-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

Poe Edgar Allan:

                     
                                          ντγκαρ 'Αλαν Πε


     Βιογραφικ & ποιματ του θα βρετε εδ: ΠΟΕ Ποιματα Μοναδικ

====================


                                Η Καρδι Του Πεθαμνου

     Στ' αλθεια, εμαι νευρικς! Πολ, τρομαχτικ νευρικς, μουν πντα κι εμαι! Αλλ για ποιο λγο υποστηρζετε πως εμαι τρελς, ε; Η αρρστια μου χει οξνει τσι πολ τη λογικ και τα νερα μου, καθλου μα καθλου δεν τα κατστρεψε κι οτε που τα χαλρωσε καν. Και πνω απ λα, πιο ντονη και οξτερη γινε η ασθηση της ακος μου. Ακοω το κθε τι που υπρχει σε τοτο τον κσμο, σε γη και ουραν. Ακοω να σωρ διαολεμνα πργματα.
Πως, λοιπν, εμαι ττε τρελς; Ακοω, ναι ακοω! Και τρα θλω να προσξετε πσο ρεμα θα σας διηγηθ ολκληρη τοτη την ιστορα.
     Εναι αδνατο να πω με ποιον τρπο, στην αρχ, τοτη η ιδα χθηκε στο μυαλ του, μα απ τη στιγμ που τη συνειδητοποησα με καταδικει μρα νχτα. Δεν υπρχει καμι αιτα, φανερ, που λμε. Κι οτε πθος καννα. Τον αγαποσα το γρο. Ποτ δεν μοκανε κακ. Ποτ δεν με βρισε. Κι οτε που επιθμησα το χρυσφι του. Το να του μτι μοιαζε σαν του γερακιο - να ανοιχτχρωμο, γαλζιο μτι, με μια μεμβρνη απ πνω του. ποτε κι αν πεφτε πνω μου αυτ το μτι, το αμα μου πγωνε, κι τσι, σταδιακ - πολ προοδευτικ - βαλα στο μυαλ μου να σκοτσω κενο το γρο, για να ξεφορτωθ μια για πντα το μτι του.
     Τρα, να πως χουν τα πργματα. Με φανταζσαστε τρελ. Μα οι τρελο δεν καταλαβανουν τποτα. Εν εμνα, θπρεπε να δετε. Ω, ναι, θπρεπε να βλπατε πσο συνετ προχρησα στο σχδι μου, με πση προσοχ, με τι προβλεπτικτητα, με πση προσποηση κανα λη τη δουλει! Ποτ δεν μουν πιο ευγενικς με το γρο σο μσα σε εκενη την εβδομδα πριν τον σκοτσω. Και κθε βρδι, γρω στα μεσνυχτα, γριζα το πμολο της πρτας του και την νοιγα - ω πολ απαλ! Και ττε, ταν το νοιγμα ταν αρκετ για να χωρσει μσα το κεφλι μου, περνοσα απ εκε να φανρι, με τα φλλα του καλ κλειστ, - ω, πρα πολ προσεχτικ τα εχα κλεισμνα τα φλλα του τσι που να μην βγανει η παραμικρ αχτδα απ φως' και ττε πρναγα και το κεφλι μου. Α, μα θα γελοσατε πρα πολ αν βλπατε με τι πονηρι, τκανα λα αυτ! Προχωροσε το κεφλι μου αργ, πολ, πολ αργ, τσι που να μην ταρξω διλου τον πνο του γρου. Και μοπαιρνε μια ολκληρη ρα τοτη η δουλει, μχρι που να βλω ολκληρο το κεφλι μου μσα απ το νοιγμα της πρτας και να μπορσω να τον δω εκε πρα που ταν ξαπλωμνος, στο κρεβτι του.
     Χα! Θα μποροσε ποτ νας τρελς να φερθε με τση σνεση; ε; Και ττε, ταν ολκληρο το κεφλι μου ταν μσα στο δωμτιο, στρεφα το φλλο που κλεινε το φως του φαναριο προσεχτικ - ω, τσο προσεχτικ (για να μην ακουστε καννα τρξιμο) - το στρεφα τσο δα, σα - σα για να πσει μια μικρ αχτδα φως πνω στο γερακσιο μτι. Κι λο τοτο να γνεται για εφτ ατελεωτες νχτες - κθε νχτα ακριβς τα μεσνυχτα - μα πντα βρισκα εκενο το μτι κλειστ' κι τσι μου ταν αδνατο να κνω δουλει μου' γιατ δεν ταν ο γρος που με εχε φρει σε αυτ την κατσταση, μα το Κακ Μτι του. Κθε πρω, ταν η μρα χραζε, μπαινα θαρραλα στην κμαρη και του μιλοσα με πολ κουργιο, φωνζοντς τον με το νομ του και ρωτντας τον πως εχε περσει τη νχτα του. Γιατ, καθς καταλαβανετε, ταν να πολ αγαθ γεροντκι, πραγματικ, για να υποπτευθε πως κθε νχτα, ακριβς στις δδεκα, εγ στεκμουν και τον κοταζα, καθς κοιμταν.
     Την γδοη βραδι, μουν πολ περισστερο, προσεχτικς απ σο συνθως ανογοντας την πρτα. Ο λεπτοδεχτης του ρολογιο θα κινιταν πολ πιο γργορα απ σο εγ. Ποτ λλοτε, πριν απ κενη τη νχτα, δεν νιωσα σε τση κταση τις διες τις δυνμεις μου - πρα απ τη δια την οξτητα του νου μου. Μλις που μπρεσα να συγκρατσω τα θριαμβευτικ συναισθματα που με πλημμριζαν. Μα σκφτομαι πως εγ μουν αυτς εκε πρα που νοιγα την πρτα, σιγ - σιγ, λγο - λγο, κι ο λλος οτε που να ονειρεεται τις απκρυφες πρξεις σκψεις μου! Γλασα απ μσα μου, σχεδν, με τοτη την ιδα' κι σως μλιστα να με κουσε' γιατ κουνθηκε στο κρεβτι του ξαφνικ, σα να τρμαξε. Τρα εσες θα σκεφτετε πως τραβχτηκα πσω - μα χι. Το δωμτι του ταν μαρο σαν την πσσα, βαθ σκοτδι βασλευε εκε μσα (γιατ τα παντζορια ταν κλειστ απ το φβο κποιου κλφτη), τσι που ξερα τι δε μποροσε να δει το νοιγμα της πρτας, κι εξακολοθησα να τη σπρχνω, σταθερ, λο και πιο σταθερ.
Εχα βλει λο μου το κεφλι μσα και μουν τοιμος να ανοξω το φανρι, ταν το μεγλο μου δχτυλο χτπησε πνω στο τενεκεδνιο φλλο του φαναριο κι κανε θρυβο, κι ο γρος τινχτηκε στο κρεβτι του, φωνζοντας:
 -"Ποιος εναι";
     Απμεινα ολτελα ακνητος και δεν επα τποτα. Για μια ολκληρη ρα δεν κουνοσα οτε μοσκουλο του κορμιο μου, και στο μεταξ δεν τον κουγα να ξαπλνει πλι. Καθταν κι εκενος στο κρεβτι τεντωμνος κι βαζε αυτ' ακριβς πως εχα κνει εγ, τη μια νχτα πσω απ την λλη, ακογοντας το θνατο να κοιτζει απ τον τοχο. Την δια στιγμ κουσα να ελαφρ βογκητ, κι ξερα πως το βογκητ του θανσιμου τρμου. Δεν ταν καννα βογκητ πνου, απ θλψη - α, χι! ταν ο βαθς πνιγμνος χος που βγανει απ τα γκατα της ψυχς, ταν ο φβος την πλημμυρσει. Τον ξερα καλ αυτ τον χο. Πολλς νχτες., ακριβς τα μεσνυχτα, ταν λος ο κσμος κοιμταν, βγαινε μσα απ τα βθη μου, μουντανοντας με την τρομαχτικ του ηχ τους τρμους που με βασνιζαν. Επα πως τξερα καλ αυτ.
     ξερα πως νιωθε ο γρος και τον λυπμουν, παρλο που στην καρδι μου γελοσα. ξερα πως καθταν εκε πρα γρυπνος, απ την πρτη στιγμ που ακοστηκε ο ανλαφρος χος, απ τη στιγμ που στριφογρισε στο κρεβτι του. Οι φβοι του απ ττε λο και μεγλωναν. Προσπαθοσε να τους φανταστε πραγους, αλλ δεν το μποροσε. Θλεγε στον εαυτ του: «Δεν εναι τποτα λλο ξω απ τον αρα στην καμινδα - θναι καννα ποντκι που πρασε το πτωμα», «θναι κποιος γρλος που τετρισε μνο μια φορ». Ναι, προσπαθοσε να παρηγορηθε με αυτος τους συλλογισμος, μα τβρισκε λα τα μταια. λα μταια, γιατ ο θνατος, προσεγγζοντας τον, εχε βαδσει αγρωχα με τη μαρη του σκι και τλιξει το θμα. Κι ταν αυτ η πνθιμη επδραση της ακατανητης σκις που τον βοθησε να νισει, παρλο που οτε εδε, οτε κουσε, την παρουσα του κεφαλιο μου μσα στο δωμτιο.
     Αφο περμενα αρκετ ρα, πολ υπομονετικ, δχως να τον ακοω να ξαπλνει αποφσισα να ανοξω λγο, πρα πολ λγο, μια χαραμδα μνο το φανρι μου. τσι το νοιξα - δε μπορετε μως να φανταστετε πσο αθρυβα και κρυφ - σπου τελικ μια μνο θαμπ αχτδα, σαν τον ιστ μιας αρχνης, να πεταχτε απ το νοιγμα και να πσει πνω στο γερακσιο μτι. ταν ανοιχτ -ορθνοιχτο- και θμωσα πρα πολ κοιτζοντς το. Το εδα ολτελα καθαρ -να θολ γαλζιο, με κποιο τρομερ και απασιο ππλο γρω του, που με κανε να παγσω ως το μεδολι των κοκλων μου, αλλ δε μποροσα να δω τποτα λλο απ το πρσωπο το τομο του γρου: γιατ εχα κατευθνει την αχτδα, σαν απ νστικτο, πνω σε αυτ το καταραμνο σημεο.
     Και τρα -δεν σας το επα τι το λθος σχετικ με την τρλα εναι αυτ η υπερευαισθησα των αισθσεων;- τρα, λω, φτασε ως τα αφτι μου νας βαθς, θαμπς, γργορος χος, πως κνει το ρολι ταν το τυλξουμε με να βαμβακερ φασμα. ξερα πολ καλ κι αυτν τον χο. ταν ο χτπος της καρδις του γρου. Κτι ττοιο κανε το θυμ του μεγαλτερο, καθς το χτπημα του τυμπνου ερεθζει τη μαχητικτητα του στρατιτη. Μα ωστσο, ακμη κι τσι συγκρατθηκα κι εξακολουθοσα να μνω ακνητος. Μλις που ανσαινα. Κρτησα ακνητο και το φανρι. Δοκμασα να δω πσο σταθερ μποροσα να κρατσω την αχτδα πνω στο μτι. Στο μεταξ, ο διαβολεμνος χτπος της καρδις δυνμωνε. Γινταν πιο γργορος, λο πιο γργορος, πιο βαθς, λο βαθτερος, την κθε στιγμ. Ο τρμος του γρου πρεπε νναι στο αποκορφωμ του! Ο χτπος γινταν βαθτερος, σας λω, λο και πιο βαθς, την κθε στιγμ! -με προσξατε καλ;
     Σας το επα, νομζω πως εμαι νευρικς: ναι, αυτ εμαι. Και τρα, τοτη τη νεκρ ρα της νχτας, μσα στην τρομακτικ σιωπ του σπιτιο, αυτς ο τσο παρξενος θρυβος μου δημιοργησε ναν τρμο που δεν μποροσα πια να τον ελγξω. Παρλα αυτ, για μερικ λεπτ ακμη, συγκρατθηκα κι μεινα ακνητος. Αλλ ο χτπος γινταν βαθτερος, ολονα και περισστερο! Νμιζα πως η καρδι του πγαινε να σπσει. Και ττε, μια καινορια αγωνα με πιασε -ο χος θα μποροσε να ακουστε απ τη γειτονι! Η ρα του γρου εχε ρθει! Με μια πνιγμνη κραυγ, νοιξα ολτελα το φανρι και ρμησα μσα στο δωμτιο. Εκενος στργκλισε μια -μνο φορ. Σε μια στιγμ τον συρα στο πτωμα και σριασα το βαρ κρεβτι απ πνω του. Μετ χαμογλασα, χαρομενα γιατ το κατρθωμ μου εχεν ολοκληρωθε. Αλλ για πολλ λεπτ της ρας, η καρδι εξακολουθοσε να χτυπ, με να πνιγμνο θρυβο. Τοτη τη φορ μως δεν εξοργστηκα' δεν μποροσε να ακουστε μσα απ τον τοχο. Τρβηξα πλι το κρεβτι πρα κι εξτασα το πτμα. Ναι, ταν πτμα, ολτελα πεθαμνος. βαλα το χρι μου πνω στην καρδι του και το κρτησα εκε για μερικ λεπτ. Δεν ακουγταν τποτα, καννας παλμς. ταν ολτελα νεκρς. Το μτι δε θα με τρμαζε πια.
     Αν ακμη εξακολουθετε να με θεωρετε τρελ, δε θα το κνετε αυτ για πολ, αν σας περιγρψω τις σοφς προφυλξεις που πρα για να κρψω το πτμα. Η νχτα χλμιαζε κιλας κι εγ εργαζμουν βιαστικ, μα αθρυβα. Πρτα απ λα τεμχισα το πτμα. κοψα το κεφλι και τα χρια και τα πδια. στερα βγαλα τρεις σανδες απ το πτωμα της κμαρης και τα τοποθτησα λα ανμεσα στο δοκρια. Μετ ξανβαλα τις σανδες στη θση τους τσο ξυπνα, τσο πονηρ που καννα ανθρπινο μτι -ακμα και το δικ του- δε θα μποροσε να ξεχωρσει τποτα το ποπτο. Δεν εχα τποτα να πλνω -καμι κηλδα, κανενς εδους- καμι σταγνα αμα πουθεν. Εχα πρει λες τις προφυλξεις μου πνω σε αυτ. Μια σκφη τα εχε μαζψει λα... Χα - χα!
     ταν λες αυτς οι εργασες τελεωσαν, ταν τσσερις η ρα το πρω -κι ακμα σκοτδι, σαν μεσνυχτα. Καθς το ρολι σμανε την ρα ακοστηκε κι νας χτπος στην εξπορτα. Κατβηκα να ανοξω με ανλαφρη καρδι, γιατ τι εχα πια τρα να φοβηθ; Να που μπκαν μσα τρεις ντρες και μου συστθηκαν απ μνοι τους, με πολ εγκαρδιτητα, σαν αστυνομικο. Μια στριγκλι που ακοστηκε απ κποιο γετονα μσα στη νχτα: η υποψα πως κτι εχε συμβε' πληροφορες φτασαν στο αστυνομικ τμμα και ττε αυτο (οι αστυνομικο) στλθηκαν να κνουν μια ρευνα επιτπου. Χαμογλασα -γιατ τι θα μποροσα να φοβηθ. Παρακλεσα τους κυρους να καθσουν.
 -"Η κραυγ", επα, "τανε δικ μου, μσα στ' νειρ μου. Ο γρος", δλωσα, "λειπε στην επαρχα". δειξα στους κυρους λο το σπτι. Και τους παρακλεσα να ψξουν -να ψξουν μλιστα καλ. Τους οδγησα στο τλος και στο δωμτιο του. Τους δειξα τους θησαυρος του, σγουρος κι ατραχος. Πνω στον ενθουσιασμ και στην εμπιστοσνη στον εαυτ μου, τους φερα εκε καρκλες και τους πρτεινα να καθσουν εκε, να ξεκουραστον, εν εγ, μες στην γρια τλμη του τλειου θριμβου μου, βαλα τη δικ μου καρκλα στο διο ακριβς σημεο που κτω του αναπαυταν το πτμα του θματς μου.
     Οι αστυνομικο ταν ικανοποιημνοι. Ο τρπος μου τους εχε πεσει. Εγ πλι μουν απλυτα ρεμος. Κθισαν κι εν τους απαντοσα χαρομενα, ρχισα να χλομιζω και να θλω να φγουν αμσως. Το κεφλι μου πονοσε, κι αισθανμουν να βουητ στ' αφτι: μως εκενοι εξακολουθοσαν να κθονται και να φλυαρον. Το βουητ γινε λο και πιο ξεκθαρο. Εξακολουθοσε, ναι, λο και πιο φανερ... 'Αρχισα να μιλ πιο δυνατ για να ξεφορτωθ αυτ το συνασθημα, μα τοτο συνεχιζταν και γινταν οριστικ και μνιμο -σπου, τελικ, ανακλυψα πως ο χος δεν ταν μσα στ' αφτι μου.
     Χωρς αμφιβολα εχα χλωμισει πρα πολ, μα εξακολουθοσα να μιλ λο και πιο ελεθερα και με υψωμνο τνο φωνς. Ωστσο ο θρυβος μεγλωνε - και τι μποροσα να κνω πια ε; ταν νας βαθς, θαμπς, γργορος χος, πως κνει το ρολι ταν το τυλγουμε σε βαμβακερ φασμα. 'Ανοιξα το στμα μου να πρω ανσα -κι μως οι αστυνομικο δεν κουγαν τποτα. Μλησα πιο γργορα, πιο εκνευρισμνα αλλ ο θρυβος λο και δυνμωνε. Ω Θε μου, τι μποροσα να κνω; 'Αφριζα, μνιαζα, βλαστημοσα! 'Αρπαξα τη καρκλα που πνω της καθμουν και τη χτπησα στις σανδες, μα ο θρυβος εξακολουθοσε πντα κι λο δυνμωνε. Γινταν λο και πιο βαθς... βαθτερος... βαθτερος! Και πντα οι αστυνομικο φλυαροσαν καλοδιθετα και χαμογελοσαν. ταν δυνατν να μην ακον; Παντοδναμε Θε! χι, χι! 'Ακουγαν, υποψιζονταν, ξεραν! Μνο που κοριδευαν, παιζαν με τον τρμο μου! Αυτ σκφτηκα ττε, κι αυτ σκφτομαι τρα. Αλλ το κθε τι λλο ταν καλτερο απ τοτη την αγωνα! Το κθε τι θα μποροσα να το ανεχτ, ξω απ τη χλεη! Μου ταν αδνατο να υποφρω λλο αυτ τα υποκριτικ χαμγελα! νιωθα πως πρεπε να ουρλιξω να πεθνω! Και τρα πλι! 'Ακου! λο και βαθτερος... βαθτερος... βαθτερος!...
 -"Γουρονια!", ορλιαξα, "μη προσποιεστε λλο πια! Παραδχομαι πως εγ τo 'κανα! Βγλτε αυτς τις σανδες!... Εδ, εδ!... Εδ χτυπ αυτ η απασια καρδι του"!
_______________________
Edgar Allan Poe
The Tell-Tale Heart (1842)
Μτφρ.: Δ. Κωστελνος
------------------------------------------------------------

                                             Ο Μαρος Γτος

     Αυτ τη τσο φρικτ κι μως τσον απλ ιστορα που αρχζω να γρφω, οτε περιμνω οτε ζητ να τη πιστψετε. Θα 'μουν αληθιν τρελς αν περμενα να πιστψετε μια υπθεση, που οι διες οι αισθσεις μου αρνονται τη μαρτυρα τους. Κι μως δεν εμαι τρελς κι ασφαλς δεν ονειρεομαι. Αριο μως πρκειται να πεθνω και γι' αυτ θλω να ξαλαφρσω σμερα τη ψυχ μου. Σκοπς μου εναι να διηγηθ στον κσμο, απλ, απριττα και δχως καννα σχλιο, μια σειρ συνηθισμνων γεγοντων που σχετζονται με το σπτι μου. Τα γεγοντα αυτ, και οι συνπειες που προκλεσαν, με τρομοκρτησαν, με βασνισαν, με κατστρεψαν. Ωστσο δε θα προσπαθσω να τους δσω μια κποια εξγηση. Για μνα παρουσαζαν κτι φριχτ, σε πολλος, τα γεγοντα που θα διηγηθ θα φανον μλλον αλλκοτα παρ τρομερ. σως βρεθε κποιο μυαλ που να μπορσει να μεταβλει τα φαντσματ μου σε κοινοτοπες - κποιο μυαλ πιο ρεμο, πιο λογικ, και πολ περισστερο ευερθιστο απ το δικ μου, το οποο στα περιστατικ που με δος θα εξιστορσω, δε θα δει τποτα περισστερο απ μια συνηθισμνη κι απλυτα φυσιολογικ διαδοχ αιτιν κι αιτιατν.
     Απ μικρς ακμα διακρινμουν για τον πιο και συμπονετικ μου χαρακτρα. Η τρυφερτητα της καρδις μου ταν μλιστα τσο φανερ, στε εχα καταντσει το αντικεμενο της κοροδας των συμμαθητν μου. Πνω απ λα αγαποσα τα ζα, και οι γονες μου με φηναν να χω στο σπτι διφορα ζα που μζευα. Περνοσα μαζ τους τον περισστερο καιρ μου και η μεγαλτερη ευτυχα μου ταν να τα χαδεω, να τα φροντζω και να τα ταζω. σο μεγλωνα τσο πιο ντονη γινταν η ιδιοτυπα αυτ του χαρακτρα μου, κι ταν πια γινα ντρας, απ τα ζα αντλοσα τις μεγαλτερες χαρς μου. Για σους χουν αγαπσει να πιστ και ξυπνο σκυλ, θαρρ πως δε χρειζεται να εξηγσω το μγεθος και το εδος της ευχαριστσεως που νιθει κανες απ να ττοιο ασθημα. Στην αγπη ενς ζου, στη γεμτη αλτρουισμ και αυτοθυσα αγπη του, υπρχει κτι που αγγζει κατευθεαν την καρδι ποιου εχε την ευκαιρα να δοκιμσει τη σαθρ φιλα και τη χαλαρ πστη του ανθρπου. 
     Παντρετηκα νος και χρηκα ιδιατερα ταν διαπστωσα πως κι η γυνακα μου συμμεριζταν τα αισθματ μου για τα ζα. Βλποντας την αδυναμα που τους εχα, δεν χανε την ευκαιρα να φροντσει να αποκτσουμε σο γινταν περισστερα ζα. Εχαμε πουλκια, χρυσψαρα, ναν ωραο σκλο, κουνλια, μια μικρ μαμο και να γτο. Ο γτος αυτς, ταν να πολ μεγλο και ωραο ζο, κατμαυρος κι υπερβολικ ξυπνος. ταν μιλοσε για τον γτο, η γυνακα μου, που κατ βθος ταν τρομερ προληπτικ, ανφερε συχν τη παλι λακ δοξασα, πως λες οι μαρες γτες ταν μεταμορφωμνες μγισσες. Φυσικ δεν το λεγε σοβαρ κι αν κνω λγο για το θμα αυτ εναι μνο και μνο γιατ τυχε να το θυμηθ τοτη τη στιγμ.
     Ο Πλοτωνας -αυτ το νομα εχαμε δσει στο γτο- ταν ο αγαπημνος μου κι ο αχριστος σντροφς μου. Μονχα εγ τον τιζα και σε ποιο μρος του σπιτιο κι αν πγαινα με ακολουθοσε. Με δυσκολα μλιστα τον εμπδιζα νρχεται πσω μου και στο δρμο. Η φιλα μας αυτ κρτησε πολλ χρνια, και σε αυτ το διστημα η ιδιοσυγκρασα κι ο χαρακτρας μου - εξαιτας του σαταν αυτο που λγεται ποτ -εχα πθει (κοκκινζω απ ντροπ που το ομολογ) μια ριζικ μεταβολ προς το χειρτερο. Μρα με τη μρα γινμουν λο και πιο ιδιτροπος, πιο ευερθιστος, περισστερο αδιφορος για τα αισθματα των λλων. Υπφερα κι ο διος καθς αντιλαμβανμουν πσο σχημα μιλοσα στη γυνακα μου. Στο τλος φτασα στην κατντια να σηκνω χρι πνω της και να τη χτυπ. Φυσικ τον αντκτυπο αυτς της μεταβολς του χαρακτρα μου τον νιωσαν και τα ζα που υπρχαν στο σπτι μας. Ωστσο τον Πλοτωνα τον εχα ακμη σε υπληψη και απφευγα να τον κακομεταχειρζομαι, αλλ για τα κουνλια, τη μαμο, ακμη και τον σκλο δεν εχα κανναν ενδοιασμ ταν τυχαα και απ αγπη, βρσκονταν στο δρμο μου. Η αρρστια μου μως χειροτρευε - κακ αρρστια το πιοτ! Στο τλος ακμα κι ο Πλοτωνας που εχεν αρχσει πια να γερν κι πως εναι φυσικ να γνεται κπως δσκολος, ρχισε να δοκιμζει τα αποτελσματα της αλλαγς του χαρακτρα μου.
     Μια νχτα, χοντας γυρσει στουπ στο μεθσι μετ απ μια πολωρη βλτα στις ταβρνες, μου καρφθηκε η ιδα πως ο γτος με απφευγε. Τον ρπαξα με το ζρι και εκενος, καθς τρμαξε με τη βαιη ενργει μου, με δγκωσε ελαφρ το χρι. Τα νερα μου, τεντωμνα κι απ το μεθσι, ξσπασαν. Δεν ξερα τι κανα, δεν μουν πια ο εαυτς μου. Λες και τη στιγμ εκενη η ψυχ μου εχε πετξει μακρι εγκαταλεποντας το σμα μου' και μια διαβολικ μοχθηρα - σως και κτι περισστερο - θρεμμνη με αλκολ, διαπρασε το κθε μριο του κορμιο μου. βγαλα απ το γιλκο μου να σουγι, τον νοιξα, δραξα το δυστυχισμνο ζο απ το λαιμ και το ξερζωσα το να μτι.
     Ντρπομαι, ανατριχιζω γρφοντας αυτ τη φρικαλα πρξη μου.
     ταν το λλο πρω ρθα πλι στα λογικ μου - ταν πια το νυχτεριν μου μεθσι εχε πια ξεθυμνει με τον πνο -νιωσα να ασθημα ανμιχτο απ φρκη και τψεις για το γκλημα που εχα διαπρξει. Αλλ, πως και αν το κνουμε, ταν να αδναμο και αμφβολο ασθημα κι η ψυχ μου μεινε ανγγιχτη. Ξανπεσα στο πιοτ και δεν ργησα να πνξω στο κρασ κθε θμηση απ κενη μου την πρξη. Στο μεταξ ο γτος συνερχταν σιγ-σιγ. Εναι αλθεια πως η τρπα του χαμνου ματιο του παρουσαζε να φριχτ θαμα, αλλ δεν φαινταν να πον και να υποφρει. Τριγριζε πως πντα στο σπτι, αλλ, πως εναι φυσικ, τρεχε κατατρομαγμνος να κρυφτε μλις με βλεπε να πλησιζω. Καθς μσα μου απμενε ακμα κτι απ τον παλι μου εαυτ, στην αρχ λυπμουν για αυτ την απχθεια που τσο φανερ μου δειχνε να πλσμα που κποτε με εχε αγαπσει. Το συνασθημα μως της λπης παραχρησε γργορα τη θση του στο θυμ. Και ττε, σαν τελειωτικ και αμετκλητη κατπτωση, φλιασε μσα μου το πνεμα της διαστροφς . Η φιλοσοφα δεν το λογαριζει και πολ αυτ το πνεμα. Κι μως σο ββαιος εμαι πως ζω, λλο τσο ββαιος εμαι πως η διαστροφ εναι να απ τα αρχγονα ορμμφυτα της ανθρπινης καρδις - μια απ τις ιδιατερες πρωταρχικς δυνμεις, συναισθσεις, που δνουν μια κατεθυνση στον χαρακτρα του ανθρπου. Ποιος δεν πιασε, χι μια αλλ εκατ φορς, τον εαυτ του, να κνει μια ποταπ ανητη πρξη απλς και μνο επειδ ξερε πως δεν πρεπε να την κνει ; Μπως λλωστε δεν χουμε μια παντοδναμη ροπ, σο και αν εμαστε νθρωποι με κρση, να παραβανουμε το νμο μνο και μνο γιατ εναι ο νμος;
     Το πνεμα αυτ της διαστροφς, πως σας επα, φερε την τελειωτικ μου κατπτωση. ταν αυτς ο αβυσσαλος πθος της ψυχς να εναντιωθε στο εαυτ της, να παραβισει την δια της τη φση, να κνει το κακ προς χρη του κακο, που με σπρωξε να συνεχσω και να αποτελεισω το βασνισμα του κακου αυτο ζου. Κποιο πρωιν, του πρασα ψχραιμα τη θηλι στο λαιμ και το κρμασα απ το κλαδ ενς δντρου. Το κρμασα εν απ τα μτια μου τα δκρυα κυλοσαν ποτμι κι νιωθα τις σκληρτερες τψεις να με βασανζουν, το κρμασα γιατ ξερα πως με εχε αγαπσει και γιατ καταλβαινα πως δεν μου εχε δσει την αφορμ να του κνω κακ το κρμασα γιατ ξερα πως αυτ που κανα ταν μια αμαρτα - μια θανσιμη αμαρτα που με αυτ και μνο θα διακινδνευα να θσω την ψυχ μου (αν κτι ττοιο μπορε να γνει) πρα κι απ το πειρο λεος του παντοδναμου και παντελεμονος Θεο. Τη νχτα της διας ημρας, που εχα κνει αυτ την τσο μεγλη αμαρτα, με ξπνησαν φωνς:
 -"Πυρκαγι, πυρκαγι!"
     Οι κουρτνες του κρεβατιο μου φλγονταν. Ολκληρο το σπτι λαμπδιασε. Με μεγλη δυσκολα η γυνακα μου, μια υπηρτρια κι εγ, μπορσαμε να γλιτσουμε. Η καταστροφ ταν ολοκληρωτικ. λα τα επγεια αγαθ μου εχαν χαθε και το μοναδικ μου καταφγιο απ δω και μπρος απμενε η απελπισα. Δεν μπορ -δεν θλω- να επιχειρσω να βρω μια σχση ανμεσα στην καταστροφ που με πληξε και στην κτηνωδα που εχα διαπρξει. Παραθτω μνο ναν-ναν τους κρκους μιας αλυσδας γεγοντων, και δεν θλω να παραλεψω κανναν. Την επμενη μρα της πυρκαγις πγα να δω τα ερεπια. Οι τοχοι, εκτς απ μια εξαρεση, ταν σωριασμνοι στο χμα. Η μοναδικ εξαρεση ταν νας εσωτερικς τοχος, χι πολ χοντρς, περπου στη μση του σπιτιο, εκε που ακουμποσε το κεφλι του κρεβατιο μου. Ο σοβς, στο μεγαλτερο μρος του, εχε αντξει στη φωτι, κι αυτ το απδωσα στο γεγονς τι ο τοχος ταν φρεσκοσοβατισμνος.  Γρω απ τον τοχο ταν συγκεντρωμνο να πυκν πλθος περιργων, και πολλο φανονταν να εξετζουν να συγκεκριμνο τμμα του με μεγλη και ζωηρ προσοχ. Οι λξεις «παρξενο!», «καταπληκτικ!» και λλες παρμοιες εκφρσεις τρβηξαν την περιργει μου. Πλησασα και εδα σαν να ταν βαθουλωτ ανγλυφη πνω στην σπρη επιφνεια, τη μορφ ενς γιγντιου γτου. Το αποτπωμα εχε αληθιν μια εκπληκτικ ακρβεια. να σκοιν ταν περασμνο απ το λαιμ του ζου.
     ταν πρωταντκρισα το φντασμα αυτ -γιατ δεν μποροσα να το θεωρσω τποτα λλο παρ μνο φντασμα- μεινα κπληκτος και τρομοκρατημνος. Σιγ-σιγ μως το μυαλ μου ρχισε να δουλεει. Θυμθηκα πως εχα κρεμσει το γτο σ' να κπο δπλα στο σπτι μου. ταν δθηκε ο συναγερμς για την πυρκαγι, ο κπος γμισε αμσως κσμο, και κποιος θα πρπει να κοψε το σκοιν απ το δντρο και να πταξε το γτο στην κμαρ μου, σως για να με ξυπνσει. Οι λλοι τοχοι, καθς πεφταν εχαν πισει στο θμα της μοχθηρας μου πνω στο φρσκο σοβ, κι ο ασβστης με την επδραση της φωτις και της αμμωνας του ψοφιμιο, εχαν σχηματσει την εικνα που εχα τρα μπροστ μου.
     Μολοντι η λογικ μου, αν χι η συνεδησ μου, εξγησε με τση ετοιμτητα το εκπληκτικ γεγονς που μλις σας διηγθηκα, ωστσο μια βαθι εντπωση μεινε χαραγμνη στη φαντασα μου. Για μνες ολκληρους δεν μποροσα να απαλλαγ απ το φντασμα του γτου. Και σε αυτ το διστημα γεννθηκε αργ στη ψυχ μου κτι που μοιαζε - αλλ και που δεν ταν - με τψεις, Κατντησα να λυπμαι τρα για το χαμ του λλοτε αγαπημνου μου ζου, και να ψχνω παντο, στα καταγγια που σχναζα τρα, μπως βρω κανναν λλο γτο, που να του μοιζει κπως στε να τον αντικαταστσω.
     Κποιο βρδυ, τσι που καθμουν μισοναρκωμνος σ' να ελεειν καταγγιο, τρβηξε την προσοχ μου κποιο μαρο πργμα που βρισκταν πνω σε να απ τα πελρια βαρλια με τζιν που αποτελοσαν και την κυριτερη εππλωση εκε μσα. Εχα απ ρα καρφωμνα τα μτια μου πνω σε εκενο το βαρλι, κι αυτ που με παραξνεψε τρα ταν που δεν εχα προσξει πιο πριν εκενο το μαρο πργμα. Πγα κοντ και το γγιξα με το χρι μου. ταν νας μαρος γτος, πολ μεγλος, στο μπι περπου του Πλοτωνα, και που του μοιαζε σε λα εκτς απ κτι. Ο Πλοτωνας δεν εχε οτε μιαν σπρη τρχα σε ολκληρο το κορμ του, εν αυτς εδ ο γτος εχε μια μεγλη τοφα απ σπρες τρχες, με ακαθριστο σχμα, που του σκπαζε ολκληρο σχεδν το στθος. Μλις τον γγιξα σηκθηκε αμσως, γουργορισε δυνατ, τρφτηκε πνω στο χρι μου και φαινταν ευχαριστημνος που τον πρσεξα. ταν ακριβς το ζο που γρευα. Πρτεινα στον ταβερνιρη να τον αγορσω, αυτς μως μου απντησε πως δεν εχε καμι απολτως απατηση, γιατ χι μνο δεν ταν δικς του ο γτος αυτς αλλ και οτε τον εχε ξαναδε. Συνχισα να τον χαδεω κι ταν ετοιμστηκα να γυρσω στο σπτι μου, δειξε τη διθεση να με συνοδψει. Τον φησα να ρθει μαζ μου και καθς βαδζαμε σκυβα που και που και τον χιδευα. ταν φτσαμε πια στο σπτι, εγκαταστθηκε κοντ μας κι αμσως γινε ο αγαπημνος της γυνακας μου.
     σο για μνα, δεν ργησα να νισω αντιπθεια για το ζο αυτ -ακριβς το αντθετο δηλαδ απ' ,τι περμενα να συμβε. Κι ακμη -χωρς να ξρω πως και γιατ- η αγπη που μου δειχνε μου προξενοσε απχθεια και στενοχρια. Σιγ-σιγ τα συναισθματα αυτ της απχθειας και της στεναχριας μεταμορφθηκαν σε μσος. Απφευγα το γτο. Κτι σαν ασθημα ντροπς κι αναμνσεως της προηγομενης μοχθηρς συμπεριφορς μου, με εμπδιζαν να του κνω κακ. Για μερικς βδομδες δεν τον χτπησα, οτε τον κακομεταχειρστηκα βαθμιαα μως, κατντησε να τον βλπω μ' ανεπωτη σιχαμρα και να φεγω βιαστικ μλις βλεπα το απασιο αυτ ζο, πως φεγει κανες μπροστ σε μια σιχαμερ μυρουδι. Δεν υπρχει καμι αμφιβολα πως αυτ που δυνμωσε το μσος μου ταν τι ανακλυψα -χι την δια βραδι, που τον εχα φρει σπτι, αλλ την λλη μρα το πρω- πως, πως κι ο Πλοτωνας, εχε κι αυτς το να μτι του βγαλμνο. Το περιστατικ αυτ τον κανε ωστσο πιο αγαπητ στη γυνακα μου, που διατηροσε ακμη το ασθημα εκενο της συμπνιας που λλοτε χαρακτριζε και εμνα και που μου χριζε τις πιο απλς κι αγνς χαρς.
     σο μως εγ σιχαινμουν περισστερο το γτο, τσο φαινταν να μεγαλνει η δικ του αδυναμα για μνα. Ακολουθοσε τα βματ μου με μια επιμον που μου εναι αδνατο να την περιγρψω στον αναγνστη. που και αν καθμουν, κουλουριαζταν κτω απ την καρκλα μου πηδοσε πνω στα γνατ μου και δεν σταματοσε να χαδολογιται. ταν σηκωνμουν να φγω, μπερδευταν στα πδια μου με κνδυνο να με κνει να πσω μπηγε τα μακρι και μυτερ του νχια στο παντελνι μου και σκαρφλωνε στο στθος μου. Σε κτι ττοιες στιγμς νιωθα τη διθεση να τον σκοτσω με να μου χτπημα, εμποδιζμουν μως να το κνω, χι τσο απ την ανμνηση του προηγομενου εγκλματς μου, αλλ κυρως εξαιτας του τρμου που μου ενπνεε το ζωνταν αυτ.
     Ο τρμος που με κυρευε δεν ταν τρμος πως θα πθαινα κτι σωματικ -κι μως δεν βρσκω λλο τρπο να τον προσδιορσω. Ντρπομαι σχεδν να ομολογσω -ναι, ακμη και σε αυτ το ατιμωτικ κελ που βρσκομαι ντρπομαι να το μολογσω- πως ο τρμος κι η φρκη που μου ενπνεε το ζο αυτ εχαν ενταθε απ μια απ τις απιθαντερες χμαιρες που μπορε να διανοηθε κανες. Η γυνακα μου επστησε αρκετς φορς την προσοχ μου στη μορφ του σημαδιο με τις σπρες τρχες, που χω προαναφρει και που αποτελοσε τη μοναδικ διαφορ ανμεσα σ' αυτ το παρξενο ζο και σε κενο που εχα σκοτσει. Ο αναγνστης θα θυμται πως το σημδι αυτ, αν και μεγλο, ταν στην αρχ ακαθριστο. Σιγ-σιγ μως, ανεπασθητα, τσον αδιρατα που για πολν καιρ η λογικ μου αγωνιζταν να μη το παραδεχτε, θεωρντας το απλ του φαντασιοπληξα, εχε πρει να σχμα σαφστατα σχεδιασμνο. Παρστανε τρα κτι που ανατριχιζω να προφρω την ονομασα του... ταν η εικνα απ κτι φριχτ και απασιο: η εικνα της αγχνης! Εκενο το σκυθρωπ και τρομερ σνεργο της Φρκης και του Εγκλματος, της Αγωνας και του Θαντου! Και τρα η κατντια μου ξεπερνοσε κθε ανθρπινη αθλιτητα. να ζο χωρς λογικ, να κατεργζεται για μνα -για μνα, ναν νθρωπο πλασμνο κατ' εικνα κι ομοωση του Θεο- μα τσον αβσταχτη κατρα! Αλμονο! Οτε μρα, οτε νχτα γνρισα πια την ευλογα της ησυχας! Τη μρα δεν με φηνε οτε μια στιγμ μνο μου το σιχαμερ αυτ πλσμα, και τη νχτα ξυπνοσα κθε τσο απ νειρα ανεπωτα τρομαχτικ για να βρω τη ζεστ ανσα του πνω στο πρσωπ μου και το τερστιο βρος του -νας αληθινς βραχνς που δεν εχα τη δναμη να τον διξω- να πλακνει συνεχς τη καρδι μου!
     Κτω απ την πεση μιας ττοιας αγωνας το ασθενικ υπλειμμα του παλιο αγαθο εαυτο μου δεν ργησε να χαθε. Πονηρς σκψεις -οι πιο καταχθνιες και πονηρς σκψεις- ταν πια οι μοναδικο και μνιμοι σντροφο μου. Η ζοφερ μου διθεση εξελχθηκε σε να μσος για λα τα πργματα και για ολκληρη την ανθρωπτητα. Και συχν, τα απτομα και ασυγκρτητα ξεσπσματα μιας μανας, που της εχα παραδοθε τρα στα τυφλ, το συνηθισμνο και απραντα υπομονετικ μου θμα ταν η γυνακα μου που ποτ της δεν ξεστμιζε το παραμικρ παρπονο.
     Κποια μρα ρθε κι αυτ μαζ μου, για κποια δουλει, στο κελρι του παλιο σπιτιο, που η φτχια μας ανγκαζε τρα να κατοικομε. Καθς κατβαινε τις σκλες ο γτος μ' ακολοθησε και με τη συνθει του να μπερδεεται στα πδια μου, με σριασε καταγς με το κεφλι. γινα ξω φρενν. Σκωσα να τσεκορι και ξεχνντας στο θυμ μου τον παιδιστικο φβο που ως τρα συγκρατοσε το χρι μου, κατβασα με δναμη το τσεκορι στο ζο και σγουρα θα το σκτωνα, αν η γυνακα μου δεν προλβαινε να συγκρατσει το χρι μου. Η επμβασ της μ' κανε να φρενισω, να λυσσξω. Τρβηξα το μπρτσο μου που το κρατοσε σφιχτ, και με το τσεκορι τη χτπησα κατακφαλα. πεσε νεκρ χωρς οτε να βογκητ.
     Το πρτο πργμα που κανα μετ απ το απασιο αυτ φονικ ταν να σκεφτ ψχραιμα που θα κρυβα το πτμα. Καταλβαινα πως δεν μποροσα να το κουβαλσω ξω απ το σπτι, οτε μρα αλλ οτε και νχτα, χωρς να διατρξω τον κνδυνο να με δουν οι γετονες. κανα με το μυαλ μου διφορα σχδια. Προς στιγμ σκφτηκα να κψω το πτμα σε μικρ - μικρ κομματκια και να το κψω. στερα, κανα τη σκψη να ανοξω να λκκο στο κελρι και να θψω εκε το πτμα. πειτα επα να το ρξω στο πηγδι της αυλς να το συσκευσω σε να μεγλο κιβτιο, σαν εμπρευμα, με λους τους συνηθισμνους τπους και να φωνξω καννα χαμλη να το πρει απ το σπτι. Τελικ μου ρθε μια ιδα που την κρινα σαν την καλτερη απ λες. Αποφσισα να χτσω το πτμα μσα σε να τοχο του κελαριο, πως αναφρει κι η Ιστορα πως χτιζαν τα θματ τους οι καλγεροι του Μεσαωνα.
     Το κελρι ταν κατλληλο για το σκοπ αυτ. Οι τοχοι ταν ψευτοχτισμνοι και τρα τελευταα τους εχαν σοβαντσει, αλλ η υγρασα δεν φησε το σοβ να ξεραθε. Κι εξλλου, ο νας απ τους τοχους εχε μια εσοχ, σαν να προοριζταν για θση τζακιο, αλλ φαινταν πως τελικ το εχαν μετανισει, και εχαν γεμσει με τοβλα το κεν. μουν σγουρος πως εκολα θα μποροσα να βγλω απ τη θση τους τα τοβλα, να βλω το πτμα στην εσοχ, κι πειτα να ξαναχτσω το μρος εκενο, πως ταν πριν, τσι που καννα μτι δε θα μποροσε να ανακαλψει τποτα το ποπτο. Και δεν πεσα ξω στους υπολογισμος μου. Με λοστ ξεχαρβλωσα εκολα τα τοβλα κι αφο τοποθτησα προσεχτικ ρθιο το πτμα, ακουμπντας το στον εσωτερικ τοχο, το στριξα στη θση αυτ και χωρς πολ κπο ξανβαλα τα τοβλα πως ταν πριν. Με κθε προφλαξη προμηθετηκα ασβστη, μμο κι χυρα, ετομασα να σοβ, που δε ξεχριζε καθλου απ τον παλι κι χτισα τον καινοριο τοχο. ταν τελεωσα μεινα απλυτα ικανοποιημνος απ τη δουλει μου. Ο τοχος δεν φαινταν καθλου πως εχε πειραχτε. Μζεψα απ κτω τα μπζα με τη μεγαλτερη προσοχ. ριξα γρω μου μια θριαμβευτικ ματι και μονολγησα:
 -"Εδ, τουλχιστον ο κπος μου δεν πγε χαμνος".
     Η επμενη ενργει μου ταν να ψξω να βρω το ζο που εχε σταθε η αιτα της καταστροφς αυτς. Γιατ τρα εχα πια την απφαση να το εξοντσω. Αν το βρισκα μπροστ μου εκενη τη στιγμ, θα το εχα ξεμπερδψει. Μα φανεται πως το πονηρ ζο εχε τρομοκρατηθε απ την εκδλωση του θυμο μου κι απφευγε να παρουσιαστε μπροστ μου. Εναι αδνατο να περιγρψει να φανταστε κανες τη βαθι, την ηδονικ ανακοφιση που μου προξνησε η απουσα του σιχαμερο ζου. Δε φνηκε οτε ολκληρη τη νχτα, κι τσι, τουλχιστο για μια νχτα, απ ττε που εχε πατσει το πδι του στο σπτι μου, μπρεσα να κοιμηθ συχα και ατραχα. Ναι, κοιμθηκα, παρλο το βρος του φνου που εχα στη ψυχ μου.
     Πρασε η δετερη, πρασε κι η Τρτη μρα κι ο τραννς μου εξακολουθοσε να μη φανεται. Ανσανα σαν ελεθερος νθρωπος. Το τρας, τρομαγμνο, εχε φγει μια για πντα απ το σπτι μου! Δε θα το ξανβλεπα στα μτια μου! μουν ευτυχισμνος! Το ασθημα της ενοχς για τη βδελυρ πρξη μου δεν με βραινε σχεδν καθλου. Στην ανκριση που γινε αποκρθηκα με ετοιμτητα και χωρς να τα χσω. γινε και μια ρευνα -μα φυσικ, τποτα δεν ανακλυψαν. Θεωροσα πια πως η μελλοντικ μου ευτυχα ταν εξασφαλισμνη.
    Τσσερις μρες μετ το φνο, οι αστυνομικο ξανρθαν απροειδοποητα για να κνουν μια πιο αυστηρ ρευνα. Σγουρος πως ο κρυψνας μου ταν αδνατο να ανακαλυφθε δεν ανησχησα καθλου. Οι αστυνομικο ζτησαν να τους συνοδεσω στην ρευν τους. Δεν φησαν καμι γωνι, καμι κχη χωρς να την ψξουν. Στο τλος κατβηκαν και πλι στο κελρι -για τρτη τταρτη φορ. Οτε μια τρχα μου δε σλεψε. Η καρδι μου χτυποσε ρεμα, σαν την καρδι του ανθρπου που κοιμται τον πνο του δικαου. Πηγαινοερχμουν μσα στο κελρι. Σταρωσα τα χρια μου στο στθος και βημτιζα εδ κι εκε. Οι αστυνομικο, απλυτα ικανοποιημνοι απ την ρευν τους, ετοιμζονταν να φγουν. Η χαρ μου ταν τσο πολ μεγλη στε δεν μποροσα να τη συγκρατσω. Λαχταροσα να πω κτι, στω και μια λξη, τσι, σαν εκδλωση του θριμβου μου, αλλ και για να τους διπλασισω τη βεβαιτητα πως εμαι αθος.
 -"Κριοι", τους επα τη στιγμ που ανβαιναν τη σκλα, "εμ' ενθουσιασμνος που οι υποψες σας χθηκαν. Σας εχομαι να εστε πντα καλ και κπως περισστερο ευγενες. Εδ που τα λμε, κριοι, το σπτι αυτ εναι πολ καλοχτισμνο" (μσα στη φλογερ μου επιθυμα να πω κτι με νεση, δεν ξερα καλ-καλ τι λεγα), "μπορ μλιστα να πω τι εναι εξαιρετικ καλοχτισμνο. Αυτο οι τοχοι -μα γιατ φεγετε κριοι;- αυτο οι τοχοι εναι γερ φτιαγμνοι..."
     Και λγοντας αυτ τα λγια, χτπησα δυνατ -μνο και μνο απ μια μανα για επδειξη που με εχε πισει- μ' να μπαστονι που κρατοσα στο μρος ακριβς εκενου του τοχου με τα τοβλα, που πσω του στεκταν το πτμα της αγαπημνης μου γυναικολας. Μα ο Θες να με φυλξει και να με σσει απ τα νχια του Αντχριστου! Δεν εχαν πψει καλ-καλ να αντηχον τα χτυπματα του μπαστουνιο μου και μου αποκρθηκε μια φων μσα απ τον τφο! Μια φων πνιγμνη και κομμνη σαν αναφιλητ παιδιο στην αρχ, που πειτα φοντωσε βιαστικ σε μια μακρσυρτη δυνατ κι αδικοπη κραυγ φρκης και θριμβου μαζ, ττοια που μνο απ την κλαση θα μποροσε να εχε βγει -μια κραυγ που μοιαζε να βγανει ταυτχρονα απ το λαργγι των κολασμνων που αγωνιον και απ τους δαμονες που χαρονται την κλαση κι αναγαλιζουν.
     Εναι αστεο να μιλσω για τις σκψεις που κανα εκενη τη στιγμ. Παρλυσα. Τρικλζοντας, πγα κι ακομπησα στον αντικριν τοχο. Οι αστυνομικο για μια στιγμ μειναν ακνητοι απ τρμο και δος στη σκλα. Αμσως μετ, δκα γερ μπρτσα καταπιστηκαν με τον τοχο. πεσε μονοκμματος. Το πτμα, σε αρκετ προχωρημνη αποσνθεση πια, γεμτο πηγμνα αματα, στεκταν ρθιο μπροστ μας. Πνω στο κεφλι του, με κατακκκινο ανοιχτ στμα κι να μοναδικ μτι που πετοσε φωτις, καθταν το απασιο ζο, που η πανουργα του μ' εχε κνει φονι. Κι η κατγορη φων του μ' στελνε στο δμιο.
     Εχα χτσει το τρας μες στον τοχο...
_________________________

Edgar Allan Poe 
The Βlack Cat (1840)
Μτφρ.: Ε. Μπαρτζινοπολος
-------------------------------------
---------------------------------------------------------------

                                   Η Σκι

Εν γαρ και πορευθ εν μσω σκις θαντου… Κβ Ψαλμς Δαυδ

      Εσες που διαβζετε εστε ακμα ανμεσα στους ζωντανος; μως εγ που γρφω θα χω προ πολλο περσει στη χρα των σκιν. Γιατ, στ’ αλθεια, παρξενα πργματα θα συμβον και μυστικ θα γνουνε γνωστ και πολλο αινες θα παρλθουν, προτο αυτ τα απομνημονεματα φανερωθον στα μτια των ανθρπων. Κι ταν φανερωθον, θα υπρξουν κποιοι που θα δυσπιστσουν, κποιοι που θα τα αμφισβητσουν, αλλ και λγοι που θα βρουν πολλ να συλλογιστον μσα απ' αυτ τα γρμματα που χραξε μια σιδερνια γραφδα.
      Κενη η χρονι ταν χρονι τρμου, αισθημτων πιο ντονων κι απ’ τον τρμο, που δεν μπορε κανες οτε να τα κατονομσει. Γιατ πολλ σημεα και τρατα εχαν συμβε και, πρα ως πρα, πνω απ θλασσα κι απ στερι, εχε απλσει παντο τα μαρα φτερ της η Πανλης. Εκενοι, ωστσο, που γνριζαν τ’ στρα, ξεραν πως οι ουρανο εχαν την ψη της αρρστιας και σε μνα, τον λληνα Ονο, και σε μερικος λλους, ταν φανερ τι τρα, στην αλλαγ του τους επτακσια ενενντα τσσερα, με την εσοδο του Αρη, ο πλαντης Δας ρχεται σε συζυγα με τον κκκινο δακτλιο του τρομερο Κρνου. Η παρξενη διθεση των ουρανν, αν δεν κνω λθος, εκδηλωνταν, χι μνο στην υλικ υπσταση της γης, αλλ και στις ψυχς, τη φαντασα και τους στοχασμος της ανθρωπτητας.
      να βρδυ, σε μια πολχνη που τη λγανε Πτολεμαδα, επτ φλοι καθμασταν στο δωμτιο ενς αρχοντικο, πνω απ κμποσες φιλες με χιτικο κοκκινλι. Και δεν υπρχε λλη εσοδος στο δωμτι μας, εκτς απ μια ψηλ, ορειχλκινη θρα. Η θρα ταν δουλεμνη με περισσ τχνη απ τον Κορννο το χαλκωματ και αμπρωνε απ μσα. Επιπλον, σ’ αυτ το σκοτειν δωμτιο, μαρα ππλα μς κρυβαν τη θα του φεγγαριο, των ζοφερν στρων και των ρημων δρμων -μως δεν μποροσαν να κρατσουν ξω το προμνυμα και τη θμηση του Κακο. Γρω τριγρω υπρχαν πργματα -υλικ και πνευματικ- που δεν μπορ να περιγρφω με ακρβεια -μια βαρει, αποπνικτικ ατμσφαιρα, μια αγωνα και προπαντς, εκενη η τρομερ κατσταση που βινουν οι νευρικο νθρωποι ταν οι αισθσεις τους βρσκονται σε υπερδιγερση, εν συγχρνως οι λειτουργες της σκψης εναι ναρκωμνες.
      Μας πεζε να νεκρικ βρος. να βρος κρεμταν πνω απ’ τα μλη μας, πνω απ’ τα πιπλα του σπιτιο, πνω απ’ τις κοπες απ’ που πναμε. λα ταν βαρι και τα τραβοσε κτω η γης -λα, εκτς απ τις φλγες στις επτ σιδερνιες λυχνες που φτιζαν το γλντι μας. Ορθνοντας τις φωτεινς, λεπτς γραμμς τους, καιγαν ασταμτητα -χλωμς κι ασλευτες και στο καθρφτισμα της λμψης τους πνω στο στρογγυλ εβνινο τραπζι που καθμασταν, ο καθνας μας αντκριζε τη χλομδα του προσπου του και το ανσυχο βλμμα στα χαμηλωμνα μτια των συντρφων του. Ωστσο, γελοσαμε κι ευθυμοσαμε με τον τρπο μας, μ’ ναν τρπο υστερικ και τραγουδοσαμε τις ωδς του Ανακροντα -μια τρλα και πναμε ασταμτητα, παρλο που το κκκινο κρασ μας θμιζε αμα. Γιατ υπρχε κι λλος νας θαμνας στο δωμτιο, ο νεαρς Ζωλος. Νεκρς, κειτταν χμω φαρδς πλατς, σαβανωμνος -φλακας γγελος της σκηνς. 
      Αλμονο! Δε μοιραζτανε τη χαρ μας, αν και το πρσωπ του -παραμορφωμνο απ’ την πανοκλα- και τα μτια του -απ’ τα οποα ο Χρος εχε μνο μισοσβσει τον πυρετ της αρρστιας-δεχναν να ενδιαφρονται για την ευθυμα μας, πως σως παρακολουθον μ’ ενδιαφρον οι νεκρο την ευθυμα αυτν που πρκειται να πεθνουν. Αλλ, παρλο που εγ, ο Ονος, νιωθα τα μτια του πεθαμνου πνω μου, πεζα τον εαυτ μου ν’ αγνοσει τη πκρα στην κφρασ τους και στυλνοντας το βλμμα μου στα βθη του εβνινου καθρφτη, τραγουδοσα με δυνατ, στεντρεια φων, τα τραγοδια του γιου της Τω. μως σιγ σιγ, τα τραγοδια μου σταμτησαν κι οι αντλαλο τους, κυλντας μακρι, ανμεσα στα μελαν παραπετσματα της αθουσας, γιναν αδναμοι και δυσδικριτοι, μχρι που σβησαν εντελς.
    Και να! Ανμεσα στις μαρες κουρτνες, απ' που εχανε φγει οι χοι του τραγουδιο, εμφανστηκε μια σκοτειν, απροσδιριστη σκι -μια σκι σαν αυτς που πλθει το φεγγρι απ’ τη σιλουτα ενς ανθρπου, ταν βρσκεται χαμηλ στο στερωμα: μως δεν τανε σκι μτε ανθρπου μτε θεο μτε και καννας οικεου πργματος. Κι αφο τρεμπαιξε πρτα στα παραπετσματα του δωματου, εμφανστηκε τελικ στην επιφνεια της ορειχλκινης θρας. μως η σκι ταν μορφη, αριστη δεν ταν σκι ανθρπου οτε θεο -κανενς θεο της Ελλδας της Χαλδαας, αλλ οτε και κποιας αιγυπτιακς θετητας. Στθηκε πνω στην ορειχλκινη θρα, κτω απ' το τξο του υπρθυρου και δε σλευε μτε λεγε κουβντα, αλλ μενε εκε, ακνητη.
     Κι η θρα που εχε σταθε η σκι, αν θυμμαι καλ, τανε πνω απ’ τα πδια του νεαρο σαβανωμνου Ζωλου. Αλλ εμες οι επτ, που μασταν συγκεντρωμνοι εκε, εχαμε δει τη σκι ταν μπαινε μσα απ τις κουρτνες και δεν τολμοσαμε να την αντικρσουμε, αλλ χαμηλναμε το βλμμα κι ατενζαμε διαρκς τα βθη του εβνινου καθρφτη. Και τελικ, εγ, ο Ονος, μιλντας χαμηλφωνα, απατησα απ’ τη σκι να μου πει τ’ νομ της και τον τπο απ’ που ερχταν. Κι η σκι αποκρθηκε:
 "Εμαι ΣΚΙΑ και κατοικ κοντ στις Κατακμβες της Πτολεμαδας, κοντ στα σθαμπα πεδα των Ηλυσων, που συνορεουν με το σκοτειν πορθμ του Χροντα".
     Και ττε κι οι επτ σηκωθκαμε απ' τα καθσματ μας με φρκη και σταθκαμε λαλοι, τρμοντας κι αναρριγντας: γιατ οι τνοι της φωνς της σκις δεν ανκανε σε μιαν παρξη, αλλ σε πολλς κι αλλζοντας χροι απ συλλαβ σε συλλαβ, φταναν αχν στ’ αυτι μας αξχαστες, γνριμες φωνς χιλιδων πεθαμνων φλων...

                            

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers