-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

: & '...

         Χειργραφα
      
Χειργραφα ορθογραφας μεμπτα.
Καλλιγραφα τσακισμνη
απ τον Χρνο, τον Πιεστικ.

Λθη ορατ, νεκροζντανα
κτω απ διφανες μουτζορες.
Βλη, αστερσκοι, τεθλασμνες.

Χειργραφα που θλεις να ξεχσεις
Που ξχασες
Που σε ξχασαν.

Εργτες της μνμης.
Φωτογραφες της ψυχς μου.

Χρτινες κραυγς
σε χωματερς κποτε.

Ιδιογρφως ειδεχθ.
'Aλλοτε.

       Αθατη

Τα μπλε φωτκια στα δντρα της πλης
που μνη εδα τη νχτα.
Το παγκκι πλι στο ποτμι
που διβαζα μνη τ' απογεματα.

Μια μουσικ πλανδια
στη πλατεα με τους ζογκλρ
κουσα μνη στη γιορτ.

Με εδαν χιλιδες μτια
μα χι τα δικ σου
τ' ανεκτμητα.

Δεν εδες.
Οτε εγ δεν εδα.
Δεν κουσες.
Οτε εγ δεν κουσα.

Αθατη ζω.
Ζω που δεν την παρατηρες.
Αβωτη.

---------------------------------------------------------------------------------------

                                   Το Δντρο Και Το Σννεφο

     Μια φορ κι ναν καιρ ταν να δντρο. να ψηλ, μορφο, περφανο δντρο στην πλαγι ενς βουνο, μνο του. Εχε ξανθι φυλλωσι, πυκν και στον λιο λαμπριζε. ταν φορτωμνο γλυκος καρπος... Ο κορμς του ρεε μλι, τα νθη του αππνεαν το μεθυστικ ρωμ τους, λοι το αγαποσαν, το φρντιζαν και το καμρωναν.
     Οι ντρες ξαπσταιναν στον σκιο του. Τα παιδι τραμπαλζονταν στα κλαδι του, οι κοπλες στλιζαν τα μαλλι τους με τα ανθκια του, τα πουλι χτζανε χαρομενες φωλις στα κλαρι του, τα μικρ ζωκια βρσκανε καταφγιο στον κορμ του, λογς-λογς ντομα γλυκανονταν με τους χυμος του κι λοι γεονταν τους καρπος του.
     Το δντρο χαμογελοσε με την ευτυχα που χριζε...
     Κι να βρδυ του καλοκαιριο, το δντρο ξπνησε απ το διβα ενς δυνατο αρα, αναπντεχου το δχως λλο. Κοταξε μ' απορα γρω του. Κανες!
     ταν μονχα ο αρας που πρασε και χθηκε.
     Το δντρο δεν κοιμθηκε ξαν. Κοταξε λυπημνο τις ρζες του, πντοτε στην δια θση. νιωσε τα φλλα του που ανεμστηκαν κι ρχισε να σιγοκλαει μες στη νχτα. Πεθμησε κι εκενο να φγει κι ας πει μχρι το χωρι. Μνο να φγει. Να πει κπου, κπου αλλο. Κι αισθανταν βαθι τη θλψη του, που η μορα του το κρατοσε εκε ριζωμνο. Για πντα.
     Το δντρο δεν πιε ξαν νερ. Δε χρηκε τις αχτδες του λιου, δεν χαμογλασε ξαν. Παρ στεκταν ρθιο, γεμτο θλψη και κοιτοσε πρα τον νεμο που πλανιταν στη φση... Σιγ-σιγ τα φυλλαρκια του κλησαν στη γη και οι καρπο του πραν να σαπζουν, το δντρο μαραινταν... Κι εκενο πιο πολ απ' λους νιωθε το μαρασμ του και υπφερε. θελε μονχα να φγει.
     Μα ταν εκε. Βαθι ριζωμνο.
     Μια μρα που γρω του εχε απλωθε να χαρομενο και ζωηρ μελσσι ανθρπων και ζων και απολμβαναν την ξεχωριστ ομορφι του, το δντρο δεν ντεξε την τση χαρ. Τραντχτηκε ολκληρο, σεστηκε η γης, τα φλλα και οι καρπο του σκορπστηκαν χμω, τα αδναμα κλαρι του τσακστηκαν, ο κορμς του ργισε, κινδνεψε στα δυο να σχιστε. Κι λοι τρμαξαν, φγανε τρχοντας μακρι.
     Το δντρο απμεινε μνο κι ρημο να κλαει απαρηγρητο. Κανες απ ττε δεν ρθε ξαν κοντ του. Μα και οι νθρωποι σαν τχαινε να περσουν απ τα μρη του κρατοσαν απσταση και το κοιτοσαν μ' απορα.
     Μια μρα που νας ξυλοκπος απ ξνους τπους ακομπησε το τσεκορι του στον κορμ του δντρου, εκενο ρπαξε το τσεκορι και βλθηκε να το χτυπει δυνατ πνω του. Ο ξυλοκπος τρεξε και πρε το τσεκορι απ τα μανιασμνα χρια του δντρου αλλ το κορμ του εχε λαβωθε και απ τον πνο λγισε.Ο ξυλοκπος  φυγε τρομαγμνος. Ποτ ξαν δεν εχε δει δντρο μνο του να κβεται.
     Το δντρο απμεινε ολομναχο κι απελπισμνο να θρηνε τις ρζες που το κρατοσαν πντοτε εκε. Σκυφτ, μνο, κατμονο μαρζωνε μρα τη μρα πιο πολ.
     να σννεφο πρασε απ πνω του και στθηκε. Το δντρο ψωσε τα μτια του στον ουραν και κοταξε το σννεφο με το πιο θλιμμνο βλμμα του. Το σννεφο το κοταγε σιωπηλ, ρεμο.
 -«Σννεφο, πσο μορφη εναι η ζω σου εκε ψηλ... Στο πουθεν και στο παντο να πλανισαι...» μλησε το δντρο κι επε.
 -«Τι χεις δντρο μου κι εσαι στεναχωρημνο;» ρτησε το σννεφο.
 -«Δε βλπεις; Η μορα μου με κρατ εδ ριζωμνο, ακνητο στην δια γη αινια. Κι εσ φεγεις και χνεσαι, αλλζεις μορφ κι λο ταξιδεεις...» αποκρθηκε το δντρο.
     Το σννεφο σιπησε για μια στιγμ κι πειτα επε:
 -«Δντρο, εγ εμαι ατμς. Δεν υπρχω. Δεν χω τπο. Ο αγρας μου δνει την μορφ που εκενος θλει. Κι εγ πηγανω, χωρς να ξρω, χωρς να θλω που
     Το δντρο στθηκε και συλλογστηκε τα λγια του σννεφου. Το σννεφο κνησε ν 'ρθει πιο κοντ στο δντρο.
 -«Μα εσ σννεφο εσαι ελεθερο» παρατρησε με θλψη το δντρο. Το σννεφο πυκνθηκε, γνηκε γκρζο κι ρθε πολ κοντ στο δντρο, το τλιξε σε μια αγκαλι.
 -«Αν μουν ελεθερο θ 'χτιζα μια φωλι στη γη. Μα δεν εμαι... Μνο καπνς εμαι» και το σννεφο ρχισε να κλαει, να κλαει, να κλαει.
     Το δντρο παραδθηκε  με τους κλνους του στην αγκαλι και τα πικρ δκρυα του σννεφου και φλλα κι ανθο φτρωσαν στην ερημι του. νας ζηλιρης νεμος πρασε με δναμη κι διωξε το σννεφο μακρι.
     Το δντρο και το σννεφο χθηκαν για πντα.

                                ...Tο Σννεφο Επιστρφει...

     Οτε μια φορ οτε εναν καιρ. Σμερα επε το σννεφο τη μαγικ λξη «επιστρφω» και θα 'παιρνε τους ουρνιους δρμους του για κποιο γυρισμ. Υπρχει αρχ για να επιστρφεις; «Η ιδα του εναι» ψιθρισε να λλο που περνοσε πλι του και κουσε τη σκψη. «Να μη σε νοιζει αφο δε νοιζεσαι» γκρζωσε το σννεφο στον τυχαο συνοδοιπρο. Ο αρας διωξε το λλο πιο μακρι ακμα και γρισε στο δικ μας.
 -Πο θα πας;
 -Εκε που θλω.
 -Πο;
 -Εκε.
 -Καλ πλνη. Χωρς εμνα να ξρεις.
 -Χωρς.
     Μνο του τρα.
 «ταν μια συντροφι κι αυτς κι ας με διωχνε απ παντο. Κποτε κανε καλ...» μονολογοσε και πγαινε. Πια μνο. θελε ξαν και ξαν και ξαν να γυρσει αλλ λο κτι ταν που το κρατοσε. πως ττε που μπλχτηκε σε μια τρελ γιορτ ανεξγητης χαρς με κομφετ και κορδλες και νχτες καλοκαιρινς, φεγγαρδα και βαρκολες και ακρογιαλις και τι καλ και τι ωραα, που σε ποιον δεν αρσουν αν χει λλο να ζευγρι μτια να τα βλπει; Και μσα στην παραζλη φρεσε κι εκενο μια μσκα και κρτησε να μπαλνι που ξφυγε απ τα χρια κποιου παιδιο. Και πγαινε για λγο τσι και ξεχστηκε πσω απ μια μσκα. Κποιος που το 'δε το επε «χαρομενο σννεφο», λλος επε «τσι δε μοιζεις πια σε σνα». Αλλ πολ χαρ για το τποτα. Και φυγε. Και σκνταψε, αν ποτ σκοντφτουν αλθεια τα σννεφα, σε ναν παρξενο τπο. Πολ συχο. χι, ρεμο. Δεν θα τ 'λεγα. συχο σαν... πς να το πω; Οργανωμνο! Μνο που σαν πλησαζες πιο κοντ στη γη που ταν χτισμνος κουγες ναν ανατριχιαστικ χο που ερχταν απ τα κοφια απ λλη ουσα γκατ του, σαν κποια γνωστα δατα να κοχλζουν χρνια και χρνια και να θλουν να ξεχυθον και να κψουν στο πρασμ τους αυτ τον τπο.
     Το σννεφο μεινε καιρ, δικ του καιρ -μπορε δικ μας μια στιγμ- να κοιτει αυτ τον αλλκοτα τρομακτικ τπο και να αναρωτιται πς δε καγονται οι πατοσες τους... Περμενε κτι να γνει. Τποτα. Το διο σκηνικ στημνο σ' αυτ τη ζω εκε. Ξεχστηκε να κοιτει περιμνοντας.
 «Πμε» ψιθρισε ο αρας και το πρε τρυφερ πιο πρα. Εκενο γυρνοσε και κοιτοσε τον τπο που πια χνονταν απ μπροστ του. Μπως και κτι αλλξει... τσι περμενε ως την τελευταα στιγμ. Μετ πλι προχωροσε ελεθερο να διαγρφει τα σχματ του στον ουρνιο χρο, να δοκιμζει πτε τοτο πτε εκενο... 'Εσπαγε πλκα, τσι θα το πω αυτ που κανε πολλς φορς. Σε λλα κφια γινταν γκρζο-γκρζο και πυκν και καλτερα ταν να μη βρισκσουν κοντ του. Εχε κλεμμνους και κτι κεραυνος που λο δλωνε «πως τελεισανε, δεν χει λλο» αλλ πς γινταν κι λο κποιον καινοργιο ξετρπωνε ταν του χρειαζταν...
     Ναι, ταν κποια που δεν θελε να τα θυμται. πως ττε που εχε δει κποιον να ακονζει την αυτοπεποθησ του πνω στον πνο του λλου που καιγε. Νμισε πως ταν το διο που πονοσε. Μπορε και να ταν... ταν εκε που βρθηκε μλις φυγε απ... μως εχε περσει καιρς απ ττε και το εχε στελει στη λθη μαζ με λλα...
     Σε λλο καιρ εχε βρεθε πνω απ να αληθιν πολ μορφο νησ. Τπος που ταν μορφος και για δντρα και πουλι και σννεφα και πολλ λλα. Αλλ ζοσαν εκε κτι πολχρωμες φιγορες και μιλοσαν μια μοια αλλ χι την δια γλσσα, ταν τη μιλοσαν. Και πγαιναν εν-δυο εν-δυο μπρος-πσω, πνω-κτω, δεξι-αριστερ σα συντονισμνες απ μια λλη μεγλη γλσσα που δεν ταν καθλου ωραα. Αλλ ταν πολ μεγλη. Σσσσς! Ησυχα τρα.
     μως ταν μορφο πολ αυτ το νησ! «Θλεις να μενουμε εδ;» ρτησε με χαρομενη τρυφερτητα τον νεμο. Χαμγελασε αυτς. «Εγ σε φερα μικρ μου. Ας μενουμε σο θες» του απντησε με στοργ. «Θα ερχμαστε να το βλπουμε και να φεγουμε;» ρτησε με μικρ αγωνα το σννεφο. Ο νεμος γνεψε καταφατικ κοιτντας το με να συνασθημα που χει μαζ συμπνοια και τρυφερτητα και κατανηση και συμπαρσταση. Αλλ εναι να και καθρεφτζεται αν θες να ξρεις!
     Εχαν γνει πια φλοι. Συνοδοιπροι. Το σννεφο τον εχε συγχωρσει που το διωξε με βια μακρι, αλλο. Μπορε και να το κανε ψματα για να το πηγανει ταξδια αφο δε μποροσε πια να εναι εκε που θελε. Μπορε κι αυτ το ατλειωτο ταξδι να εναι η μορα του. τσι σκεφτταν καμι φορ ταν δεν εχε κτι να κοιτει. Γιατ λα πια του καναν εντπωση και καθταν και τα κοιτοσε και περνοσε τσι ο καιρς. Κι λλαζε και μορφ ανλογα με το τι βλεπε. Αλλ το ξερε. σπαγε πλκα πως σας επα.
 «μως πια δε θλω. Θλω να κλψω στην αγκαλι του. Δεν χω νισει απ ττε. Και λα εναι δεια. χουν μνο σχμα χωρς περιεχμενο. Θλω μνο εκενο. Μνο.» Και να τσο δα δκρυ κλησε στη γη και φτρωσε να λουλουδκι που κποιοι το εδαν.
     τσι συλλογιταν στο δρμο για το γυρισμ. Το συλλογισμ του κουσαν δυο πουλι και ρθαν κοντ του μνο για να του πουν πως μπορε να μην εναι πια κανες εκε. Τρμαξε. «Για το καλ σου», τιτβισαν και χθηκαν κι εκενα.
     γινε πιο σκεφτικ ακμα... Πιο στεναχωρημνο. Ξρεις τι χρμα πρε; Μωβ του δειλινο. Και μορφ δια με να ζωκι κουλουριασμνο απο τον πνο... «Θα εναι εκε. Δε μπορε να μην εναι. που κι αν εναι τελοσπντων σ' αυτ την πλση θα το βρω!» επε αποφασιστικ την λλη μρα και μνο, χωρς τον νεμο, πολ αργ προχωροσε στα αιθρια μονοπτια του. Το σαρκι μως της γνοιας το τρωγε...να μην ξρεις κατ πο θα πας σο κι αν νιθεις καλ πο θες να πας... κι αν εκε που θα βρεθες θα εναι αυτ που χορεει με τις προσδοκες σου και στα νειρ σου... το φντασμ του. οτε καν αυτ... Αν σου χτυπσει μια νχτα κανες το παρθυρο κουνντας κποιο χρτη, να τον πρεις κι ας εναι καλς μνο για να ανψεις φωτι αργτερα.
     Κμπαζε κπου-κπου πως εκενο εναι ψηλ και χει διαβε τσους τπους και ρα τελικ δε θα κνει λθος! Θα βρει αυτ που ζητ η ψυχ του. Κι τσι πιο θαρρετ συνχισε το δρμο του. Και του φαινταν πως κποια ωραα μορφ εχε πρει ξαφνικ που ρχισε τα παιχνιδσματα στα νερ μιας λμνης. «Κι τσι εμαι μορφο και τσι, ναι,ναι κι τσι!» και δοκμαζε ποια εναι η πιο καλ του εικνα για να γοητεσει το δντρο...
     Μνο που δε σκφτηκε πως κι αν ακμα το δντρο ταν στον διο τπο μπορε να το εχε πια ξεχσει, να μην θελε να το ξαναδε, να εχε ζευγαρσει, να εχε θυμσει, να μην θελε να θυμται τα παλι, να μην εχε πια την δια χαρ να το δει... κι λλα τσα που δε τα βαζε ο νους του σννεφου γιατ η μνη ννοια που κυριαρχοσε μσα του ταν πως θα βρεθε ξαν σιμ στο δντρο...
     σπου συνντησε να λλο σννεφο μισοδιαλυμνο σε καπν βιολετ να ψελζει πως «δεν αγαπον τα σννεφα». Και το δικ μας σπευσε να το παρηγορσει... «Αγαπον, ξρω τι σου λω...» «...μα δε τα αγαπον...» αυτ θελε να πει το λλο αλλ δε χρειαζταν πια. Διαλθηκε.
     Μετ; χεις δει πιο εφιαλτικ χορ απο αυτν που στνουν γρω σου μαζ η μοναξι, η απγνωση, η απελπισα, η θλψη, η ανημπορι και η μυρωδι θαντου; Νιθεις πως δε θα τελεισει ποτ. Ποτ. Αλλ κποτε φτασε κι αυτ στο τρμα του. Συνθως τυχαα. Για το σννεφο ταν η ανημπορι που φησε το χορ και χθηκαν λες.
   «Θα κνω τα πντα! Θα το κνω να γελσει, να ανθσει, να θροσει, να συγκινηθε, να σκιρτσει! Θα κνω ,τι θλει.» Στο μεταξ συνντησε μια μουσικ αδσποτη και την στειλε συμπαντικ στο δντρο πως ρχεται κοντ του. Μα σε λγο τη ξαναβρκε μπροστ του μαραμνη. «Πιο καλ! Δε χρειζονται μανττα...» σχολασε και με αυτς τις αισιοδοξες συνχισε και συνχισε. Μια στιγμ νμισε πως το εδε. Δεν ταν. ταν να που του μοιαζε. Κι αυτ πολ μορφο. Για τα λλα δε ξρω να σας πω γιατ δεν το πλησασε. Κπου του ξφυγαν οι κακς σκψεις με λα αυτ και με χαρ, λαχτρα, θρρος και λατρεα φτασε χωρς να το καταλβει πνω απ το δντρο! ταν εκε πανμορφο, δυνατ, μεγαλψυχο, ανυπτακτο. Εχε πια ολοκληρωμνη λη του την ομορφι που χνη της διαφαινταν ταν συναντθηκαν κποτε τα δυο τους...
     Το δντρο χαμογελοσε με κποια παιδι που παζαν γρω του κι αγνντευε τη φση πως αγαποσε να κνει. Δεν νιωσε την παρουσα του σννεφου. Εκενο κρεμταν σαστισμνο πνω απ το δντρο και το κοιτοσε, αν και δε το λνε κοιτ αυτ που κανε. Το ρουφοσε με τα μτια του, το κατπινε ως τα μχια της ψυχς του. Χωρς ανσα. Χωρς ανσα. Το μνο που κουγε ταν η καρδι του που χτυποσε σα καμπνα μεγλης τρλας. Αυτ θα κουσε και το δντρο και στρεψε το βλμα του στον ουραν. Σκιχτηκε μια στιγμ σα να βλεπε κτι νεκρ και κατβασε το βλμα του στη γη καρφνοντς το εκε. Στιγμς... που χουν το δικ τους χρνο. Το σννεφο γινε μια σταλι. ρθε πιο κοντ με τση δυσκολα σα να κουβαλοσε ξαφνικ το βρος απο λα τα ταξδια της ζως του σε μια τση δα κνηση που κατφερε να κνει. Το δντρο ρχισε να τρμει δυνατ, εσωτερικ, σα που φανερωνταν το ργος του κι πειτα γρισε με λη τη δναμη του και κοταξε προς τον ουραν. Εκενο ταν. Εκενο! Μετ απ καιρος κι λλους καιρος, ρθε.
 -«Τ θλεις εδ;» ρτησε το δντρο κοιτντας με να βλμα που παγνει το κθε πλσμα... Φαντσου να σννεφο...
      Πγανε σε μια στιγμ χαμνες λες οι αισιοδοξες σου κι οι πρβες στη λμνη και οι συμπαντικς μουσικς... Καμενο σννεφο. Ψλλισε κτι ασυνρτητες λξεις με χαμηλωμνο το βλμα και βολιαξε σε μια παγωμνη σιωπ. Ακοστηκε νας μελωδικς χος. ταν τα πουλι που εχαν ακολουθσει το σννεφο σ' λο το ταξδι της επιστροφς μα κενο οτε που τα εχε αντιληφθε χαμνο στις ονειροφαντασες και τις θυελλδεις σκψεις του. Και τρα του ψαλλαν της παρηγορις.
     μως το σννεφο φοσκωσε πολ, μαρισε, αγρεψε πως λμε και τα διταξε να σωπσουν στη στιγμ. Αλαφιασμνα τρπηκαν σε φυγ. Το σννεφο δυνμωσε τη φων του να ακουστε καλ κι επε στο δντρο πως ρθε.
 -«Το κατλαβες; Εμαι εδ! ρθα!» ακοστηκε σα κεραυνς. Το βλμα του δντρου πτρωσε ακμα πιο πολ. Τα μτια του ταν καθρφτης αληθινς της ψυχς του, μνο που την ψυχ του πια δε μποροσε να τη διαβσει πως κποτε το σννεφο. βλεπε  κι αυτ με ψυχ τρα. Μπορε γι' αυτ. Τη σιωπ σπασε το δντρο:
 -«Τ θλεις στον τπο μου; Εσ δεν φυγες; Τ θλεις τρα απ μνα;» Δεν μοιαζε να περμενε απντηση. ταν μταιη τσι με τον τρπο που ρωτοσε σα να κρατοσε στα κλαρι του λες τις απαντσεις του κσμου... νας λλος θυμς βαψε το σννεφο σταχτ:
 -«Αυτ χεις να μου πεις τσο καιρ μετ;» ρτησε.
 -«Τ θλεις τρα; Τ'ι θες; Εσ φυγες!» επανλαβε το δντρο μας.
     Να αρχσει να εξηγε, να εξιστορε, να λει λγια, λγια, λγια; Γιατ; Το δντρο εχε ανθσει, ταν ολοζντανο, υπροχο κτω απ τη λιακδα. Κι σο για την ψυχ του, αυτ πια την φλαγε απ τα μτια του σννεφου. Και το πραν τα δκρυα, δκρυα, δκρυα... σαν να ποτμι που τρεχε απ τον ουραν. Γιατ σο κι αν ταν τοιμο για το κακ ταν λλο απο αυτ που αντκρυσε.
     Το δντρο στη γη δεν εχε χαρ. Δεν εχε λπη. Δεν εχε ακριβς θυμ. ταν πολ αναστατωμνο. Και πιο πολ απ λα, εχε σωθε απ την καταστροφ, που αυτ σε κνει να γνεσαι πιο πνω απ τα μτρα δυνατς. Μετ δε πστευε πια στο σννεφο. Η μορφ του ταν δια με της προδοσας. Δεν εδε κανναν αγρα να το παρνει μακρι, δεν εδε να γυρνει αμσως πσω μετανιωμνο, δεν κουσε αγπης λγια. να φευγτο σννεφο απ τη φση του δραπτης και μετ πο πγε; Πο ταν μετ; Γιατ ρθε τρα; Να φγει, να φγει, να φγει, αυτ μνο επιθυμοσε το δντρο. Και το ξεστμισε:
 -«Να φγεις!» και σα να μην φτανε αυτ, πρσθεσε «και να μην ξανρθεις σε μνα» κι οτε εκε σταμτησε μα επε «μου κρβεις τον λιο». Και γρισε το βλμμα του προς τη φση πρα, κινδυνεοντας να εκραγε απ την νταση μσα του που ψγματα μνο ταν αυτς οι λξεις.
     Εκε ψηλ το σννεφο εχε πρει να διαλεται στην παγωνι και μικρς νιφδες χιονιο φταναν αργ αργ στη γη. Κποιες βρκαν τα κλαδι του δντρου. Τις φησε να κυλσουν πνω του σπου να λισουν και να αισθανθε πλι κτι απ το σννεφο. Κι λλη, κι λλη φταναν σ' αυτ και κενο της δεχταν, τη μα μετ την λλη. Γλκανε η πλση γρω, μια ευωδι ρωτα και φθινοπρου απλθηκε, χρματα της συγχρεσης και της θλιμμνης προσδοκας τλιξαν το να και το λλο κι η μελωδα της ανσας, της καρδις, των βλεφρων, των χειλιν που πλλονται και του λα κοντ μου αγκλιασε τα δυο μαζ και τα φερε κοντ.
     Αγαπθηκαν ξαν και ξαν και ξαν παραδομνα σε μελωδες, χρματα κι αρματα στη γη και σ' ουρανος, ελεθερα απο ,τι τα χριζε, δυο χαμνες ψυχς στο στερωμα. Θα ζοσαν στον ουραν και στη γη ανμεσα στο καταφγιο που στειλε κποιος που τα εδε να κνουν ρωτα απελπισμνα στο χελος του θαντου.
     Αν χει τλος με ρωτς; Μλλον δεν χουν λα τλος πως μας μαθαν. Γιατ δεν χουν ουτε αρχ. Δεν εναι λα γραμμς, πς να το πω; Οτε κκλοι. Ψυχς, ιστορες, νθρωποι σα δντρα και σννεφα. Ποι τλος ψχνεις να βρεις πρα απ αν εναι η γννηση κι ο θνατος αυτ που ζητς... Ποι τλος; Πρασες καλ; Αυτ μετρ.

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers