-


Dali &









/




 
 

 

Bradbury Ray:


            Ρη Μπρντμπερι

                                       Βιογραφικ

     Ο Ρι Ντγκλας Μπρντμπερι (Ray Douglas Bradbury) ταν Αμερικανς συγγραφας και σεναριογρφος  ΕΦ, τρμου και μυστηρου, απ τους σημαντικτερους του 20ου αι.. Για την επδρασ του στη λογοτεχνα επιστημονικς φαντασας του 20ο αινα, αποκαλετο «πατρας» της επιστημονικς φαντασας. Αναγνωρζεται ως ο συγγραφας του οποου το ργο εξασφλισε στη σγχρονη λογοτεχνα ΕΦ ευρτερη αναγνριση. Του ρεσε ιδιατερα ο Πε, χρη στον οποο ανακλυψε τη λογοτεχνα μλις στα 7 του χρνια. Η συγγραφικ του καριρα ξεκνησε σε ηλικα 20 ετν. Εχε τη δικ του στλη σε περιοδικ με ττλο Σοπερ Επιστημονικς Ιστορες. Η φμη του επεκτεινταν συνεχς και το ταλντο του αναγνωρστηκε γργορα. Στις αφηγσεις του η καθημεριντητα μετασχηματζεται σε ασυνθιστη και πολλς φορς επικνδυνη δυστοπα. Δημοφιλς και χαρισματικς, δεξιοτχνης στο να συνδυζει κοινωνικ και τεχνολογικ κριτικ, μαζ μ' εξαιρετικ γνιμη κι υπροχη φαντασα. Η πιο γνωστ του δουλει, Τα Χρονικ Του ρη (1950), φανταστικ ιστορα απ τη κοινωνα του ρη, ως πλαντη, τσι κατ πως τη φαντστηκε και φυσικ με συνδσεις στη γη μας. γινεν επσης ταινα (1966), αλλ και τηλεοπτικ σειρ (1980).

      

     Γεννθηκε στις 22 Αυγοστου 1920 στο Γουκιγκαν (Waukegan) του Ιλινις, γιος του Leonard Spaulding Bradbury και της Esther Marie Moberg.  Ο πατρας του ταν εναερτης στη τοπικ εταιρα ηλεκτρισμο κι η μητρα του μετανστρια απ τη Σουηδα. Απ μικρς ρχισε να διαβζει συγγραφες επιστημονικς φαντασας, πως οι ντγκαρ λαν Πε, Χρμπερτ Γουλς, Ιολιος Βερν κι ντγκαρ Ρις Μπροους. Το 1926 η οικογνεια Μπρντμπερι μετακμισε στο Τοσον της Αριζνα και το 1932 εγκαταστθηκε οριστικ στο Λος ντζελες. Ο Ρι αποφοτησε απ το Λκειο του Λος ντζελες το 1938 αλλ ελλεψει χρημτων, δεν συνχισε στο κολλγιο. πιασε δουλει ως εφημεριδοπλης και τις ελεθερες ρες του χανταν στις βιβλιοθκες. Επε σε κποια συνντευξ του:

   Οι βιβλιοθκες με μεγλωσαν. Δεν πιστεω στα κολλγια και τα πανεπιστμια. Πιστεω στις βιβλιοθκες, επειδ οι πιο πολλο φοιτητς δεν χουν λεφτ. ταν αποφοτησα απ το Λκειο, ταν η εποχ της Μεγλης φεσης (Κραχ) και δεν εχαμε λεφτ. Δεν μποροσα να πω στο κολλγιο, τσι πγαινα στη βιβλιοθκη τρεις φορς την εβδομδα για 10 χρνια.

     χοντας απαλλαγε απ τη στρατιωτικ θητεα λγω προβλημτων ορσεως, ρχισε να γρφει ιστορες επιστημονικς φαντασας σε διφορα αυτοσχδια περιοδικ (fanzine), επηρεασμνος απ ρωες πως ο Φλας Γκρντον κι ο Μπακ Ρτζερς. Το 1939 εξδωσε το δικ του φανζν, με ττλο Futuria Fantasia και τιρζ 100 αντιτπων αν τεχος. Μεταξ 1941-7 δολεψε στο κινηματογραφικ περιοδικ Script. Το 1947 εξδωσε το 1ο του βιβλο, μα συλλογ διηγημτων με ττλο Dark Carnival. Την δια χρονι παντρετηκε τη Μργκεριτ Μακ Κλιουρ (1922-2003), με την οποα απκτησε 4 κρες. Η 10ετα του '50 ταν η πιο παραγωγικ του, αφο μας δωσε τα 2 πιο γνωστ βιβλα του ΕΦ, Τα Χρονικ του ρη και το Φαρενιτ 451. Το 1950 κυκλοφρησε το σπονδυλωτ μυθιστρημα Τα χρονικ του ρη, που περιγρφει την εισβολ των γινων στον ρη και τη καταστροφ ενς ειδυλλιακο πολιτισμο, που εχαν αναπτξει οι ντπιοι στον Κκκινο Πλαντη. Το βιβλο μεταφρστηκε σε 30 γλσσες κι γινε τηλεοπτικ σειρ.



     Το γνωσττερο ργο του εναι το δυστοπικ μυθιστρημα Φαρενιτ 451, που κυκλοφρησε το 1953. Αναφρεται σε μα κοινωνα, που τα βιβλα εναι απαγορευμνα, η μνμη κι η γνση αποτελον γκλημα κι η αποχανωση του μσου πολτη στη τηλεθαση εναι το υπρτατο αγαθ που θα πρπει η κοινωνα να προφυλξει. Εναι μια εποχ που δεν υπρχουν πυροσβστες, αλλ πυροδτες, νθρωποι που χουν ταχθε να προφυλσσουνε τη κοινωνα, καγοντας τα βιβλα (οι 451 βαθμο Φαρενιτ, 232 βαθμο Κελσου, υποτθεται τι εναι η θερμοκρασα στην οποα καγεται το χαρτ). Ο ρωας, νας απ τους πυροδτες, μσα απ την προσωπικ του κρση αφνει στην αισιοδοξα μια ευκαιρα:  σο θα υπρχουν ανσυχες συνειδσεις, η ελπδα θα παραμνει. Γνωσττερο ργο του επσης, εκτς των 2 προαναφερθντων, εναι κι Ο Εικονογραφημνος νθρωπος (The Illustrated Man). Πολλ απ τα ργα του χουν διασκευαστε για την τηλεραση και τον κινηματογρφο.



     Το Φαρενιτ 451 μαζ με το 1984 του ργουελ και το Θαυμαστ Νο Κσμο του Χξλε, αποτελον μα τυπη 3λογα, που αναφρεται στον ολοκληρωτισμ ενς μλλοντος ελεγχμενου απ τα τηλεοπτικ μσα και μια κατασταλτικ πολιτικ στο νομα του κοινο καλο. Το μυθιστρημα γινε ευρτερα γνωστ ταν μεταφρθηκε στη μεγλη οθνη απ το γλλο σκηνοθτη Φρανσου Τρυφ το 1966. Ο Μπρντμπερι υποστριζε τι αυτ τανε το μνο του βιβλο στο χρο της ΕΦ, επιμνοντας τι ο κριος γκος του ργου του τανε κυρως φαντασα (fantasy). Ο Μπρντμπερι γραψε 27 βιβλα και περισστερες απ 600 σντομες ιστορες. Στη διρκεια της ζως του εχε πουλσει περισστερα απ 8.000.000 βιβλα και τα ργα του εχαν μεταφραστε σε 36 γλσσες.



     Εκτς απ το λογοτεχνικ του ργο, ο Μπρντμπερι γραψε δοκμια για την τχνη και τον πολιτισμ, σενρια για το κινηματογρφο (Μμπι Ντικ του Τζον Χιοστον) και τη ΤιΒι Η Ζνη του Λυκφωτος,  Τταρτη Δισταση και τη σειρ Ο Αλφρεντ Χτσκοκ Παρουσιζει, καθς και θεατρικ ργα και συλλογς ποιημτων.. Παρ τις πολλς και συχν ακριβες τεχνολογικς του προβλψεις στα ργα του, ο διος εξφραζε τον σκεπτικισμ του για την αξα του ντερνετ, επειδ « μεινει την ικαντητα του ανθρπου να επικοινωνε με τους γρω του», αλλ και των ηλεκτρονικν βιβλων (e-books). «χουμε τσα πολλ κινητ. χουμε πολ ντερνετ. Πρπει να απαλλαγομε απ αυτς τις μηχανς. χουμε πρα πολλς μηχανς στην εποχ μας» λεγε.



     Τα τελευταα 50 χρνια ζοσε στο Λος Αντζελες κι εχε 4 κρες με τη σζυγ του Μαργαρτα, 8 εγγνια και πολλς γτες. Η σζυγος φυγε απ τη ζω το 2003. Τα τελευταα χρνια της ζως του χρησιμοποιοσε αναπηρικ καρκλα, λγω εγκεφαλικο επεισοδου. Παρμενε, μως, δραστριος κι εμφανιζταν τακτικ σε λογοτεχνικς εκδηλσεις στο Λος ντζελες και προπαντς συνχιζε να γρφει, τη στιγμ που λλοι στην ηλικα του θα 'χανε δσει το πλοο στο λιμνι. Πθανε στο Λος ντζελες στις 5 Ιουνου 2012, σε ηλικα 91 ετν. Εχε επιλξει το κοιμητριο που θα ταφε (Westwood Village Memorial Park Cemetery του Λος ντζελες), ακμη και την επιγραφ στην επιτμβια στλη, που γρφει «Ο συγγραφας του Φαρενιτ 451». Ο γνωστς σκηνοθτης Στβεν Σπλμπεργκ, μλις πληροφορθηκε τον θνατ του Ρι Μπρντμπερι, δλωσε: «ταν η μοσα μου για το μεγαλτερο μρος του ργου μου… Στον χρο της επιστημονικς φαντασας εναι αθνατος».
     Εχε λβει πολλς διακρσεις, μεταξ των οποων το Εθνικ Μετλλιο Τεχνν των ΗΠΑ που του απνειμε ο Πρεδρος των ΗΠΑ Τζορτζ Μπους το 2004 και το μετλλιο της Ordre des Arts et des Lettres της Γαλλας.
     γραψεν επσης και πολλς συλλογς διηγημτων και μυθιστορματα, χαρακτηριστικ αναφρονται:

1950: Τα χρονικ του ρη (The Martian Chronicles)
1951: Ο εικονογραφημνος νθρωπος (The Illustrated Man)
1953The Golden Apples Οf Τhe Sun
1953: Φαρενιτ 451 (Fahrenheit 451 ταινα 1966)
1957: Κρασ απ πικραλδα (Dandelion Wine)
1962: Κτι κολασμνο ρχεται προς τα δω (Something Wicked This Way Comes ταινα 1983)
1972: Το δντρο των Αγων Πντων (The Halloween Tree)
1972: Στα χρνια των πυραλων (R Is for Rocket)
1980The Last Circus & Τhe Executioner
1985: Ο θνατος εναι μοναχικ υπθεση (Death Is a Lonely Business)
1988The Toynbee Convector
1990A Graveyard For Lunatics
1996: Πθανε ο σκλος, κατ τ'λλα λα καλ (Quicker Than the Eye)
1997Driving Blind κ..

=====================

                  λο Το Καλοκαρι Σε Μια Μρα

 -"τοιμοι";
 -"τοιμοι".
 -"Τρα";
 -"Σντομα". 
 -"Οι επιστμονες εναι σγουροι; Θα γνει σμερα, ε";
 -"Κοτα, κοτα. Δες μνος σου"!
     Τα παιδι πιζονταν το 'να στ' λλο, σαν τσα τριαντφυλλα, τσα αγκθια, ανακατωμνα, κοιτζοντας προσεκτικ για τον κρυμμνο λιο. βρεχε. βρεχε για εφτ χρνια. Χιλιδες πνω σε χιλιδες οι μρες, ενωμνες και γεμτες απ' τη μιαν κρη ως την λλη με βροχ, με το τυμπνισμα και τη ρο του νερο, το γλυκ κρυστλλινο πσιμο της μπρας και το ξσπασμα της καταιγδας, της τσο βαρις, σα παλιρροκ κματα που σκεπζουν νησι. Χλια δση εχαν συντριφτε κτω απ' τη βροχ και ξαναμεγλωναν για να συντριφτον πλι. Αυτς ταν ο δρμος της ζως στον πλαντη Αφροδτη κι αυτ ταν η τξη των παιδιν των πυραυλανθρπων που εχαν ρθει σ' να τπο βροχς για να στσουν τον πολιτισμ και να ζσουν ως το τλος της ζως τους.
 -"Σταματει,σταματει"!
 -"Ναι, ναι"!
     H Μαργκ στεκε στο πλι αυτν των παιδιν που δεν μποροσαν να θυμηθον ποτ ναν καιρ που δεν εχε βροχ και βροχ και βροχ. ταν λα εννιχρονα κι αν πριν εφτ χρνια υπρξε μρα, που ο λιος βγκε για μια ρα κι δειξε το πρσωπ του στον κατπληκτο κσμο, δε μποροσαν να την ανακαλσουν στη μνμη τους. Μερικς φορς τη νχτα, τ' κουγε ν' αναδεονται στην ανμνηση κι ξερε πως ονειρεονταν και θυμονταν χρυσφι να κτρινο παστλ να νμισμα, αρκετ μεγλο για ν' αγορσουν τον κσμο. ξερε πως νμιζαν τι θυμονταν μια θρμη σαν να κοκκνισμα στο πρσωπο, στο σμα, σε χρια και πδια και στις τρεμμενες παλμες. Μα στερα πντα ξυπνοσαν στο κεντητ τυμπνισμα, τ' ατελεωτο πσιμο περιδραιων απ καθαρς χντρες, στις οροφς, το δρμο, τους κπους, τα δση και τα νειρ τους χνονταν.
     λη τη μρα χθες, εχαν διαβσει στην τξη για τον λιο. Για το πως ταν σαν λεμνι και το πσο ζεστς. Κι εχαν γρψει μικρς ιστορες, εκθσεις ποιματα γι' αυτν:

                                Ο λιος εν' να ανθολι
                                π' ανθζει για να λεπτολι

     Αυτ ταν το ποημα της Μαργκ, διαβασμνο με συχη φων στην ακνητη αθουσα, εν ξω πεφτε βροχ.
 -"Ααα, δεν το 'γραψες εσ αυτ", διαμαρτυρθηκε να απ τα αγρια.
 -"Το 'γραψα", επε η Μαργκ, "εγ το 'γραψα".
 -"Γουλιαμ!" επε η δασκλα. Αλλ' αυτ τανε χτες. Τρα η βροχ και τα παιδι ζουλιονταν στα παχι μεγλα παρθυρα.
 -"Που εναι η δασκλα";
 -"Θα γυρσει».
 -"Καλ θα κνει να βιαστε, θα το χσει"! Στρφηκαν μεταξ τους, σαν πυρετδικη ρδα, λο λγια. Η Μαργκ στεκταν μνη. ταν να πολ λεπτεπλεπτο κορτσι που κοταζε σαν να 'χε χαθε στη βροχ για χρνια κι αυτ της ξεθριασε το γαλζιο των ματιν της, το κκκινο απ το στμα και το κτρινο απ τα μαλλι. ταν μια παλι φωτογραφα βγαλμνη απ λμπουμ χλομιασμνη κι αν μιλοσε, η φων της θα 'ταν φντασμα. Τρα στεκε χρια, ατενζοντας τη βροχ και τον ηχηρ υγρ κσμο πρα απ το τερστιο τζμι.
 -"Τι κοιτς", επε ο Γουλιαμ. Η Μαργκ δεν απντησε. "Να μιλς μα σου μιλνε". Την σπρωξε. μως αυτ δεν κινθηκε, μλλον, αφθηκε να κινηθε απ' αυτν και τποτα λλο.  Απομακρνθηκαν απ κοντ της, δε θα τη κοταζαν. Τους αισθνθηκε να φεγουν μα κι αυτ γινταν, γιατ δε θα 'παιζε καθλου μαζ τους στα τονελ με τον χο της υπγειας πλης. Αν παζανε κυνηγητ, ανοιγκλεινε τα μτια και δεν τ' ακολουθοσε. ταν η τξη λεγε τραγοδια για την ευτυχα, τη ζω και τα παιχνδια, τα χελια της σα που κινονταν. Μνον ταν τραγουδοσαν για τον λιο και το καλοκαρι, τα χελη της κινονταν πραγματικ καθς παρακολουθοσε τα μουσκεμνα παρθυρα.
     Κι πειτα ββαια, το μεγαλτερο απ' λα τα εγκλματα, ταν πως εχε ρθει απ τη Γη μλις πντε χρνια πριν και θυμταν πως ταν ο λιος κι ο ουρανς, ταν ταν τεσσρων στο Οχιο. Κι αυτ, εχανε ζσει λη τους τη ζω στην Αφροδτη, τανε μνο δυο χρνων ταν βγκε τελευταα φορ ο λιος κι απ ττε εχανε ξεχσει και το χρμα και τη ζση και το πως πραγματικ ταν. μως η Μαργκ θυμταν.
 -"Εναι σα δεκρα", επε κποτε με μτια κλειστ.
 -"χι, δεν εναι!" φωνξανε τα παιδι.
 -"Εναι σα φωτι στη σμπα", επε.
 -"Λες ψματα, δε θυμσαι!" φωνξανε τα παιδι.
     μως θυμταν κι στεκε συχα στο πλι ολωνν και παρακολουθοσε τα ζωγραφισμνα παρθυρα. Και κποτε, να μνα πριν, αρνθηκε να κνει ντους στο σχολικ μπνιο, εχε κλεσει σφιχτ τ' αυτι της με τα χρια πνω απ' το κεφλι της, ουρλιζοντας πως το νερ δεν πρεπε να την αγγξει. τσι, μετ απ' αυτ θολ, θολ το αισθανταν, ταν διαφορετικ κι ξεραν τη διαφορ και την κρατοσαν μακρι.
     Γινταν κουβντα πως ο πατρας της κι η μητρα της θα την παιρναν πσω στη Γη τον επμενο χρνο, της φαινταν ζωτικ να το κνουν, αν και θα σμαινε την απλεια χιλιδων δολαρων για την οικογνει της. Κι τσι τα παιδι τη μισοσαν για λους αυτος τους λγους, με τις μικρς και μεγλες συνπειες. Μισοσαν το χιονχλωμο πρσωπο, τη σταθερ ησυχα της, τη λεπττητα και το πιθαν της μλλον.
 -"Φγε!" Το αγρι της δωσε λλη μια σπρωξι. "Τι περιμνεις"; Κι στερα, για πρτη φορ, γρισε και τον κοταξε. Κι ,τι περμενε, βρισκταν μπροστ της. "Λοιπν, μη περιμνεις εδ!" φναξε τ' αγρι γρια. "Δε θα δεις τποτα"! Τα χελη της κουνθηκαν. «Τποτα!» φναξεν αυτς. «λα ταν να αστεο, δεν ταν;» Γρισε στ' λλα παιδι. «Τποτα δε συμβανει σμερα, τσι δεν εναι
λα τον κοταξαν κι στερα καταλαβανοντας, γλασαν κι δωσαν τα χρια.  -"Τποτα, τποτα"!
 -"Ω, μα...», ψιθρισε η Μαργκ με τα μτια της αβοθητα, «μα αυτ εναι η μρα... οι επιστμονες προβλπουν... λνε... ξρουν πως ο λιος..."
 -"λα εν' αστεο!" επε τ' αγρι και τη γρπωσε σφιχτ. "Ει, λοι, ας τη βλουμε σε μια ντουλπα πριν ρθει η δασκλα"!
 -"Μη" επε η Μαργκ, πφτοντας πσω. Χθηκανε πνω της, τη πισανε και τη μετφεραν, εν διαμαρτυρταν κι στερα παρακαλοσε κι πειτα κλαιγε, πσω σ' να τονελ, να δωμτιο, μια ντουλπα, που χτπησαν με δναμη τη πρτα και κλεδωσαν. Σταθκανε και κοιτξανε προς τη πρτα και την εδαν να τραντζεται απ' το χτπημ της και το πταγμα του κορμιο της πνω. 'Ακουσαν τις πνιγμνες της κραυγς, πειτα, χαμογελντας, στριψαν, βγκαν ξω και πσω στο τονελ, ακριβς τη στιγμ που φτανε η δασκλα.
 -"τοιμοι, παιδι;" ριξε μια ματι στο ρολι της.
 -"Ναι!" επαν λοι.
 -"Εμαστ' λοι εδ";
 -"Ναι"!
     Η βροχ ελττωσεν ακμη πιτερο. Συνωστστηκαν στη τερστια πρτα. Η βροχ σταμτησε. ταν πως αν στη μση ενς φιλμ για χιονοστιβδα, ανεμοστρβιλο, τυφνα, ηφαιστειακ κρηξη, πρτο κτι εχε πει στραβ με τον ηχητικ εξοπλισμ σβνοντας και τελικ κβοντας λο τον χο, λα τα φυσματα του αρα, τις αντηχσεις, τους κεραυνος κι πειτα, δετερο, αφαιρθηκε το φιλμ απ τη μηχαν προβολς για ν' αντικατασταθε απ σλιντ ειρηνικο τροπικο, που δε κουνιταν, οτε τρεμολιαζε. Το παγκσμιο δαφος, σε μια ακνητη στση. Η ησυχα ταν τσο απραντη κι απστευτη, που νμιζες πως εχαν βουλσει τ' αφτι σου πως εχες χσει την ακο σου ολοκληρωτικ. Τα παιδι βλανε τα χρια στ' αφτι. Στκονταν χωριστ. H πρτα νοιξε κι η μυρωδι του ρεμου, του αναμνοντος κσμου, μπκε μσα τους.
     O λιος ξεπρβαλε. Εχε το χρμα του πυρωμνου χαλκο κι ταν πολ μεγλος. Ο ουρανς γρω τανε πυρωμνο γαλζιο πλακκι. Κι η ζογκλα, καμνη απ το ηλιφως, πως τα παιδι, που ελευθερωμνα απ τα ξρκια τους, ξεχθηκαν ξω στην νοιξη.
 -"Λοιπν μη πτε πολ μακρι", φναξε η δασκλα πσω τους, "το ξρετε, χετε μνο δυο ρες, δε θα θλατε να πιαστετε ξω!" Αλλ' αυτ τρχανε, γυρζανε τα πρσωπ τους ψηλ στον ουραν, νιθανε τον λιο στα μγουλα σα ζεστ μταλλο, βγζανε τα μπουφν τους και τον φηναν να κψει τα μπρτσα τους.
 -"Ω, πολ καλτερα απ τις λμπες ηλου, ε";
 -"Πολ, πολ καλτερα"!
     Σταμτησαν να τρχουνε και σταθκανε στη μεγλη ζογκλα που κλυπτε την Αφροδτη, που μεγλωσε και ποτ δε σταμτησε να επεκτενεται θυελλδικα, ακμη και καθς τη παρακολουθοσες. ταν μια χταποδοφωλι που μπλεκε μεγλα μπρτσα απ' αγκθια μοια με σρκα, αιωρομενα, που ανθζουνε σ' αυτ τη σντομη νοιξη. Εχε το χρμα του λστιχου και της στχτης αυτ η ζογκλα, απ τα πολλ ανλιαγα χρνια. Εχε το χρμα απ' τις πτρες, τ' σπρα τυρι και τη μελνη, εχε το χρμα του φεγγαριο. Τα παιδι απλθηκαν ξω, γελντας στο στρμα της ζογκλας και τ' ακοσανε να βογκ κτω τους, ελαστικ και ζωνταν. Τρξαν ανμεσα στα δντρα, παξανε κρυφτ, κυνηγητ, μα πιο πολ, κοιτζανε με μισοσφλιστα μτια τον λιο, σπου δκρυα κυλσανε στα πρσωπ τους, σηκνανε τα χρια ψηλ σ' αυτ τη κιτρινδα και σ' αυτ το υπροχο γαλζωμα, αναπνανε το φρσκον αρα, ακογανε την ησυχα, που τα περικλειε σε μιαν ευλογημνη θλασσα Ανηχτητας κι Ακινησας. Κοιτζανε τα πντα και γεονταν τα πντα. στερα, γρια σα θηρα που το 'σκασαν απ' τις σπηλις τους, τρξανε σε ζωηρος κκλους. Τρξανε για μιαν ρα και δε σταματοσαν να τρχουνε. Κι πειτα; Καταμεσς εκε που 'τρεχαν, να κορτσι στργγλισε. λοι σταματσανε. Το κορτσι, ρθιο στο ξφωτο, εχε σηκωμνο το χρι.
 -"Ω, κοιτξτε, κοιτξτε!" επε τρμοντας. Αργ, ρθανε να δονε την ανοιγμνη της παλμη. Στο κντρο της, σα βεντοζα και τερστια, μια μοναδικ σταγνα βροχς. 'Αρχισε να κλαιει κοιτντας την. Γρισαν ρεμα τα μτια στον ουραν.
 -"Ω, ω"! Μερικς κρες σταγνες πσανε στις μτες, τα μγουλα και τα στματ τους. Ο λιος χλμιασε πσω απ το σκωμα της αραις ομχλης. 'Ανεμος φσηξεν ανμεσ τους, ψυχρς. Γυρσανε κι αρχσανε να περπατονε πσω, προς το υπγειο οκημα, με τα χρια κατεβασμνα, τα χαμγελα χαμνα. Ο θρυβος ενς κεραυνο τα τρμαξε και σα φλλα πριν απ καινοριο τυφνα, συρθκανε το 'να πνω στ' λλο κι τρεξαν. Αστραπ χτπησε δκα μλια μακρι, πντε μλια μακρι, να μλι, μισ μλι. Ο ουρανς σκοτενιασε μεσονυχτιτικος με μια λμψη. Στθηκαν στο κατφλι του υπγειου για μια στιγμ, μχρι που 'βρεχε δυνατ. στερα κλεσανε τη πρτα κι ακοσανε το γιγντιο χο της βροχς να πφτει σε τνους και χιονοστιβδες, παντο και για πντα.
 -"Θα κνει ακμα εφτ χρνια";
 -"Ναι. Εφτ". Μετ να τους κλαψε για λγο.
 -"Μαργκ"!
 -"Τι";
 -"Εναι ακμα στη ντουλπα που τη κλειδσαμε".
 -"Μαργκ"! Σταθκανε, σα κποιος να τα 'χε καρφσει σα σωρ παλοκια στο πτωμα. Αλληλοκοιταχτκανε κι στερα κοιτξανε μακρι. Κοιτξανε τον κσμο που τρα βρεχε κι βρεχε κι βρεχε, σταθερ. Τα πρσωπ τους ταν σοβαρ και χλωμ. Κοιτζανε τα χρια και τα πδια τους, με τα μοτρα τους χμω.
 -"Μαργκ"! να απ' τα κορτσια επε:
 -"Λοιπν..."; Κανες δε κουνθηκε.
 -"Εμπρς", ψιθρισε το κορτσι.
     Περπτησαν αργ κτω στο χωλ, με τον χο της βροχς να πφτει. Περσανε το κατφλι με τον χο της καταιγδας και της βροντς, αστραπ στα μτια τους γαλζια και τρομερ. Περπατσαν αργ στη πρτα της ντουλπας και στθηκαν δπλα της. Πσω απ τη κλειστ πρτα, μνον ησυχα.
     Ξεκλεδωσαν τη πρτα κι αφσανε τη Μαργκ να βγει.

"All Summer Ιn Α Day" (1954)

Μετφρ: Γιννης Ανδρου
------------------------------------


                         Νυχτεριν Συνντηση

     Πριν πρει την ανηφορι για τους γαλζιους λφους, ο Τμας Γκομζ σταμτησε για κασιμα στο απμακρο βενζινδικο.
 -"Σα πολλ μοναξι χεις εδ, ε παππο;" κανε ο Τμας. Ο γρος σκοπισε με το παν του το παρμπρζ του μικρο φορτηγο.
 -"Δεν εναι κι σκημα".
 -"Πως σου φανεται ο 'Αρης, παππο";
 -"Καλς εναι. Πντοτε υπρχει κτι καινοριο να δεις. ταν πρωτρθα δω πρσι το χα πρει απφαση να μη περιμνω τποτα, να μη ζητ τποτα και να μη με ξαφνιζει τποτα. Πρπει να ξεχσουμε τη Γη και τη ζω που ξραμε κποτε. Πρπει να μας απασχολε μνον αυτ που χουμε δω και το πσο διαφορετικν εναι. Και μνο που παρατηρ τον καιρ εναι μεγλη διασκδαση. Εναι ο αρειανς καιρς. Καφτς σα τη κλαση τη μρα, παγερς σα τον θνατο, τη νχτα. Εναι διασκδαση να βλπεις διαφορετικ λουλοδια, διαφορετικ βροχ. ρθα στον 'Αρη για να περσω τα γερματ μου κι θελα να βρω να τπο που το καθετ εναι διαφορετικ. νας γρος χει ανγκη απ διαφορετικ πρματα, ξρεις. Οι νεαρο δε κνουνε κφι να κουβεντιζουνε μαζ του και τους συνομλικος του τους βρσκει φοβερ βαρετος. τσι σκφτηκα πως το καλτερο που χα να κνω ταν να βρω να μρος σο πιο διαφορετικ γινταν, που θ' αρκοσε ν' ανοξω τα μτια για να δω και κτι ενδιαφρον. Αγρασα τοτο το βενζινδικο. Αν αρχσει να πφτει πολλ δουλει, θα τραβξω για κανναν λλο πιο παλι δρμο, που δε θα χει τση κνηση, που θα μπορ να βγζω σα-σα, σα χρειζομαι για να ζω και θα μου μνει χρνος για ν' απολαμβνω τα διαφορετικ πρματα που υπρχουν εδ".
 -"Ανακλυψες τη φιλοσοφα της ζως, παππο", χαμογλασε ο Τμας, με τα μελαχριν του χρια ακουμπισμνα στο τιμνι. νιωθεν ωραα. Δολευε σε μιαν απ τις νες αποικες, δκα μρες σερ και δυο σχλη και τρα πγαινε σ' να γλντι.
 -"Τποτε δε με ξαφνιζει πια", συνχισεν ο γρος, "απλ κοιτζω. Απλ ρουφ εμπειρες. Αν δε μπορες να δεχτες τον 'Αρη τσι πως εναι, καλτερα να γυρσεις στη Γη. Το καθετ εναι τρελ δω πρα, το χμα, ο αγρας, τα κανλια, οι ιθαγενες -δεν χω δει κανναν ακμη αλλ' ακοω πως υπρχουν- ως και τα ρολγια. Ακμη και το δικ μου ρολι συμπεριφρεται παρξενα. Ναι, ακμη κι ο χρνος εναι τρελς δω πρα. ρχονται στιγμς που νιθω σα να μαι ολομναχος, δχως δετερη ψυχ σ' λο τον πλαντη. Θα βαζα και στοχημα γι' αυτ. 'Αλλες φορς πλι νιθω σαν οχτχρονο παιδ και μ' ανλογο μπι, εν το καθετ γρω μου εναι ψηλτερο. Χριστ μου, αυτς εναι τπος για να γρο! Μου χαρζει ζωντνια και με κρατ ευτυχισμνο. Ξρεις σαν τι μοιζει ο 'Αρης; Με κτι που μου κνανε δρο κποια Χριστογεννα πριν εβδομντα τσα χρνια. Δε ξρω αν τα χεις δει ποτ, λγονταν καλειδοσκπια. Εχανε χρωματιστ γυαλκια, χντρες και δε ξερωτ μες σ' να σωλνα. Τα κρατοσες στον λιο, κοταζες απ την λλη μερι και το θαμα σου κοβε την ανσα. Δε μπορες να φανταστες τι σχδια βλεπες! Λοιπν κπως τσι εναι ο 'Αρης. Απλαυσ τον. Μη ζητς τποτ' λλο απ' αυτ που ναι. Χριστ μου, το ξερες πως τοτος δω ο δρμος φτιχτηκε απ τους Αρειανος κι χει ηλικα πνω απ δεκξι αινες; Δες πσο καλ κρατει ακμα! Ενμιση δολριο για τη βενζνα, ευχαριστ και καλ σου νχτα".
     Ο Τμας πρε πλι τον αρχαο δρμο, γελντας σιγαν. τανε μακρς δρμος, που ξετυλιγταν μες στο σκοτδι και τους λφους. Κρατοσε το τιμνι και κατ καιρος, πλωνε το χρι στο καλθι με το κολατσι και τσμπαγε κτι. Οδηγοσε σταθερ για καμμιν ρα τρα, δχως να δει καννα φως. Μνον ο δρμος που τραβοσε μπρος, το βουητ της μηχανς του κι ο 'Αρης σιωπηλς ολγυρα. Ο 'Αρης τανε πντα σιωπηλς κσμος, αλλ η αποψιν νχτα τανε πιο συχη απ κθε λλη. Η ρημος κι οι δειες κοτες των θαλασσν φευγαν αριστερ και δεξι του, με τα βουν ν' αχνοφανονται στο φντο των στρων.
     Απψε η μυρωδι του Χρνου πλανιτανε στον αγρα. Ο Τμας χαμογλασε κι παιξε μ' αυτ τη φαντασα στο νου του. τανε κι αυτ μια σκψη. Ποια να ταν αλθεια η μυρωδι του Χρνου; Μριζε σκνη, ρολγια κι ανθρπους. Κι αν αναρωτισουνα ποιος να ταν ο χος του Χρνου, αυτς τανε σα νερ που κελρυζε σε μια σκοτειν σπηλι και σαν απμακρες φωνς και σα χμα που πεφτε σ' δεια καπκια κουτιν και σα βροχ. Και για να το πει ακμα πιο πρα, σαν τι να μοιαζε τχατες ο Χρνος; Ο Χρνος μοιαζε σα νιφδες χιονιο που πφτανε σιωπηλ σε σκοτειν δωμτιο σα βουβ ταινα σε παλι κινηματογρφο σαν εκατ δισεκατομμρια πρσωπα να πφτουν αργ σα μπαλνια, κτι προς το χος και το τποτα. Κι απψε -ο Τμας βγαλε το χρι απ το παρθυρο να νισει τον νεμο-  μποροσε σχεδν ν' αγγξει τον Χρνο. Οδηγοσε το φορτηγ του μες απ τους λφους του Χρνου... νιωσεν ανατριχλα στο σβρκο κι ανακθισεν απτομα, κοιτζοντας το δρμο μπροστ.
     Σταμτησε το φορτηγ σε μια μικρ, νεκρ, αρειαν πλη, σβησε τη μηχαν κι φησε τη σιγαλι να τονε τυλξει ολγυρα. Κθισε κει αγναντεοντας, δχως ν' ανασανει, πρα τ' σπρα κτρια στο φεγγαρφωτο. ταν ακατοκητα απ αινες. Τλεια κι ψογα, ερειπωμνα ναι, αλλ τλεια... 'Αναψε πλι τη μηχαν κι κανε καναδυ χιλιμετρα, μπορε και παραπνω, πριν σταματσει ξαν. Εκε βγκε απ τ' αμξι, πρε μαζ του το καλθι με το φαγητ και τρβηξε σ' να μικρν ψωμα απ' που μποροσε ν' αγναντψει τη σκονισμνη πλη που φησε πσω του. 'Ανοιξε το θερμς και γμισε τη κοπα με καφ. να νυχτοπολι φτερογισε πνω απ το κεφλι του. Ο Τμας νιωθε πολ ωραα εκε, πολ γαλνια.
     Θα χε περσει καν πεντλεπτο, ταν ακοστηκεν νας χος. Πρα στους λφους, εκε που στριβε ο αρχαος δρμος, το μτι του πρε μια κνηση. Δικρινε αμυδρ φως και μετ κουσε κτι σα μουρμουρητ. Γρισεν αργ με τη κοπα του καφ στο χρι κι εδε να προβλλει απ τους λφους κτι παρξενο. τανε μια μηχαν που μοιαζε σμαραγδοπρσινον ντομο, σαν αλογκι της Παναγας, που ταξδευε ντελικτο στον κρο αγρα, δυσδικριτο, μ' αμτρητα πρσινα πετρδια να τρεμοσβνουνε σ' λο του το κορμ, εν τα μτια του λαμπριζαν δια με κκκινα πολυπρισματικ ρουμπνια. Τα ξι πδια της μηχανς ανεβοκατεβανανε στον αρχαο δρμο μ' ναν χο σα περαστικ πρωτοβρχι κι απ τη ρχη της μηχανς, νας Αρειανς με μτια απ αναλυτ χρυσφι, ατνιζε ψλαθε τον Τμας σα να κοταζε στα βθη ενς πηγαδιο.
     Ο Τμας σκωσε το χρι και σκφτηκε: "Καλησπρα", αυτματα, αλλ δε σλεψε τα χελη, γιατ τοτος ταν Αρειανς. Αλλ ο Τμας εχε ταξιδψει στα γαλζια ποτμια της Γης, εχεν ανταμωθε με ξνους στο δρμο κι εχε φει με ξνους ανθρπους σε ξνα σπτια, με μοναδικ του πλο πντα το χαμγελο. Δε κρατοσε ντουφκι, οτε κι νιωθε την ανγκη για κτι ττοιο, τρα, στω κι αν η καρδι του πετρισε για λγο. Τα χρια του Αρειανο τανε κι αυτ δεια. Για μια στιγμ μενανε κοιτζοντας ο νας τον λλο στο δροσερν αγρα. Πρτος αντδρασεν ο Τμας.
 -"Καλησπρα!" επε
 -"Καλησπρα!" επε κι ο Αρειανς στη γλσσα του. Δε κατλαβαν ο νας τον λλο.
 -"Επες καλησπρα;" ρωτσανε κι οι δυο.
 -"Τι επες;" ρωτσανε πλι κι οι δυο, καστος σε διαφορετικ γλσσα. Σταθκανε κι οι δυο τους συνοφρυωμνοι.
 -"Πως σε λνε;" ρτησεν ο Τμας στ' αγγλικ.
 -"Τι γυρεεις εδ;" ρτησεν ο λλος στ' αρειαν.
 -"Που πηγανεις;" ρωτσανε κι οι δυο σαστισμνα.
 -"Με λνε Τμας Γκομζ".
 -"Με λνε Μου Κα". Καννας δε κατλαβε, αλλ με τα λγια χτυπσανε το δχτυλο στο στθος τους και το μνυμα γινε σαφς. στερα ο Αρειανς γλασε:
 -"Περμενε!" Ο Τμας νιωσεν γγιγμα στο κεφλι αν και καννα χρι δε τον εχεν ακουμπσει. "Ορστε!" επεν ο Αρειανς στ' αγγλικ. "Τρα μπορομε να συνεννοηθομε"!
 -"μαθες τσο γργορα τη γλσσα μου"!
 -"Απλ πργμα!" Κοιτξανε για μια στιγμ, σιωπηλο κι αμχανοι κι οι δυο, τη κοπα με τον αχνιστ καφ στο χρι του Τμας. "Κτι διαφορετικ;" ρτησεν ο Αρειανς, κοιτντας μια τον Τμας και μια τη κοπα, εννοντας σως και τα δυο.
 -"Να σου προσφρω μια κοπα;" προθυμοποιθηκεν ο Τμας.
 -"Ευχαριστ". Ο Αρειανς κατβηκεν απ τη μηχαν του. Ο Τμας γμισεν ακμα μια κοπα μ' αχνιστ καφ και τη πρτεινε στον λλο. Τα χρια τους συναντηθκανε και -σαν ομχλη- περσανε τονα μες απ τ' λλο.
 -"Ιησος Χριστς!" φναξεν ο Τμας, αφνοντας να του πσει η κοπα.
 -"Στ' νομα των Θεν!" κανε κι ο Αρειανς στη γλσσα του. Παγωνι και τρμος τους εχε τυλξει. Ο Αρειανς σκυψε να πισει τη κοπα μα δε μπρεσε να την αγγξει.
 -"Χριστ μου!" ψλλισε πλι ο Τμας. Ο Αρειανς πσχισε πλι και πλι να πισει τη κοπα, μα στθηκεν αδνατο. Τελικ σηκθηκε, μεινε για λγο συλλογισμνος και μετ τρβηξε μαχαρι απ τη ζνη. "ι!" φναξεν αλαφιασμνος ο Τμας.
 -"Με παρεξγησες. λα πιασ' το!" τονε παρτρυνεν ο Αρειανς και του το πταξε. Ο Τμας καμε χοφτα τις παλμες μα το μαχαρι πρασε μες απ τα χρια του κι πεσε στο χμα. σκυψε να το σηκσει μα δε μπρεσε να το αγγξει καν και σηκθηκε πλιν ανατριχιζοντας.
 -"Τ' στρα!" επε.
 -"Τ' στρα!" επε κι ο Αρειανς, κοιτζοντας με τη σειρ του τον Τμας. Τ' στρα φανονταν αστραφτερ και καθρια πσω απ τη φιγορα του Αρειανο, σα σπθες ενσωματωμνες στη διφανη φωσφορικ μζα μιας θαλσσιας μδουσας. Μποροσες να δεις τ' στρα να τρεμοφγγουνε σα βιολετι μτια στο στομχι και το στθος του Αρειανο και να στραφταλζουνε σα κοσμματα στον καρπ του.
 -"Μπορ να δω απ μσα σου!" επεν ο Τμας
 -"Κι εγ το διο!" αποκρθηκεν ο Αρειανς, κνοντας παραπσω. Ο Τμας ψαχολεψε το κορμ του, νιωσε τη ζεστασι κι αναθρρησε. Εμαι αληθινς, σκφτηκε. Ο Αρειανς γγιξε τη μτη και τα χελη του. χω σρκα, εμαι ζωντανς, επε σχεδν απ μσα του. Ο Τμας κοταξε μ' ορθνοιχτα μτια τον ξνο:
 -"Κι αν εγ εμαι αληθινς, ττε συ πρπει να 'σαι πεθαμνος".
 -"χι, συ εσαι πεθαμνος!"
 -"Εσαι φντασμα"!
 -"Εσαι οπτασα"! Στεκντανε δεχνοντας ο νας τον λλο, με τ' στρα να φγγουνε μες απ το κορμ τους σα στιλτα, σα παγοκρσταλλα και σα πυγολαμπδες. Μετ, αρχσαν να ψηλαφζονται πλι, ο καθνας βρσκοντας τον εαυτ του γερ, ζεστ, ταραγμνο, σαστισμνο, τρομαγμνο κι ο λλος παρκει ταν ο εξωπραγματικς, να φασματικ πρσμα που λαμπριζε με το φως των μακρινν κσμων. Εμαι μεθυσμνος, σκφτηκεν ο Τμας. Δε θα πω λξη σε κανναν αριο για τοτη την ιστορα, τποτα, το παραμικρ. Στκονταν εκε στον αρχαο δρμο, σα μαρμαρωμνοι κι οι δυο.
 -"Απ που ρθες;" ρτησε τελικ ο Αρειανς.
 -"Απ τη Γη".
 -"Που εναι αυτ";
 -"Εκε", ο Τμας δειξε τον ουραν.
 -"Πτε";
 -"Φτσαμε πριν να χρνο και βλε, δε το θυμσαι";
 -"χι".
 -"Κι λοι σας εχατε πεθνει, εκτς απ ελχιστους. Εσαι σπνιο εδος, δε το 'ξερες";
 -"Δεν εναι αλθεια".
 -"Ναι, νεκρο, λοι σας. Εδα τα κουφρια σας. Μαυρισμνα μες σε δωμτια, σε σπτια, εντελς ψυχα. Χιλιδες ττοια".
 -"Εναι γελοο αυτ που λες. Εμαστε ολοζντανοι!"
 -"Φλε μου δεχτκατε εισβολ, μνο που δε το ξρετε. Ελγου σου θα πρπει να ξφυγες".
 -"Δε ξφυγα. Δεν υπρχε τποτα να του ξεφγω. Τι θες να πεις; Πηγανω τρα σε μια γιορτ, στο κανλι, κοντ στα ρη Ενιλ. Εκε μουνα και χτες το βρδυ. Δε βλπεις τη πλη κει κτω;" ρτησε δεχνοντας ο Αρειανς. Ο Τμας κοταξε κι εδε τα ερεπια.
 -"Μπα, η πλη που μου δεχνεις εναι νεκρ εδ και χιλιδες χρνια". Ο Αρειανς γλασε.
 -"'Ακου νεκρ! Εκε κοιμθηκα χτες"!
 -"Κι εγ μουν εκε τη περασμνη βδομδα και τη προπερασμνη και μλις πριν λγο πρασα μσα της. Εναι σκτα ερεπια. Δε βλπεις τις γκρεμισμνες κολνες";
 -"Τις κολνες; Τις βλπω και πολ καθαρ μλιστα. Το φεγγαρφωτο βοηθ. Οι κολνες εναι ολρθες".
 -"Η σκνη σκεπζει τους δρμους", επεν ο Τμας.
 -"Οι δρμοι εναι ολοκθαροι"!
 -"Τα κανλια εναι κατξερα κε".
 -"Τα κανλια εναι γεμτα μενεξελ κρασ".
 -"Η πλη εναι νεκρ".
 -"Εναι ολοζντανη!" επμεινεν ο Αρειανς, γελντας πιο πολ τρα. "Α κνεις μεγλο λθος. Δε βλπεις τα φτα της γιορτς; Υπρχουν μορφες γνδολες σα λεπτκορμες κοπλες κι μορφες κοπλες λεπτκορμες σα γνδολες, κοπελις με το χρμα της μμου, κοπελις με φλογερ λουλοδια στα χρια. Τις βλπω, μικροσκοπικς φιγορες, να τρχουνε στους δρμους κει κτω. Εκε πηγανω τρα, στη γιορτ. Θα κνουμε βαρκδες στα νερ λη νχτα, θα τραγουδσουμε, θα πιομε, θα κνουμε ρωτα. Μα πως δε τα βλπεις";
 -"Φλε, η πλη που λες εναι πεθαμνη, σα σαρα ξεραμνη απ τον λιο. Ρτησε ποιον θες απ μας. Εγ που λες πω στη Πρσινη Πλη απψε. Εναι η να κοιντητα που στσαμε κοντ στο δρμο του Ιλλινις. Τα χεις μπερδψει τα πρματα. Φραμε μαζ να εκατομμριο κυβικ πδια ξυλεα απ το ρεγκον και δυο ντουζνες τνους καλ ατσλινα καρφι και φτιξαμε με δατα τα ομορφτερα χωριουδκια που δες ποτ. Απψε θα καε το πελεκοδι σ' να απ' αυτ. Δυο ρουκτες φτνουν απ τη Γη με τις γυνακες και τα κορτσια μας. Θα χουμε χορος κι ουσκι-" Ο Αρειανς φνηκε να ταρζεται τρα.
 -"Προς τα κει επες";
 -"Να κι οι ρουκτες". ο Τμας προχρησε στο φρδι του λφου κι δειξε πρα χαμηλ. "Τις βλπεις";
 -"χι".
 -"Μα πανθεμ σε, κει εναι! Εκενα τα μακρστενα ασημνια πρματα".
 -"Δε βλπω τποτα". Τρα ταν η σειρ του Τμας να γελσει.
 -"Μα συ εσαι τελεως στραβς"!
 -"Σου λω πως βλπω θαυμσια. Εσ πρπει να σαι στραβς"!
 -"μως βλπεις τη καινορια πλη, τσι δεν εναι";
 -"Βλπω μνο τον ωκεαν με τα νερ σ' μπωτη".
 -"Τα νερ που λες χουν εξατμιστε εδ και σαρντα αινες".
 -"λα, τρμα τ' αστεα. Το παρατρβηξες".
 -"Εναι αλθεια σου λω". Ο Αρειανς σοβρεψεν απτομα.
 -"Για πες μου πλι, στ' αλθεια δε βλπεις τη πλη πως στη περιγρφω; Με τις κολνες της κατλευκες, τις ντελικτες βρκες της, τα φτα της γιορτς -εγ τα βλπω ολοκθαρα. Κι κου! Δεν ακος τη μουσικ; Δεν εναι διλου μακρι". Ο Τμας αφουγκρστηκε και μετ κονησε το κεφλι αρνητικ.
 -"Δεν ακοω τποτα".
 -"Κι εγ απ την λλη μερι", επεν ο Αρειανς, "δε μπορ να δω σα μου περιγρφεις. Τι να πει κανες"; Και πλι νισανε παγωνι. τανε σα να ρρεε πγος στις φλβες τους.
 -"Λες να...";
 -"Τι πργμα";
 -"Επες ρθατε απ τον ουραν";
 -"Απ τη Γη".
 -"Το 'Γη' εναι να νομα, να τποτα", απντησεν ο Αρειανς, "αλλ ...καθς ανβαινα το πρασμα πριν απ καμιν ρα..." γγιξε το σβρκο του, "...νιωσα..."
 -"Μια παγωνι μπως";
 -"Ακριβς".
 -"Και τρα τι νιθεις";
 -"Πλι μια παγωνι. Κτι περεργο. τανε σα κτι ν' λλαξε στο φως, στους λφους, στο δρμο", μουρμορισεν ο Αρειανς, "κτι το παρξενο στο δρμο και στο φως και για μια στιγμ νιωσα σα να μουν ο τελευταος ζωντανς στον κσμο..."
 -"Το διο κι εγ!" κανε ο Τμας κι ταν σα να μιλοσε σε παλιν αγαπημνο φλο, που αντλλασσε τα μυστικ της καρδις του, νιθοντας να τονε ζεστανει η κουβντα. Ο Αρειανς κλεισε τα μτια και μετ τ' νοιξε πλι.
 -"Αυτ δε μπορε να σημανει παρ να πργμα. Πρπει να 'χει να κνει με τον Χρνο. Εσαι μια εικνα απ το Παρελθν!"
 -"χι, συ εσαι απ το Παρελθν", επεν ο Γινος, χοντας τον καιρ να συλλογιστε καλτερα.
 -"Φανεσαι τσο σγουρος. Πως μπορες ν' αποδεξεις ποιος εναι απ το Παρελθν και ποιος απ το Μλλον; Σε ποια χρονι εμαστε";
 -"Στο δυο χιλιδες να"!
 -"Και τι σημανει αυτ για μνα"; Ο Τμας το συλλογστηκε κι ανασκωσε τους μους.
 -"Τποτα".
 -"Εναι σα να σου λεγα πως εμαστε στο 4462835 Σ. Ε. Κ. Δε σημανει τποτα και κτι λιγτερο απ το τποτα. Που εναι το ρολι για να μας δεξει πως εναι τ' στρα";
 -"Μα τα ερεπια το αποδεικνουν! Μαρτυρον τι εγ εμαι το Μλλον, εγ εμαι ο ζωντανς εν συ εσαι νεκρς"!
 -"Το καθετ μσα μου το αρνεται αυτ. Η καρδι μου χτυπ, το στομχι μου πειν, το στμα μου διψ. χι, χι, κανες μας δεν εναι νεκρς, οτε ζωντανς. Κι μως εμαστε πιο ζωντανο απ καθετ λλο. Εμαστε κπου ανμεσα, θα ταν σως το πιο σωστ. Δυο περαστικο ξνοι που ανταμσανε μες στη νχτα, αυτ εμαστε. Δυο περαστικο ξνοι. Ερεπια επες";
 -"Ναι. Φοβσαι";
 -"Ποιος θλει να δει το Μλλον; Ποιος το βλπει ποτ; νας νθρωπος μπορε ν' αντιμετωπσει το Παρελθν, αλλ να σκεφτε πως -οι κολνες εναι γκρεμισμνες επες; Κι οι θλασσες δειες, τα κανλια ξερ, οι κοπελις πεθαμνες και τα λουλοδια μαραμνα;" Ο Αρειανς μεινε σιωπηλς για μια στιγμ, αλλ μετ κοταξε μπροστ. "Μα εναι κει. Τα βλπω. Δε μου φτνει αυτ; Εναι κει τρα και με περιμνουν, ,τι κι αν λες εσ". Και τον Τμας τονε περμεναν οι ρουκτες, εκε μακρι κι η πλη κι οι γυνακες απ τη Γη.
 -"Δε πρκειται να συμφωνσουμε ποτ", μουρμορισε
 -"Ας συμφωνσουμε να διαφωνσουμε", επεν ο Αρειανς. "Τι σημασα χει ποιος εναι το Παρελθν και ποις εναι το Μλλον, αν εμαστε κι οι δυο ζωντανο; ,τι  εναι να γνει θα γνει, αριο και σε δκα χιλιδες χρνια. Πως ξρεις αν εκενοι οι ναο κει κτω δεν εναι ναο του δικο σου πολιτισμο εκατ αινες απ σμερα, ερειπωμνοι και γκρεμισμνοι; Δε το ξρεις. Ττε μη ρωτς. Αλλ η νχτα δε κρατ πολ. Δες, οι σπθες απ τις φωτις της γιορτς πετνε κιλας στον ουραν, μαζ με τα πουλι". Ο Τμας πλωσε το χρι του. Ο Αρειανς καμε το διο. Οι παλμες τους δεν γγιξαν, πρασαν η μια μες στην λλη.
 -"Θ' ανταμωθομε ξαν";
 -"Ποιος ξρει; σως καμμιν λλη νχτα".
 -"Θα θελα να ρθω μαζ σου στη γιορτ".
 -"Κι εγ θα θελα να ρθω στη να πλη σας, να δω τα σκφη που λες, να δω κενους τους ανθρπους και ν' ακοσω τα σα συνβησαν".
 -"χε γεια", επεν ο Τμας
 -"Καλ σου νχτα". Ο Αρειανς ξεμκρυνε σιωπηλς με το πρσινο μεταλλικν χημ του και χθηκε πρα στους λφους. Ο Τμας γρισε στο φορτηγ και ξεκνησε το διο σιωπηλς, προς την αντθετη κατεθυνση. Θε μου, τι νειρο κι αυτ! αναστναξε, με τα χρια του στο τιμνι, με τη σκψη στις ρουκτες, τις γυνακες, το δυνατν ουσκι, τους χορος της Βιρτζνια και το γλντι.
     Τι παρξενον ραμα κι αυτ! σκεφτταν ο Αρειανς τραβντας γοργ το δρμο του, με τη σκψη στη γιορτ, τα κανλια, τις βρκες, τις γυνακες με τα χρυσαφνια μτια και τα τραγοδια.
     Η νχτα ταν σκοτειν. Τα φεγγρια εχανε δσει, τ' στρα λαμπυρζανε στον δειο δρμο, που τρα απλωντανε σιγαλι. Σε σλευε το παραμικρ κει, οτε χος, οτε αμξι, οτε πρσωπο, οτε τποτα. Κι τσι μεινε για λη την υπλοιπη, δροσερ, σκοτειν νχτα...

"Nightly Meeting"
Μετφραση:
Γιργος Μπαλνος
--------------------------------------------

                 καρος Μονγκολφι Εφευρτης

     τανε ξαπλωμνος στο κρεβτι του κι ο νεμος φυσοσε μπανοντας απ το παρθυρο, φυσοσε πνω απ τ' αφτι του κι απ το μισνοιχτο στμα του σα να του ψιθριζε στ' νειρ του. τανε σαν τον νεμο του χρνου που ακουγταν υπκωφος στις δελφικς σπηλις για να πει πως πρπει ν' ακουστε απ το χθες, απ το σμερα κι απ το αριο. Ορισμνες φορς, κπου μακρι, κραγαζε μια φων, δυο φωνς πιο μετ, πιο πολλς πειτα, δκα, εκοσι, μια ολκληρη φυλ ανθρπων που ξεφνιζε μες απ το στμα του, μα λγοντας διαρκς τα δια λγια:.
 -"Κοτα, κοτα, το πετχαμε"!
     Γιατ ξαφνα αυτς, αυτο, νας, πολλο, εκσφενδονζονταν μσα στ' νειρο και πετοσαν. Ο νεμος φυσοσε σε μιαν ακμαντη θλασσα, ζεστ εκε που κολυμποσε δσπιστος.
 -"Κοτα, κοτα! Το πτυχα"!
     μως αυτς δε προσκαλοσε τον κσμο να το δει. Το μνο που 'κανε ταν να μαστιγνει τις αισθσεις του, να τις οξνει, για να δει, να γευτε, να οσμιστε, ν' αγγξει τον αρα, τον νεμο, το φεγγρι που υψωντανε στον ουραν. Κολμπησε σια στο βθος του ουρανο. Η βαρι γη εχε εξαφανιστε.
"Μα, μια στιγμ", συλλογστηκε, "για περμενε! Απψε... τι νχτα χουμε απψε"; Κι η χθεσιν νχτα φυσικ. Μια νχτα πριν απ την πρτη πτση ενς πυραλου για τη Σελνη. Πρ' απ' αυτ το δωμτιο, μες τη καφτν ρημο, εκατ γυρδες μακρι, ο πραυλος με περιμνει.
     Μια στιγμ! Ποιος πραυλος; Πρκειται π ρ α γ μ α τ ι κ για πραυλο;
Στσου! Συλλογστηκε και γρισε, ιδρωμνος, με μτια κλειστ, προς τον τοχο, κι βγαινε συριχτ η ανσα ανμεσα απ τα δντια του. Βεβαισου! Εσ! Ποιος εσαι πλι ε σ ;
     Εγ; σκφτηκε. Το νομ μου δηλαδ; Τζεντντια Πρντις, γεννηθες το 1938, απφοιτος κολεγου 1959, δπλωμα πιλτου σε πραυλο 1971. Τζεντντια Πρντις.... Τζεντντια Πρντις....
     Ο νεμος παρσυρε μακρι ψιθυρζοντας το νομ του! κανε να τ' αρπξει ξεφωνζοντας. πειτα ηρεμντας, περμενε πτε ο νεμος θα του ξανδινε πσω τ' νομ του. Περμενε πολ κι υπρχε σιωπ κι πειτα απ χλιους χτπους καρδις, νιωσε κτι να σαλεει.
     Ο ουρανς ανοχτηκε σαν απαλ γαλζιο λουλοδι. Το Αιγαο ανμιζε σπρες μαλακς βεντλιες μες απ το μακριν κενον αφρ που 'χε το χρμα του κρασιο. Μες στο τραγοδι των κυμτων που σκζουνε στην ακροθαλασσι, κουσε το νομ του.
     καρος.
     Κι ακμα μια φορ σε να ψιθυρισμ αναπνος.
     κ α ρ ο ς.
     Κποιος τον πιασε απ το χρι κι νιωσε πως ταν ο πατρας του που πρφερε το νομ του κι διωχνε απ πνω του τη νχτα. Κι αυτς, μικροκαμωμνος, μισοστραμμνος στο παρθυρο κι η ακτ απ πνω κι ο βαθς ουρανς, νιωθε το πρτο αγρι της αυγς να χαδεει τα χρυσ φτερ, τα κολλημνα με κερ πλι στο κρεβτι εκστρατεας που κοιμταν. Χρυσ φτερ πλλονταν μισ-ζντανα στα χρια του πατρα του κι ο λιγγος κτω απ τα πδια του τον κανε να τρμει σα φλλο καθς κοταζε κενα τα φτερ και πρα απ τα φτερ, τ' απτομα βρχια της ακτς.
 -"Πατρα, πως εναι ο νεμος";
 -"Για μνα εναι αρκετς. Ποτ για σνα"!
 -"Πατρα, μη φοβσαι. Τα φτερ φανονται αδξια τοτη τη στιγμ, αλλ τα κκαλ μου θα τους δσουνε δναμη και το αμα μου θα ζωογονσει το κερ"!
 -"Και το δικ μου αμα και τα δικ μου κκαλα, θυμσου! Ο κθε νθρωπος δανεζει τη σρκα του στα παιδι του και τους ζητ να τη προσχουνε σα τα μτια τους. καρε, θλω να μου υποσχεθες τι δε θα πετς πολ ψηλ. Ο λιος κι ο δικς μου γιος, η κψα του ενς κι ο πυρετς του λλου, μπορονε να τα λισουν αυτ τα φτερ. Πρσεχε"!
     Κι πλωναν τα υπροχα χρυσ φτερ στο πρωιν και τα κουγαν στα χρια τους να ψιθυρζουνε, να ψιθυρζουνε τ' νομ του να νομα κποιο νομα που πετοσε, στριφογριζε και κατακθιζε σα μικροτσικο ποπουλο στην απαλ ατμσφαιρα.
     Μονγκολφι.
     Τα χρια του γγιξαν το πυρακτωμνο σκοιν, σπρο, κτασπρο παν να λμπει κι η κλωστ στη βελνα ν' ανβει και να ζεστανεται σα καλοκαρι. Τα χρια του ταζανε μαλλ κι χυρο μια φλγα ψιθυριστ.
     Μονγκολφι.
     Τα μτια του πετξανε ψηλ στο πρησμνο μπαλνι που ταλαντευταν αργ στον αρα, το γιγντιο τρβηγμα προς τα πνω, το θερατο ασημνιο αχλδι να παρασρεται απ τον νεμο, σπου να πλημμυρζει απ τρεμμενα παλιρροιακ κματα αρας. Σιωπηλ, σα θες που γρνει νυσταλα πνω απ τη γαλλικ εξοχ, το ντελικτο τοτο σννεφο, τοτο το πρησμνο ασκ γεμτο με συμπυκνωμνον αρα, θ' αποκοβτανε σντομα και θα λευτερωντανε. Βουλιζοντας ψηλ, σε γαλζιους κσμους σιγς, ο νους του, καθς κι ο νους του αδερφο του, θ' αρμενζανε μ' αυτ το πνινο σννεφο, βουβο, μακριοι ανμεσα σε νησι απ νφη που αναπαονταν γριοι κεραυνο. Μσα σε κενο το αγεωγρφητο κεν της αβσσου, που δε μποροσαν ν' ανεβονε μτε κεληδημα πουλιο, μτε φων ανθρπου, θα βουβαινταν ακμα και το διο το αερστρατο. τσι παρασυρμνοι σε ττοια βθη του ψους, αυτς, ο Μονγκολφι κι λοι του οι ντρες, θα μποροσανε ν' ακοσουνε την μετρη ανσα του Θεο και την επιβλητικ περπατησι της αιωνιτητας.
 -"Αααπ!..." σλεψε αυτς, το πλθος σλεψε, σκεπστηκε απ τη σκι του τερστιου μπαλονιο. "Τα πντα τοιμα, τα πντα λειτουργονε κανονικ..." Κανονικ... Τα χελη του συσπαστκανε μες στ' νειρ του. Κανονικ... Σφριγμα, ψθυρος, δνηση, ορμ προς τα ψη. Κανονικ... Απ τα χρια του πατρα του, κποιο παιχνδι εκτοξετηκε στο ταβνι, στριφογυρζοντας με το δικ του νεμο, μετωρο, εν αυτς κι ο αδερφς του το κοταζαν να τρεμολμπει, να ψιθυρζει, να σφυρζει, το κουγαν να μουρμουρζει τ' νομ τους.
     Εφευρτης!
     Κι ο ψθυρος: ο νεμος, ουρανς, σννεφο, χος, φτερ, πτση...
 -"Γουλμπερ, ρβιλ! Κοιτξτε... Αχ!" Στναξε μες στον πνο του.
     Βοοσε το παιδικ ελικπτερο, χτυποσε στο ταβνι, μουρμοριζε σαν αετς, κορκι, σπουργιτπουλο, γερκι και κοκκινολαμης. Ψιθριζε σαν αετς, ψιθριζε σα κορκι και στο τλος, φτερογισε στα χρια τους μ' να σφριγμα του ανμου, μ' να θρισμα απ χους καλοκαιριν που 'τανε να 'ρθονε και μ' να τελευταο φτερογισμα σα να ξεψυχοσε, ψιθρισε σα γερκι.
     "νειρο εναι..." χαμογλασε.
     Εδε τα σννεφα να κυνηγιονται κτω απ τα πδια του, στη θλασσα του Αιγαου.
     νιωσε το αερστατο να ταλαντεεται σα μεθυσμνο τοιμο να παραδοθε στον παρθνο νεμο.
     νιωσε την μμο να υψνεται σφυρζοντας στις ακτς του Ατλαντικο και να μεταμορφνεται σ' απαλς δνες που θα τονε σζαν, αν κατ τχην πεφτε στη γη σαν πειρος νεοσσς. Τρζανε τ' αντερεσματα του σκελετο. Ηχοσανε σα χορδς ρπας κι αυτς αιχμλωτος της μουσικς τους. Πρα απ αυτ τo δωμτιο, αισθανταν τον παραγεμισμνο με κασιμα πραυλο να γλιστρ πνω στο ρημο τερραν, με διπλωμνα τα πντε του πτεργια, με κρατημνη τη πρινη αναπνο του, τοιμος να υπερασπιστε τρα δισεκατομμρια ανθρπους. Σε λγο θα ξυπνοσε και θα βδιζε με βματα αργ σ' αυτ τον πραυλο.
     Και θα στεκταν στην κρη της απτομης ακτς.
     Θα στεκταν στη δροσι του θερατου αερστατου.
     Θα νιωθε στο πρσωπ του το μαστγωμα της μμου.
     Και θα σκπαζε τα παιδικ του χρια, τα παιδικ του πδια, τα τρυφερ του δχτυλα με χρυσ φτερ, κολλημνα με χρυσ κερ.
     Και θα 'νιωθε για τελευταα φορ την αιχμαλωτισμνη ανθρπινη ανσα, το ζεστ λαχνιασμα του δους και του θμπους που θα σηκνανε τα ψη στα νειρ του.
     Και θα βαζε μπρος τη μηχαν.
     Και θα 'πιανε το χρι του πατρα του, να του ευχηθε καλοτξιδα τα φτερ του, εδ, μπρος στο γκρεμ.
     πειτα θα κανε μια περιστροφ και θα πηδοσε...
     Κι πειτα θα 'κοβε τα σκοινι για ν' απελευθερσει το μεγλο αερστατο.
πειτα θα μεωνε τη ταχτητα και θα ισορροποσε το αεροπλνο στον αγρα.
Κι πειτα θα κατβαζε τον διακπτη για να πυροδοτσει τον πραυλο. Μαζ κι οι δυο μ' να και μοναδικν λμα, θ' ρχιζαν να κολυμπον στο κεν, να κυνηγονε τον νεμο, να πηδν απ ψηλ, ν' αρμενζουνε και να γλιστρονε με τα ντα στραμμνα στον λιο, στο φεγγρι, στ' αστρια πνω απ τον Ατλαντικ, πνω απ τη Μεσγειο. Πνω απ εξοχς, αγριτοπους, πνω απ πλεις και πολιτεες. Μσα σ' αρινη σιγ ποπουλο που θροζει, παρασυρμνοι απ τα κματα ηφαιστεου που σκει, ψηλ, κι λο ψηλτερα ανεβανοντας, θα γελοσανε και θα φναζαν ο νας του λλου τ' νομα, το νομ του. λλων ονματα, αγννητων ακμα λλων που πθαναν απ παλι και χθηκαν απ φθινοπωρινος ανμους, απ τους ανμους της θλασσας απ τη σιωπηλ ερημι ενς ανμου απ αερστατο, ενς ανμου χημικς φωτις. Και θα 'νιωθε ο καθνας να σαλεουνε τ' ανλαφρα ποπουλα των φτερν του και να βλαστανουν βαθι θαμμνα και να ξεπροβλλουν τρυπντας τις ωμοπλτες! Και θ' φηνε ο καθνας πσω του τον απηχο του πετγματς του, ναν χο που θα περικκλωνε τη γη με τους ανμους και πλι θα τη περικκλωνε και θα ξαναμιλοσε, σ' λλα χρνια στα παιδι των παιδιν των παιδιν τους, που θα 'τανε βυθισμνα στον πνο κι μως θ' ακογανε καθαρ τον ακομητο ουραν του μεσονυχτου.
     Ψηλ, ακμα πιο ψηλ πατρα! Μια ανοιξιτικη παλρροια, μια καλοκαιριν φουσκοθαλασσι, νας αστερευτος ποταμς απ φτερ!
     να κουδονι χτπησε σιγ.
     χι, ψιθρισε. Θα ξυπνσω σε λγο. Περμενε...
     Το Αιγαο γλστρησε κτω απ το παρθυρο και χθηκε. Οι δνες του Ατλαντικο, η γαλλικ εξοχ, διαλυθκανε κτω στην ρημο του Νου Μεξικ. Μες στο δωμτι του, πλι στο κρεβτι που κοιμτανε, δε σλεψε καννα ποπουλο κολλημνο με κερ. Απ' ξω, δε ταλαντετηκε κανν αχλδι στον νεμο, δε μπκε μπρος καμι μηχαν πεταλοδας. Απ' ξω, μονχα νας πραυλος, ν εφλεκτο νειρο, που περμενε την αφ των χεριν του για να υψωθε στα ουρνια.
     Την τελευταα στιγμ μες στον πνο του, κποιος ρτησε τ' νομ του.
ρεμα, δωσε την απντηση πως την εχε ακοσει λες τις ρες απ τα μεσνυχτα κι εδ.
 -"καρος Μονγκολφι Εφευρτης".
     Το επανλαβε αργ στε αυτς που τον ρωτοσε να μπορε να θυμηθε τη διταξη των λξεων και την προφορ σαμε την τελευταα απστευτη συλλαβ.
 -"καρος Μονγκολφι Εφευρτης".
 -"Γεννηθες: εννιακσια χρνια προ Χριστο. Δημοτικ: Παρσι, 1783. Γυμνσιο: Κττυ Χουκ, 1903, Αποφοτηση, ξεκνημα απ τη Γη στη Σελνη: σμερα, αν θλει ο Θες, πρτη Αυγοστου 1971. Θνατος κι ενταφιασμς, καλς εχντων των πραγμτων: 'Αρης, καλοκαρι του 1999, χρονι της Εορτς του Κυρου".
     πειτα ξπνησε..
     Σε λγο διασχζοντας την ρημο Ταρμκ, κουσε κποιον να ξεφωνζει...
     Δε μποροσε να ξεχωρσει αν υπρχε κανες πσω του. Κι αν τανε μια φων πολλς, αν τανε νεανικς φωνς γερασμνες, αν τανε κοντ μακρι, αν δυνμωναν αν κπαζαν, αν του ψιθριζαν αν του φωνζανε και τα τρα καινορια του ονματα, οτε κι αυτ μποροσε να ξεχωρσει. Δε στρφηκε να δει.
     Γιατ ο νεμος δυνμωνε σιγ σιγ και τον σπρωχνε αμετκλητα μες στην ρημο, προς τα εκε που τονε περμενε, σημαδεοντας τον ουραν, ο πραυλος.

"Icarus Montgolfier Wright" (1956)
Μετφραση: Φντας Κονδλης
-----------------------------------------


                           Χρυσαλλδα

     Ο Ρκγουελ σιχαιντανε το δωμτιο. Μριζεν απασια. χι τσο γιατ ο Μακ Γκουιρ βρωμοκοποσε μπρα, χι τσο γιατ η απλυσι του Χρτλε σου 'κοβε την ανσα, σο γι' αυτ την ντονη βρμα -μια βρμα σπιου εντμου- που σκρπιζε γρω του το παγωμνο σμα του Σμιθ, τσι που κειττανε γυμν και γεμτο πρσινες κηλδες, πνω στο χειρουργικ τραπζι. Κι ακμα, υπρχε διχυτη μυρωδι απ λδι και γρσο που σκρπιζε ολγυρα ν' ακατανητο μηχνημα, που γυλιζε σε μια γωνι του μικρο δωματου.
     Ο νθρωπος Σμιθ τανε πια πτμα. Ο Ρκγουελ σηκθηκε νευριασμνος απ το κθισμ του κι βαλε το στηθοσκπιο στη τσντα του:
 -"Πρπει να γυρσω στο νοσοκομεο. Βιζομαι. Καταλαβανει Χρτλε. Ο Σμιθ χει οχτ ρες πεθαμνος. Αν χρειαστες πιτερα στοιχεα, προχρησε στη νεκροψα".
     Σταμτησε να μιλ καθς ο Χρτλε ψωνε να τρεμμενο, κοκαλιρικο χρι, δεχνοντας το πτμα, αυτ το πτμα με το εθραυστο πρσινο κλυφος που 'χεν απλωθε και κλυπτε τρα κθε ντσα απ τη σρκα του:
 -"Εξτασ τον πλι, Ρκγουελ. Βγλε το στηθοσκπιο. Μια τελευταα φορ. Σε παρακαλ!"
     Ο Ρκγουελ κανε να διαμαρτυρηθε, μα αναστναξε. Ξανακθισε κι βγαλε το στηθοσκπιο. Τι λλο θα μποροσε να κνει. Ο Χρτλε ταν συνδελφος. Πρπει να φρεσαι ευγενικ στους συναδλφους σου γιατρος. Ν' ακουμπς το στηθοσκπιο σε μια παγωμνη πρσινη σρκα και να υποκρνεσαι πως ακος...
     Το μικρ αδιρατα φωτισμνο δωμτιο σκασε γρω του. σκασε και διαλθηκε σ' να και μνο πρσινο, παγωμνο σφυγμ. Χτπησε σα γροθι τ' αφτι του Ρκγουελ. Τονε χτπησε. Εδε τα δια του τα δχτυλα να τρμουνε καθς γγιζαν το καμπτο σμα. 'Aκουσε κτι σα χτπο καρδις. Βαθι μες στο πρσινο κορμ, κουσε τη καρδι να χτυπ. Μια φορ! Ακοστηκε σαν ηχ μες σε θαλσσιους βυθος. Ο Σμιθ ταν νεκρς. Δχως ανσα, πετρωμνος. Αλλ στο βθος αυτς της νκρας, η καρδι του ζοσε. Ζοσε, και σλευε σα μικροσκοπικ αγννητο βρφος!
     Τα νευρικ, χειρουργικ δχτυλα του Ρκγουελ κινθηκαν με γρηγορδα. σκυψε μπρος το κεφλι. Εχε μαρα μαλλι με γκρζες αποχρσεις κι να κανονικ, ρεμο κι ευχριστο κεφλι. Πλησαζε τα τριανταπντε. 'Ακουγε συνχεια μες απ το στηθοσκπιο. Κρος ιδρτας κυλοσε στα απαλ μγουλ του. Ο σφυγμς τανε κτι που δε μποροσε να πιστψει. Κθε τριανταπντε δευτερλεπτα, νας χτπος καρδις. Κι η ανσα του Σμιθ -πως να το πιστψεις πλι αυτ;- βγαινε αδναμη σα πνο ανμου κθε τσσερα δευτερλεπτα. Κνηση πνευμνων, αδιρατη. Θερμοκρασα; Εξντα βαθμο. Ο Χρτλε γλασε. Δεν ταν γλιο χαρς. ταν ηχ πιο πολ που εχε χαθε.
 -"Ζει λοιπν!" επε κουρασμνα. "Ζει! Μ' κανε κι απελπστηκα πολλς φορς. Του κανα ενσεις μ' αδρεναλνη για να τονσω αυτ το σφυγμ, αλλ δεν φερε καννα αποτλεσμα. Δδεκα βδομδες εναι σ' αυτ τη κατσταση. Κι οτε μποροσα πια να τη κρατσω μυστικ. Να γιατ σου τηλεφνησα Ρκγουελ. Ο Σμιθ πως να στο πω, εναι κτι αφσικο!"
     Κι αυτ το αφσικο του πργματος ανασττωσε τον Ρκγουελ. νιωθε τρα μια ανεξγητη ταραχ. Προσπθησε ν' ανοξει τα βλφαρα του Σμιθ. Δε μπρεσε. Γιατ τα βλφαρ του τανε κολλημνα απ μια ινδη μεμβρνη. Η δια μεμβρνη νωνε και τα χελη του. Η δια μεμβρνη κλεινε και τα ρουθονια του. Πως μποροσε λοιπν ν' αναπνει;
 -"Κι μως αναπνει", επε ο Ρκγουελ μουδιασμνος κι νιωσε το στηθοσκπιο να του πφτει απ τα χρια. Το σκωσε, κι εδε τα δχτυλ του: τρεμαν.
Ο Χρτλε, πανψηλος, κοκαλιρης, σκυψε νευρικ πνω απ το τραπζι.
 -"Ο Σμιθ δεν θελε να σε φωνξω. Ωστσο, εγ σου τηλεφνησα. Ο Σμιθ με προειδοποησε πριν απ μιαν ρα. Δε θελε να 'ρθεις".
     Τα μτια του Ρκγουελ νοιξαν θερατα μες σε πυρετικος μαρους κκλους.
 -"Πως σε προειδοποησε; Αφο δε μπορε να κουνηθε!"
     Το πρσωπο του Χρτλε, αιχμηρ σα ξυριστικ λεπδα, σαγνι μυτερ, μικρ αλλθωρα μτια, συσπστηκε νευρικ.
 -"Ο Σμιθ... σκφτεται. Κι εγ γνωρζω τις σκψεις του. Φοβται τι θα τον εκθσεις στον κσμο. Με μισε. Γιατ; Θλω να τον σκοτσω! Να γιατ! Και μλιστα αυτ τη στιγμ". Ο Χρτλε ψαχνε στα τυφλ μσα στο λεκιασμνο σακκι του να βρει το πιστλι, να πιστλι απ γαλζιο ατσλι. "Μρφυ πρτο αυτ. Πρτο, προτο τ' αδεισω πνω στο βρωμερ κορμ του Σμιθ!"
     Ο Μρφυ οπισθοχρησε, μ' ντρομο το παχ, κκκινο πρσωπ του.
 -"Δεν αγαπ τα πλα. Πρτο εσ Ρκγουελ".
     Κι ο Ρκγουελ, σα να ταν κοφτερ νυστρι η φων του, επε:
 -"Πταξε το περστροφο Χρτλε. Παραλογζεσαι! Κι εναι φυσικ πειτα απ τρεις μνες που περιποιεσαι ναν ρρωστο. χεις ανγκη απ πνο". γλειψε τα χελη του. "Ποια εναι η αρρστια του Σμιθ;"
     Ο Χρτλε γειρε προς τα πσω. Το στμα του μισνοιξε, προφροντας αργ μερικς λξεις. Ο Ρκγουελ νμισε τι τον παιρνε ο πνος.
 -"χι αρρστια, χι", κατφερε να ψελλσει: "Δε ξρω τι εναι. Μα νιωσα... πως να στο πω... να ζηλεω, πως ζηλεει το μικρ παιδ ταν γεννιται το αδερφκι του. Κτι λθος συμβανει με τον Σμιθ. Κτι κακ. Βοθησ με. Σε παρακαλ, βοθησ με!"
 -"Μα φυσικ", επε ο Ρκγουελ χαμογελντας: "Θα τον πμε στη δικ μου κλινικ. Δεν υπρχει κανες. Κι εναι νομζω το πιο κατλληλο μρος να τον υποβλλουμε σε εξονυχιστικ εξταση, γιατ ββαια... ββαια... ο Σμιθ εναι το πιο απστευτο φαινμενο στην ιστορα της ιατρικς. Τα πτματα δεν ενεργον μ' αυτ τον τρπο!" Δεν συνχισε παρακτω.
     Ο Χρτλε σημδευε κιλας με το περστροφ του το στομχι του Ρκγουελ.
 -"Περμενε! Περμενε! Δεν... δεν πιστεω να θψεις τον Σμιθ. Νμιζα τι θα με βοηθοσες. Ο Σμιθ δεν εναι καλ. Τον θλω σκοτωμνο! Εναι επικνδυνος! Ξρω πως εναι!"
     Τα βλφαρα του Ρκγουελ πετρισαν. τανε φανερ πια. Ο Χρτλε υπφερε απ ψυχονερωση. Δεν ξερε τι λεγε. Ο Ρκγουελ ορθθηκε μπροστ του, νιθοντας μσα του ρεμος και ψυχρς.
 -"Αν σκοτσεις τον Σμιθ, θα σε καταγγελω για γκλημα. χεις πθει υπερκπωση. Διανοητικ και ψυχικ. Πταξε το πιστλι απ τα χρια σου". Κοταζαν στα μτια ο νας τον λλο. Προχρησε ρεμα προς αυτν, πρε το περστροφο και τονε χτπησε απαλ στη πλτη, απαλ και με κατανηση. πειτα δωσε το περστροφο στον Μρφυ, που το κοταζε σα να φοβταν μπως το δαγκσει. "Κλεσε το νοσοκομεο Μρφυ. Θα πρω δεια μια βδομδα. σως και περισστερο. Πες τους τι θα κνω ρευνες στη κλινικ μου". Το κκκινο, πλατ πρσωπο του Μρφυ, σκυθρπιασε:
 -"Τι να το κνω τοτο το περστροφο;" Ο Χρτλε κλεισε με πταγο τα δντια του, ερμητικ.
 -"Φλαξ το. Θα σου χρειαστε... αργτερα".
     Ο Ρκγουελ νιωθε τη λαχτρα να φωνξει δυνατ στον κσμο πως ταν ο μνος νθρωπος πνω στη Γη που 'χε στη κατοχ του το πιο αλλκοτο ανθρπινο ον στην ιστορα. Ο λιος λαμπε μες στο ρημο δωμτιο της κλινικς που ο Σμιθ, δχως λξη να λει, κετονταν ασλευτος στο τραπζι, με κενο τ' μορφο πρσωπο του να 'χει παγσει σε πρσινη, απαθ κφραση. Προχρησε ρεμα μες στο δωμτιο. βγαλε το στηθοσκπιο και τ' ακομπησε πνω στο πρσινο στθος. 'Ακουσε το στηθοσκπιο να βγζει παρξενο χο, μοιο με τον χο που βγζει το μταλλο σα το χτυπς σ' να σκαθρι. Ο Μακ Γκουιρ, ρθιος στο πλι, κοταζεν αββαια το σμα του Σμιθ. Η ανσα του βρωμοκοποσε. Πριν απ λγο εχε πιει αναρθμητα μπουκλια μπρα. Ο Ρκγουελ κουγε με οδυνηρ νταση.
 -"σως να ταρακουνθηκε απ το νοσοκομειακ..." επε, κι αμσως βγαλε μια κραυγ. Ευτυχς, ο Μακ Γκουιρ, με να βμα, βρθηκε πλι του.
 -"Τι συμβανει;"
 -"Ρωτς;" επε ο Ρκγουελ κοιτζοντας γρω του απελπισμνος. πειτα σφιξε τη γροθι του: "Πεθανει ο Σμιθ!"
 -"Πως το ξρεις; O Χρτλε επε τι ο Σμιθ κνει τον ψφιο κορι. Στην σκασε πλι..."
 -"χι!" Ο Ρκγουελ δολευε παρφορα τρα πνω απ το σμα του Σμιθ. νεση, κι λλη νεση. Κι αυτ το φρμακο! Και εκενο το φρμακο, οτιδποτε! λα τα φρμακα. Μες στο σμα του Σμιθ. Και να ορκζεται. Δε μπορε! πειτα απ' λη αυτ την ανασττωση δε θα τον χανε τον Σμιθ. χι! χι τρα. Το σμα του Σμιθ τρανταζταν ολκληρο τρα. Ζρωνε, τεντωνταν, στριφογριζε, φτανε στη τλεια παραφροσνη της κνησης κι βγαζε ναν χο σα να 'σκαγεν ηφαστειο ξεχνοντας λβα καυτ. Ο Ρκγουελ πσχιζε να κρατσει την ψυχραιμα του. Το 'βλεπε πια. Ο Σμιθ τανε σπνια περπτωση. Φυσιολογικ θεραπεα δε σμαινε τποτα γι' αυτν. Ττε λοιπν; Τι;
     Ο Ρκγουελ κοιτοσε. Πνω στη σκληρ σρκα του Σμιθ πεσε μια ηλιαχτδα. Ζεστ ηλιαχτδα. 'Αστραψε για μια στιγμ κι σταζε πνω του αφο ακροζυγιστηκε στην κρη του στηθοσκοπου. Ο λιος. Καθς κοιτοσε, σννεφα σκπασανε τον ουραν. Κρψανε τον λιο. Το δωμτιο σκοτενιασε. Το σμα του Σμιθ ακινητοποιθηκε μες στη σιγ. Σβσανε κι οι ηφαιστειακς παλρροιες.
 -"Μακ Γκουιρ! Κλεσε τις γρλιες!" Ο Μακ Γκουιρ τις κλεισε. Η καρδι του Σμιθ χτυποσε αργ, πολ αργ τρα, ρυθμζοντας τους χτπους της στη σπνια συχντητα της αναπνος. "Ο λιος του κνει κακ. Εξουδετερνει κποια λειτουργα. Δεν ξρω τι ακριβς, οτε πως γνεται κτι ττοιο, πντως του κνει κακ..." Ο Ρκγουελ ησχασε: "Θε μου θα 'ταν τρομερ να χσω τον Σμιθ. Για τποτα στον κσμο δε θα το 'θελα. Ο Σμιθ εναι διαφορετικς. Ενεργε με τα δικ του κριτρια, εν' ικανς να κνει πργματα που οι νθρωποι δε τα κνανε ποτ. Ξρεις κτι Μρφυ;"
 -"Τι;"
 -"Ο Σμιθ δε νιθει καμι αγωνα. Οτε κι εν' τοιμος να πεθνει. Δε θα 'νιωθε καλτερα πεθαμνος κι ας λει ο Χρτλε ,τι θλει. Χτες βρδυ, καθς τονε τοποθετοσα πνω στο φορεο για να τον μεταφρω στη κλινικ, κατλαβα ξαφνικ πως με συμπαθε".
 -"Δεν εμαστε καλ! Πρτα ο Χρτλε. Και τρα συ. Πως το ξρεις τι ο Σμιθ σε συμπαθε. Σου το 'πε;"
 -"Δε μου το 'πε. Αλλ' η συνεδησ του λειτουργε κτω απ' αυτ τη σκληρ σρκα. χει επγνωση ο Σμιθ. Ναι αυτ εναι! χει επγνωση. Το πργμα εναι ξεκθαρο κι απλ. Ο Σμιθ παραλει σιγ-σιγ. Σε λγο θα πεθνει. Εναι βδομδες τρα που δεν φαγε τποτα. τσι επε ο Χρτλε. Τονε συντηροσε μ' ενδοφλβιους ορος ως τη στιγμ που σκλρυνε τσο πολ το πετσ του, στε η βελνα δε μποροσε πια να τονε τρυπσει".
     Τρζοντας, νοιξε σιγ η πρτα του θαλμου. Σκωσε τα μτια του ο Ρκγουελ κι εδε τον Χρτλε, με ξεκοραστο το τραχ του πρσωπο πειτα απ τσες ρες πνο, με τα δια κενα γκριζμαυρα μτια του, εχθρικ, να στκεται πανψηλος στη πρτα.
 -"Αν φγετε απ το θλαμο", επε σιγ, "θα καταστρψω τον Σμιθ μσα σε λγα δευτερλεπτα. Λοιπν; Τι χετε να πετε;"
 -"Μη κνεις βμα!" επεν ο Ρκγουελ και προχρησε προς τον Χρτλε. βραζε μσα του: "Κθε φορ που θα 'ρχεσαι 'δ μσα πρπει να σ' υποβλω σ' ρευνα. Ειλικριν, δε σου 'χω εμπιστοσνη". Τον ψαξε. Δε βρκε πλο. "Γιατ δεν μου επες τποτα για τον λιο;"
 -"Ε;" Αργ κι απαλ του ξφυγε η λξη: "Α... ββαια! Το ξχασα. Προσπθησα να μετακινσω τον Σμιθ πριν απ πολλς βδομδες. Ο λιος τον χτπαγε κι εχε αρχσει να πεθανει πραγματικ. Και φυσικ, σταμτησα τη προσπθεια να τον μετακινσω. δινε την εντπωση πως ξερε τι θα συνβαινε. Αριστα. σως και να το 'χε σχεδιασμνο. Δεν εμαι σγουρος. σο μιλοσε ακμα κι τρωγε σα λιμασμνος, πριν να πετρσει τελεως το κορμ του, μου σστησε να μη τον μετακινσω επ δδεκα βδομδες. Επε πως δεν του ρεσε ο λιος. Επε πως ο λιος θα κατστρεφε τη ζω. Εγ νμιζα πως αστειευταν. Δεν αστειευταν! τρωγε σα ζο, σα πεινασμνο, γριο ζο που 'χε πσει σε κμα. Και τρα εδ..." Ο Χρτλε σα να τονε καταρστηκε μες απ τα δντια του: "Μακρι να τον αφνατε στον λιο σπου να ψοφσει".
     Ο Μακ Γκουιρ κινθηκε με τα διακσια πενντα του κιλ.
 -"'Ακουσε 'δ. Αν προφτσουμε την αρρστια του Σμιθ;" O Χρτλε κοταξε το σμα κι οι κρες των ματιν του μκρυναν:
 -"Ο Σμιθ δεν εν' ρρωστος. Μη μου πετε πως δεν αναγνωρζετε τη σψη ταν την αντικρσετε! Εναι σα τον καρκνο. Τον καρκνο δεν τονε προλαβανεις, κληρονομες μια τση. Δεν ρχισα να φοβμαι και να μισ τον Σμιθ παρ πριν απ μια βδομδα, ταν ανακλυψα πως αναπνει κι υπρχει και συντηρεται θαυμσια με σφραγισμνα τα ρουθονια και το στμα. Δεν εναι δυνατ να συμβανει κτι ττοιο. Δε πρπει να συμβανει!"
 -"Τι θα συμβε", ρχισε να λει ο Μακ Γκουιρ με τρεμμενη φων, "τι θα συμβε αν εσ, εγ κι ο Ρκγουελ, γνουμε πρσινοι ξαφνικ και μια πανοκλα σαρσει τη χρα, μου λες;"
 -"Ττε", απντησεν ο Ρκγουελ, "αν δεν κνω λθος, -σως και να κνω δηλαδ-, θα πεθνω. Αλλ' αυτ δε με φοβζει καθλου". στριψε τη πλτη του στον Σμιθ και συνχισε τη δουλει του.
     Μια καμπνα. Δυο καμπνες. Δκα, εκοσι καμπνες, εκατ! Χλιες! Χιλιδες χιλιδων ηχηρς, θερατες, μεταλλικς καμπνες. Γεννημνες στη στιγμ μες απ τη σιωπ, εκκωφαντικς, σκορπζοντας στο χος το ουρλιαχτ τους. Χτυπντας, τραγουδντας με δυνατς και χαμηλς φωνς, τενροι, μπσοι κι υψφωνοι. Τερστια γλωσσδια που χτυπνε το μταλλο κι αναρριπζουνε τον αγρα με το τρεμουλιαστ κμα του χου! Μ' λες μαζ κενες τις καμπνες να χτυπον, ο Σμιθ δε μπρεσε αμσως να καταλβει που βρισκταν. ξερε πως δε μποροσε να δει -τανε σφραγισμνα τα βλφαρα του-, ξερε πως δεν μποροσε να μιλσει -τανε σφραγισμνα τα χελη του. Τα αφτι του εχανε κλεσει ερμητικ, μα οι καμπνες σφυροκοποσανε την ακο του. Δεν μποροσε να δει. Μα, ναι, ββαια, μποροσε! Κι τανε σα να βρισκτανε στο βθος μιας μικροσκοπικς μαυροκκκινης σπηλις, σμπως τα μτια του να στραφκανε προς τα μσα πνω στο κρανο του. Κι αγωνιζταν να κουνσει τη γλσσα του και ξαφνικ, πασχζοντας να ξεφωνσει, κατλαβε τι δεν εχε γλσσα κι τι στη θση της υπρχε να κεν, να κεν που γρευε μια γλσσα, μα δε μποροσε να την αποκτσει αυτ τη συγκεκριμνη στιγμ. Δεν εχε γλσσα λοιπν. Παρξενο. Μα πως; Προσπθησε να σταματσει τις καμπνες. Κι οι καμπνες σταμτησαν, ευλογντας τον με μια σιγ που τονε τλιξε σε μια κρα κουβρτα. Παρξενα πργματα συντελονταν. Παρξενα. Προσπθησε να κουνσει κποιο δχτυλο, μα εχε χσει τον λεγχο. να πδι, να χρι, το κεφλι του, οτιδποτε. Τποτε δε μποροσε να κουνηθε. Κορμ, μλη, ασλευτα, παγωμνα μσα σ' να στενμακρο χρο που 'χε τις διαστσεις φρετρου.
     πειτα απ λγο, ρθε η ανκουστη ανακλυψη πως δεν ανπνεε πια.
"ΕΠΕΙΔΗ ΔΕΝ ΕΧΩ ΠΝΕΥΜΟΝΕΣ!" κραγασε. Μσα του κραγασε κι αυτ η εγκεφαλικ κραυγ ρουφχτηκε βαθι, αναδιπλθηκε, σβλιασε και ταξδεψε ρθυμα για να χαθε σ' να μαυροκκκινο αφρ. Σ' να κκκινο, κοιμισμνο αφρ που αργ κι υπνωτισμνα τλιξε τη κραυγ, τη στραγγλισε και την εξαφνισε, ανακουφζοντας τον Σμιθ. "Δε φοβμαι", σκφτηκε. "Καταλαβανω αυτ που δεν καταλαβανω. Καταλαβανω πως δε φοβμαι κι ωστσο δε ξρω γιατ. Δχως γλσσα, δχως μτη, δχως πνεμονες". μως αυτ θα 'ρχονταν αργτερα. Ναι οπωσδποτε θα 'ρχονταν, γιατ τρα συνβαιναν μσα του παρξενα πργματα...
     Μες απ τους πρους του κορμιο του, δηλαδ μσα απ το κλυφος που κλυπτε το κορμ του, γλστρησε σα βροχ ποτιστικ που φτνει ως τ' απμακρα κτταρ του δνοντς του ζω. Ανασανοντας μες απ δισεκατομμρια βργχια, εισπνοντας οξυγνο, ζωτο, υδρογνο και διοξεδιο του νθρακος. Κατπληκτος. Η καρδι του... η καρδι του ραγε χτυποσε ακμα; Μα ββαια χτυποσε! Αργ-αργ, πολ αργ. Κι νας κοκκινωπς, αμυδρς ψιθυρισμς, σα κμα, να ποτμι που τονε τυλγει παντοθε, αργ, κι ακμα πιο αργ, πιο αργ. Τι ωραα! Τι νετα!
     Οι κβοι του θαυμσιου παιχνιδιο συναρμολογθηκαν σιγ-σιγ και σταθερ, σο κυλοσαν οι μρες και γνονταν βδομδες. Ο Μακ Γκουιρ βοηθοσε. τανε χειροργος που 'χεν αποσυρθε κι εχε χρηματσει γραμματας του Ρκγουελ για πολλ χρνια. Δε πρσφερε ββαια και τποτα σπουδαο, μα τανε καλς για συντροφι. Ο Ρκγουελ παρατρησε τι ο Μακ Γκουιρ κανε χοντρ αστεα σε βρος του Σμιθ. Και μ' ναν αφσικο εκνευρισμ. Προσπαθντας να διατηρσει την ψυχραιμα του. Μια μρα, μως, ο Μακ Γκουιρ σταμτησε το καλοσκφτηκε και μλησε σρνοντας τη φων του:
 -"Χε! Τρα μου 'ρθε! Ο Σμιθ εναι ζωντανς. πρεπε να 'ναι πεθαμνος. Μα εναι ζωντανς. Ο Θες να βλει το χρι του!" Ο Ρκγουελ χαμογλασε:
 -"Μα τι νομζεις; τι χαζεω; Την λλη βδομδα, θα φρω ν' ακτινοσκοπικ μηχνημα και θ' ανακαλψω τι κρβεται κτω απ το κλυφος του Σμιθ". Ο Ρκγουελ πγε να τρυπσει το κλυφος με μια βελνα. Κι η βελνα σπασε πνω στο σκληρ στρακο. Προσπθησε μ' λλη βελνα κι λλη, σπου στο τλος τα κατφερε. Τρπησε το κλυφος, πρε αμα και το 'βαλε στο μικροσκπιο. πειτα απ' ρες, σπρωξεν ρεμα ν' ροτεστ κτω απ τη μτη του Μακ Γκουιρ και μλησε γργορα: "Θε μου, δε μπορ να το πιστψω. Το αμα του εναι μικροβιοκτνο. χυσα μσα του μια ποστητα στρεπτκοκκων κι ο στρεπτκοκκος εξοντθηκε μσα σ' οχτ δευτερλεπτα! ποια αρρστια κι αν ρξεις μες στο αμα του, ο Σμιθ τις εξοντνει λες!"
     Απ κει κι πειτα, ως τη στιγμ κι λλων ανακαλψεων, τανε ζτημα ωρν. Ο Ρκγουελ μενε ξγρυπνος στριφογυρζοντας στο κρεβτι του κι μενε κθαμβος καθς ταξινομοσε μια-μια, θεωρητικ, τις απστευτες εκενες ιδες. Λγου χρη...
     Μχρι πρσφατα ο Χρτλε τιζε καθημεριν τον Σμιθ μ' ενδοφλβιες τροφς. Οτε μια απ αυτς τις τροφς δεν εχε καταναλωθε! Αντθετα, λες εχαν αποθηκευτε, χι ββαια σε τποτα λιπαρ στρματα, αλλ με μια ολωσδιλου ασυνθιστη λση: σε να ακτινικ υγρ υψηλς συμπκνωσης μες στο αμα του Σμιθ. Μια ουγκι απ το υγρ αυτ μποροσε να θρψει επ τρεις μνες ναν νθρωπο. Κυκλοφοροσε μες σ' ολκληρο το σμα σπου να χρειαστε σε μια κατλληλη στιγμ και να χρησιμοποιηθε. Πιο εξυπηρετικ κι απ το λπος. Πολ πιο εξυπηρετικ! Ο Ρκγουελ φλεγταν απ' αυτ την ανακλυψη. Μσα στο αμα του Σμιθ ταν αποθηκευμνο τσον ακτινικ υγρ, σο φτανε για να κρατσει μνες. Ο Μακ Γκουιρ ταν του το επε, κοταξε με θλψη τη θερατη κοιλι του.
 -"Μακρι να μποροσα κι εγ ν' αποθηκψω μ' αυτ τον τρπο τη τροφ μου". Αλλ δεν ταν μνο αυτ. Ο Σμθ χρειαζταν ελχιστο αρα. Φανεται πως τον εξασφλιζε με κποια οσμωτικ διαδικασα μσω του δρματος. Και χρησιμοποιοσε ακμα και το τελευταο μριο απ' αυτ τον αρα. χι σπατλες.
 -"Και ββαια", τελεωσε τις εξηγσεις ο Ρκγουελ, "η καρδι του... ναι, σου φανεται απθανο, η καρδι του καθς δεχνει, μπορε να ξεκουρζεται ποτε θλει..."
 -"Δηλαδ;"
 -"Να σταματ. Να σταματ εντελς!"
 -"Μα ττε θα πθαινε!" επε ο Μακ Γκουιρ.
 -"Για σνα και για μνα, ναι! Για τον Σμιθ, σως! Δεν εναι ββαιο. σως...Σκψου το, Μακ Γκουιρ. Συνοψζω: στον Σμιθ, υπρχει να σστημα αυτοκαθαρισμο του αματος που δεν απαιτε εξωτερικν ανανωση, αλλ διαθτει εσωτερικν αυτρκεια που μπορε να το συντηρσει επ μνες, μ' ελχιστες πιθαντητες διαταραχς. Δε γνεται η οποιαδποτε αποβολ χρηστης λης, επειδ ακριβς το κθε μριο χρησιμοποιεται πλρως, αυτοεξελσσεται κι εναι τοιμο να εξοντσει οποιοδποτε ζωικ μικρβιο. Κι στερα ο Χρτλε, μας μιλει γι' αποσνθεση!"
     Ο Χρτλε ταρχθηκε ταν κουσε τον Ρκγουελ να του μιλει για τις ανακαλψεις του. Μα δε σταμτησε να επιμνει πως ο Σμιθ εχε μπει στο στδιο της αποσνθεσης, τι ταν επικνδυνος.
 -"Πως μπορομε να ξρουμε", επεν ο Μακ Γκουιρ, "τι δε πρκειται για κποια σοπερ-μικροσκοπικ ασθνεια που εξουδετερνει λα τ' λλα βακτηρδια τη στιγμ που κατατρει το θμα του; 'Αλλωστε κι ο ελδης πυρετς χρησιμοποιεται συχν απ την ιατρικ για τη καταπολμηση της σφιλης. Γιατ τχα να μη πρκειται για να νο βκιλο που κατανικ λους τους λλους;"
 -"Αξιλογη παρατρηση", επε ο Ρκγουελ. "Δεν εμαστε ρρωστοι μως. κνω λθος;"
 -"Μπορε ο βκιλος να επωζεται στα σματ μας".
 -"Τυπικ ιατρικ απντηση, ξεπερασμνης σχολς. Καμι σημασα δεν χει τι συμβανει σ' ναν νθρωπο. Ο νθρωπος χαρακτηρζεται ασθενς, ταν διαφοροποιεται απ τη πεπατημνη αντληψη περ υγεας. Αυτ εναι δικ σου ιδα Χρτλε", επε ο Ρκγουελ, "χι δικ μου. Οι γιατρο δεν ικανοποιονται παρ μνο ταν φτνουν στη διγνωση και ταξινομον τη κθε περπτωση ξεχωριστ. Εγ πιστεω πντως τι ο Σμιθ εν' υγις πρα για πρα. Τσο υγις μλιστα, στε σε κνει να τονε φοβσαι..."
 -"Εσαι τρελς", επεν ο Μακ Γκουιρ.
 -"Μπορε. Δε νομζω μως τι ο Σμιθ χρειζεται ιατρικ επμβαση. Απεργζεται τη δικ του σωτηρα. Εσ πιστεεις τι ο Σμιθ χει μπει στο στδιο της αποσνθεσης. Εγ λω πως ...αναπτσσεται".
 -"Κοτα το δρμα του", γκρνιαξε ο Μακ Γκουιρ.
 -"Πρβατο κτω απ δρμα λκου. Εξωτερικς, η σκληρ, εθραυστη επιδερμδα. Εσωτερικς, μια ρυθμισμνη στην εντλεια αναδιοργνωση, μια αλλαγ. Γιατ; Θαρρ πως βρσκομαι στα πρθυρα της ανακλυψης. Αυτς οι αλλαγς μες στο σμα του Σμιθ εναι τσο βαιες, στε χρειζονται να κλυφος για να προστατεει τη δραστικτητ τους. Κι σο για σνα Χρτλε, θα 'θελα να μου απαντσεις τμια: ταν σουν νος, φοβσουν χι τα ντομα, τις αρχνες κι τι λλο ενοχλητικ;"
 -"Ναι".
 -"Συνεννοηθκαμε λοιπν. Εδ πρκειται για φοβα. Μια φοβα που τη προτσσεις στη παρουσα του Σμιθ. Κι αυτ εξηγε την απχθει σου για την αλλαγ του".
     Τις επμενες βδομδες, ο Ροκγουελ ρχισε ν' ανασκαλεει με πολλ προσοχ τη προηγομενη ζω του Σμιθ. Επισκφτηκε το ηλεκτρονικ εργαστρι που εχε προσληφθε και στη συνχεια αρρστησε. Μπκε μες στο θλαμο που πρασε τις πρτες βδομδες της "αρρστιας" του, με τον Χρτλε στο πλευρ του. Εξτασε προσεκτικ τα μηχανματα που βρσκονταν εκε, σε κποια γωνι του θαλμου. Κι εκενο το μηχνημα, κτι του λεγε... για κτι ακτινοβολες...
     Ο Ρκγουελ φεγοντας απ τη κλινικ του, κλεδωσε τον Σμιθ κι βαλε τον Μακ Γκουιρ να φυλ τη πρτα σε περπτωση που ο Χρτλε θα 'κανε καμι ανοησα. Ο Σμιθ ταν εικοσιτριν ετν. Οι λεπτομρειες της ζως του ταν απλς. Εχε εργαστε πειραματικ, επ πντε χρνια, σε ηλεκτρονικ εργαστρια. Ποτ στη ζω του δεν αρρστησε απ σοβαρ ασθνεια.
     Καθς περνοσαν οι μρες, ο Ρκγουελ παραδινταν σ' ατελεωτους περιπτους. Περπατοσε μονχος πνω στην ξερ λσπη που ζωνε την κλινικ. Αυτ του δινε καιρ να σκεφτε και να τοποθετσει σε βσεις λογικς την απστευτη θεωρα που παιρνε σιγ-σιγ μες στο μυαλ του μια ενιαα μορφ.
     Κι να απομεσμερο σταμτησε πλι σε κποιο γιασεμ που νθιζε τη νχτα ξω απ τη κλινικ, σηκθηκε στις μτες των ποδιν, χαμογελντας και ξεκλλησε απ να ψηλ κλαδ κτι μαρο κι αστραφτερ. Το κοταξε για λγο και το 'βαλε στη τσπη. πειτα μπκε στο κτριο της κλινικς. Φναξε τον Μακ Γκουιρ που βρισκταν στη βερντα. Πσω απ τον Μακ Γκουιρ σερνταν ο Χρτλε απειλντας θεος και δαμονες, γκρινιζοντας. Καθσανε κι οι τρεις τους σε μιαν αθουσα αναμονς κι ο Ρκγουελ τους επε:
 -"Ο Σμιθ δε πσχει απ τποτα. Δεν εναι ρρωστος. Τα μικρβια δε μπορον να ζσουν στο κορμ του. Δε κατοικεται απ νερδες, οτε απ υπερφυσικ τρατα που τονε γμισαν ολκληρο. Αυτ το λω για να δεξω τι δεν φησα τποτα που να μη το ερευνσω. Απορρπτω κθε φυσιολογικ διγνωση για τον Σμιθ. Προτενω τη πιο σημαντικ, τη πιο ευκλως αποδεκτ πιθαντητα της... εμπρθεσμης κληρονομικς μεταλλαγς".
 -"Μεταλλαγς;" κανε ο Μακ Γκουιρ μ' αλλκοτη φων. Ο Ρκγουελ βγαλε απ την τσπη του το λαμπερ αντικεμενο. Το σκωσε στο φως.
 -"Βρκα τοτο το πραγματκι κολλημνο σ' να θμνο στο κπο. Αυτ ακριβς θα ερμηνεσει τλεια τη θεωρα μου. Αφο μελτησα τα συμπτματα του Σμιθ, εξετζοντας το εργαστρι του κι να σωρ απ τοτα τα μικρ πραγματκια" - κανε παζοντας στα δχτυλ του το μαρο αντικεμενο, "βεβαιθηκα. Πρκειται για μεταμρφωση. Για διαφοροποηση των κυττρων, γι' αλλαγ και μεταλλαγ πειτα απ τη γννηση. Να η απδειξη. Πιστο. Αυτ εναι ο Σμιθ".
Κι πλωσε το αντικεμενο στον Χρτλε. Ο Χρτλε το πρε απ τα χρια του διστακτικ.
 -"Αυτ εναι χρυσαλδα απ κμπια", επε. Ο Ρκγουελ συμφνησε μ' να κονημα του κεφαλιο.
 -"Ακριβς", επε.
 -"Δε πιστεω να εννοες τι ο Σμιθ εναι... χρυσαλδα;"
 -"Μα δεν το εννο απλς. Το διακηρττω!" απντησεν ο Ρκγουελ. Στεκταν ρθιος πνω απ το σμα του Σμιθ μες στο σκοτδι. Ο Χρτλε κι ο Μακ Γκουιρ κθονταν ρεμα μσα στο θλαμο του ασθεν κι κουγαν. Ο Ρκγουελ γγιξε απαλ τον Σμιθ. "Ας υποθσουμε πως, απ την ποψη της ζως, υπρχει κτι περισστερο απ το να γεννηθες, να ζσεις εβδομντα χρνια και να πεθνεις. Ας υποθσουμε τι υπρχει ν' ακμα μεγαλτερο βμα σ' αυτ που λμε ζωικ παρξη κι τι ο Σμιθ εν' ο πρτος απ μας που το πραγματοποιε. Κοιτζοντας μια κμπια, διαπιστνουμε πως τη θεωρομε ν' αντικεμενο στατικ. μως η κμπια μεταλλζει και μεταμορφνεται σε πεταλοδα. Γιατ; Δεν υπρχουν τελεσδικες θεωρες για να το εξηγσουν. Η μεταμρφωση αυτ αποτελε βασικ μια προδο, μιαν εξελικτικ πορεα. Το ζτημα εναι πως ν' υποθετικ αμετβλητον αντικεμενο μεταβλλεται σ' ν' ενδιμεσον αντικεμενο, εντελς αγνριστο, μεταβλλεται σε χρυσαλδα απ που ξεπηδ η πεταλοδα. Εξωτερικ, η χρυσαλδα δημιουργε την εντπωση πως εναι κτι νεκρ. Αυτ εναι παραπλανητικ. Ο Σμιθ, πως βλπετε, μας παραπλνησε. Εξωτερικ εναι νεκρς. Εσωτερικ μως, περιδινσεις υγρν ανασκευ των κυττρων, χημικς αναστατσεις, μια κρυφ προετοιμασα για ναν γριο σκοπ. Απ σκουλκι σε κουνοπι, απ κμπια σε πεταλοδα απ Σμιθ σε...;"
 -"Ο Σμιθ εναι χρυσαλδα;" επε ο Μακ Γκουιρ γελντας βαρι.
 -"Ναι".
 -"Οι νθρωποι δεν λειτουργον μ' αυτ τον τρπο".
 -"Κφτο Μακ Γκουιρ. Αυτ το εξελικτικ στδιο εναι πολ μεγλο για να το συλλβεις. Κοταξε αυτ το σμα και πες μου οτιδποτε λλο θλεις. Δρμα, μτια, αναπνο, κυκλοφορα του αματος. Βδομδες τρα αφομοωνε τη τροφ του γι' αυτ τη χειμερα νρκη. Γιατ ραγε τρωγε τσο μεγλες ποστητες, τι τη χρειαζταν αυτ την ακτινικ ουσα στο αμα του, αν χι για τη μεταμρφωσ του; Κι η αιτα για λα αυτ... οι ακτινοβολες. ντονες ακτινοβολες απ τα χημικ ργανα στο εργαστριο του Σμιθ. Προσχεδιασμνο, συμπτωματικ, δε ξρω. 'Αγγιξα μια πλευρ απ τη βασικ γενεσιουργ δομ του, κποια πλευρ απ την εξελικτικ διαδικασα του ανθρπου που δε προοριζταν να λειτουργσει σως για χιλιδες χρνια ακμα".
 -"Πιστεεις τι κποια μρα λοι οι νθρωποι..."
 -"Η μγα δε μνει για πολ στα λιμνζοντα νερ, οτε το σκουλκι στο χμα, η κμπια πνω στο λαχανφυλλο. λ' αυτ μεταμορφνονται, γεμζοντας κματα-κματα το χρο. Ο Σμιθ αποτελε απντηση στο πρβλημα 'Τι θα συμβε μετ στον νθρωπο; Που πμε απ εδ και πρα;' Εμαστε αντιμτωποι με τη μορα να ζομε μσα σ' αυτ το σμπαν. Ο νθρωπος, πως εναι σμερα, δεν εναι τοιμος να ορθωθε ενντια στο σμπαν. Η ελχιστη προσπθεια καταπονε τον νθρωπο, η υπερκπωση σκοτνει τη καρδι του, η αρρστια το σμα του. Ο Σμιθ σως να 'ν' τοιμος να δσει απντηση στο πρβλημα των φιλοσφων για το ποιος εν' ο σκοπς της ζως. σως να μπορσει να δσει στη ζω καινοριο σκοπ. Κι ο λγος εναι γιατ λοι μας δεν εμαστε τποτα λλο απ ασμαντα ντομα, που αγωνιζμαστε πνω σ' να πλαντη που μοιζει με το κεφλι της καρφτσας. Ο σκοπς του ανθρπου δεν εναι να παραμενει εδ, ν' αρρωστανει και να γνεται ασμαντος κι αδναμος. Ωστσο δεν ανακλυψε ακμα το μυστικ της πληρστερης γνσης. Κι μως, λλαξε τον νθρωπο. Φτιξε το δικ σου τλειο νθρωπο. Τον... τον υπερνθρωπ σου αν θες. Εξαφνισε τη χυδαα νοοτροπα, χρισ του πλρη λεγχο του εαυτο σου: βιολογικ, νευρολογικ, ψυχολογικ. Προκισε τον με ξεκθαρη, διορατικ σκψη, χρισ του μια ακαταπνητη αρτηριακ λειτουργα, να κορμ που μπορε να ζει μνες πολλος χωρς τροφ απ ξω, που να μπορε να προσαρμζεται σ' οποιοδποτε κλμα και να σκοτνει κθε αρρστια. Απελευθρωσε τον νθρωπο απ τα δεσμ της σρκας κι απ τη μιζρια της σρκας και δε θα 'ναι πια κακμοιρο τιποτνιο πλσμα που φοβται να ονειρευτε επειδ ξρει πως ανμεσα σ' αυτν και τη πραγματοποηση των ονερων, μεσολαβε τοτο το εθραυστο κορμ. Ττε θα 'ν' τοιμος να εξαπολσει τον πλεμο, το μνο πλεμο που αξζει να γνει: τη σγκρουση του ξαναγεννημνου ανθρπου μ' ολκληρο το καταραμνο το σμπαν!"
     Κρατντας την ανσα του, με φων βραχν και με τη καρδι του να χτυπ σα καμπνα, ο Ροκγουελ σκυψε πνω απ τον Σμιθ, ακομπησε τα χρια του με σιγουρι πνω στη κρα επιφνεια της χρυσαλδας κι κλεισε τα μτια. Τον εχε κυριψει το θμπος. Η δναμη, η ορμ κι η πστη στο φαινμενο Σμιθ, θα 'λεγες πως τονε διαπερνοσε. Εχε δκιο. Το 'ξερε πως εχε δκιο. 'Ανοιξε τα μτια κι αντκρισε τον Μακ Γκουιρ και τον Χρτλε που δεν ταν παρ μονχα σκις μες στο αχνοφωτισμνο δωμτιο. πειτα απ σιγ πολλν δευτερολπτων, ο Χρτλε σβησε το τσιγρο του.
 -"Δε πιστεω σ' αυτ τη θεωρα".
 -"Πως ξρεις τι ο Σμιθ εσωτερικ, δεν εναι μζα ζελατνης;" επεν ο Μακ Γκουιρ: "Του 'βγαλες ακτινογραφα;"
 -"Δε μποροσα να το διακινδυνεσω. Μπορε να ενεργοσεν αρνητικ στην αλλαγ του. πως ο λιος".
 -"Θα γνει υπερνθρωπος λοιπν; Και πως θα μοιζει;"
 -"Θα περιμνουμε και θα δομε".
 -"Πιστεεις τι μπορε να μας ακοει τρα που μιλμε γι' αυτν;"
 -"Ετε μπορε να μας ακοει, ετε χι, να εναι ββαιο: μοιραζμαστε να μυστικ που δε θα 'πρεπε να το ξρουμε. Ο Σμιθ δεν υπολγισε τι εγ κι ο Μακ Γκουιρ θα μπαναμε στην ιστορα. Κι ταν υποχρεωμνος να καταβλει κθε προσπθεια. Μα νας υπερνθρωπος δε θλει να ξρουν τποτα γι' αυτν οι νθρωποι. Οι νθρωποι διαθτουν να δικ τους, πρστυχο τρπο να ζηλεουν, να υποβλπουν και να μισον. ξερε πως δε θα 'ταν ασφαλς αν τον ανακλυπταν οι νθρωποι. σως αυτ να εξηγε και το δικ σου μσος Χρτλε".
     Σπαιναν λοι τρα, κι ακουγανε προσεκτικ. Τποτα δεν ακουγταν. Ο Ρκγουελ νιωθε το αμα του να σφυρζει στα μηνγγια του. ταν το μνο που μποροσε να ακοσει. Κι υπρχε ο Σμιθ, χι πια ο Σμιθ, μα να φορτο που 'χεν απξω την νδειξη ΣΜΙΘ, μ' εντελς γνωστο περιεχμενο.
 -"Αν εναι αλθεια λ' αυτ που λες" επεν ο Χρτλε, "ττε πραγματικ πρπει να τονε καταστρψουμε. Σκψου τι δναμη θα μποροσε ν' ασκσει πνω σ' λο τον κσμο. Και αν η δναμ αυτ προσβλλει το μυαλ του, πως πιστεω, ττε θα προσπαθσει να μας σκοτσει μλις γλιτσει, επειδ εμαστε οι μνοι που γνωρζουμε τη περπτωσ του. Θα μας μισε επειδ φανκαμε αδικριτοι".
 -"Εγ δε φοβμαι", επεν ρεμα ο Ρκγουελ. Ο Χρτλε δεν επε τποτα. Η ανσα του μονχα ακουγταν μες στο δωμτιο, τραχι και δυνατ. Ο Ρκγουελ κανε το γρο του τραπεζιο και σκωσε το χρι του σ' αποχαιρετισμ.
 -"Θαρρ πως θα 'τανε καλτερο να πομε καληνχτα".
     Η απαλ βροχ κατπιε το αυτοκνητο του Χρτλε. Ο Ρκγουελ κλεισε τη πρτα, δωσε εντολ στον Μακ Γκουιρ να κοιμηθε κτω απψε, σ' να κρεβτι εκστρατεας, απναντι ακριβς απ τη πρτα του Σμιθ κι πειτα ανβηκε τα σκαλοπτια για το δικ του κρεβτι. Καθς γδυνταν, στριφογριζε μες στο μυαλ του και προσπαθοσε να συναρμολογσει λα κενα τα απστευτα συμβντα των εβδομδων που πρασαν. νας υπερνθρωπος. Αλθεια! Γιατ χι; Δναμη, ενεργητικτητα... πεσε στο κρεβτι. Πτε; Πτε ραγε, ποια ακριβς στιγμ θα ξεπροβλλει απ τη χρυσαλδα του ο Σμιθ; Πτε;
     Η βροχ πεφτε ψιλ και διαπεραστικ πνω στη στγη της κλινικς.
Ο Μακ Γκουιρ, μες σ' εκενο το θρυβο της βροχς και των κεραυνν, που κνανε τη Γη να σειται, κοιμτανε του καλο καιρο πνω στο κρεβτι εκστρατεας, ροχαλζοντας. Κπου τριξε μια πρτα, αλλ ο Μακ Γκουιρ δε σταμτησε το ροχαλητ. να κμα ψυχρο αρα μπουκρισε κτω στο χολ. Ο Μακ Γκουιρ μογκρισε και γρισε απ τ' λλο πλευρ. Μια πρτα κλεισε μαλακ κι ο νεμος σταμτησε. Βματα πνγονταν αθρυβα πνω στο παχ χαλ, βματα αργ, που προχωροσαν προσεκτικ, κι τοιμα για το καθετ... βματα! Ο Μακ Γκουιρ πετρισε τα βλφαρ του κι νοιξε τα μτια. Μες στο αχν φως εδε μια σιλουτα να στκεται απ πνω και να τον κοιτζει. Οσμ απ λιωμνο ντομο γμιζε τον αρα. να χρι σλεψε. Μια φων ρχισε να μιλ. Ο Μακ Γκουιρ φησε να ουρλιαχτ. Το χρι που σλεψε μσα στο φως ταν πρσινο. Πρσινο!
 -"Σμιθ" ξεφνισε ο Μακ Γκουιρ και πετχτηκε. Χθηκε προς την ξοδο του χολ κραυγζοντας: "Περπατει! Δεν μπορε να περπατσει, μα περπατει!" Η πρτα της εισδου παραβιστηκε σχεδν απ το βρος του Μακ Γκουιρ που 'πεσε πνω της. 'Ανεμος και βροχ λυσσομανοσανε γρω του κι αυτς τρεχε μες στη θελλα, τραυλζοντας. Μσα στο χολ, η σιλουτα μεινε ασλευτη. Στον πρτο ροφο, μια πρτα νοιξε βιαστικ και φνηκε ο Ρκγουελ να κατεβανει γργορα τα σκαλοπτια. Το πρσινο χρι αποτραβχτηκε απ το φως και κρφτηκε πσω απ τη πλτη της σιλουτας.
 -"Ποιος εναι;" φναξεν ο Ρκγουελ και σταμτησε στα μισ. Η σιλουτα προχρησε και στθηκε στο λγο φως που χυνταν απ ψηλ. Ο Ρκγουελ συνοφρυθηκε.
 -"Χρτλε! Τι κνεις εδ πρα; Γιατ ξαναγρισες;"
 -"Κτι συνβη", επε ο Χρτλε. "Δε πας καλτερα να φρεις τον Μακ Γκουιρ; ρμησε μσα στη βροχ ουρλιζοντας σαν τρελς". Ο Ρκγουελ δε φανρωσε τις σκψεις του. Κοταξεν ερευνητικ τον Χρτλε με μια γργορη ματι, πειτα προχρησε βιαστικ προς την ξοδο του χολ, νοιξε τη πρτα και βγκε στον κρο νεμο της νχτας.
 -"Ε Μακ Γκουιρ, γρισε πσω ανητε!" Η βροχ μοσκευε τον Ρκγουελ καθς τρεχε. Βρκε τον Μακ Γκουιρ εκατ γυρδες μακρι απ το κτριο, να σκοζει:
 -"Περπατει... Περπατει ο Σμιθ..."
 -"Ανητε. Ο Χρτλε ταν. Ο Χρτλε ξαναγρισε. Αυτ ταν λο".
 -"Εδα να πρσινο χρι να σαλεει".
 -"Ονειρετηκες".
 -"χι, χι!" φναξεν ο Μακ Γκουιρ κι ταν κτρινο το πρσωπ του, υγρ. "Εδα να πρσινο χρι, πστεψ με! Γιατ ξαναγρισε ο Χρτλε; Τι λγο εχε..." Ττε ο Ρκγουελ κατλαβε. Τα κατλαβε λα. Ο Χρτλε... Η επιστροφ του... Ο φβος ρπαξε το νου του, μια παρφορη προειδοποιητικ θολορα, η πριονωτ κψη μιας σιωπηλς κραυγς που ζητει βοθεια.
 -"Χρτλε!" σπρωξε βαια τον Μακ Γκουιρ κι ρμησε στο κτριο ξεφωνζοντας. Το χολ, η κρη του χολ... Κι η πρτα του Σμιθ, ορθνοιχτη, σπασμνη. ρθιος ο Χρτλε στη μση του θαλμου, με το περστροφο στο χρι. Στην εσοδο του Ρκγουελ, στρφηκε. Κινηθκανε κι οι δυο την δια στιγμ. Ο Χρτλε πυροβλησε κι ο Ρκγουελ σβησε το φως. Σκοτδι. Μια φλγα απλθηκε σ' λο το μκος του δωματου, φωτζοντας το σκληρ σμα του Σμιθ σμπως φλας φωτογραφικ. Ο Ρκγουελ πδησε πνω στη φλγα. Εχε θεριψει η οργ του τρα που κατλαβε πια γιατ εχε γυρσει ο Χρτλε. Πριν απ μια στιγμ, προτο σβσουν τα φτα, κτι ρπαξε η ματι του απ τα δχτυλα του Χρτλε. Τα δχτυλα του ταν διστικτα απ πρσινους λεκδες.
     Γροθις πιο μετ. Κι ο Χρτλε που σωριαζτανε στο πτωμα καθς ναβαν τα φτα κι ο Μακ Γκουιρ, στζοντας, στο νοιγμα της πρτας να τραυλζει:
 -"Τονε σκτωσες; Σκτωσες τον Σμιθ;" Ο Σμιθ δεν παθε τποτα. Η σφαρα εχε περσει απ πνω του.
 -"Αυτς ο ηλθιος! Αυτς ο ηλθιος!" ξεφνιζεν ο Ρκγουελ, ρθιος πνω απ το βουλο σχμα του Χρτλε: "Το πιο μεγλο ιστορικ φαινμενο και γυρεει να το καταστρψει!" Ο Χρτλε ψλλισε αργ.
 -"πρεπε να το ξρω. Ο Σμιθ σε προειδοποησε".
 -"Ανοησες! Ο Σμιθ..." Ο Ρκγουελ σπασε. Κατπληκτος. Μα ναι. Τοτη η ξαφνη προασθηση... Ναι! Και κοταξε κατματα τον Χρτλε:
 -"Εσ, πνω! Θα σε κλειδσω μσα κει λη νχτα. Μακ Γκουιρ κι εσ! Να τονε φυλς". Ο Μακ Γκουιρ γρλισε:
 _"Το χρι του! Κοτα το χρι του Χρτλε. Εναι πρσινο! Δεν ταν ο Σμιθ κτω στο χολ. ταν ο Χρτλε!" Ο Χρτλε κοταζε τρα τα δχτυλ του:
 -"μορφα δεν εναι;" επε με πκρα. "Μου τα κψαν οι ακτινοβολες. μουν κι εγ μες στην ακτνα τους για πολλς μρες, ταν πρωτο-αρρστησε ο Σμιθ. Τρα θα γνω κι εγ... να πλσμα σαν τον Σμιθ. Εμαι πολλς μρες σ' αυτ τη κατσταση. Δε σας επα τποτα. Προσπθησα να το κρψω. Απψε δεν ντεχα πια και γρισα να τονε καταστρψω αυτν τον Σμιθ για ,τι μου 'κανε..."
     Κενη την ρα ακριβς ακοστηκε ο χος. νας χος ξερς, σα να σπζει μια ξερ φλοδα. Πγωσαν κι οι τρεις. Τρα μικροσκοπικ λπια ξεκλλησαν απ τη χρυσαλδα του Σμιθ και πσανε στο πτωμα. Στη στιγμ ο Ρκγουελ βρθηκε πλι στο τραπζι.
 -"Αρχζει να σπει. Μια μικρ χαραματι. Απ το λαιμ ως τον αφαλ. Σε λγο θα βγει απ τη χρυσαλδα". Τα σαγνια του Μακ Γκουιρ τρεμαν:
 -"Κι πειτα; Τι θα γνει πειτα;" Τα λγια του Χρτλε βγκαν σκληρ και κοροδευτικ:
 -"Θα βρεθομε μπρος σ' ναν υπερνθρωπο. Ερτηση: Με τι μοιζει νας υπερνθρωπος; Απντηση: Κανες δε ξρει". Κι λλος χος απ λπια που σκζουνε και ανογουν. Ο Μακ Γκουιρ ανατρχιασε:
 -"Θα... θα του μιλσεις;"
 -"Ασφαλς".
 -"Απ πτε οι ... πεταλοδες μιλνε;"
 -"Πψε πια Μακ Γκουιρ. Για νομα του Θεο!"
     Ασφαλισμνος πια απ τους λλους δυο, που τους κλεδωσε στον πρτο ροφο, ο Ρκγουελ κλειδθηκε κι αυτς στο θλαμο του Σμιθ και ξπλωσε σ' να κρεβτι εκστρατεας, προετοιμασμνος να περιμνει λη τη νχτα, αυτ την ατελεωτη, υγρ νχτα, κοιτζοντας με προσοχ, ακογοντας με τεντωμνα αυτι, συλλογισμνος. Κοιτζοντας με τεταμνη προσοχ να ξεκολλονε και να πφτουνε τα μικρ λπια απ το σκληρ πετσ της χρυσαλδας, καθς το 'Αγνωστο πλσμα απ μσα, αγωνιζταν μεθοδικ να βγει στο φως. Λγες ρες μονχα. Λγες ρες ακμα αναμονς. Η βροχ γλιστροσε μουρμουρζοντας πνω απ το σπτι. Πως ραγε; Πως θα 'μοιαζε ο Σμιθ; Μια αλλαγ πιθαν στα αφτι για εντοντερη ακο. Πρσθετα μτια σως. Μια αλλαγ στη κατασκευ του κρανου, στο σχμα του προσπου, στα οστ του σματος, στη τοποθτηση των οργνων, στην υφ του δρματος, χλιες δυο λλες αλλαγς.
     Ο Ρκγουελ νιωθε κατκοπος κι ωστσο φοβταν να κοιμηθε. Βαρι τα βλφαρ του, πολ βαρι. Κι αν εχε κνει λθος; Τι θα γινταν αν η θεωρα του βγαινε τελεως λαθεμνη; Τι θα γινταν αν μσα του ο Σμιθ ταν μια κινομενη ζελτινη ουσα; Κι αν βγαινε τρελς ο Σμιθ, ρρωστος; Κι αν ταν κτι τσο διαφορετικ στε να γνει μια απειλ για τον κσμο; χι. χι. Ο Ρκγουελ κονησε σα μεθυσμνος το κεφλι. Ο Σμιθ ταν τλειος. Τλειος. Δε θα υπρχε χρος στον Σμιθ για κακ σκψη. Τλειος. Σιγ θαντου βασλευε στο κτριο της κλινικς. Ο μνος χος που ακουγταν ταν το ανεπασθητο τρξιμο απ τα λπια της χρυσαλδας που σκζανε και πφτανε στο σκληρ δπεδο...
     Ο Ρκγουελ κοιμθηκε. Βουλιζοντας μες στο σκοτδι που εξαφνισε το δωμτιο καθς χμηξαν πνω του τα νειρα. νειρα, που ο Σμιθ σηκωντανε, περπατοσε μουδιασμνος, μ' καμπτες κινσεις κι ο Χρτλε που δραχνε να πλεκυ κι ο πλεκυς να στρφτει στον αρα και να πφτει πνω στη πρσινη πανοπλα κενου του πλσματος. Ξαν και ξαν, πολλς φορς και να το κομματιζει και να το μεταβλλει σ' ναν εφιαλτικ πολτ. νειρα... κι ο Μακ Γκουιρ να τρχει σκοζοντας μσα σε μιαν αιμτινη βροχ. νειρα...
     λιος καυτς. λιος καυτς που χει πλημμυρσει το δωμτιο. Πρω. Ο Ρκγουελ τριψε τα μτια. νιωθε μιαν αριστη δυσφορα απ το γεγονς τι κποιος εχεν ανεβσει τα πατζορια. ταν κατεβασμνα εδ κι αρκετς βδομδες. Αφησε μια κραυγ. Η πρτα ανοιχτ. Το κτριο της κλινικς βυθισμνο στη σιγ. Ατολμα και δειλ στρφει ο Ρκγουελ το κεφλι του, κοιτζει το τραπζι. Εκε θα 'πρεπε να 'ναι ξαπλωμνος ο Σμιθ. Δεν ταν. Τποτα δεν υπρχε πνω στο τραπζι. Τποτα, εξν απ το φως του λιου. Αυτ και... μερικ υπολεμματα σκασμνης χρυσαλδας. Υπολεμματα.
Εθραυστα κομμτια, να προφλ που 'πεσε και κπηκε στα δο, να συντρμμι απ κλυφος ποδιο, να χνρι χεριο, να αποτπωμα στθους, να τι εχε απομενει απ τον Σμιθ! Ο Σμιθ τανε φευγτος. Ο Ρκγουελ τρκλισε ως το τραπζι, σωριστηκε. Μπουσουλντας σα παιδ ανμεσα σε κενους τους ππυρους απ το δρμα του Σμιθ που τριζοβολοσαν. πειτα στρφηκε απτομα, σα να 'ταν μεθυσμνος, χμηξε ξω απ το δωμτιο και πτησε βαρι πνω στις σκλες ξεφωνζοντας.
 -"Χρτλε! Τι τον κανες; Χρτλε! Νμιζες τι μπορες να τονε σκοτσεις, ε; Νμιζες τι μπορες ν' αρπξεις το σμα του, ν' αφσεις πσω μερικ λεψανα για να με ξεγελσεις και να χσω τα χνη;" τανε κλειδωμνη η πρτα της κμαρας που 'χανε κοιμηθε ο Μακ Γκουιρ κι ο Χρτλε.. Ψηλαφντας ο Ρκγουελ, τη ξεκλεδωσε. Τους βρκε και τους δυο εκε. "Εδ εστε!" ψλλισε κατπληκτος. "Ττε λοιπν, δε κατεβκατε. μπως ξεκλειδσατε τη πρτα, κατεβκατε, παραβισατε τη κμαρ μου, σκοτσατε τον Σμιθ και... χι, χι!"
 -"Τι παθες; Τι συμβανει;"
 -"Ο Σμιθ φυγε! Πες μου σ Μακ Γκουιρ: μπως ο Χρτλε βγκε καθλου απ' αυτ το δωμτιο;"
 -"χι. λη νχτα τη πρασε δ μσα".
 -"Ττε... μνο μια εξγηση υπρχει. Ο Σμιθ βγκε απ τη χρυσαλδα του και το 'σκασε, σο κοιμμασταν εμες! Δε θα τονε δω ποτ, ποτ που να πρει ο διβολος! Τι ηλθιος που 'μουν να κοιμηθ!"
 -"Αυτ τα λει λα!" δλωσεν ο Χρτλε. "Ο νθρωπος αυτς εν' επικνδυνος. Αλλις θα 'πρεπε να μενει και να μας αφσει να τονε δομε. Ο Θες ξρει τι σι πρμα εναι".
 -"πως και να 'χει το πργμα, εμες πρπει να ψξουμε να τονε βρομε. Δε μπορε να 'ναι μακρι. Πρπει να ψξουμε να τονε βρομε! Γργορα Χρτλε. Μακ Γκουιρ!" Ο Μακ Γκουιρ κθισε κτω βαρς.
 -"Εγ δε το κουνω. Ας πει να κουρεεται. Αρκετ ως εδ".
     Ο Ρκγουελ δεν περμενε να ακοσει περισστερα. Κατβηκε τα σκαλι. Απ κοντ και ο Χρτλε. πειτα απ λγο κατβηκε λαχανιασμνος κι ο Μακ Γκουιρ. Ο Ρκγουελ ρμησε στο χολ, σταμτησε μπρος στα μεγλα παρθυρα που βλπανε στην ρημο και στα βουν που λμπανε στον πρωιν λιο. Κοταξεν ξω, δεξι κι αριστερ κι αναρωτιταν αν χθηκε πια κθε ελπδα να βρεθε ο Σμιθ. Το πρτο υπερ-δημιοργημα. Το πρτο σως σε μια καινορια ατελεωτη σειρ. δρωσε. χι! Δε θα 'φευγεν ο Σμιθ δχως ν' αποκαλψει τον εαυτ του τουλχιστον στον Ρκγουελ. Δε μποροσε να φγει! μπως μποροσε; Η πρτα της κουζνας νοιξε αργ, πολ αργ.
Κποιο πδι ξεπρβαλλε στο νοιγμα της πρτας. Κι λλο πδι μετ. να χρι υψθηκε και στηρχτηκε στον τοχο. Καπνς απ τσιγρο φνηκε να βγανει μες απ ζαρωμνα χελη.
 -"Ποιος με ζητει;"
     ντρομος ο Ρκγουελ στρφηκε. Εδε την κφραση στο πρσωπο του Χρτλε, κουσε τον Μακ Γκουιρ να πνγεται απ τη κατπληξη. Κι οι τρεις τους μλησαν ταυτχρονα. Μια μνο λξη. Σα να διναν το σνθημα:
 -"Σμιθ". Ο Σμιθ αππνεε μυρωδι τσιγρου. τανε ροδαλ το πρσωπ του, σα ηλιοκαμνο θαρρες. Γαλζια και σπινθηροβλα τα μτια του. Ξυπλητος. Το γυμν του κορμ τυλιγμνο σ' να παλι μπουρνοζι του Ρκγουελ.
 -"Μπως μπορετε να μου πετε που βρσκομαι; Θα 'θελα να μθω τι κανα τους τελευταους τρεις-τσσερις μνες. Νοσοκομεο εν' αυτ; τποτ' λλο;"
     Ο τρμος σφυροκοποσε το μυαλ του Ρκγουελ. Ανελητα. Ο Ρκγουελ κατπιε το σλιο του.
 -"Γεια σου Σμιθ! Εγ... τοτο δω... Δε θυμσαι αλθεια; Τποτα;" Ο Σμιθ δειξε με τα δχτυλ του:
 -"Θυμμαι που πρασινζανε σιγ-σιγ, αν εννοετε αυτ. Περ' απ αυτ... τποτα" Βθισε το ροδαλ χρι του στα κασταν του μαλλι, με την αρρενωπ ομορφι του νιογννητου πλσματος που χαρεται ν' ανασανει και πλι. Ο Ρκγουελ οπισθοχρησε κι πεσε πνω στον τοχο. Σκωσε τα χρια κι κρυψε με φρκη το πρσωπ του κουνντας το κεφλι. Μη πιστεοντας σ' ,τι βλπανε τα μτια, ψλλισε:
 -"Τι ρα βγκες απ τη χρυσαλδα;"
 -"Τι ρα βγκα απ... απ που;" Ο Ρκγουελ τον οδγησε μες απ το χολ στο επμενο δωμτιο κι δειξε το τραπζι. "Δε καταλαβανω τι εννοετε", επεν ο Σμιθ μ' αυθρμητη ειλικρνεια: "Απλοστατα, πριν απ μισ ρα, ανακλυψα πως στεκμουν ολγυμνος στη μση του δωματου".
 -"Αυτ εναι λο;" επε ο Μακ Γκουιρ αναθαρρεοντας. δειχνεν ανακουφισμνος. Ο Ρκγουελ εξγησε τα πντα γρω απ τη χρυσαλδα. Ο Σμιθ συνοφρυθηκε:
 -"Εναι τερατδες! Εσες ποιοι εστε;" Ο Ρκγουελ του σστησε τους λλους.
Ο Σμιθ αγριοκοταξε τον Χρτλε: "Εσνα σε θυμμαι. σουν αυτς που μ' επισκφτηκε ταν αρρστησα για πρτη φορ. Θυμμαι. Στο ακτινολογικ. Μα εναι ανητο. Τι αρρστια εναι αυτ;" Τα νερα στο πρσωπο του Χρτλε πγαν να σπσουν.
 -"χι αρρστια, χι! Δε ξρεις τποτα λοιπν;"
 -"Βρσκομαι σε μια παρξενη κλινικ μαζ με παρξενους ανθρπους. Βρσκομαι γυμνς σ' να δωμτιο κοντ σ' ναν ντρα που κοιμται πνω σ' να κρεβτι εκστρατεας. Βγανω ξω και περιφρομαι στη κλινικ, πεινασμνος. Μπανω στη κουζνα, βρσκω φαγητ, τρω, ακοω ανστατες φωνς κι πειτα βρσκομαι κατηγορομενος επειδ λει ξεπδησα μες απ μα χρυσαλδα. Τι θλετε να φανταστ; Παρεμπιπτντως σας ευχαριστ για το μπουρνοζι, για το φαγητ και για το τσιγρο που δανεστηκα. Δεν ξερα ποιος σασταν κι πειτα δεχνατε πεθαμνος απ τη κοραση".
 -"Ω, δεν υπρχει λγος να μ' ευχαριστετε". Ο Ρκγουελ δε θ' αφηνταν να το πιστψει. Τα πντα διαλονταν. Με κθε λξη που πρφερε ο Σμιθ, εξανεμζονταν κι οι ελπδες του σα τη διαλυμνη χρυσαλδα. "Πως αισθνεσαι;"
 -"Περφημα. Νιθω πολ δυνατς. Εναι καταπληκτικ, ταν σκεφτετε πσο καιρ μουν σ' αυτ τη κατσταση".
 -"Πργματι, καταπληκτικ!" επεν ο Χρτλε.
 -"Φαντζεστε τι αισθνθηκα ταν αντκρισα το ημερολγιο στον τοχο. λοι τοτοι οι μνες κλησαν σα το νερ. Αναρωτιμαι τι κανα λον αυτ τον καιρ".
 -"Το διο κι εμες".
 -"λα τρα Χρτλε, φησε τον συχο", γλασε ο Μακ Γκουιρ. "Επειδ ακριβς τον μισοσες..."
 -"Με μισοσε;" ανασηκθηκαν τα φρδια του Σμιθ: "Εμνα; Γιατ;"
 -"Να γιατ!" επεν ο Χρτλε βγζοντας στο φως τα δχτυλ του: "Οι καταραμνες οι ακτινοβολες σου. Κθε νχτα κθομαι πλι σου σε κενο το νοσοκομεο! Τι θα κνω τρα με τοτο δω; Τι μπορ να κνω;"
 -"Χρτλε" επεν ο Ρκγουελ προειδοποιητικ. "Κτσε κτω! Ηρμησε!"
 -"Οτε θα κτσω, οτε θα ηρεμσω! Τρελαθκατε κι οι δυο σας μ' αυτ το... μ' αυτ την απομμηση ανθρπου, μ' αυτ το κοκκινπετσο πλσμα που 'ν' η μεγαλτερη απτη στην ιστορα; Αν εχατε τσο δα μυαλ, θα καταστρφατε τον Σμιθ πριν το σκσει!"
     Ο Ρκγουελ νιωσε την ανγκη να απολογηθε, να ζητσει συγνμη για το ξσπασμα του Χρτλε. Ο Σμιθ κονησε το κεφλι του:
 -"Δεν εν' ανγκη να ζηττε συγνμη. Αφστε τον να μιλσει. Τι σημανουν λα τοτα;"
 -"Αφο ξρεις!" Του πταξεν οργισμνος ο Χρτλε: "μεινες κατκοιτος μρες, μνες, ακογοντας, σχεδιζοντας. Δε μπορες να με ξεγελσεις εμνα. Τον εξαπτησες τον Ρκγουελ. Τον απογοτευσες. Περμενε πως θα 'βγαινες καννας υπερνθρωπος. Μπορε και να 'σαι δηλαδ. τι μως κι αν εσαι, ο Σμιθ δεν εσαι πια. χι! Εναι κι αυτ ν' απ τα τεχνσματ σου. Για να μη μθουμε ποτ ποιος εσαι, οτε κι ο κσμος να μθει ποιος εσαι. Θα μποροσες να μας σκοτσεις, εκολα. Αλλ προτμησες να μενεις και να μας πεσεις πως εσαι φυσιολογικς. Και διλεξες τον καλτερο τρπο. Θα μποροσες να το 'χες σκσει πριν απ λγη ρα, μα θ' φηνες πσω σου το σπρμα της υποψας. Αντ για αυτ, περμενες! Για να μας πεσεις πως εσαι φυσιολογικς!"
 -"Μα εναι φυσιολογικς" γκρνιαξε ο Μακ Γκουιρ.
 -"Δεν εναι! Το μυαλ του λειτουργε διαφορετικ: Εναι ξυπνος".
 -"Ττε να τον υποβλλεις σε μια σειρ απ τεστ λεκτικν συνδυασμν", επεν ο Μακ Γκουιρ.
 -"Εναι πρα πολ ξυπνος, ακμα και γι' αυτ".
 -"Ττε εναι πολ απλ. Του κνουμε εξετσεις αματος, ακομε τη καρδι του και του βζουμε ορρος". Ο Σμιθ μοιαζε να αμφιβλει:
 -"Με κνετε να νιθω σα πειραματζωο. Αν μως το θλετε πραγματικ. Το βρσκω πντως ανητο". Αυτ τον τραξε τον Χρτλε. Κοταξε τον Ρκγουελ.
 -"Φρε τη σριγγα", επε. Ο Ρκγουελ φερε τη σριγγα, σκεφτικς. Τρα, δεν αποκλεεται να 'ταν υπερνθρωπος ο Σμιθ. Το αμα του... Αυτ το υπερανθρπινο αμα. Η ικαντητ του να σκοτνει μικρβια. Ο χτπος της καρδις του. Η αναπνο του. Μπορε ο Σμιθ να 'ταν υπερνθρωπος και να μη το 'ξερε. Ναι. Ναι, μπορε να 'τανε... Πρε αμα απ τον Σμιθ και το 'βαλε κτω απ το μικροσκπιο. Οι μοι του κρτωσαν. Το αμα τανε φυσιολογικ. Αν ριχνες μικρβια μσα, τα μικρβια, για να πεθνουν πρεπε να διανσουν να φυσιολογικ χρονικ διστημα. Το αμα δεν ταν πια υπεριοκτνο. Δεν υπρχε οτε κι ακτινικ υγρ. Ο Ρκγουελ αναστναξε θλιβερ. Η θερμοκρασα του Σμιθ ταν φυσιολογικ. Το διο κι ο σφυγμς του. Το νευρικ του σστημα, τα αισθητρι του, αντιδροσαν πως σε κθε φυσιολογικ νθρωπο.
 -"Τποτα το ασυνθιστο", επε ο Ρκγουελ μαλακ. Ο Χρτλε βολιαξε σε μια πολυθρνα, με διπλατα τα μτια, κρατντας το κεφλι του με τα κοκαλιρικα δχτυλ του.
 -"Ζητ συγνμη", επε βγζοντας να βαθ στεναγμ: "Θαρρ πως το μυαλ μου... Το μυαλ μου απλς φαντστηκε ορισμνα πργματα. ταν τσο ατελεωτοι κενοι οι μνες. Κθε νχτα. Φοβμαι πως γινα υποχονδριακς. Ζητ συγνμη". Κοταξε τα πρσινα δχτυλ του: "Τι θα γνει μως με μνα;"
 -"Φαντζομαι πως λα θα εξελιχθον ομαλ, πως και με μνα", επε ο Σμιθ. "Συμμερζομαι την αγωνα σου. Δεν ταν σχημα μως... Πραγματικ, δε θυμμαι τποτε". Ο Χρτλε ηρμησε κπως.
 -"Μα... ββαια, χεις δκιο υποθτω. Δε νιθω καθλου καλ στην ιδα τι το σμα μου θ' αρχσει κι εμνα να σκληρανει, μα δε μπορ να το αποφγω. λα θα εξελιχθον ομαλ..."
     Ο Ρκγουελ νιωθε ρρωστος. Η κατρρευση ταν φοβερ για να την αντξει. Η ντονη προσπθεια, η ξαψη, η πενα κι η περιργεια, η φλγα, λα εχαν βουλιξει μσα του. Α υ τ ταν λοιπν ο νθρωπος απ τη χρυσαλδα; Ο διος νθρωπος μπκε. Ο διος νθρωπος βγκε. Κι λη αυτ η αναμον, η λαχτρα, για να τποτα! Πρε βαθι ανσα, προσπθησε να πειθαρχσει τις βαθτερες σκψεις που τρεχαν μες στο μυαλ του. Σγχυση. Τοτος ο νεαρς ντρας, με το ροδαλ δρμα και την ολδροση φων, που καθτανε μπροστ του καπνζοντας ρεμα, δεν ταν παρ νας νθρωπος που 'χεν υποστε μια μερικ δερματικ σκλρυνση κι εχαν καε οι αδνες του απ την ακτινοβολα, αλλ νθρωπος εντοτοις αυτ τη στιγμ, νθρωπος και τποτα περισστερο. Το μυαλ του Ρκγουελ, το υπερευασθητο, γεμτο φαντασα μυαλ του, εχε συλλβει και τη παραμικρτερη εκδλωση της αρρστιας για να φτιξει να τλειο οργανισμ, δημιοργημα βαθτερων πθων. Τρα ο Ρκγουελ νιωθε μσα του μια βαθι απογοτευση, να τερστιο κεν.
     Το πρβλημα του τι ζησε ο Σμιθ χωρς τροφ, το καθαρ αμα του, η χαμηλ θερμοκρασα κι οι λλες ενδεξεις ανωτερτητας, ταν τρα οι διφορες ψεις μιας αλλκοτης αρρστιας. Μιας αρρστιας και τποτε περισστερο. Κτι που θα 'χε τελεισει, εχε ωριμσει κι εχε φγει αφνοντας πσω του μερικ εθραυστα λπια μονχα πνω σε να ηλιοφτιστο τραπζι. Ο Χρτλε, αυτ τη στιγμ, θα 'ταν μια σπνια ευκαιρα να τον παρακολουθσει κανες απ κοντ, αν η αρρστια του προχωροσε και ν' αναφρει τη καινορια αρρστια στον επιστημονικ κσμο. Δε νοιαζτανε για την αρρστια. Νοιαζτανε μνο για τη τελειτητα. Κι αυτ η τελειτητα εχε κοπε στα δυο, εχε ανοξει, εχε σκιστε κι εχε φγει. Το νειρ του εχε φγει. Το υπερδημιοργημα που 'θελε να φτιξει, εχε φγει. Δε τον ενδιφερε πια αν ολκερος ο κσμος ρχιζε ξαφνικ να πετρνει, να πρασινζει, να γνεται εθραυστος σα το γυαλ.
     Ο Σμιθ μιλοσε τρα με τα χρια του διπλατα ανοιχτ.
 -"Νομζω πως θα 'τανε καλτερα να γυρσω στο Λος Αντζελες. χω πολλ δουλει να κνω στο δρυμα. Η παλι μου θση με περιμνει. Λυπμαι που δε μπορ να μενω λλο μαζ σας. Καταλαβανετε".
 -"Θα 'πρεπε να μενεις λγο ακμα. Μερικς μρες τουλχιστον", επεν ο Ρκγουελ. Δεν θελε με καννα τρπο να δει να χνεται και το τελευταο χνος απ το νειρ του.
 -"χι, ευχαριστ. Πντως, αν το επιθυμετε γιατρ, μπορ να σας επισκεφτ στο γραφεο σας σε καμι βδομδα, για ν' λλο τσεκπ. Θα περν συχν, κθε δυο-τρεις βδομδες, για να χρνο περπου στε να μπορετε να με παρακολουθετε. Σμφωνοι;"
 -"Σμφωνοι Σμιθ, σμφωνοι. Μνο σε παρακαλ μη το ξεχνς. Θα 'θελα να συζητσω μαζ σου την αρρστια σου. Εσαι τυχερς που ζεις".
 -"Θα σε πω εγ με το αυτοκνητ μου στο Λος Αντζελες", επε χαρομενα ο Μακ Γκουιρ.
 -"Μην ενοχλεστε. Θα περπατσω ως τη Τουγιονγκα και θα πρω ταξ. Θλω να περπατσω. χω να περπατσω τσο καιρ... Θλω να δω πως εναι..." Ο Ρκγουελ του δωσε να ζευγρι παλι παποτσια κι να παλι σακκι. "Ευχαριστ γιατρ. Θα σας εξοφλσω ,τι σας οφελω το συντομτερο δυνατ".
 -"Τποτα δε μου οφελεις. Οτε πεντρα. ταν ενδιαφρον".
 -"Σας χαιρετ γιατρ. Χαρετε κριε Μακ Γκουιρ. Χρτλε".
 -"Στο καλ Σμιθ".
 -"Στο καλ".
     Ο Σμιθ κατβηκε το μονοπτι προς το μικρ ποτμι που 'χε ξεραθε απ τον καφτ απογευματιν λιο που δυε. Περπατοσε ευτυχισμνος. Σφριζε.  -"Μακρι να μποροσα να σφυρξω κι εγ" επεν ο Ρκγουελ. Ο Σμιθ γρισε μια φορ, τους γνεψε με το χρι κι πειτ' ρχισε να σκαρφαλνει στη λοφοπλαγι, φτασε στη κορφ και χθηκε προς την απμακρη πολιτεα. Ο Ρκγουελ τονε κοταζε πως κοιτζει να μικρ παιδ το αγαπημνο του αμμκαστρο που σβνει και διαλεται απ τα κματα της θλασσας.
 -"Δε μπορ να το πιστψω", επαναλμβανε μοντονα. "Δε μπορ να το πιστψω. Να τελεισουν λα τσο σντομα, τσον απτομα για μνα! Νιθω να βορκωμα μσα μου, να κεν".
 -"λα μου φανονται ρ  δ ι ν α!" γλασε ευτυχισμνος ο Μακ Γκουιρ. Ο Χρτλε στεκταν ρθιος στον λιο. Τα πρσινα χρια του κρμονταν απαλ στο πλι και το λευκ του πρσωπο εχεν ηρεμσει πραγματικ, για πρτη φορ εδ και μνες, -τσι φνηκε του Ρκγουελ- και μλησε χαμηλφωνα:
 -"Θα βγω σος απ' αυτ τη περιπτεια. Θα βγω σος. Σ' ευχαριστ Θε μου, σ' ευχαριστ. Δε θα βγω τρας. Θα 'μαι ο εαυτς μου, ο εαυτς μου και τποτα λλο". Στρφηκε στον Ρκγουελ. "Μνο να θυμστε, να θυμστε. Μη τους αφσετε να με θψουν κατ λθος. Μη τους αφσετε... κατ λθος... πιστεοντας πως εμαι πεθαμνος. Να το θυμστε αυτ".
     Ο Σμιθ πρε το μονοπτι πλι στο ξεροπταμο κι ανβηκε στο λφο. Νχτωνε πια κι ο λιος ρχισε να δει πσω απ γαλζιους λφους. Τ' στρα λαμπριζαν εδ κι εκε. Μσα στη χλιαρ ατμσφαιρα πλανιταν μια μυρωδι απ νερ, σκνη κι απμακρα λουλοδια πορτοκαλις. Φσηξεν νεμος. Ο Σμιθ πρε βαθις ανσες. Γμισε τα πνευμνια του. Περπατοσε. Μνος τρα και αθατος, μακρι απ το κτριο της κλινικς, σταμτησε. Στθηκε τελεως ακνητος και κοταζε ψηλ στον ουραν.
     Πατντας το τσιγρο που κπνιζε, το λιωσε κτω απ το τακονι του. πειτα ρθωσε το καλοχυμνο κορμ, τναξε πσω τα κασταν μαλλι του, κλεισε τα μτια, κατπιε και χαλρωσε τα δχτυλ του που κρεμντανε στο πλι.
     Χωρς καμι προσπθεια, μνο μ' ναν ανλαφρο χο, ο Σμιθ υψθηκε απαλ απ το δαφος μσα στη χλιαρ ατμσφαιρα και πταξε γργορα, ρεμα προς τα πνω.
     Σε λγο χθηκε ανμεσα στ' στρα καθς κατευθυντανε για το μακριν διστημα...

"Chrysalis" (1946)
μετφρ: Φντας Κονδλης
-----------------------------------


 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers