-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

Abernathy Robert Harwood: -



                                         Βιογραφικ

     Για τη ζω του Ρμπερτ Αμπερνθυ υπρχουνε γνωστ, ελχιστα στοιχεα ακμα κι αν χουμε φτσει στον 21ο αι. με το γκουγκλ και τσα και τσα μσα επιπλον, μα δυστυχς: Οτε μια φωτογραφα... Ας εναι...
    Ο Ρμπερτ Χργουντ μπερνθι (το πραγματικ πλρες νομ του τανε Robert Harwood Abernathy) ξρουμε πως τανε καθηγητς Πανεπιστημου στις Γλσσες με ιδιατερην εξειδκευση στις  σλβικς και παρλληλα γραφε ιστορες ΕΦ και τις δημοσευε σε διφορα περιοδικ. Γεννθηκε στις 6 Ιουνου 1924 στο Τοξον στην Αριζνα, ΗΠΑ, και πθανε κει στις 6 Απρλη 1990 στην ηλικα των 66 ετν. Πρωτοξεκνησε να δημοσιεει, με τη Κληρονομι (Heritage), ιστορα του που την στειλε στο περιοδικ Astounding, τον Ιονιο του 1942. Εκενη την εποχ, εχανε πολλ πραση οι ιστορες με πλαντες κι εκενος τροφοδοτοσε τακτικ με ττοιες τα περιοδικ. Μλιστα ειδικο γνστες την εποχ εκενη της 10ετας 40-50, τη θεωρον ως τη Χρυσ Εποχ της ΕΦ.
     Σαν συγγραφας ταν αρκετ αξιπιστος, και ταλαντοχος με πολλ και πλοσια φαντασα κι αξιοσβαστος νθρωπος και καθηγητς, που ωστσο, κατ τη διρκεια της ζως του δεν κατρθωσε να "ξεκολλσει" απ τις δημοσιεσεις στις σελδες των διφορων περιοδικν της ΕΦ και να περσει στις σελδες ενς βιβλου που να φρει την υπογραφ του και σγουρα κανες δεν θα 'μενε αδιφορος στη πλοσια φαντασα του. Αντ' αυτο, παρμεινε να διδσκει στο Πανεπιστμιο του Κολορντο μχρι την οριστικ πλον συνταξιοδτησ του. Πντως πολλς ιστορες του πλον χουνε συμπεριληφθε σε διφορες Ανθολογες του εδους. Γενικ, δσκολα να μην εμπεριχεται μια στω ιστορα του σε κποιαν Ανθολογα ΕΦ -κι γραψε πμπολλες κι ενδιαφρουσες.
     Παρακτω θα προσθσω κποια ργα του, ενδεικτικ, τα περιοδικ που πρωτοδημοσιευτκανε και τις χρονολογες τους:

"Peril of the Blue World" in Planet Stories, Winter 1942
"The Canal Builders" in Astounding, January 1945
"Heritage" (novella) in Astounding, June 1947
"The Dead-Star Rover" in Planet Stories, Winter 1949
"Strange Exodus" in Planet Stories, Fall 1950
"The Rotifers" in if, March 1953
"Axolotl" (also published as "Deep Space") in F&SF, January 1954
"Heirs Apparent" (novella) in F&SF, June 1954
"Pyramid" (novella) in Astounding, July 1954
"Single Combat" in F&SF, January 1955
"Junior" in Galaxy, January 1956
"Grandma's Lie Soap" in Fantastic Universe, February 1956
     
=========================


                                 Παρξενη ξοδος

     Ο Γουεστβερ ταρχτηκε ταν σκνταψε πνω στο τρας, γιατ απ τι ξερε καννα δεν εχε περσει απ εδ.
     Ανηφριζε κατ τους λφους, λλοτε τσαλαβουτντας στο νερ μχρι τη μση, κι λλοτε σκαρφαλνοντας πνω σε σχετικ στεγν υψματα. Δεξι και αριστερ, κουγε το μελαγχολικ βουητ του πλημμυρισμνου ποταμο, και πσω του, τα νερ που φοσκωναν και που μλις εχε προλβει να αποφγει. Ο νυχτιτικος ουρανς ταν μολυβνιος, και το φεγγρι νας μουντς κτρινος δσκος που φηνε το ποτμι ναι τους λφους, ακμα και τη λσπη, βυθισμνα στο σκοτδι.
     Δεν εχε προσπαθσει να βρει την αιτα για τη πλημμρα, αλλ την εχε δεχτε απλ, μουδιασμνα, σα μια ακμα εκδλωση της αναταραχς και της σγχυσης ενς κσμου που κατρρεε. τσι κι αλλις, ταν εξαντλημνος, τα πδια του δεν τον κρατοσαν λλο. Δεν εδε αλλ μλλον διαισθνθηκε το τεχος που ορθωνταν μπροστ του, και νμιζε τι τανε κατακρυφος βρχος σε κποια απογυμνωμνη βουνοπλαγι, μχρι που το πδι του γλστρησε σε μια τρπα κι πεσε μπροστ και τα απλωμνα χρια του βυθστηκαν στη λσπη που σκπαζε μα αμυδρ, αποκρουστικ κι ελαστικ επιφνεια.
     Τινχτηκε σαν να εχε ζεματιστε και κατρακλησε μσα στη μοχλα. Για πολλ λεπτ, σκοτεινς, μορφος πανικς πλημμρισε το μυαλ του. πειτα κατρθωσε να επιβληθε στον εαυτ του και προσπθησε να αναλσει την κατσταση. Δεν μποροσε να διακρνει τποτα μερικς γιρδες πρα πρα, αλλ ταν εκολο να φανταστε τα υπλοιπα -τη πελρια μορφ που μοιαζε με γυμνοσλιαγκα να απλνεται βαρι απ την μα κρη της κοιλδας μχρι την λλη, και το κεφλι της και την ουρ της να ξεχειλζουν πνω στους λφους, πντε μλια μακρι το να απ το λλο. Το κτνος θα μενε τσι ρεμο μχρι το πρω -να κοιμται, αν αυτ γνριζαν τον πνο. Κι αυτ εξηγοσε τη πλημμρα: το σμα του τρατος εχε σχηματσει φργμα που πσω του το ποτμι ανβαινε σταθερ κενες τις πρτες ρες της νχτας. Κι αν δεν μετακινιταν μχρι τα χαρματα, ττε το εππεδο θα υψωνταν ακμα περισστερο.
     Ο Γουεστβερ στθηκε ακνητος μες στη μαυρλα. Για πση ρα, δεν ξερε. Δεν δωσε σημασα στο νερ που σκπασε τα πδια του, τλιξε τους αστραγλους κι ρχισε να σκαρφαλνει προς τα γνατ του. Συνλθε μνον ταν εδε το φεγγρι να προβλλει μσα απ μια ρωγμ στο συννεφιασμνο ουραν. Το μουντ του φως λαμψε ολγυρα πνω στο νερ, που απλωνταν ομοιμορφα σα σεντνι με μερικ σκρπια υψματα να σπνε την μονοτονα -κορυφς λοφσκων σαν κι αυτ που πνω της εχε καταφγει και που γργορα θα εξαφανζονταν λες κτω απ το χεμαρρο.

     Για μια στιγμ γνρισε την απγνωση. Ο δρμος που εχε αφσει πσω του ταν αδιβατος, κι ο δρμος μπροστ του, ρθε να βοηθσει. Προχρησε παραπατντας, πεσε το κορμ του στη λασπερ, ζεστ επιφνεια του ποδιο του τρατος, κι απλνοντας τα χρια, ψηλφισε πνω απ το κεφλι του -βρκε προεξοχς, κι ρχισε να σκαρφαλνει με μια δναμη που δεν ξερε τι υπρχε μσα του. νιωσε ευγνωμοσνη ταν κρφτηκε και πλι το φεγγρι, καθς σκαρφλωνε την εππεδη γλιστερ επιφνεια του ποδιο. κουγε μως ακμα τον παφλασμ του πλημμυρισμνου ποταμο απ κτω. Το κουρασμνο μυαλ του μουρμορισε προδοτικ: "Κοιμμαι - εφιλτης εναι". Μια φορ, ακογοντας την πουλη εκενη φων, γλστρησε και για μερικς στιγμς μεινε να κρμεται ζαλισμνος απ τα χρια, κι πειτα ταν βρκε καινοριο στριγμα αγκιστρθηκε γερ και στθηκε για μερικ λεπτ λαχανιασμνος εν η καρδι του σφυροκοποσε στο στθος του.
     πειτα απ λγη ρα, ξαναβρκε το κουργιο να συνεχσει την αναρρχηση του και σρθηκε, τρμοντας και βαριανασανοντας στο σχετικ ασφαλς σημεο που πλταινε το πδι. Απ πνω του ορθωνταν ο μεγλος μαρος απτομος γκρεμς που φτανε στη κορφ της καμπουριασμνης ρχης του τρατος, βουν που πρεπε να σκαρφαλσει. Πανικβλητος, κατλαβε τι το εξαντλημνο του κορμ δε θα μποροσε να φτσει εκε πνω και να αντιμετωπσει πειτα και την ατελεωτη επικνδυνη κθοδο απ την λλη πλευρ, που πρεπε να τελεισει πριν απ την αυγ... αλλ χι τρα... χι τρα...
     μεινε ξαπλωμνος σε μια κατσταση ανμεσα στην εγργορση και το νειρο, ψηλ πνω στο πλευρ του τρατος. Και του φαινταν τι το κολοσσιαο κορμ σλευε, φοσκωνε κι αναστναζε -αλλ ξερε τι τα τρατα δεν ανπνεαν πως τα ζα που χουνε ραχοκοκαλι. Ο
Γουεστβερ ταν νας απ κενους τους ανθρπους που ταν η ανθρωπτητα πολεμοσε ακμα, εχε συγκεντρσει να θησαυρ γνσεων σχετικ με τον εχθρ -τον εχθρ που δεν εχε οτε εγκφαλο οτε ργανα, αλλ ταν απλ τσο τερστιος που η ανθρπινη ευφυα και τα ανθρπινα πλα δεν μποροσαν να τον καταστρψουν...
     Ο Γουεστβερ δεν βλεπε πια το βρμικο φεγγαρφωτο, τη μακριν αδναμη λμψη του ποταμο τη πλαγι του ζωντανο βουνο. Εδε, πως εχε δει απ να αεροπλνο ψηλ στον ουραν, να τερστιο δντρο απ καπν που σηκωνταν κι απλωνταν κτω απ' το μεσημεριτικο λιο, γαλατερ λευκς πνω-πνω και μαρος και γλιερς χαμηλ, και κτω απ το μαρο σννεφο κτι που σφδαζε και κυλοσε τεμπλικα σε μια κυκλπεια αγωνα θαντου. Η εικνα διαλθηκε και στη θση της εμφανστηκε το πρσωπο ενς ανθρπου -κποιου που θα μποροσε τρα να εναι ζωντανς νεκρς, κπου αλλο μσα στο χος ενς ερειπωμνου πλαντη. ταν να συνηθισμνο πρσωπο, στρογγυλωπ, με γυαλι, αλλ σημαδεμνο τρα απ την τραγωδα. Η φων που το συνδευε ταν μοντονη, ξερ, διδαχτικ:

   "Υπρχουνε τσα πολλ, κι εμες χουμε καταστρψει τσα λγα -και για να σκοτσουμε 
αυτ τα λγα χρειαστκαμε τα πιο ισχυρ μας πλα. Η εξταση κενων που σκοτθηκαν μας αποκλυψε γιατ τα συνηθισμνα βλματα, οι βμβες και δηλητρια δεν φρνουν κανν αποτλεσμα -ξεχωριστ ββαια απ τη κυριτερην αιτα που εναι το μγεθς τους. Ο οργανισμς των πλασμτων αυτν εναι τσο χαλαρς που νας τοπικς τραυματισμς δεν επηρεζει καθλου το σνολο. Κατ κποιο τρπο, το καθνα απ αυτ εναι να ξεχωριστ κτταρο -σαν τους μκητες, τις γινες μορφς ζως που τους μοιζουν περισστερο απ κθε λλη. Αυτ η εκπληκτικ ομοιτητα, σε συνρτηση με το γεγονς τι ανμεσα σε λους τους πλαντες του Ηλιακο Συστματος διλεξαν τη Γη για να επιτεθον, δεχνει τι ο κσμος απ που προρχονται θα πρπει να μοιζει πολ με το δικ μας. Αλλ' εν στη Γη οι μκητες εναι πιο ανεπτυγμνοι διχτυωτο οργανισμο κι η ζω που χει επικρατσει εναι πολυκυτταρικ, στον κσμο απ που κατγονται τα τρατα, φανεται τι οι συνθκες ευνησαν μονοκυτταρικ ανπτυξη. Το τερστιο μγεθος των τερτων εναι μλλον αποτλεσμα αυτς της ανειδκευτης δομς και σως για τον διο λγο κατφεραν αυτ που δεν χει κατορθσει ακμα οτε η προικισμνη με νοημοσνη κυτταρικ ζω -να απελευθερωθον δηλαδ απ παρξη δεμνη με την επιφνεια ενς κσμου, και να κατακτσουν το διστημα. Το κατρθωσαν χι με εφευρσεις αλλ με τη προσαρμογ, πως κποτε η ζω βγκε απ τη θλασσα για να κατακτσει την ξηρ. Τα τρατα που κατβηκαν στη Γη πρπει να αντιπροσωπεουν το τελικ αποτλεσμα μακρχρονης εξλιξης που συμπληρθηκε στο διο το διστημα. Εναι ολοφνερα ντα απ το βαθ διστημα και με οδηγ το νστικτ τους, μπορον να κατευθνουν τους εαυτος τους απ πλαντη σε πλαντη κι απ αστρι σε αστρι, ψχνοντας για τροφ σε λιους και κσμους σαν το δικ μας. ταν κατεβον σε ττοιο πλαντη, διασχζουν ολκληρη την επιφνει του απορροφντας συστηματικ κθε φαγσιμη λη -τι ζωνταν δηλαδ δεν εναι αρκετ ευκνητο για να τα αποφγει. Μοιζουνε κμπιες που χουν καταλβει να πλαντη και δεν ξεκιννε για τον επμενο πριν τον απογυμνσουν απ λα τα φλλα του. Ο νθρωπος εναι πολ ευκνητο εδος, γι' αυτ οι μεσες απλεις μας απ' αυτ την εισβολ εναι πολ ελαφρς και θα εξακολουθσουν να εναι πολ ελαφρς. Αλλ ταν τα τρατα θα χουν τελεισει με τη Γη, δεν θα 'χει μενει καθλου βλστηση για να τραφε ο νθρωπος, καννα σπτι, καμα πλη, καμι απ τις σταθερς εγκαταστσεις του πολιτισμο και τλος θα εναι πολ πιο τρομερ παρ αν μας χουν καταβροχθσει λους τα τρατα".

     Ο Γουεστβερ ξπνησε, νιθοντας λουσμνος στον κρο ιδρτα του εφιλτη -πειτα μως κατλαβε τι μια ψιλ βροχολα εχε του 'χε μουσκψει πρσωπο και ροχα. Αυτ, κι ο πνος, τον αναζωογνησαν και το μυαλ του καθρισε για πρτη φορ μετ απ πολλς μρες και θυμθηκε τι δεν πρεπε να κοιμηθε, αλλ να συνεχσει, να ψχνει με πεισματωμνη ελπδα να καταφγιο που θα εχε μενει ανπαφο κατ κποιο θαυματουργ τρπο, να καταφγιο που σως να σωζνταν ακμα ο πολιτισμς και η επιστμη, κι που θα υπρχαν τα μσα γα να εφαρμσει την ιδα που εχε συλλβει για την καταστροφ των τερτων. Ανακθισε κι ψαξε με το βλμμα τον ουραν, γυρεοντας σημδι που θα του λεγε πσες ρες εχε κοιμηθε. Χαμηλ στο δυτικ ορζοντα ανακλυψε τη σβησμνη λμψη που σμαινε τι το φεγγρι δυε. Και στην ανατολ να εντοντερο φως πλευε κιλας μσα απ τα σννεφα και την ομχλη, κθε στιγμ λιγτερο αδνατο και απατηλ, πικρ πραγματικτητα της μρας που χραζε.
     Αλλ ταν ρχισε να σκαρφαλνει με τη δναμη που του δινε η απγνωση, ο ουρανς που φωτιζταν λγο - λγο, τον κανε να συνειδητοποισει ακμα πιο ντονα πσο μταιη ταν η προσπθει του. Με την αυγ, το τρας θα ρχιζε να μετακινιται, να σρνεται προς την ανατολ, σπρωγμνο απ την δια θολ φωτοτροπικ παρρμηση που θα πρπει να οδηγοσε αυτ τα πλσματα μσα απ τα διαστρικ βθη σε αστρια ηλιακο τπου. λα τους σρνονταν ασταμτητα γρω απ τη Γη, προς την ανατολ, ξεκοιλιζοντας ηπερους και ρουφντας τους ωκεανος, και τρα πια τι εχε απομενει απ τον ανθρπινο πολιτισμ θα πρπει να λιμοκτονοσε πρα απ τον Αρκτικ κκλο, πνω σε πλοα στη θλασσα. Οι ορδς που ζοσαν ακμα και περιπλανιντουσαν στις κποτε πολυπληθες κι εφορες περιοχς -δεν θα ζοσαν πολ. Για ναν νθρωπο σαν τον Γουεστβερ που ταν κποτε επιστμονας, το πιο συντριπτικ δεν ταν η προοπτικ του θαντου, αλλ το θανατηφρο πλγμα που εχε δεχτε η ανθρπινη περηφνια του, η περηφνια του πνεματος και της θλησης -που εχε νικηθε απ τον γκο
και το νστικτο της πενας.
     Κοντ στη κορφ της ρχης του τρατος, σκνταψε κι πεσε στα τσσερα πνω στο πρασινωπ τραχ πετσ. Στην αρχ νμισε πως εχε ζαλιστε κι εχε παραπατσει, πειτα μως συνειδητοποησε τι η επιφνεια κτω απ τα πδια του εχε μετακινηθε. Αναμφβολα, ακμα και στο θολ φως της χαραυγς, οι λφοι κι οι κοιλδες της ρυτιδιασμνης ρχης λλαζαν σχμα, καθς η τερστια πρωτοπλασματικ μζα σερνταν, κυλοσε κτω απ το πετσ της. Με αργς περισταλτικς κινσεις, τα κματα ξεκνησαν για την ανατολ, προς το κεφλι του τρατος. Μποροσε ββαια να μενει εκε που βρισκταν, σος και αβλαβς. Πνω στη ρχη του τρατος, δεν εχε τποτα να φοβηθε οτε απ αυτ οτε απ τα μοι του. ξερε μως με απελπιστικ βεβαιτητα τι μχρι να πσει η νχτα και να μενει πλι ακνητο το τρας θα ταν
τσο αδναμος απ την εξντληση κι απ την πενα που δε θα μποροσε πια να κατβει. Καθς μεινε σωριασμνος κε που εχε πσει, νιωσε αυτ την αδυναμα να τον τυλγει, δχως να τη σταματ πια εκενη η θληση που τσο καιρ τον πεζε να συνεχσει πεισματικ το δρμο του.
     μεινε πλι μισολιπθυμος, σε να λθαργο που αν δεν αντιδροσε θα γινταν ολονα βαθτερος μχρι το θνατο. Απομονωμνες σκψεις πρναγαν απ το νου του. Σκφτηκε τι βρισκταν σε ιδεδες σημεο να κνει τα πειρματα που του επτρεπαν να αποδεξει τη θεωρα του για τον τρπο καταστροφς των τερτων -αν μνο κποιος εχε σκεφτε να εγκαταστσει να βιολογικ εργαστριο στη ρχη του πλσματος. Ββαια η κυματοειδς κνηση θα δημιουργοσε ειδικ τεχνικ προβλματα... Ηλιθιτητα... πειτα νμισε τι βλεπε το πρσωπο του Σττον, καθς ο βιολγος δινε ρεμα την αναφορ του στην Προεδρικ Επιτροπ για εξντωση... Η προφητεα του Σττον εχε αποδειχτε εκατ τα εκατ σωστ. Τα τρατα δεν επρκειτο να κορσουν την πενα τους πριν αφομοισουν μσα τους λες τις οργανικς ουσες του κσμου αυτο που ταν η βορ τους. Κι οι νθρωποι θα πεινοσαν, πως κι εκενος πεινοσε τρα...
     Κνοντας μια προσπθεια, ο Γουεστβερ ανγκασε τον εαυτ του να ξυπνσει, ανακθισε, κι πειτα σηκθηκε ρθιος, σμγοντας τα φρδια για να μπορσει να εξετσει ρεμα και λογικ την τρομερ μπνευση που του εχε ρθει. Τα σννεφα εχαν αρχσει να αραινουν, ο λιος μεσουρανοσε κιλας, ψνοντας το γυμν κινομενο οροπδιο που πνω του στεκταν ο ντρας. Η ιδα που εχε γεννηθε μσα του φαινταν να αντχει αυτ το φως, να γνεται μλιστα κι ελπδα. Με τρεμμενα δχτυλα, βγαλε απ τη ζνη του το ελαφρ τσεκορι και με πυρετδικη επιμον ρχισε να σκβει το κρουστιασμνο τομρι του τρατος. Η ξερ, γεμτη λπια επιδερμδα του φνηκε αφνταστα χοντρ. Επιτλους μως κατφερε να τη σπσει και να φτσει στο μαλακτερο πρωτπλασμα απ κτω. Χτυπντας και σκβοντας με το τσεκορι μσα στην τρπα που εχε ανοξει, σκισε μερικ βαρι κομμτια απ τη σρκα του ζου. νας κυματισμς που δεν νηκε στην κνηση της πορεας, διαπρασε την επιφνεια του τρατος. Ο Γουεστβερ ρχισε να γελ ξφρενα με μια ξαφνικ ασθηση δναμης. Εκενος, το ασμαντο ανθρπινο μαμονι, εχε κνει το γιγντιο τρας να αναριγσει σα σκλος που τον εχε δαγκσει ψλλος. Η παρομοωση ταν πετυχημνη: σαν ψλλος εχε εγκατασταθε πνω σε να μεγαλτερο ζο, και επρκειτο να τραφε απ αυτ. Τα κομμτια που εχε κψει ταν γκρζα κι αποκρουστικ, αλλ απ μελτες που εχε κνει μαζ με τον Σττον, ξερε τι τα τρατα, μλο που ταν εξωγινα, στη βασικ χημικ τους σνθεση ταν φτιαγμνα απ πρωτενες, λπη κι υδατνθρακες, πως ο νθρωπος οι αμοιβδες, κι επομνως μποροσαν να γνουν τροφ.
     Τα σπρτα του ταν στεγν μσα στην αδιβροχη θκη τους. Αναψε φωτι με μερικ χαλαρ ινδη λπια που ξερζωσε απ τη ρχη του τρατος, και μισ ρα αργτερα εχε χορτσει. Θες η μακρχρονη νηστεα, θες η αθλητη αηδα σως απλ η κνηση του πλσματος, του φεραν ναυτα αλλ κατρθωσε να επιβληθε στον εαυτ του και να κρατσει το παρξενο γεμα του μες στο στομχι του. πειτα ρχισε να τον βασανζει η δψα. Πρασε λγη ρα ωστσο, πριν μπορσει ν' αποφασσει να πιει το χρωμο υγρ που 'χε μαζευτε στη πληγ του τρατος.
Κι τσι ρχισε για αυτν μια παρξενη ζω -η ζω ενς παρσιτου, ενς ψλλου πνω σε σκλο. Το τρας σερνταν τη μρα κι αναπαυταν τη νχτα. Δυναμωμνος ο ντρας θα μποροσε να το εχε εγκαταλεψει ττε, αλλ κατ κποιο τρπο οι μρες περνοσαν και δεν το αποφσιζε. Καμι φορ, οι μρες που μενε ξαπλωμνος, μισονανουρισμνος απ τη πολωρη αιρηση, με τα χρια πνω απ το κεφλι του για να προστατεεται απ τον λιο, προσπαθοσε να πεσει τον εαυτ του τι δεν μενε μνο γιατ ταν δεμνος με τη μοναδικ πηγ τροφς που γνριζε σε ολκληρο τον κσμο -χι γιατ εχε αρχσει να αναπτσσει τη ψυχολογα του ψλλου. ταν νθρωπος κι επιστμων, κι κανε να περαμα... Η ζω του στη ρχη του τρατος απδειχνε κτι, κτι πολ σημαντικ για τον νθρωπο, το εξαφανισμνο εδος -αλλ για ολονα και μεγαλτερες χρονικς περιδους δεν κατρθωνε να θυμηθε τι τανε...

     να πρωιν, ωστσο, θυμθηκε.
     Ξπνησε με τον λιο να ζεστανει το κορμ του, συνειδητοποιντας ταυτχρονα τι κτι ασυνθιστο συνβαινε. Πρασε να διστημα πριν προσδιορσει τι ταν αυτ που δεν πγαινε καλ, κι ταν το κατλαβε, πετχτηκε ρθιος. Ο λιος εχε κιλας ανατελει και το τρας θα πρεπε να χει πλι αρχσει τη σταθερ, αδηφγα πορεα του προς την ανατολ. Αλλ δεν υπρχε καμα κνηση. Η μεγλη ζωνταν κταση μενε ακνητη γρω του. Αναρωτθηκε ντρομος μπως εχε πεθνει. Σε λγο ωστσο, νιωσε να αδναμο ργος, κι να ανασκωμα κτω απ τα πδια του κι κουσε μακριν γουργουρητ κι αναστενγματα. Το μυαλ του εχε πλι να λειτουργε, λες κι η διακοπ της αιρησης εχε
ξορκσει το λθαργο που τον εχε κυριψει. Καταλβαινε τρα τι εχε φτσει στα πρθυρα της τρλλας λο τον καιρ που εχε περσει εδ πνω, της τρλας που χτυπει τους ερημτες  τους χαμνους σε νησι ναυαγος. Κι η δικ του μοναξι ταν πιο παρξενη απ λες εκενες.
Αφουγκρστηκε εντατικ τους δυσοωνους χους της αλλαγς μσα στα σωθικ του τρατος, και σε αστραπ διορατικτητας κατλαβε τι σμαιναν. Στα νεκρ κορμι των Τιτνων που εχα υποκψει στις ατομικς βμβες, οι επιστμονες εχαν βρει την απντηση στο ανιγμα πως τα πλσματα αυτ δισχιζαν το διστημα με βοθεια τερστιων πρων, θυλκων αερων που στο ζωνταν ζο υφσταντο εξαιρετικ μεγλες πισεις και που θα μποροσαν να τιναχτον ξω για να δσουν θηση στο τρας σαν αντιδραστρες. Η πυραυλικ προθηση ββαια δεν ταν καινοριο φαινμενο στη ζωολογα: εχε αναπτυχθε πολλος αινες πριν την εμφνιση του ανθρπου απ τις σουπις και απ κενους τους παρξενους εκφυλισμνους  συγγενες των σπονδυλωτν που λγονται χιτωνοφρα εξαιτας της φανταχτερς κυτταρινικς πλαστικς πανοπλας τους...
     Το τρας που πνω του ο Γουεστβερ εχε ζσει σα παρσιτο, παργε αρια στο σμα του κι ετοιμαζταν να φγει απ τη κατεστραμμνη Γη. Αυτ ταν το νημα του γαργαντουανν γουργουρητν του. Και σμαιναν ακμα τι πρεπε επιτλους να το εγκαταλεψει -τρα ποτ- να απογειωθε μαζ του και να πεθνει απ ασφυξα στη στρατσφαιρα. Ο ντρας σκαρφλωσε βιαστικ στη ψηλτερη προεξοχ της ρχης και στθηκε να κοιτξει γρω του. Αυτ που εδε τον φερε στο χελος της απγνωσης. Γιατ ολγυρα βλεπε μνο γαλζιο νερ, κματα να χορεουν και να αστρφτουν στο δροσερ αγρι. Και μυρζοντας τον αρα αναγνρισε την αλμρα της θλασσας. Εν εκενος κοιμταν, το τρας εχε διασχσει την ακτ και δροσιζταν τρα στα ρηχ - για κενο - σε βθος κπου πενντα  εκατ οργις. Πρα μακρι απ εκε που εχε ρθει, δικρινε να ακρωτρι ειρωνικ, απελπιστικ απμακρο.
     Φυσικ -το πελριο τρας θα μπαινε μσα στη θλασσα για να επιπλεσει ο πρησμνος γκος του και να μπορσει να επιταχυνθε και να απογειωθε. Δε θα μποροσε ποτ να ανασηκωθε στον αρα απ την ξηρ. Θα πρεπε να το εχε προβλψει αυτ και να εχε δραπετεσει γκαιρα. Τρα που εχε λσει το πρβλημα της ανθρπινης επιβωσης... Αλλ ο αστραφτερς ωκεανς γλαγε ειρωνικ, κυλντας μακρι το να κμα μετ το λλο, και πρα απ κενο το γαλζιο ακρωτρι, δεν θα υπρχε τποτα παρ η ερημωμνη ξηρ, που νθρωποι μεταμορφωμνοι σε κτνη, πολεμοσαν μανιασμνα για τα τελευταα απομεινρια τροφς. Εχε χσει το λογαριασμ των ημερν που εχε περσει πνω στη ρχη του τρατος, αλλ ο βιασμς της Γης θα πρπει να εχε τελεισει πια. Δεν αμφβαλλε τι τα πλσματα θα φευγαν για το Ηλιακ Σστημα πως εχαν ρθει - σε να σμνος που φαινταν να οδηγεται απ μια και μνο βοληση και που οι αστρονμοι της Γης στην αρχ εχαν νομζει τι ταν κομτης. Αφο φευγε αυτ, δεν υπρχε αμφιβολα τι θα φευγαν και τα υπλοιπα.
     Ο Γουεστβερ κθισε για λγο κρατντας το κεφλι του στα χρια και συνχισε να αφουγκρζεται τα μουρμουρητ. Και ττε θυμθηκε τις φωνς. Τις εχε ξανακοσει ξυπνντας -ταν μακρινς, πνιχτς φωνς που δεν μποροσε να ξεχωρσει τα λγια τους, χι οι μικρς κοντινς φωνολες που καμι φορ, τα ζεστ μεσημρια μλαγαν καθαρ στο αυτ του και φναζαν ακμα και το νομ του. Αυτς οι τελευταες τανε
παραισθσεις -ακμα και ττε τις εχε αριστα δεχτε σα ττοιες- αλλ οι φωνς -με τη να πνευματικ του διαγεια νιωσε ξαφνικ σγουρος τι υπρχανε πραγματικ. Κι να γριο , λευκ φως η ελπδα στραψε μσα του κι πεσε μπρομυτα στην τραχεα επιφνεια, κι ρχισε να τη γρονθοκοπ και να φωνζει:
 -"Βοθεια! Εδ εμαι! Βοθεια!"

     Σταμτησε να ακοσει γρια νταση, και το μνο που κουσε ταν τα πνιχτ ρεψματα βαθι μσα στο τρας. πειτα πδηξε ρθιος κι ρπαξε το τσεκορι του κι τρεξε με κομμνη την ανσα στο μρος που εχε σκψει για να φει. Οι πληγς που νοιγε εχαν την τση να κλενουν και να θεραπεονται κατ τη διρκεια της νχτας. Τρα ρχισε να δουλεει με μανιασμνα χτυπματα, πλατανοντας την τελευταα τρπα, πετσοκβοντας και σχζοντας ολονα βαθτερα. Εχε βυθιστε σχεδν ολκληρος μσα στη κοιλτητα ταν μια σκι πεσε πνω του απ πσω. Γρισε απτομα, γιατ δεν ταν δυνατ να υπρχει σκι πνω στη ρχη του τρατος. νας ντρας στεκταν και τον παρατηροσε ρεμα -νας ηλικιωμνος ντρας με τριμμνα μαρα ροχα - στηριγμνος σε να μπαστονι. Η ρβδος, τα γνια, και μια φλγα που σιγκαιγε πσω απ καλοσυντα μτια, τον καναν να μοιζει με τους παλιος προφτες.
 -"Ποιος εσαι;" ρτησε ξπνοα ο Γουεστβερ, σχεδν δχως κπληξη.
 -"Εμαι ο Ιεροκρυκας", επε ο γρος. "Ο Κριος με στειλε για να σε σσω. Σκω, τκνον μου, και ακολοθησ με".
     Ο Γουεστβερ δστασε.
 -"Μπως σε φαντζομαι μνο;" παρακλεσε. "Κποιος λλος 
βρκε στα αλθεια τη λση;"
Τα φρδια του Ιεροκρυκα σμιξαν αδιρατα, αλλ πειτα το βλμμα του λλαξε σε καλοσυντη κατανηση.
 -"μεινες πολ καιρ μνος. λα μαζ μου, θα σε οδηγσω στο 
Γιατρ".
     Ο Γουεστβερ δεν ταν ακμα ββαιος τι ο λλος ταν κτι περισστερο απ να φντασμα της παιδικς του ηλικας -ο Ιεροκρυκας, ο Γιατρς, επμενος στη σειρ θα τανε σγουρα ο Δσκαλος- που εχε ρθει να του κλψει και τα τελευταα απομεινρια της λογικς. Κονησε μως το κεφλι του με φος παιδιστικς υπακος και τον ακολοθησε. ταν, μερικς εκατοντδες γιρδες πιο κοντ στο κεφλι του τρατος ο λλος σταμτησε σε μια μαρη ρωγμ του ρυτιδιασμνου δρματος, στο στμιο ενς τονελ που κατβαινε στο απλυτο σκοτδι -κατλαβε τι και ο Ιεροκρυκας κι η δικ του τρελ ελπδα ταν πραγματικ γεγοντα.
-"Εκε κτω. Μες στη κοιλι του Λεβιθαν", επε ο γρος με επισημτητα κι ο Γουεστβερ τον ακολοθησε, αυτ τη φορ με προθυμα.
     Η κθοδος μσα στο στεν, συστρεφμενο πρασμα μοιαζε με να ταξδι στην Κλαση... Κι ακμα περισστερο, η φαντασα κανενς δαιμονολγου δε θα μποροσε να τη συλλβει αν δεν εχε ζσει ο διος την ανεπωτη φρκη των μαλακν λασπερν τοιχωμτων που κθε
στιγμ μοιαζαν να σφγγονται για να τους παγιδψουν. Ο αρας ταν ζεστς και βρωμοσε με τη γνριμη βαρι γλυκερ μυρωδι του χρωμου αματος του τρατος... πειτα, πως το περμενε, να φως λαμψε μπρος τους, το πρασμα γινε ευρτερο κι ο Γουεστβερ στθηκε ρθιος, λυμνα γνατα, να κοιτ μια αθουσα σκαμμνη μες στο αληθιν στομχι του Λεβιθαν. Το δπεδο κτω απ τα πδια του το στρεο, πως κι ο τοχος που γγιξε με το τρεμμενο δχτυλ του. Στη ζλη του δικρινε εργαλεα στηριγμνα στους τοχους, φτυρια, λοστος, τσεκορια και πντε-ξι ανθρπους, ντρες και γυνακες με τραχι βρμικα ροχα που τον περιεργζονταν με ζωηρ ενδιαφρον.
     Ο Ιεροκρυκας στθηκε δπλα του, κοντανασανοντας και σκουπζοντας το μτωπ του. Με μια χειρονομα μως απκρουσε την ευλαβικ προθυμα των λλων.
 -"χι, θα τον πω 
στο Γιατρ εγ ο διος. Εσες λοι πρπει τρα να βιαστετε για να κλεσετε το νοιγμα".
     Χρειστηκε να συρθον μσα απ να δετερο τονελ, αλλ εδ τα τοιχματα τανε στρεα πως και του δωματου που εχαν αφσει πσω τους. Βγκαν σε μια πιο ευρχωρη σπηλι που πως κι η πρτη φωτιζταν μνο τρα το ζαλισμνο του μυαλ συνειδητοποησε πσα απθανα ταν λα αυτ -με λαμπτρες φθορου, κι ταν γεμτη με αστραφτερ γυλινα και μεταλλικ ργανα. Πνω σε συσκευ με πολλος σωλνες που μσα τους σταζαν υγρ, σα μηχνημα κλιματισμο, ταν σκυμμνος νας ντρας.
 -"Λειτουργε;" ρτησε ο Ιεροκρυκας.
 -"Λειτουργε", απντησε ο λλος δχως να τραβξει το βλμμα του απ το μηχνημα.
     Φυσαλδες ανβαιναν στην επιφνεια του υγρο που γμιζε τους σωλνες, ανβαιναν κι σπαγαν, ανβαιναν κι σπαγαν, με μια παρξενη γοητευτικ μονοτονα. Η γεμτη νταση στση των δο μυημνων κανε τον Γουεστβερ να καταλβει τι κτι τρομαχτικ σημαντικ 
εξαρτιταν απ την επιτυχα του θαματος που παργαγε εκενες τις φυσαλδες. Ο θαυματοποις ανασηκθηκε, σκουπζοντας τα χρια του στο παντελνι του, καθς στρφηκε με να χαμγελο ικανοποησης στο στρογγυλ πρσωπ του -και ττε κι εκενος κι ο Γουεστβερ πγωσαν απ την κπληξη της αναγνρισης. Ο Σττον συνλθε πρτος.
 -"Καλωσρισες στη κιβωτ, Μπιλ" επε ρεμα. "Μλις 
πρλαβες -νομζω απ στιγμ σε στιγμ σηκνουμε γκυρα". Τα ξυπνα μτια του
μελτησαν το πρσωπο του Γουεστβερ κι κανε μια χειρονομα προς την κατεθυνση ενς κιβωτου στον τοχο απναντι απ τη συσκευ του.
 -"Κθισε. Φανεσαι να πρασες πολλ".

 -"Σωστ". Ο Γουεστβερ κθισε ζαλισμνος. "Ζω μως εδ κι αρκετ καιρ στην κιβωτ σας. Αλλ σαν εκτοπαρσιτο".
 -"Καιρς ταν να ενωθες με τα ενδοπαρσιτα. Ευτυχς που σκλισες αρκετ βαθι εκε πνω στε να δημιουργσεις κραδασμος εδ κτω. Εχες λοιπν και εσ την δια ιδα";
 -"Κατ τχη", παραδχτηκε ο Γουεστβερ. "Περιπλανιμουνα σε λη τη χρα -το αεροπλνο μου πεσε επιστρφοντας απ τη Ντιο Αμερικ, που εχαμε πει να κυνηγσουμε ντομα. Εχε οργανσει την επιχερηση κποιος που εχε επηρεαστε απ τον Πλεμο των Κσμων του Γουλς. Νομζω τι ο πιλτος μου τρελθηκε. βλεπες λη την κταση της καταστροφς απ εκε πνω... Εγ μως δεν παθα τποτα κι ρχισα να περπατω - γυρεοντας κποιο μρος με ανθρπους κι εργαστρια για να μπορσω να δοκιμσω τη μθοδο που εχα σκεφτε για την καταστροφ των τερτων. Νμιζα -ακμα το νομζω- τι χω ανακαλψει ναν αλνθαστο τρπο για να σκοτσουμε".
     Ο Σττον κονησε σκεφτικ το κεφλι.
 -"ταν πολ αργ - πολ νωρς, σως. Αυτ θα 
πρπει να το κουβεντισουμε".
     Ο Γουεστβερ τλειωσε τη σντομη εξιστρησ του για το πως κατληξε να ζει στη ρχη του τρατος. Ο λλος χαμογελοσε ευτυχισμνα.
 -"Εσ ρχισες με την εφαρμογ, εν εγ ανακλυψα πρτα τη θεωρα".
 "Δεν χω προχωρσει και πολ στη θεωρα", επε ο Γουεστβερ, "αλλ νομζω τι την χω συλλβει σε γενικς γραμμς. Μχρι να ρθουν τα τρατα, ο νθρωπος ταν να παρσιτο πνω στη Γη. Βασικ, ο παρασιτισμς -πνω στα πρσινα φυτ και τα προντα τους- ταν ο τρπος ζως μας, πως κι λων των ζων απ την αρχ. Αλλ τα τρατα αφομοωσαν μσα τους λη τη φυτικ τροφ, ακμα και τις οργανικς ουσες του εδφους. Κι τσι δεν υπρχει παρ μνο μια λση - να μεταφρουμε τον παρασιτισμ μας στη μοναδικ πηγ τροφς που χει απομενει -στα δια τα τρατα. Τα τρατα παραλγο να μας νικσουν, γιατ χουν δυο ειδικ πλεονεκτματα προσαρμογς -το πελριο μγεθς τους και την ικαντητα να διασχζουν το διστημα. Ο νθρωπος μως πντοτε κρδιζε τη μχη των προσαρμογν, γιατ μποροσε να αυτοσχεδισει καινοριες ανλογα με τις ανγκες που παρουσιζονταν. Η μεγαλτερη κρση που αντιμετπισε ποτ η ανθρωπτητα απατησε την πιο ριζικ καινοτομα στον τομα της ζως μας".
 -"Το 'θεσες πολ ωραα", επιδοκμασε ο Σττον. "Μνο που το κνεις να φανεται εκολο. Μχρι να φτσω κι εγ σε αυτ το σημεο, υπρχε ττοια ανασττωση που αντιμετπισα τρομακτικς δυσκολες για να βλω σε εφαρμογ την ιδα μου. Οι μνοι που μπρεσα να βρω για να με βοηθσουν ταν ο Ιεροκρυκας κι ο λας του. χουνε πστη που μετακινε βουν, και που κανε αυτ το αυτομετακινομενο βουν κατοικσιμο".
 -"Εναι λοιπν κατοικσιμο;" Η ερτηση του Γουεστβερ ταν καθαρ ρητορικ. Ο Σττον δειξε το μηχνημα με τις φυσαλδες δπλα του. "Αυτ το πργμα κατασκευζει τρα αρα, που θα τον χρειαστομε ταν το τρας βρεθε στο διστημα. ταν ψχναμε για κποιο δηλητριο που θα σκτωνε τα τρατα, βρκα τυχαα τον καταλτη που κνει το αμα τους να αποβλλει το οξυγνο του -το αμα του εναι αυτ που βλπεις να ρει μσα απ τα φλτρα. χουμε μια ηλεκτρικ γενντρια που λειτουργε με τη πεση των εσωτερικν αερων του τρατος. χουμε να λσουμε ακμα πολλ προβλματα πριν γνουμε αυτρκεις εδ μσα -αλλ το τρας μας μοιζει τσο στη βασικ του κατασκευ που το σμα του περιχει λες τις ουσες που χρειζεται κι η ανθρπινη ζω".
 -"Ττε", ο Γουεστβερ ριξε γρω του μια ματι γεμτη θαυμασμ, "φανεται τι ο κυριτερος κνδυνος εναι η κλειστοφοβα".
 -"Μην ανησυχες. Η σπηλι δεν πρκειται να καταρρεσει. Περιστοιχιζμαστε απ στρεους κυστοειδες ιστος. Αλλ", κι ο τνος του Σττον γινε σοβαρτερος "σως υπρχουν λλοι ψυχολογικο κνδυνοι. Δε νομζω τι λοι οι επιβτες μας -εμαστε πενντα νας, πενντα δο τρα- χουν ακμα συνειδητοποισει τι αυτ η αποικα δεν εναι απλ μια προσωριν λση. Η ανθρπινη ιστορα χει να γνωρσει ττοια καμπ απ ττε που οι νθρωποι ρχισαν για πρτη φορ να πελεκνε τις πτρες. Ο Mensch Als Raubtier του Σπνγκλερ -αν υπρξε ποτ- θα πρπει να αντικατασταθε απ τον Mensch Als Schmarotzer κι η προσαρμογ μπορε να εναι δσκολη. Πρπει να καταστρσουμε την υπλοιπη ζω μας -και τη ζω των παιδιν μας και των παιδιν των παιδιν μας- σαν παρσιτα μσα σε αυτ το τρας κι ποια λλα μπορσουμε να μολνουμε, ταν συγκεντρωθον και πλι λα μαζ στο διστημα".
 -"Για το μλλον" δικοψε ο Ιεροκρυκας που παρακολουθοσε καλοσυντα τη συζτηση των δο βιολγων, "θα φροντσει ο Κριος, πως φρντισε και για τον Ιων ταν εκενος ζτησε τη βοθεια του μσα απ τη κοιλι της φλαινας".
 -"Αμν", συμφνησε ο Σττον. Αλλ το βλμμα που ριξε στον Γουεστβερ τανε παρξενα ανσυχο. "Μιλντας για το μλλον σκφτηκα την ιδα που ανφερες -το σχδι σου για να σκοτσουμε τα τρατα".
     Ο Γουεστβερ τριψε θελα τα χρια του, σαν νθρωπος που εχε μενει αναγκαστικ πραγος για πολ καιρ. Με σντομες, κοφτς φρσεις εξγησε στον Σττον το σχδιο που τον καιγε τον καιρ των πικρν περιπλανσεν του πνω στην ερειπωμνη χρα. Θα ταν
πολ εκολο να το πραγματοποισουν με την πλεονεκτικ θση του ενδοπαραστου, απομοννοντας απλ για πολ καιρ κποια ισχυρ κκριση -ορμνες, νζυμα κτι παρμοιο, απ το αμα του πλσματος, στε να το σκοτσει ταν θα ξανμπαινε απτομα στον οργανισμ του.
 -"Στην αρχ σκφτηκα τι θα μποροσαμε να χουμε τα δια 
αποτελσματα με τη σνθεση -αλλ τσι θα εναι πολ πιο απλ".
 -"μορφο κι απλ". Ο Σττον χαμογλασε στραβ. "Τσο πολ που μακρι να μην το εχες σκεφτε ποτ".
     Ο Γουεστβερ τον κοταξε κπληκτος.
 -"Γιατ;"

 -"Τσην ρα που μου περιγραφες το σχδι σου, σουνα τσο ενθουσιασμνος που φαινσουνα σχεδν τοιμος να το εφαρμσεις τρα αμσως".
 -"χι! Καταλαβανω ββαια -δηλαδ βλπω τι εννοες- νομζω".
     Ο Γουεστβερ 
κατσοφιασε. Ο Σττον χαμογλασε αδιρατα.
 -"Ναι, Μπιλ, νομζω τι καταλαβανει. Για να επιζσουμε, θα πρπει να εμαστε καλ παρσιτα. Αυτ σημανει πρτα-πρτα για τις επμενες γενις, τι θα κρατμε τον αριθμ μας περιορισμνο. να καλ παρσιτο δεν καταστρφει, οτε καν κουρζει το ζο που το τρφει. Δεν θλουμε να ακολουθσουμε το θλιβερ παρδειγμα των ειδν που απτυχαν, πως τα ντομα της βουβωνικς πανλης του τυφοειδος πυρετο. Καλτερα να ακολουθσουμε το παρδειγμα της ταπεινς ταινας. Η ιδα σου εναι επικνδυνη για τον διο λγο. Τα τρατα θα πρπει να περννε χιλιδες χρνια στο διαστρικ διστημα. λο αυτ τον καιρ θα ζουν αποκλειστικ απ το λπος τους -τα κασιμα που αποθκευσαν στη Γη- κι εμες θα κνουμε το διο. χουμε μπροστ μας μια ολκληρη καινορια ιστορα του ανθρπου με συνθκες τσο αλλαγμνες που δεν μπορομε οτε καν να προβλψουμε το δρμο που θα πρει. Υπρχει πολ μεγλος κνδυνος οι νθρωποι να πολλαπλασιαστον τσο πολ που θα σκοτσουν τα τρατα. Φαντσου μως ναν αγνα για Lebensraum ταν ο μνος ζωτικς χρος που υπρχει εναι μερικς χιλιδες τρατα που το καθνα τους μπορε να θρψει να πολ περιορισμνο αριθμ ανθρπων -κι η μθοδς σου εναι νας εκολος τρπος να καταστρψουμε αυτος τους μικρος κσμους που θα κατοικσουν οι απγονο μας. Η ιδα σου εναι σωστς δυναμτης, πολ επικνδυνη για να τη κρατσουμε μσα στο σπτι".
     Ο Γουεστβερ σκυψε το κεφλι, αλλ εχε παρατηρσει μια παρξενη λμψη προσδοκας στο βλμμα του Σττον καθς μιλοσε. Σκφτηκε για λγο, και το πρσωπ του νοιξε.
 -"Θα μποροσαμε σως να βρομε κποιο τρπο να καταγρψουμε την ιδα μου, να 
τρπο που δε θα μπορε να τον καταλβει κποιος αν δεν εναι αρκετ ξυπνος στε να ξρει πτε θα πρπει να τη χρησιμοποισει. να ανιγμα για τους απογνους μας -που θα τους φανε πολ χρσιμο κποια μρα".
     Επιτλους ο Σττον χαμογλασε.
 -"τσι μπρβο. Βλπω τι τα σκφτηκες λα, μχρι το 
τλος... Αυτ η φση της ιστορας μας δεν θα διαρκσει αινια. Κποτε τα τρατα θα φτσουνε σε ναν λλο πλαντη που δε θα διαφρει πρα πολ απ τη Γη, γιατ ττοιοι κσμοι εναι η βορ τους. Μια ταινα μπορε να διασχσει της ρημο της Σαχρας μσα στο ντερο μιας καμλας -"
     Η φων του πνγηκε μσα σε να μεγλο σφυριχτ βρυχηθμ. Μια ακαταμχητη πεση παραμρφωσε τα τοιχματα της σπηλις κι ριξε κτω τους τρεις ντρες. Ο Σττον παραπτησε μεθυσμνα και προχρησε με κπο μχρι τα πολτιμα ργανα του για να τα προστατεσει. Γρισε προς τους λλους, πασχζοντας να κρατσει την ισορροπα του, και φωνζοντας κτι. Κι πειτα, βλποντας τι ο κεραυνς σκπαζε τα λγια του, κανε μια χειρονομα προς τη Γη που εγκατλειπαν.
     ταν νας αποχαιρετισμς μισολυπημνος, μισοθριαμβευτικς.
_______________________________________________
Abernathy Robert
Strange Exodus (1950)

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers