Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Πεζά 

Η Τελευταία Σκηνή

 

     Ένιωθε πολύ παράξενα... αποθαρρημένος, αποκαρδιωμένος, μα όλα τούτα ίσως δεν είχανε καμμιά σημασία τελικά... Σε λίγες μέρες, όλα θα μοιάζαν όνειρο. Ένα κάποιο -ας πούμε- συναρπαστικόν όνειρο. Ό,τι κι αν γινότανε...
     Όλα ξεκινήσανε με κείνη τη Μεγάλην Ιδέα που του 'χε μπει στο νου, μετά τον Μεγάλο Πόλεμο... Ή τάχα ήταν νωρίτερα; Μήπως αργότερα... τότε που άφησε να τον...
     Ένα παιδάκι χαρωπό! Ήρεμα και συνήθη παιδικά χρόνια. Εντάξει, κάπως ευαίσθητο, κάπως αυθόρμητο, κάπως ανόητο κι άτακτο... Όπως όλα τα παιδάκια. Εφηβεία κάπως ταραγμένη, λόγω συγκρούσεων των γονιών του. Καλούτσικος μαθητής, κατάφερε να μπει στην Ανώτατη Σχολή Διοίκησης Επιχειρήσεων, στη Μεγάλη Πρωτεύουσα, αλλά όχι με τη πρώτη. Αναβολή από τον στρατό κι έπειτα, όταν τέλειωσε, ακολούθησε ένα τριετές δυνατό μεταπτυχιακό, με ειδίκευση στον σχεδιασμό πλάνων διοίκησης και προώθησης προϊόντων. Το τέλειωσε κι αυτό με σχετικά ικανοποιητικό τρόπο και βγήκεν έξω. Μα ο στρατός τονε θυμήθηκε, όταν εκείνος κόντευε να τονε ξεχάσει.
     Παρουσιάστηκε στα τεθωρακισμένα, για να υπηρετήσει τη διετή θητεία του κι επειδή ήτανε πτυχιούχος ανώτατης σχολής, μπήκε στη σχολή εκπαίδευσης εφέδρων αξιωματικών. Σκληρή εκπαίδευση μα έξι μήνες μετά ονομάστηκεν ανθυπίλαρχος. Η εκπαίδευσή του ήτανε σ' όλα τα μέχρι τότε γνωστά άρματα μάχης που 'χε στη διάθεσή της η Πατρίδα, ελαφρά και βαρέα. Τα πήγαινε θαυμάσια, αν κι ήτανε γενικά, αδιάφορος. Σα ξένος ένα πράμα. Φυσικά, όλα τούτα τα χρόνια, μήτε λέξη σε κανένα για το χόμπι του: όταν είχε λιγάκι λεύτερο χρόνο -μερικές φορές τον έκλεβε- έγραφε. Τούτο το κουσούρι το 'χε από την εφηβεία του. Είναι απορίας άξιο, πως τόσα χρόνια, κανείς συμφοιτητής ή συνάδελφος ή φίλος έστω, δεν το 'χε πάρει χαμπάρι. Κι ο ίδιος δε το 'χε μαρτυρήσει ποτέ μήτε και στα κατά καιρούς, κορίτσια του, ακόμα και στις πιο εκ βαθέων, στιγμές του.
     Στην αρχή έγραφε κάτι κουτσοποιηματάκια, άνοστα και γεμάτα παιδικό... λυρισμό. Σιγά-σιγά, άρχισε ν' αφήνει πίσω του αυτή τη παιδικότητα και ν' αποκρυσταλλώνει κάπως τις πιο ανώτερες και βαθύτερες σκέψεις του. Μα και πάλι, όχι δα και τίποτε σημαντικό. Ίσως γι' αυτό να 'κρυβε το χούι του, από φόβο και ντροπή.
     Έξι μήνες πριν τελειώσει τη θητεία του, -που για τους έφεδρους αξιωματικούς είναι κοντά 3 χρόνια και με μισθό- οι ανώτεροί του είδανε πως άξιζε, πως τα κατάφερνε θαυμάσια χωρίς παρεκκλίσεις κι αδυναμίες και του προτείνανε να μείνει μόνιμος. Έδειξε να διστάζει. Ένιωθε πλέρια ξένος από κάθε τι και τότε ακριβώς μέτρησε τη ζωή του και τη βρήκε μέτρια. Σ' όλα μέτριος και ξένος. Οι μεγάλοι, τον είδανε διστακτικό και του αφήσανε χρόνο να σκεφτεί, μέχρι ένα μήνα πριν την απόλυσή του. Μα τελικά δε πρόφτασε...
     Δε χρειάστηκε, γιατί πριν φτάσει εκεί, τονε πρόλαβε ο Μεγάλος Πόλεμος. Η μεγάλη άρεια λευκή φυλή, έχοντας διαβλέψει τον κίνδυνο που εγκυμονούσε η εξάπλωση του πληθυσμού αλλά και του εμπορικού δαιμονίου, της κίτρινης φυλής, είχε βρει επιτέλους μια καλοστεκάμενη πρόφαση για να ξεκινήσει το μεγαλύτερο μακελειό όλων των εποχών. Πέντε χρόνια μαινόταν ο πόλεμος κι ο ορυμαγδός κι ο χαλασμός κόσμου κι όταν τελικά στο τέλος, η νικήτρια λευκή φυλή έμοιαζε σα χαμένη κι η κίτρινη διαλυμένη εντελώς, ο πόλεμος σταμάτησε. Υπογραφτήκανε συνθήκες, ξαναμοιράστηκε το μοιράδι, πήραν όσοι έπρεπε να πάρουνε, δώσαν όσοι ήτανε να δώσουνε, γίνανε και κάτι μικροαδικίες αλλ' αυτά πάντα συμβαίνουνε κατά τη μοιρασιά, κι έπειτα ξεκίνησεν η ανοικοδόμηση, αναζήτηση, αναδόμηση, ανάκακαμψη κι αναχαθεί να πάει, κι ο κόσμος ξανάρχισε ν' αναπνέει ασθμαίνοντας...
     Φυσικά πολέμησε κι ο έφεδρος ανθυπίλαρχος. Στάθηκε τυχερός που κατάφερε να γλυτώσει τον θάνατο πάμπολλες φορές, πέρασε μια τρομερά δύσκολη και σκληρή πενταετία και χωρίς να 'ναι ο ήρωας ο μεγάλος, μήτε όμως και το δειλό κουνελάκι, κατάφερε ν' αναρριχηθεί στον βαθμό του ίλαρχου. Μετά τον πόλεμο, φυσικά κι επανήλθεν η πρόταση για τη μονιμότητά του:
 -"Η Πατρίδα κι ο Στρατός σε χρειάζονται παληκάρι μου", του 'πε με στόμφο ο ανώτερός του -άκου παληκάρι κιόλας τριανταπέντε χρονώ. "Χρειάζονται ανθρώπους σαν κι εσένα...μπλα-μπλα..." και τα ρέστα...
     Φυσικά και τούτη τη φορά, έχοντας αντικρύσει κατά πρόσωπο τη φρίκη, μα πάντα σαν ένας ξένος, δε δίστασε στιγμή. Αρνήθηκεν αμέσως και χωρίς περιστροφές. Αποστρατεύτηκε λοιπόν το συντομότερο δυνατό, με τον βαθμό του επιλάρχου παρακαλώ, με μια μικρή σημαιούλα και μερικά μικρά-μικρά παρασημάκια, απ' αυτά που δίνουνε σωρηδόν οι μεγάλοι, για εφέ, και πήγε στην ευχή. Οι γονείς του, που ποτέ δεν είχανε σταματήσει να τρώγονται, μα και ποτέ δεν είχαν επιδιώξει να χωριστούνε, είχανε πεθάνει προ καιρού, άγνωστα θύματα του πολέμου ή από φυσικά αίτια, δε θα το μάθουμε ποτέ. Έτσι όταν επέστρεψε στο μισοκατεστραμμένο κι άδειο πατρικό, πάσχισε να ξαναενταχτεί στη Μεγάλην Ειρήνη, που ξεκινούσε δειλά. Προσπάθησε να βρει μια δουλίτσα σ' αυτά που 'χε σπουδάσει, μα τίποτε. Προσπάθησε να βρει κάτι άλλο, έστω ψιλοχαμαλίκι μα κι εκεί όπως και πριν, διαπίστωσε πως ήτανε δύσκολοι καιροί για ...ήρωες -και σιγά τον ήρωα δηλαδή. Τελικά ίσα που κατάφερνε να επιβιώνει.
     Και το χόμπι; Α το χόμπι, χόμπι, όλα κι όλα. Βέβαια, με τον πόλεμο, που καιρός για τέτοια, το 'χε παραμελήσει. Μα τώρα που είχε πιότερο χρόνο, το ξανάρχισε κι ήταν αδερφάκι μου σα να μη το 'χε παρατήσει ποτέ. Τώρα μάλιστα που 'χε πιο μεγάλην εμπειρία ζωής -και τί εμπειρία!- άρχισε να βαθαίνει και να πλαταίνει το γράψιμό του. Ήταν η μόνη στιγμή που 'νιωθε πως έκαμε κάτι σημαντικό, το μόνο πράμα που δε το 'κανε σα ξένος. Βυθιζότανε μέσα, γελούσε, δάκρυζε, συμμετείχεν ενεργότατα... Εκεί κάπου, δε θυμάται κι ο ίδιος την αφετηρία, του 'ρθε στο νου η Μεγάλη Ιδέα, για να γράψει ένα μικρό μυθιστόρημα. Επιτέλους καιρός ήταν! Πρώτη φορά ένιωσε πως είχε συλλάβει κάτι πολύ σπουδαίο. Κάτι που ίσως ν' άξιζε να το... μοιραστεί.
     Με τη σύλληψη, ένιωσε δέος, ρίγος κι όταν κατάφερε να το τελειώσει αργότερα, ένιωσεν ακόμα πιο έντονα τούτα τα συναισθήματα. Το διάβασε και το ξαναδιάβασε προσεκτικά, το διόρθωσε και το ξαναδιόρθωσε όσο μπορούσε και γενικά συνεπάρθηκε απ' αυτό. Όμως... όμως πρώτη φορά θέλησεν έντονα, να μοιραστεί γραπτό του. Δειλός και ντροπαλός καθώς ήτανε με κάτι τέτοια, τό 'δειξε στην αρχή στο κορίτσι του. Εκείνο ενθουσιάστηκε και τονε φίλησε. Μετά το 'δειξε σε κάτι φιλαράκια, ότι και καλά το 'χε γράψει κάποιος άλλος φίλος. Ενθουσιαστήκανε κι αυτοί. Ξεθάρρεψε κι όπως του φουσκώσανε τα μυαλά το πήγε στους Εκδότες, που διαβάσανε τη παρακάτω σύνοψη:
-------------------------------------------------------------------------------------------

                                      Ο ΞΕΝΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

     Βρισκόμαστε στα μέσα του Μεγάλου Πολέμου. Η ιστορία εκτυλίσσεται στο θέατρο μάχης, του νησιού Φόυ. Ένα νησί που βρισκότανε στη κυριαρχία των κιτρινιάρηδων μα οι Σύμμαχοι είχανε καταφέρει ν' αποβιβάσουνε στρατεύματα και λίγο-λίγο είχανε κατορθώσει να στήσουνε προγεφύρωμα κι ύστερα κανονικό στρατώνα, μέχρι που καταλάβανε το νησί, σχεδόν εντελώς. Προφανώς είχανε μελετήσει πως πλέον για τα μελλοντικά σχέδια του πολέμου, αυτό το νησί ήταν υψίστης σημασίας, ειδ' άλλως δε θα γινότανε τόσος ντόρος. Λίγον αργότερα όμως, τα σχέδια τούτα, προφανώς αλλάξανε και το νησί έπαψε να τους ενδιαφέρει κι έτσι παρέμεινε υπό διπλή κατοχή. Χρειαστήκανε στρατό κι αποθέματα, για πιο σπουδαία πράματα κι έτσι αφήσανε πάνω του μιαν υποτυπώδη άμυνα, όμως καλά οχυρωμένη. Οι άλλοι από τη μεριά τους, ίσως δεν είχανε κι εκείνοι κανένα σχέδιο για το νησί κι έτσι αφήσανε κι αυτοί λίγα στρατεύματα και στραφήκανε σε πιο καφτά μέτωπα. Το νησί θα μπορούσε να 'χε καταληφθεί πάντως αλλά τούτο δεν έγινε. Πάνω του επικρατούσε μια ευαίσθητη ισορροπία και μια ειρηνική ανοχή, όσο κι αν αυτό ακούγεται ειρωνικό μεσούντος του μανιασμένου πολέμου.
     Αργότερα, πολύ αργότερα, το Φόυ ξαναμπήκε σε κάποιο σχεδιασμό πολεμικής μανούβρας, τέτοιας που, καταπώς είπαν οι εγκέφαλοι του Πενταγώνου, θα συντόμευε κατά πολύ η απόσταση από τη τελικήν επικράτηση. Έτσι κατέστη επιτακτικό, να καταληφθεί ολοσχερώς, αλλά με τη μικρότερη δυνατή, συμμετοχή υλικού και στρατιωτών. Μελετήσανε λοιπόν τα ξεφτέρια, την άμυνα του εχθρού και βρήκανε πως με λίγα ελαφρά άρματα μάχης και τις ήδη υπάρχουσες συμμαχικές δυνάμεις του νησιού, θα μπορούσαν να πάρουνε τη κυριαρχία και να μπορέσουνε να βάλουνε μπρος το μεγάλο σχέδιο νίκης. Έτσι στείλανε έξι από τα πιο ευκίνητα, ελαφρά άρματα, με πολύ δυνατό και βαρύ οπλισμό και μάλιστα πολύ μεγάλου βεληνεκούς, με τα καλύτερα πληρώματα και δυο από τους πιο ικανούς αξιωματικούς σαν πρώτο και δεύτερο, στο κεφάλι της επιχείρησης.
     Οι διαταγές ήταν να πάρουνε στη κατοχή τους το νησί, όσο πιο σύντομα κι αθόρυβα γινόταν, να τεθούν αμέσως στις διαταγές του εκεί διοικητή επίλαρχου, να του εξηγήσουνε πως πρέπει να προετοιμάσουν/αναγνωρίσουνε καλά το έδαφος για την απόβαση του πρώτου κύματος στρατιών και... μετά δε τους είπανε τι θα γίνει, γιατί ήταν απόρρητο μυστικό σχέδιο. Από κει και πέρα, πάρα πολύ σημαντικό ρόλο έπαιξεν ο παράγοντας τύχη, σε συνδυασμό φυσικά με το θάρρος και το θράσος των επιτιθεμένων, ειδικά του δεύτερου τη τάξει, αξιωματικού, του Ίλαρχου Κέιν. Γιατί δυστυχώς εκείνο που αγνοούσαν οι εγκέφαλοι, ήταν πως κι οι κίτρινοι είχανε ξαφνικά σχεδιάσει κάτι, άγνωστο μεν, μα απαιτούσε κι αυτό, την απόλυτη κατάκτηση του Φόυ και μάλιστα δεν αφήσανε στη τύχη το θέμα, με λίγο υλικό και στρατεύματα. Στείλανε πάρα πολλά βαριά άρματα, μ' ελαφρύν όμως οπλισμό, έχοντας μελετήσει κι αυτοί την πενιχρή άμυνα των αντιπάλων.
     Έτσι, όταν οι επιτιθέμενοι κι άρτι αποβιβασθέντες λευκοί, βγήκανε στη στεριά και κατευθυνθήκανε προς το δικό τους στρατόπεδο, βρεθήκανε προ ενός τρομακτικού θεάματος, που μερικά δευτερόλεπτα τους έκοψε τις ανάσες. Για να γίνει αντιληπτό το τί είδανε και τί έγινε, θα πρέπει να περιγραφεί ο χώρος. Το νησί δεν ήτανε πολύ μεγάλο, αλλά είχε στρατηγική θέση στον μεγάλο ωκεανό. Ειδικά όταν υπήρχανε σχέδια μάχης για τα εγγύτερα μέτωπα, τόσο στη στεριά όσο και στη θάλασσα. Είχε μόνο δυο καλές περιοχές για απόβαση, λόγω αποκρημνότητας των ακτών του, με μεγάλους και κοφτερούς βράχους κι αβαθείς υφάλους ολόγυρα. Η μια θέση ήταν εκείνη που διαλέξαν οι λευκοί, και που απείχε λίγο από το στρατόπεδό τους κι η άλλη ήτανε προφανώς από την άλλη μεριά, όπου είχαν αποβιβαστεί οι κίτρινοι κι είχανε κοντά το δικό τους στρατόπεδο.
     Η πρώτη είχε μειονέκτημα αλλά και πλεονέκτημα, ένα μικρό συμπαγές βουναλάκι γύρω στα διακόσια μέτρα μήκος κι ύψος που έφτανε τα δεκαπέντε και βάλε, κομμένο σαν τοιχάκι κι ολόισιο κι έφτανε σχεδόν ως την ακτή της απόβασης. Αυτό τους κάλυψε από τα μάτια των αντιπάλων και παράλληλα ήτανε καλή προστασία. Κατά μήκος του βουνού αυτού και παράλληλά του, σε απόσταση καμμιάν εικοσαριά μέτρα, ήτανε στημένο το συμμαχικό πρόχειρο στρατόπεδο, που η οχύρωσή του ήτανε με μπετόπλακες κοφτές, τάφρους κι ατσάλινους πασσάλους, έτσι ώστε μεταξύ του βουνού και του στρατοπέδου να σχηματίζεται ένα δρομάκι κακοτράχαλο με πλάτος περίπου αυτά τα είκοσι μέτρα που χωρίζαν αυτά τα δυο κι εκτεινότανε σε μήκος καμμιάν εκατοστή μέτρα.
     Όταν λοιπόν αποβιβάστηκαν οι λευκοί και ξεκινήσανε προς το στρατόπεδό τους, στην αρχή βλέπανε μόνον αυτό, όσο επέτρεπε το βουνό, και το βουνό το ίδιο από το πλάι. Όταν φτάσανε στο ύψος του βουνού κι αντικρύσανε το ...κακοτράχαλο δρομάκι, το βρήκανε γεμάτο άρματα του εχθρού. Τούτο είναι το θαυμαστό: Ο εχθρός είχεν ήδη κερδίσει μια μάχη, χωρίς μάχη, με μόνο τον όγκο του. Οι λευκοί του στρατοπέδου, μόλις αντίκρυσαν τον εχθρό με τόσες δυνάμεις είχανε παραδοθεί. Θεωρήθηκεν άσκοπο να δοθεί μια τόσον ανούσια μάχη που θα 'φερνε τον σίγουρο θάνατο στους λευκούς και τους είχεν υποσχεθεί μια τιμημένη αιχμαλωσία, πράμα που 'χαν αποδεχτεί ήδη, όταν φτάσαν οι ...ενισχύσεις στο ύψος του δρομάκου. Ο εχθρός τώρα από μεριά του, μιας κι είχε πετύχει μια γοργή κι αναίμακτη νίκη, -έτσι καταπώς, ομοίως, τους είχε ζητηθεί- θεώρησε καλό να καταλάβει το στρατόπεδο περνώντας από τον δρομάκο για να φτάσει μέχρι τη κάτω μεριά, προς τη παραλία της άλλης απόβασης και να μπει από τη κύριαν είσοδο του στρατοπέδου με στομφώδη φανφαρόνικο τρόπο. Για τον σκοπό λοιπόν αυτό, είχανε παρατάξει τα βαριά τους άρματα σε σχηματισμό ανά τρία και κείνη τη στιγμή, της μοιραίας συνάντησης, ότι είχανε χωρέσει όλα στο δρομάκι κι ήτανε πολλά. Αν σκεφτεί κανείς πως καμμιά τριανταριά βαριά άρματα με ελαφρύν οπλισμό, ήτανε μέσα σ' ένα στενό με τοίχο από τη μια και από την άλλη οχυρώσεις άβατες, με μόνα ελεύθερα σημεία την είσοδο και την έξοδο του δρομάκου. Και να προστεθεί παρακαλώ κι η πλέον απρόσεκτη κατάσταση των ...νικητών σε συνδυασμό με την άγνοια του κινδύνου και την έλλειψη ετοιμότητας πυρών.
    Όταν λοιπόν έγινε κείνη η συνάντηση εκεί στην άκρη, η έκπληξη υπήρξεν αμοιβαία. Οι κίτρινοι, απανωτά κάνανε κι άλλο λάθος, που εκτιμήσανε πως τούτα δω τα έξι αρματάκια δε θα μπορούσανε να τους κάνουνε τίποτα κι ότι δε τους έμενεν άλλος δρόμος πέραν του να παραδοθούνε στη συντριπτικήν υπεροχή τους. Μάλιστα ο επικεφαλής τους δεν απείχε και πολύ από το να γελάσει και να φχαριστηθεί, που η στρατιωτική του λεία είχε μεγαλώσει.
     Από την άλλη μεριά, η έκπληξη γοργά έγινε τρόμος. Ακόμα κι ο πρώτος, ο επικεφαλής, ετοιμαζόταν να παραδοθεί. Τότε, ο δεύτερος τη τάξει επικεφαλής, Ίλαρχος Κέιν, διάταξε πυρ! στα τρία πρώτα άρματα και ταυτόχρονα γρήγορη και συνεχή κίνηση. Ενώ διάταξε να χωριστεί το σώμα σε δυο και τ' άλλα τρία να σπεύσουν από τη πάνω μεριά και να πυροβολήσουνε τα τρία τελευταία άρματα της σειράς. Το σχέδιο ήτανε τολμηρό μα είχε βάση. Όλοι συνήλθαν αμέσως, έτσι όπως κάνει κάθε στρατιώτης που 'χει στα χέρια του μόνο μιαν επιλογή αλλά σαφείς κι ελπιδοφόρες διαταγές.
     Ο συγχρονισμός ήτανε τέλειος και καίριος, τα βαριά πυρά αχρηστέψανε τα τρία μπροστινά βαριά άρματα του εχθρού και λίγον αργότερα, τα ελαφρά άρματα των λευκών, αχρήστευαν τα τρία τελευταία. Αμέσως αρχίσανε να κινούνται γοργά και μιας κι είχανε πολύ μεγαλύτερο βεληνεκές από τ' άρματα των κιτρίνων, είχανε πετύχει ένα τεράστιο πατ στη σκακιέρα του νησιού Φόυ. Δε μπορούσανε να νικήσουνε σώμα με σώμα τον εχθρό, μα του περιορίσανε τη κίνηση, σ' ακινησία και δεν επιτρέπανε καμμιάν έξοδο πεζών από τα κουβούκλια. Αντίθετα, αυτοί είχανε την ευχέρεια της κίνησης, του ανεφοδιασμού έστω κι υποτυπωδώς και του πυρός προς τον αντίπαλο. Η αρμάδα των κιτρίνων είχεν εγκλωβιστεί στα τοιχώματα, ανίκανη να αντιδράσει, παρόλο που δεν είχε χάσει τη μάχη. Τρία από μπρος και τρία πίσω, κατεστραμμένα από τα βαριά πυροβόλα του εχθρού, τα βαριά και δυσκίνητα άρματά τους, τους έφραζαν τον δρόμο και μπρος και πίσω.
     Ο Ίλαρχος Κέιν μίλησε στον ασύρματο με τους κωδικούς του επείγοντος και ζήτησεν αεροπορική κάλυψη. Τους εξήγησε πως είχε στη φάκα μερικά κίτρινα σκαθάρια, μα του κάκου. Η απάντηση ήταν αποκαρδιωτική. Τα σμήνη των αεροπλάνων θα μπορούσαν να σπεύσουν στο Φόυ, το λιγότερο σε δώδεκα ώρες, μα θα 'ταν νύχτα κι άρα την επομένη το πρωί, θα 'χανε την υποστήριξη που γυρέψανε. "Κρατήστε τους όσο μπορείτε παληκάρια μου!" ήταν η αστεία απάντηση. Ο παράγοντας τύχη, που βοήθησε τους λευκούς στο χρονικό σημείο της απόβασής τους, -αν είχανε φτάσει λίγο πριν ή λίγο μετά, από τον πλήρη εγκλωβισμό των εχθρικών αρμάτων, δεν είχανε καμμιάν ελπίδα-, ο ίδιος παράγοντας έβαλε το χεράκι του και τώρα. Έβαλε ένα χεράκι όμως μόνο. Δεν έσπρωξεν εξοργιστικά. Όχι. Τούτο το κανε ο Ίλαρχος Κέιν.
     Οι κίτρινοι ζητήσαν κι αυτοί, αεροπορική κάλυψη, μα πήρανε περίπου την ίδιαν απάντηση και πριν προλάβουν να χωνέψουνε την όλη κατάσταση, είδαν ένα λευκό που από τα διακριτικά του έμοιαζεν αξιωματικός, να πλησιάζει πεζός, κρατώντας λευκή σημαία. Ζήτησε να δει τον επικεφαλής των κιτρίνων κι όταν αυτός κατέβηκεν από το άρμα του, του πρόσφερε το χέρι με σεβασμό και του αναφέρθηκε:
 -"Ίλαρχος Κέιν ...μπλαμπλα. Λαμβάνω τη τιμή να σας γνωστοποιήσω, πως έχουμεν εμπλακεί σε μια κατάσταση περίεργη κύριε. Δε ξέρω για σας, αλλά σε λίγο θα 'χουμεν αεροπορική κάλυψη κι έτσι όπως είστε σε τούτη τη δυσχερέστατη θέση, θα γίνετε πρακτική εξάσκηση σκοποβολής για τους μάχιμους πιλότους μας. Φρονώ ότι πρέπει να μου παραδοθείτε και σας υπόσχομαι τις πρέπουσες τιμές και τη αρμόζουσα φιλοξενία. Πρέπει να σας πω πως τούτη τη φορά, η τύχη ήτανε με το μέρος μας φίλε μου", του 'πε θλιμμένα, "μην αφήσετε τούτη τη τύχη να συντρίψει τόσα περήφανα παληκάρια. Είναι άδικο να χυθεί τόσο αίμα για το τίποτα"!
     Ο άλλος είχε μείνει σιωπηλός κι ανέκφραστος, σκεπτόμενος πως σχεδόν τα ίδια λόγια είχε πει κι ο ίδιος στους ελάχιστους υποστηρικτές του νησιού πριν τη ...μπόρα. Ίσως να το σκεφτόταν ακόμα για πολύ, αν δεν έβλεπε τον αντίπαλό του, να δακρύζει και να του ξανασφίγγει το χέρι με συμπάθεια ειλικρινή.
 -"Εντάξει κύριε... μα δώστε μου παρακαλώ πέντε λεπτά καιρό, να μιλήσω στους άντρες μου".
 -"Νομίζω πως μπορώ να σας εξασφαλίσω τα πέντε λεπτά. Φοβάμαι όμως πως θα πρέπει να σας ζητήσω ν' αχρηστέψετε τελείως τ' άρματά σας και να μην αργήσετε, γιατί απ' ώρα σ' ώρα, φτάνουνε τα μαχητικά μας", είπε, χτύπησε δυνατά και περήφανα προσοχή και γύρισε μεταβολή, επιστρέφοντας πίσω, κουνώντας καθησυχαστικά τη λευκή σημαία που κρατούσε. Έφυγε γρήγορα, γιατί δεν ήθελε να του αφήσει χρόνο να τονε ψυχολογήσει, ήθελε να τον αφήσει να συντριβεί από τη πρόταση και να μη του δώσει ευκαιρία για να βρει αρνήσεις.
     Σε λίγην ώρα, οι μπόλικοι αιχμάλωτοι πολέμου, με τιμές οδηγήθηκαν άοπλοι στα υπολείμματα του στρατοπέδου κι οι πριν υποστηρικτές του, δε πιστεύανε στα μάτια τους. Φυσικά είχανε δοθεί αυστηρές οδηγίες από τον Ίλαρχο Κέιν, να μη γίνονται καθόλου συζητήσεις για κανένα λόγο, μπρος στους αιχμαλώτους. Τους φερθήκανε καλά και τιμητικά πάντως, μέχρι την άφιξη των λευκών ενισχύσεων.
     Οι οποίες όταν φτάσανε ξεκινήσανε να καθαρίσουνε το νησί από κάθε εχθρική παρουσία που θα μπορούσε να προβάλλει αντίσταση, υπονόμευσανε τη δεύτερη παραλία απόβασης κι οχυρώσανε το νησί. Όταν ολοκληρώσαν αυτές τις εργασίες, ήρθανε στο στρατόπεδο και καταστρατηγήσανε κάθε έννοιαν αιχμαλωσίας πολέμου και φυσικά την υπόσχεση του Ίλαρχου Κέιν προς τον αντίπαλο επικεφαλής. Μαρτυρήσανε χλευαστικά τη μπλόφα κι αρχίσανε σιγά-σιγά να επισκευάζουνε τ' άρματα του εχθρού. Ενώ διασύρανε κι οδηγήσανε στη ταπείνωση τους αιχμαλώτους τους.
     Αυτό το πολεμικό συμβάν, είχεν απήχηση μικρή, στη πορεία του Μεγάλου Πολέμου. Ωστόσο ο Ίλαρχος Κέιν προήχθη φυσικά και προτάθηκε για το πιο μεγάλο παράσημο της αξιέπαινης ανδρείας. Όταν ο πόλεμος τελείωσε, τονε βρήκε με τον βαθμό του Επιλάρχου και στη τελετή για τη παρασημοφόρηση, δε πήγε ποτέ, γιατί ένιωσε ντροπή για τον τρόπο που φερθήκαν οι συμπατριώτες του στους αντιπάλους, εκείνες τις δύσκολες ώρες.

--------------------------------------------------------------------------------------------
     Αυτό ήτανε πάνω-κάτω το γραπτό του. Βέβαια, υπήρχε πιο λεπτομερής αφήγηση... Ο Ξένος είχε ποτίσει το πολεμικό κείμενο με μιαν ειρηνική χροιά, με ηθικούς κανόνες, με δάκρυα... Είχε πασχίσει να το κάνει, φτιάχνοντας μια τελείως φανταστική ιστορία. Το θέμα ήτανε πως τελικά πείστηκε από τον εγγύτερο του περίγυρο να το πάει στους Εκδότες. Όλοι τους δείξαν αδιαφορία:
 -"Ο κόσμος έχει μπουχτίσει από πόλεμο και θα 'θελε μιαν ειρηνικήν, ερωτική κι ήρεμη καλήν, ιστορία, για να καταλαγιάσει, να γλυκαθεί λιγάκι, να ξεχαστεί και να πιστέψει πως όλα θα 'ναι πάλι όπως ήτανε πριν. Έχεις καμμιά τέτοια να προσφέρεις"; είπανε σοφά και τον αποκαρδιώσανε. Μόνον ένας κάπως ηλικιωμένος Εκδότης, του 'πε κάτι διαφορετικό και παράλληλα τη πικρήν αλήθεια.
 -"Είναι πολύ φρέσκο ακόμα, παληκάρι μου. Κάθε ιστορία που θα σχετίζεται με τούτο τον πόλεμο, θα πρέπει να μας εμφανίζει σαν ήρωες, μεγαλόψυχους, καλούς. Αντίθετα, τους αντιπάλους, μικρόψυχους, προδότες, άπιστους και τα ρέστα. Η Ιστορία γράφεται από τους Νικητές και γράφεται καταπώς ΠΡΕΠΕΙ! Η Ιστορία μπορεί να πάρει ορθή θέση, μετά δυο-τρεις γενιές. Λοιπόν τί σου προτείνω; Ο ηρωισμός του Ίλαρχου Κέιν είναι θαυμάσιον εύρημα, μα θέλει να το δουλέψεις. Φύγε τώρα, πήγαινε φτιάξε το κείμενο όπως σου 'πα κι έλα σε κανά χρόνο να στο κάνω μεγάλην επιτυχία. Αυτό δεν είναι εικασία, είναι υπόσχεση. Κρατώ τον λόγο μου και ξέρω πολύ καλύτερα απ' όλους τι λέω. Έλα και θα τους πάρουμε τα σώβρακα, ειδεμή άσε με να ζήσω ήρεμα τα λίγα χρόνια που μου μένουνε", του 'πε και τον έδιωξε.
     Στην αρχή, ο Ξένος μήτε να τ' ακούσει δεν ήθελε. Σιγά-σιγά όμως αφέθηκε να πειστεί, πρώτα από τον ίδιο περίγυρο που τον είχε μπριζώσει να το τρέξει. Έπειτα, σαν είδε τους φελλούς να επιπλέουν σε μια θάλασσα λερή και σαπισμένη. Ύστερα, πιο βαθιά και πιο έμπειρα κοιτώντας, πρόσεξε το πως επέπλεαν ετούτοι οι φελλοί. Μα το κυριότερο, ήτανε προφανές πως τους πρώην στρατιώτες τους βλέπανε και σαν πρώην ήρωες και φυσικά τα σχέδια της αναδόμησης του πλανήτη ολάκερου μετά το μοιράδι, δε περιείχανε και την αφεντιά του. Δουλειά της προκοπής δε μπορούσε να σταυρώσει, γιατί ήταν ένας Ξένος και σαν τέτοιος -παρά σαν ανθρωπιστής-, αρνιότανε να ενταχθεί στα ύποπτα. Έτσι σκέφτηκε τον μόνο δρόμον επιβίωσης που του 'μενε: Πήγε και βρήκε τη γρια-αλεπού τον Εκδότη, άφησε στα χέρια του το πρωτότυπο χειρόγραφο και του ανέθεσε να κάνει τις απαραίτητες αλλαγές εκείνος. Ο ίδιος δε μπορούσε να το κάνει αυτό. Έφυγεν άδειος και σχετικά ήσυχος, όταν η Αλεπού τονε διαβεβαίωνε πως δε θα το αλλάξει δα και πολύ.
     Ένιωσε ακόμα πιότερο ξένος μετά. Σα ξένος είδε να του αλλάζουνε τον τίτλο κι από "Ο Ξένος Πόλεμος" να το κάνουνε "Παράσημον Ανδρείας". Μετά του αλλάξανε σιγά-σιγά το κείμενό του, το μόνο δικό του και μη ξένο πράμα στον κόσμο τούτο. Το νέο κείμενο δεν περιείχε διόλου απρεπή συμπεριφορά από τους Συμμάχους, ενώ παράλληλα παρουσίαζε τους αιχμαλώτους αιμοχαρείς. Ο όμορφος διάλογος -κατά την άποψή του-, της παράδοσης μετατράπηκε σε κάτι σιχαμερά μεγαλόπρεπο και κούφιο. Κι όταν πια δεν είχε μείνει τίποτα όρθιο, δε μπόρεσε να παραμείνει ξένος και στη τελευταία σκηνή. Αντέδρασε κι αντέδρασεν άσχημα κι έντονα, όταν βάλανε τον Επίλαρχο Κέιν του, να πηγαίνει περήφανος στη τελετή και να παραλαμβάνει συγκινημένος, δακρυσμένος και στητός το Ύψιστο Παράσημο Της Εξαιρετικής Ανδρείας, που θέλανε να του καρφώσουνε στο μέρος της καρδιάς.
     Αντέδρασε μα στο τέλος αφέθηκε να χάσει κι αυτό το τελευταίο προπύργιο άμυνας. Τα επιχειρήματα λογικά κι ο θυμός του άστεγος. Εφόσον είχαν αλλάξει όλα, θα 'τανε κουτός να μη πάει να πάρει το παράσημο, του λέγανε. Αυτό τονε γλύστρησε πίσω κι ορμήξανε στον στίβο τα σκυλάκια...
     Σα ξένος παρακολούθησεν ό,τι επακολούθησε. Η τεράστια απήχηση του βιβλίου, μια τεράστια Εκδοτική επιτυχία, συνεντεύξεις πολλές, καλές κριτικές κι ένα σωρό τέτοια ...παρά-συμπαθητικά!
     Σα ξένος άκουσε το μεγάλο νέο για το σενάριο ταινίας που θα γινότανε το βιβλίο του, σα ξένος άρχισε να εισπράττει τα μεγάλα έσοδα του βιβλίου του. Σα ξένος είδεν όλο τούτο το πετσόκομμα της Μεγάλης του Ιδέας. Σα ξένος άκουσε τα νέα της εισπρακτικής επιτυχίας της ταινίας "του". Σα ξένος έμαθε πως ίσως προταθεί για το μεγαλύτερο κινηματογραφικό βραβείο.
     Ένιωθε πολύ παράξενα... αποθαρρημένος, αποκαρδιωμένος, μα όλα τούτα ίσως δεν είχανε καμμιά σημασία τελικά... Σε λίγες μέρες, όλα θα μοιάζαν όνειρο. Ένα κάποιο -ας πούμε- συναρπαστικόν όνειρο. Ό,τι κι αν γινότανε...
     Όλα ξεκινήσανε με κείνη τη Μεγάλην Ιδέα που του 'χε μπει στο νου, μετά τον Μεγάλο Πόλεμο... Ή τάχα ήταν νωρίτερα; Μήπως αργότερα... τότε που άφησε να τον... κάνουνε ξένο στο ίδιο του το κορμί!

    Και τέλος, σα ξένος... σα να 'τανε κάποιος άλλος κι όχι αυτός... πήγε στη τελετή βράβευσης και παρέλαβε το Βραβείο από τα χέρια του συγκινημένου Παρουσιαστή κι ύστερα, πάλι σα ξένος άκουσε να ηχούνε δυνατά κι ατέλειωτα χειροκροτήματα...

                                                          Αύγουστος '05

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers