Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Διαδικτύου 

Έκτωρ: Μια Φωνή Πυρόεσσα...

 

----------------------------------------------------
         In Gyrum

Kι αν θα περνάς τη λίμνη των μυημένων
των φιλοσόφων των ποιητών
κι αν βυθιστείς ν' αναδυθεις
Γύρω στη λίμνη
με βάση το ουδέτερο νερό
να κάνεις τους πιο θερμούς χυμούς
συστατικά: οι σημασίες
(Όλο το αίσθημα χωράς και βλέπεις
αδειάζεις το αγγείο του μίσους
κι αίφνης κι από αγάπη αδειάζει το άλλο αγγείο
και νέα αισθήματα θα χωρέσουν)

Πέρνα και πέρνα ξαναπέρνα
και κέντα ψιλοβελονιά τον πόνο
γαζί του πόνου
η αγάπη γύρω του
σαν της ειρήνης το εύρημα
στην ειρωνεία του πολέμου
κι απ' τα αντίμαχα
ένα ντύμα βγάλε, ένδυμα σκέψης βάλε
και μάντεψε ό,τι εδώ μπροστά σπαράζει
και μάντεψε πίσω από τη κουρτίνα του φωτός
το διαρκές μαντείο του νοήματος

 Tρύπα Στο Σκοτάδι

Ήλιε και μη σκοτίζεσαι
για ποιόν ξοδεύεσαι αγρυπνάς
άυπνο ύπνο μας χαρίζεις
άκαπνους από φως
με την ακτίνα σου μας φροντίζεις
Ήλιε και τι σκοτίζεσαι
κι όλος φωτιά σκορπίζεσαι
μας βγάζεις από το χάος
κάνεις το χώμα φως
Είσαι σφραγίδα των ματιών
----------------------------------------------
[Από το "Λεξικό Της Οδύνης"]

             Βραχνάδα

Mελαχρινή βραχνάδα πυκνώνεις τη καλοκαιριά
τώρα και μνήμες διαφέγγεις
μη λες κι ο ήλιος κάθε βραδιά σβήνει κάτω απ' τις μηλιές
ψηλά προβάλλει τα πρωιά στη ράχη των βουνών
γκρεμίζοντας νύχτα από τα κυπαρίσσια

Μελαχρινή βραχνάδα πυκνώνεις τη καλοκαιριά
στην ακμή των χειλιών σου χορεύει ο έρωτας
στην ακμή των χειλιών σου φλοίσβος φιλιά
στάθηκε η θάλασσα ψηλά σα καταρράκτης
μωβ γητειές
σε λήθαργο μεσημεριού εσύ
εσύ πάλλουσα αρμονία χρυσή
πληγή ηλιόστροφη

Γυμνοί στην άμμο κοιτάζαμε θεούς

            Mαύρα Γαρίφαλα

Μαύρα γαρίφαλα, ν' ανασαίνεις στό πάθος.
Ερωτική, μείνε μαζί μου, ερωτική ,
γιατί είναι ο έρωτας που γράφει, δεν είμαι εγώ,
τούτο το αίμα από κόκκινο έρωτα φονιά
που πυροδοτεί τα κύτταρα
κι ένα-ένα σκάζουν μπουμπούκια άνανθα της ηδονής
και των ακτών σου κύματα βρέχουν τις αμμουδιές μας.
Πού πας καλή με ηδονή
και φρέσκα τα δαμάσκηνα στον κόρφο σου αναμμένα,
πάρε κι εμένα,
πάρε, στις κορυφές των πόθων σου, τα μοσχαναθρεμμένα .

Μα γιατί να κλάψω πάνω στο γυμνό της σώμα;

             Tόξα Tης Zωής

Πήρα στα χέρια ένα πρωί το προσωπό σου

Τόξα της ζωής είναι τα κορμιά
Στο μισοφέγγαρό τους σμίγει δοξάρι το άπειρο
τα σπλάχνα μας δρομολογεί και φέγγουν

Σε ακόνιζα στο πράσινο ακόνι της σελήνης
σε ακόνιζα στο φλόγινο τροχό του ήλιου ω μνήμη
να μάθω τον καιρό με χρώμα με χώμα λαμπερό και μαύρο
έμπηγε ο αιώνας ατσάλινο φτερό
με έμαθες με έπλαθες ν' αντέχω Στύγας νερό
βάρκα να ρίξω να στερνοκολυμπώ
άγριες νύχτες στο πολύ της θάλασσας
από τη στεριά σου καθώς με αλαργεύει
με το κουπί σε πίνω σε λιγοστεύω
όταν με στρέφεις σε λιμάνι μιά καρδιά

Μέσα στο μαύρο ολκάδα η ζωή και δε λυγάν οι ανάσες
όταν της φωνής σου ακτίνες όταν χτυπά στο μαύρο ο ήλιος
κι η θάλασσα τη πλάτη του γυρίζει
τρέχουν τα κύματα χωρίς να βρίσκουν το σκοπό
στ' αφτιά μου μουσικές ωκεανίδες και μοιάζουν στα τραγούδια σου
έφηβοι των Αντικυθήρων το αίνιγμα σας χαμόγελο κόβει δρόμο για τον ήλιο

Φωνή από νύχτα μυστική μες στα βασίλεια της σιωπής με σιγοφέγγεις
υπόγεια ρεύματα μας ενώνουν κάτω από χίλια βουνά: είσαι νερό μου.

Τα μαλλιά σου νύχτα λύνεις βρόγχοι πλέκονται σαγήνης
(Ξέρετε Κυρία η ευαισθησία είναι θάρρος
"Δε σπάζει με τη πέτρα η καρδιά ")
αγάπη λένε τα μάτια σου

Για τα πουλιά είναι ελαφρύς ο ουρανός
στα μεσημέρια μου γκρεμοτσακίζεται ο χρόνος
σκοτάδι μέσα μου και πόνος είμαι με γόνατα λυμένα
Ερημική βασίλισσα με γαλανό κι άλικο είσαι εσύ το ζεστό που ζω.

Εκεί ήταν δέντρο μοναχό κόκκινο η φύση φόρεσε χαμόγελο
μετείκασμα ήλιο στόχευες τι σόι θεοί σε πλαστουργούν;
Τα μεσημέρια της θλίψης τι θα γίνουν τα μεσάνυχτα στης μνήμης τα σκαλιά;

Πήρα στα χέρια ένα πρωί το προσωπό σου

        Ηλιοκαμμένη Ενθαδική Ύπαρξη

Με καλοκαίρι στα χείλη η ομορφιά φως μαυροστάφυλο
σπαράζει τη πόλη σαν άκρως Ιούλης που καίει τις μετώπες.
Κερδίζω λίγο, της ζωής το χρόνο κάνω συνεργό μου.
Μου μάθαινες για ομορφιά, σπουδή είχα τα μάτια σου,
σ' ένα τριαντάφυλλο από πυρετό, από φλόγα,
μέχρι τη λύπηση σπάταλο φως, όλα μες στη μαρμαρυγή του.
Έντονα σπουργιτίσματα στις γειτονιές του ανέμου
σαν σε Ιούλη το μετάξι μεγάλωνες τον ουρανό.

Πυρκαϊά όντoς καταφλέγει της μοναξιάς τα άνθη.

Με καλοκαίρι στα χείλη η ομορφιά φως μαυροστάφυλο
σ' εόρτιο Δεκέμβρη χαίρεσαι να μου λες:
"Μεσάνυχτα τα βουνά μου σπιθίζουν άστρα "

ΕΤΑΞΑ ΣΤΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΑ ΣΟΥ

        Tης Θλίψης Μου Το 'Απειρο

Έχω λουλούδια μια πηγή που πάτησες μες στις μηλιές
Είναι φεγγάρι μια πληγή όλο το ρόδο μες στο στήθος
Σοφά με πας τη Κυριακή και με φωτίζεις σα κερί
Γιατί έρχεται απόγευμα και λαβωμένο της θλίψης μου το άπειρο
Λυγμού το δάκρυ στο λαιμό το καταπίνω θάλασσα
Στέκομαι σε παρατηρώ σα να 'μαι συ σα  να 'σαι γω

Γιατί την είδα τη γιορτή να κόβει θλίψη
Κομμένα από αντίδωρο πέφτανε τα πουλιά
Έπαιξες τα φθινόπωρα του κόσμου στην έλευσή σου μυστική
Χρυσές οπώρες έφεγγαν πουλιά του νότου φεύγαν απ' τα μαλλιά σου
Βρέθηκα να 'χω ένα υγρό πουκάμισο την άλλη μέρα
Από τα στήθια της αυγής και μ' έφεγγε ως τα σπλάχνα

Έλα ω! χρόνε να ξετυφλωθείς από αγάπης μάτια...

  Σιγή Iσχύος

Της ποίησης η λύρα
έιναι κουρδισμένη
απο τον ίδιο το θάνατο

Ό,τι χάνω
με βρίσκει στη καρδιά

              Πέραν

Για να μη γίνω γραφικός (και τι έγινε)
θα πιάσω τώρα το κοντύλι της φωτιάς
πύρινα γράμματα που χαράζει πάνω στο νερό
κι εκεί να σε βρω στο καθαρό.
Και κάποτε και τώρα της ψυχής σου γέλασμα
ακούω, ποθώ,
-ίμερο Αφρoδιτη στείλε της-.
Κοιτώ το φεγγάρι το ρωτώ δε μ' απαντά.
Το 'χεις εξαγοράσει; δε μ' απαντάς.
'Ασε να παίξω, εσύ είσαι
η αρχή, η μέση και το τέλος της ομορφιάς.
Ήρθες σα φωτογραφία σου και με κοίταξες
μυστικό αρχαίο όπως τα σύμβολα
όπως τα κόκκινα αβγά.
Τέλεση ζωής η γλώσσα
βουτά το καλαμόφτερο στους αχινούς,
με το χυμό αυτό όλη η ουσία των θαλάσσιων όντων
ξεβράζεται στην ακτή της σελίδας,
το όν φωτίζει με γνήσιο σκοτάδι,
φωτεινή θεώρηση που αληθεύουν
τα μάτια σου η συνέχεια των άστρων...

                          Λιχνιστής Μνήμης

Υπάρχει ένα κάτι του βίου που αποφασίζει ερήμην μας και χωρίς να συνεδριάσει... 
Πνευματική μας αδυναμία και περιορισμός δε μας αφήνουν να το συλλάβουμε.
Μέσα σ' αυτή την απουσία μπορούμε ν' αγγίξουμε τη σκιά της απιστίας;
Μακριά διαδρομή ενός ίσκιου από τον οποίο μόλις και βγαίνουμε και παρά ταύτα ανωφέλευτα.
(Δεν έχει τέλος τούτη η αθανασία)
Η μέρα τούτη πέθανε πίσω από σκούρο τζάμι ίσως τη ξεχάσεις για πάντα...
Τι είχε; 'Αλγος. Μονοτονία από άλγος που δε σε ξεχνά,
είναι τα λέπια σου, ο οπλισμός σου.
Μάτια που το γαλάζιο σου στην Αφρική με βγάζει,
της νύχτας πικροδάφνη μου, το άρωμα σου μ' οδηγεί το φως σου με τυλίγει.
Έγραψα κάτι της φωνής σου σε τριαντάφυλλο ρόδο,
γραφή σα σε τετράδιο, τρυφερά φύλλα της φωνής σου.
(Μέσα μου)
Αν έχεις τη γραφή, για να πιαστείς πάνω της όταν ναυαγείς,
θα διαψευστείς πάραυτα.
Δώσε μιαν ανάσα απόστασης από τον κόσμο της τέχνης ,
τον εαυτό σου δες σαν θεατής, λίγο πριν από σένα, λίγο μετά από σένα.
Θα λυτρωθείς από τον εαυτό σου, θα γλιτώσεις από σένα.

           Και Τώρα Θα Γιορτάσω Τ' Αστέρια...

Είναι και κατά βάθος θάνατος είναι και στέρηση φωτός
δε σταματά ο θάνατος δε σταματά ο έρωτας
οι αγαπημένοι έχουν πανσέληνο δέσμη αστραπές χτυπούν στη νύχτα
σέλας φωτεινό δοξάρι άστρων τη δεξαμενή ταράζει
γοργός χορός στο αίθριο του γαλαξία χαράζει
Μας τίναξε ένας έρωτας στου απροσδόκητου τις οροφές
μας τίναξε ένας έρωτας στου απροσίτου το αναφές
εισαγωγή σε τέχνες Αφροδίτης μήνας ροδίτης κλείνει ο φεγγίτης
τη σπαρασσόμενη καρδιά σοφία σώζει αρμονία σφαιρών μουσική δωρίζει
φλέβα ζωής τάξιμο άστρων αβύσσους η ψυχή περνά χτίζει με σκιές
λάμπουν τη μνήμη πρωταγάπες κι αιωνιότη
Μας τίναξε ένας έρωτας στου μεθυσμένου τις κορφές
μας τίναξε ένας έρωτας στου εθισμένου τις μορφές
Σα που ανέβαινες βουνό ανέπνεες τη κορυφή του του κόσμου την υπεροχή
συνομιλία κορυφών στο βάθος εικόνα από χωριό
τρυφερά περάσματα σκαλώματα για φώς γειτόνευες
ανέκυπτε μεγαλύτερη αγκαλιά πλάτυνε το βλεμα ψύχωνε η ανάσα
δυνάμωνε η πνοή μετέδινε ζωής παλμό αίμα και φώς
Δεν επιστρέφουμε ποτέ εκεί γιατί δεν υπάρχει πια το εκεί.

           Σπουδή Φιλιού

Και το βραχάκι της καρδιάς μας που είναι
εκεί που έσπαζες την αγάπη μας κι ύστερα
γύρναγες και τη ξανακολλούσες με σάλιο και φιλιά;
Γυρτή σα χάδι έριχνες φως γιορτή
Ύστερα ήρθαν τα μελτέμια
κι η φουρτούνα φούντωσε
ο κεραυνός σου έκαψε τη γραμμή του ορίζοντα
ξανασχεδίασες το χάρτη
πάνω στο απέραντο του γαλάζιου
χτυπούσε μια ολοζώντανη κόκκινη καρδιά
όλος ο γλάρος ανέβαζε το ονειρο /κάθετη
πανσέληνο του μέλιτος
Μελισσουργοί προγευόμαστε το απόγευμα
κι οι νύχτες δεν είχαν τέλος
Τούτη τη γιορτή την πήρες
διαβατήρια τελετή
Ξανασχεδιάζουμε το χάρτη
αφαιρούμε γαλάζιο κόκκινο
τονίζουμε τα σημεία της μνήμης
κι οι νύχτες δεν έχουν τέλος
Ωκεανογραφικώς τα επιρρήματα της νύχτας δεν στέκουν
Στη γλώσσα των πουλιών
όλα εξηγούνται με τραγούδι
γλώσσα των εραστών
Στο χάρτη της αιωνιότητας πρώτα σχεδιάστηκε το φιλί
όλες οι φωλιές του κόσμου έχουν το σχήμα του
κι ο πρωτομάστορας από κει πρωτοτράβηξε
την έγνοια για κόσμο και όλα τα κοσμοθέτησε
κοσμηματοθήκη φιλιά
Από το χάδι των χειλιών ανατέλλουν καλημέρες χαράς
γιορτής πανηγυριών
(αγάπη τα μαχαίρια σου)

     Βέρες Από Κερί

"Ο λαβύρινθος κινείται σαν φίδι"

Ι
(Αν τον έσφαζες δε θα 'πιανες ένα φλιτζάνι αίμα)

'Αδω κι 'Αδης ένα
Δεν έχω αίμα το έχω δανείσει στα πουλιά
Του 'Αδη τα χαμπέρια
πουλί πουλάκι της αυγής
μη μας τα πεις
ως τα τζιέρια σκιρτά όλη η γης
πουλί πουλάκι αν αργείς
καλώς αργείς
τη θλίψη μας καθυστερείς
Δεν έχω αίμα
το έχω δανείσει στα πουλιά
Τα δέντρα έχουν το σκοπό τους

ΙΙ
Η καμπύλη παίρνει φως
ξεφτίδια της ύπαρξης
φυτιλάκια σε πήλινα καντηλάκια
στο βάθος της κρύπτης φλογίτσες τρεμόσβηστες
-ινστιτούτο αγνωσίας-
η άλλη πλευρά του κύματος

ΙΙΙ
Ο κόσμος και η φιλμική του
εξελίσσονται πάντα αντίθετα από σένα
και υπάρχει αυτονομία ζωική του κάμπου
Έρχονται κατά πάνω σου σαν σπέσιαλ εφφέ
Μεταναστεύουνε κι οι λίμνες με τα χέλια
ή της ψυχής μας τα τοπία αλλάζουν;
Αυτό το φίλμ το γύρισε ανέξοδα το όνειρο
Πώς να βρείς τα στοιχεία για την αντιστοιχία
αν είσαι πουλάκι ακελάηδητο;
Πώς να βρεις ότι αυτά ήταν σκηνικό κινούμενο
της μηχανής του χρόνου
που έστελνε τον κόσμο των μορφών με κίνηση κατά πάνω σου;
Γύριζε το άλογο στο χωράφι διαρκώς γύριζε
εκπαιδευμένο γιατί ήταν πάρκο κινηματογραφίας
πεδίο απέραντο για λήψεις ζωής στημμένες
(το άλογο μέσα στη νύχτα σε πάει ευθύς στον προορισμό
-έτσι που το παν βλασταίνει)
-----------------------------------------------------------------------------------



Ποίημα Στον Ποιητή

Αν ένας έχει τη δόξα
Τη γη μπορεί αυτός να σηκώσει στα μάτια μας
Πάσχουμε δόξας διαφάνεια
Τον εαυτό του εξαίρεσε
έρευσε μέσα του μεγάλη πνοή
ρυθμού ανταμοιβή πέρασμα έγινε
Για μας για το παν
Τα πράγματα θα μας χαρίσει νέα
Με το λεπτό το βαθύ το ψηλό του κοίταγμα
Μάτια στον κόσμο χαρίζει
Μεγαλώνει την ευαισθησία μας
Θεμελιώνει την κατοικία μας
Συγκεντρώνει το φως στη φωνή του
γίνεται του καθενός αδερφός καθέδρα
Από μέσα του πέρασε ο κόσμος κι αγνίστηκε
Του αισθήματος διδάχος που τον κυρίευσε
Επιστρέφει με κύρος γραφής
Σκουριά δεν πιάνει ο λόγος του φίλος είναι
Καταφεύγοντας στη σολωμική
κάτω από το μαγνάδι του
του Πόρφυρα τη κόκκινη γραμμή
να λάμπει αστραφτερές αυτογνωσίες
Πόρφυρα λυτρωτή φευγαλέας αθανασίας
σπορά στο μαύρο
ροδιού αστραφτερά σπόρια
---------------------------------------------------------------------------------------


  
Βέλος Στο Χώμα
 
Φως από Αύγουστο
   Με μπλε και κίτρινο μελάνι
 
Πάλι με κόβει στα δυο
   Με μια απελπισία απέραντη
   Κι ένα σκεπτικισμό
   Που διώχνει
   Και μούσες
   Και βεβαιότητες
   Κι όλα σωπαίνουν
   Σε μια ανώτερη σιωπή
   Γιατί το απλό ξεδίπλωσε τις ίνες του
   Σαν αστέρι
   Που τίποτε δεν έχει να φωτίσει
   Κάθε βέλος κοιτάει χώμα
Κι ακόμα εκείνο το βέλος που λένε πραγματικότητα
 
Φως από Αύγουστο
   Με μπλε και κίτρινο μελάνι 
                                                  24.08.05
                                                     Αθήνα

__________________________
ΠΟΙΗΜΑΤΑ

       Έχει Στο Μέτωπο

Έχει στο μέτωπο ένα κύκνο
και της αγάπης της τον ίσκιο
να μη ξεχνιούνται τα πουλιά

τρελή καρδιά γιατί να δεις
μέσα απ' τα μάτια της αυγής
να μη ξεχνιούνται τα πουλιά
όλα του κόσμου μ' έφεγγαν

αγάπες ήρθαν έφυγαν.
μέσα απο θόλους Κυριακής.
κι όλα του παραθυρου στέναξαν

               Χιόνι Θεών

Τις καμπάνες του τέλους δεν ακούμε

Αγνόησε τα στολίδια του στενού μνήματος
Καθόλου δεν κοίταξε τα εφήμερα λουλούδια
Της ομορφιάς δεν τίμησε τον κήπο
Της υψηλοκορμης προτίμησε τη συντροφιά
Που ράβει μόνη το φόρεμα της
Μονάχη φτιάχνει ελιξίρια παρηγοριάς
Αναλαμβάνει εκείνη τους εκλεκτούς της
Να οδηγήσει στη θαρραλέα ανάληψη πόνων και κινδύνων
Τη γενναία αντιμετώπιση της απελπισίας.
Με άτρομο χέρι και βλέμμα ατενίζει άπειρο και μηδέν
Με άπειρη εγκαρτέρηση κι επιμονή
Διεξέρχεται κατά μέτωπο τα αινίγματα
Τη μάχη αναλαμβάνει της απορίας, της αγωνίας, της ατοπίας.
Θερμαίνει το ερώτημα επιχειρεί λαβες.

Το αίνιγμα λύνουμε εκείνο δένεται πιο σφιχτά
Πεπρωμένο μας και μοίρα, γράφουμε και γράφουμε
Στις ανοιχτές κλεισουρες
Πόρτες ανοίγουμε πάνω σε πόρτες
Το θάνατο δεν περνά κανείς
Ο άνθρωπος μια αμυχή στού ατέρμονου την πορεία
Όμως μέσα σ ένα μοναδικό αξίωμα
Να μπορεί ν αντιτάσσει στης μοίρας το αίνιγμα
Το αινιγματικό του μέτωπο
Τα διασταλμένα μάτια στη ζήτηση του απείρου
Και να ελπίζει με αύξουσα ψυχή
Τιμή βίου και πολιτείας
Μυστικός του σύμπαντος, μυσταγωγός της ύπαρξης.

Να σε μεταμορφώσει ω καρδιά σε τι;
Σε άπειρο
Τα έργα της αγάπης

    To 'Ακτιστο Του Θανάτου
 
Εκεί που φέγγει χρόνος κάτι βαθύτερο συμβαίνει
κάτι απο μάς ανιστορείται επιφαινόμενο
κάτι από άνθρωπο σκιρτά ανθεί
σαν που ανθρώπινα χέρια το κλώθουν
τέτοιοι δρόμοι ανοίγονται με καιρό και κόπο
σαν να πασχίζει να διασταλεί ο χρόνος
για να 'χει μοίρα πασχίζει κι άστρο
 
Κι αν άκτιστα μας τσουρουφλίζει
 
προς τι ο κόπος να τον πολεμήσουμε;
Είναι απολέμητος, αμάχητος, πίκρα, στεναγμός, βαλάντωμα
το βλέμμα πληγώνει βαθιά τα νεύρα τεντώνει,
κρυμμένος στην ισοτοπιά ολοφανέρωτος μασκαρεμένος,
κάθε δευτερόλεπτο πληθαίνει και μάς μειώνει,
σκιά μας νύχτα γίνεται ύπνος και των μελλόντων θάνατος
      -μέλλοντα που δεν έχουν θάνατο-
Τα τρία πρόσωπα του χρόνου αναβοσβήνουν σαν φάρος,
αστός αγρότης άξεστος μές στο τυφλό του
τρυπά την πίσσα άσφαλτης οδού ξενητεύεται στην πόλη του.
Εγώ να γυρνώ με δυό ρόδες κι όταν ρόδο τρυγώ,
φτερό κόβει ορίζοντα κι όλα ξαναγίνονται.
Δολοφονική γαλάζια πλάκα ουρανός φράζει το στήθος στοιχειώνει ύπνους,
ώρα πού άλλα με φώς θωπεύει άλλα αγνοεί νόμος υψιπέτης
 
Στα φέρνει εφημερίδα μηνύματα μόνιμα μνήματα
 
Τώρα μετράς της θλίψης τραγούδια λυπητερά,
η φύση χρώματα αλλάζει και σκοπό,
οι άκρες του τόξου λυγίζουν το τέλος βρίσκει την αρχή
       Όλες οι μορφές είναι μέλλλον.

Έχω Ένα Δάγκαμα Στα Μάτια

Έχω ένα δάγκαμα από έβενο
στα μάτια
έχω υποχρέωση να το πω

Θα το κρατήσω αυτό το δάγκαμα
ανυπεράσπιστος μη ζήσω

Γητειά μου της εντέλειας
πιο τέλειο δε γίνεται

είσαι μαγεία με φεγγάρι
με παίρνεις στο τρελό σου χάδι
με πας

Κι από την άλλη άκρη του ουρανού
τα σύννεφα φωνάζανε την ομορφιά της
χρόνε
μην εύρεις τρόπο για να μπείς
μες της γιορτής της τον τρόπο και να δεις
μύηση στων μυστηρίων τα μεγάλα
τι με κερνά
πόση παίρνω χαρά
φτωχός για να την περιγράφω

ζηλέψετε τάγκο
το κόκκινο
καρδιά αναφλέγεται

έχω ένα έρωτα στα μάτια
μου τα παιδεύει
είσαι μουσική χάδι από αστέρι

            Ήχος Χάλκινος

Χάλκινη της καμπάνας πνοή περνά τους ύπνους,
θλίψη ελαιοτριβείων μας θλίβει,
είναι στα αγάλματα ένας παλμός
oυράνιας σκόνης το μακρυνό των θανάτων,
της αντοχής τους το λιοπύρι, πλάι σε θάλασσα, ανασαίνει
μακρύ γυαλού φεγγοστάλακτο αιματώνει τη δύση,
των νερών επιφάνεια ώρα χρονώνεται σε στεφάνη χρυσή
ενώ χορεύει απογευματινό σμαράγδι στα κύματα.

Τα παραθύρια ανταυγάζει παραμύθι υγρό χώρας σολωμικής,
κορίτσια με φιόγγους λευκούς του ονείρου πλησίον διαβαίνουν,
λευκά αγριοπερίστερα φέγγουν ουρανό,
με χείλη που δε φθόνησαν θέλει να φωνάξει φτωχός της χαράς
του κόβει τη φω-
νή καμπάνα στην ελιά κρεμασμένη, σαν ξάφνου πένθιμα ηχεί.
Νυχτερινός διαβάτης στο μεσημέρι ο πόνος μας παίρνει την ψυχή.

                                                              9/1/'06 Αθήνα

                        Kλεψύδρες

Να 'μαστε ακόμα στις χρονοθαλάμες σε γη ανοιχτή ολόγυρα
σφιχτή ολόκλειστη με της βαρύτητας το κύρος
μορφές αμόρφωτα πλασίδια
δίνουν ρυθμό στη νύχτα παράτονα γαβγίσματα
συμβαίνει έτσι ανατολή στις πιο μαύρες νύχτες
θλίψη πάψε κρούστα πυκνού σκοταδιού σπάσε
ξόδι να δέσει και γιορτή Διονύσου θίασος στις λάρνακες
όλο το σφρίγος άθλα επί Πατρόκλω δικός σου θάνατος φαίδιμε Αχιλλεύ
ψοφοδεή φόβε το βασίλειο της αγάπης τρέμεις
αγάπη λυώνει του σκότους τη σκουριά γίνεται φώς
κόκκινη καρδιά παλεύει τον 'Αδη μπάζει τη γή στον ουρανό:το σπίτι της
Έβλεπες την ομορφιά έφευγε σε πλάνταζε η φυγή της
μέγγενη στην καλοκαιριά που περισφίγγει σε πυρετού ζώδια άπειρη ανατολή
βράζαν τα τσίπουρα στη γλώσσα ο γρανίτης ανθότυρο
πορσελάνη γυαλί φεγγίζει αχτιδοσύννεφη πνοή
σταλαματιές ονείρου φρέσκο νερό αρχαία φωτιά στόμα της πέτρας άγαλμα
Διώνη με πλούσια χέρια χάδι για περιστέρια
χιόνι στολίδι του βουνού πέφτει σαν κρύσταλλο η φωνή πάγος ανάσα
της φλόγας σάρκα μπήκε το μεσημέρι αγριεμένο φώς καλοκαιριού

Nύσταζες. Siesta. Mας κύκλωνε ζέστα
φεύγεις. Μέσα στη πόλη φεύγεις. Αποκεντρώνεσαι.

                    Mια Ταραχή Στις Φλέβες

Χτυπά την τρίαινα στον ήλιο γκρεμοτσακίζονται ένα κοπάδι σμέρνες
ξαστερίζεται ο ουρανός του ύπνου λιθόστρωτο σεντόνι σπέρνεται αστέρια
πήρα έναν ανήφορο πήρα ένα λυκόστρατο
Τήν απουσία σου τυλίγει σεντόνι που σε κοιμήθηκα
ξεθυμασμένα του έρωτα τι περιμένεις στο βράδυ αυτο;
Η φωνή του χρώματός σου είναι απο χαράματα αγόρι
αγόρι αγόρι που πας;Του σταυρού σου καρφιά σφυροκοπάς
σίγα ο υμένας θα σαλέψει μήν καίς όλα τα χόρτα σου
Μέρα ανάβει σκοτεινιά όσο που να πεθάνω φτωχός του πλούσιου πόνου
μές το κρασί πίνω τον ήλιο μές το ψωμί η νοτιά πάει στην καρδιά
πίνω καί πίνω
πίκρες καταπίνω
έχουν όστια το τραγούδι
Στίς φωτερές συκιές σύκο φωτεινό άστρο του χειμώνα
Πλούσια κοιλάδα τη διαβαίνω όχτο τον όχτο γκρεμό το γκρεμό
Ψηλά περνούν οι φυλακές μου πρωτοψυχές σε συννεφόκαμμα
Δεν πιάνει άνεμος θανάτου σε τραγουδιού απανεμιά
απ των νευρώνων τα κενά πετιέται η σκέψη φωναχτά
Απ τα βιβλία τι κρατάς; Της ράχης τους τον τίτλο
δέσιμο στάχωμα ποντισμός κατά βυθών
Στών κήπων τις γωνιές όλα γενήκαν κυκλικά, μελισσομάντρι
κυλώ το τσέρκι γωνιά τη γωνιά σφυρίζοντας τρελό σκοπό
ενεός στην αμφιλύκη λύκοι απ εδώ κι απ εκεί λύκοι

Εδώ η νιότη μας πλέχτηκε με άυλα βελόνια
κάτω απ του ήλιου τον τροχό
άφωνα όλα του κόσμου σε αναμονή τρεμάμενα κρεμαστά νερά
Ρολόι μες τον καθρέφτη σφυριγμός από σύμπαν
Έκανες μεσημέρι η μέρα αχτίδωνε ένα φώς αράχνη
Στό μυαλάκο στίς καρυές πράσινες φωνές
η νύχτα καταπάνω μας σαν πανωφόρι
ανηφορίζαμε γιά την Παληόχωρα
εσύ Κυριακή εσύ Αντιγόνη εγώ
Δέν ξέραμε νυχτώσαμε σέ ένα απόγευμα μιά ζωή
Χρυσά κυδώνια στό χιόνι λησμονιάς απογώνι
Ξαστερώθηκα
σε λάθος τόπο στρώθηκα σε στάβλο ξημερώθηκα
Το αχούρι φλέγεται:
π υ ρ α κ τ ώ θ η κ α

φιλί αγάπης βαθιά ερωτικής γυναίκα εσύ θάλασσα υγρή ξέρεις
στις όχθες στα ρηχά στα πιο βαθιά να δεχτείς

τυλιξέ με στα φλογισμένα κυματά σου πυρωμένο μου αίνιγμα
----------------------------------------------------------------------------------------


                                          Ίλιγγος

Κάτω από αυτό το δέος καυτός θεός της αγωνίας.
Λες σήμερα είναι μια άλλη μέρα
Την κοιτάς κατάβαθα κι όλος ο εαυτός αναδύεται
με βάθος ημερών που ενώνουν φως και σκοτάδι
που τούτη η μέρα μεγαλώνει περιέχοντας
κι όλο το βυθό που έφτιαξε το απεριόριστο
Το παν κατακλύζεται από παρουσία.
Η καρδιά του σκότους παραδίνεται ανοιχτή
Το έρεβος δηλώνει τα ακαταδηλωτα γιατί όλα είναι ένα
Μυστικό τραγούδι που δεν τραγουδήθηκε ποτέ
σε τραβά στη σιωπή του κόσμου
Όπου ακούγεται η φωνή του όντος
διαπεραστική, εκκωφαντική, σκοτώδης
Ζόφος. Γνόφος. Σκοτεινός άγγελος με τη ρομφαία του ήλιο
Οι σάλπιγγες τρελάθηκαν να μηνύουν

Αν είσαι έτοιμη για ίλιγγο μείνε
Θαλάσσιος πυρετός
Δαγκωματιά από έρωτα. να δαγκώσω να πιω
να ρουφήξω
γνήσιο μύδι από σάρκα

Κάτι περπατάει κάτω απ το δέρμα έρπουσα φωτιά..
Εκεί κι ο ήλιος πήρε απ τις φωτιές λίγο να μαυρίσει.
Αν το βλέμμα βαθαίνει λίγο τις καμπύλες σου
πόσο μάλλον το φως που αντλώ απ το σκοτάδι σου
βαθαίνει τις σημασίες του κορμιού σου
λεπτές γωνίτσες του περιγράμματος σου
ελαφρύ χάδι στο κρυφό κοίλο της μασχάλης,
των έσω μηρών, κάνουν τα φύλλα της νύχτας να ριγούν
να σπαταλιόνται για χάρη του σκιρτήματος
που ξαναφτιάχνει το σώμα από την αρχή
ταιριάζοντας το σχήμα της νύχτας στη δική σου αποκάλυψη
Όλα τα πέπλα σου ταιριάζουν
τα γδύθηκες και σε ποθούν ακαταδήλωτα

σολομοί σπαράζουν τοπίο τρέμει
θανάσιμοι έρωτες
----------------------------------------------------------------------


                              Αλιεύοντας Χρόνο

1.Όταν βαθείς συλλογισμούς βαφτίζεις στο σπιράλ των δρόμων
κινείς σε εποχής τροχό τον τόπο και το χρόνο
τότε το δίχτυ σου χρυσό και καίγονται οι διαβάτες
ξανασκουντάς τον άξονα του γηραιού πλανήτη
εκείνος σου τρελοχορεύει σκοπούς της πένας σου
η μουσική των στίχων σου πετά στ αστέρια

2.Έτρεξε χρόνος στα γεφύρια του ουρανού
τρίφτηκε το πέτρινο γεφύρι με χρώμα αχνό σαν τόπιανε φώς και καιρός
τίναξες κιούρτο στ ανοιχτά ψαριών κοπάδι σκόρπισε αχτινωτά
γέροντες δολώνανε μαύρο μυστικό καμιά περιέγεια δεν είχαν πιά
που πάει πούθε έρχεται αν έχει ψάρια το ποτάμι
τρελάθηκε η επιθυμία μεσα τους
θέρισε ο χρόνος νειάτα σαν τρυφερά καλάμια

πλοκάμια της μοίρας έρχεστε από παντού παντού ας ψαρέψει το καλάμι
------------------------------------------------------------------------------------------


                                     Πύρωμα

Tης ξεχασμένης αδερφής
ο ύπνος είναι: ένα πεσμένο,
άηχος κάμπος,
ασημένιο βήμα,
πορτοκαλόχρυση εσθήτα,
εύηχο άσμα,
ψιθυριστό νεράκι,
βρόχινο φέγγος.
Του καθρέφτη
είναι βάθος η αδερφή

Μέτωπο κρύο σαν χιόνι,
νύχτα,
μαχαίρι σκοτεινό,
ένα μακρυνό
σιωπηλά ανέρχεται,
οι λευκές σου ωλένες.
Στή χρυσή σου ακτή
όταν βρέχει,
ένα πήλινο
τον καιρό σου δροσίζει
----------------------------------------------------------------------


                 Θάνεζα:Νεκράνθεμα & Πασχαλιές

Τόσα δράματα χαμένα, βουβά που τρυπάνε το στερέωμα χωρίς παρηγοριά.
Από χτύπημα της μοίρας σ' άλλο χτύπημα, πάθη χωρίς θαυμαστικά.
Ο μύθος είναι απλός τι σου μαθαίνει;
Πάνω στη λάμψη της ζωής γκρεμός.
Χτυπά η ζωή στον τοίχο αυτής της μοίρας της ανελέητης τι να μάθει;
Μάθημα του θανάτου, την τρύπα που χάσκει και πίνει την καλλίτερη ζωή;
Σα να σου λέει πως είσαι κάθε τόσο στη διακλάδωση κι αν πατήσεις λάθος
κλαδί γκρεμοτσακίζεσαι.
Κι όσο κι αν κόβει η μοίρα γύρω σου εσύ είσαι ορθός.
Σ' αφήνει όμως άφωνο, άναυδο κλεμμένο.
Το πάθημα το δράμα συμβαίνει σε όλη την κοινωνία σκιάζεται
το μικρό χωριό το μάτι του εκεί γυρίζει και πονά
Ο πεθαμένος δημιουργεί γύρω του μια δίνη δακρύων
συνάζεται ο χωρικός κύκλος γύρω από τούτο το βυθό ταράζεται πενθεί.
Πικροδάφνες σκιάζουν μνήματα πικροθάνατος χωνεύει και τα κοιμητήρια.
Οι πιο κοντινοί κορυφαίοι του θρήνου πρωταγωνιστές δακρύων και στεναγμών
απαρηγόρητοι μαύροι αγωνιστές από φαρμάκι θάνατο.
Η μηχανή του χρόνου πιάνει δουλειά παρηγορήτισσας .
Ο τάφος ταξιδεύει πίσω .Φεύγει μπροστά η ζωή υποχρεωτική δασκάλα του πόνου
μεγαλώνει το πένθος σαν μωρό με γάλα το φαρμάκι.
Το φαρμάκι συνηθίζεται γίνεται μαύρο ρούχο και ντύνει την ψυχή.
Μακρύ είναι τούτο δω το ύφασμα τόπια και τόπια.
Η είδηση είναι κεραυνός η είδηση είναι βόλι που σημαδεύει το μικρό χωριό
Και πλημμυρίζει στο μαύρο.
Σκιαγμένο χωριό ερειπιώνας έρμο.
Ποιος να θερίσει στα πεζούλια του. Ποιός κάμπους να ποτίσει.
Και σπίτι δεν καπνίζει.
Έτσι ερημιά το βρήκε ο θρήνος του χορού που επέστρεψε από 'Aδη.
Χορός που έχασε το κοίλον και ταξιδεύει τις ερημιές αποξεχασμένος άλλου
καιρού.
Απομεινάρι ελέους που πιάνει δουλειά στα έρημα.
Μαύρος ίσκιος και φάντασμα αλλοτινών καιρών και ψάχνει για μπαχτσέδες .
Δεν έχει ζωή εδώ το μοιρολόι μόνο θρηνεί στις ρεματιές.
*
Σαλεύει μια προσπάθεια να ξαναπιάσει ζωή. Δυo τρεις πόρτες
ανοίγουν και να!
Καπνίζουν τζάκια.
Σωπαίνει ο θρήνος κατεβάζει τα επικλητικά του χέρια.
Στη χωραφιά οι καλαμιές θροΐζουν.
Τις ζωντάνεψε ένα αεράκι φρέσκο κι ένα πόδι γοργό σίγουρο βαδίζει
λικνιστά
Είναι από τούτα εδώ τα χώματα πόδι φιλικό ζωή υποσχετικό.
Με λυγερό παράστημα, με ολόδροσο χαμόγελο θερίζει με μιας την ερημιά.
Το τραγούδι της κυλά σ όλες τις ρεματιές ,ρίχνεται απόπερα χαϊδεύει
απαλά το βλέμμα τις ράχες κι όλη η φύση μοιάζει αναστημένη.
Σιμά και παιδικές φωνές, παιχνίδια, αναδιπλώνεται η όψη
του σκιαγμένου χωριού.
Χαράζει ένα χαμόγελο σ' όλες τις λαγκαδιές του
και στην ποταμιά.
Ολόδροσα κορμιά σκίζουν τα νερά, μεθά η ζωή ,αρέσκεται,
λάμπουν τα βότσαλα στον ήλιο, ορθώνονται στιβαρά πλατάνια στις όχθες,
μυστικοί κήποι βουτηγμένοι στο νέκταρ χαίρουν.
Ολόχλωρο τριφύλλι μας κοιτά πράσινος πανικός σιγοσαλεύοντας
τις κορφούλες του.
*
Πώς μπαίνεις και τι μαθαίνεις στο και από το
μπουκέτο αυτών των κοριτσιών που συνομιλούν από
παραθύρι σε παραθύρι κι αστράφτουν τα δόντια τους εφηβεία?
Αχ σ αυτή την ηλικία κι οι διαβόλοι είναι όμορφοι
βασανάκια έφηβα ,λεπτοί μίσχοι κόρφοι λακκάκια της αυγής
όπου πάνε οι τρελοί από έρωτα να πιούνε τη βροχή.
Πανωραίες στα παρεθύρια της πολύδωρης μέρας χρυσό γέλιο
μελαχρινή αστραπή μνήμη καιρού που εφηβικό πέταγμα έπινε
νερό μεθυσμένο από πρώτες αγάπες και άδολες.
Σημείο μηδέν της μνήμης ξυπνάει νερά μουσικά
στο τρελό του αηδονιού
Ξετρελαμένο από άνοιξη πουλί σε τεριρέμ
χωρίς αντίλαλο.
Χωρίς αντίλαλο γιατί;
Πληγωμένο από αγκάθι τριαντάφυλλου που του πέταξε μια πανωραία
μέρα ένα άδειο τώρα παράθυρο.
Άδειο σαν πεθαμένο μάτι.
άψυχο σπίτι, χάσκουν θύρες παράθυρα ,βασιλικός στεγνά μυρίζει.
Κι είναι Requiem, νότες του κότσυφα, ελεγείες κορυδαλλού
μιά σιταρήθρα τρίλιες ερωτηματικά ρίχνει από τον ουρανό της.
Όμως εκεί σ αυτό εκεινά το μνήμα λιβάνι κλώθει αντήλιο ουρανού
μπλάβο καπνό, ψυχούλα κι ανεβαίνει.
Πλάτανε θεριοκλωσμένε, εσένα να ρωτήσω που έχεις πλατιά τα κλαδιά
γέρικη ηρεμία
Είδες τα μάτια της
Τα μάτια της που με ταξιδεύουν καιρούς και καιρούς;
Θες και σε ποιο κόσμο τράβηξαν. Κόσμο ποιο μαρτυρούν;
Από δω θα μπω από παραθύρι
Θα γίνω ωραίας ψυχής πελάτης Ίσως μπορέσω να δω με ποια
μάσκα κοιτάει, ποιον κόσμο.
Να δω πως λάμπει ο κόσμος σε σκοτεινά ακατάδεκτα μάτια.

ΠΛΗΓΗ ΓΙΑ ΤΡΕΙΣ ΦΩΝΕΣ

α. Από τα μάτια της λύπης γιατί μου λείπεις
    στο μουσείο του κορμιού της στην αγκαλιά του καιρού της
    τα ρολόγια να δείχνουν έξι λίγο πριν νάχει φέξει
    να βρεθώ στο κατώφλι ώρα που σπάει τσόφλι
    σε πρώτη αυγή πουλί σκάει και θα βγει.

β. Και πριν τη χάσω μέσα στο δάσο
   κρατώ ένα άσσο Η ντάμα πίκα μέσα από φέρετρο
   ίδια η σφίγγα σε ξωτικό θέρετρο κλείνει μάτι
   φτωχέ αστροπάτη σε φρεναπάτη
   Α μη ξεχάσω πριν σε χάσω
   πιασμένος στο δίχτυ σου κουνάς το δείκτη σου
   σε κάποιο νόημα κι όλα είναι νόμιμα
   μέσα στο μπάλλο θες τιποτ' άλλο;

γ. Νερένια αγκαλιά μελένια φιλιά
    φωνή καραμελένια μας πιάσανε τα γέλια
    του κόσμου μας συντέλεια όλα γενήκαν τέλεια
    στο κάγκελο νύχτα κάτσε ξενύχτα
    ουρανού αλέτρι γραφτό αλέθει
    πέφτουν σα βόλια λεμόνια στα περβόλια
    ξαστράφτει μαύρη μπόλια λόγου εμβόλια.

Λαμπάδα φωτιάς η καλαμιά στο σούρουπο φλέγεται η χωραφιά πορτοκαλόχρυση
Πίσω το βουνό καταγάλαζο στα ριζά του φωλιά
μικρό χωριό.

                                               Φλεβαριού/15/01 Αθήνα
------------------------------------------------------------------------

                        Πεδίο Μεταμόρφωσης

Γιατί οι νεκροί δεν έχουν χώρα μήτε τόπο
παρά ένα κομμάτι στην καρδιά μας στη γωνία την άτοπη
κι ένα πυρήνα στεναχώριας παράδοξα εντοπισμένης
Δε γίνεται άγχος των οστών το τρίψιμο στα μάτια της αγάπης
και όπου κλέβει ο θάνατος εκείνη βάνει δικό της χώμα και φράζει τις οπές
Όμως της διάψευσης το ρούχο το φόρεσε η προδοσία την ώρα που γεννήθηκες
κι ένα καρφί μπηγμένο στο κρανίο σου έγινε κι ας δε σου καίγεται καρφί
γεννήθηκες με σπόρο από θάνατο και Βρούτο να σου θυμίζει τη σπορά
Μανάδες που τα κορίτσια τους χτενίζουν λούζουν στο φεγγάρι
κι εκείνα δεν ξέρουν που γεννιούνται πεθαμένα
δεν ξέρουν που τα κοίταξε ένας άγγελος από την πύλη του θανάτου
ήρθαν ώρες σκληρές θα 'ρθουν άλλες σκληρότερες
Μα δε θα δώσει ο ποιητής στους όχθους του θανάτου τη λαβή
θα τα ποτίσει πράσινο από το μαύρο πιο βαθύ
κι έτσι μια γλύκα απο ποίηση με την καρδιά του ερέβους θα αναμετρηθεί

                             Αυτό Το Δέος
                                                           (φλεγόμενο ποίημα)
                                
 
                                           στο χρυσό δαχτυλίδι του έρωτα
                                      ο θάνατος δένει το μαύρο πετράδι του
                          
                     Φρικίαση και άγχος
 
                        ήλιος κόκκινος
                               φεγγάρι μαύρο η αυγή ήρθε χωρίς αυγερινό
                                                  
                           Ερωτικά δαγκάματα
                           Μέσα στη νύχτα
                           Ως τα χαράματα
                       Πυρπολητές του χρόνου
                           Καύτρες του όντος
                           Εγκαύματα
                                            Από χιόνι και λαβα             
                                
                                                           
                  Πόνος Χρόνος
                  Κακός μελισσοκόμος
 
Εδώ στο νότο
Οι απορίες κάνουν κρότο
 
Τα χείλη  πικράθηκαν
Στην άβυσσο  της κύλικας
 έσβηνε των τζιτζικιών  τραγούδι
Βυθίστηκε η αττική αιθρία
 δεμένος τις αλυσίδες χόρεψε
 μουσική δια βίου με τρία βήματα
 ρουφώντας την κούπα
κάναμε εγγραφή στα γράμματα
με πετεινάρι
-αλεπού η δασκάλα
 
 κατακλίθηκε το άγραφο μέσα μας
                                                           
Εργασία εαυτού με αμοιβή θάνατο
Θάνατο που τα κάνει όλα αθάνατα

από άβυσσο φοδράρω τη σιωπή
 
να  νιώσουν οι σολομοί  κόκκινη κλωστή αίμα στα δόντια
να ανθίζει τις νύχτες του χιονιού  ρίγος   νυχτερινό
 
Το πόδι δε θ' αγγίζει γη
Θάλασσες θα χυθούν στην αγκαλιά σου
Τοπία ψυχής χωρίς όχτους με άνεμο στις παρυφές
'Αλογα θα καλπάσουν σε πέντε ορίζοντες
 
Θα ντυθείς θα γδυθείς  εφταπεπλη αιδώ
Καίγοντας αστερισμούς θα ξυπνήσεις το σκοτάδι
 
Εσύ με αόρατα δάχτυλα σβήνεις τους πίνακες
 στιλπνό μαύρο φεγγοβόλο κεραυνών
Τινάζεις σε όλες τις κατευθύνσεις του σύμπαντος
         ανατέλλει αυγή από κάθε μεριά
του ουρανού θνησιγενής
         να την βαδίσει ήλιος                         
    
  Γινόμενο αστραπών
           Στις κρύπτες
                                                       
     γυναίκα λύκαινα χάνεις σε μια νύχτα ένα Ίλιο   χτίζεις μια Ρώμη       
                           
                                    
 υγρά φωνήεντα ρίχνουν τη  μοναξιά  στον καταρράκτη της πέστροφας   
μη βαρύνεις με  περιττά..
            Θυσιάζοντας στις αστραπές  το χρώμα  ματιών έχει έρωτα
Όλα τα μάτια είναι  όμορφα σ όλα τα χρώματα. μα του έρωτα
ταιριάζει μαύρο  πυρακτωμένο ελάτε μάτια άπατα
με όλο το τοπίο του χρόνου στο βάθος
   Ελάτε με αιωνιότητα
                       
αλίμενε βυθέ κόβεται
κόβεται η πετονιά λύνεται
λύνεται το δίχτυ σπάει
Σπάει το καμάκι
 Θυμός άλμα και βράχος σε έξαρση έρωτα
αλίμενε βυθέ
Όλα τα  καταπίνεις
ΕΡΧΕΣΑΙ, ΜΕ ίμερο στα ΜΑΤΙΑ ΕΡΧΕΣΑΙ  
                           όταν βαθαίνει άνθρωπος πόρους της ηδονής
τη   σκληρή πέτρα  παρθενικό στήθος κόβει  ,λύνονται γόνατα  
          κοπέλας του Νείλου
 
      νυχτιπολος έρωτας στέλνει ίμερο στα μάτια
                νύχτα ν ανασάνει το  αγρίμι μέσα μας
 
είμαι σε φωτιά οι οθόνες καίγονται  τοπίο  απότομο
                                                 
   από τρίτα χείλη διάτρητος
 
Φοινικιά φτεροκοπά  στο σούρουπο την καίει κόκκινη  δύναμη της δύσης
 αττικη σκόνη  παίζουν χρυσαφιές  ακτίνες.
  Η υδρα της νύχτας τυλίχτηκε γύρω απ τον ήλιο να ζεστάνει  σπείρες.
 Ελιές στη μέση του εργοταξιου τις φύτεψε η ολυμπιάδα με το ίδιο της το χέρι

δρόμοι ανωκατω γυναίκας κάθε ηλικίας η πόλη λύνει τα μαλλιά
φορά νυχτικό κι εγώ της μέρας ναυαγός
Σε τρικυμία απ τα φιλιά της
 
θανάσιμο μετείκασμα
         λόφοι της αγκαλιάς της
Σε πειράζω
Δες .
Αναστενάζω
Κόψε λουλούδι βάλτο στ αυτί
Να σου μεταδίνει μηνύματα από γη
 
 κάνει ζήτα στη Βικτόρια κι έχει γατάκι
με κόκκινο λουρί για συντροφιά ο Fabian
του δωσα δυο ντουπιες όπως θα λεγαν παλιά  Για το γατί.
 
Καβγάς στο λεωφορείο μεταξύ γυναίκας και   πολιτισμού.
 ανασαίνω σε θάλασσα.
Τα μάτια σου ο έρωτας ο θάνατος
 
Όσο οι καμπύλες επιτρέπουν φως
                              άδυτο  του πραγματικού
στις μαύρες  σου καμπύλες ανασαίνουν θερμοπύλες
εδώ σου είπα καλημέρα με φωνή.
Να καταλύσω τη σιωπή του
                             κόσμου.
Πράγματα βουβά να ανασάνουν.
Κι ύστερα πάλι σιωπή.
Γιατί από κει που μίλησαν
         τα από μηχανής
 το κείμενο  μας κοιτάζει.
 
   μεθύσι νηφάλιο.         
                    αλάτι από κρεβατοκάμαρα.
 σιωπή καθρέφτη
 
ουρλιάζουν  χρώματα με δύση
         χυμένη στο Σαρωνικό
ΕΚΕΙΝΗ
Πέρασε με τη φοβερή λεκάνη της κι όλο το λεκανοπέδιο  στέναξε.
   
Βγάλσιμο από την κρύπτη ,
κενά αναβρύζει  Μαίανδρος..
   ΤΟ ΚΡΑΝΟΣ ΦΛΕΓΟΜΕΝΟ ΦΩΤΟΣΤΕΦΑΝΟ ΤΩΝ ΑΓΡΩΝ
 Ξεπερνώντας πάντα το μέτρο και τα όρια  ακτινοβόλησε τα .
                                                                   βλέμμα
σιωπηλό. 
 
          Στο λεωφορείο τρεις χάριτες ολοζώντανες .δίπλα  ασκούμενη
δικηγορίνα ,
μες την κατάφαση. θέλει να περάσει τη ζωή της στη μετριότητα.
Σύντομα θα αλλάξει γνώμη.
        Στον ηλεκτρικό.  Με μια αξιολάτρευτη ύπαρξη πλάι μου, εικοσιπέντε
Απρίληδων(;)
με ανταύγειες στα καστανορριζα μαλλιά. Γυαλί περισκοπικό.
Στην Ομόνοια γεμίζει το βαγόνι. Ευτυχώς όχι ασφυκτικά όπως συνήθως .
Νεανικό επιβατικό κοινό ,όπως σπάνια συμβαίνει.
αρκετά κορίτσια όμορφα. τοπίο υπόγειο αστικό.
Η Αθήνα τείνει να γίνει μητροπολιτική   
στο νότο των Βαλκανίων, στη μέση της μεσογειοανατολής
πολύγλωσσο περιβάλλον, δίπλα μου τώρα από Θησείο
μαμά με μικρό ίσα με μια κούκλα κοριτσάκι με κοτσιδάκια φουντωτά
 και ροζ δεστρες..η μαμά κάπου από Βαλτική μοιάζει,
καστανόρριζα βαμμένα επίσης.
Η  μινιόν μικρή βυζαίνει χυμό πορτοκάλι με καλαμάκι, 
ντυμένη φούτερ πορτοκαλί μπλούζα και μπλου τζιν μπλε για πλεονασμό
Πως μπορώ να πάρω αυτόν τον έρωτα στα χέρια
  Το μεγάλο δάχτυλο του αριστερού βαθιά στο στόμα
το άλλο τρίβει το αυτί της μαμάς που σκύβει μπροστά προς τούτο
καθώς την έχει αγκαλιά Μητροπολιτική εικόνα της Αθήνας.
  Ήλιος φθινοπωρινός και τα δόντια του καίνε.
Πυκνός καιρός ,από ένταση επικοινωνιακή και πάθος
 λείπει το αίμα
                    Αναπληρώνει πυρωμένο βλέμμα.
                  Κόκκινα  θαμπώνουν το κόκκινο του κόσμου.
                  Αχτίδα αγκάθι στον κανθό
                   Από αχινό είναι?  Με στράβωσε
                  ΕΚΕΙΝΗ                                     
Το σκυλί στο δάπεδο του αρχαίου ναού οσφριζεται .
      ο ζωδιακός σκίρτησε.
               Με τι χέρια  να ψαύσεις
                                      Το άδυτο των μέσα αγαλμάτων.
Της αγάπης άσπρα κι άστρα της ταιριάζουν.
να πετάς στα σύννεφα, να αγκυρώνεις μια ιδέα στη γη.
 ο τόνος γέρνει με νόημα και μας κοιτά.
[Η λέξη του θεού
 
στάχτες από έρωτα κι από ερωτικές λαχτάρες
σκύβω στην κούπα  δεν δείχνει πρόσωπο
πίνω ανάβει η δίψα κύλικας κώνειο αμοιβή
όλβιο αρετή όλα γκρέμιστα
ιδεοστόλιστο χωριό στον ουρανό ανάκειται στη γη ξαπλώνει
στάχτες προγονικές στάχτες για ξόανα
να σε κοιμίζουν όρθιο εγκοιμήσεων τεχνάσματα
σφαγές για πετεινάρια στις θόλους
στο θόλο του κρανίου σου στάζει νερό στυγός
από ποτάμια που κλαίνε γλώσσα μου γίνε καυτή γίνε κοφτή
κόψε λείανε τσάκισε κόκαλα μη περισσεύουν
 μυελίνη να εξατμιστεί να πάει σε χώρα ιδεών φασμάτων
στάχτες του έρωτα φωτίστε με
σε κάθε κόκκο μόρια της σάρκας της να δω που μ έκαψε κρυφά
 
πήδηξε μ ορμή κύκλο να εγγράψει σε μαγικό τετράγωνο
με το κουτσό της τέχνασμα έφυγε θυμωμένη τρύπα άνοιξε άσφαλτη
είναι αυτή οδός να πεις για επέκεινα?
Έλα χώμα έλα, εσύ είσαι μούσα τώρα
Σε σένα θα πλαστώ μ αρέσκεια μαύρη
Θα καρπίσει θάνατος άλλους θανάτους
Λάμψη πιο μαύρη από κάθε μαύρο
Σώμα μέλαν θα καταλύσει την υπόσχεση κομψής περίοπτης οπής
-λόγια θα χαράξω στη νύχτα με μαύρο μελάνι
από του αιδοίου σου τα μαύρα γαρύφαλλα-
Στάχτες χωρίς διαμάντια από έρωτα που μ' έκαψε
Χωρίς να καψίσει τσίνορα
Πέφτανε της αβύσσου πουλιά πέφτανε  διαβάτες
Από στέρνες υπεσχημένες έλα το κώνειο τρίψτο
Τώρα πιο γρήγορα δήμιε του μυαλού
την κατάρα να βουτήξω στη δοξασμένη κύλικα
 
Τι τόφτιαξες τι να χρειαστεί για ποιόν τάχα
να το ρημάζουν  ρυτίδες αποθήκες φθοράς
Πόρτο το ξόανο κάντο άγαλμα σε νέο ναό επαγγελίας πάρτο
Να το λυχνάρι με πιθάρι στο φεγγίτη φύτρωσε λάχανο
Απλό σκυλί δείχνει κυνόδοντες τίλλας αλεκτρυώνα δίπου άπτερο
Σκιάζεται το μικρό χωριό κρύα σκιά της ρίπας
 έγκατα αττικά χτισμένα με θάνατο
Θάνατος μέγας χορηγός κεραμεικός παντός καιρού
Ηριδανός ήλιος τρυγία τράγος κι ο Άδης χαμογελάει
Με το σκυλί του χορτάτο και την πίττα ολάκερη
Όλος ο πλούτος οδεύει για στόμα ανοιχτό
 
Γή να σε τρελοχορεύει στον άξονα της σκουντημένη
Τρελό ταγκό στου αιθέρα την αγκαλιά.
Κι εσύ νερό καθαρματακι;]
 
 
 αστραπιαίο νόημα του εξαίφνης  κεραυνός του νού.
 Το  τώρα  μικρό λυχναράκι το σηκώνουμε σε ύψος προσώπου  να δούμε,
τι ριγεί  αλγεινά , ποθεινά. σταρένιες αποχρώσεις
 Θεωρίες μάθησης, θεωρητικές ρίζες-νόμοι του συνειρμού:ομοιότητα,
αντίθεση και χωροχρονική συνάφεια.-πρώτα στην αίσθηση μετά στο νού-.
 απριόρι -. νού  πραγματικότητες  με το σχέδιο τους -Τίποτε δεν έχεις να
κατανοήσεις 
                                    εκεί που ακουμπά κάθε νόημα; φόντο
νοήματος, υπόβαθρο,
το ζήταγες ν' ακουμπήσεις τώρα ξεθεμέλιωστα.
       
 Μάθε να μαθαίνεις και να ξεχνάς..
 
[Όσο θα υπάρχουν μάνες που θα εξαρτώνται από τα παιδιά τους η τύψη
θα έχει υλικό για να θάβει ζωές στα έγκατα των ψυχών.]                     
 Dobro ultro
 
Μακρά προετοιμασία για φιλί διαρκείας.
ΟΤΑΝ ΦΤΩΧΑΙΝΕΙ ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ
 
 Αφού έκανε τον  αφρό, έκανε τη θάλασσα ,έπρεπε να κάνει  και το βυθό,
γιατί από κει κρατιέται το κύμα που μας λικνίζει
 εικόνες  κλειστές και ξαφνικά ανάβουν  λέξεις το μυαλό   ξαναφωτίζεται 
ο κόσμος δεύτερο φώς.
 η  π ό λ ι ς  έκοβε μαλλιά έγνεθε  ήλιο τρίχινο.
 
                          Νάχει αστροφεγγιά νάχει λαμπρό φεγγάρι
                           Όλη τη λιτότητα του δωρικού κίονα
                          Και χρόνο τεθλασμένο από νύχτα
                            Βροχή και χιόνι
                           κλίμακας υποδορίου  ρίγους
                          
Πρέπει να αυτοπροταθώ για Όσκαρ ,έπαιξα άψογα στην ταινία της ζωής είπε.
                                        
                          -Ωραία πόδια
                            Πότε ανοίγουν;
                                           
  Ο δράκος του θανάτου
                 Χάνει  δόντι
                 όπου κοχύλια
     Της αβύσσου σκεπάζουν  όχθους
Πατάς σταφύλι  ο μούστος σε τυλίγει
μαύρη ρώγα μεθά τα χείλη
 η καταιγίδα κάνει τους λύκους
να ουρλιάζουν από ηδονή
Βαλε βοριά μου καταιγίδα
Να μου τη φέρεις μαύρο πουλί
Μέσα στο αίνιγμα την είδα
Ηλεκτρισμένη από γιορτή
 Μέσα στης νύχτας το μετάξι
Λίκνο το κύμα καταφιλεί
 
Γιατί όταν δίνεις δίνεσαι
Από τους πόρους που έχει το φιλί λύνεσαι
Και αν δε μάθεις να δίνεσαι
Πως θα μάθεις να παραδίνεσαι
 
Στο σπίτι της καρδιάς να άρχεις
Αγάπη νάχεις  να είσαι και νάχεις
           Νάχεις
Να είσαι μοναρχία να είσαι σάχης
Στις ευλογίες της καρδιάς να άρχεις
 
Νοιώσε το πένθος της ζωής.
          
_και μέθυσε με μέ έρωτα από λαμπερό μαύρο.
Στιλπνό χνούδι στα λοφάκια της Αφροδίτης                                  
    .
  
    Του τοπίου  είχες το πιο λεπτό βήμα,
τώρα γυρνάς στην ηλεκτρονική  σου τροχιά
Βλέπω χείλη ν ανοίγουν το στρείδι, εσύ?
                               
Στο λευκό ακουμπά η ελευθερία την αιχμή του σπαθιού της
κι η λάμα μας καθρεφτίζει
θανάσιμα πριν μας καταπιεί άβυσσος.
Το έργο συμβαίνει στο μουσικό εαυτό
Τίποτε δεν αξίζει να το δούμε αν δεν έχουμε φρέσκα μάτια.     
 
Μπαίνει η μια Μέσα στην άλλη
.
  ποτίζει ο χρόνος
           ΕΣΠΑΣΕΣ ΡΟΛΟΓΙΑ σαν μου μίλησες
-Σερφάροντας σε είδα να χορεύεις με το φάντασμα σου.
 
Το φως περνά τα μάτια σου και μου το στέλνουν
Εικόνες του ηλεκτρικού
Βλέμματα τσιγγάνικα και παιδεμενα
Κι εγώ σκέφτομαι εσένα
Δίπλα στο νετ το υπόγειο δίκτυο
Ώρες ώρες με κρουστές παρουσίες
Σήμερα είναι παιδική χαρά.
 γίνεται γόνιμη η δουλειά
Χρώματα από αισθήσεις .Αισθαντικότητες από σιωπή
                               φίλτρο αγάπης .
      χρώματα που βλέπουν ερωτευμένα μάτια
                              Να σε δούμε
            Μανάρα μου χίλιες φωτιές
            Φτάνουν για να με κάψεις(καψε με στο νερό
                                                          -η στο Nero)
Η ηλιθιότητα δεν έχει δομή και γι αυτό είναι αδύνατη η κατεδάφιση της
(τι να κατεδαφίσεις).
   θλιβερό μονοπάτι και περνάς χαρούμενη                           
          Ντύθηκες χαρά;
Ομορφούλα γέμισε λίγο  ο ορίζοντας  βάλσαμο ψυχής
                                        
                  
 περνάνε ανάμεσα  πουλιά .
 άνεμος  μουσική
πλεγμένα σε άρπα κλαδιά
και κάποτε κι ο μουσηγέτης δωρίζει  χείλη
     Φτιάξε έναν ορίζοντα από χείλη
να ανοίγουν το κόκκινο στόμα της αγάπης                να είναι
      βυθισμένη θερμότητα
      γη  αθεμελίωτη-πυρήνας από κάρβουνο
       και πάγο.
Δώσε Αφροδίτη ολοκαυτο ρίγος, ίμερο δώσε της..
Αόρατοι τόποι, που τους κάνει ορατούς ο καβγάς
-Στο νετ ρίχνω δίχτυ ψαρεύω γυναίκα δίχτυ και με σαγήνεψε.
            
                 Ο πόνος
               Κακός μελισσοκόμος
               Κι ο χρόνος
Μου άρεσες ζουζούνι
 Ήρθες και έριξες  ερωτική τόλμη
Καψιματα εδώ κι εκεί. ουλές από
Δαγκάματα..
 μάχες ακατανίκητες  .μας καιεις,
Μας φλογίζεις θανάσιμα.
Ξεκλειδώνει το όστρακο του ουρανού
Κι αυτόματα ξεκλειδώνει το όστρακο του στήθους.
Το βάρος μέσα μου άγκυρα βυθών
Που αναταράχτηκαν                          
.
χορδή του τόξου περνάει από μέσα μας
 είναι η ζωή, έργο της  είναι ο θάνατος.
(Το αγαπώ δεν το λες
το αφήνεις πηγάδι μέσα  σου
να κρύβει την αγάπη)
 
_Τι δουλειά κάνουμε
-Θάνατο Απαντά το κείμενο της παράδοσης
όταν το αισθανθείς να λέει τη μουσική μέσα σου
Σε συνδέω με τη φαντασία σου
Θα μας τοξεύσει η χορδή αφού εργαστούμε το βέλος
που είμαστε η ζωή του  διάτρηση ουρανού  ακόντιση στο άπειρο
που μας κατατρυπά με τα βέλη του.
                
                     Με γλώσσα δίψας γλείφω το αλάτι
                    Στου τοπίου της γέννησης
                     Το μυστήριο
              
                        ΣΗΚΩ ΨΥΧΗ ΜΟΥ                                           
 
Πορφύρα από τα χείλη σου, βάφει τον ορίζοντα
Κι από τα μάτια σου ,βαθαίνει το χρυσάφι της σιωπής
Του ουρανού χύνεται γλύκα στην ψυχή.
Λύτρωση οι αλυσίδες σου
                                             
ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΠΟΝΟΥ ΚΑΙ ΠΟΘΟΥ
 
Κοιτώ το σκοτεινό τούνελ της ζωής κι αναφωνώ
Όλα ήταν ζωή σκίζεται το σώμα της σιωπής
                                      
 κενά  γεμάτα σημασία
.ηλεκτρονικές αστροφεγγιές.
Τόσα φεγγάρια μετά να σ αγγίζει
φύση και μνήμη σκοτεινή.
Τρελός για βοριά
Σηκώνω ψηλά το δαδί
Κι οι φλόγες του πετάνε κλαδιά και φύλλα
πόνος   δίψα  πόθος
 
ΑΒΥΣΣΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΣΤΟΧΟΣ ΜΑΣ
ΛΕΝΕ ΟΙ ΕΡΗΜΙΤΕΣ
ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΣΗΣ ΤΟΥ ΕΓΩ
 
         διαρκής έρωτας του φιλείν
             Είναι έρωτας μιας δοξαριάς
 
Επέκεινα!!!!!!! Ακου κι εμένα τον σπουργίτη,
 
 τατουάζ στο δέρμα περγαμηνή φλεγόμενη που συστρέφεται.
                                 Αιώνια χαρά και πένθος
Κεντημένα πάνω στην ιστορία της σύγχρονης φαντασίας
Στριμμένα άνθη της αστικής ανθοδέσμης  νεκρή φύση
 Υπάρχω εν αμφιβολία.
δεν με κατεδαφίζει ο χρόνος,:
           αμφίστομη στρατηγική
 Ακανθώδεις τόποι-
αμφιδροση αυγή ακτινοβολημενη από γνήσιο σκοτάδι
και  ήλιο. Θνησιγενής.-
 χύνει στη μέρα  χρυσάφι ο στόχος  είσαι εσύ
                                       
.
                      Κήποι στεφανωμένοι με αγκάθια
                      ΚΛΩΝΑΡΙΑ ΔΑΦΝΗΣ ΠΛΕΚΟΥΝ ΑΡΠΑ
                       ΕΝΑ ΣΥΜΠΑΝ ΔΑΚΡΥΣΕ ΜΕΣΑ  ΜΑΣ
                                ΑΠΟ ΜΟΥΣΙΚΗ ΣΙΩΠΗ
                                           
Περνώντας την ηδονή διασχίζεις και τη λύπη, η απόγνωση μας
έχει να κάνει με τη συντριβή μας, που δεν κρατά
ο ηδονισμός στις κορυφές του τη ζωή μας
 
Σ αυτή τη γέφυρα  ακουμπάω τα λόγια που θα πω
τα συνοδεύει ψίθυρος νερού
απαλοκινωντας βούρλα
Σ αυτή τη γέφυρα ακουμπάω λόγια παραλογής.
Μην τα παρακούσεις, μη τα ξεσυνεριστείς,
'Αλλωστε εσύ  κυλάς
Πας  και πας
Κι όλο εδώ μένεις
Και η μουσική σε  ίδιο σκοπό-
Που εμείς δε νοιώθουμε τα λόγια.
Μόνο τις παραλογές.
                                         
 
 σε καθρεφτίζει χρυσή προσωπίδα
καθώς ανεβαίνει αντικριστά στον ήλιο..
κάτι γαλανεψε στο κενό των ματιών
                                  
Πόσο άλλαξα Μέσα μου, όσο η θάλασσα,
Διαρκής αλλαγή, διαρκές κύμα,,
Κύματα που χωνεύουν στον εαυτό τους
Την ύλη του χρόνου ξαναθερμαινουμε
Στην ανάσα στο αίμα Αίμα στο χρόνο.
                          Αιμάτωμα του κόσμου.
 
δεύτερη φορά ο κεραυνός
στεγνώνει την τρυφερή
κορυφή το δέντρο
δε θ ανέβει άλλο,
ο χρόνος είναι σε συναγερμό
 
βλέπεις στο βάθος της ομίχλης συνηθίζοντας να την περπατάς.
                Φύσα  την ομίχλη
.του τσιγάρου σου
 
Αυτό το μανουάλι σα να ρουφάει τα κεριά,
Τα καταπίνει ο μπρούτζος του
 Σαν να φωτίζει προς τα μέσα
Ένα άλλο κόσμο
 
.
                                             3.10.04 Αθήνα

           To Κάλεσμα Της Εφέσου
 
(Το κυματάκι μαθαίνει ότι όλα είναι ωκεανός στη Βαγδάτη της καρδιάς της)
«Το Παν Είναι Πόρτα Αγάπης» ΤΙΒΟΥΛΟΣ

          *
Με μια ματιά σου
Σκίστηκε η καρδιά μου
Και ενώθηκε με το παν της αγάπης σου.
Αποκλεισμός η αγάπη
Κι όλα έρχονται κοντά της από αγάπη
Αδιαίρετο η αγάπη
Απέραντο σε άμιλλα με του ουρανού
το ένα μέσα στο ένα
Με τη λέμβο της καρδιάς σου
Δεν υπάρχουν αδιάβατοι ωκεανοί
Και δεν υπάρχουν ωκεανοί
Υπάρχει μόνο η αγάπη σου
Που είναι και σταγόνα και ωκεανός
Και τίποτε και άπειρο
Και όργανο και μουσική και χορευτής
Και η άρνηση τους
           *
Δεν είναι το σήμα που κοιτώ
Δεν είναι με τα μάτια
Είναι από τη σημασία
Που σβήνει ένα κόσμο
Κι ανάβει το άλλο
Του κόσμου
Σα χέρι που δείχνει
Κι από το δείξιμο
Το αναγνωρίζεις
Γιατί βγάζει το είδωλο
Έξω από τον καθρέφτη
            *
Το φυτιλάκι της αιωνιότητας:νυν
Με το φως του περπατάμε τον κόσμο
            *
Το μυστικό φως
Ρέει από τα κεριά των ματιών
Που λιώνουν την καρδιά μου
            *
με τι να σε παρομοιάσω αγάπη
ξέρω κάποια που σου μοιάζει Εσένα
            *
μην πτοείσαι
και να γονατίσουμε και να πολεμήσουμε
και να τραγουδήσουμε και να χορέψουμε
όλα τα μπορούμε μπροστά στην ύπαρξη
ένα δεν μπορούμε να απαλλαγούμε από τον πόνο της
            *
μπήκα στο δρόμο των νεκρών
μπήκα στο δρόμο των ζωντανών
μπήκα στο δρόμο του ύπνου
μπήκα στο δρόμο του ξύπνου
μα όταν μπήκα στο δρόμο σου
         ξ ύ π ν η σ α
             *
ο δρόμος προς το σύνολο δεν είναι ο συνολικός δρόμος
το μυστικό είναι ένα
δώσε τον εαυτό σου τότε θα σου ανήκει
δώσε το παν έχεις επιστρέψει στο ένα
ο τζίτζικας δεν είναι
περισσότερο από το τραγούδι του
το τραγούδι δεν είναι περισσότερο
από το τζίτζικα ένωση είναι όλο
             *
αορασία 
το αληθινό ποίημα
είναι το παγόβουνο
που δε βλέπουμε
ό,τι απολαμβάνει το μάτι
είναι δουλειά που το αόρατο στήνει
μπροστά μας
στις δέκα γραμμές
οι εννιά είναι ανείπωτες άφαντες
στον ωκεανό της ψυχής
στα ύφαλα της
σε κρυψώνες θέρμης
από τα δάχτυλα
τα εννιά δουλεύουν
το δείξιμο του ενός το ίδιο με την κιθάρα
η μουσική δεν είναι στο όργανο στον μουσικό
στην παρτιτούρα
που είναι;
              *
η λαχτάρα της αναμονής
πάψε μοναξιά
σε τριάντα βήματα ο πόνος
κάθε ξεφύλλισμα και πόνος
τριαντάφυλλος πόνος
πάψε μοναξιά
το τριαντάφυλλο ήταν για εκείνη
              *
από τα μυστικά των εραστών
ανασαίνει το σύμπαν
από τη σιγή των εραστών
πλουταίνει το σύμπαν
τι είναι τα μυστικά
τι είναι η σιγή
αθόρυβη μουσική
που τυλίγει την μια ψυχή τους
και σκοτεινές ρίζες
που ανεβάζουν χυμό
στο άνθος στο φως
             *
μπήκα στο ένα της αγάπης σου: είμαι Εσύ
             *
ήπια τόσο από το κρασί της αγάπης
που εκείνη στην αγάπη μου μεθά
             *
είσαι εσύ η πιο κοντινή
κι απ την καρδιά μου
             *
εσύ είσαι  ο εαυτός μου
καθώς σου άνοιξα
την καρδιά μπήκε εκεί
ο εαυτός σου
             *
κάθε πλάσμα σε τούτη τη γη κάνει αγώνα
μόνο  ο άνθρωπος κάνει το παραπάνω αγωνία
ακόμα κι όταν ακούει του αγαπημένου του
την καρδιά και τότε πάλι ένα ακούει την αγωνία του
κι ας είναι για του αγαπημένου την καρδιά
της αγάπης το σύνορο είναι το πιο μεγάλο
              *
Δεν είσαι ο ήλιος Είσαι κάτι παραπάνω κάνεις τον ήλιο
Να λάμπει Γιατί Είσαι αγάπη δηλαδή το παν

                    Στο 'Αγαλμά  Της

Πλέκω μυρτιές και χαλκοπράσινα της δάφνης φύλλα
Σφυρηλατώ στο σιδεράδικο, πολύ να μοιάσουν
Του αγάλματός σου του αδρού, πλεξίδα τη πλεξίδα

Όλα στιλπνά σαν την ψυχή σου μην και τη δελεάσουν
Να καταδέχεται τούτο το άγαλμα, να εμψυχώνει
Τις πτυχές του με νόημα να πτυχώνει
Ώστε η πλατεία ετούτη που τόσο σε γνώρισε
Ν' ανατονίζεται ν' ανθοβολά στα κάλλη σου
Καθένας να μάθει πως κάποια που αποχώρησε
Ξανάρχεται, την ώρα που πιάνεται το φως στη χάρη σου

                     Χρόνια Σιωπής

Ο Ίβυκος ξαναερωτεύεται, οι κυδωνιές ανθίζουν,
η φύση επιστρέφει μέσα από το λευκό.
μέσα από την τέφρα μαρμαίρουν αγάλματα και θεοί
Όλα είναι αύριο και φρέσκο χιόνι,
όλα λευκό νούφαρο πάνω σε μαύρο νερό.
Ξυπνάνε τα κρύσταλλα, ο παγωμένος κόσμος γυρνά στη γη,
ξεπαγώνει το όνειρο
ο κύκνος τινάζει τα φτερά του ραμφίζει το σκοτάδι
φως φέγγει πάνω από την υπόσταση του πράσινου

Όλα τα δώματα όλα τα σώματα,
τεντώνουν την επιδερμίδα στο φως
-Θειάφι και γαλαζόπετρα και σκούρο φως
πάνω σε λεπτούς αστραγάλους
σπάνε οι λεπτοί χαλκάδες του ύπνου των κοριτσιών-
θεοί από μηχανής γυρίζουν την πόρτα του φωτός
πάνω στους μεντεσέδες της,
το φως διαρκής αστραπή
ξεχύνεται με τα λευκά του άλογα σαν αυγή.
Οι κυδωνιές σταματημένες πάνω σε άνοιξη
συνεχίζουν το στάσιμο απ το μπουμπούκι
που τρέχει την πνοή του αρώματος.
Ό,τι ευωδιάζει είναι απαστράπτων Φοίβος.
Ο Ίβυκος ξαναερωτευεται, η φωτογραφία του αποκτάει συνέχεια
βγαίνει από τα υγρά της στερέωσης

Τα πόδια των αλόγων τινάζονται
Έξω από το κάδρο και μπαίνουν στο αύριο.

Όλα είναι αύριο και φρέσκο χιόνι.
Όλα λευκό νούφαρο σε μαύρο νερό.
Η φύση επιστρέφει μέσα από το λευκό σκιρτά
διάφανο ελάφι...

                         'Aλαλη Δωρεά

 (Με καίει η μέρα καταφυγή η νύχτα και γίνεται ένα)

Σκοτεινό βράδυ και νιώθεται βυθού ψάρι στη στέρνα
Κελάηδισμα τσίχλας στις ιτιές
'Aνεμος υψώνεται στα ιερά τείχη κάθετος ασημόφτερος

Σκιερό ζεύγος σμίγει χωρίζοντας όπως σκιές κυπαρισσιών
Δώμα σε κοίτες ουρανού πατάνε σε φεγγάρι
Αχτιδοσύννεφη έλαμπε κοιλιά είχε ένα κύρτωμα ο τόπος
Κόρη του ανέμου σε έραιναν νύχτιοι μενεξέδες
είχε μια πέτρα στην καρδιά 'Aλαλη Δωρεά
Έφευγε η νύχτα τα μαύρα της άλογα
Στου θυμού το γέλιο οι ώρες παίζουν κυνηγητό
Μηλιές βυθίζουν βαριά μήλα ως το πάτωμα
Ασημόφως της θαλερής καρποί και φέγγουν
εγώ είμαι η πόρτα δεν είμαι το δωμάτιο
αυτό που είσαι γίνεσαι κάθε μέρα
είσαι πιο κοντά από κάθε αφτί
πιο μακριά από κάθε αστέρι
είσαι χάδι φωνής μες τα μαλλιά κι είσαι 'Ανεμος
κρυστάλλινα χείλη στη σιγαλιά αντηχούν το σιωπημένο
Σε ανάερη λίμνη γλίστρησαν κουπιά της νύχτας
άστρων φωτιές μες τις Μηλιές πενθεί ένα χαμηλό που σιγοσώνεται
φεγγάρικη ξεχώριζες νύφη δε βρήκε το πρωί
Λεηλατημένο σύννεφο πέτρινα περιστέρια σε κοιμήθηκαν
ελάφι αυγερινό έπεσε μες τα αστέρια
Με άνεμο μες τα μαλλιά στόμα της πιο τρελής φωτιάς
Ασημόφυλλο λεμονιάς λεμονόσχημη ρώγα

Λοξά πεσμένα μάρμαρα λάμπουν νύχτα Αττική

στρύχνο ύγρανε μάτι ανοιχτωσιά νύκτια
αργοκυλά Ηριδανός ασήμι κυανό της ίριδας
Νάι μινυρίζει στου ναού τα σκαλιά
Κρήνη μαρμάρινη σταλάζει στους αθανάτους
Επιτύμβια είδωλα τρέμουν μες τον καθρέφτη των νερών
Μνήμη αλγεσίδωρη σκιρτά και φτερουγά το αίμα
Λύνονται ζώνες δένονται κορμιά ποθούνε μαίνονται
'Aρπαγες το θελξικάρδιο δε στέργει μυστήριο
Ό,τι βάλθηκες να λησμονήσεις ήδη σε προσπερνά.
___________________________________________________________
ΠΕΖΑ

                                         Περυσινά Μελτέμια
 
     Το απροσποίητο στην τέχνη είναι κατάκτηση. Το νόημα οφείλει να ρέει τόσο αβίαστα ώστε να μοιάζει ότι έγινε μόνο του. Δε σε βιάζει κανείς. Τα ψυχικά φαινόμενα, τα σκιρτήματα είναι κι αυτά φύση. Έρχονται στο φως με αύξηση που μοιάζει μ' αυτή των λουλουδιών. Ακολουθούν την εναλλαγή των εποχών όπως κι εκείνα. Έχουν άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο και χειμώνα. 'Απαξ κι οι ψυχές αρχίσουν να κινούνται, αποκτούν τη φυσιογνωμία τους που τους δίνει μια σταθερότητα στο βάδισμα κι έχουν τα δικά τους λόγια. Στήσε αφτί να τ' ακούσεις, άκουσε τες να μεγαλώνουν. Άκουσε τες σαν φύση.
     Όταν καταρρέουν κάποιες συνθήκες, τότε οι ψυχές στενεύουν. Επειδή είχαν πιαστεί σαν κληματόβεργες στις δράνες ,χάνουν τώρα τα στηρίγματα τους κι έχουν βαρυχειμωνιά, ο άνεμος οι καταιγίδες γκρέμισαν το υποστύλωμα, αντί να καμαρώνουν όπως πριν ανέρπουσες και σκιερές και ευάερες, έρπουν στη γη ψάχνοντας απελπισμένα να ξανανέβουν, δράνα όμως δεν υπάρχει. Τότε πανικοβάλλονται. Ανακαλύπτουν ότι είναι αδύναμα κλαράκια που χωρίς στήριξη προς το φως και τον ήλιο τίποτε δεν μπορεί να τις παρηγορήσει. Έρπουν, κάνουν προσπάθεια να σηκωθούν, μάταια και ξαναπέφτουν, γίνονται ένα ακατάπαυστο σήκωμα και πέσιμο.
     Αρχίζουν να απαριθμούν τις αιτίες, να βρίσκουν φταίχτες και να μεγαλώνουν το ζήλο τους. Ρίχνουν το βάρος στους συντρόφους, τον κακό καιρό, την αδύναμη σχεδία τους, παλεύουν μα τα φουρτουνιασμένα κύματα, περνάνε τα εμπόδια ένα μετά το άλλο και βρίσκονται συνέχεια μπροστά σε εμπόδια. Σε λίγο η προσπάθεια γίνεται μοίρα. Παλεύουν μεταξύ θεϊκού κι αντίθεου. Ο κόσμος χάνει τις αποχρώσεις γίνεται άσπρος μαύρος. Στο άσπρο κοντεύεις να λυτρωθείς, στο μαύρο απελπισία και χάσιμο. Η μάχη είναι απελπιστική. Το μυαλό σκοτίζεται. Χτυπάνε τις βέργες του κλουβιού, το αποδημητικό ένστικτο έντονα τους καλεί. Χτυπάνε να σπάσουν το κλουβί, τα καταφέρνουν μισοτραυματισμένες, πετούν απαρηγόρητες να φτάσουν στον προορισμό. Έχουν χάσει δυνάμεις, πρέπει γρήγορα να τις αναπληρώσουν. Αν όμως η ζημιά είναι ανεπανόρθωτη μάταια θα ελπίζουν, το παραπάτημα θα είναι μόνιμος βραχνάς. Πολλές θα ξαναγιάνουν, αν και ποτέ δε θα είναι όπως πριν. Στο ξέφωτο της παλιννόστησης ο καιρός είναι γλυκός, υπάρχει μια θέρμη, η ατμόσφαιρα φωτεινή κι η ζωή σφύζει, στην αρχή αυτό κάπως τους τυφλώνει σαστίζουν, με προσπάθεια και με κόπο το συνηθίζουν, βρίσκουν τον παλιό καλό εαυτό. Δυστυχώς δεν ισχύει το ίδιο για όλους, μερικοί στέκουν απαρηγόρητοι και κοιτούν, πεσμένοι μέσα τους, τον κόσμο να βηματίζει αμέριμνα, το βρίσκουν ακατανόητο, το δικό τους βήμα έχει σπάσει, τρεκλίζουν, νιώθουν ένα κίνδυνο, θα τον περάσουν;
     Είναι οι δίνες του χρόνου. Όταν χάνουμε το βήμα, θες αξεπέραστες αντιξοότητες, θες απροσεξία, θες ένας ρυθμός που όφειλες να συντονιστείς και τότε πέφτουμε στη δίνη του χρόνου. Γυρίζουμε γύρω απ' το ίδιο μέρος και μας τραβά μέσα του. Ο κόσμος μας αφήνει πίσω κι εμείς νομίζουμε στον κατελισσόμενο στροβιλισμό μας ότι πάμε μαζί του, αλλά είναι ψευδαίσθηση, έχουμε αποσπαστεί σ' ένα κλάσμα του χρόνου, σε μιαν αγκίδα του, που ξέφυγε σαν πελεκούδι του ξυλοκόπου και βουρλίζεται στο γκρεμό, όπου θα συναντήσει το ρέμα που θα την κατευθύνει προς τον αιώνιο ωκεανό. Έτσι μας ωθεί κι εμάς αυτή η δίνη χωρίς βούληση, βουρλιζόμαστε, στροβιλιζόμαστε σε καθοδική δίνη.
     Δεν είμαστε πια στο δικό μας έλεγχο, μια δύναμη πραγμάτων μας κόβει από τον εαυτό μας, μας χάνει. Σφάλλαμε, προκαλέσαμε, δεν προσέξαμε. Δεν είδαμε τον ξυλοκόπο, δε βλέπαμε το δάσος, διαλέξαμε λάθος δέντρο να μας στηρίξει, χάσαμε το δάσος, χάσαμε το όλο και μείναμε να μας απελπίσει και να μας μηδενίσει μια λεπτομέρεια γρίφος που έπρεπε να είχαμε προσδιαβεί. Είναι μερικά σφάλματα που δεν έχουν γυρισμό. Δεν υπάρχει επιστροφή από εμμονές που χάνουμε δυνάμεις και μυαλό πολύτιμο. Δεν μπορείς να πεις στον κόσμο περίμενε. Ο κόσμος δεν μπορεί να περιμένει, πρέπει να πιαστούμε εμείς στη γιορτή του, έστω τελευταίοι, αλλά να πιαστούμε και σ' όποια αργοσχολία μας να έχουμε την αίσθηση ότι μας τραβά και να ακολουθούμε. ('Ανοιγμα της μπουκάλας. Στον Γκρέκο, αν ήταν αριστερόστροφος ο στροβιλισμός θα βυθίζονταν στον πάτο της εικόνας οι μορφές. Οφείλει να ανέλκεται δεξιόστροφα, καθ' ύψος...)
     Μοιάζει να είμαι απαρηγόρητος. Δεν είναι αλήθεια. Απλά συντονίζομαι με το βήμα ανθρώπων που χάθηκαν και συμμερίζομαι το αίσθημα τους από συμπάθεια. Δεν ήθελα να χαθούν κι επί πλέον δεν το παραδέχομαι. Τους έχω εδώ μαζί μου κι ακούω τον πόνο τους. Συνομιλώ μαζί τους όταν βρω ευκαιρία, συμπάσχω. Ήταν εξάλλου η καλή μου συντροφιά. Ολιγώρησαν λίγο παραπάνω, αυτό είναι όλο και φύγανε (αυτοκτονικά χέρια δένουν την πατρίδα, μαγεύεται από θηλιές του ουρανού). Ανεπαίσθητα βήματα, λεπτές αποχρώσεις στην κλίμακα των χρωμάτων της ζωής τους γοήτευσαν, έγιναν μαγεία τους και μείναν εκεί για πάντα.
                                                        2
     Διαβάζω εδώ σε παλιά κατάστιχα «ψυχή μην κρυώσεις άλλο» και μου θυμίζει πως λίγο έλειψε να χάσω το τελευταίο πλοίο. Το πρόλαβα όταν οι ναύτες ανέβαζαν τις άγκυρες (ουρανοθέμελα). 'Αρχισα να συνειδητοποιώ στο ταξίδι, πως δεν μπορούμε να αψηφάμε το πλοίο του κόσμου. Τότε ο κόσμος θα μας αγνοήσει κι ίσως για πάντα. Τι είναι να κάθεσαι και να μετράς ηλιοβασιλέματα αν ίσως μες στη χαρά του κόσμου δεν εντάσσονται. Αν την ομορφιά τους μαζί μ' αυτόν τον κόσμο που μας δόθηκε δεν την αποδώσουμε; (Μην είναι κρύος ήλιος από λερωμένο πανί;) Μάτια της λύπης, τα είδες, σε είδαν, μοιράστηκες αυτό το φευγαλέο πράσινο πριν σβήσει ο ουρανός κι ανάψουν τα άστρα. Τη στιγμή που ήρθε το λευκό να παλέψει ύστατη στιγμή με το μαύρο και να νικηθεί. Και το μαύρο που νίκησε δεν είναι μαύρο απελπισίας, είναι μαύρο χάραμα. Μια ανατολή της νύχτας, της νύχτας που καντηλανάφτισσα τακτική ανάβει τ' αστέρια της στον ουρανόσχημο ναό της. Κι έχουν αυτά την τάξη τους στο δρομολόγιο του ουρανού. Εκεί είναι η μικρή άρκτος, να ο πολικός, μ' αυτόν διορθώνει το πλοίο την πορεία του. Διαβάζει το δρόμο της θάλασσας λες και ταξιδεύει ανάμεσα στ' αστέρια. Το μυαλό του κυβερνήτη τις νύχτες πλημμυρίζει αστέρια.
     Τα μάτια της λύπης χάνονται στον ουρανό, η μαγεία των άστρων, η μυθολογία του ουρανού τη μαγνητίζει. Πως να πει κανείς ότι δε μας γεννάνε τα άστρα. Το βλέπεις τα μάτια της λύπης ξαναγεννιούνται κάθε βράδυ. Λάμπουνε μέσα σ' αυτά τα μάτια τα πελάγη των αστερισμών. Ταξιδεύει στους δρόμους τους κι εκείνη δροσίζεται απ' τη βροχή των αστεριών, λύνεται η γλώσσα της, γίνεται φωνή πιάνει το τραγούδι. Τραγουδά την αγάπη της. Ήρεμα, μαλακά, όνειρα. Το πλοίο χαράζει τα κύματα, αφήνει πίσω ασημένιο αφρό, ένα Γαλαξία της θάλασσας, αυτόματα σηκώνει το κεφάλι και ψάχνει εκείνον του ουρανού, πόσο απλά είναι όλα. Δείχνει το δάχτυλο της πίσω μας ψηλά τον πολικό που φαίνεται σαν να λικνίζεται, η αλήθεια είναι πως το καράβι, Την παίρνει μια χαρά, ανοίγει σ' ένα γέλιο που σμίγει τη λύπη σε πικρόγελο, ένα αστέρι λάμπει στο μαύρο των ματιών βαθιά κι αχνοφωτίζει το σκοτεινό της πρόσωπο. Γέρνει το κεφάλι της στον ώμο του, κλείνει τα μάτια, ονειρεύεται, της χαϊδεύει τα μαλλιά, της πιάνει το χέρι. 'Αφατη αγαλλίαση. Γαλήνη.                                        
     «Ποιος κυβερνά; Είμαστε με αυτόματο πιλότο; Εμπιστευόμαστε την παντοδύναμη φύση; Ενας ο νόμος της αλλά μετά τι;» Ας παρακάμψουμε αυτό το ερώτημα, είναι μεγάλο ταξίδι, τόσο που δεν έχουμε το κουμάντο να κλείσουμε εισιτήριο για κει. Ένα ταξιδάκι κλείσαμε με το πλοίο της γραμμής. Ταξιδάκι και μην το παρεξηγήσουμε, να αφήσουμε την ψυχή μας να το ζήσει, να το ταξιδέψει ελεύθερη κι ανοιχτή. Ανοιχτό είναι το πέλαγος, ανοιχτός κι ο ουρανός. Το πλοίο σίγουρο για τη διαδρομή του. Ταξιδεύουμε.
     Μισή διαδρομή στην πραγματικότητα, μισή διαδρομή στο όνειρο. Δε διαλέγουμε εμείς τον κόσμο για να μας αρέσει και καλά, δε μας ρωτά εξάλλου. Εμείς ρωτάμε για τον προορισμό κι επιλέγουμε διαδρομή, το απώτερο σχέδιο μας διαφεύγει. Ν' αμφιβάλλουμε, να δώσουμε μια πιθανή απάντηση ή να δεχτούμε το δόγμα; Αυτό δεν είναι ερώτηση και κατά συνέπειαν ένα ναι, ένα όχι μια προτίμηση μάταια.
     Είμαστε στο ταξίδι, ας αφήσουμε τα μάταια στον κόσμο τους να τα παρασύρει το θολό ρεύμα μακριά μας. Είμαστε στο ταξίδι με ημερολόγιο με νυχτολόγιο. Μισό πλοίο στο πέλαγος, μισό στον ουρανό, γράφει την ιστορία του στο κύμα, με άσπρο μελάνι, στη μελανή ράχη των κυμάτων. Πάει, έρχεται στις μαύρες σελίδες  του ωκεανού. Μαύρη χαρά μας κι αλμυρή θάλασσα. Έχει και τη νοστιμιά της. Έχει αλάτι. Στα βάθη της σπαρταρά ένας κόσμος κι όταν σκάει στις ακτές μαζί με τη θάλασσα, νιώθουμε σαν πουλιά στο άφρισμα της, ας είναι και μαύρη η χαρά. Μας αρέσουν τα μελαψά πρόσωπα. Δεν αποκλείουν τίποτα. Αφήνουν ανοιχτές τις διαθέσεις, μεταβάλλονται μαζί της προς την απελπισία, προς τον ενθουσιασμό. Κι έτσι δεν πλήττεις. Έχει εναλλαγές.
     Έσκασε  το φεγγάρι στρογγυλό και κόκκινο από το βάθος της θάλασσας. Χάραξε ένα μονοπάτι στο κύμα μέχρις εμάς. Το είδες στο πρόσωπο της. Τόνισε το χρώμα της, έσβησε τις βαριές σκιές, έλαμψε η μελαγχολία της. Ένιωσες μέσα σου ένα κόμπο, όχι βαρύ, με βαρύ άρωμα μονάχα. Έδεσε σαν ανθοδέσμη οπιούχων φυτών με μαύρους κάλυκες κι ανέβαινε το ναρκωτικό τους μέχρι το μυαλό.
 -«Γιατί καλή κυρα της πρύμνης είσαστε τόσο μελαγχολική σαν νύχτα. Ποιος
άνεμος κακός σας φύσηξε. δε σας πείθει ο ουρανός, τα αστέρια ,το φεγγάρι,
δεν πείθει ο ωκεανός, τι τότε
»;
     Ένας ψίθυρος ανοίγει τα χείλη της, πονεμένος. Την πονά η ζωή. Την έχει καταβάλει μια κούραση, νιώθει μια ατονία, από τον πόνο της ζωής. Ψυχικός πόνος και παράπονο, πονά σαν ύπαρξη, πονά στην αίσθηση, στο βαθύτερο αίσθημα της ύπαρξης. Την πονά ο ουρανός, πονά την ύπαρξη του κόσμου μέσα στη δικιά της ύπαρξη. Την κατακλύζουν όλα τα "γιατί" του κόσμου, αγωνιά.
 -«Θέλω να πιάσω τη ρώγα της στο στόμα, ν' αγγίξω το στήθος της, να πιαστώ πάνω της. Τη μαύρη ρώγα της ύπαρξης να πιάσω»;
 -«Όλα αυτά τα είπες μονομιάς. Ώρες να μιλήσεις κι έπεσαν πολλά. Τι όμως ν' απαντήσεις; Καλή κυρα της πρύμνης και θαρρείς μακριά είναι η ύπαρξη που ζητάς τη ρώγα της; Κι αφού τη θες γιατί δεν τη πιάνεις μ' όλα σου τα χέρια»;
 -«Δε μου αρκεί το σόφισμα».
 -«Που βλέπεις σόφισμα, κυρά-καλή κυρά; Θαρρώ η ρώγα που λες δε θα 'ναι πιο όμορφη, πιο μαύρη, πιο ζηλευτή, απ' της αφεντιάς σου. Εσύ δεν είσαι ύπαρξη»; Δεν ήταν ότι καλύτερο αυτό που είπε, αλλά τόσο μπόρεσε να του βγει...
     Σώπασε, Ίσως δε μπορέσει να βγάλει άλλα λόγια. Από χθες είχε να μιλήσει. Το φεγγάρι ανέβαινε γρήγορα, γεμάτο, παρήγορο, συντροφικό κι ασήμιζε στη φεγγαρομέρα. Όσο όμως το φεγγάρι δυνάμωνε το φως, τόσο η καλή κυρα της πρύμνης γινόταν μεσάνυχτα. Της φίλησες το λαιμό. Ανατρίχιασε, πέρασε το χέρι της στο σημείο του λαιμού, έσβησε το φιλί; Όχι, έλεγε "Ευχαριστώ!". Αναδύθηκε ολόκληρη μέσα απ' τον εαυτό της. Ανασήκωσε το κορμί της, έπιασε με τα δυο της χέρια το φουστάνι της, σηκώθηκε όρθια και βημάτισε μέχρι την άκρη της πρύμνης. Κοίταξε το απέραντο σκοτάδι έχοντας το φεγγάρι στον ώμο της. Πέρα μακριά χανόταν ένα πλοίο. Γύρισε και με μια κίνηση του χεριού σε προσκάλεσε. Πήγες κοντά και της έπιασες το χέρι, τραβήχτηκε πίσω. Έδειχνε με το χέρι το δρόμο που άνοιγε το πλοίο.
 -«Είναι τα μόνα ίχνη μας» ,είπε κι αμέσως στράφηκε σε σένα. Πέρασε τα χέρια της γύρω από το λαιμό σου. Την έπιασες απ' τη μέση. Δεν είπε λόγια. Ένα δάκρυ έλαμψε στο μάγουλο της, έγραψε στο φως του φεγγαριού. Ένα ασημένιο σύννεφο μπήκε στο δρόμο του φεγγαριού. Η μικρή κυρα της πρύμνης έλαμψε περισσότερο από ποτέ μέσα στο λευκό της. Εκείνη τη στιγμή έσκυψες και τη φίλησες. Τα χείλη της είχαν το αλάτι της διαδρομής πάνω τους. Νόστιμο φιλί μέσα στα αναφιλητά της Μείνατε ώρα εκεί. Τυλιγμένοι στο σύννεφο της μελαγχολίας της. Σου είχε μεταδώσει την αγωνία της, τη συλλογή της. Την ένιωθες ν' αναδύεται μέσα απ' το μαύρο της καρδιάς της. Βαθιά αναφιλητά κορύφωναν το μαύρο της κενό. Έσπαγαν κύματα-κύματα στις ακτές του κορμιού της. Το στήθος της κινούνταν σε ρυθμό, έπαλλε, γινόταν πέτρα. Τότε έσπασε, μεγάλο κύμα στον κυματοθραύστη, ο μέσα θυμός. Ρίγησε, σφίχτηκε στην αγκαλιά σου, κάθισε, -καθίσατε στη σωσίβια βάρκα. Πρόσεξες τις κόρες των ματιών της κι είχαν διασταλεί, το σφίξιμο των χειλιών είχε φύγει, χαλάρωσε τις μακριές της γάμπες, τέντωσε τα πόδια της. Ανοίχτηκε διάπλατη. Η κοιλιά της κυμάτιζε σα θάλασσα. Τέντωσε τα χέρια, ξάπλωσε κι έπιασε όλο το χώρο της βάρκας, πιάστηκε απ' τα σκοινιά, στήριξε τα ποδιά στα πλευρά. Ανάερη, το κεφάλι πίσω, τα μαλλιά της καστανός καταρράχτης, μάτια στον ουρανό, το άσπρο φόρεμα την έντυνε σαν κύμα αφριστό. Την κατέλαβαν σπασμοί που γίνονταν όλο και πιο ρυθμικοί. Κάποτε έπαιρναν μια ένταση, πότε γινόταν ανάλαφρος κυματισμός. Αφέθηκε... ήταν σαν να είχε λιώσει. Τότε σε πήρε επάνω της. Ζήτησε τα χείλη σου και ψέλλισε απ' τα βάθη της: «Θέλω
     Το πλοίο συνέχιζε το ταξίδι, έμοιαζε ακίνητο σχεδόν, οι μηχανές του ακούγονταν. Το φεγγάρι μεσουρανεί. Είστε στη σωσίβια βάρκα, σφηνωμένοι. Ακούτε τις ανάσες σας. Ακούτε τις καρδιές. Της έφυγε κείνο. Ξαλάφρωσες. Την ακούς.
 -«Έλα πιο κοντά μου». Μα πώς να πας πιο κοντά της, ίσως δεν ξέρεις τι σου ζητά. Είσαι τόσο μα τόσο κοντά της. Σου κλείνει τα μάτια με το χέρι της. Σου λέει: «'Ακου αυτό. Μην πεις τίποτα, άκου αυτό».
     Δεν έλεγες τίποτα δεν ήξερες τι ν ακούσεις. Ίσως εκείνη άκουγε. Πέρασε πάνω σου, έγειρε το κεφάλι της στο στήθος σου. Κάπως την έχανες, παρόλη σου την προσπάθεια, τώρα που συνερχόταν σου διέφευγε παντελώς. Ίσως κάτι έπρεπε να δεις, ν' ακούσεις, κάτι που σε ξεπέρναγε. Τι ήταν αυτό; Όταν ρωτάς, όταν η ερώτηση έχει επείγουσα αφορμή, μαθαίνεις. Έτσι βρήκες το σωματικό στίγμα της ανησυχίας της. Ένα νευροφυτικό χτύπημα ανάμεσα στους ώμους της, την τρόμαζε, ένιωθε κάτι σαν κάποιο ξένο σώμα να
της το προκαλούσε και την κατέκλυζε φόβος. Πειραγμένα νεύρα; Είδες το χέρι της να ψάχνει εκεί κάτι κι άρχισες να το παιδεύεις να βρεις άκρη. Και βρήκες.
     Έπιασες την πλάτη της εκεί ακριβώς. Τη φίλησες εκεί. Έγινε αφρισμένο πέλαγος. Στέναζε ως τον ουρανό. Σε ζήτησε. Ξεχυθήκατε σ' απότομες αμμουδιές. Χτυπήσατε σε κοφτερά βράχια. Μέσα στο λευκό της φόρεμα, ήταν υπέροχη η σάρκα της. Χάθηκες στους κόρφους της. Ήταν οργιαστική και θυμωμένη. Αφέθηκε σε παρατεταμένο οργασμό με αγωνία ξέφρενη.
     Αλύπητη παράδοση. Ξαναχάθηκες στους κόρφους της. Σ' αγκάλιαζε σμιχτά με χέρια, με ποδιά, με κορμί, με φιλιά, με χάδια. Πέσατε στο βάθος της βάρκας μηδενισμένοι. Υπήρχε υπόρχημα στεναγμού.
     Που πήγε εκείνος ο στεναγμός;

                  Τα Φυλλαράκια Στο Μελτέμι
 

Tα φυλλαράκια πλέκουνε τη Βαβέλ τους ήτοι Βεβήλωση.
 
'Αραγε ποιες συνισταμένες χτίζουν αυτό το λήθαργο και βουβαίνεται ο κόσμος
όλος.
Λέτε να οφείλεται στον καταιγιστικό θόρυβο των μέσων και μαζευόμαστε σαν
πουλάκια στού δάσους μιαν άκρη και λουφάζουμε.
 Περιμένουμε εκεί να σιγάσει η καταιγίδα .
  Δε θα σιγάσει ποτέ.
Δεν είναι όμως αυτό. Κάποιος άλλος νόμος μας κυβερνά.
Νόμος που έγινε μαύρος απ το κακό μας. Πέσαμε σε παγίδα.
Αυτοπαγιδευθήκαμε σε έγνοιες που γύρισαν τη ζωή σε συμφορά.
Την παγίδα του ίδιου μας του εαυτού που καλοπιάστηκε.
Έκανε τη βολεψη του σημαία, εκτέθηκε με τις αδυναμίες του.
Και από κει τον άρπαξε η ζωή και τον αφάνισε. Δεν πρόλαβε
να δει. Είχε τα δόκανα στην ψυχή του κι αστραπιαία κλείσανε.
Έβαλε έτσι τη καρδιά του στα σφυριά, υπνωτίστηκε.
  Οι εποχές φεύγανε γρήγορα, άνεμος, σκότιζαν το μυαλό του. Μερικοί δεν
πρόλαβαν να πιαστούν μείνανε, πάνε.
  Μιλώ για τους επιβαίνοντες. Υπάρχουν; Ή να θεωρηθούμε για πάντα
ανύπαρκτοι;
 Πως δεν υπήρξαμε ποτέ.
     Θα δείξει ο χρόνος.
Τι ανακαλώ. Να βγούμε από το χάος.
  Είμαστε σκόρπια φύλλα. Φύλλα που μας φύσηξε ο βοριάς πάνω στην άνοιξη,
μόλις που είχαμε πρασινίσει και μας τίναξε απότομα κάτω βαθιά στο ρέμα.
Παιδικά καραβάκια και μας πάει το ρέμα. .πράσινα φυλλαράκια και μας πάει το
ρέμα...
 
Στήτω ο ήλιος .Σταματήστε το ρέμα. Να εδώ στη δίνη να σταθούμε, λίγο πιο κει στην όχθη, εκεί στα χόρτα, σ αυτά τα κλαδιά εκεί της κλαίουσας, που μας
κλαίει και πάνε χαμένα τα δάκρυα της ποτίζοντας το ρέμα. Τι ανάγκη να 'χει το ρέμα δυο σταγόνες δάκρυ, δε λέει όμως όχι, τις παίρνει μαζί του, παρασέρνει το τραβάει κι αυτό ο ωκεανός.
 
Βγήκαμε στην όχθη, ωραία όχθη, πηγμένη στα πλατάνια, πλήθος φύλλα στη σκιά τους.
 
Μικρά μου φυλλαράκια για που κινήσατε, βλέπω έχετε πόδια χέρια μάτια.
Αδύναμο το κορμάκι σας, άνοιξη όμως ακόμα και θα μεστώσετε.
 
   Τα φυλλαράκια χτίζουν τα σπίτια  τους, κάνουν δρόμους, σχολεία, εκκλησίες
 οργανώνουν κυβέρνηση, στρατό, αστυνομίες.
  Δουλεύουν καλλιεργούν τα χωραφάκια τους, χτίζουν εργοστάσια μαγαζιά
εμπορικά τράπεζες. Δεν έχουν καιρό για χάσιμο. Θέλουν να προλάβουν τον κόσμο.

    Ποιος είναι ο κόσμος;
 Θα το ρωτήσουνε κι αυτό, ωστόσο τώρα τον χτίζουν. Θέλουν να προλάβουν να μπούνε στο δίκτυο να φτιάξουν το πλανητικό τους χωριό.
 Μα μικρά μου φυλλαράκια πως φτάσατε εδώ εσείς μόλις χτες κρεμόσαστε στο
δέντρο σας.
  Τα φυλλαράκια ξεχνούν.Το ρέμα τα καταζάλισε και χάσανε το λογαριασμό, ένα καημό έχουν να κατακτήσουν τα άστρα κι ακόμα παραπέρα.
   Φυλλαράκια μου προσέξτε, έχετε αδύναμο κορμάκι.
Τα φυλλαράκια δεν το προσέχουν αυτό, το χωριό τους μεγάλωσε πολύ.
'Απλωσαν δίχτυα στον ουρανό να τον κλείσουν ,του χωριού τους κτήμα.
 Κι ακόμα πιο ψηλά.
Το χωριό μεγαλώνει, εμείς μικραίνουμε.
Το χωριό μεγάλωσε πολύ, τα μικρά φυλλαράκια δεν ξέρουν για πού τραβά, τους φεύγει από τα χέρια, να το οδηγήσουν δεν ξέρουν και δεν μπορούν. Τόσα δα φυλλαράκια, με αδύναμο κορμάκι, η ορμή του χωριού τα τσακίζει Αποθαρρύνονται.
 Το χωριό μεγάλωσε, γιγαντωσε.
  Πόσο ψηλά στήνεται! Χαμηλά κάτω στα ριζά του χωριού τα φυλλαράκια
θαυμάζουν κι απορούν, το ρεύμα του χωριού κυλά ψηλά μακριά τους προς τον ωκεανό.
 
Τα σπουδαία του έρωτα δε συμβαίνουν στο κρεβάτι Είναι και κρεβάτι. Πως μας πιάνει; Πως μας καταλαμβάνει; Πως γινόμαστε κατοχή του; Από τη μορφή;
Ανίσχυρη αυτή η άποψη, γιατί τότε την ίδια όψη θα ερωτευόταν όλοι, αφού ίδια ολονών τα μάτια βλέπουν. Από την ερωτική γλύκα; Τότε πως κάποιος την
προσπερνά αδιάφορος κι άλλος λωλαίνεται;
  Κάτι πιο έκτακτο πρέπει να συμβαίνει στην ψυχή, γιατί ο παθιασμένος ,ο
ερωτοχτυπημένος έχει πληγή στα σπλάχνα.
  Φαίνεται χτυπημένος από κοφτερές σαΐτες, από βάμμα χειλιών ματωμένες
σαϊτεμένη η καρδιά του. Από φαρμακερές σαΐτες πληγή αόρατη.
 Τα σπουδαία του έρωτα περνάνε από την αόρατη τρύπα του μυαλού μας, του ερωτευμένου το κεφάλι δε γεμίζει όσα αν του λες, αδειάζει μόνο. Χάσκει.   
Γι' αυτό τον αποκαλούμε χάχα.
  Έχει τρωθεί από θανάσιμο έρωτα. Είναι του θανατά. Ο πάγος τον καίει,
φουντώνει το πάθος του, είναι λάδι στην πληγή κάθε υποψίας λόγος. Και δεν
υπάρχει πιο επικίνδυνο όν από τον πληγωμένο εραστή, στην ερωτική ζήλεια.
Ζει πάθος βουβό κι αιώνιο. Αρρώστια μοναδική. Παίζει εκεί, εκεί παίχτηκαν
αυτοκρατορίες.
  Πολλοί επιχείρησαν να βρούνε τον κώδικα στα αστέρια, άλλοι στη σωματική
φτιαξιά κι άλλοι αλλού. Ίσως δε βρίσκεται.
  Δεν είναι αυτό το ζήτημα. Είναι μετά απ αυτό Αφού μπουν στο χορό και αφού καεί η ψυχή τους. Τι είναι όλο αυτό, αυτό το χάσιμο, αυτή η έλλειψη, αυτή η πληγή, αυτό το μισό του δίδυμου αστεριού.
  Γιατί όλος ο νους κι όλη η ζήλεια γίνεται θάνατος, γίνεται έγκλημα;
  Πως όλος ο κόσμος κλείνεται εκεί και τους κάνει του έρωτα θύματα.
  'Αδικα, δεν έχει λύσιμο το μυστήριο. Χάλασε η μηχανή του νου, έχασε τα
κλειδιά της .Ήταν βαρύ το άγγιγμα ,τον άγγιξαν δυνάμεις υπερουράνιες,
εύθραυστο το αγγείο του μυαλού ,συντρίφτηκε.
      «ψυχή πως τον άνθρωπον συμβαίνειν»
Αγγελόκρουσμα το ονομάζουν κοινά και έχουνε δίκιο, έχουνε πέσει μέσα.
Ο παθός δε βλέπει ερωμένη, βλέπει την ομορφιά με την τρομερή αγγελική της
όψη και τον συντρίβει. Παθαίνει καταπληξία το μυαλό, αποσβολώνεται, ακινητεί και θέλει να σταματήσει και τον κόσμο. Κινεί το χέρι ανακλαστικά, το κακό του βάζει το μαχαίρι στη παλάμη και φρενιασμένα χτυπά.
  Θα πλυθεί στο αίμα;
  Όχι είναι φευγάτος, είναι ενεργούμενο μοίρας, κρουγμένος.
Δε θα μάθει ποτέ. Δεν έχει ψυχή, δεν έχει νου, είναι Κλεμμένος, τον έκλεψε το όνειρο, η φρεναπάτη. Κάπου μια αναλαμπή συνείδησης τον ειδοποιεί, μα για τόσο.
  Έχει χαθεί για πάντα, είναι απολύτως νεκρός, μια πέτρα στα ριζά του βουνού
 ακίνητη, αοργανη, που πλάκωσε τη ψυχή του, πέφτοντας στο κενό.
                                        
  Το παράδειγμα  του σοφού που πήδηξε στον κρατήρα για να γλιτώσει τη φωτιά που τον έκαιγε και όσων μιμήθηκαν την πράξη του σου μαθαίνει τι οφείλεις να αποφύγεις. Προπαντός μη παίζεις με τη φωτιά και κατά δεύτερο λόγο να δεχτείς την προφάνεια του κόσμου είναι το πιό σοφό.
   Αρχίζοντας από τον εαυτό σου μπορεί κάτι να αλλάξει. Ίσως Εσύ.
  Ανήκεις στον κόσμο, δεν είσαι κτήμα σου, δε σε έφτιαξες Εσύ.
       Παραδόσου στον κόσμο καλύτερος από ποτέ. Με σύνεση,
  Με σωφροσύνη με ευθύνη με συμπάθεια και καλά έργα.
Να η σοφία όλη που κλείνεται στο χάρισμα. Χαρίσου.
 
Η ΑΠΩΤΕΡΗ ΔΙΔΑΧΗ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ: Από τα ωραία σώματα, στα ωραία έργα, στον έρωτα της ομορφιάς καθεαυτή, παράδοση στο επέκεινα που μας ξεπερνά.
Ιδού το μάθημα:"τόκος εν τω καλώ" Παράδοση ομορφιάς.
Το μυστικό της ομορφιάς είναι να την επαναλαμβάνεις με τόκο.

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers