Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Φανταστικό 

Φλωράκης Ηλίας: Θωρώντας Το Σκοτάδι

 

     Ήταν ένα λιβάδι. Καταπράσινο. Στο κέντρο αυτού του λιβαδιού βρισκόταν ένα φυτό. Ήταν ένας Ήλιος. Κάθε φορά που ξημέρωνε, σήκωνε ανάλαφρα το κεφάλι του, παρακολουθώντας κατάματα τον Ήλιο που ανέβαινε στον ουρανό και συνέχιζε να τον ακολουθεί με το βλέμμα του στραμμένο πάντα σ' αυτόν, μέχρι που έδυε. Τότε κατέβαζε το κεφάλι του σε μια μελαγχολική στάση, περιμένοντας να ξημερώσει η επόμενη μέρα. Αυτό γινόταν κάθε μέρα. Κάποια στιγμή, μέσα στο φυτό, στο κέντρο του, άρχιζαν να μεγαλώνουν τα σπόρια του.
     Ξεκινώντας από μια ιδέα, καθώς περνούσε ο καιρός άρχισαν να αναπτύσσονται σε καλοσχηματισμένα σπόρια. Κάθε βράδυ, τα μεγάλα, κίτρινα πέταλα του Ήλιου κλείνανε προς το κέντρο σαν μια προσπάθεια να τα αγκαλιάσει ή να τα προστατέψει. Και καθώς τα σπόρια μεγαλώνανε, η κίνηση του Ήλιου γινόταν όλο και πιο δύσκολη. Το συνεχόμενα αυξανόμενο βάρος, είχε αρχίσει να γίνεται αφόρητο κάνοντας το πρόσωπο του φυτού χοντρό, έτοιμο να σκάσει. Η ανάλαφρη κίνηση είχε χαθεί  και την θέση της, την είχε πάρει η έντονη προσπάθεια. Και τα σπόρια μεγαλώνανε, κάτω από τις συνεχόμενες φροντίδες, τον ιδρώτα του φυτού και το πλούσιο φως του Ήλιου.
     Ήταν το ξεκίνημα μιας σειράς ονείρων.
     Το όνειρο συνεχίστηκε για αρκετά βράδια. Παρακολουθούσα τα σπόρια να μεγαλώνουν και να ωριμάζουν. Το φυτό, εξουθενωμένο, με μαδημένα τα πέταλά του, συνέχιζε την αγωνιώδη προσπάθεια να συνεχίσει το δύσκολο έργο του, προσπαθώντας να αντέξει το φορτίο. Ένιωθα αυτή την κούραση και την φόρτιση του φυτού, κάνοντας μια δυσφορία να βαραίνει την ψυχή μου. Και τότε, ένα βράδυ, είδα το φυτό, σχεδόν ξεψυχισμένο, άδειο, να κάθεται μελαγχολικό  παρακολουθώντας το ηλιοβασίλεμα.
     Ξύπνησα με την ίδια διάθεση, ώσπου το επόμενο όνειρο μου έδειξε ένα καταπράσινο λιβάδι, γεμάτο μικρούς Ήλιους με την ανάλαφρη κίνησή τους, σαν αύρα που γλύφει την θάλασσα, να παρακολουθούν την ανατολή. Και στο κέντρο, το μεγάλο φυτό, ζωντανό και όμορφο, κίτρινο και λαμπερό, να παρακολουθεί και αυτό την ανατολή, αναπνέοντας ελεύθερα ... με μια καινούργια ιδέα να γεννιέται στο κέντρο του.
     Μετά ήρθαν και άλλα όνειρα. Πιο αλλόκοτα για το απλοϊκό μου μυαλό. Οι εικόνες τους, ξεχυνόντουσαν στον ύπνο μου, χωρίς να μπορώ τότε, να κατανοήσω το ελάχιστο.
     Ήταν ένα πιάτο, με μια περίεργη κίτρινη μάζα για περιεχόμενο, σαν γύρη. Τρία κοτοπουλάκια ήταν βουτηγμένα στο φαγητό και τρώγανε λαίμαργα πασαλείβοντας το σώμα τους και τα ράμφη τους. Αν και σε πολλά σημεία του σώματός τους, παραμένανε περίεργα καθαρά. Τότε το ένα, ήρθε κοντά μου με το στόμα του γεμάτο με την κίτρινη μάζα. Ένιωθα σαν να ήταν το δικό μου κοτοπουλάκι, γιατί ξαφνικά ένιωσα μια ιδιαίτερη συμπάθεια γι' αυτό. Τα άλλα δύο ήταν κακά ή απλώς αυστηρά στην φάτσα τους. Δεν μου έδωσαν σημασία. Απλώς τρώγανε από το φαγητό. Το πρώτο κοτοπουλάκι που φαινόταν και λίγο πιο μικρό από τα άλλα δύο, με κοίταξε με ένα βλέμμα πόνου και απορίας. Τότε ένιωσα ότι κάποιος ή κάτι δικό μας, είχε πεθάνει.
     Ξεκίνησα με υποθέσεις, προσπαθώντας να αναλύσω τα κρυφά τους μηνύματα, να τα συνδυάσω με τους γύρω μου, την παρέα μου και το μέλλον και να χαράξω νέες κατευθύνσεις μέσα από τα σημάδια τους. Αλλά εκεί ήταν το αρχικό μου λάθος. Αργότερα συνειδητοποίησα ότι τα όνειρα μου δείχναν το παρόν και όχι το μέλλον.
     Εκείνο τον καιρό είχα σχέση με δύο κοπέλες. Όχι ερωτική. Μοιραζόμασταν μαζί την ίδια πνευματική τροφή που βρίσκαμε. Και τα κοτοπουλάκια ήταν οι ψυχές μας. Δεν μπορούσα όμως να συνδυάσω την συμπεριφορά, τα συναισθήματα και τον θάνατο, μέσα σ' εκείνο το όνειρο.
     Για μεγάλο διάστημα ένιωθα εκείνον τον πόνο που νιώθεις όταν κάτι πεθαίνει και ξαναγεννιέται. Ένιωθα παγιδευμένος μέσα σε μια μεμβράνη σαν αμνοιακός σάκος, προσπαθώντας να τον ξεσκίσω πονώντας ο ίδιος για να βγω έξω ...πού ;!;
     Όπως μια σχέση, ένα νεογέννητο ή ακόμα ο πόνος που νιώθεις όταν πεθαίνει ένα κομμάτι του εαυτού σου και ξαναγεννιέσαι μέσα από τις στάχτες σου, πνίγοντας το παρελθόν μέσα στα δάκρυα, προσπαθώντας να κόψεις τον ομφάλιο λώρο με αυτά που σε κρατούν δεμένο, αλλά και με αυτά που σε γέννησαν.
     Μετά ήρθε εκείνο. Το άλλο όνειρο. Ήμουνα νεαρός, λίγο πιο μεγάλος και ώριμος από τον καιρό που το είχα δει. Ήμουν με άλλους δύο. Το σκηνικό ήταν μια σκοτεινή, βιομηχανική περιοχή με μεγάλα κτίρια-αποθήκες. Ήταν βράδυ και ο φωτισμός προερχόταν από τις λιγοστές κιτρινισμένες λάμπες σε κάποιες διασταυρώσεις έξω από τα κτίρια, δίνοντας μια γκριζο-καφετιά σκιά στο όνειρό μου.
     Θυμήθηκα ότι είχα έναν γέρο μαζί μου, γυμνός από την μέση και πάνω ...και τον βασάνιζα. Τον είχα κοντά μου για να τον πονάω. Και τα κατάφερνα καλά. Τον είχα ξαναδεί τον γέρο σε παλιότερα όνειρα. Με βοηθούσε και μου έδινε συμβουλές. Πρέπει να ήταν ο φύλακας άγγελός μου. Και 'γώ τον βασάνιζα. Θυμάμαι ακόμα το πρόσωπό μου, αξύριστο. Κοιταζόμουν σ' ένα καθρέπτη κρεμασμένο πάνω από ένα νιπτήρα σε μια μικρή τουαλέτα μιας αποθήκης. Το φως που έμπαινε από ένα παράθυρο ψηλά. Είδα και την λεπίδα που κρατούσα, όταν την πλησίασα στο πρόσωπό μου για να ξυρίσω τα στεγνά γένια μου. Και τότε σκέφτηκα ότι με αυτή την λεπίδα θα μπορούσα να πληγώσω κι άλλο τον γέρο. Και του χάραξα ένα τεράστιο Χ, με τις δύο γραμμές να καλύπτουν όλη την έκταση της ρυτιδιασμένης, πλαδαρής πλάτης του.
      Μετά βρέθηκα κάτω από μια λάμπα, κοιτώντας τους δύο άλλους νεαρούς που ήμασταν μαζί. Θυμάμαι ότι γλείφοντας τα χείλι μου ασυναίσθητα, ένιωσα την γεύση από το αίμα μου. Έτρεχε αλμυρό από το σκίσιμο στο κέντρο, του κάτω χειλιού μου. Παραξενεύτηκα, αφού δεν είχα χτυπήσει. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, μια αναγούλα ανέβηκε από το στομάχι μου, κάνοντάς με να συνειδητοποιήσω ότι ήδη είχα πιει αρκετό αίμα. Ένας πίδακας άρχισε να αναβλύζει από την πληγή με συνεχώς αυξανόμενη ροή. 'Aρχισα να τον βλέπω να πετάγεται. Γύρισα προς τους άλλους  και τους ζήτησα βοήθεια. Κάντε κάτι, τους είπα. Αιμορραγώ. Αιμορραγώ πολύ, ενώ ο πίδακας έφτανε πια μακριά πιτσιλώντας τα πάντα. Βοηθήστε με, δεν ξέρω τι να κάνω,  ήταν τα τελευταία μου λόγια πριν αρχίσω να χάνω τις αισθήσεις μου και ξυπνήσω.
Και ξύπνησα με μια τάση αναγούλας που εκτονώθηκε στην τουαλέτα. Βρισκόμουν σε απόγνωση.
     Ήταν εκείνη την περίοδο που τα προβλήματα σκοτείνιαζαν τη ζωή και τα όνειρά μου. Ήξερα πως θα τα έβγαζα πέρα με κάποιον τρόπο. Πάντα τα κατάφερνα. Εκείνο το διάστημα όμως ... δεν ήξερα πώς. Ο φύλακας άγγελός μου πρέπει να ήταν πολύ πληγωμένος από μένα και η τύχη με είχε εγκαταλείψει. 
     Η ζωή μου βρισκόταν σε μια σύγχυση. Προσπαθούσα να ξεκαθαρίσω τα πράγματα, σκοτίζοντας το μυαλό μου ανούσια. Έκλαιγα στις μοναχικές μου στιγμές και αναζητούσα απαντήσεις σε μέρη σκοτεινά και υγρά, που βρωμούσαν μούχλα και οινόπνευμα. Πονούσα και τίποτα δεν μπορούσε να με λυτρώσει. Ήμουν μόνος.
     Τα όνειρα συνεχίζονταν και κάθε φορά μου δείχναν πράγματα αληθινά, που εγώ δεν έβλεπα. Κάθε φορά μου παρουσίαζαν τον κύκλο που έκανα άσκοπα μέσα στη ζωή μου, χαμένος από τον πραγματικό μου δρόμο σαν τον χαμένο τυχοδιώκτη που δεν βλέπει τίποτα άλλο στην έρημο και η πορεία του είναι ένας μεγάλος κύκλος, όσο κι αν νομίζει ότι κινείται σε ευθεία.
     Κάθε φορά μου τονίζανε τα λάθη που επέμενα να επαναλαμβάνω τυφλωμένος από κατώτερες, ενστικτώδεις ορέξεις. Όσο με έκαιγαν με το φως της αλήθειας, όσο το μυαλό μου καιγόταν, τόσο συνειδητοποιούσα πόσο τυφλός ήμουνα και πόσο άσκοπα ήταν όλα.
     Έτσι ένα βράδυ, όταν είχα μάθει όλη την αλήθεια, πήρα δύο πυρακτωμένες βελόνες και τις έμπηξα στα μάτια, που τόσο ανούσια κοσμούσαν το πρόσωπό μου. Στην αρχή ο πόνος σούβλισε το μυαλό μου, κάνοντάς με να ξεσπάσω σε κραυγές. Λίγο αργότερα κόκκινες και  κίτρινες κουκίδες, άρχισαν να στολίζουν το οπτικό μου πεδίο, κυνηγώντας η μία την άλλη, καταλήγοντας όσο περνούσε η ώρα σε γαλαζοπράσινα στίγματα. Ώσπου έσβησαν και αυτά δίνοντας την θέση τους στα μονόχρωμα, μουντά όνειρα. Τότε, χαμένος στο αιώνιο σκοτάδι αναζητούσα το πραγματικό φως που θα με έκανε να δω μέσα από τα μάτια της ψυχής.
     Τα όνειρα δεν με είχαν εγκαταλείψει. Πιστά, έρχονταν και μου έλεγαν πια όσα δεν μπορούσα να δω. Κι εγώ, καρφωμένος στο σκοτεινό δωμάτιο του μυαλού μου, συνέχιζα να αναλύω την πορεία που είχα χαράξει.
Χαμένος και ξεκομμένος μέσα στην μοναχικότητά μου, έβλεπα πια ότι τίποτα δεν είχε τόσο μεγάλη αξία στην ζωή μου όσο η προσωπική μου αναζήτηση.
     Μια αναζήτηση εσωτερική πια. Τελικά, ανακάλυψα ότι τα άλλα δύο κοτοπουλάκια, δε με είχαν προσέξει, σε 'κείνο το όνειρο, γιατί και κείνα ήταν τυφλωμένα, ίσως από την τροφή που με τόσο μανία μπουκώνανε, χώνοντας το κεφαλάκι τους μέσα της. Μια τροφή που, έτοιμη στο πιάτο, λέρωνε και κολλούσε στις αισθήσεις τους, αφήνοντας άθικτο το σώμα τους. 
     Τότε, που η μόνη μου επιθυμία πια, ήταν να μπορούσα να βρω κάτι εξίσου αιχμηρό, να μπήξω στ' αυτιά μου, μήπως και σταματήσουν οι  φωνές που πολιορκούσαν ακόμα το μυαλό μου, απασχολώντας το.
     Φωνές που μου λέγαν πως έπρεπε να κάνω κακό στους ανθρώπους, γιατί μόνο έτσι θα καταλάβαιναν το μάθημά τους. Γιατί όταν έκανες κάτι καλό γι' αυτούς το παραβλέπανε και δεν μπορούσαν να το συνειδητοποιήσουν. Ενώ το κακό, τους πονούσε, το νιώθανε θέλανε δεν θέλανε, παίρνοντας το μήνυμα που τους άρμοζε για την αδιαφορία τους και την δικιά τους κακία. Φωνές που μου δείχναν έναν δρόμο που τον θεωρούσα σωστό, αλλά δεν μπορούσα να το ακολουθήσω. Γιατί δεν ήθελα να κάνω κακό στους ανθρώπους. Ήθελα μόνο να φύγουν αυτές οι φωνές. Να σωπάσουν.
     Τότε, εντελώς αποκομμένος θα μπορούσα να βουτήξω κι εγώ το κεφάλι μου στην τροφή που θα μου έφερναν τα όνειρα, πιστοί μου σύντροφοι στο ταξίδι μέσα στο σκοτάδι.
     Κάποια στιγμή τα κατάφερα.
     Η λιποθυμία μου έδωσε την αρχική λύτρωση του πόνου. Ξυπνώντας βρέθηκα σ' ένα σμάρι από μελίσσια που βούιζαν  στο κεφάλι μου. Η αρχική μου κίνηση να κλείσω τ' αυτιά μου στον εκκωφαντικό θόρυβο, κόντεψε να καρφώσει τα δύο μολύβια, βαθιά στον εγκέφαλό μου. Ο ήχος της ροής του αίματός μου, χιλιάδες φορές ενισχυμένος, συνοδευόμενος από τα τύμπανα της καρδιάς μου, γέμισαν τον κόσμο μου για αρκετό καιρό. 
     Αιώνες αργότερα, κατάφερα να απομονώσω τον εσωτερικό θόρυβο σε κάποια γωνιά του μυαλού μου. Ψευδαισθήσεις ήχων εξαφανίστηκαν αργότερα παρέα με τις φωνούλες που με παίδευαν. Είχα καταφέρει να απελευθερωθώ, παραδίνοντας τον εαυτό μου στα όνειρα. Και είχα ησυχάσει.
     Ώσπου κάποια στιγμή στο χρόνο, αλίμονο ...μύρισα το άρωμά της ...και τα Όνειρα γίναν Εφιάλτες
.

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers