Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Φανταστικό 

Φλωράκης Ηλίας: Λίζα

 

     Ήταν κάποτε ένα ζευγάρι. Τον Φιλ, τον ήξερα από πολύ παλιά. Ήμασταν σχεδόν παιδικοί φίλοι. Την Λίζα, την γνώρισα σ'ένα πάρτι, όταν την έφερε ο Φιλ στην παρέα και μας την σύστησε. Ήταν νοστιμούλα, αλλά όχι ιδιαίτερα έξυπνη. Παρ'όλα αυτά, η σχέση τους κράτησε περισσότερο απ'όσο περιμέναμε.
     Ερχόντουσαν συχνά στην παρέα και βγαίναμε όλοι μαζί για μπύρες λέγοντας αστεία και ιστορίες, όλο το βράδυ. Ένα από εκείνα τα βράδια το θέμα της συζήτησης ήταν τα όνειρα. Ξεκινήσαμε όλοι να μιλάμε για όνειρα και εφιάλτες, που ακούσαμε ή είδαμε. Ήταν ένα θέμα αρκετά ενδιαφέρον. Ο καθένας μας έλεγε και κάτι τρομαχτικό ή διασκεδαστικό. Οι ώρες περνούσαν ευχάριστα. Το μόνο άτομο που δεν συμμετείχε σ'εκείνη την συζήτηση, ήταν η Λίζα, που είχε αποτραβηχτεί σε μια γωνιά.
     Κάποια στιγμή, όταν όλοι είχαμε τελειώσει αυτά που θέλαμε να πούμε, σαν εναλλακτική λύση, παροτρύναμε την Λίζα να μας πει και αυτή κάτι, οτιδήποτε σχετικό. Στην αρχή ήταν αρνητική και μετά διστακτική. Μετά όμως, μαζεύοντας θάρρος, αποφάσισε να μας πει μια επιθυμία που είχε στα όνειρά της.
     Από μικρή η Λίζα, όπως και τα περισσότερα κορίτσια της ηλικίας της, ονειρευόταν πως ήταν πριγκίπισσα. Έβλεπε στα όνειρά της τον εαυτό της, μέσα σε λευκά μεταξένια φορέματα, φορώντας μαργαριταρένια κολιέ, διαμαντένια σκουλαρίκια και διάφορα άλλα αξεσουάρ, τα οποία δεν δώσαμε ιδιαίτερη σημασία. Γενικά δεν προσέχαμε και πολύ, τι έλεγε η Λίζα. Τα κοριτσίστικα όνειρα, αφήνανε τους πιο πολλούς στην παρέα, αδιάφορους. Η Λίζα συνέχιζε, με τα μάτια της να λάμπουν, σαν να είχε όλα αυτά τα πράγματα, μπροστά της.
     Η ζωή όμως, όπως ήταν φυσικό, δεν της πρόσφερε τίποτα απ'όλα αυτά που ονειρευόταν. Όταν μεγάλωσε λιγάκι, κατάλαβε ότι όλα αυτά που ονειρευότανε, θα παρέμεναν όνειρα. Έτσι της δημιουργήθηκε αυτή η επιθυμία. Μια επιθυμία, που όταν μας την είπε, όλοι κοιταχτήκαμε μεταξύ μας, μην ξέροντας αν έπρεπε να γελάσουμε ή όχι. Ακόμα και ο Φιλ, που άκουγε αυτήν την ιστορία για πρώτη φορά, καθόταν αμήχανος χωρίς να μιλάει. Δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε, αν αυτό που μας είχε πει η Λίζα ήταν αστείο ή σοβαρό. Δεν ήμασταν καν σίγουροι, αν αυτό που είχε πει, το είχε πει από ηλιθιότητα ή εξυπνάδα. Τα εννοούσε στ'αλήθεια αυτά που έλεγε;
     Μας είχε πει ... αν είναι δυνατόν, ότι αφού δεν μπορούσε στην πραγματικότητα να αποκτήσει αυτά που ήθελε, άρχισε να προσπαθεί να φέρει κάτι από το όνειρό της. 'Aρχισε να 'προγραμματίζει' τον εαυτό της, πριν κοιμηθεί, ώστε βλέποντας κάτι που της άρεσε στο όνειρο, να το κρατούσε στα χέρια της σφιχτά. Όταν ξυπνούσε την επόμενη μέρα, άνοιγε τα χέρια της για να δει αν είχε καταφέρει να φέρει τίποτα μαζί της. Η επιθυμία της αυτή, της είχε γίνει έμμονη ιδέα και όπως μας είπε, δεν είχε σταματήσει ποτέ να προσπαθεί.
     Είχα ρωτήσει τότε την Λίζα, αν τα είχε καταφέρει ποτέ. Αν και ξέραμε όλοι μας την απάντηση, το είχα κάνει απλώς για να διώξω τη σιωπή που είχε απλώσει τα πέπλα της, στην παρέα, μετά το τέλος της αφήγησης της Λίζας. Και τότε για δεύτερη φορά, η ίδια σκηνή 'κολλήματος' εξελίχθηκε στην παρέα, όταν η απάντηση της Λίζας βγήκε σαν παγωμένος αέρας, λέγοντας απλώς: "Δε ξέρω"!
     Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε. Πολλά πράγματα είχαν αλλάξει. Η μισή παρέα χάθηκε, η Λίζα έφυγε, ο Φιλ και'γώ μείναμε. Πάντα στο ίδιο στέκι, πάντα με μια μπύρα στο χέρι και ένα ανέκδοτο στο στόμα.
Ένα βράδυ, είχα μείνει μόνος με τον Φιλ, συνεχίζοντας μερικούς γύρους μπύρας ακόμα. Πάνω στις αναμνήσεις, αναφερθήκαμε και σ'κείνο το γεγονός. Ομολογήσαμε και οι δύο, ότι από τότε, είχαμε προσπαθήσει κι εμείς να φέρουμε αντικείμενα από τα όνειρά μας. Μπορεί να ακουγόταν ηλίθιο, αλλά η ιδέα ήταν πολύ καλή. 'Aσχετα αν δεν είχαμε δει αποτελέσματα. Μας είχε σφηνωθεί η ιδέα για τα καλά και κάθε βράδυ προσπαθούσαμε μάταια.
Πριν δύο βδομάδες, ενώ ο Φιλ κι εγώ τελειώναμε την μπύρα μας, μας πλησίασε μια γριά γυναίκα. Οι ρυτίδες, κρύβανε τα χαρακτηριστικά της, ενώ το σώμα της, κακοποιημένο από το χρόνο, στηριζότανε σ'ένα μπαστούνι.
 -"Δεν με γνωρίζετε, κύριοι"; Μας ρώτησε με την κουρασμένη φωνή της.
 -"Δεν ασχολούμαστε με κοπέλες της ηλικίας σου", είπε πειραχτικά ο Φιλ.
 -"Πριν λίγα χρόνια όμως, ασχολήθηκες μαζί μου Φιλ", απάντησε η γριά και τα λόγια της, σαν παγωμένος αέρας, πάγωσαν την ψυχή μας.
 -"Λίζα!!!"...
 -"Συνέχισα κάθε βράδυ να κοιμάμαι, προσπαθώντας να πιάσω κάτι και να το φέρω στον κόσμο μας. Μου είχε γίνει συνήθειο. Κι ένα πρωί ...σηκώθηκα από το κρεβάτι και κάτι έπεσε κάτω. Το σήκωσα και ήταν ένα διαμαντένιο σκουλαρίκι. Σύντομα μέσα από τα όνειρά μου, είχα γίνει πραγματική πριγκίπισσα. Είχα φέρει ακόμα και το μεταξένιο, λευκό φόρεμα που σας έλεγα. Δεν χρειαζόμουν πια τίποτα, από κανέναν. Αλλά έκανα ένα λάθος. 'Aρχισα να φέρνω πράγματα ανεξέλεγκτα. Ώσπου ένα πρωινό, άρχισαν να περνούν ...κι οι εφιάλτες μου".
     Ακούγαμε την Λίζα, με το ίδιο πέπλο σιωπής, που είχαμε και τότε. Ο χειρότερος εφιάλτης της, ήταν τα γηρατειά. Δεν μπορούσαμε να το πιστέψουμε. Μήπως ήταν μια καλοστημένη φάρσα; Η γριά, μας συμβούλεψε να τα ξεχάσουμε όλα. Ήξερε πως κι εμείς προσπαθούσαμε να φέρουμε πράγματα, από τα όνειρά μας. Μας είπε, να το βγάλουμε τελείως από το μυαλό μας. Μετά σηκώθηκε και έφυγε, αφήνοντας πάνω στον πάγκο του μπαρ ...ένα διαμαντένιο σκουλαρίκι, τυλιγμένο σε ένα κομμάτι μεταξένιου, λευκού υφάσματος.
     Προσπαθώ να βγάλω από το μυαλό μου την ιδέα, να φέρω κάτι από το όνειρό μου. Είμαι δύο βδομάδες άυπνος. Παίρνω συνέχεια αμφεταμίνες. Προσπαθώ, αλλά δεν τα καταφέρνω, να διαγράψω τελείως αυτά που έγιναν. Το γερασμένο πρόσωπο της Λίζας, με κυνηγάει συνέχεια. Τα παγωμένα λόγια της, ακόμα σκεπάζουν τη ψυχή μου.
     Αν δε ξεχάσω, δεν θέλω να κοιμηθώ ποτέ ...γιατί οι δικοί μου εφιάλτες ... είναι εξωπραγματικά τρομαχτικοί...

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers