Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Πεζά 

Μοναχικό Συναρπαστικό Ταξιδάκι

 

     Το τελευταίο καιρό, που τα πράματα δε μου πηγαίνανε και τόσο καλά, αποφάσισα, σε μια στιγμιαία παρορμητικήν έμπνευση, να πεταχτώ μέχρι τη πατρίδα μου. Μάλιστα σκέφτηκα να πάρω το πρώτο λεωφορείο, των 5.30πμ. Ναι, το λεωφορείο κι όχι το αυτοκίνητο, γιατί ήθελα να θυμηθώ τα παλιά.
     Η Ανάβυσσος είναι πενηνταένα χιλιόμετρα από το κέντρο της Αθήνας και με το λεωφορείο, στη χειρότερη περίπτωση, είναι μιάμιση ώρα δρόμος. Τα πρωϊνά όμως, που δεν έχει κίνηση, είναι σαφώς λιγότερο, αν κι αυτό εξαρτάται κι από τον οδηγό. Δεν είχε καμμιά σημασία για μένα. Ούτως ή άλλως, η διαδρομή στη παραλιακή, είν' όμορφη και συναρπαστική. 'Αλλωστε δε βιαζόμουνα και θα 'φτανα και νωρίς, που μάλλον δε θα 'βρισκα κάτι ανοιχτό.
     Ε λοιπόν θα το πω, δοθείσης της ευκαιρίας, πως παιδόθεν έχω ένα ταλέντο: Κατάφερνα και καταφέρνω, ακόμα και στα πιο πληκτικά μέρη, ακόμα και στις πιο πληκτικές ασχολίες μου, να βρίσκω, να εφευρίσκω σημεία που να μου δίνουνε πρόσθετα ενδιαφέροντα, μ' αποτέλεσμα να περνάω, μ' αρκετά καλό ποσοστό επιτυχίας, -κι εδώ συνίσταται το ταλέντο-, σχετικά καλά.
     Πετύχαινα λοιπόν πάντα -και μάλιστα όσο πιο πίσω ηλικιακά, τόσο καλύτερα-, να μη πλήττω ακόμα και στις ...πληκτικότερες συνθήκες και κάνω αυτή την αναφορά, για να μιλήσω παρακάτω, γι' αυτό που 'γραψα, περί "συναρπαστικής διαδρομής"!
     Όταν λοιπόν, τύχαινε ν' ανεβούμε, με τους γονείς μου στην Αθήνα, με το λεωφορείο φυσικά, γιατί αυτοκίνητο δεν είχαμε και σκεφτείτε πως αναφέρομαι προ 35ετίας και βάλε, για μένα αυτό το ταξίδι της μιάμισης ώρας, στυλωμένος ακίνητος, αμίλητος και φρόνιμος σε μια θέση, θα μπορούσε να 'ναι μια μικρή ...πανωλεθρία. Ήταν μια φυλακή, ή πρώτη μου φορά και για να ...διασκεδάσω, σε μια στιγμή πλήξης, είχα δαγκώσει το μικρό δαχτυλάκι ενός κοριτσιού, που 'χε την ατυχία να 'ναι καθισμένο με τη μαμά του στο πίσω μας κάθισμα, να με συμπαθήσει και να θελήσει να παίξει μαζί μου.
     Έτσι κατάλαβα, πως έπρεπε να βρω, άλλη μέθοδο ...διασκέδασης και στράφηκα στη διαδρομή, ρωτώντας για το κάθε τι που 'βλεπα με τ' άμαθα μάτια μου. Η διαδρομή τότε, δεν ήταν τόσο πλούσια, όσο σήμερα, μήτε τόσο εντυπωσιακή. Ωστόσο μετά τη πρώτη αυτή φορά, είχα φτιάξει το ...πλάνο μου για τις μελλοντικές. Κι ήταν αρκετές αυτές...
     Ξεκινώντας από Ανάβυσσο, μετρούσα αδημονώντας τις στάσεις, μέχρι να φτάσει το λεωφορείο στο HOTEL "CALYPSO" και να μου δείξει ο πατέρας μου, το κτίριο της "ΥΠΟΔΟΧΗΣ" (πράγμα περίεργο, σε μια ξενοκρατούμενη στις ταμπέλες χώρα και που παντού τότε και σήμερα, όλες οι υποδοχές γράφονται RECEPTION, κείνο επέμενε για χρόνια να χρησιμοποιεί την ελληνική ...εκδοχή), γιατί το 'χε χτίσει ο ίδιος. Βλέπετε, ο πατέρας μου ήταν οικοδόμος κι αναλάμβανε τέτοιου είδους εργασίες στο χωριό. Μόλις φτάναμε λοιπόν εκεί, λαχταρούσα ν' ακούσω -και να καμαρώσω- τον πατέρα μου να λέει: "Να ρε Πατροκλάντα",-έτσι με προσφωνούσε στις καλές του-, "κοίτα το "ΚΑΛΥΨΩ", να δεις τι φτιάχνει ο μπαμπάς σου! Αγγέλους"! Κι η μάνα μου, σα γύφτικο σκεπάρνι, κρατούσε το ίσο.
     Το λεωφορείο όμως δε σταματούσε για να μου κάνει τη χάρη ν' απολαύσω σ' όλο του το μεγαλείο, το επίτευγμα του πατρός μου κι έτσι το 'βλεπα λιγάκι, φευγαλέα, υποσχόμενος στον εαυτό μου πως θα το βλέπω λίγο-λίγο, κάθε φορά που θα περνάμε για να πάμε Αθήνα. Πράγματι, το κτίσμα τούτο, το 'βλεπα ...σταδιακά, όπως κι ότι άλλο θα πω παρακάτω...
     Ύστερα από 'κει, άρχιζα να μετρώ το δρόμο για το "EDEN BEACH", που 'τανε λίγο πιο κάτω και που ειλικρινά, ακόμα και σήμερα, δε ξέρω γιατί μου 'χε κάνει τόσο τρομερή εντύπωση. Ίσως να 'ταν ένας ενδιάμεσος σταθμός μέτρησης της διαδρομής, ένα παιδικό τέχνασμα. Ίσως! Πάντως τώρα που τα γράφω, ομολογώ πως δε θυμάμαι. Σήμερα υπάρχουνε και τα δυό αυτά ξενοδοχεία, ανακαινισμένα, καθώς επίσης και το καμαράκι που 'χτισε ο πατέρας μου, φαίνονται κι από το δρόμο, μα δε σώζεται η ...πινακίδα, μιας και δε χρησιμοποιείται πια για τον ίδιο σκοπό.
     Επόμενος σταθμός κι αδημονία, το Λαγονήσι. Αγωνία για να δω το νησί 'κείνο που 'μοιαζε με λαγό. Μεταξύ μας, μήτε και μέχρι σήμερα, έχω κατορθώσει να εντοπίσω κάτι τέτοιο. Μύθος! Όταν περνούσαμε κι από κει, ήξερα πως η αμέσως επόμενη μου οπτική απόλαυση, θ' αργούσε, μα θα 'χα δυο οπτικά ..."εδέσματα", σε πολύ κοντινό διάστημα: Λουμπάρδα -και στα έρημα τότε υψωματάκια της, θα προσπαθούσα να διακρίνω και ν' απομονώσω, το καλυβάκι του θείου "Μελιτζανιά"- κι αμέσως μετά, πριν καλά-καλά καταλαγιάσει η ...ηδονή, θα 'νιωθα το πραγματικό ρίγος, που ακόμα κι αν έλειπαν όλα τ' άλλα, άξιζε το κόπο και την αναμονή όλη η διαδρομή. Μιλώ φυσικά για τη "Τρύπα Του Καραμανλή"! Βλέπετε, τότε ήτανε μόνο μια και πολύ αργότερα προστέθηκε κι η δεύτερη κι έτσι επίτελους κι εκείνος, όπως όλοι μας, είχε τις δυο του τρύπες σωστές!
     Στο καλυβάκι του θείου "Μελιτζανιά" είχαμε περάσει, -είχα δηλαδή, γιατί δε ξέρω για τους άλλους-, ένα αξέχαστο απόγευμα. Ιδού πάλι ένα ακόμα παράδειγμα αντιμετώπισης της πλήξης μου. Τότε είχε πέσει μιά μόδα, πριν ακόμα αρχίσει ο πρώτος γύρος εποίκισης της περιοχής, -ο δεύτερος γύρος κι ύστερα από πολλά χρόνια, κατάφερε να τη γεμίσει, μα τότε ακόμα ήτανε πολύ νωρίς κι ήταν έρημη χώρα σχεδόν- ν' αγοράζει ο κόσμος οικόπεδα, σ' αυτές τις έρημες παραλιακές περιοχές, με τη προσδοκία πως κάποτε θα πάρουν αξία ή να χτίσουν ένα εξοχικό, για το καλοκαίρι, που να 'ναι κοντά στη πρωτεύουσα. Δε ξέρανε ο κόσμος βλέπετε, πως τίποτε δε παίρνει αξία έτσι...τύχαια, παρά μόνον όταν υπάρχουνε χοντρά συμφέροντα πίσω και τότε πια είν' αργά να προλάβεις.
     Ήτανε πάντως πολύ φτηνά τότε και με μεγάλες ευκολίες πληρωμής κι ο κόσμακης είχεν ...ορμήξει. Το πράγμα όμως σκάλωσε τότε, γιατί καθυστέρησε πολύ η προσδοκούμενη ανάπτυξη. 'Αλλοι βαρέθηκαν να περιμένουν και πουλήσαν, άλλοι πέσανε θύματα αλαφροχέρηδων, αλλά όλοι τελικά μείνανε με μερικούς άχρηστους ή ανύπαρκτους τίτλους.
     Ο θείος "Μελιτζανιάς" ήταν ένας εξαιρετικά σπάνιος άνθρωπος! Γλυκομίλητος, πράος, ευγενής, πάντα καλοντυμένος, καλός οικογενειάρχης, σύζυγος και πατέρας δυο αγοριών. Είχε δε και καταπληκτική φωνή, που της όφειλε το παρατσούκλι, γιατί αγαπούσε να τραγουδά, ιδιαίτερα, εκείνο το τραγουδάκι "τα μελιτζανιά να μη τα βάλεις πια". Αυτό φυσικά, κρυφά μεταξύ των συγγενών, γιατί μπροστά του δε θα τολμούσε κανείς να του το πει. Όχι πως θα τους έδερνε, αλλά... να... ήτανε πολύ καλός άνθρωπος και δε θα του άξιζε κάτι τέτοιο! Θεός σ'χωρέστονε κι ας ειν' αλαφρύ το χώμα που τονε σκεπάζει.
     Πήρε λοιπόν κι εκείνος, πειθόμενος στο ρεύμα της εποχής, έν' οικοπεδάκι στη Λουμπάρδα, ψηλά στο υψωματάκι, κατσάβραχο του κερατά τότε κι έστησε κούτσα-κούτσα ένα καλυβάκι. Ένα απόγευμα λοιπόν μας κάλεσε όλους τους συγγενείς, να το περάσουμε εκεί, να καμαρώσει αυτός, να του ευχηθούμε κι εμείς και να περάσουμε καλά! Θα κάναμε και μπάνιο στη -πιο ρηχή που ξέρω- θάλασσα, θα τρώγαμε, θα πίναμε και θα τραγουδούσαμε ... εεε... δηλαδή 'κείνος θα τραγουδούσε κι εμείς θα κρατάγαμε το ίσο... εννοείται! Σκεφτείτε λοιπόν μια γυμνή, άγρια πλαγιά, με αγκαθοπούρναρα, πέτρες και κατσάβραχα, έρημη και στη μέση του πουθενά, μια καλύβη, να τη δέρνει ο ήλιος, χωρίς ελπίδα σκιάς. Μαγαζί κανένα κοντά μήτε και σπίτι καν κι ότι τρόφιμα και προμήθειες, θα 'πρεπε να τα κουβαλήσουμε εμείς.
     Συνέπεσε κι η κακή για μένα συγκυρία, κανένας από τους γιούς του, μα και κανένας άλλος ξάδερφος να μη παρευρεθεί. Ίσως είχανε μυριστεί ερημιά και πλήξη κι είχανε προβάλλει ...αρνησικυρία. Εκείνο το απόγευμα, θα μπορούσα να 'χα πλήξει μα το ένστικτο, η φαντασία και το δαιμόνιο του Μικρού Εξερευνητή μ' είχανε συνεπάρει σε τέτοιο βαθμό, που όταν μου σφυρίξανε πως φεύγουμε, λυπήθηκα. Δεν άφησα πετραδάκι που να μη το 'ψαξα, θάμνο να μη κοίταξα κι εκεί είδα για πρώτη φορά στη ζωή μου φίδι!
     Ήταν μια "Δεντρογαλιά" ή "Δρακολιά" που τη λέγαμε 'μεις, η γνωστή "Δενδρογαλή η αγροδίαιτος". Ένα φίδι καφεδί, μεγάλου σχετικά μεγέθους, που όμως ευτυχώς δε δαγκώνει, δεν επιτίθεται δηλαδή έτσι όπως η "οχιά", η "εχιδνα" που λένε. Αυτή όμως αν απειληθεί, δέρνει και μάλιστα άσχημα! Ο παππούς μου 'χε πει πως η "οχιά", αν σε δει, δε φεύγει αν δε σε δαγκώσει και μ' είχε τρομάξει. Ο παππούς μου ήξερε πολλά πράματα και τις νύχτες σα κοιμόμαστε έξω παρέα και τονε ρωτούσα -λίγο μετά το παραμύθι και λίγο πριν τον ύπνο- "τι είναι αυτά τα μικρά φωτάκια στον ουρανό;", μου 'λεγε πως ήτανε μικρά -σα κοφίνια- φωτεινά πετρώματα. Αχ καημένε παππού, τώρα 'κεί ψηλά, στα ...κοφίνια, θα τρυγάς όπως στα νιάτα σου και θα κυνηγάς τα κορίτσια, με το βασιλικό στ' αφτί κι αυτές τις ...τερ-άστειες μπότες...
     Έτσι λοιπόν κάθε φορά που το λεωφορείο περνούσε το Λαγονήσι κι η αναμονή μεγάλη, εύρισκα ευκαιρία ν' αναπολώ εκείνο το απόγευμα στη Λουμπάρδα, έπλαθα ιστορίες και περίμενα να φτάσουμε για να δω τη καλύβα, που ναι μεν φαινόταν εύκολα λόγω της ερημιάς, μα 'γω γούσταριζα να κάθομαι σε θέση, από τη πλευρά της θάλασσας κι αν έτρεχε ο οδηγός, με δυσκολεύε.
     Έπλαθα ιστορίες, που 'μουν ο ήρωας κοιτώντας το απέραντο γαλάζιο-μπλε και μετά ερχότανε το ...ρίγος. Όταν φτάναμε στη "Τρύπα" ένιωθα το βουνό σαν ένα ανοιχτό στόμα, κάποιου μεγάλου πεινασμένου γίγαντα, που λαχταρά να μας καταπιεί. Μπαίναμε μέσα και ριγούσα κι αυτό κρατούσε για κάμποση ώρα μετά. Μετά τη Βάρκιζα, που θα 'χε κίνηση χαλιόμουνα κάπως, μα η προσδοκία της "Κοιμωμένης" του Γιαννούλη Χαλεπά κι ο ...αγώνας π' άρχιζε πλέον, μου απάλυνανε τη ...πίκρα.
     Ναι! Πριν το έξοχο αυτό άγαλμα στηθεί στο Α' Νεκροταφείο, είχε στηθεί κάπου στη παραλιακή, μεταξύ Γλυφάδας, Αλίμου και Παλαιού Φαλήρου, δε θυμάμαι ακριβώς. Βλέπετε, τότε δε πρόσεχα περιοχές. Δε με σύμφερε μάλλον. Η λαχτάρα να δω κάτι κι η ελπίδα πως ίσως ξεπεταχτεί στην αμέσως επόμενη στροφή, ήτανε που μου κρατούσαν αμείωτο το ενδιαφέρον.
     Ο πατέρας μου 'χε πει την ιστορία αυτού του αγάλματος και μέχρι σήμερα δεν έτυχε να το ψάξω αν ήταν αλήθεια ή όχι. Ο Χαλεπάς* είχε μιαν αγαπημένη κόρη κι όταν αυτή πέθανε -για άγνωστη σε μας αιτία- της έφτιαξε το άγαλμα, έτσι ώστε, όχι να δείχνει πεθαμένη, μα σα να κοιμάται. Αυτό με φόρτιζε συγκινησιακά και τότε, γιατί δε μπορούσα και δεν ήξερα ακόμα καλά, πως μπορεί να πεθάνει κάποιος νέος και να ζει ο πατέρας του. Δεν είχα ακόμα γνωρίσει το θάνατο κι άργησα πάρα πολύ να τον γνωρίσω, πολύ-πολύ κοντά μου.
     Έτσι λοιπόν, όταν φτάναμε 'κει, κοιτούσα, με σχεδόν γουρλωμένα μάτια, τη μεγάλη προσπάθεια αυτού του χαρισματικού πατέρα, να κρατήσει την αγαπημένη του κόρη "ζωντανή κι αθάνατη". Αν αληθεύει λοιπόν αυτή η ιστορία, νομίζω το κατάφερε θαυμάσια**!
     Όσο για τον αγώνα που 'πα πως άρχιζε μετά τη Βάρκιζα εεε... εδώ μιλούσε ο ...σπόρτσμαν που 'χα παιδιόθεν μέσα μου. Κόντρα λεωφορείων! Υπεραστικό το δικό μας, αστικά τ' άλλα, με συχνότερες στάσεις, άρα βατοί στόχοι και μεγαλύτερο πλεονέκτημα για μας. Κάθε φορά που προσπερνούσαμε κάποιο, ένιωθα το ίδιο ρίγος κι επίσης καμάρωνα σα διάνος. Ειδικά αν γινότανε στο δρόμο, στα ίσια κι όχι να το περνούσαμε σταματημένο σε στάση!
     Ο τερματισμός ήτανε στους Στύλους Ολυμπίου Διός, στου Μακρυγιάννη, που 'λεγεν ο μπαμπάς μου και φυσικά σχεδόν πάντα βγαίναμε πρώτοι. Μετά ...τελείωνα τον αγώνα, γιατί είχα να δω τους Στύλους, το σπίτι του Μακρυγιάννη, την Ακρόπολη, το Ζάππειο, το Βασιλικό Κήπο -μη βαράτε, έτσι το λέγανε τότε, όπου μ' είχανε πάει κάποια φορά, είχα περάσει υπέροχα κι είχα ταΐσει τις πάπιες- και τα Παλιά Ανάκτορα, τη σημερινή Βουλή. Με μαγεύανε τ' αρχαία και τα μεγάλα όμορφα κτίρια, ο θόρυβος, η συνεχής κίνηση -πράματα άγνωστα σε μένα- κι έμενα άφωνος.
     Όταν φτάναμε Πανεπιστημίου, δε χρειαζόμουν άλλο ..."βοήθημα" πλέον, γιατί το τέρμα ήταν κοντά, είτε κατεβαίναμε Ομόνοια, είτε στο Πεδίο Του 'Αρεως, που τερμάτιζε κι η διαδρομή. Το ..."πληκτικό" μου ταξίδι είχε φτάσει στο τέλος του κι επιτέλους θα ...κινιόμουνα... θα περπατούσα...
     Συναρπαστικό ταξίδι! Σκέφτηκα λοιπόν να το κάνω, έστω κι από την ανάποδη μεριά. 'Αλλωστε, πάντα ένιωθα καλύτερα σα κατέβαινα στη πατρίδα κι εδώ κατανοώ καλύτερα τη Σκάρλετ Ο' Χάρα...
      Ξύπνησα λοιπόν ένα πρωί και πήγα να πάρω το λεωφορείο από την αφετηρία. Ενώ πλέον το Κ.Τ.Ε.Λ. έχει αλλάξει πολλές φορές το στόλο και τα νέα οχήματα είναι πολυτελή, το σημείο αφετηρίας, η διαδρομή και το τέρμα, παραμένουν σταθερά στη πάροδο των ετών. Θυμάμαι τα παλιά λεωφορεία, τις μπαγκατέλες, με τη πενταπλή γαλαρία, τα τασάκια και τ' άβολα φθαρμένα καθίσματα, καθώς και το πως αγκομαχούσανε στις ανηφοριές...
     Μπήκα, πλήρωσα το εισιτήριο κι έκατσα στην αγαπημένη μου θέση, μια σειρά μπροστά από τη γαλαρία και προς τη μεριά της θάλασσας, δηλαδή στη δεξιά μεριά, όπως καθόμαστε. Έγειρα με το μοχλό, τη θέση πίσω, ξάπλωσα βαθιά κι άπλωσα τα γόνατά μου στη πλάτη της μπροστινής θέσης. Ήξερα πως θα μ' έπαιρνε ο ύπνος μα δεν ανησύχησα γιατί το πρώτο λεωφορείο κάνει τέρμα Ανάβυσσο ενώ το επόμενο -κάθε ακριβώς- κάνει τέρμα Σούνιο. Έτσι δε θα ξυπνούσα σε ...λάθος μέρος κι αν φτάναμε στο προορισμό μας κι εγώ κοιμόμουνα, θα με ξυπνούσεν αναγκαστικά ο εισπράκτορας.
     Νομίζω πρέπει να κοιμήθηκα πριν καν φτάσουμε στη Κλαυθμώνος. Πολύ αναπαυτικά τούτα τα νέα οχήματα. Στα παλιά, για να κοιμηθείς, έπρεπε είτε ν' ακουμπήσεις το κεφάλι στον διπλανό, πράγμα άπρεπο, είτε στο τζάμι του παράθυρου, πράγμα συχνάκις ... επώδυνο. Κοιμήθηκα και τα 'δα όλα: Την Υποδοχή του Καλύψω, το Έντεν Μπήτς, τη Καλύβα του Θείου "Μελιτζανιά" μα όταν ο Γίγαντας θέλησε να μας καταπιεί, ξύπνησα απότομα.
     Δεν είχε φέξει ακόμα κι έτσι δε μπορούσα να δω και πολλά. Προσπάθησα να καταλάβω που βρισκόμασταν κι ανακουφισμένος διαπίστωσα πως πλησιάζαμε Ανάβυσσο και ...μα ...που 'ταν η Λάκκα; Δηλαδή ήταν εκεί μα... χωρίς τα τόσα και τόσα σπίτια που 'χουνε χτιστεί πια εκεί! Τι περίεργο! Το λεωφορείο ήτανε μια παλιά "μπαγκατέλα", 'κείνου του καιρού! Τσιμπήθηκα παραξενεμένος και πόνεσα στ' αλήθεια. Το πρωϊνό λεωφορείο δεν είχε και πολλούς επιβάτες και σίγουρα πριν την Ανάβυσσο θα 'χανε κατεβεί πολλοί, μα το δίχως άλλο δε θα 'πρεπε να 'ταν άδειο... και ...που ...που 'ταν' ο εισπράκτορας; Ήμουν ο μόνος επιβάτης!
     Είχα κοιμηθεί ακουμπώντας στο τζάμι. Το πλάϊ του κεφαλιού μου, πονούσε κι ο οδηγός δε φαινότανε, πίσω από το κουρτινάκι του. Στο κατέβασμα προς τη Παλαιά Φώκαια, -όπου ήτανε κι ο αρχικός μου προορισμός- περνώντας από τη στάση "Ερμής", που περίμενα το σχολικό μου σαν ήμουν νεαρό παληκαράκι του Γυμνασίου, είδα ένα νεαρό να περιμένει. Κρατούσε το χαρτοφύλακα του, ανάμεσα στα πόδια και κάτω, κοιτώντας προς τα 'κει που θα 'φτανε, το σχολικό του. Μα τόσο πρωΐ; Μόλις το λεωφορείο έφτασε στο ύψος του, γύρισε και με κοίταξε. Ασυναίσθητα, τονε χαιρέτησα. Δε μ' ανταπόδωσε το χαιρετισμό, μα με κοίταξε παραξενεμένος. Όμορφο παληκαράκι.
     Φτάσαμε στο τέρμα και κατέβηκα. Στο λεωφορείο κανένας οδηγός. Η παραλία, έτσι όπως ήτανε παλιά. Τότε που υπήρχεν ακόμα το συντριβάνι που 'χε φτιάξει ο πατέρας μου. Ήταν ακόμα νύχτα και δεν ήξερα τι να κάνω, που να πάω. Κατευθύνθηκα προς το μώλο, που 'τανε τ' αγαπημένο μέρος μου ...τότε. Είδα τα παγκάκια κι όλος νοσταλγία προχώρησα προς τα 'κει. Ψυχή! Μόνο κάτι ψαράδικες βάρκες που επιστρέφανε, στην άλλη άκρη. Δε νομίζω να υπάρχει ομορφότερος ήχος από το ήρεμο "ντούκου-ντούκου" της μηχανής, μέσα στη πρωϊνη θαλάσσια σιγαλιά, σε συνδυασμό με το ήρεμο παφλασμό του κύματος. Περπάτησα ως εκεί να καλημερίσω. Φώναξα δυνατά και μέσα από τη καρδιά μου "Καλημέρααααα" σίγουρος πως θα 'δω γνωστές συμπαθητικές φάτσες να μου γελάνε και ν' απαντούνε. Κανείς δεν απάντησε. Δεν υπήρχα! Ένιωσα παράξενα! Εκείνος ο ψαράς είχε πεθάνει από χρόνια. Τώρα όμως ξεψάριζε σιγοτραγουδώντας.
     Γύρισα τα πίσω-μπρος προς την άλλη άκρη του μώλου με τα παγκάκια. Στο δεύτερο παγκάκι, -από το μώλο προς το λιμεναρχείο- κάποιος είχε καθίσει. Ήταν το αγαπημένο μου παγκάκι ...τότε. Πλησίασα κι είδα το νεαρό παληκαράκι της στάσης μου, σε πιο μεγάλη ηλικία να με κοιτάζει. Μ' έβλεπε. Υπήρχα! Όμορφο παληκαράκι, κοντά στα είκοσι, μ' ατίθασα σκούρα καστανά μαλλιά.
 -"Καλημέρα" είπα όσο πιο ευχάριστα μπορούσα.
 -"Καλησπέρα σας κύριε" απάντησε, χαμογελώντας ευγενικά. Έτσι για να πω κάτι, του γύρεψα τσιγάρο. Εγκάρδια κι αυτόματα, μου πρόσφερε τείνοντας το πακέτο Marlboro.
 -"Δεν έχεις πάει ακόμα φαντάρος νεαρέ", του 'πα χωρίς να ξέρω το γιατί!
 -"Όχι ακόμα. Σε λίγους μήνες" -τι γλυκό κι αθώο πλάσμα-. Στράφηκα να φύγω και χαιρέτησα βιαστικά, μη τυχόν και δει τα μάτια μου δακρυσμένα. Σίγουρα θα περίμενε να περάσει το κορίτσι του, όπως κάθε βράδυ, τώρα στις καλωσύνες του καιρού. Περίμενε να τη δει. Κατευθύνθηκα προς την άλλη πλευρά. Προς του Κατηφέ στο άλλο συντριβάνι του πατέρα μου κι ...υπήρχε κι αυτό φυσικά. Κι έπειτα λίγο πιο πέρα, προς το μικρό μωλάκι. Νύχτα!
     Ξάφνου όλα τα μαγαζιά, με μιας, φωτίστηκαν. Όλα γεμάτα κόσμο, κίνηση παντού. Σαββατόβραδο το δίχως άλλο! Κανείς δε μ' έβλεπε, όταν πήγα να ζητήσω λιγάκι νερό. Περνούσανε μέσα μου, πάνω μου, δίπλα μου, μα δε μ' έβλεπαν. Εκεί πέρα, στα μουλωχτά, ανάμεσα σε κάτι βραχάκια, είδα ένα ζευγαράκι αγκαλιασμένο. Δε θα τους έβλεπα αν δεν ήξερα ήδη πως ήταν εκεί. Πλησίασα πολύ κοντά τους. Δε μ' είδανε. Κοιταζόντουσαν μεταξύ τους, δε χωρούσα. Εκείνος φορούσε ένα σιέλ πουκάμισο, μπλου-τζην τριμμένο και ξεθωριασμένο. Εκείνη είχεν απλώσει το χέρι της στο στέρνο του. Της το πιάνει και το κολλάει στη καρδιά του μ' αγαλλίαση. Δε θα 'ναι πάνω από εικοσιπέντε κι εκείνη πλησιάζει τα σαράντα. Εκείνος έχει σκούρα καστανά, ατίθασα μαλλιά κι αυτή καστανοκόκκινα. Είναι πανέμορφη, κούκλα!
     Ξάφνου σηκώνονται. Κάνω να κρυφτώ. Δε χρειάζεται. Δε με βλέπουνε. Χωρίζουνε βιαστικά. 'Κείνη πάει προς την εκκλησία, πάνω, 'κείνος προς το μώλο. Τονε βλέπω, δε περπατά. Είναι περίπου πέντε πόντους πάνω από το έδαφος και δείχνει σα να προωθείται ...μαγικά. Χρειάζεται να τρέξω για να τον φτάσω! Φτάνει στο μώλο και σταματά να κάτσει. Είναι μαγεμένος -δε ξέρει πως το κορίτσι δε θα 'ρθει στο ραντεβού... δε μπορεί να το ξέρει- κι είναι καλά. Κάτι τέτοιες στιγμές αξίζουνε... Τονε πλησιάζω...
 -"Καλημέρα" του λέω εγκάρδια.
 -"Καλησπέρα σας κύριε" μου απαντάει ευτυχής. (Ήθελα να τον ρωτήσω, πως τάχα τώρα με βλέπει, αλλά το κατάπια... Φυσικά και βλέπουνε τα πάντα οι ...ερωτευμένοι...)
 -"Μου δίνεις σε παρακαλώ ένα τσιγαράκι";
 -"Αμέ. Πολύ ευχαρίστως" και μου προτείνει το πακέτο 'Ασσο Σκέτο!
 -"Ω, η μάρκα μου" του λέω χαμογελαστά και πιάνω ένα τσιγάρο.
 -"Μα δεν είναι καταπληκτικά τσιγάρα κύριε"; μου απαντά, κεφάτος για πάρλα.
 -"Ναι. Έχεις δίκιο. Μια τέτοια βραδιά, όλα είναι καταπληκτικά" του αντιγυρίζω συγκινημένος.
 -"Τότε... πάρτε άλλο ένα ακόμα για τ' αφτί" μου λέει χαμογελαστά. "Όμορφη βραδιά, έτσι"; Παίρνω το δεύτερο τσιγάρο, το βάζω στο αφτί κι απομακρύνομαι βιαστικά. Μένει να κοιτάζει χαμογελαστά. Τίποτε δε τονε παραξενεύει σήμερα. Δε ξέρει ακόμα από...
     Ένα δάκρυ κυλάει στο μάγουλό μου. Ένα λεωφορείο -από 'κείνα τα παλιά, ξέρετε, τις ..."μπαγκατέλες"- περιμένει με τα φώτα και τη μηχανή του αναμένα, στην αφετηρία. Είναι το λεωφορείο μου! Το δικό μου λεωφορείο! Δεν είναι κανείς άλλος γύρω. Ξέρω πως μήτε μέσα θα 'ναι κανείς. Ανηφορίζω από το μώλο και περνάω το δρόμο. Καθώς πλησιάζω τη πλατεία, ένας μικρός πέφτει απρόσεκτα πάνω μου, με το μικρό του ποδηλατάκι. Δε μου κάνει ζημιά, μόνο που τρόμαξα λιγάκι. Εκείνος ο φτωχούλης καταγρατζούνισε τα γονατάκια του. Σκύβω και τον βοηθάω να σηκωθεί. Οι νέες εκδορές έρχονται δίπλα στις παλιές. Ένας σωστός Μικρός Εξερευνητής.
     Ζωηρό, όμορφο αγοράκι με ξανοιχτά μπουκλάκια, όλο δαχτυλίδια τα μαλλάκια του. Μου χαμογελάει ξαφνιασμένο για να μου δείξει πως δε τρέχει τίποτε. Περήφανο αγοράκι, μ' ένα όμορφο ανοιχτό χαμόγελο να φωτίζει το προσωπάκι του.
 -"Είσαι καλά μικρέ μου"; το ρωτώ.
 -"Καλά είμαι κύριε" μ' απαντά συγκρατημένα. Ξέρω πως θέλει να κλάψει μα δε θα το 'κανε ποτέ δημόσια.
 -"Να προσέχεις αγόρακι μου. Το Συναρπαστικό Μοναχικό Ταξίδι του Ήρωα Καβαλλάρη, έχει και δυσκολίες". -Πολλές δυσκολίες- θα 'θελα να προσθέσω μα... τι θ' άλλαζε; Νωρίς ειν' ακόμα! Έπειτα ξέρω πως δεν έφταιγε αυτό. Εγώ έπεσα από το Πουθενά!
 -"Μάλιστα κύριε, θα προσέχω" και χαμογελάει πάλι με ...προσπάθεια. Δεν αντέχω και χώνω τα δάχτυλά μου στα μπουκλάκια του. Του χαϊδεύω το κεφάλι. Κάνει κίνηση να το αποφύγει, μα τη σταματά στη μέση. Η ευγένεια υπερίσχυσε πάλι. Σκύβω και το φιλώ στο μάγουλο. Γυρίζω απότομα να φύγω. Το λεωφορείο μου με περιμένει. Ξέρω πως μόλις γυρίσω τη πλάτη μου, θα σκουπίσει το φιλί και το δάκρυ μου, βιαστικά και διακριτικά. Θα καβαλήσει το μικρό μπλε ποδηλατάκι του -μάρκας GESAL- με τη "κόντρα" και θα φύγει καβαλώντας τα σύννεφα!
     Ετοιμάζομαι να επιβιβαστώ στο λεωφορείο μου όταν το ακούω να μου φωνάζει:
 -"Κύριε... Κύριε... Σας έπεσε το τσιγάρο, από τ' αφτί". Τι όμορφη κι άδολη παιδική φωνή! Δεν αντέχω μήτε να ξανακοιτάξω κατάματα, το αγοράκι με το καρό θαλασσί πουκαμισάκι, το καφέ παντελονάκι και τα πεδιλάκια. Το λεωφορείο μου με περιμένει...
     Επέστρεψα στη πόλη το ίδιο βράδυ, με το τελευταίο λεωφορείο και -τι αναμενόμενο-... στην επιστροφή δεν έπληξα διόλου! Είχεν ησυχία και στο τέλος ... εκεί στους Στύλους Ολυμπίου Διός, - στου Μακρυγιάννη, όπως πάντα έλεγεν ο μπαμπάς- χριστήκαμε άλλη μια φορά ...Πρωταθλητές...





"Από μένα για
  μένα και μόνο
                                Οκτώβρης 2004
  σε μένα..."
 
 **Έμαθα τελικά πως το συγκεκριμένο άγαλμα δεν αφορά σε κάποια κόρη του έξοχου αυτού γλύπτη, μα έγινεν από παραγγελία, για να στηθεί στο μνήμα της Σοφίας Αφεντάκη. Στο κείμενο κράτησα την ...παρατυπία, γιατί άλλωστε, τότε αυτό πίστευα. Αν έγραφα κάτι άλλο θα 'τανε ψέμματα κι εγώ ποτέ δε λέω ψέμματα!

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers