. Εξ αιτίας αυτών, δε διέκρινε το κενό του σ' αρκετά πράγματα και κατ' επέκταση, το κακό που της ερχότανε με μαθηματικήν ακρίβεια. Αρκούσε να τη κοιτάξει λιγάκι ...περίεργα ή να την αγγίξει ελαφρά ή να τις ψιθυρίσει βραχνά στ' αφτί έστω και μια κοινοτυπία και τα νεφρά της χορεύανε χασαποσέρβικο με τις φερορμόνες, δημιουργώντας υπερέκκριση απ' τους βαρθολίνειους αδένες.
     Όταν τελικά κατάλαβε πως δεν ήσανε και γι' αυτόν τα πράγματα έτσι, πανικοβλήθηκε, πικράθηκε και προσπάθησε να γαντζωθεί πάνω του, σε μιαν απέλπιδα προσπάθεια. Εκεί μάλλον υπέπεσε σε σωρεία λαθών κι απλώς επίσπευσε τ' οριστικό τέλος.
     Ανέλαβε τη θέση της υπεράσπισης γιατί το 'θελε, αλλά δε βρέθηκε να το θέλει και κανείς άλλος. Είδεν όλες τις ανυπέρβλητες δυσκολίες κι έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά.
     Πρόεδρος & Εισαγγελέας: Δυο από τους πιο αυστηρούς καθηγητές της Σχολής. Ηλικιωμένοι, σοβαροί και πιστοί οικογενειάρχες, πουριτανοί, με πεπαλαιωμένες και σκουριασμένες ιδέες, μεθοδικοί και κλειστοί σε κάθε τι νέο. Λάτρεις της δουλειάς και του αντικειμένου της, πιστοί στο γράμμα του Νόμου, με λίγα λόγια, ό,τι καλύτερο θα μπορούσε να ευχηθεί ο Μάνος κι ό,τι χειρότερο η Χρύσα. Ωστόσο ήσαν ακριβοδίκαιοι, με υψηλή αίσθηση ευθύνης και καθήκοντος!
     Μάρτυρες Κατηγορίας & Υπεράσπισης: Γενικά υπήρξε συνωστισμός στο πρώτο σκέλος κι ο Μάνος επέλεξεν άνετα, προσεκτικά κι "ενορχήστρωσε" με μαεστρία όλην αυτή τη διαδικασία. Κρατώντας την αφρόκρεμα απ' αυτή τη πληθώρα και μοίρασε τους ρόλους, αφού εξήγησε ακριβώς όλο το πλάνο και με συνεχείς πρόβες, τελειοποίησε την τελική εμφάνιση τους! 
     Στο δεύτερο σκέλος επικράτησε μυστικοπάθεια, ωστόσο η πλήρης αλήθεια ήτανε πως δεν υπήρξεν αθρόα προσέλευση κι έτσι μέχρι τη Μεγάλη Μέρα κανείς δεν είχε μάθει τίποτε. Η Χρύσα δεν έκρυβε κάποιον άσσο στο μανίκι, μιας και κανείς δε προσφέρθηκε. Πεισματάρα όμως καθώς ήτανε δεν εγκατέλειψε τη προσπάθεια και μέχρι τη τελευταία στιγμή ήλπιζε σε κάποια βοήθεια.
     Βοηθοί: Ο Μάνος είχε τη διακριτική ευχέρεια να επιλέξει την αφρόκρεμα των συμφοιτητών του, επειδή πολλοί προσφερθήκανε για τις θέσεις αυτές. Έτσι επέλεξε τους καλύτερους και τους στενότερους του γνωστούς. Μία πεντάδα βοηθών που θα κάλυπτε τα πάντα, χωρισμένη σε τομείς, απ' άκρου σ' άκρον, όλης αυτής της εργασίας κι όλοι φυσικά αγόρια!
     Η Χρύσα δυσκολεύτηκε και σ' αυτό τον τομέα. Κανείς δεν ήθελε να 'ναι από τη πλευρά των χαμένων κι αυτή δε μπορούσε να τους κατηγορήσει σ' αυτό. Τελικά μπόρεσε να βρει μια και μόνη βοηθό: την Αμαρυλλίδα! Μια κοπέλα στο δεύτερο έτος, ερωτευμένη απελπισμένα με το Μάνο από τη πρώτη στιγμή που τον είδε, με σπυράκια στο πρόσωπο, γυαλάκια και μαζεμένα μαλλιά σ' αλογοουρά, άκομψη γενικώς κι άχαρη ύπαρξη, με τον παρθενικό υμένα ακόμα εν ενεργεία, να κυματίζει σαν ένα λάβαρο ήττας, που ήτανε μάλλον φόρτωμα παρά πεποίθηση.
     Αποδέχτηκε το βαρύ φορτίο της βοηθού, για καθαρά προσωπικούς κι ενδεχομένως ανεξιχνίαστους λόγους. Ιδιοσυγκρασιακά, παρόμοια με τη Χρύσα, πεισματάρα κι εκείνη και μαχήτρια, έπεσε στη μάχη, ψυχή τε και σώματι! Μέρος της δυναμικής της πάντως αντλήθηκε κι από τον υμένα της ...ντροπής, τον οποίον ευχαρίστως θα παρέθετε εις τους πόδας του αντιπάλου, μα μαντεύοντας τη πιθανή του αδιαφορία γι' αυτή τη προσφορά, σκέφτηκε να τον αντιμετωπίσει στον ίδιο του το στίβο!
     Ένορκοι: Όλο το σώμα καλύφθηκε από το χώρο της Σχολής. Βέβαια για να καλυφθεί το τελικό σχήμα γίναν ομηρικές μάχες εκατέρωθεν, με το Μάνο τελικά πιο συγκαταβατικό -λόγω υπεραισιοδοξίας για την έκβαση της Δίκης- κι έτσι έξι άνδρες κι έξι γυναίκες κληθήκανε να πάρουνε τις θέσεις τους, τη Μεγάλη εκείνη Μέρα. Ήταν ευρεία η γκάμα τάσεων, ηλικιών, επιπέδων και τελικά οι δυο πλευρές δείξανε να 'ναι ικανοποιημένες με το αποτέλεσμα. Ήτανε μάλιστα ο μόνος τομέας που η υπεράσπιση πέρασε το -σχετικά- δικό της, σ' όλη αυτή τη προετοιμασία.
Κατηγορητήριο:
     Βαρύ κι αδιάσειστο, επιβλητικό και καταδικαστικό, δεν υποδείκνυε τυχόντα ελαφρυντικά. Ίσα-ίσα τη καταδείκνυε ένοχη και μάλιστα με πλήρη επίγνωση του τι έκανε. Έλεγε περίπου τα εξής: Εσχάτη προδοσία και κατασκοπία γιατί η κατηγορουμένη όχι μόνο μαρτύρησε μυστικά της πατρίδας της, αλλά βοήθησε κιόλας εχθρικές δυνάμεις σε κλοπή. Φόνοι κατά συρροήν ιδιαζόντως ειδεχθείς και σύληση νεκρών, παιδοκτονία κι αδελφοκτονία. Ροπή σε δραστηριότητες σατανισμού και μαύρης μαγείας καθώς και σύσταση συμμορίας. Χλευασμός αρχών, ηθικών και πολιτικής τάξεως κι ασέβεια προς τη Θεία Χάρη.
     Όλ' αυτά τα επιβαρυντικά, δεόντως υποστηριχθέντα από τη πολιτική αγωγή, γίναν αποδεκτά και συμπεριληφθήκανε στο τελικό κείμενο, προς εκδίκαση. Πρέπει εδώ ν' αναφερθεί πως όλα στηριχτήκανε στη τραγωδία του Ευριπίδη και γενικά σ' ό,τι έχει γραφεί κατά καιρούς για το θέμα.
Παραμονή Της Μεγάλης Μέρας: 
     
Εκείνο το Σάββατο ο Μάνος, το πέρασε κάνοντας τις τελευταίες πρόβες κι όσο τις έκανε τόσο πειθότανε πως όλα βαίνανε κατ' ευχή κι εντός πλάνου. Οι κατηγορίες είχανε στηθεί κι υποστηριχθεί σωστά, είχε προβλέψει κάθε πιθανή υπερασπιστική πορεία κι είχεν ετοιμάσει ανάλογη απάντηση. Είχε προβάρει ακόμα μια φορά τη τελική του αγόρευση κι είχε μελετήσει στο καθρέπτη ακόμα και τη παραμικρή γκριμάτσα! Πίστευε πως θα 'χε και τους δώδεκα ενόρκους δικούς του, στη τελική ετυμηγορία κι έτσι νιώθοντας σίγουρος κι άνετος, πήρε τη μικρή για ξεφάντωμα σ' ένα μπαράκι! Μεθύσανε και το ξημερώσανε μαζί, αφού μετά το μπαράκι συνεχίσανε τη νύχτα τους, γευόμενοι ο ένας τον άλλο! 
     Στον αντίποδα, η κατάσταση της Χρύσας ήταν απελπιστική. Το 'βλεπε κι η ίδια πως δεν υπήρχε νομικίστικη διέξοδος, που να της προσέφερε κάποιο φως. Μάρτυρες υπεράσπισης κι ικανοποιητικό πλάνο "άμυνας" δεν είχε και μέσα σ' όλ' αυτά η βοηθός της, λες κι είχε βαλθεί να της τσακίσει τα νεύρα, είχε επιδοθεί σε μια άνευ προηγουμένου ανάγνωση, ερωτικών ιστοριών, χωρίς να εξαιρεί ούτε καν αυτά τα φτηνορομάντζα. Έτσι μιας και δεν είχε κάτι να ετοιμάσει, ξεκόλλησε την Αμαρυλλίδα από ένα "'Αρλεκιν" και την έβγαλ' έξω για καφέ. Αυτή η έμπνευση της τελευταίας στιγμής ήταν ό,τι καλύτερο μιας και δεν είχε γνωριστεί αρκετά με την ευαίσθητη βοηθό της. 
     Ο αρχικός καφές, έγινε μετά δείπνο σε κάποιο εστιατόριο κι ύστερα ποτό σ' ένα ήσυχο στέκι. Η Αμαρυλλίδα ντυμένη εκτός τόπου και χρόνου, έμοιαζε σα ψάρι έξω από τα νερά του. Το ποτό που 'χεν αρχίσει από το δείπνο και μετά, τις έφερε πιο κοντά, καθώς χαλάρωσε τις αναστολές τους κι έτσι άρχισανε να μιλάνε για τη ζωή τους. Ανοίξανε τη καρδιά τους με πρώτη τη Χρύσα που μίλησε για πολλά κι ειδικότερα για τη ζωή της με το Μάνο.
     Όταν τέλειωσεν η μία, άρχισεν η άλλη. Μέτρια καθώς ήτανε, λες και το 'κανε εξ επίτηδες να επιλέγει ό,τι δε της ταίριαζε, ήτανε φυσικό να μη τη πιάνει το "μάτι" των άλλων. Έτσι είπε πως δεν είχεν ακόμα συνάψει δεσμό με κάποιο αγόρι, εκμυστηρεύτηκε το μύχιο -πλην όμως απέλπιδο- έρωτά της για το Μάνο και μάλιστα από τη πρώτη στιγμή. Αυτό, αντί να διχάσει τις δύο κοπέλες, τις έφερε πιο κοντά κι ενώ το αρχικό σχέδιο της Χρύσας ήταν να καταφέρει ακριβώς αυτό, για να μπορέσουν να σκεφτούν μαζί κάποια λύση, άργησε πολύ να 'ρθει η συζήτηση στο φλέγον θέμα.
     Αφού μίλησανε και κλάψανε μαζί για όλ' αυτά πού γίνανε και για όλ' αυτά που δε γίνανε κι ίσως δε γίνουνε ποτέ, η Χρύσα τη ρώτησε αν μελέτησε καθόλου τον αρχαίο μύθο -επιπλήττοντάς τη σιωπηρά που 'χεν επιδοθεί σ' άσχετες ενασχολήσεις- κι αν εντόπισε κάτι που εκείνη δεν είχε δει. Η απάντηση της μικρής, την άφησε άφωνη. Είπε -με το πιο αφοπλιστικό χαμόγελό της- πως ό,τι είχε να πει ο μύθος είναι λίγο ως πολύ γνωστό σ' όλους! 
  -"Εκείνο που δεν είναι γνωστό σε μένα" συνέχισεν, "είν' ο έρωτας και το να βιώνει κανείς αυτό το πάθος. Διότι νομίζω πως συμφωνούμε όλοι σ' αυτό, η Μήδεια έκανε ό,τι έκανε τυφλωμένη από τον έρωτά της! Διαβάζω λοιπόν ερωτικά βιβλία μήπως και βρω κάτι, αλλά δυστυχώς αδυνατώ φιλενάδα. Εγώ πίστευα πως εσύ που 'χεις βιώσει κάτι τέτοιο, θα 'χες βρει κάποιες λύσεις! Εμένα βλέπεις, κάτι μου διαφεύγει τελικά" και πρόσθεσεν ένα στίχο από τη Μήδεια, ολοκληρώνοντας αυτή τη μικρήν άγαρμπη διάλεξη:
                "...δεν υπάρχει της Γυναίκας άξιος ερωμένος
                    άξιο, άξιο, άξιο των Γυναικών το γένος
..."
     Αυτό ήταν! Απ' το πιο μεγάλο ως το πιο μικρό γραναζάκι, στο μυαλό της Χρύσας, όλα δούλεψαν κρεσέντο. Ξεμέθυσε πάραυτα κι άρχισε να παράγει ...λύσεις! Εκείνο το βράδυ ξενύχτησαν οι δύο τους, αλλά επιτέλους είχανε κάτι, ένα μικρό φωτάκι...
Την Επαύριο Της Μεγάλης Δίκης:
     Δε νομίζω να υπήρξε στόμα που να μη συζήτησε τη τρομερή παράσταση! Καθηγητές και φοιτητές, σχολιάζανε σε "πηγαδάκια" τα χθεσινά συμβάντα κι όλοι συμφωνούσαν πως η Μεγάλη αυτή Δίκη προσέφερε -όπως ήταν αναμενόμενο εξ αρχής- αρκετές συγκινήσεις σ' όλους τους τυχερούς παριστάμενους! Δεν ήμουνα παρών, αλλά συγκεντρώνοντας δώθε-κείθε, τις ανάκατες διηγήσεις, συνέθεσα περιληπτικά τι περίπου συνέβη.
     Από νωρίς είχανε πιάσει θέση όλοι οι αρμόδιοι κι οι καλεσμένοι κι όσο κυλούσε το πρώτο βαρετό εκείνο μέρος, με την εξέταση των μαρτύρων κατηγορίας, είχαν αρχίσει να ψιλοβαριούνται κι οι ένορκοι να κρύβουνε με δυσκολία κάποια χασμουρητά. Ο Μάνος είτε από τη βεβαιότητα της νίκης, είτε από το τρακ που 'νιωθε, είτε γιατί από τη χθεσινή κραιπάλη είχεν ακόμα το μυαλό του θολό, δε διέκρινε κανένα κίνδυνο. Μάλιστα σκεφτότανε πως όλη αυτή η βαρεμάρα οφειλόταν στην ήδη ειλημμένη απόφαση των ενόρκων. Έτσι εκτίμησε πως τελικά δε χρειαζόταν να υπερβάλλει εαυτόν κι αφέθηκε να χαλαρώσει, μαεστρικά καθοδηγούμενος από την αλεπού-Χρύσα, που έδειχνε χαλαρή στις αντιπαραβολές της και με κουρασμένο-χαμένο βλέμμα (άξιο, άξιο, άξιο των Γυναικών το γένος), κρατούσε τη Δίκη σε χαμηλούς τόνους και χωρίς συγκινησιακές εξάρσεις! Κι έπειτα ήρθεν η θύελλα εκ της οποίας ο Μάνος δε θα κατάλαβε πολλά πράματα, κυρίως όμως από που του 'ρθε, γιατί το ...κακό μας βρίσκει τελικά, εκεί που 'μαστε άνετοι και χαλαροί.
     Έφτασεν η ώρα της εξέτασης των μαρτύρων υπεράσπισης κι η Χρύσα εξέπληξε τους πάντες, καλώντας τη γκομενίτσα του Μάνου, που -ειρήσθω εν παρόδω- ήτανε κι αυτή ακόμα μισοζαλισμένη από τη κραιπάλη της προηγούμενης νύχτας. Ο Μάνος εξεπλάγη τόσο πολύ, που δε πρόλαβε καλά-καλά να κάνει ένσταση. Η Χρύσα την εξέτασε διακριτικά, ωστόσο ερώτηση την ερώτηση, τη "γύμνωνε" και στο τέλος τη ρώτησε αθώα αν ήταν ερωτευμένη. Όταν η μικρή απάντησε θετικά, τη ρώτησε τι θα 'κανε αν τυχόν έχανε αυτόν τον έρωτα κι εκείνη απάντησε ανάλαφρα: 
 -"Μα είναι απλό, φυσικά θα βρω κάποιον άλλο"! 
     Δε τη ρώτησε τίποτ' άλλο κι ο Μάνος έκπληκτος ακόμα δε βρήκε σκόπιμο να κάνει δικές του ερωτήσεις.
     Ο επόμενος μάρτυς ήταν η ...Αμαρυλλίδα. Νέος κεραυνός στην αίθουσα και φυσικά πια κανείς δε χασμουριόταν. Η μικρή βοηθός, καθοδηγούμενη υποδειγματικά (κι εμφανισιακά είχε βοηθηθεί από τη συνήγορο κι είχεν αναδείξει αρκετά κρυμένα χαρίσματα) επέδειξεν αρκετά καλό εσωτερικό κόσμο και στην ερώτηση της, αν ήταν ερωτευμένη απάντησε κι εκείνη θετικά, αλλά το πρόσωπό της έδειξε ν' αλλάζει σημαντικά, μαρτυρώντας εσωτερική φόρτιση καθώς παραδέχθηκε πως δε τον έχει. 
 -"Τι μέσα θα 'σουνα διατεθειμένη να χρησιμοποιήσεις για να κερδίσεις τον έρωτά σου, μάρτυς";
 -"Τα πάντα!!!" είπεν αυτή και δασκαλεμένη πήρε βλέμμα λάβρο και γεμάτο πάθος.
 -"Αν πετύχαινες το σκοπό σου, αλλά κάποια στιγμή τον έχανες, τότε τι θα έκανες";
 -"ΤΑ ΠΑΝΤΑ!!!" ξανάπεν η μικρά, αλλ' έπρεπε να 'βλεπε κανείς τα μάτια της με τι φλόγα γεμίσανε και με τι ζέση πρόφερε, φωναχτά σχεδόν, (άξιο, άξιο, άξιο των Γυναικών το γένος), αυτές τις δύο λέξεις!
     Η Χρύσα είχε τελειώσει κι ο Μάνος πάλι δε βρήκε να ρωτήσει κάτι, όντας ακόμα αιφνιδιασμένος. Έπειτα από μια μικρή σύσκεψη με τους βοηθούς του, εν' όσω ο εισαγγελεύς λάβρος ζητούσε με ξύλινη γλώσσα τη καταδίκη σε θάνατο, δε διαπίστωσε να 'χει τρωθεί σε τίποτε η επερχόμενη νίκη κι έτσι δεν παράλλαξε την ήδη έτοιμη αγόρευση του. Ωστόσο είχε κλονισθεί μέσα του κι είχε ήδη δώσει την εντύπωση του ...πληκτικού της παράστασης κι όπως δεν είχε προβλέψει τις τελευταίες εξελίξεις, δε πρόσθεσε τίποτε το νεότερο. Ο κόσμος κι οι ένορκοι, έδειχναν να περιμένουνε τη σειρά της Χρύσας. 
     Όταν σηκώθηκε κείνη, όλοι καρφώσανε τα μάτια τους πάνω της με θαυμασμό και -ναι- μ' αγωνία. Μίλησεν αργόσυρτα και σιγανά ξεκινώντας με τη θέση της γυναίκας τότε και το 'φτασε μέχρι και σήμερα. Επέρριψε τεχνηέντως την ευθύνη γι' αυτό, όχι μόνο στον προφανή ένοχο, τον άντρα, αλλά και στην ίδια τη γυναίκα. Έπειτα μίλησε για τις σχέσεις και για τον Έρωτα -με το Ε κεφαλαίο-, είπε για το πάθος και πώς αυτό τυφλώνει μερικούς ανθρώπους, που ζουν απ' αυτό και γι' αυτό! Έκανε όμορφα και διακριτικά τον παραλληλισμό ανάμεσα στις δύο μάρτυρες κι αποτεινόμενη στο γυναικείο τμήμα των ενόρκων, ρώτησε με ζέση και με φωνή που είχεν αρχίσει ν' ανεβαίνει μερικές ...οκτάβες:
 -"Ποια θα επιβραβεύσουμε, κυρίες μου; Ποια θα βάλουμε στο χρυσό άρμα του ήλιου; Μια Μήδεια-Γυναίκα ανεγκέφαλη; Ή μια Μήδεια-Γυναίκα με μυαλό και με πάθος; Ποια θα ρίξουμε βορά στον 'Αντρα-Θηρίο; Εκείνη που γεννήθηκε για να υποδουλώνεται και να σκύβει βουβά μεταφέροντας αυτή τη σκλαβιά στις επερχόμενες γενιές ή εκείνη που θυσιάζει τα πάντα στο πάθος της; Προφανώς η Μήδεια άξιζε καλύτερη τύχη από 'ναν Ιάσονα, αλλά και καλύτερη τύχη στην ετυμηγορία σας. Ειδικά από το γυναικείο χέρι. Αναγνωρίζω πως το μυαλό της έχασε την ισορροπία του, εξ αιτίας του πάθους αυτού. Αυτό όμως δεν είναι καταδικαστέο αλλά χρήζει θεραπείας. Διότι σχιζοφρένεια είναι, η αδυναμία να σταθμίσει κανείς τα πράγματα, βάσει της λογικής"! 
     Κι έκλεισε την αγόρευση μιλώντας πάλι σιγανά, αλλά με πάθος κι όλοι κρέμονταν από τα χείλη της, λέγοντας το στίχο του Ευριπίδη, τον ίδιο εκείνο στίχο που 'χεν απαγγείλει η Αμαρυλλίδα στο τραπέζι τους, τη προηγουμένη:
                    "...δεν υπάρχει της Γυναίκας άξιος ερωμένος
                        άξιο, άξιο, άξιο των Γυναικών το γένος
..."
     Έτσι επέλεξε να κλείσει την αγόρευσή της κι όλοι ξεσπάσανε σε χειροκροτήματα, εκτός του βοηθού ενός μεγαλοδικηγόρου -καλεσμένου του πρύτανι- ο οποίος πήρε διαταγή να σημειώσει κάτι στο μπλοκάκι του. 
     Μιάμιση ώρα μετά την απόσυρσή τους, οι ένορκοι βγάλανε την ετυμηγορία:
 -"Μ' επτά ψήφους έναντι πέντε, η κατηγορουμένη κρίνεται ένοχη των κατηγοριών ωστόσο πριν της επιβληθεί η οιαδήποτε ποινή θα πρέπει να διερευνηθεί από ειδικούς ενδελεχώς, η πιθανότητα ψυχικής διαταραχής της".
      Δε κέρδισεν η Χρύσα! Δεν ήταν εύκολο να κερδίσει τελείως. Ωστόσο, το τελικό "σκορ" κι η μιάμιση ώρα συνεδρίασης των ενόρκων ήτανε μια περίτρανη νίκη! Κι ίσως να 'τανε και πραγματική, αν κάποια από τις γυναίκες ενόρκους δεν υπέκυπτε! 
Μετά Από Καιρό:      
   ΑΜΑΡΥΛΛΙΔΑ: Δεν έγινε ξαφνικά περιζήτητη, αλλά τράβηξε τη προσοχή, βελτιώθηκε ψυχολογικά κι εμφανισιακά κι έχασε παρθενιά και Νομική με κάποιον έρωτα στο τρίτο έτος. Στο χρόνο πάνω, γκαστρώθηκε και παντρεύτηκε, για να χάσει το παιδάκι με αποβολή στον έκτο μήνα. Στη πενταετία του γάμου της, έφυγε στο εξωτερικό με κάποιον εύπορο επιχειρηματία, ο οποίος επίσης παράτησε τη δική του οικογένεια για χάρη της!
   ΜΑΝΟΣ: Ξεκίνησε καριέρα στο γραφείο του πατέρα του, χωρίς να καταφέρει να ξεφύγει από τη μετριότητα. Έκανε τρεις αποτυχημένους γάμους και τελικά κατάντησεν αλκοολικός, πληρώνοντας διατροφές σε μαινόμενες πρώην συζύγους.
   ΧΡΥΣΑ: Προσελήφθη με την αποφοίτηση της, στο γραφείο του μεγαλοδικηγόρου και στην αρχή ήταν το "παιδί για τα θελήματα"! Έπειτα επειδή δε του 'κατσε απολύθηκε. Παράδειρεν αρκετά σ' έρωτες και τώρα απ' όσο γνωρίζω, διεκπεραιώνει μικροδίκες, κυρίως διαζύγια, κερδίζοντας τη ζωή της, συνάπτοντας παράλληλα κι εφήμερες σχέσεις μ' άλλες γυναίκες!

(Χορός)    "... η γνώση είναι επικίνδυνη κι ανώφελη κι ο γονιός
                     που έχει άρτιο μυαλό δε πρέπει να φιλοδοξεί
                     να γίνουν σοφά τα παιδιά του, με γνώσεις
                     πολλές και περιττές. Γιατί εκτός που δεν θα βρούνε
                     ποτέ δουλειά, όλοι θα τα φθονούνε και θα τ' αντιπαθούνε 
                     κι αν στους σκαιούς, τους αμαθείς, προσφέρεις
                     νέα γνώση, θα τους φανείς άχρηστος και τρελός
                     κι αν πάλι δείξεις πως ξέρεις περισσότερα
                     από κείνους που θαρρούνε τον εαυτό τους έξυπνο,
                     θα σε αποστραφούνε..."  

         Ευριπίδη "Μήδεια"  σ' απόδοση (αείμνηστου) Γιώργου Χειμωνά
                                                                
                                                                                 Φλεβάρης 2002

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers