Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Φανταστικό 

Bradbury Ray: Χρυσαλίδα

 

    
    Ρέη Μπράντμπερι
                                          Βιογραφικό

     Αμερικανός συγγραφέας ιστοριών μυστηρίου, παιδικών ιστοριών, αστυνομικών, σεναρίων και ποιημάτων. Γεννήθηκε τις 22 Αυγούστου 1920 στο Waukegan, γιος του Leonard Spaulding Bradbury και της Esther Marie Moberg. Δημοφιλής και χαρισματικός συγγραφέας, ιστοριών επιστημονικής φαντασίας, δεξιοτέχνης στο να συνδυάζει κοινωνική και τεχνολογική κριτική, μαζί μ' εξαιρετικά γόνιμη κι υπέροχη φαντασία. Η πιο γνωστή του δουλειά, "Τα Χρονικά Του 'Αρη" (1950), φανταστική ιστορία από τη κοινωνία του 'Αρη, ως πλανήτη, έτσι κατά πως τη φαντάστηκε και φυσικά με συνδέσεις στη γη μας. Έγινεν επίσης ταινία (1966), αλλά και τηλεοπτική σειρά (1980).
     Έγραψεν επίσης και πολλές συλλογές διηγημάτων, μεταξύ των οποίων και το "Φαρενάιτ 451" (1953) που επίσης έγινε ταινία (1966). 'Αλλα του διηγήματα, χαρακτηριστικά:
The Golden Apples Οf Τhe Sun (1953), The Last Circus & Τhe Executioner (1980), The Toynbee Convector (1988), Quicker Τhan Τhe Eye (1996), Driving Blind (1997), Dandelion Wine (1957), Something Wicked This Way Comes (1962, film 1983), The Halloween Tree (1972), A Graveyard For Lunatics (1990) κ.ά.
Σήμερα ζει με τη σύζυγό του Μάγκι στο ΛΑ των
 ΗΠΑ. Έχουν 8 εγγόνια και 4 γάτες. Συνεχίζει δε, να 
γράφει, ευκαιριακά. Στην ηλικία (86) που άλλοι επιτυχημένοι άντρες σταματάνε κι επαναπαύονται στις δάφνες της επιτυχίας τους, εκείνος συνεχίζει δυναμικά να δίνει το παρόν και να γράφει ιστορίες και ..."περίεργες" απαντήσεις γι' απίστευτα μέλλοντα.

__________________________________________________________

     Ο Ρόκγουελ σιχαινότανε το δωμάτιο. Μύριζεν απαίσια. Όχι τόσο γιατί ο Μακ Γκουάιρ βρωμοκοπούσε μπύρα, όχι τόσο γιατί η απλυσιά του Χάρτλεϋ σου 'κοβε την ανάσα, όσο γι' αυτή την έντονη βρώμα -μια βρώμα σάπιου εντόμου- που σκόρπιζε γύρω του το παγωμένο σώμα του Σμιθ, έτσι που κειτότανε γυμνό και γεμάτο πράσινες κηλίδες, πάνω στο χειρουργικό τραπέζι. Κι ακόμα, υπήρχε διάχυτη μυρωδιά από λάδι και γράσο που σκόρπιζε ολόγυρα έν' ακατανόητο μηχάνημα, που γυάλιζε σε μια γωνιά του μικρού δωματίου.
     Ο άνθρωπος Σμιθ ήτανε πια πτώμα. Ο Ρόκγουελ σηκώθηκε νευριασμένος από το κάθισμά του κι έβαλε το στηθοσκόπιο στη τσάντα του:
 -"Πρέπει να γυρίσω στο νοσοκομείο. Βιάζομαι. Καταλαβαίνει Χάρτλεϋ. Ο Σμιθ έχει οχτώ ώρες πεθαμένος. Αν χρειαστείς πιότερα στοιχεία, προχώρησε στη νεκροψία".
     Σταμάτησε να μιλά καθώς ο Χάρτλεϋ ύψωνε ένα τρεμάμενο, κοκαλιάρικο χέρι, δείχνοντας το πτώμα, αυτό το πτώμα με το εύθραυστο πράσινο κέλυφος που 'χεν απλωθεί και κάλυπτε τώρα κάθε ίντσα από τη σάρκα του:
 -"Εξέτασέ τον πάλι, Ρόκγουελ. Βγάλε το στηθοσκόπιο. Μια τελευταία φορά. Σε παρακαλώ!"
     Ο Ρόκγουελ έκανε να διαμαρτυρηθεί, μα αναστέναξε. Ξανακάθισε κι έβγαλε το στηθοσκόπιο. Τι άλλο θα μπορούσε να κάνει. Ο Χάρτλεϋ ήταν συνάδελφος. Πρέπει να φέρεσαι ευγενικά στους συναδέλφους σου γιατρούς. Ν' ακουμπάς το στηθοσκόπιο σε μια παγωμένη πράσινη σάρκα και να υποκρίνεσαι πως ακούς...
     Το μικρό αδιόρατα φωτισμένο δωμάτιο έσκασε γύρω του. Έσκασε και διαλύθηκε σ' ένα και μόνο πράσινο, παγωμένο σφυγμό. Χτύπησε σα γροθιά τ' αφτιά του Ρόκγουελ. Τονε χτύπησε. Είδε τα ίδια του τα δάχτυλα να τρέμουνε καθώς άγγιζαν το άκαμπτο σώμα. 'Aκουσε κάτι σα χτύπο καρδιάς. Βαθιά μες στο πράσινο κορμί, άκουσε τη καρδιά να χτυπά. Μια φορά! Ακούστηκε σαν ηχώ μες σε θαλάσσιους βυθούς. Ο Σμιθ ήταν νεκρός. Δίχως ανάσα, πετρωμένος. Αλλά στο βάθος αυτής της νέκρας, η καρδιά του ζούσε. Ζούσε, και σάλευε σα μικροσκοπικό αγέννητο βρέφος!
     Τα νευρικά, χειρουργικά δάχτυλα του Ρόκγουελ κινήθηκαν με γρηγοράδα. Έσκυψε μπρος το κεφάλι. Είχε μαύρα μαλλιά με γκρίζες αποχρώσεις κι ένα κανονικό, ήρεμο κι ευχάριστο κεφάλι. Πλησίαζε τα τριανταπέντε. 'Ακουγε συνέχεια μες από το στηθοσκόπιο. Κρύος ιδρώτας κυλούσε στα απαλά μάγουλά του. Ο σφυγμός ήτανε κάτι που δε μπορούσε να πιστέψει. Κάθε τριανταπέντε δευτερόλεπτα, ένας χτύπος καρδιάς. Κι η ανάσα του Σμιθ -πως να το πιστέψεις πάλι αυτό;- έβγαινε αδύναμη σα πνοή ανέμου κάθε τέσσερα δευτερόλεπτα. Κίνηση πνευμόνων, αδιόρατη. Θερμοκρασία; Εξήντα βαθμοί. Ο Χάρτλεϋ γέλασε. Δεν ήταν γέλιο χαράς. Ήταν ηχώ πιο πολύ που είχε χαθεί.
 -"Ζει λοιπόν!" είπε κουρασμένα. "Ζει! Μ' έκανε κι απελπίστηκα πολλές φορές. Του έκανα ενέσεις μ' αδρεναλίνη για να τονώσω αυτό το σφυγμό, αλλά δεν έφερε κανένα αποτέλεσμα. Δώδεκα βδομάδες είναι σ' αυτή τη κατάσταση. Κι ούτε μπορούσα πια να τη κρατήσω μυστική. Να γιατί σου τηλεφώνησα Ρόκγουελ. Ο Σμιθ πως να στο πω, είναι κάτι αφύσικο!"
     Κι αυτό το αφύσικο του πράγματος αναστάτωσε τον Ρόκγουελ. Ένιωθε τώρα μια ανεξήγητη ταραχή. Προσπάθησε ν' ανοίξει τα βλέφαρα του Σμιθ. Δε μπόρεσε. Γιατί τα βλέφαρά του ήτανε κολλημένα από μια ινώδη μεμβράνη. Η ίδια μεμβράνη ένωνε και τα χείλη του. Η ίδια μεμβράνη έκλεινε και τα ρουθούνια του. Πως μπορούσε λοιπόν ν' αναπνέει;
 -"Κι όμως αναπνέει", είπε ο Ρόκγουελ μουδιασμένος κι ένιωσε το στηθοσκόπιο να του πέφτει από τα χέρια. Το σήκωσε, κι είδε τα δάχτυλά του: έτρεμαν.
Ο Χάρτλεϋ, πανύψηλος, κοκαλιάρης, έσκυψε νευρικά πάνω από το τραπέζι.
 -"Ο Σμιθ δεν ήθελε να σε φωνάξω. Ωστόσο, εγώ σου τηλεφώνησα. Ο Σμιθ με προειδοποίησε πριν από μιαν ώρα. Δε ήθελε να 'ρθεις".
     Τα μάτια του Ρόκγουελ άνοιξαν θεόρατα μες σε πυρετικούς μαύρους κύκλους.
 -"Πως σε προειδοποίησε; Αφού δε μπορεί να κουνηθεί!"
     Το πρόσωπο του Χάρτλεϋ, αιχμηρό σα ξυριστική λεπίδα, σαγόνι μυτερό, μικρά αλλήθωρα μάτια, συσπάστηκε νευρικά.
 -"Ο Σμιθ... σκέφτεται. Κι εγώ γνωρίζω τις σκέψεις του. Φοβάται ότι θα τον εκθέσεις στον κόσμο. Με μισεί. Γιατί; Θέλω να τον σκοτώσω! Να γιατί! Και μάλιστα αυτή τη στιγμή". Ο Χάρτλεϋ έψαχνε στα τυφλά μέσα στο λεκιασμένο σακάκι του να βρει το πιστόλι, ένα πιστόλι από γαλάζιο ατσάλι. "Μάρφυ πάρτο αυτό. Πάρτο, προτού τ' αδειάσω πάνω στο βρωμερό κορμί του Σμιθ!"
     Ο Μάρφυ οπισθοχώρησε, μ' έντρομο το παχύ, κόκκινο πρόσωπό του.
 -"Δεν αγαπώ τα όπλα. Πάρτο εσύ Ρόκγουελ".
     Κι ο Ρόκγουελ, σα να ήταν κοφτερό νυστέρι η φωνή του, είπε:
 -"Πέταξε το περίστροφο Χάρτλεϋ. Παραλογίζεσαι! Κι είναι φυσικό έπειτα από τρεις μήνες που περιποιείσαι έναν άρρωστο. Έχεις ανάγκη από ύπνο". Έγλειψε τα χείλη του. "Ποια είναι η αρρώστια του Σμιθ;"
     Ο Χάρτλεϋ έγειρε προς τα πίσω. Το στόμα του μισάνοιξε, προφέροντας αργά μερικές λέξεις. Ο Ρόκγουελ νόμισε ότι τον έπαιρνε ο ύπνος.
 -"Όχι αρρώστια, όχι", κατάφερε να ψελλίσει: "Δε ξέρω τι είναι. Μα ένιωσα... πως να στο πω... να ζηλεύω, όπως ζηλεύει το μικρό παιδί όταν γεννιέται το αδερφάκι του. Κάτι λάθος συμβαίνει με τον Σμιθ. Κάτι κακό. Βοήθησέ με. Σε παρακαλώ, βοήθησέ με!"
 -"Μα φυσικά", είπε ο Ρόκγουελ χαμογελώντας: "Θα τον πάμε στη δική μου κλινική. Δεν υπάρχει κανείς. Κι είναι νομίζω το πιο κατάλληλο μέρος να τον υποβάλλουμε σε εξονυχιστική εξέταση, γιατί βέβαια... βέβαια... ο Σμιθ είναι το πιο απίστευτο φαινόμενο στην ιστορία της ιατρικής. Τα πτώματα δεν ενεργούν μ' αυτό τον τρόπο!" Δεν συνέχισε παρακάτω.
     Ο Χάρτλεϋ σημάδευε κιόλας με το περίστροφό του το στομάχι του Ρόκγουελ.
 -"Περίμενε! Περίμενε! Δεν... δεν πιστεύω να θάψεις τον Σμιθ. Νόμιζα ότι θα με βοηθούσες. Ο Σμιθ δεν είναι καλά. Τον θέλω σκοτωμένο! Είναι επικίνδυνος! Ξέρω πως είναι!"
     Τα βλέφαρα του Ρόκγουελ πετάρισαν. Ήτανε φανερό πια. Ο Χάρτλεϋ υπέφερε από ψυχονεύρωση. Δεν ήξερε τι έλεγε. Ο Ρόκγουελ ορθώθηκε μπροστά του, νιώθοντας μέσα του ήρεμος και ψυχρός.
 -"Αν σκοτώσεις τον Σμιθ, θα σε καταγγείλω για έγκλημα. Έχεις πάθει υπερκόπωση. Διανοητική και ψυχική. Πέταξε το πιστόλι από τα χέρια σου". Κοίταζαν στα μάτια ο ένας τον άλλο. Προχώρησε ήρεμα προς αυτόν, πήρε το περίστροφο και τονε χτύπησε απαλά στη πλάτη, απαλά και με κατανόηση. Έπειτα έδωσε το περίστροφο στον Μάρφυ, που το κοίταζε σα να φοβόταν μήπως το δαγκώσει. "Κάλεσε το νοσοκομείο Μάρφυ. Θα πάρω άδεια μια βδομάδα. Ίσως και περισσότερο. Πες τους ότι θα κάνω έρευνες στη κλινική μου". Το κόκκινο, πλατύ πρόσωπο του Μάρφυ, σκυθρώπιασε:
 -"Τι να το κάνω τούτο το περίστροφο;" Ο Χάρτλεϋ έκλεισε με πάταγο τα δόντια του, ερμητικά.
 -"Φύλαξέ το. Θα σου χρειαστεί... αργότερα".
     Ο Ρόκγουελ ένιωθε τη λαχτάρα να φωνάξει δυνατά στον κόσμο πως ήταν ο μόνος άνθρωπος πάνω στη Γη που 'χε στη κατοχή του το πιο αλλόκοτο ανθρώπινο ον στην ιστορία. Ο ήλιος έλαμπε μες στο έρημο δωμάτιο της κλινικής που ο Σμιθ, δίχως λέξη να λέει, κείτονταν ασάλευτος στο τραπέζι, με κείνο τ' όμορφο πρόσωπο του να 'χει παγώσει σε πράσινη, απαθή έκφραση. Προχώρησε ήρεμα μες στο δωμάτιο. Έβγαλε το στηθοσκόπιο και τ' ακούμπησε πάνω στο πράσινο στήθος. 'Ακουσε το στηθοσκόπιο να βγάζει παράξενο ήχο, όμοιο με τον ήχο που βγάζει το μέταλλο σα το χτυπάς σ' ένα σκαθάρι. Ο Μακ Γκουάιρ, όρθιος στο πλάι, κοίταζεν αβέβαια το σώμα του Σμιθ. Η ανάσα του βρωμοκοπούσε. Πριν από λίγο είχε πιει αναρίθμητα μπουκάλια μπύρα. Ο Ρόκγουελ άκουγε με οδυνηρή ένταση.
 -"Ίσως να ταρακουνήθηκε από το νοσοκομειακό..." είπε, κι αμέσως έβγαλε μια κραυγή. Ευτυχώς, ο Μακ Γκουάιρ, με ένα βήμα, βρέθηκε πλάι του.
 -"Τι συμβαίνει;"
 -"Ρωτάς;" είπε ο Ρόκγουελ κοιτάζοντας γύρω του απελπισμένος. Έπειτα έσφιξε τη γροθιά του: "Πεθαίνει ο Σμιθ!"
 -"Πως το ξέρεις; O Χάρτλεϋ είπε ότι ο Σμιθ κάνει τον ψόφιο κοριό. Στην έσκασε πάλι..."
 -"Όχι!" Ο Ρόκγουελ δούλευε παράφορα τώρα πάνω από το σώμα του Σμιθ. Ένεση, κι άλλη ένεση. Κι αυτό το φάρμακο! Και εκείνο το φάρμακο, οτιδήποτε! Όλα τα φάρμακα. Μες στο σώμα του Σμιθ. Και να ορκίζεται. Δε μπορεί! Έπειτα απ' όλη αυτή την αναστάτωση δε θα τον έχανε τον Σμιθ. Όχι! Όχι τώρα. Το σώμα του Σμιθ τρανταζόταν ολόκληρο τώρα. Ζάρωνε, τεντωνόταν, στριφογύριζε, έφτανε στη τέλεια παραφροσύνη της κίνησης κι έβγαζε έναν ήχο σα να 'σκαγεν ηφαίστειο ξεχύνοντας λάβα καυτή. Ο Ρόκγουελ πάσχιζε να κρατήσει την ψυχραιμία του. Το 'βλεπε πια. Ο Σμιθ ήτανε σπάνια περίπτωση. Φυσιολογική θεραπεία δε σήμαινε τίποτα γι' αυτόν. Τότε λοιπόν; Τι;
     Ο Ρόκγουελ κοιτούσε. Πάνω στη σκληρή σάρκα του Σμιθ έπεσε μια ηλιαχτίδα. Ζεστή ηλιαχτίδα. 'Αστραψε για μια στιγμή κι έσταζε πάνω του αφού ακροζυγιάστηκε στην άκρη του στηθοσκοπίου. Ο ήλιος. Καθώς κοιτούσε, σύννεφα σκέπασανε τον ουρανό. Κρύψανε τον ήλιο. Το δωμάτιο σκοτείνιασε. Το σώμα του Σμιθ ακινητοποιήθηκε μες στη σιγή. Σβήσανε κι οι ηφαιστειακές παλίρροιες.
 -"Μακ Γκουάιρ! Κλείσε τις γρίλιες!" Ο Μακ Γκουάιρ τις έκλεισε. Η καρδιά του Σμιθ χτυπούσε αργά, πολύ αργά τώρα, ρυθμίζοντας τους χτύπους της στη σπάνια συχνότητα της αναπνοής. "Ο ήλιος του κάνει κακό. Εξουδετερώνει κάποια λειτουργία. Δεν ξέρω τι ακριβώς, ούτε πως γίνεται κάτι τέτοιο, πάντως του κάνει κακό..." Ο Ρόκγουελ ησύχασε: "Θε μου θα 'ταν τρομερό να χάσω τον Σμιθ. Για τίποτα στον κόσμο δε θα το 'θελα. Ο Σμιθ είναι διαφορετικός. Ενεργεί με τα δικά του κριτήρια, είν' ικανός να κάνει πράγματα που οι άνθρωποι δε τα κάνανε ποτέ. Ξέρεις κάτι Μάρφυ;"
 -"Τι;"
 -"Ο Σμιθ δε νιώθει καμιά αγωνία. Ούτε κι είν' έτοιμος να πεθάνει. Δε θα 'νιωθε καλύτερα πεθαμένος κι ας λέει ο Χάρτλεϋ ό,τι θέλει. Χτες βράδυ, καθώς τονε τοποθετούσα πάνω στο φορείο για να τον μεταφέρω στη κλινική, κατάλαβα ξαφνικά πως με συμπαθεί".
 -"Δεν είμαστε καλά! Πρώτα ο Χάρτλεϋ. Και τώρα συ. Πως το ξέρεις ότι ο Σμιθ σε συμπαθεί. Σου το 'πε;"
 -"Δε μου το 'πε. Αλλ' η συνείδησή του λειτουργεί κάτω απ' αυτή τη σκληρή σάρκα. Έχει επίγνωση ο Σμιθ. Ναι αυτό είναι! Έχει επίγνωση. Το πράγμα είναι ξεκάθαρο κι απλό. Ο Σμιθ παραλύει σιγά-σιγά. Σε λίγο θα πεθάνει. Είναι βδομάδες τώρα που δεν έφαγε τίποτα. Έτσι είπε ο Χάρτλεϋ. Τονε συντηρούσε μ' ενδοφλέβιους ορούς ως τη στιγμή που σκλήρυνε τόσο πολύ το πετσί του, ώστε η βελόνα δε μπορούσε πια να τονε τρυπήσει".
     Τρίζοντας, άνοιξε σιγά η πόρτα του θαλάμου. Σήκωσε τα μάτια του ο Ρόκγουελ κι είδε τον Χάρτλεϋ, με ξεκούραστο το τραχύ του πρόσωπο έπειτα από τόσες ώρες ύπνο, με τα ίδια κείνα γκριζόμαυρα μάτια του, εχθρικό, να στέκεται πανύψηλος στη πόρτα.
 -"Αν φύγετε από το θάλαμο", είπε σιγά, "θα καταστρέψω τον Σμιθ μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Λοιπόν; Τι έχετε να πείτε;"
 -"Μη κάνεις βήμα!" είπεν ο Ρόκγουελ και προχώρησε προς τον Χάρτλεϋ. Έβραζε μέσα του: "Κάθε φορά που θα 'ρχεσαι 'δώ μέσα πρέπει να σ' υποβάλω σ' έρευνα. Ειλικρινά, δε σου 'χω εμπιστοσύνη". Τον έψαξε. Δε βρήκε όπλο. "Γιατί δεν μου είπες τίποτα για τον ήλιο;"
 -"Ε;" Αργά κι απαλά του ξέφυγε η λέξη: "Α... βέβαια! Το ξέχασα. Προσπάθησα να μετακινήσω τον Σμιθ πριν από πολλές βδομάδες. Ο ήλιος τον χτύπαγε κι είχε αρχίσει να πεθαίνει πραγματικά. Και φυσικά, σταμάτησα τη προσπάθεια να τον μετακινήσω. Έδινε την εντύπωση πως ήξερε τι θα συνέβαινε. Αόριστα. Ίσως και να το 'χε σχεδιασμένο. Δεν είμαι σίγουρος. Όσο μιλούσε ακόμα κι έτρωγε σα λιμασμένος, πριν να πετρώσει τελείως το κορμί του, μου σύστησε να μη τον μετακινήσω επί δώδεκα βδομάδες. Είπε πως δεν του άρεσε ο ήλιος. Είπε πως ο ήλιος θα κατέστρεφε τη ζωή. Εγώ νόμιζα πως αστειευόταν. Δεν αστειευόταν! Έτρωγε σα ζώο, σα πεινασμένο, άγριο ζώο που 'χε πέσει σε κώμα. Και τώρα εδώ..." Ο Χάρτλεϋ σα να τονε καταράστηκε μες από τα δόντια του: "Μακάρι να τον αφήνατε στον ήλιο ώσπου να ψοφήσει".
     Ο Μακ Γκουάιρ κινήθηκε με τα διακόσια πενήντα του κιλά.
 -"'Ακουσε 'δώ. Αν προφτάσουμε την αρρώστια του Σμιθ;" O Χάρτλεϋ κοίταξε το σώμα κι οι κόρες των ματιών του μίκρυναν:
 -"Ο Σμιθ δεν είν' άρρωστος. Μη μου πείτε πως δεν αναγνωρίζετε τη σήψη όταν την αντικρίσετε! Είναι σα τον καρκίνο. Τον καρκίνο δεν τονε προλαβαίνεις, κληρονομείς μια τάση. Δεν άρχισα να φοβάμαι και να μισώ τον Σμιθ παρά πριν από μια βδομάδα, όταν ανακάλυψα πως αναπνέει κι υπάρχει και συντηρείται θαυμάσια με σφραγισμένα τα ρουθούνια και το στόμα. Δεν είναι δυνατό να συμβαίνει κάτι τέτοιο. Δε πρέπει να συμβαίνει!"
 -"Τι θα συμβεί", άρχισε να λέει ο Μακ Γκουάιρ με τρεμάμενη φωνή, "τι θα συμβεί αν εσύ, εγώ κι ο Ρόκγουελ, γίνουμε πράσινοι ξαφνικά και μια πανούκλα σαρώσει τη χώρα, μου λες;"
 -"Τότε", απάντησεν ο Ρόκγουελ, "αν δεν κάνω λάθος, -ίσως και να κάνω δηλαδή-, θα πεθάνω. Αλλ' αυτό δε με φοβίζει καθόλου". Έστριψε τη πλάτη του στον Σμιθ και συνέχισε τη δουλειά του.
     Μια καμπάνα. Δυο καμπάνες. Δέκα, είκοσι καμπάνες, εκατό! Χίλιες! Χιλιάδες χιλιάδων ηχηρές, θεόρατες, μεταλλικές καμπάνες. Γεννημένες στη στιγμή μες από τη σιωπή, εκκωφαντικές, σκορπίζοντας στο χάος το ουρλιαχτό τους. Χτυπώντας, τραγουδώντας με δυνατές και χαμηλές φωνές, τενόροι, μπάσοι κι υψίφωνοι. Τεράστια γλωσσίδια που χτυπάνε το μέταλλο κι αναρριπίζουνε τον αγέρα με το τρεμουλιαστό κύμα του ήχου! Μ' όλες μαζί κείνες τις καμπάνες να χτυπούν, ο Σμιθ δε μπόρεσε αμέσως να καταλάβει που βρισκόταν. Ήξερε πως δε μπορούσε να δει -ήτανε σφραγισμένα τα βλέφαρα του-, ήξερε πως δεν μπορούσε να μιλήσει -ήτανε σφραγισμένα τα χείλη του. Τα αφτιά του είχανε κλείσει ερμητικά, μα οι καμπάνες σφυροκοπούσανε την ακοή του. Δεν μπορούσε να δει. Μα, ναι, βέβαια, μπορούσε! Κι ήτανε σα να βρισκότανε στο βάθος μιας μικροσκοπικής μαυροκόκκινης σπηλιάς, σάμπως τα μάτια του να στραφήκανε προς τα μέσα πάνω στο κρανίο του. Κι αγωνιζόταν να κουνήσει τη γλώσσα του και ξαφνικά, πασχίζοντας να ξεφωνίσει, κατάλαβε ότι δεν είχε γλώσσα κι ότι στη θέση της υπήρχε ένα κενό, ένα κενό που γύρευε μια γλώσσα, μα δε μπορούσε να την αποκτήσει αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή. Δεν είχε γλώσσα λοιπόν. Παράξενο. Μα πως; Προσπάθησε να σταματήσει τις καμπάνες. Κι οι καμπάνες σταμάτησαν, ευλογώντας τον με μια σιγή που τονε τύλιξε σε μια κρύα κουβέρτα. Παράξενα πράγματα συντελούνταν. Παράξενα. Προσπάθησε να κουνήσει κάποιο δάχτυλο, μα είχε χάσει τον έλεγχο. Ένα πόδι, ένα χέρι, το κεφάλι του, οτιδήποτε. Τίποτε δε μπορούσε να κουνηθεί. Κορμί, μέλη, ασάλευτα, παγωμένα μέσα σ' ένα στενόμακρο χώρο που 'χε τις διαστάσεις φέρετρου.
     Έπειτα από λίγο, ήρθε η ανήκουστη ανακάλυψη πως δεν ανέπνεε πια.
"ΕΠΕΙΔΗ ΔΕΝ ΕΧΩ ΠΝΕΥΜΟΝΕΣ!" κραύγασε. Μέσα του κραύγασε κι αυτή η εγκεφαλική κραυγή ρουφήχτηκε βαθιά, αναδιπλώθηκε, σβόλιασε και ταξίδεψε ράθυμα για να χαθεί σ' ένα μαυροκόκκινο αφρό. Σ' ένα κόκκινο, κοιμισμένο αφρό που αργά κι υπνωτισμένα τύλιξε τη κραυγή, τη στραγγάλισε και την εξαφάνισε, ανακουφίζοντας τον Σμιθ. "Δε φοβάμαι", σκέφτηκε. "Καταλαβαίνω αυτό που δεν καταλαβαίνω. Καταλαβαίνω πως δε φοβάμαι κι ωστόσο δε ξέρω γιατί. Δίχως γλώσσα, δίχως μύτη, δίχως πνεύμονες". Όμως αυτά θα 'ρχονταν αργότερα. Ναι οπωσδήποτε θα 'ρχονταν, γιατί τώρα συνέβαιναν μέσα του παράξενα πράγματα...
     Μες από τους πόρους του κορμιού του, δηλαδή μέσα από το κέλυφος που κάλυπτε το κορμί του, γλίστρησε σα βροχή ποτιστική που φτάνει ως τ' απόμακρα κύτταρά του δίνοντάς του ζωή. Ανασαίνοντας μες από δισεκατομμύρια βράγχια, εισπνέοντας οξυγόνο, άζωτο, υδρογόνο και διοξείδιο του άνθρακος. Κατάπληκτος. Η καρδιά του... η καρδιά του άραγε χτυπούσε ακόμα; Μα βέβαια χτυπούσε! Αργά-αργά, πολύ αργά. Κι ένας κοκκινωπός, αμυδρός ψιθυρισμός, σα κύμα, ένα ποτάμι που τονε τυλίγει παντούθε, αργά, κι ακόμα πιο αργά, πιο αργά. Τι ωραία! Τι άνετα!

     Οι κύβοι του θαυμάσιου παιχνιδιού συναρμολογήθηκαν σιγά-σιγά και σταθερά, όσο κυλούσαν οι μέρες και γίνονταν βδομάδες. Ο Μακ Γκουάιρ βοηθούσε. Ήτανε χειρούργος που 'χεν αποσυρθεί κι είχε χρηματίσει γραμματέας του Ρόκγουελ για πολλά χρόνια. Δε πρόσφερε βέβαια και τίποτα σπουδαίο, μα ήτανε καλός για συντροφιά. Ο Ρόκγουελ παρατήρησε ότι ο Μακ Γκουάιρ έκανε χοντρά αστεία σε βάρος του Σμιθ. Και μ' έναν αφύσικο εκνευρισμό. Προσπαθώντας να διατηρήσει την ψυχραιμία του. Μια μέρα, όμως, ο Μακ Γκουάιρ σταμάτησε το καλοσκέφτηκε και μίλησε σέρνοντας τη φωνή του:
 -"Χε! Τώρα μου 'ρθε! Ο Σμιθ είναι ζωντανός. Έπρεπε να 'ναι πεθαμένος. Μα είναι ζωντανός. Ο Θεός να βάλει το χέρι του!" Ο Ρόκγουελ χαμογέλασε:
 -"Μα τι νομίζεις; Ότι χαζεύω; Την άλλη βδομάδα, θα φέρω έν' ακτινοσκοπικό μηχάνημα και θ' ανακαλύψω τι κρύβεται κάτω από το κέλυφος του Σμιθ". Ο Ρόκγουελ πήγε να τρυπήσει το κέλυφος με μια βελόνα. Κι η βελόνα έσπασε πάνω στο σκληρό όστρακο. Προσπάθησε μ' άλλη βελόνα κι άλλη, ώσπου στο τέλος τα κατάφερε. Τρύπησε το κέλυφος, πήρε αίμα και το 'βαλε στο μικροσκόπιο. Έπειτα απ' ώρες, έσπρωξεν ήρεμα έν' όροτεστ κάτω από τη μύτη του Μακ Γκουάιρ και μίλησε γρήγορα: "Θεέ μου, δε μπορώ να το πιστέψω. Το αίμα του είναι μικροβιοκτόνο. Έχυσα μέσα του μια ποσότητα στρεπτόκοκκων κι ο στρεπτόκοκκος εξοντώθηκε μέσα σ' οχτώ δευτερόλεπτα! Όποια αρρώστια κι αν ρίξεις μες στο αίμα του, ο Σμιθ τις εξοντώνει όλες!"
     Από κει κι έπειτα, ως τη στιγμή κι άλλων ανακαλύψεων, ήτανε ζήτημα ωρών. Ο Ρόκγουελ έμενε ξάγρυπνος στριφογυρίζοντας στο κρεβάτι του κι έμενε έκθαμβος καθώς ταξινομούσε μια-μια, θεωρητικά, τις απίστευτες εκείνες ιδέες. Λόγου χάρη...
     Μέχρι πρόσφατα ο Χάρτλεϋ τάιζε καθημερινά τον Σμιθ μ' ενδοφλέβιες τροφές. Ούτε μια από αυτές τις τροφές δεν είχε καταναλωθεί! Αντίθετα, όλες είχαν αποθηκευτεί, όχι βέβαια σε τίποτα λιπαρά στρώματα, αλλά με μια ολωσδιόλου ασυνήθιστη λύση: σε ένα ακτινικό υγρό υψηλής συμπύκνωσης μες στο αίμα του Σμιθ. Μια ουγκιά από το υγρό αυτό μπορούσε να θρέψει επί τρεις μήνες έναν άνθρωπο. Κυκλοφορούσε μες σ' ολόκληρο το σώμα ώσπου να χρειαστεί σε μια κατάλληλη στιγμή και να χρησιμοποιηθεί. Πιο εξυπηρετικό κι από το λίπος. Πολύ πιο εξυπηρετικό! Ο Ρόκγουελ φλεγόταν απ' αυτή την ανακάλυψη. Μέσα στο αίμα του Σμιθ ήταν αποθηκευμένο τόσον ακτινικό υγρό, όσο έφτανε για να κρατήσει μήνες. Ο Μακ Γκουάιρ όταν του το είπε, κοίταξε με θλίψη τη θεόρατη κοιλιά του.
 -"Μακάρι να μπορούσα κι εγώ ν' αποθηκέψω μ' αυτό τον τρόπο τη τροφή μου". Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Ο Σμίθ χρειαζόταν ελάχιστο αέρα. Φαίνεται πως τον εξασφάλιζε με κάποια οσμωτική διαδικασία μέσω του δέρματος. Και χρησιμοποιούσε ακόμα και το τελευταίο μόριο απ' αυτό τον αέρα. Όχι σπατάλες.
 -"Και βέβαια", τελείωσε τις εξηγήσεις ο Ρόκγουελ, "η καρδιά του... ναι, σου φαίνεται απίθανο, η καρδιά του καθώς δείχνει, μπορεί να ξεκουράζεται όποτε θέλει..."
 -"Δηλαδή;"
 -"Να σταματά. Να σταματά εντελώς!"
 -"Μα τότε θα πέθαινε!" είπε ο Μακ Γκουάιρ.
 -"Για σένα και για μένα, ναι! Για τον Σμιθ, ίσως! Δεν είναι βέβαιο. Ίσως...Σκέψου το, Μακ Γκουάιρ. Συνοψίζω: στον Σμιθ, υπάρχει ένα σύστημα αυτοκαθαρισμού του αίματος που δεν απαιτεί εξωτερικήν ανανέωση, αλλά διαθέτει εσωτερικήν αυτάρκεια που μπορεί να το συντηρήσει επί μήνες, μ' ελάχιστες πιθανότητες διαταραχής. Δε γίνεται η οποιαδήποτε αποβολή άχρηστης ύλης, επειδή ακριβώς το κάθε μόριο χρησιμοποιείται πλήρως, αυτοεξελίσσεται κι είναι έτοιμο να εξοντώσει οποιοδήποτε ζωικό μικρόβιο. Κι ύστερα ο Χάρτλεϋ, μας μιλάει γι' αποσύνθεση!"
     Ο Χάρτλεϋ ταράχθηκε όταν άκουσε τον Ρόκγουελ να του μιλάει για τις ανακαλύψεις του. Μα δε σταμάτησε να επιμένει πως ο Σμιθ είχε μπει στο στάδιο της αποσύνθεσης, ότι ήταν επικίνδυνος.
 -"Πως μπορούμε να ξέρουμε", είπεν ο Μακ Γκουάιρ, "ότι δε πρόκειται για κάποια σούπερ-μικροσκοπική ασθένεια που εξουδετερώνει όλα τ' άλλα βακτηρίδια τη στιγμή που κατατρώει το θύμα του; 'Αλλωστε κι ο ελώδης πυρετός χρησιμοποιείται συχνά από την ιατρική για τη καταπολέμηση της σύφιλης. Γιατί τάχα να μη πρόκειται για ένα νέο βάκιλο που κατανικά όλους τους άλλους;"
 -"Αξιόλογη παρατήρηση", είπε ο Ρόκγουελ. "Δεν είμαστε άρρωστοι όμως. Ή κάνω λάθος;"
 -"Μπορεί ο βάκιλος να επωάζεται στα σώματά μας".
 -"Τυπική ιατρική απάντηση, ξεπερασμένης σχολής. Καμιά σημασία δεν έχει τι συμβαίνει σ' έναν άνθρωπο. Ο άνθρωπος χαρακτηρίζεται ασθενής, όταν διαφοροποιείται από τη πεπατημένη αντίληψη περί υγείας. Αυτό είναι δική σου ιδέα Χάρτλεϋ", είπε ο Ρόκγουελ, "όχι δική μου. Οι γιατροί δεν ικανοποιούνται παρά μόνο όταν φτάνουν στη διάγνωση και ταξινομούν τη κάθε περίπτωση ξεχωριστά. Εγώ πιστεύω πάντως ότι ο Σμιθ είν' υγιής πέρα για πέρα. Τόσο υγιής μάλιστα, ώστε σε κάνει να τονε φοβάσαι..."
 -"Είσαι τρελός", είπεν ο Μακ Γκουάιρ.
 -"Μπορεί. Δε νομίζω όμως ότι ο Σμιθ χρειάζεται ιατρική επέμβαση. Απεργάζεται τη δική του σωτηρία. Εσύ πιστεύεις ότι ο Σμιθ έχει μπει στο στάδιο της αποσύνθεσης. Εγώ λέω πως ...αναπτύσσεται".
 -"Κοίτα το δέρμα του", γκρίνιαξε ο Μακ Γκουάιρ.
 -"Πρόβατο κάτω από δέρμα λύκου. Εξωτερικώς, η σκληρή, εύθραυστη επιδερμίδα. Εσωτερικώς, μια ρυθμισμένη στην εντέλεια αναδιοργάνωση, μια αλλαγή. Γιατί; Θαρρώ πως βρίσκομαι στα πρόθυρα της ανακάλυψης. Αυτές οι αλλαγές μες στο σώμα του Σμιθ είναι τόσο βίαιες, ώστε χρειάζονται ένα κέλυφος για να προστατεύει τη δραστικότητά τους. Κι όσο για σένα Χάρτλεϋ, θα 'θελα να μου απαντήσεις τίμια: όταν ήσουν νέος, φοβόσουν ή όχι τα έντομα, τις αράχνες κι ότι άλλο ενοχλητικό;"
 -"Ναι".
 -"Συνεννοηθήκαμε λοιπόν. Εδώ πρόκειται για φοβία. Μια φοβία που τη προτάσσεις στη παρουσία του Σμιθ. Κι αυτό εξηγεί την απέχθειά σου για την αλλαγή του".
     Τις επόμενες βδομάδες, ο Ροκγουελ άρχισε ν' ανασκαλεύει με πολλή προσοχή τη προηγούμενη ζωή του Σμιθ. Επισκέφτηκε το ηλεκτρονικό εργαστήρι που είχε προσληφθεί και στη συνέχεια αρρώστησε. Μπήκε μες στο θάλαμο που πέρασε τις πρώτες βδομάδες της "αρρώστιας" του, με τον Χάρτλεϋ στο πλευρό του. Εξέτασε προσεκτικά τα μηχανήματα που βρίσκονταν εκεί, σε κάποια γωνιά του θαλάμου. Κι εκείνο το μηχάνημα, κάτι του έλεγε... για κάτι ακτινοβολίες...

     Ο Ρόκγουελ φεύγοντας από τη κλινική του, κλείδωσε τον Σμιθ κι έβαλε τον Μακ Γκουάιρ να φυλά τη πόρτα σε περίπτωση που ο Χάρτλεϋ θα 'κανε καμιά ανοησία. Ο Σμιθ ήταν εικοσιτριών ετών. Οι λεπτομέρειες της ζωής του ήταν απλές. Είχε εργαστεί πειραματικά, επί πέντε χρόνια, σε ηλεκτρονικά εργαστήρια. Ποτέ στη ζωή του δεν αρρώστησε από σοβαρή ασθένεια.
     Καθώς περνούσαν οι μέρες, ο Ρόκγουελ παραδινόταν σ' ατελείωτους περιπάτους. Περπατούσε μονάχος πάνω στην ξερή λάσπη που έζωνε την κλινική. Αυτό του έδινε καιρό να σκεφτεί και να τοποθετήσει σε βάσεις λογικές την απίστευτη θεωρία που έπαιρνε σιγά-σιγά μες στο μυαλό του μια ενιαία μορφή.
     Κι ένα απομεσήμερο σταμάτησε πλάι σε κάποιο γιασεμί που άνθιζε τη νύχτα έξω από τη κλινική, σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών, χαμογελώντας και ξεκόλλησε από ένα ψηλό κλαδί κάτι μαύρο κι αστραφτερό. Το κοίταξε για λίγο και το 'βαλε στη τσέπη. Έπειτα μπήκε στο κτίριο της κλινικής. Φώναξε τον Μακ Γκουάιρ που βρισκόταν στη βεράντα. Πίσω από τον Μακ Γκουάιρ σερνόταν ο Χάρτλεϋ απειλώντας θεούς και δαίμονες, γκρινιάζοντας. Καθίσανε κι οι τρεις τους σε μιαν αίθουσα αναμονής κι ο Ρόκγουελ τους είπε:
 -"Ο Σμιθ δε πάσχει από τίποτα. Δεν είναι άρρωστος. Τα μικρόβια δε μπορούν να ζήσουν στο κορμί του. Δε κατοικείται από νεράϊδες, ούτε από υπερφυσικά τέρατα που τονε γέμισαν ολόκληρο. Αυτό το λέω για να δείξω ότι δεν άφησα τίποτα που να μη το ερευνήσω. Απορρίπτω κάθε φυσιολογική διάγνωση για τον Σμιθ. Προτείνω τη πιο σημαντική, τη πιο ευκόλως αποδεκτή πιθανότητα της... εμπρόθεσμης κληρονομικής μεταλλαγής".
 -"Μεταλλαγής;" έκανε ο Μακ Γκουάιρ μ' αλλόκοτη φωνή. Ο Ρόκγουελ έβγαλε από την τσέπη του το λαμπερό αντικείμενο. Το σήκωσε στο φως.
 -"Βρήκα τούτο το πραγματάκι κολλημένο σ' ένα θάμνο στο κήπο. Αυτό ακριβώς θα ερμηνεύσει τέλεια τη θεωρία μου. Αφού μελέτησα τα συμπτώματα του Σμιθ, εξετάζοντας το εργαστήριό του κι ένα σωρό από τούτα τα μικρά πραγματάκια" - έκανε παίζοντας στα δάχτυλά του το μαύρο αντικείμενο, "βεβαιώθηκα. Πρόκειται για μεταμόρφωση. Για διαφοροποίηση των κυττάρων, γι' αλλαγή και μεταλλαγή έπειτα από τη γέννηση. Να η απόδειξη. Πιάστο. Αυτό είναι ο Σμιθ".
Κι άπλωσε το αντικείμενο στον Χάρτλεϋ. Ο Χάρτλεϋ το πήρε από τα χέρια του διστακτικά.
 -"Αυτό είναι χρυσαλίδα από κάμπια", είπε. Ο Ρόκγουελ συμφώνησε μ' ένα κούνημα του κεφαλιού.
 -"Ακριβώς", είπε.
 -"Δε πιστεύω να εννοείς ότι ο Σμιθ είναι... χρυσαλίδα;"
 -"Μα δεν το εννοώ απλώς. Το διακηρύττω!" απάντησεν ο Ρόκγουελ. Στεκόταν όρθιος πάνω από το σώμα του Σμιθ μες στο σκοτάδι. Ο Χάρτλεϋ κι ο Μακ Γκουάιρ κάθονταν ήρεμα μέσα στο θάλαμο του ασθενή κι άκουγαν. Ο Ρόκγουελ άγγιξε απαλά τον Σμιθ. "Ας υποθέσουμε πως, από την άποψη της ζωής, υπάρχει κάτι περισσότερο από το να γεννηθείς, να ζήσεις εβδομήντα χρόνια και να πεθάνεις. Ας υποθέσουμε ότι υπάρχει έν' ακόμα μεγαλύτερο βήμα σ' αυτό που λέμε ζωική ύπαρξη κι ότι ο Σμιθ είν' ο πρώτος από μας που το πραγματοποιεί. Κοιτάζοντας μια κάμπια, διαπιστώνουμε πως τη θεωρούμε έν' αντικείμενο στατικό. Όμως η κάμπια μεταλλάζει και μεταμορφώνεται σε πεταλούδα. Γιατί; Δεν υπάρχουν τελεσίδικες θεωρίες για να το εξηγήσουν. Η μεταμόρφωση αυτή αποτελεί βασικά μια πρόοδο, μιαν εξελικτική πορεία. Το ζήτημα είναι πως έν' υποθετικά αμετάβλητον αντικείμενο μεταβάλλεται σ' έν' ενδιάμεσον αντικείμενο, εντελώς αγνώριστο, μεταβάλλεται σε χρυσαλίδα από όπου ξεπηδά η πεταλούδα. Εξωτερικά, η χρυσαλίδα δημιουργεί την εντύπωση πως είναι κάτι νεκρό. Αυτό είναι παραπλανητικό. Ο Σμιθ, όπως βλέπετε, μας παραπλάνησε. Εξωτερικά είναι νεκρός. Εσωτερικά όμως, περιδινήσεις υγρών ανασκευή των κυττάρων, χημικές αναστατώσεις, μια κρυφή προετοιμασία για έναν άγριο σκοπό. Από σκουλήκι σε κουνούπι, από κάμπια σε πεταλούδα από Σμιθ σε...;"
 -"Ο Σμιθ είναι χρυσαλίδα;" είπε ο Μακ Γκουάιρ γελώντας βαριά.
 -"Ναι".
 -"Οι άνθρωποι δεν λειτουργούν μ' αυτό τον τρόπο".
 -"Κόφτο Μακ Γκουάιρ. Αυτό το εξελικτικό στάδιο είναι πολύ μεγάλο για να το συλλάβεις. Κοίταξε αυτό το σώμα και πες μου οτιδήποτε άλλο θέλεις. Δέρμα, μάτια, αναπνοή, κυκλοφορία του αίματος. Βδομάδες τώρα αφομοίωνε τη τροφή του γι' αυτή τη χειμερία νάρκη. Γιατί άραγε έτρωγε τόσο μεγάλες ποσότητες, τι τη χρειαζόταν αυτή την ακτινική ουσία στο αίμα του, αν όχι για τη μεταμόρφωσή του; Κι η αιτία για όλα αυτά... οι ακτινοβολίες. Έντονες ακτινοβολίες από τα χημικά όργανα στο εργαστήριο του Σμιθ. Προσχεδιασμένο, ή συμπτωματικό, δε ξέρω. 'Αγγιξα μια πλευρά από τη βασική γενεσιουργό δομή του, κάποια πλευρά από την εξελικτική διαδικασία του ανθρώπου που δε προοριζόταν να λειτουργήσει ίσως για χιλιάδες χρόνια ακόμα".
 -"Πιστεύεις ότι κάποια μέρα όλοι οι άνθρωποι..."
 -"Η μύγα δε μένει για πολύ στα λιμνάζοντα νερά, ούτε το σκουλίκι στο χώμα, ή η κάμπια πάνω στο λαχανόφυλλο. Όλ' αυτά μεταμορφώνονται, γεμίζοντας κύματα-κύματα το χώρο. Ο Σμιθ αποτελεί απάντηση στο πρόβλημα 'Τι θα συμβεί μετά στον άνθρωπο; Που πάμε από εδώ και πέρα;' Είμαστε αντιμέτωποι με τη μοίρα να ζούμε μέσα σ' αυτό το σύμπαν. Ο άνθρωπος, όπως είναι σήμερα, δεν είναι έτοιμος να ορθωθεί ενάντια στο σύμπαν. Η ελάχιστη προσπάθεια καταπονεί τον άνθρωπο, η υπερκόπωση σκοτώνει τη καρδιά του, η αρρώστια το σώμα του. Ο Σμιθ ίσως να 'ν' έτοιμος να δώσει απάντηση στο πρόβλημα των φιλοσόφων για το ποιος είν' ο σκοπός της ζωής. Ίσως να μπορέσει να δώσει στη ζωή καινούριο σκοπό. Κι ο λόγος είναι γιατί όλοι μας δεν είμαστε τίποτα άλλο από ασήμαντα έντομα, που αγωνιζόμαστε πάνω σ' ένα πλανήτη που μοιάζει με το κεφάλι της καρφίτσας. Ο σκοπός του ανθρώπου δεν είναι να παραμείνει εδώ, ν' αρρωσταίνει και να γίνεται ασήμαντος κι αδύναμος. Ωστόσο δεν ανακάλυψε ακόμα το μυστικό της πληρέστερης γνώσης. Κι όμως, άλλαξε τον άνθρωπο. Φτιάξε το δικό σου τέλειο άνθρωπο. Τον... τον υπεράνθρωπό σου αν θες. Εξαφάνισε τη χυδαία νοοτροπία, χάρισέ του πλήρη έλεγχο του εαυτού σου: βιολογικό, νευρολογικό, ψυχολογικό. Προίκισε τον με ξεκάθαρη, διορατική σκέψη, χάρισέ του μια ακαταπόνητη αρτηριακή λειτουργία, ένα κορμί που μπορεί να ζει μήνες πολλούς χωρίς τροφή από έξω, που να μπορεί να προσαρμόζεται σ' οποιοδήποτε κλίμα και να σκοτώνει κάθε αρρώστια. Απελευθέρωσε τον άνθρωπο από τα δεσμά της σάρκας κι από τη μιζέρια της σάρκας και δε θα 'ναι πια κακόμοιρο τιποτένιο πλάσμα που φοβάται να ονειρευτεί επειδή ξέρει πως ανάμεσα σ' αυτόν και τη πραγματοποίηση των ονείρων, μεσολαβεί τούτο το εύθραυστο κορμί. Τότε θα 'ν' έτοιμος να εξαπολύσει τον πόλεμο, το μόνο πόλεμο που αξίζει να γίνει: τη σύγκρουση του ξαναγεννημένου ανθρώπου μ' ολόκληρο το καταραμένο το σύμπαν!"
     Κρατώντας την ανάσα του, με φωνή βραχνή και με τη καρδιά του να χτυπά σα καμπάνα, ο Ροκγουελ έσκυψε πάνω από τον Σμιθ, ακούμπησε τα χέρια του με σιγουριά πάνω στη κρύα επιφάνεια της χρυσαλίδας κι έκλεισε τα μάτια. Τον είχε κυριέψει το θάμπος. Η δύναμη, η ορμή κι η πίστη στο φαινόμενο Σμιθ, θα 'λεγες πως τονε διαπερνούσε. Είχε δίκιο. Το 'ξερε πως είχε δίκιο. 'Ανοιξε τα μάτια κι αντίκρισε τον Μακ Γκουάιρ και τον Χάρτλεϋ που δεν ήταν παρά μονάχα σκιές μες στο αχνοφωτισμένο δωμάτιο. Έπειτα από σιγή πολλών δευτερολέπτων, ο Χάρτλεϋ έσβησε το τσιγάρο του.
 -"Δε πιστεύω σ' αυτή τη θεωρία".
 -"Πως ξέρεις ότι ο Σμιθ εσωτερικά, δεν είναι μάζα ζελατίνης;" είπεν ο Μακ Γκουάιρ: "Του 'βγαλες ακτινογραφία;"
 -"Δε μπορούσα να το διακινδυνεύσω. Μπορεί να ενεργούσεν αρνητικά στην αλλαγή του. Όπως ο ήλιος".
 -"Θα γίνει υπεράνθρωπος λοιπόν; Και πως θα μοιάζει;"
 -"Θα περιμένουμε και θα δούμε".
 -"Πιστεύεις ότι μπορεί να μας ακούει τώρα που μιλάμε γι' αυτόν;"
 -"Είτε μπορεί να μας ακούει, είτε όχι, ένα είναι βέβαιο: μοιραζόμαστε ένα μυστικό που δε θα 'πρεπε να το ξέρουμε. Ο Σμιθ δεν υπολόγισε ότι εγώ κι ο Μακ Γκουάιρ θα μπαίναμε στην ιστορία. Κι ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει κάθε προσπάθεια. Μα ένας υπεράνθρωπος δε θέλει να ξέρουν τίποτα γι' αυτόν οι άνθρωποι. Οι άνθρωποι διαθέτουν ένα δικό τους, πρόστυχο τρόπο να ζηλεύουν, να υποβλέπουν και να μισούν. Ήξερε πως δε θα 'ταν ασφαλής αν τον ανακάλυπταν οι άνθρωποι. Ίσως αυτό να εξηγεί και το δικό σου μίσος Χάρτλεϋ".
     Σώπαιναν όλοι τώρα, κι ακουγανε προσεκτικά. Τίποτα δεν ακουγόταν. Ο Ρόκγουελ ένιωθε το αίμα του να σφυρίζει στα μηνίγγια του. Ήταν το μόνο που μπορούσε να ακούσει. Κι υπήρχε ο Σμιθ, όχι πια ο Σμιθ, μα ένα φορτίο που 'χεν απέξω την ένδειξη ΣΜΙΘ, μ' εντελώς άγνωστο περιεχόμενο.
 -"Αν είναι αλήθεια όλ' αυτά που λες" είπεν ο Χάρτλεϋ, "τότε πραγματικά πρέπει να τονε καταστρέψουμε. Σκέψου τι δύναμη θα μπορούσε ν' ασκήσει πάνω σ' όλο τον κόσμο. Και αν η δύναμή αυτή προσβάλλει το μυαλό του, όπως πιστεύω, τότε θα προσπαθήσει να μας σκοτώσει μόλις γλιτώσει, επειδή είμαστε οι μόνοι που γνωρίζουμε τη περίπτωσή του. Θα μας μισεί επειδή φανήκαμε αδιάκριτοι".
 -"Εγώ δε φοβάμαι", είπεν ήρεμα ο Ρόκγουελ. Ο Χάρτλεϋ δεν είπε τίποτα. Η ανάσα του μονάχα ακουγόταν μες στο δωμάτιο, τραχιά και δυνατή. Ο Ρόκγουελ έκανε το γύρο του τραπεζιού και σήκωσε το χέρι του σ' αποχαιρετισμό.
 -"Θαρρώ πως θα 'τανε καλύτερο να πούμε καληνύχτα".
     Η απαλή βροχή κατάπιε το αυτοκίνητο του Χάρτλεϋ. Ο Ρόκγουελ έκλεισε τη πόρτα, έδωσε εντολή στον Μακ Γκουάιρ να κοιμηθεί κάτω απόψε, σ' ένα κρεβάτι εκστρατείας, απέναντι ακριβώς από τη πόρτα του Σμιθ κι έπειτα ανέβηκε τα σκαλοπάτια για το δικό του κρεβάτι. Καθώς γδυνόταν, στριφογύριζε μες στο μυαλό του και προσπαθούσε να συναρμολογήσει όλα κείνα τα απίστευτα συμβάντα των εβδομάδων που πέρασαν. Ένας υπεράνθρωπος. Αλήθεια! Γιατί όχι; Δύναμη, ενεργητικότητα... Έπεσε στο κρεβάτι. Πότε; Πότε άραγε, ποια ακριβώς στιγμή θα ξεπροβάλλει από τη χρυσαλίδα του ο Σμιθ; Πότε;
     Η βροχή έπεφτε ψιλή και διαπεραστική πάνω στη στέγη της κλινικής.
Ο Μακ Γκουάιρ, μες σ' εκείνο το θόρυβο της βροχής και των κεραυνών, που κάνανε τη Γη να σειέται, κοιμότανε του καλού καιρού πάνω στο κρεβάτι εκστρατείας, ροχαλίζοντας. Κάπου έτριξε μια πόρτα, αλλά ο Μακ Γκουάιρ δε σταμάτησε το ροχαλητό. Ένα κύμα ψυχρού αέρα μπουκάρισε κάτω στο χολ. Ο Μακ Γκουάιρ μούγκρισε και γύρισε από τ' άλλο πλευρό. Μια πόρτα έκλεισε μαλακά κι ο άνεμος σταμάτησε. Βήματα πνίγονταν αθόρυβα πάνω στο παχύ χαλί, βήματα αργά, που προχωρούσαν προσεκτικά, κι έτοιμα για το καθετί... βήματα! Ο Μακ Γκουάιρ πετάρισε τα βλέφαρά του κι άνοιξε τα μάτια. Μες στο αχνό φως είδε μια σιλουέτα να στέκεται από πάνω και να τον κοιτάζει. Οσμή από λιωμένο έντομο γέμιζε τον αέρα. Ένα χέρι σάλεψε. Μια φωνή άρχισε να μιλά. Ο Μακ Γκουάιρ άφησε ένα ουρλιαχτό. Το χέρι που σάλεψε μέσα στο φως ήταν πράσινο. Πράσινο!
 -"Σμιθ" ξεφώνισε ο Μακ Γκουάιρ και πετάχτηκε. Χύθηκε προς την έξοδο του χολ κραυγάζοντας: "Περπατάει! Δεν μπορεί να περπατήσει, μα περπατάει!" Η πόρτα της εισόδου παραβιάστηκε σχεδόν από το βάρος του Μακ Γκουάιρ που 'πεσε πάνω της. 'Ανεμος και βροχή λυσσομανούσανε γύρω του κι αυτός έτρεχε μες στη θύελλα, τραυλίζοντας. Μέσα στο χολ, η σιλουέτα έμεινε ασάλευτη. Στον πρώτο όροφο, μια πόρτα άνοιξε βιαστικά και φάνηκε ο Ρόκγουελ να κατεβαίνει γρήγορα τα σκαλοπάτια. Το πράσινο χέρι αποτραβήχτηκε από το φως και κρύφτηκε πίσω από τη πλάτη της σιλουέτας.
 -"Ποιος είναι;" φώναξεν ο Ρόκγουελ και σταμάτησε στα μισά. Η σιλουέτα προχώρησε και στάθηκε στο λίγο φως που χυνόταν από ψηλά. Ο Ρόκγουελ συνοφρυώθηκε.
 -"Χάρτλεϋ! Τι κάνεις εδώ πέρα; Γιατί ξαναγύρισες;"
 -"Κάτι συνέβη", είπε ο Χάρτλεϋ. "Δε πας καλύτερα να φέρεις τον Μακ Γκουάιρ; Όρμησε μέσα στη βροχή ουρλιάζοντας σαν τρελός". Ο Ρόκγουελ δε φανέρωσε τις σκέψεις του. Κοίταξεν ερευνητικά τον Χάρτλεϋ με μια γρήγορη ματιά, έπειτα προχώρησε βιαστικά προς την έξοδο του χολ, άνοιξε τη πόρτα και βγήκε στον κρύο άνεμο της νύχτας.
 -"Ε Μακ Γκουάιρ, γύρισε πίσω ανόητε!" Η βροχή μούσκευε τον Ρόκγουελ καθώς έτρεχε. Βρήκε τον Μακ Γκουάιρ εκατό γυάρδες μακριά από το κτίριο, να σκούζει:
 -"Περπατάει... Περπατάει ο Σμιθ..."
 -"Ανόητε. Ο Χάρτλεϋ ήταν. Ο Χάρτλεϋ ξαναγύρισε. Αυτό ήταν όλο".
 -"Είδα ένα πράσινο χέρι να σαλεύει".
 -"Ονειρεύτηκες".
 -"Όχι, όχι!" φώναξεν ο Μακ Γκουάιρ κι ήταν κίτρινο το πρόσωπό του, υγρό. "Είδα ένα πράσινο χέρι, πίστεψέ με! Γιατί ξαναγύρισε ο Χάρτλεϋ; Τι λόγο είχε..." Τότε ο Ρόκγουελ κατάλαβε. Τα κατάλαβε όλα. Ο Χάρτλεϋ... Η επιστροφή του... Ο φόβος άρπαξε το νου του, μια παράφορη προειδοποιητική θολούρα, η πριονωτή κόψη μιας σιωπηλής κραυγής που ζητάει βοήθεια.
 -"Χάρτλεϋ!" Έσπρωξε βίαια τον Μακ Γκουάιρ κι όρμησε στο κτίριο ξεφωνίζοντας. Το χολ, η άκρη του χολ... Κι η πόρτα του Σμιθ, ορθάνοιχτη, σπασμένη. Όρθιος ο Χάρτλεϋ στη μέση του θαλάμου, με το περίστροφο στο χέρι. Στην είσοδο του Ρόκγουελ, στράφηκε. Κινηθήκανε κι οι δυο την ίδια στιγμή. Ο Χάρτλεϋ πυροβόλησε κι ο Ρόκγουελ έσβησε το φως. Σκοτάδι. Μια φλόγα απλώθηκε σ' όλο το μήκος του δωματίου, φωτίζοντας το σκληρό σώμα του Σμιθ σάμπως φλας φωτογραφικό. Ο Ρόκγουελ πήδησε πάνω στη φλόγα. Είχε θεριέψει η οργή του τώρα που κατάλαβε πια γιατί είχε γυρίσει ο Χάρτλεϋ. Πριν από μια στιγμή, προτού σβήσουν τα φώτα, κάτι άρπαξε η ματιά του από τα δάχτυλα του Χάρτλεϋ. Τα δάχτυλα του ήταν διάστικτα από πράσινους λεκέδες.
     Γροθιές πιο μετά. Κι ο Χάρτλεϋ που σωριαζότανε στο πάτωμα καθώς άναβαν τα φώτα κι ο Μακ Γκουάιρ, στάζοντας, στο άνοιγμα της πόρτας να τραυλίζει:
 -"Τονε σκότωσες; Σκότωσες τον Σμιθ;" Ο Σμιθ δεν έπαθε τίποτα. Η σφαίρα είχε περάσει από πάνω του.
 -"Αυτός ο ηλίθιος! Αυτός ο ηλίθιος!" ξεφώνιζεν ο Ρόκγουελ, όρθιος πάνω από το άβουλο σχήμα του Χάρτλεϋ: "Το πιο μεγάλο ιστορικό φαινόμενο και γυρεύει να το καταστρέψει!" Ο Χάρτλεϋ ψέλλισε αργά.
 -"Έπρεπε να το ξέρω. Ο Σμιθ σε προειδοποίησε".
 -"Ανοησίες! Ο Σμιθ..." Ο Ρόκγουελ σώπασε. Κατάπληκτος. Μα ναι. Τούτη η άξαφνη προαίσθηση... Ναι! Και κοίταξε κατάματα τον Χάρτλεϋ:
 -"Εσύ, πάνω! Θα σε κλειδώσω μέσα κει όλη νύχτα. Μακ Γκουάιρ κι εσύ! Να τονε φυλάς". Ο Μακ Γκουάιρ γρύλισε:
 _"Το χέρι του! Κοίτα το χέρι του Χάρτλεϋ. Είναι πράσινο! Δεν ήταν ο Σμιθ κάτω στο χολ. Ήταν ο Χάρτλεϋ!" Ο Χάρτλεϋ κοίταζε τώρα τα δάχτυλά του:
 -"Όμορφα δεν είναι;" είπε με πίκρα. "Μου τα κάψαν οι ακτινοβολίες. Ήμουν κι εγώ μες στην ακτίνα τους για πολλές μέρες, όταν πρωτο-αρρώστησε ο Σμιθ. Τώρα θα γίνω κι εγώ... ένα πλάσμα σαν τον Σμιθ. Είμαι πολλές μέρες σ' αυτή τη κατάσταση. Δε σας είπα τίποτα. Προσπάθησα να το κρύψω. Απόψε δεν άντεχα πια και γύρισα να τονε καταστρέψω αυτόν τον Σμιθ για ό,τι μου 'κανε..."
     Κείνη την ώρα ακριβώς ακούστηκε ο ήχος. Ένας ήχος ξερός, σα να σπάζει μια ξερή φλούδα. Πάγωσαν κι οι τρεις. Τρία μικροσκοπικά λέπια ξεκόλλησαν από τη χρυσαλίδα του Σμιθ και πέσανε στο πάτωμα. Στη στιγμή ο Ρόκγουελ βρέθηκε πλάι στο τραπέζι.
 -"Αρχίζει να σπάει. Μια μικρή χαραματιά. Από το λαιμό ως τον αφαλό. Σε λίγο θα βγει από τη χρυσαλίδα". Τα σαγόνια του Μακ Γκουάιρ έτρεμαν:
 -"Κι έπειτα; Τι θα γίνει έπειτα;" Τα λόγια του Χάρτλεϋ βγήκαν σκληρά και κοροϊδευτικά:
 -"Θα βρεθούμε μπρος σ' έναν υπεράνθρωπο. Ερώτηση: Με τι μοιάζει ένας υπεράνθρωπος; Απάντηση: Κανείς δε ξέρει". Κι άλλος ήχος από λέπια που σκάζουνε και ανοίγουν. Ο Μακ Γκουάιρ ανατρίχιασε:
 -"Θα... θα του μιλήσεις;"
 -"Ασφαλώς".
 -"Από πότε οι ... πεταλούδες μιλάνε;"
 -"Πάψε πια Μακ Γκουάιρ. Για όνομα του Θεού!"
     Ασφαλισμένος πια από τους άλλους δυο, που τους κλείδωσε στον πρώτο όροφο, ο Ρόκγουελ κλειδώθηκε κι αυτός στο θάλαμο του Σμιθ και ξάπλωσε σ' ένα κρεβάτι εκστρατείας, προετοιμασμένος να περιμένει όλη τη νύχτα, αυτή την ατελείωτη, υγρή νύχτα, κοιτάζοντας με προσοχή, ακούγοντας με τεντωμένα αυτιά, συλλογισμένος. Κοιτάζοντας με τεταμένη προσοχή να ξεκολλούνε και να πέφτουνε τα μικρά λέπια από το σκληρό πετσί της χρυσαλίδας, καθώς το 'Αγνωστο πλάσμα από μέσα, αγωνιζόταν μεθοδικά να βγει στο φως. Λίγες ώρες μονάχα. Λίγες ώρες ακόμα αναμονής. Η βροχή γλιστρούσε μουρμουρίζοντας πάνω από το σπίτι. Πως άραγε; Πως θα 'μοιαζε ο Σμιθ; Μια αλλαγή πιθανό στα αφτιά για εντονότερη ακοή. Πρόσθετα μάτια ίσως. Μια αλλαγή στη κατασκευή του κρανίου, στο σχήμα του προσώπου, στα οστά του σώματος, στη τοποθέτηση των οργάνων, στην υφή του δέρματος, χίλιες δυο άλλες αλλαγές.
     Ο Ρόκγουελ ένιωθε κατάκοπος κι ωστόσο φοβόταν να κοιμηθεί. Βαριά τα βλέφαρά του, πολύ βαριά. Κι αν είχε κάνει λάθος; Τι θα γινόταν αν η θεωρία του έβγαινε τελείως λαθεμένη; Τι θα γινόταν αν μέσα του ο Σμιθ ήταν μια κινούμενη ζελάτινη ουσία; Κι αν έβγαινε τρελός ο Σμιθ, άρρωστος; Κι αν ήταν κάτι τόσο διαφορετικό ώστε να γίνει μια απειλή για τον κόσμο; Όχι. Όχι. Ο Ρόκγουελ κούνησε σα μεθυσμένος το κεφάλι. Ο Σμιθ ήταν τέλειος. Τέλειος. Δε θα υπήρχε χώρος στον Σμιθ για κακή σκέψη. Τέλειος. Σιγή θανάτου βασίλευε στο κτίριο της κλινικής. Ο μόνος ήχος που ακουγόταν ήταν το ανεπαίσθητο τρίξιμο από τα λέπια της χρυσαλίδας που σκάζανε και πέφτανε στο σκληρό δάπεδο...
     Ο Ρόκγουελ κοιμήθηκε. Βουλιάζοντας μες στο σκοτάδι που εξαφάνισε το δωμάτιο καθώς χίμηξαν πάνω του τα όνειρα. Όνειρα, που ο Σμιθ σηκωνότανε, περπατούσε μουδιασμένος, μ' άκαμπτες κινήσεις κι ο Χάρτλεϋ που άδραχνε ένα πέλεκυ κι ο πέλεκυς να στράφτει στον αέρα και να πέφτει πάνω στη πράσινη πανοπλία κείνου του πλάσματος. Ξανά και ξανά, πολλές φορές και να το κομματιάζει και να το μεταβάλλει σ' έναν εφιαλτικό πολτό. Όνειρα... κι ο Μακ Γκουάιρ να τρέχει σκούζοντας μέσα σε μιαν αιμάτινη βροχή. Όνειρα...
     Ήλιος καυτός. Ήλιος καυτός που έχει πλημμυρίσει το δωμάτιο. Πρωί. Ο Ρόκγουελ έτριψε τα μάτια. Ένιωθε μιαν αόριστη δυσφορία από το γεγονός ότι κάποιος είχεν ανεβάσει τα πατζούρια. Ήταν κατεβασμένα εδώ κι αρκετές βδομάδες. Αφησε μια κραυγή. Η πόρτα ανοιχτή. Το κτίριο της κλινικής βυθισμένο στη σιγή. Ατολμα και δειλά στρέφει ο Ρόκγουελ το κεφάλι του, κοιτάζει το τραπέζι. Εκεί θα 'πρεπε να 'ναι ξαπλωμένος ο Σμιθ. Δεν ήταν. Τίποτα δεν υπήρχε πάνω στο τραπέζι. Τίποτα, εξόν από το φως του ήλιου. Αυτό και... μερικά υπολείμματα σκασμένης χρυσαλίδας. Υπολείμματα.
Εύθραυστα κομμάτια, ένα προφίλ που 'πεσε και κόπηκε στα δύο, ένα συντρίμμι από κέλυφος ποδιού, ένα χνάρι χεριού, ένα αποτύπωμα στήθους, να τι είχε απομείνει από τον Σμιθ! Ο Σμιθ ήτανε φευγάτος. Ο Ρόκγουελ τρίκλισε ως το τραπέζι, σωριάστηκε. Μπουσουλώντας σα παιδί ανάμεσα σε κείνους τους πάπυρους από το δέρμα του Σμιθ που τριζοβολούσαν. Έπειτα στράφηκε απότομα, σα να 'ταν μεθυσμένος, χίμηξε έξω από το δωμάτιο και πάτησε βαριά πάνω στις σκάλες ξεφωνίζοντας.
 -"Χάρτλεϋ! Τι τον έκανες; Χάρτλεϋ! Νόμιζες ότι μπορείς να τονε σκοτώσεις, ε; Νόμιζες ότι μπορείς ν' αρπάξεις το σώμα του, ν' αφήσεις πίσω μερικά λείψανα για να με ξεγελάσεις και να χάσω τα ίχνη;" Ήτανε κλειδωμένη η πόρτα της κάμαρας που 'χανε κοιμηθεί ο Μακ Γκουάιρ κι ο Χάρτλεϋ.. Ψηλαφώντας ο Ρόκγουελ, τη ξεκλείδωσε. Τους βρήκε και τους δυο εκεί. "Εδώ είστε!" ψέλλισε κατάπληκτος. "Τότε λοιπόν, δε κατεβήκατε. Ή μήπως ξεκλειδώσατε τη πόρτα, κατεβήκατε, παραβιάσατε τη κάμαρά μου, σκοτώσατε τον Σμιθ και... όχι, όχι!"
 -"Τι έπαθες; Τι συμβαίνει;"
 -"Ο Σμιθ έφυγε! Πες μου σύ Μακ Γκουάιρ: μήπως ο Χάρτλεϋ βγήκε καθόλου απ' αυτό το δωμάτιο;"
 -"Όχι. Όλη νύχτα τη πέρασε δώ μέσα".
 -"Τότε... μόνο μια εξήγηση υπάρχει. Ο Σμιθ βγήκε από τη χρυσαλίδα του και το 'σκασε, όσο κοιμόμασταν εμείς! Δε θα τονε δω ποτέ, ποτέ που να πάρει ο διάβολος! Τι ηλίθιος που 'μουν να κοιμηθώ!"
 -"Αυτό τα λέει όλα!" δήλωσεν ο Χάρτλεϋ. "Ο άνθρωπος αυτός είν' επικίνδυνος. Αλλιώς θα 'πρεπε να μείνει και να μας αφήσει να τονε δούμε. Ο Θεός ξέρει τι σόι πράμα είναι".
 -"Όπως και να 'χει το πράγμα, εμείς πρέπει να ψάξουμε να τονε βρούμε. Δε μπορεί να 'ναι μακριά. Πρέπει να ψάξουμε να τονε βρούμε! Γρήγορα Χάρτλεϋ. Μακ Γκουάιρ!" Ο Μακ Γκουάιρ κάθισε κάτω βαρύς.
 -"Εγώ δε το κουνάω. Ας πάει να κουρεύεται. Αρκετά ως εδώ".
     Ο Ρόκγουελ δεν περίμενε να ακούσει περισσότερα. Κατέβηκε τα σκαλιά. Από κοντά και ο Χάρτλεϋ. Έπειτα από λίγο κατέβηκε λαχανιασμένος κι ο Μακ Γκουάιρ. Ο Ρόκγουελ όρμησε στο χολ, σταμάτησε μπρος στα μεγάλα παράθυρα που βλέπανε στην έρημο και στα βουνά που λάμπανε στον πρωινό ήλιο. Κοίταξεν έξω, δεξιά κι αριστερά κι αναρωτιόταν αν χάθηκε πια κάθε ελπίδα να βρεθεί ο Σμιθ. Το πρώτο υπερ-δημιούργημα. Το πρώτο ίσως σε μια καινούρια ατελείωτη σειρά. Ίδρωσε. Όχι! Δε θα 'φευγεν ο Σμιθ δίχως ν' αποκαλύψει τον εαυτό του τουλάχιστον στον Ρόκγουελ. Δε μπορούσε να φύγει! Ή μήπως μπορούσε; Η πόρτα της κουζίνας άνοιξε αργά, πολύ αργά.
Κάποιο πόδι ξεπρόβαλλε στο άνοιγμα της πόρτας. Κι άλλο πόδι μετά. Ένα χέρι υψώθηκε και στηρίχτηκε στον τοίχο. Καπνός από τσιγάρο φάνηκε να βγαίνει μες από ζαρωμένα χείλη.
 -"Ποιος με ζητάει;"
     Έντρομος ο Ρόκγουελ στράφηκε. Είδε την έκφραση στο πρόσωπο του Χάρτλεϋ, άκουσε τον Μακ Γκουάιρ να πνίγεται από τη κατάπληξη. Κι οι τρεις τους μίλησαν ταυτόχρονα. Μια μόνο λέξη. Σα να έδιναν το σύνθημα:
 -"Σμιθ". Ο Σμιθ απέπνεε μυρωδιά τσιγάρου. Ήτανε ροδαλό το πρόσωπό του, σα ηλιοκαμένο θαρρείς. Γαλάζια και σπινθηροβόλα τα μάτια του. Ξυπόλητος. Το γυμνό του κορμί τυλιγμένο σ' ένα παλιό μπουρνούζι του Ρόκγουελ.
 -"Μήπως μπορείτε να μου πείτε που βρίσκομαι; Θα 'θελα να μάθω τι έκανα τους τελευταίους τρεις-τέσσερις μήνες. Νοσοκομείο είν' αυτό; Ή τίποτ' άλλο;"
     Ο τρόμος σφυροκοπούσε το μυαλό του Ρόκγουελ. Ανελέητα. Ο Ρόκγουελ κατάπιε το σάλιο του.
 -"Γεια σου Σμιθ! Εγώ... τούτο δω... Δε θυμάσαι αλήθεια; Τίποτα;" Ο Σμιθ έδειξε με τα δάχτυλά του:
 -"Θυμάμαι που πρασινίζανε σιγά-σιγά, αν εννοείτε αυτό. Περ' από αυτό... τίποτα" Βύθισε το ροδαλό χέρι του στα καστανά του μαλλιά, με την αρρενωπή ομορφιά του νιογέννητου πλάσματος που χαίρεται ν' ανασαίνει και πάλι. Ο Ρόκγουελ οπισθοχώρησε κι έπεσε πάνω στον τοίχο. Σήκωσε τα χέρια κι έκρυψε με φρίκη το πρόσωπό του κουνώντας το κεφάλι. Μη πιστεύοντας σ' ό,τι βλέπανε τα μάτια, ψέλλισε:
 -"Τι ώρα βγήκες από τη χρυσαλίδα;"
 -"Τι ώρα βγήκα από... από που;" Ο Ρόκγουελ τον οδήγησε μες από το χολ στο επόμενο δωμάτιο κι έδειξε το τραπέζι. "Δε καταλαβαίνω τι εννοείτε", είπεν ο Σμιθ μ' αυθόρμητη ειλικρίνεια: "Απλούστατα, πριν από μισή ώρα, ανακάλυψα πως στεκόμουν ολόγυμνος στη μέση του δωματίου".
 -"Αυτό είναι όλο;" είπε ο Μακ Γκουάιρ αναθαρρεύοντας. Έδειχνεν ανακουφισμένος. Ο Ρόκγουελ εξήγησε τα πάντα γύρω από τη χρυσαλίδα. Ο Σμιθ συνοφρυώθηκε:
 -"Είναι τερατώδες! Εσείς ποιοι είστε;" Ο Ρόκγουελ του σύστησε τους άλλους.
Ο Σμιθ αγριοκοίταξε τον Χάρτλεϋ: "Εσένα σε θυμάμαι. Ήσουν αυτός που μ' επισκέφτηκε όταν αρρώστησα για πρώτη φορά. Θυμάμαι. Στο ακτινολογικό. Μα είναι ανόητο. Τι αρρώστια είναι αυτή;" Τα νεύρα στο πρόσωπο του Χάρτλεϋ πήγαν να σπάσουν.
 -"Όχι αρρώστια, όχι! Δε ξέρεις τίποτα λοιπόν;"
 -"Βρίσκομαι σε μια παράξενη κλινική μαζί με παράξενους ανθρώπους. Βρίσκομαι γυμνός σ' ένα δωμάτιο κοντά σ' έναν άντρα που κοιμάται πάνω σ' ένα κρεβάτι εκστρατείας. Βγαίνω έξω και περιφέρομαι στη κλινική, πεινασμένος. Μπαίνω στη κουζίνα, βρίσκω φαγητό, τρώω, ακούω ανάστατες φωνές κι έπειτα βρίσκομαι κατηγορούμενος επειδή λέει ξεπήδησα μες από μία χρυσαλίδα. Τι θέλετε να φανταστώ; Παρεμπιπτόντως σας ευχαριστώ για το μπουρνούζι, για το φαγητό και για το τσιγάρο που δανείστηκα. Δεν ήξερα ποιος ήσασταν κι έπειτα δείχνατε πεθαμένος από τη κούραση".
 -"Ω, δεν υπάρχει λόγος να μ' ευχαριστείτε". Ο Ρόκγουελ δε θ' αφηνόταν να το πιστέψει. Τα πάντα διαλύονταν. Με κάθε λέξη που πρόφερε ο Σμιθ, εξανεμίζονταν κι οι ελπίδες του σα τη διαλυμένη χρυσαλίδα. "Πως αισθάνεσαι;"
 -"Περίφημα. Νιώθω πολύ δυνατός. Είναι καταπληκτικό, όταν σκεφτείτε πόσο καιρό ήμουν σ' αυτή τη κατάσταση".
 -"Πράγματι, καταπληκτικό!" είπεν ο Χάρτλεϋ.
 -"Φαντάζεστε τι αισθάνθηκα όταν αντίκρισα το ημερολόγιο στον τοίχο. Όλοι τούτοι οι μήνες κύλησαν σα το νερό. Αναρωτιέμαι τι έκανα όλον αυτό τον καιρό".
 -"Το ίδιο κι εμείς".
 -"Έλα τώρα Χάρτλεϋ, άφησε τον ήσυχο", γέλασε ο Μακ Γκουάιρ. "Επειδή ακριβώς τον μισούσες..."
 -"Με μισούσε;" ανασηκώθηκαν τα φρύδια του Σμιθ: "Εμένα; Γιατί;"
 -"Να γιατί!" είπεν ο Χάρτλεϋ βγάζοντας στο φως τα δάχτυλά του: "Οι καταραμένες οι ακτινοβολίες σου. Κάθε νύχτα κάθομαι πλάι σου σε κείνο το νοσοκομείο! Τι θα κάνω τώρα με τούτο δω; Τι μπορώ να κάνω;"
 -"Χάρτλεϋ" είπεν ο Ρόκγουελ προειδοποιητικά. "Κάτσε κάτω! Ηρέμησε!"
 -"Ούτε θα κάτσω, ούτε θα ηρεμήσω! Τρελαθήκατε κι οι δυο σας μ' αυτό το... μ' αυτή την απομίμηση ανθρώπου, μ' αυτό το κοκκινόπετσο πλάσμα που 'ν' η μεγαλύτερη απάτη στην ιστορία; Αν είχατε τόσο δα μυαλό, θα καταστρέφατε τον Σμιθ πριν το σκάσει!"
     Ο Ρόκγουελ ένιωσε την ανάγκη να απολογηθεί, να ζητήσει συγνώμη για το ξέσπασμα του Χάρτλεϋ. Ο Σμιθ κούνησε το κεφάλι του:
 -"Δεν είν' ανάγκη να ζητάτε συγνώμη. Αφήστε τον να μιλήσει. Τι σημαίνουν όλα τούτα;"
 -"Αφού ξέρεις!" Του πέταξεν οργισμένος ο Χάρτλεϋ: "Έμεινες κατάκοιτος μέρες, μήνες, ακούγοντας, σχεδιάζοντας. Δε μπορείς να με ξεγελάσεις εμένα. Τον εξαπάτησες τον Ρόκγουελ. Τον απογοήτευσες. Περίμενε πως θα 'βγαινες κανένας υπεράνθρωπος. Μπορεί και να 'σαι δηλαδή. Ότι όμως κι αν είσαι, ο Σμιθ δεν είσαι πια. Όχι! Είναι κι αυτό έν' από τα τεχνάσματά σου. Για να μη μάθουμε ποτέ ποιος είσαι, ούτε κι ο κόσμος να μάθει ποιος είσαι. Θα μπορούσες να μας σκοτώσεις, εύκολα. Αλλά προτίμησες να μείνεις και να μας πείσεις πως είσαι φυσιολογικός. Και διάλεξες τον καλύτερο τρόπο. Θα μπορούσες να το 'χες σκάσει πριν από λίγη ώρα, μα θ' άφηνες πίσω σου το σπέρμα της υποψίας. Αντί για αυτό, περίμενες! Για να μας πείσεις πως είσαι φυσιολογικός!"
 -"Μα είναι φυσιολογικός" γκρίνιαξε ο Μακ Γκουάιρ.
 -"Δεν είναι! Το μυαλό του λειτουργεί διαφορετικά: Είναι έξυπνος".
 -"Τότε να τον υποβάλλεις σε μια σειρά από τεστ λεκτικών συνδυασμών", είπεν ο Μακ Γκουάιρ.
 -"Είναι πάρα πολύ έξυπνος, ακόμα και γι' αυτό".
 -"Τότε είναι πολύ απλό. Του κάνουμε εξετάσεις αίματος, ακούμε τη καρδιά του και του βάζουμε ορρούς". Ο Σμιθ έμοιαζε να αμφιβάλει:
 -"Με κάνετε να νιώθω σα πειραματόζωο. Αν όμως το θέλετε πραγματικά. Το βρίσκω πάντως ανόητο". Αυτό τον τάραξε τον Χάρτλεϋ. Κοίταξε τον Ρόκγουελ.
 -"Φέρε τη σύριγγα", είπε. Ο Ρόκγουελ έφερε τη σύριγγα, σκεφτικός. Τώρα, δεν αποκλείεται να 'ταν υπεράνθρωπος ο Σμιθ. Το αίμα του... Αυτό το υπερανθρώπινο αίμα. Η ικανότητά του να σκοτώνει μικρόβια. Ο χτύπος της καρδιάς του. Η αναπνοή του. Μπορεί ο Σμιθ να 'ταν υπεράνθρωπος και να μη το 'ξερε. Ναι. Ναι, μπορεί να 'τανε... Πήρε αίμα από τον Σμιθ και το 'βαλε κάτω από το μικροσκόπιο. Οι ώμοι του κύρτωσαν. Το αίμα ήτανε φυσιολογικό. Αν έριχνες μικρόβια μέσα, τα μικρόβια, για να πεθάνουν έπρεπε να διανύσουν ένα φυσιολογικό χρονικό διάστημα. Το αίμα δεν ήταν πια υπεριοκτόνο. Δεν υπήρχε ούτε κι ακτινικό υγρό. Ο Ρόκγουελ αναστέναξε θλιβερά. Η θερμοκρασία του Σμιθ ήταν φυσιολογική. Το ίδιο κι ο σφυγμός του. Το νευρικό του σύστημα, τα αισθητήριά του, αντιδρούσαν όπως σε κάθε φυσιολογικό άνθρωπο.
 -"Τίποτα το ασυνήθιστο", είπε ο Ρόκγουελ μαλακά. Ο Χάρτλεϋ βούλιαξε σε μια πολυθρόνα, με διάπλατα τα μάτια, κρατώντας το κεφάλι του με τα κοκαλιάρικα δάχτυλά του.
 -"Ζητώ συγνώμη", είπε βγάζοντας ένα βαθύ στεναγμό: "Θαρρώ πως το μυαλό μου... Το μυαλό μου απλώς φαντάστηκε ορισμένα πράγματα. Ήταν τόσο ατελείωτοι κείνοι οι μήνες. Κάθε νύχτα. Φοβάμαι πως έγινα υποχονδριακός. Ζητώ συγνώμη". Κοίταξε τα πράσινα δάχτυλά του: "Τι θα γίνει όμως με μένα;"
 -"Φαντάζομαι πως όλα θα εξελιχθούν ομαλά, όπως και με μένα", είπε ο Σμιθ. "Συμμερίζομαι την αγωνία σου. Δεν ήταν άσχημα όμως... Πραγματικά, δε θυμάμαι τίποτε". Ο Χάρτλεϋ ηρέμησε κάπως.
 -"Μα... βέβαια, έχεις δίκιο υποθέτω. Δε νιώθω καθόλου καλά στην ιδέα ότι το σώμα μου θ' αρχίσει κι εμένα να σκληραίνει, μα δε μπορώ να το αποφύγω. Όλα θα εξελιχθούν ομαλά..."
     Ο Ρόκγουελ ένιωθε άρρωστος. Η κατάρρευση ήταν φοβερή για να την αντέξει. Η έντονη προσπάθεια, η έξαψη, η πείνα κι η περιέργεια, η φλόγα, όλα είχαν βουλιάξει μέσα του. Α υ τ ό ήταν λοιπόν ο άνθρωπος από τη χρυσαλίδα; Ο ίδιος άνθρωπος μπήκε. Ο ίδιος άνθρωπος βγήκε. Κι όλη αυτή η αναμονή, η λαχτάρα, για ένα τίποτα! Πήρε βαθιά ανάσα, προσπάθησε να πειθαρχήσει τις βαθύτερες σκέψεις που έτρεχαν μες στο μυαλό του. Σύγχυση. Τούτος ο νεαρός άντρας, με το ροδαλό δέρμα και την ολόδροση φωνή, που καθότανε μπροστά του καπνίζοντας ήρεμα, δεν ήταν παρά ένας άνθρωπος που 'χεν υποστεί μια μερική δερματική σκλήρυνση κι είχαν καεί οι αδένες του από την ακτινοβολία, αλλά άνθρωπος εντούτοις αυτή τη στιγμή, άνθρωπος και τίποτα περισσότερο. Το μυαλό του Ρόκγουελ, το υπερευαίσθητο, γεμάτο φαντασία μυαλό του, είχε συλλάβει και τη παραμικρότερη εκδήλωση της αρρώστιας για να φτιάξει ένα τέλειο οργανισμό, δημιούργημα βαθύτερων πόθων. Τώρα ο Ρόκγουελ ένιωθε μέσα του μια βαθιά απογοήτευση, ένα τεράστιο κενό.
     Το πρόβλημα του ότι έζησε ο Σμιθ χωρίς τροφή, το καθαρό αίμα του, η χαμηλή θερμοκρασία κι οι άλλες ενδείξεις ανωτερότητας, ήταν τώρα οι διάφορες όψεις μιας αλλόκοτης αρρώστιας. Μιας αρρώστιας και τίποτε περισσότερο. Κάτι που θα 'χε τελειώσει, είχε ωριμάσει κι είχε φύγει αφήνοντας πίσω του μερικά εύθραυστα λέπια μονάχα πάνω σε ένα ηλιοφώτιστο τραπέζι. Ο Χάρτλεϋ, αυτή τη στιγμή, θα 'ταν μια σπάνια ευκαιρία να τον παρακολουθήσει κανείς από κοντά, αν η αρρώστια του προχωρούσε και ν' αναφέρει τη καινούρια αρρώστια στον επιστημονικό κόσμο. Δε νοιαζότανε για την αρρώστια. Νοιαζότανε μόνο για τη τελειότητα. Κι αυτή η τελειότητα είχε κοπεί στα δυο, είχε ανοίξει, είχε σκιστεί κι είχε φύγει. Το όνειρό του είχε φύγει. Το υπερδημιούργημα που 'θελε να φτιάξει, είχε φύγει. Δε τον ενδιέφερε πια αν ολάκερος ο κόσμος άρχιζε ξαφνικά να πετρώνει, να πρασινίζει, να γίνεται εύθραυστος σα το γυαλί.
     Ο Σμιθ μιλούσε τώρα με τα χέρια του διάπλατα ανοιχτά.
 -"Νομίζω πως θα 'τανε καλύτερα να γυρίσω στο Λος Αντζελες. Έχω πολλή δουλειά να κάνω στο ίδρυμα. Η παλιά μου θέση με περιμένει. Λυπάμαι που δε μπορώ να μείνω άλλο μαζί σας. Καταλαβαίνετε".
 -"Θα 'πρεπε να μείνεις λίγο ακόμα. Μερικές μέρες τουλάχιστον", είπεν ο Ρόκγουελ. Δεν ήθελε με κανένα τρόπο να δει να χάνεται και το τελευταίο ίχνος από το όνειρό του.
 -"Όχι, ευχαριστώ. Πάντως, αν το επιθυμείτε γιατρέ, μπορώ να σας επισκεφτώ στο γραφείο σας σε καμιά βδομάδα, για έν' άλλο τσεκάπ. Θα περνώ συχνά, κάθε δυο-τρεις βδομάδες, για ένα χρόνο περίπου ώστε να μπορείτε να με παρακολουθείτε. Σύμφωνοι;"
 -"Σύμφωνοι Σμιθ, σύμφωνοι. Μόνο σε παρακαλώ μη το ξεχνάς. Θα 'θελα να συζητήσω μαζί σου την αρρώστια σου. Είσαι τυχερός που ζεις".
 -"Θα σε πάω εγώ με το αυτοκίνητό μου στο Λος Αντζελες", είπε χαρούμενα ο Μακ Γκουάιρ.
 -"Μην ενοχλείστε. Θα περπατήσω ως τη Τουγιοίνγκα και θα πάρω ταξί. Θέλω να περπατήσω. Έχω να περπατήσω τόσο καιρό... Θέλω να δω πως είναι..." Ο Ρόκγουελ του έδωσε ένα ζευγάρι παλιά παπούτσια κι ένα παλιό σακάκι. "Ευχαριστώ γιατρέ. Θα σας εξοφλήσω ό,τι σας οφείλω το συντομότερο δυνατό".
 -"Τίποτα δε μου οφείλεις. Ούτε πεντάρα. Ήταν ενδιαφέρον".
 -"Σας χαιρετώ γιατρέ. Χαίρετε κύριε Μακ Γκουάιρ. Χάρτλεϋ".
 -"Στο καλό Σμιθ".
 -"Στο καλό".
     Ο Σμιθ κατέβηκε το μονοπάτι προς το μικρό ποτάμι που 'χε ξεραθεί από τον καφτό απογευματινό ήλιο που έδυε. Περπατούσε ευτυχισμένος. Σφύριζε.  -"Μακάρι να μπορούσα να σφυρίξω κι εγώ" είπεν ο Ρόκγουελ. Ο Σμιθ γύρισε μια φορά, τους έγνεψε με το χέρι κι έπειτ' άρχισε να σκαρφαλώνει στη λοφοπλαγιά, έφτασε στη κορφή και χάθηκε προς την απόμακρη πολιτεία. Ο Ρόκγουελ τονε κοίταζε όπως κοιτάζει ένα μικρό παιδί το αγαπημένο του αμμόκαστρο που σβήνει και διαλύεται από τα κύματα της θάλασσας.
 -"Δε μπορώ να το πιστέψω", επαναλάμβανε μονότονα. "Δε μπορώ να το πιστέψω. Να τελειώσουν όλα τόσο σύντομα, τόσον απότομα για μένα! Νιώθω ένα βούρκωμα μέσα μου, ένα κενό".
 -"Όλα μου φαίνονται ρ ό δ ι ν α!" γέλασε ευτυχισμένος ο Μακ Γκουάιρ. Ο Χάρτλεϋ στεκόταν όρθιος στον ήλιο. Τα πράσινα χέρια του κρέμονταν απαλά στο πλάι και το λευκό του πρόσωπο είχεν ηρεμήσει πραγματικά, για πρώτη φορά εδώ και μήνες, -έτσι φάνηκε του Ρόκγουελ- και μίλησε χαμηλόφωνα:
 -"Θα βγω σώος απ' αυτή τη περιπέτεια. Θα βγω σώος. Σ' ευχαριστώ Θεέ μου, σ' ευχαριστώ. Δε θα βγω τέρας. Θα 'μαι ο εαυτός μου, ο εαυτός μου και τίποτα άλλο". Στράφηκε στον Ρόκγουελ. "Μόνο να θυμάστε, να θυμάστε. Μη τους αφήσετε να με θάψουν κατά λάθος. Μη τους αφήσετε... κατά λάθος... πιστεύοντας πως είμαι πεθαμένος. Να το θυμάστε αυτό".
     Ο Σμιθ πήρε το μονοπάτι πλάι στο ξεροπόταμο κι ανέβηκε στο λόφο. Νύχτωνε πια κι ο ήλιος άρχισε να δύει πίσω από γαλάζιους λόφους. Τ' άστρα λαμπύριζαν εδώ κι εκεί. Μέσα στη χλιαρή ατμόσφαιρα πλανιόταν μια μυρωδιά από νερό, σκόνη κι απόμακρα λουλούδια πορτοκαλιάς. Φύσηξεν άνεμος. Ο Σμιθ πήρε βαθιές ανάσες. Γέμισε τα πνευμόνια του. Περπατούσε. Μόνος τώρα και αθέατος, μακριά από το κτίριο της κλινικής, σταμάτησε. Στάθηκε τελείως ακίνητος και κοίταζε ψηλά στον ουρανό.
     Πατώντας το τσιγάρο που κάπνιζε, το έλιωσε κάτω από το τακούνι του. Έπειτα όρθωσε το καλοχυμένο κορμί, τίναξε πίσω τα καστανά μαλλιά του, έκλεισε τα μάτια, κατάπιε και χαλάρωσε τα δάχτυλά του που κρεμόντανε στο πλάι.
     Χωρίς καμιά προσπάθεια, μόνο μ' έναν ανάλαφρο ήχο, ο Σμιθ υψώθηκε απαλά από το έδαφος μέσα στη χλιαρή ατμόσφαιρα και πέταξε γρήγορα, ήρεμα προς τα πάνω.
     Σε λίγο χάθηκε ανάμεσα στ' άστρα καθώς κατευθυνότανε για το μακρινό διάστημα...
____________________________________________________________

Bradbury Ray Douglas
"Chrysalis" (1946)
μετάφραση: Φώντας Κονδύλης

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers