Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Εκδοθέντες 

Μάλλιαγκας Πλάτων: Αποσπάσματα...

 

                             1. Η Εξαφάνιση Του Σύλλεκτη

                                                 Σύνοψη

     Ο 'Ανθιμος, ένας φανατικός συλλέκτης ορχεοειδών, άκουσε μια διήγηση του Πεντζίκη, σύμφωνα με την οποία απέκτησε κάποτε, για λίγη ώρα, πρόγευση ενός άχρονου κόσμου εξαιτίας κάποιου ταπεινού αντικειμένου, μιας κάλτσας. Τον είχε χτυπήσει κατά πρόσωπο, παρασυρμένη από τον άνεμο, την ώρα που εκείνος ρέμβαζε σε μια ταράτσα. Τότε, στην καρδιά του συλλέκτη γεννιέται η επιθυμία να αποκτήσει κι ο ίδιος ένα ανάλογο βίωμα, επιθυμία που εξελίσσεται σε εμμονή, άμεσα συνδεδεμένη με το ενδιαφέρον του για τις ορχιδέες.
     Όμως εξαφανίζεται απροσδόκητα, κατά τη διάρκεια μιας εξόρμησής του στο βουνό. Μέσα από την περιπέτεια της γυναίκας του, που απεγνωσμένα τον αναζητεί, ακολουθούμε τα αισθητά ίχνη της αγάπης του συλλέκτη για τα σπάνια αυτά λουλούδια, αλλά και τα αδιόρατα ίχνη που άφησε σ' αυτήν η συμβίωση μαζί του. Μετέχουμε στην απρόσμενη τροπή που παίρνει η πορεία της ζωής της, καθώς προοδευτικά διαπιστώνει ότι η αναζήτηση του άλλου μπορεί κάποτε να οδηγήσει στην επανεύρεση ενός χαμένου εαυτού. Το όνειρο και η αμεσότητα συχνά συγχέονται, παραμένοντας όμως και τα δύο τοπία της ίδιας αναζήτησης: του εαυτού και του άλλου. Παράλληλα, με αφορμή τις σημειώσεις του συλλέκτη, μαθαίνουμε για τις ορχιδέες, για τα μονήρη σπάνια άνθη των βουνών, τα οποία ανέκαθεν αποτελούσαν αντικείμενα πάθους και επίμονης αναζήτησης για πολλούς.

LUTEA ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΣΥΛΛΕΚΤΗ

Κάτω από τον αφρό των σεντονιών απλωνόταν το σώμα της. Κοιμόταν αδρανές ζεστό, και μονάχα οι πολυδαίδαλες σαν κύματα πτυχώσεις των σκεπασμάτων αισθητοποιούσαν την ανήσυχη ψυχή της, τα σπλάχνα που ποτέ δεν βρίσκουν ανάπαυση. Οι κόρες των ματιών της τρεμόπαιζαν, κυνηγιόντουσαν κάτω από τα βλέφαρα, μαρτυρώντας την παρουσία ονείρων, εικόνων που με ταχύτητα εναλλάσσονταν εκεί. Προβολές της μνήμης πάνω στην μέσα των βλεφάρων όψη, προβολές σαν φως, δημιουργίες εφήμερες:
Παρέα με τον 'Ανθιμο στη θάλασσα. Κολυμπούσαν απαλά σε μια επιφάνεια ατάραχη. Διαυγή τα ύδατα, ωστόσο έλιωναν τα σώματα μέσα τους. Έλιωναν και περιπλέκονταν σαν καπνός, σαν νεφέλες.
Εκείνος πλάι της σιωπηλός, σκεπασμένος μέχρι τα μάτια.
Το περιβάλλον γύρω της συνάθροιση μνημική τοπίων που γνώρισαν στα ταξίδια τους. Μια σύνθεση αστραπιαία που γρήγορα θα ξεχαστεί, μα που τώρα αποκτά υπόσταση, τοπίο το ίδιο πραγματικό με τα άλλα, το ίδιο υπαρκτό και για το λόγο αυτό, όταν ξεχαστεί, θα καταχωρηθεί μαζί με τ' άλλα, στα ίδια αρχεία εντυπώσεων. Όλα μαζί, εμπειρίες και όνειρα, συσσωρεύονται στη μνήμη της, αδιακρίτως περιχωρούνται, αλληλοκαλύπτονται, φυλάσσονται όπως τα θραύσματα των ναυαγίων κάτω από τις επιχωματώσεις των βυθών. Ώσπου κάποτε θα σβήσουν με τα χρόνια οι επιγραφές που ανάρτησε έξω από κάθε μνημικό ερμάρι, και δεν θα μπορεί πια να βεβαιώσει αν αυτό το τοπίο που αναθυμήθηκε άξαφνα, καθώς έβρεχε ένα πρωί το πρόσωπό της, ήταν τοπίο που σωματικώς κάποτε επισκέφτηκε ή ήταν μόνο δημιούργημα του πόθου κάποιας νύχτας. Τι σημασία έχει άλλωστε; Κανένα δεν ανταγωνίζεται το άλλο σε αλήθεια και διαύγεια. Αποτελούν όλα κομμάτια του πλούτου της, του αποθησαυρισμένου μέσα κόσμου της.
Εκείνος άλλαξε ανήσυχος πλευρό ίσως γιατί μέσα στο δικό του όνειρο μαχόταν με κενταύρους. Η κλίνη τους τραντάχτηκε.
Έπαιζαν τώρα στο νερό τα σώματα. Το φως τα λόγχιζε, ιρίδιζε πάνω τους, σκορπιζόταν γύρω. Κυματισμοί ζωηροί παντού. Υποκρίνονταν μια μεταξύ τους πάλη, παιχνίδι ερωτικό. Τάραζαν σαν παιδιά την επιφάνεια. Ο 'Ανθιμος την κυνηγούσε να της αφαιρέσει το επάνω μέρος απ' το μπικίνι. Του αντιστεκόταν, ξεγλιστρούσε γελώντας. Μα σαν κατάφερνε να την πλησιάσει, ίσα που πρόφταινε να χαϊδέψει την απαλή της κοιλιά. Στο νερό βαπτισμένα τα σώματά τους έλαμπαν πιο λευκά απ' ό,τι συνήθως. Μαρμαρυγές τα καταύγαζαν, μαρμαρυγές σαν δίχτυα που έτρεμαν πάνω στο δέρμα τους, μύριες τεμνόμενες αρτηρίες, διαδρομές του φωτός. Αποξεχάστηκε κοιτάζοντάς τον, θαυμάζοντας τα στιλπνά μαλλιά, τον μυώδη αυχένα. Έπαψε να αντιστέκεται, αφέθηκε στα χέρια του καθώς γελούσε.
Εκείνος αλλάζοντας πάλι πλευρό, τράβηξε το σεντόνι. Μέχρι τη μέση την ξεσκέπασε.
Και σαν βαρέθηκε να του ξεφεύγει και αφέθηκε, εκείνος απέσπασε απότομα το λάφυρό του, αφήνοντας τα στήθη της εκτεθειμένα στο ψυχρό νερό. Έπειτα ήρθε από πίσω της και άρμοσε το απαστράπτον σχήμα τους στις παλάμες του. Για λίγο την κράτησε έτσι, με την πλάτη της να ακουμπά στο στέρνο του, με τον ώμο της να στηρίζει το σαγόνι του. Κοιτούσαν μαζί ένα τοπίο ασαφές, ασχημάτιστο, που διαρκώς μεταβαλλόταν. Όμως σιγά σιγά ένοιωσε να την κυριεύει το ψύχος. Τα χέρια του της φάνηκαν αδύναμα να την ζεστάνουν πια. Επιθύμησε να κολυμπήσει, να τρέξει, να ζεσταθεί. Τίναξε το σώμα της και ξέφυγε. Καταδύθηκε απότομα καθώς το ψύχος μεγάλωνε ολοένα. Το φως δίστασε, έπαψε να την ακολουθεί σ' εκείνα τα βάθη. Έμεινε μοναχή σε σκοτεινούς βυθούς και κρύωνε.
Εκείνος άνοιξε τα μάτια, ήταν ξύπνιος πια. Είδε την γυναίκα του δίπλα ξεσκέπαστη, τα στήθη της να ριγούν. Τράβηξε τα σκεπάσματα ως επάνω στο λαιμό της. Τα τράβηξε απαλά.
Τα νερά έγιναν πάλι θερμά κι απ' το βυθό κοίταξε επάνω. 'Αρχισε να ανεβαίνει τώρα πίσω στο φως. Λίγο πριν αναδυθεί εντελώς είδε ένα πλατανόφυλλο ξερό που λικνιζόταν λίγα εκατοστά κάτω απ' την επιφάνεια. Περιέστρεφε τη ζαρωμένη του παλάμη στα ρεύματα ανέμελα καθώς τυλιγόταν με φως. Το άγγιξε. Η σάρκα του απαλή σαν να μην είχε αλωθεί ακόμα η υφή του από τον μαρασμό, παρά μόνο η μορφή του. Χαμογέλασε στο φύλλο έχοντας στέρεη εντός της την πεποίθηση πως διέθετε πρόσωπο, πως κατά κάποιο τρόπο εκείνο είχε καταλάβει ότι και η ίδια του έμοιαζε πολύ καθώς πλανιόταν έτσι μόνη μέσα στη θάλασσα των ενυπνίων.
Της τράβηξε απαλά τα σκεπάσματα μέχρι το λαιμό και τ' άφησε αθόρυβα. Ένα λεπτό χαμόγελο σχημάτισαν τα χείλη της κι ενώ ήθελε, δίστασε να τη φιλήσει φοβούμενος μη ραγίσει τις μέσα εικόνες. Σηκώθηκε. Από τις γρίλιες εισχωρούσε το φως δειλά, αχνό, φιλτραρισμένο, ωστόσο μάντευε πως έξω είχε τα πάντα κατακλύσει η ευδία.
Το πρωί της εικοστής Μαΐου, την Κυριακή, η Μυρτώ ξύπνησε κάπως αργά. Ήταν περίπου δέκα η ώρα, όταν για πρώτη φορά μισάνοιξε τα μάτια της. Αμέσως αντιλήφθηκε την απουσία του Άνθιμου. Απλώνοντας το χέρι στο χώρο του κρεβατιού δίπλα της, ένοιωσε τα σεντόνια κρύα. Ο 'Ανθιμος πρέπει να είχε σηκωθεί αρκετή ώρα πριν. Κανένας θόρυβος όμως δεν ακουγόταν από τα μέσα δωμάτια, ούτε φλιτζάνι να χτυπάει στο πιατάκι ούτε βήματα. Για καμιά βολτίτσα... σκέφτηκε και ξανάκλεισε τα βλέφαρα. Της άρεσε να χουζουρεύει έτσι τις αργίες για κανένα μισάωρο περίπου, μετά το ξύπνημα. Πέντε λεπτά ακόμα... μόνο πέντε λεπτά, έλεγε κι ύστερα πρόσθετε τα πεντάλεπτα μέχρι να βρει το σώμα της τη δύναμη να εγερθεί. Όταν επιτέλους το αποφάσισε, έριξε επάνω της μια μακριά πλεκτή ζακέτα και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα. Με τα μάτια ανοιχτά τόσο λίγο, όσο ακριβώς χρειαζόταν για να μην σκοντάψει πουθενά, έβαλε στο μπρίκι νερό για τον καφέ της. Τότε ήταν που στρέφοντας προς το τραπέζι είδε γραμμένο πάνω σε γαλάζια χαρτοπετσέτα το σημείωμα του 'Ανθιμου:
Στην Πάρνηθα για ένα λυχνάρι και το βραδάκι μαζί ξανά.
Φιλιά.
«Να ήταν περισσότερο σαφής μερικές φορές...», συλλογίστηκε, αλλά δεν είναι και λόγος αυτός για να ανησυχήσει κανείς. Η ταραχή και η αγωνία άρχισαν να μαίνονται πολύ αργότερα, κατά το βράδυ, όταν είχε ήδη σκοτεινιάσει χωρίς ακόμα να φανεί ο 'Ανθιμος. Κι όσο η ώρα περνούσε, τόσο μεγάλωνε η ανησυχία της, δίνοντας κάποιες στιγμές τη θέση της στον πανικό. Μέχρι τις δύο μετά τα μεσάνυχτα η ψυχική της κατάσταση είχε διαβεί από χιλιάδες διαφορετικούς δρόμους φόβου κι απελπισίας. Είχε καταλήξει πια να μην είναι η ίδια γυναίκα που το πρωί έπινε ήρεμα τον καφέ της στο μικρό μπαλκόνι έξω, αφήνοντας το θερμό ήλιο της μέρας να στέλνει ανεμπόδιστα χαρούμενες λάμψεις στη σκέψη. Τώρα έμοιαζε περισσότερο με τρόφιμο φρενοκομείου που δέρνεται μέσα σε άδεια δωμάτια. Περπατούσε διαρκώς πάνω-κάτω μ' ένα ύφος που συγκρατούσε ανάμεικτες την απορία και την τρέλα. Ξανάπαιρνε στα χέρια το σημείωμα, που το ξημέρωμα είχε διαβάσει τόσο ανύποπτη, και σαν να ήταν τώρα το κλειδί κάποιου μυστηρίου, το κοιτούσε από την καλή κι απ' την ανάποδη, απ' όλες τις πλευρές που θα μπορούσε κανείς να το εξετάσει. Έβλεπε πάνω εκεί, όχι λέξεις συνηθισμένες, αλλά παράδοξα σύμβολα που κάτι άλλο θέλουν να πουν πίσω από την πρώτη απατηλή τους μορφή. Το έσκισε κιόλας λίγο στις άκρες, απ' τα νεύρα της, φτιάχνοντας μικρούς χάρτινους σβόλους που τους πετούσε στο πάτωμα γύρω της αδιακρίτως. Του έκανε και κρόσσια στο επάνω μέρος. Το τύλιγε και το ξετύλιγε πάλι, σε διάφορα σχήματα και μετά το τσαλάκωνε μέσα στη χούφτα της για να το ισιώσει ξανά. Τριγυρνούσε στα δωμάτια χωρίς σκοπό. Σκόνταφτε μερικές φορές στα έπιπλα, όπως το έντομο πάνω στα τζάμια κι ύστερα καθόταν να δει τις ειδήσεις, που αρέσκονται να προβάλλουν με αιμοχαρή λαγνεία τα τροχαία ατυχήματα της ημέρας, μήπως και μάθει κάποιο νέο για τον άνθρωπό της.
...
                                    
                     (απόσπασμα Από Το 4ο Κεφάλαιο...)
      Εκδοτικός Οίκος ΕΣΤΙΑ 
     Έτος Έκδοσης 2003 
     Κατηγορία: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ
_________________________________________________

                              2.) Ο Νέος Που Ζούσε Στον Μύθο

                                                Σύνοψη

     «Είναι άραγε κακό να θέλω τη γυναίκα κάποιου άλλου που μόλις τα τίναξε;» Στέφανος Ποταμίτης. Ένας νεαρός, σχεδόν... γουντιαλενικός ήρωας. Ένας μοναχικός επαρχιώτης φοιτητής στην Αθήνα, βιβλιοφάγος, ντροπαλός κι αιθεροβάμων, που λαχταρά έναν ορίζοντα ανοιχτό μέσα στην οικονομική κι ερωτική ανέχειά του. Μια κακή... εύνοια της τύχης θα του προσφέρει στο διάβα του το προρτοφόλι ενός πλούσιου νεκρού κι ένα έρωτα κατλυτικό για τη νεαρή και μυστηριώδη χήρα. Θα τα καταφέρει ή θα παραμείνει μετέωρος; Υπάρχου λύσεις για τους πειρασμούς; Χιούμορ, ευαισθησία, ειρωνική διάθεση αλλά και στοχασμός πάνω στη μοναξιά, στη διαφυγή του ονείρου, στη σφοδρή επιθυμία συνάντησης με τον άλλο. Ενίοτε ένα πρωτότυπο παιχνίδι του φανταστικού με το πραγματικό. Κι ακόμη μια ενδόμυχη αγάπη για τους χυμούς της ελληνικής γλώσσας.

(απόσπασμα 1ον)

     ΒΓΑΙΝΟΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ ανασηκώνει το κεφάλι προς τον ουρανό να λουστεί στο φως. Ακτίνες, αρχαίος πλούτος εισχωρεί στους πόρους. Θερμός ήλιος, Λόγος δαψιλής, θέρος. Θέλει να περπατήσει στα χωράφια, να δει τα στάχυα εκεί που μεγαλώνουν. Καρπίζει στη συνείδησή του λόγος καινός. Ο άντρας που αφήνεται στο φως, στη λεπτότατη διασπορά του, στη διάχυση που αυγάζει ολόγυρα σε κύματα.
     «Οφθαλμός του ήλιου. Τίποτε κρυπτόν. ΕΙΜΑΙ κι αυτό δεν είναι μικρό πράγμα. Κατσουλιέρης, μικρό πουλί που θέλει να βρει το ταίρι του. Πες το, δεν είναι κακό. Θ ακολουθήσω την πρώτη που θα βρω, κι αν είμαι λίγο τυχερός, δε θα τις αρπάξω. Είμαι μια βρώμικη σκιά, η εικόνα της έλλειψης. Τροχιά ελλειπτική, σύνολο των λαθών μου, το καταδικό μου λάθος. Καμιά δε θα γυρίσει να με κοιτάξει. Την πρώτη είπα; Μα τούτη είναι γριά, τι μπορώ να της πω; Ντρέπομαι να την αντικρίσω, να καθρεφτίσω στην όψη της τη δική μου. Είπα και ξελέω. Όχι την πρώτη, μα την πιο θελκτική. Αυτή θα πάρω στο κατόπι. Κατά πως φαίνεται μπορεί να είναι και η τριτοτεταρτοπέμπτη. Νάτα που κουδουνίζουν. Κλιν, κλον! Τρεις χιλιάδες και κάτι ψιλά. Κάποιο τραίνο να πάρω. Στοιχίζει πιο φτηνά. Όπου δω σιταγρούς και κοντά τους βουνό, θα κατέβω. Ωχ, τα γράμματα! Δεν κοίταξα βγαίνοντας... Καλή μου μνήμη, μην μ' εγκαταλείπεις από τόσο νωρίς. Είμαι παιδί. Φως, άνθρωπος. 'Αμα στον Όμηρο ο άντρας είναι φως, τότε η γυναίκα τι είναι; Η γυναίκα τρεις φορές φως. Τούτη μου φαίνεται για μικροπαντρεμένη. Έχουν κάτι στα μάτια που το φωνάζει. Κάτι στο ντύσιμο. Αλλιώς βαστάνε τα πράγματα. Φορούν κοσμήματα. Με είδε. Τον είδα το μορφασμό σου, δε σ' αδικώ. Επικρατεί η συνήθεια να τα συγχωρούνε όλα στις όμορφες και δε σκοπεύω να την αλλάξω εγώ. Δε σ' αδικώ. Είδα στα μάτια της πλατιά ξεκάθαρη την αποστροφή. Τι να τις κάνεις όταν δεν μπορούν να δουν πιο μέσα; Τα στολίδια είναι ένα πέπλο, ένα σύννεφο που εμποδίζει την όραση. Δε σε κατηγορώ, μα με φουντώνει μια κακία ανεξέλεγκτη. Θυμήσου με κάποτε, όταν θ' αρχίσουν να πέφτουν τα δόντια σου. Θα ζαρώσεις κι εσύ, όταν εγώ θα είμαι ακόμα νέος.
     »Ω, Θεέ μου, τι όμορφη που είναι, παρ' όλα αυτά! Πού ξαπλώνει, ποιος τη χαίρεται, ποιος τυχεράκιας; Ζουζούνα! Όχι, πολύ κοινότοπο. Βρες... βρες κάτι άλλο γρήγορα. Πασχαλίτσα... φοραδίτσα... όχι, όχι... Γαλαζοπαπαδίτσα, Πετροπέρδικα, Μικροπουλάδα, Φαλαρίδα, Πετροτριλίδα, Καλημάνα, Λευκοσκαλίδρα, Μπεκατσίνι μου, Τρυγόνα... Να, που μου χρειάστηκε το λεύκωμα. Μόνο που ακόμα δεν μπορώ να τα πω φωναχτά. Όταν όμως το πάρω απόφαση, θα είμαι προετοιμασμένος μ' έναν πλουσιότατο κατάλογο προσφωνήσεων. Τρυγόνα μου πιστή... Λες να τους αρέσει; Ποιος να ξέρει; Πού να ρωτήσω; Τα βιβλία δε λένε αναλυτικά. Θα πρέπει να δοκιμάσω κι ύστερα να δω. Ο Πεντζίκης έλεγε «Κουακαλιμόκο», Θεός του πολέμου. Δεν είπε όμως αν έπιανε αυτό τελικά στα κορίτσια της παραλίας. Τότε που τον διάβαζα ήρθε στον ύπνο μου, αλλά ούτε και τότε μου απάντησε. Μου κουνούσε μονάχα το δάχτυλο κι έλεγε θαρρείς μαλώνοντάς με: Δεν υπάρχει χρόνος, μ' ακούς; Χρόνος, αισθητοποίηση του Πονηρού, μ' ακούς; Ήταν κάπου δυο χρόνια πεθαμένος... Μου είναι πιο εύκολο να μνημονεύω τους πεθαμένους, αλλά με τους ζωντανούς τι γίνεται; Δεν έχω τον τρόπο. Αδυνατώ να τους παραδεχτώ. Είμαι καλύτερος, λέω, και τους αποδιώχνω. Αισθητοποίηση του Πονηρού. Πώς ν' αγκαλιάσω έναν ολοζώντανο άνθρωπο, χωρίς να αισθάνομαι ότι σβήνω, ότι καταντώ ένα τίποτα απέναντί του; Με τέτοια υπερηφάνεια, πώς; Μήπως δεν είναι μόνο η απλυσιά που τις απομακρύνει; Μήπως... ω! Κι άλλη! Όμορφη, υπέροχα όμορφη! Έστω και με τα θαμπά χρυσάφια, Κλεοπάτρα... Πεταλουδίτσα μου, γύρνα να σε δω. Μικρούλα, ανήλικο. Δεκαεπτά, άντε δεκαοχτώ. Πάει ακόμα σχολείο, συγκρατήσου.
     »Πώς να κλειστεί το θαύμα μες στο χρόνο; Η ηλικία είναι ψέμα. Αισθητοποίηση του... Σ' ακολουθώ. Όχι, μη μπαίνεις μέσα. Όχι... Μάλλον θα ψωνίσει ένα πέμπτο μπλουζάκι κοντό. Έχει ήδη ένα πρώτο λίγο, ένα δεύτερο λιγότερο, ένα τρίτο περισσότερο, το τέταρτο μεσαίο το φορεί. Πού τα βρίσκουν τα χρήματα; Φοράνε κάτι ρούχα! Παιδεμός. Βασανάκια... Θα τυπώσω. Ζεστά, μπλε, σπαρταριστά, στη βιβλιοθήκη. Σαν χαμάλης είμαι, δεν πάει άλλο. Άμα τυπώσω καμιά διακοσαριά απ' αυτά, ακόμα και κικιρίκου να τους λέω, θα έρχονται, δεν μπορεί. Μα έτσι, πώς να εμπιστευτώ ότι κοιτάνε και πιο μέσα; Πιο βαθιά είμαι Κατσουλιέρης, φαίνεται; Όχι, δε φαίνεται. Έ, αϊ σιχτ... Πάει, μου κόλλησε. Είπα θα λέω κάτι καινούργιο, και πάλι τα ίδια. Τούρκος...» 
 
(απόσπασμα 2ον)

     ΜΕΤΑ ΤΟ ΦΑΓΗΤΟ έκανε ένα κρύο μπάνιο να ξεπλυθεί από την αλμύρα που συνέλεξε το σώμα του στη θάλασσα. Έπειτα κάθισε να διαβάσει τον Howking ξαπλωμένος στο κρεβάτι του. Για τρεις ολόκληρες ώρες βυθίστηκε με απόλαυση σε εμπνευσμένα ύδατα θεωριών αστροφυσικής. Αποξεχάστηκε σε τέτοιο βαθμό που αν κάποιος γκρέμιζε εκείνη τη στιγμή το μικρό του σπίτι, καταφέρνοντας να μην αγγίξει τον ίδιο, δε θα το έπαιρνε είδηση.
     Η ανάγνωση του φαινόταν σαν ταξίδι μυστικό, σαν περιπλάνηση στα μυθικά τοπία του σύμπαντος που είχε μάθει από παιδί να το αισθάνεται σαν την αριστουργηματική προέκταση του σμικρού του σώματος. Ταυτόχρονα του είχε λείψει πολύ η παλαιά του συνήθεια να καταβροχθίζει τις σελίδες σαν αχόρταγο βρέφος κι από την άλλη οι τελευταίες θεωρίες περί χρόνου τον άγγιζαν σαν αποκαλυπτικές αλήθειες του προσωπικού του μύθου. Τις ίδιες θεωρίες αυτός τις είχε ανιχνεύσει κατά το παρελθόν μέσα σε πλήθος άλλα άσχετα αναγνώσματα περασμένων αιώνων. Τις είχε ψηλαφίσει στα φιλοσοφικά και φυσικά κείμενα των αρχαίων, στα ιστορικά βιβλία, στα συναξάρια, στα λατρευτικά, δογματικά, ποιητικά κείμενα των βυζαντινών, στα παραμύθια, τις είχε αναγνωρίσει ζωντανές στις μύριες προφορικές παραδόσεις των λαϊκών ανθρώπων, στις ιστορίες, στην εμπειρία, στους θρύλους τους. Τελευταία φορά τις είχε συναντήσει ξεκάθαρα σε κάποιο βιβλίο του αγαπημένου του Ρώσου συγγραφέα, όταν ο επιληπτικός ήρωας περιγράφει κάποιες εμπειρίες που του χάριζαν οι δυνατές κρίσεις της ασθένειάς του, όταν ξαφνικά φτάνει στη συνειδητοποίηση της φράσης: και χρόνος ουκέτι έσται. Και να, τώρα έρχεται η Φυσική, τελευταία και καταϊδρωμένη να πει: συμφωνώ, το λένε κι οι εξισώσεις. Τελευταία, ανύποπτη, εντελώς αδιάβαστη, κακομοίρα και παρ' όλα αυτά με ύφος προμηθεϊκό, νομίζοντας πως κομίζει νέες πρωτόφαντες αλήθειες. Η αλαζονεία του ανθρώπου που δεν ξέρει πώς να σκουπιστεί.
Πριν τον πάρει ο ύπνος με το βιβλίο στα χέρια, ακολούθησε με υποταγή τους συνειρμούς του και συλλογίστηκε:
     Περί χρόνου και του πώς ο άνθρωπος παρατηρώντας το φως των μακρινών γαλαξιών, το οποίο επισκέπτεται τον γαλάζιο πλανήτη μας ύστερα από ταξίδι εκατομμυρίων ετών, στην ουσία παρατηρεί το σύμπαν όπως ήταν κατά το παρελθόν.
     Περί καμπυλότητας χωροχρόνου και του πώς η πιο σύντομη διαδρομή μεταξύ δύο σημείων είναι η καμπύλη.
     Περί γεωδαισικών καμπύλων και του πώς το πιο σύντομο διάστημα μεταξύ του ιδίου και της Σοφίας αποδείχτηκε η κυρτή διαδρομή που περνούσε από το θάνατο του συζύγου της.
     Περί των κροσσών συμβολής και του πώς το φως της αγάπης, που εκπέμπει ένα πρόσωπο, διαχέεται μέσα από πολλές διαφορετικές υπάρξεις ταυτόχρονα, ακριβώς όπως κάθε ηλεκτρόνιο περνά κάθε φορά κι από τις δύο σχισμές στο πείραμα του διαφράγματος.
     Περί συνθέσεως των παραμικρών σε μέγεθος σωματιδίων από τριάδες άλλων μικρότερων με το όνομα «κουάρκς». Όνομα πού, όπως έλεγε ο παραπληγικός ερευνητής, αντλήθηκε από κάποια αινιγματική φράση του Joyce.
     Περί αντιστοιχίας των ονομάτων των κουάρκς με τη δική του πραγματικότητα.
     Έξι παραλλαγές κουάρκς που ονομάζονται αρώματα: Ως άρωμα εξαίσιο βιώνει ο Στέφανος από παιδί, παρ' όλες τις καθημερινές αντιξοότητες, το δώρο της ύπαρξης.
     'Aρωμα πρώτο: «επάνω»
Η ενδόμυχη επιθυμία του να κυριαρχεί στα άτομα.
     'Aρωμα δεύτερο: «κάτω»
Η παλαιά του αθέλητη συνήθεια να ηττάται εξ' ολοκλήρου από κάθε γοητευτική γυναικεία παρουσία.
     'Aρωμα τρίτο: «παράξενο»
Ο τρόπος διαβίωσής του κατά την άποψη πολλών γειτόνων και συμφοιτητών.
     'Aρωμα τέταρτο: «γοητευτικό»
Η παρουσία του -μετά την εύρεση του πορτοφολιού- κατά κοινή ομολογία συμφοιτητριών κι αγνώστων γυναικών που συναντούσε στο δρόμο του.
     'Aρωμα πέμπτο: «κορυφή»
Η πιθανή κατάκτηση της Σοφίας που βιώνεται εκ των προτέρων με τη φαντασία ως θριαμβευτική κορύφωση της προσπάθειάς του.
     'Aρωμα έκτο: «πυθμένας»
Η πιθανή αποτυχία του να την κερδίσει που βιώνεται ως απειλή θανάτου, ήτοι ποντισμού του στον πυθμένα του ατελέσφορου.
     Περί των τριών χρωμάτων των κουάρκς, συλλογίστηκε: «Το χρώμα του σώματος της κάθε γυναίκας ένας ορίζοντας κρυμμένος από την πρωινή των υδάτων εξάτμιση. Ζητάει να εξερευνηθεί καθώς η ατμόσφαιρα θα καθαρίζει, όταν η ώρα θα πλησιάζει μεσημέρι».
     Περί της μυστικής γοητείας που ασκούσε πάντοτε στην ψυχή του η φράση του Προυστ: «Καμιά φορά στο σκοτάδι καθυστερούσε μια γυναίκα».
Περί υπάρξεως αντισωματιδίων και ίσως, κατ' επέκταση, αντιανθρώπων και αντικόσμων.
     Περί της πιθανότητας ο Ευγένιος να μην είναι νεκρός άνθρωπος αλλά ο ίδιος ο αντιεαυτός του που αν τον αγγίξει να χαθούν κι οι δυο ακαριαία μέσα σε μια δυνατή λάμψη φωτός. Όμως ο Ευγένιος, κατά κάποιον τρόπο, τον είχε ήδη αγγίξει όταν συνέτασσαν τις ψευδείς επιστολές.
     Περί ανταλλαγής βαρυτονίων μεταξύ των σωμάτων και της πιθανότητας η λατρεία του για τη Σοφία να μην είναι παρά αποτέλεσμα μιας τέτοιας σχέσης. Αλλά αν συνέβαινε αυτό, δε θα έπρεπε ο ίδιος να μειώσει τη δική του εκπομπή, ώστε το ποθούμενο πρόσωπο να πέσει κυριολεκτικά επάνω του εξ' αιτίας της βαρυτικής έλξης; Με ποιο τρόπο είναι κάτι τέτοιο εφικτό; Ερχόμενος μήπως σε επαφή μαζί της κι ύστερα αποφεύγοντάς την ώστε να την κάνει να τον κυνηγήσει εκείνη;
     Περί ασυμπτωτικής ελευθερίας των σωματιδίων, που αν και δύσκολο να ανιχνευτούν, ωστόσο τους επιτρέπεται να έχουν μια σαφώς καθορισμένη ύπαρξη. Κατά έναν ανάλογο τρόπο δεν ανιχνεύεται και η παρουσία των νεκρών στη ζωή μας και κατ' επέκταση η παρουσία του Ευγένιου στη δική του;
     Περί υποδοχής. Πώς τον υποδέχτηκε η νεαρή υπηρέτρια το πρωί και πώς αργότερα; Πώς τον ξεπροβόδισε αφού πρώτα του είχε δώσει το τηλέφωνο της Σοφίας; Σε όλες τις περιπτώσεις η απάντηση ήταν: ευγενικά, με επαγγελματική ευσυνειδησία.
     Περί διαλόγου. Πώς συνδιαλέχτηκε με τη Σοφία και ποιες δυνάμεις αλληλεπιδρούσαν κατά τη συνομιλία τους. Απάντηση: δυνάμεις ενοχής, κυριαρχίας, εξουσίας, ήττας, ελευθερίας, έρωτος.
     Περί γοητείας. Πώς τον κοιτούσαν οι νεαρές στην παραλία και ποιες δυνάμεις αλληλεπιδρούσαν; Απάντηση: έκπληξη, απορία, μαγνητισμός, έλξη, βαρύτητα, μείωση από μέρους του εκπομπής βαρυτονίων, απώθηση, ναρκισσισμός, αδιαφορία, λιποψυχία, αταξία.
     Περί ανθρωπικής αρχής. Αν το σύμπαν επειγόταν να δημιουργήσει τον άνθρωπο, κατά συνέπεια επειγόταν να δημιουργήσει και τη Σοφία. Γιατί όμως το σύμπαν επείγεται σε μια δεδομένη στιγμή να καταστρέψει τον Ευγένιο; Απάντηση: Για να αναγεννήσει τον Στέφανο.
     Περί των σκέψεων που έκανε στον μικρό κόλπο κοντά στο Σούνιο.
 α) Αν η θάλασσα είναι η παλαιά μας πατρίδα, αν απ' αυτήν προερχόμαστε όλοι, τότε οι προπάτορες της Σοφίας και οι δικοί του ίσως ήταν πλάσματα νηκτικά.
 β) Γι αυτό το λόγο αγαπάει τόσο τη θάλασσα ο Στέφανος;
 γ) Αν το ποσοστό των γυναικών που αντιστοιχεί σε κάθε άντρα επάνω στον πλανήτη είναι της τάξεως του 2,5 προς 1, σύμφωνα με τις στατιστικές, τότε ποιος γλεντάει με το ποσοστό του Στέφανου; Σίγουρα κάποιος χαίρεται πέντε γυναίκες ταυτόχρονα, τη στιγμή που ο ίδιος δεν έχει καμία.
 δ) Συνειδητοποιώντας την κατάφωρη αδικία που περιγράφεται παραπάνω, οργισμένος σήκωσε ένα βότσαλο από την παραλία και το πέταξε με δύναμη στη θάλασσα.
 ε) Ευχόταν το βότσαλο αυτό να έβρισκε κατευθείαν στο κεφάλι τον άντρα με τις πέντε γυναίκες.
 ζ) Γέλασε με τον εαυτό του και κατέβαλε προσπάθεια ν' αποδιώξει από την καρδιά του τέτοιες εμπαθείς επιθυμίες.
.........................................................................................................
(απόσπασμα από το 16ο κεφάλαιο)
                                                       
Εκδόσεις: Νέα Σύνορα-Λιβάνη

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers