Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Διαδικτύου 

Γκρατσιέλα-Ευρυδίκη Nτε Σάλβο: Για Σένα...

 

             Τέλος 

Μένεις... φεύγεις... έρχεσαι...
Ρακένδυτη η αγάπη σου.

Φοβάσαι την αλήθεια.
Προσπαθείς ακόμα να ξεφύγεις.

Καθόρισε διευκρίνισε τον σκοπό σου.

Το μόνο που βλέπω στα μάτια σου
Είναι να μου κηρύσσεις τον πόλεμο.
Οι ελπίδες μου ακυβέρνητο καράβι.

Τα μάτια μου σύννεφο χωρίς βροχή.

Φρουρός ακοίμητος ο ύπνος
Δεν υπάρχεις πια στα όνειρα μου.
Γύρισες... λες μετάνιωσες.

Ο ήλιος έδυσε θυμωμένος έφυγε.
Ηλθε η ώρα να αποσυρθείς...
Για πάντα...

   Μαρμαρωμένα 
Bασίλεια

Τα φτερά μου άνοιξα και πέταξα
σε κόσμους μαγικούς αθέατους
με συντροφιά μου τους αητούς.

Μαρμαρωμένοι πρίγκιπες θωρούν
Παλάτια από το χρόνο ξεχασμένα
Με μάτια απλανή και πέτρινα.

Κουρασμένοι γίγαντες τα όνειρα τους
Αιώνια, απεγνωσμένη δίνουν μάχη

Με αθάνατους, σκληρούς Τιτάνες.

Κοφτερά σπαθιά, αποκεφάλισαν

Όλες τις ελπίδες που απέμειναν
Θεοί με λανθασμένες κρίσεις.

Βαρύ το τίμημα της καταδίκης
Έστειλε τους ήρωες στην εξορία
Με τη ψυχή τους γυμνωμένη.

Ο ουρανός σκοτεινός απέραντος
Πετρωμένα βασίλεια σκέπασε
Μέσα στη δύση της σιωπής.


         'Αβυσσος

Τη βλέπω κάθε μέρα, κάθε νύχτα...

Όταν δεν τη βλέπεις στο σκοτάδι

Αυτή σε ακολουθεί...

Έχει αγκαλιάσει μέσα της βαθιά

τη Σιωπή...

Φορά ένα άρωμα πολύ μεθυστικό

Ακατανίκητο...

Λέει ότι πούλησε τον άγγελο της,

Για ένα όνειρο...
Λέει ότι δεν είναι αυτή που φαίνεται,

Απλησίαστη...

Λέει ότι ξέρει όλα όσα λέγονται,

Τα ψέματα...

Λέει ότι δε βρίσκει πουθενά,

Τη αυτοεκτίμησή σου...

Λέει ότι μπορεί να γυρίσει το θυμό σου
Σε βουβά δάκρυα...

Λέει ότι θα κάνει το χαμόγελο σου

Πανικό...

Λέει ότι θα κάνει όλη τη ζωή σου,

Αποτυχία...

Λέει ότι ήλθε το πλήρωμα του χρόνου,

Φόβος...

Λέει ότι στιγμή δε θα σ' αφήσει,

Μοναξιά...

Λέει ότι κι αν διαβάζεις τ' άστρα,

Υπόσχεση...

Λέει ότι ακόμα κι αν κρυφτείς σε τρύπα,
Πλημμύρα...

Λέει ότι κι αν τραβάς καλά κουπί,

Τρικυμία...

Λέει ότι μπορεί να γιατρέψει την αρρώστια,

Θάνατος...

Λέει ότι μπορεί να σου πάρει τη λύπη

Πόνος...

Σε κοιτά κατάματα, σε οδηγεί

'Aβυσσος.

Κι εσύ λες:

Έχει τη σοφία και το θάνατο

Μες στα θεϊκά της μάτια.

   Ψεύτικος Kόσμος

Κάθε νύχτα με μάτια ανοιχτά
Kοιτάζω την άχαρη ζωή μου

Ακαθόριστη, χωρίς σκοπό

Με νόημα ανύπαρκτο.

Τί είναι αριστερά τί είναι δεξιά

Τί είναι λάθος, τί σωστό

Δε μπορώ να ξεχωρίσω

Να το σώμα μου, να η σκιά μου
Αλλά πού είναι η ζωή μου;


Η ζωή είναι γεμάτη γλύκα

Μα το περίβλημα της όλο πίκρα

Μέρα τη μέρα βαδίζω

Φοβάμαι να κοιτάξω πίσω

Φοβάμαι ακόμα να προβλέψω

Σε κάθε βήμα σταματώ

Kι αναρωτιέμαι, να προχωρήσω;

Σκέφτομαι... κοιτάζω ολόγυρα.

Όλοι είναι τόσο αδιάφοροι,

Τόσο ψεύτικοι, τόσο απόμακροι.

Κλείνω τα μάτια φοβισμένη

Κι αέρας παγωμένος με κυκλώνει

Κανείς δεν αποπνέει ζεστασιά

Κανένας δε μ' αγγίζει

Τα μάτια μου ν' ανοίξω

Τί είναι αριστερά, τί δεξιά

Τί είναι λάθος, τί σωστό;

Δε μπορώ να ξεχωρίσω

Γιατί... είναι όλα ψεύτικα

    Απογοήτευση

Όνειρα τριανταφυλλένια

Χαμένα μες στη νύχτα

Νούφαρα πληγωμένα

Στη λίμνη βυθίστηκαν


Ζωντάνεψαν οι θρύλοι
Το μίσος, η αγάπη,

Πιασμένα χέρι-χέρι

Στη φωτιά περπάτησαν

 

Δυνατός αγέρας φύσηξε

Μακριά πήρε τα σύννεφα

Η βροχή δεν ήρθε

Τα δέντρα γονάτισαν

Κατάλευκες γαρδένιες

Δίχως άρωμα

'Αδειες χαμένες ψυχές

Κι αυτές μαράθηκαν

 

Μαγευτικές ακρογιαλιές

Γλάροι αφτέρουγοι

Πληγωμένα δελφίνια

Χωρίς κύμα μείνανε

 

Χρυσαφένιες ακτίνες

Από τον ήλιο φύγανε

Κι οι ζεστές ημέρες

Για πάντα παγώσανε.

          Αντίθεση

 

Έφυγες γιατί νομίζεις σε αδίκησα

Και σε κλουβί μέσα σ' έβαλα

Να σ' έχω κλειδωμένο.

 

Μα σκέψου λίγο τί μου έδωσες

Λόγια αόριστα, ατέλειωτα,

Γεμάτα υποσχέσεις.

 

Ανήκω άραγε στις σκέψεις σου;

Μες στο αδιόρατο χαμόγελό σου

που χάνεται στο πλήθος;

 

Όλες οι σκέψεις με φοβίζουν

Τις διώχνω ώσπου να μην υπάρχει

Τίποτα να φύγει.


Αν όλ' αυτά είχες να δώσεις

Λυπάμαι... δε μου φτάνουν

Θέλω ακόμα κι άλλα.

 

Με μπερδεύεις, με φορτίζεις

Είσαι στα λόγια μου αντίθετος,

δεν παίρνω μιαν απάντηση.

Σε προκαλώ μ' ερωτήσεις,
Να μου δώσεις απαντήσεις

Να διώξω την αμφιβολία.

 

Το τι θέλεις δε με νοιάζει

Πάρε τη βροχή μου, φύγε

Τη λησμονιά σε μένα άσε.


Μη με παρεξηγείς...
Στη λύπη είμαι άτρωτη,
Μέχρι το βόλι στόχο να βρει!

  
                       Κύκλος  
  
           Ρυάκια του μυαλού οι σκέψεις,
           Θεόρατα βουνά οι μνήμες
           Βουβοί σπασμοί οι πόνοι
           Ακούγονται βαθιά στο σώμα.

           Ζωές αμαρτωλές στιβάχτηκαν
           Πιθάρια γεμάτα από στάχτη
           Ζητούν εξαγνισμό με δάκρυα
           Πέφτουν, βουλιάζουν, χάνονται

           Πουλιά χωρίς φτερά τα όνειρα
           Δεν μπορούν πια να πετάξουν
           Θάλασσα δίχως κύματα
           Κι όμως η τρικυμία υπάρχει.

           Αρμονία, ηρεμία, ακαμψία
           Αχτίδες ήλιου απ' άλλο κόσμο
           Δένονται μαζί και τρέχουν
           Μα δεν μπορούν να ησυχάσουν

           Πράσινα φύλλα, κίτρινα φύλλα
           Της ζωής αρχή και τέλος
           Ανοίγει-κλείνει αδιάκοπα
           Απέραντος μεγάλος κύκλος.

 Ανεκπλήρωτο Όνειρο
  
Ποτέ τα χείλη μου δεν άγγιξαν
τα χείλη τα δικά σου.

Ποτέ το σώμα μου δε χάθηκε
στην αγκαλιά σου τη ζεστή.

Ποτέ τα χέρια μου δε χάιδεψαν
τα λατρευτά σου χέρια.

Ποτέ τα μάτια μου δεν κοίταξαν
το βλέμμα σου το βελουδένιο.

Ποτέ η καρδιά μου  δεν ακούμπησε
στο στέρνο το δικό σου.

Ποτέ η ανάσα μου δεν ενώθηκε
με τη δική σου ανάσα.

Ποτέ τα δάκρυα μου δε βρέξανε
τ' άγνωστο πρόσωπο σου.

Ποτέ τ' αφτιά μου δεν ακούσανε
το ερωτικό ψιθύρισμα σου.

Ποτέ τα σώματα μας δεν ενώθηκαν,
για μια μοναδική φορά.

Ποτέ δεν θα ονειρευτώ ξανά...
Ποτέ, ποτέ, ποτέ!

  Λευκός 'Ανεμος  
  
Χαμένη σε λευκό ορίζοντα
Προσπάθησα να ζωγραφίσω
Ένα ουράνιο τόξο

Κατάλευκη, παγωμένη, ζεστή
Μια αγάπη πονεμένη
Καίει μέσα μου δε σβήνει

Αιώνια παγόβουνα κι ο άνεμος
Έχουν φωλιάσει μέσα μου
Και κάνανε λευκό τον ήλιο

Ανείπωτη, απέραντη,
μικρή γαλάζια θάλασσα
μέσα μου κουβαλάω

Στο βάθος της λευκά μαργαριτάρια
Κατάλευκα κοχύλια και κοράλλια
Λευκά σαν τη ψυχή μου.

Λυσσομανά ο άνεμος χτυπά
Τα κύματα σηκώνονται πελώρια
Γίνονται κάτασπρα καθώς αφρίζουν

Με γλύφουν με σμιλεύουν σαν το βράχο
Μου δίνουν το δικό τους σχήμα
Του πόνου τη σφραγίδα

Το σώμα μου δεν έχει χρώμα
Καταρρέει χλωμό κι αδύναμο
Γίνεται πάγος, τοπίο χιονισμένο

Παλεύει με τα κύματα όσο μπορεί
Μα είναι πια ανώφελο γιατί...
Ο άνεμος είναι πιο δυνατός.

        Η Σειρήνα

Σα προσπεράσεις τη σιωπή,

Δώσε της χαιρετίσματα.

Σα συναντήσεις τη χαρά,

Μη σταθείς, μα φύγε γρήγορα.

Καβάλησε το άτι της σιωπής

Πήγαινε ως του γιαλού την άκρη.

Εκεί θ' ακούσεις, μια φωνή,

Ένα παράξενο, γλυκό τραγούδι.

Είναι η ζωή που σε καλεί,

Μια πεντάμορφη σειρήνα.

Μια πλάνη στο ακρογιάλι,

που σε καλεί απελπισμένα.

Μη της δώσεις τη χαρά,

Μη πιστέψει, ότι την άκουσες.

Μείνε κει να την ακούς,

Μα δείξε αδιαφορία, άγνοια.

Προχώρα μες στη θάλασσα,

Και να πας πολύ βαθιά.

Κοίτα στον απέραντο βυθό

Και πάρε μόνο ένα βότσαλο.

Κοίταξε το καλά, πρόσεξε το.

Είναι ίδια με σένα, μόνο του

Μες στην απεραντοσύνη...

          Προδοσία  
  
Θα είμαι πάντα ενάντια
                   Στο ψέμα σου.
Θα είμαι πάντα αδιάφορη
                  Στο πρόβλημα σου
Θα είμαι πάντα απόμακρη
                  Στον πόνο  σου
Θα είμαι πάντα πέτρινη
                  Στην ικεσία  σου
Θα είμαι πάντα σκληρή
                  Στη μετάνοια  σου
Θα είμαι πάντα αλύγιστη
                  Στο δάκρυ  σου
Θα είμαι πάντα ο εφιάλτης
                  Στα όνειρα  σου
Θα είμαι πάντα παρούσα
                  Στην απουσία  σου
Θα είμαι πάντα τυφλή
                  Στη παρουσία  σου
Θα είμαι πάντα ήρεμη
                  Στην αγωνία  σου
  
Θα είμαι πάντα τόσο παγωμένη
      Που η καφτή προδοσία σου
             Ποτέ να μη με λυώσει

        Ανταύγειες
  
  Ανταύγειες στη θάλασσα
  Του ήλιου οι αχτίδες
  Ανταύγειες στα μάτια σου
  Όλες μου οι ελπίδες.  
  
  Ανταύγειες στην έρημο
  Μια όαση μικρή
  Ανταύγειες στα χείλη σου
  Το κάθε σου φιλί.  
  
  Ανταύγειες στον ουρανό
  βροντές και αστραπές
  Ανταύγειες στο βλέμμα σου
  Αμέτρητες χαρές.
  
  Ανταύγειες στα δένδρα
  Σταγόνες της βροχής
  Ανταύγειες τα δάκρυα σου
  Στα βάθη της ψυχής
  
  Ανταύγειες στο χώμα
  Όμορφες τριανταφυλλιές
  Ανταύγειες οι λέξεις σου
  Τροφή για τις ψυχές.  
  
  Ανταύγεια στον αγέρα
  Μια Θεία ευωδιά
  Ανταύγεια η ανάσα σου
  Βάλσαμο στη καρδιά.

Ανθρώπινες Αδυναμίες

 

Το ψέμα ζεις στ' όνειρο,

Ξυπνάς, μπρος σου η αλήθεια.

Τυφλός όντας, δε βλέπεις,

Τα χρώματα αδιάφορα.

 

Δεν ακούς τα λόγια μου...

Θ' άκουγες  τη μαρτυρία μου,

Αν διάβαζες τα χείλη μου.

Φτερά δεν έχεις να πετάξεις.

 

Καλύτερα ν' ακούσεις τον αγέρα.

Και τα πουλιά να φτερουγίζουν.

Πρόσωπα καμωμένα από πέτρα.

Τα βλέπω... τα φαντάζομαι...

 

Λέω πως είναι άγγελοι.

Η πέτρα σπάζει το μυστήριο,

Τα όνειρα μου τσαλακώνονται,

Γίνονται χαρτιά σκισμένα.

 

Σημάδια ψάχνω για να βρω

Ψηλά εκεί στ' αστέρια.

Πρωτόγνωρη, άυλη μαγεία

Έρχεται και με τριγυρίζει.

          Σπασμένο "Σ' Αγαπώ"

 

Γυαλιά σπασμένα στις χούφτες μου κρατώ

                      Τα άδικα σου λόγια

Τα χέρια μου τινάζω για να φύγουν

                      Μα αυτά δε ξεκολλούν


Οι πληγές βαθαίνουν ανοίγουν ολοένα

                      Το αίμα φεύγει

Οι φλέβες μου αδειάζουν το σώμα βαραίνει

                      Το τέλος έρχεται

 

Τα μάτια μου θολά δε βλέπουν

                      Κλείνουν αργά... αργά...

Η ψυχή μου πάει να βγεί να φύγει

                      Ανάλαφρη αισθάνομαι

 

Μα ξάφνου ακούω τη φωνή σου

                      Ήρεμη θλιμμένη

Τα δάχτυλα μου ανοιγοκλείνω γρήγορα

                      Τα γυαλιά πετάνε

 

Τα μάτια μου ανοίγω, βλέπω καθαρά

                      Τη γλυκειά μορφή σου

Το αίμα σταματά αμέσως να κυλά

                      Κλείνουν οι πληγές

 

Σε βλέπω σε αγγίζω σε αισθάνομαι

                     Και μόνο ψιθυρίζω: "Σ' αγαπώ"

            ΜΠΟΡΕΙΣ;

Χιλιάδες όπλα, άρματα πολέμου

Στο κεφάλι μου μέσα πολεμάνε.

Τη σκέψη μου άγρια σκυλιά φυλάνε.

Μέγα βασίλειο, βουβοί φύλακες
και τα σκυλιά συνέχεια κοιμούνται.

Ξέρω ότι θα μπείς να τη διαβάσεις.

Όλα δικά σου, όλα για σένα
Μα η σιωπή δεν ήρθε που υποσχέθηκες.
Όμως εξαφανίστηκα για να νικήσεις.

Το γέλιο μου έπαψε να ζει
γιατί το χαμόγελο σου έσβησε.
Χ
άθηκε ό,τι πολύτιμο για μένα.

Σιωπηλός θυμός τα δάκρυα μου
Στεγνώσανε στην έρημο της μοναξιάς.
Την αλήθεια μόνο ζήτησα.

Στέκεσαι μπροστά μου αμίλητος
Γιατί πιστεύεις ή νομίζεις
ότι θα ζητήσω μακριά να φύγεις.

Μόνο αν μπορούσες τον πόνο μου,
Μαζί να πάρεις... μπορείς;

Μπορείς κάτι να θυσιάσεις,
χωρίς να χάσεις τίποτα...; ΜΠΟΡΕΙΣ;

        Εγκατάλειψη

  Ιστορίες για την πίστη
  Που σε σένα έδωσα... Πολλές.
  Υπήρξανε σα σελίδες κενές...
  Από βιβλίο που δε γράφτηκε.

  Μυστικά, βαθιά  κρυμμένα,
  Στο φως να βγουν ζητήσανε,
  Μα η ψυχή μου δεν τ' άφησε
  Την άρνηση φοβήθηκε.

  Πίστεψες ότι προσπάθησες
  Να είσαι ο σωτήρας μου
  Μα συνέχεια αναρωτιέμαι
  Την αλήθεια δεν τη βλέπεις;

  Μου λες ότι εγώ έχω κάνει
  Όλα τα όνειρα μου γκρίζα
  Μα... πόσο  γελασμένος είσαι αλήθεια.
  Ισχυρίζεσαι ότι τον πόνο μου.

  Μόνο συ μπορείς να νιώσεις
  Το θεωρείς όμως παράλογο
  Κοντά μου συ να μείνεις.
  Μη μου φέρεσαι σαν ξένος

  Αυτό είναι άδικο για μένα
  Η πίστη μου είναι μεγάλη
  Όσο παράλογη κι αν είναι...

       Γλυκειά Zωή...

Έρχεται η νύχτα σβήνει το φως,
Έρχεται η μέρα ο ήλιος λάμπει.
Μια κλεψύδρα η ζωή μας,
Που γεμίζει κι αδειάζει.

Ο χρόνος αμείλικτος κυλάει
Οι μέρες μας σαν ηλιαχτίδες
Μονότονες, αδέκαστες περνούν
Σκορπίζοντας μικρές ελπίδες.

Μικρή ανεξίτηλη σφραγίδα
Η κάθε μας μικρή χαρά
Τη ζούμε τη λατρεύουμε
Γιατί είναι μόνο μια φορά.

Όσο κοιτάμε πίσω μας
μας κυνηγά η νοσταλγία
τα όνειρα μας γίνονται
πιο απίθανα, πιο λίγα.

Δάκρυα, ατέλειωτα, πικρά
χαμένα μες τον χρόνο
ανάμεσα στα δάχτυλα κυλούν
αφήνοντας μια σκόνη μόνο.

      Αναλαμπή...

'Aλλη μια μέρα έφυγε,
Γοργή σαν αστραπή,
Με πήρε, με παρέσυρε
Στης λήθης τη σιωπή.
  
Γοργά κυλά ο χρόνος
Τρέχω κι εγώ μαζί
Με σμίλεψεν ο πόνος
Μαρμάρινο φιλί.
 
Ψάχνω να βρώ εμένα
Στον πόντο τον βαθύ
Τα μάτια μου θλιμμένα
Βρίσκουνε μια πληγή
  
Υπάρχει τάχα αγάπη
Που να 'ναι δυνατή
Ή είναι όλα απάτη
Θάνατος και χαρά μαζί;
 
Τη γύρεψα, τη φώναξα
Με τρέμουσα φωνή
Μα όσο κι αν τη ζήτησα
Ήταν αναλαμπή!

                   Παράπονο  
  
  Σε γνώρισα όταν εσύ ήθελες να παίξεις,
  Δε με πήρες ποτέ στα σοβαρά,
  Αληθεια, ψέμματα,ψέμματα ,αλήθεια
  Μπήκα στη ζωή σου, αλίμονο!

  Προσπάθησα, μάταια να σου δείξω,
  Ότι εγώ, δεν ήθελα να παίξω,
  Δεν ήθελα να με μισήσεις,
  Ήθελα μόνο λίγη από την προσοχή σου.

  Εκλεψες τη ψυχή μου, τόσο εύκολα,
  Σαν να ήταν ένα μουσικό κομμάτι
  που εύκολα πετάς τη φαλτσα νότα.

  Ακούγεται υπερβολικό αυτό, θα πεις,

  Μα ρώτησε, μια φορα και μένα...
  Μέσα μου βρέχει, πλημύρισε η ψυχή μου
  Δεν αφησε τίποτα σε σένα το πέρασμα μου
  Μονο μια μακρινή ανάμνηση, θολή.

  Εσύ είσαι μακριά, σε φόντο σκοτεινό,
  Δε μπορώ να τον διαπεράσω
  Και αυτό είναι που τόσο με πληγώνει.
  Εγώ δεν ήθελα κανένα να πληγώσω

  Αν σ' έχω πράγματι πληγώσει,
  Θα ήθελα να γύρναγε ο χρόνος πίσω,
  Ποτέ να μην το είχα κάνει.
  Συγκινημενη, ερωτευμενη και πολύ...
  Θλιμμένη.

             Φαντασία Μου
  
  Η  φαντασία μου τρανή και ματαιόδοξη,
  Ξέρεις απόψε τι ζητά; Εσένα!
  Μπροστά στα μάτια μου η μορφή σου,
  Πλανεύει τη ματιά μου, τη ψυχή μου.
  Σ' ακούω, σε βλέπω, σε αισθάνομαι,
  Με όλες μου τις αισθήσεις, μέσα μου...
  Απλώνω τα χέρια μου, σε αγγίζω...
  Το σώμα σου είναι ζεστό, καφτό...
  Και είναι αυτό που με ταράζει πιο πολύ.
  Κολάω πάνω σου, σε νιώθω να ριγάς...
  Μα πιο πολύ ριγώ εγώ και χάνομαι
  Από το μεθυστικό αντρίκιο άρωμά σου.
  Τα χέρια σου τυλίγουν το κορμί μου ,
  Απαλα, γλυκά σαν τον κισσό,
  που γλυστρά και αγκαλιάζει όλο το δένδρο.
  Τα χείλη μας ενώνονται γλυκά
  Σ' ένα τρυφερό, απαλό, αέρινο φιλί.
  Ζαλίζομαι... μεθώ από τα χείλη σου.
  Γαντζώνομαι, κρεμιέμαι πάνω σου,
  Και τα χείλη μου ανοίγουν σαν μπουμπούκι,
  Κάτω από τα δικά σου αγαπημένα χείλη,
  Με σφίγγεις τόσο δυνατά, που αισθάνομαι,
  Τα στήθη μου να λειώνουν, να συνθλιβονται,
  Πάνω στο δυνατό, ατσαλένιο στέρνο σου.
  Ταράζομαι τόσο πολύ, ανοίγω τα μάτια
  Κοιτάζω  σα χαμένη γύρω μου...
  Τρέμω ολόκληρη από τη λαχτάρα,
  Μα είναι μόνο η φαντασία μου...

        Προσμονή

Ουράνια, γαλάζια, θεϊκή μορφή
Ανάμεσα στα σύννεφα, γερμένη
Περίμενες να πάρεις μια ψυχή
Κοντά σου να τη φέρεις.

Ήσουνα κάθε μέρα εκεί
Και δεν έψαξες, δε ρώτησες
Να μ' εντοπίσεις...
Σε περίμενα...

Σε περιμένω κάθε μέρα...
Όμως εσύ δεν έρχεσαι ποτέ
Και ούτε μένα αφήνεις...
Κοντά σου να πετάξω

Να 'ρθω να γείρω απαλά
Μέσα στην αγκαλιά σου
Να νιώσω την ανάσα σου
Πάνω στο πρόσωπό μου

Σα πρωινή αύρα δροσερή
Το χάδι σου θείο, τρυφερό
Το άγγιγμα σου -Θεέ μου-
Το περιμένω να 'ρθει, το ζητώ

Μη μ' αφήσεις άλλο να περιμένω...

         Σιωπή

Ο κόσμος ειν' απέραντος
και η ζωή μικρή,
ζωή στα σώματα υπάρχει,
μα η ψυχή κενή.

Ο νους στη λήθη χάνεται
οι σκέψεις του βουβές.
Λόγια που δεν ειπώθηκαν,
ιστορίες που 'μειναν κρυφές.
 
Τα μάτια κάμερες τυφλές
δε βλέπουν τα στερνά
πλάνα τραβάν αθέατα,
κομμάτια της ζωής θολά.
 
Χείλη στεγνά κι αμίλητα
Κουράστηκαν πολύ
Να περιμένουν χρόνια
Ένα μοναδικό φιλί.

Ζωή μικρή θεόσταλτη
παλεύει να κρατηθεί,
από ελπίδα ψεύτικη,
θέλει μα δε μπορεί.
 
Ν' ακούσουν ήθελαν
μια θεία μουσική.
Το μόνο που ακούστηκε:
Απέραντη σιωπή!!!

     Νύχτα Ατέλειωτη...

Νύχτα βαρειά ατέλειωτη...
Ατέλειωτη βαρειά κι η μοναξιά.
Σκέψεις πολλές, σκέψεις τρελλές...
Πολλές κι οι παραισθήσεις.

Ποτάμια μέσα μου κυλούν...
Χείμαρρος ορμητικός οι λέξεις.
Φτάνουν  στο στόμα, μα δε βγαίνουν...
Από τον πόνο πνίγονται...

Θέλουν να βγούν μα τι να πούν;
Ξέρουν ότι πέφτουν στο κενό,
Σε βάραθρο ανήλιο ζοφερό.
Ξεράθηκε ο λαιμός βουλιάζει η ψυχή
Κι ένα ατέλειωτο "γιατί",
Τον νού μου  πλημμυρίζει.

Αξίζει άραγε να ζω, να ζω χωρίς ελπίδα;
Τριγύρω μου  όλα είναι ωχρά...
Τους χάθηκε το χρώμα...
Προσπάθησα  πολλές φορές
Να τους το δώσω πίσω...
Μα αυτά δεν ήθελαν  κι ο κόπος άδικος  χαμένος.

Σκοτεινή, αιώνια αυτή η νύχτα...
Ακόμα και τ' αστέρια χλώμιασαν να προσπαθούν,
Λίγο φώς για να της δώσουν.
Κι εγώ εξαντλημένη κι άυπνη
Κουράστηκα να τα κοιτάζω...
Ώρες ατέλειωτες βουβές...
Ανίκανη να τα παρηγορήσω,
Αφού και το δικό μου φώς
Στη δύση του έχει φτάσει.

         "μη με λησμόνει"

Στα χέρια μου κρατώ "μη με λησμόνει".
Τα κοιτάζω, τα μυρίζω, τα παρακαλώ.
Θέλω να μείνουν ανθισμένα, δροσερά,
Να μην μαραίνονται ποτέ...
Να έχουν το άρωμα τους όλο...
Το χρώμα τους να μη χαθεί...

Να μείνει σαν τον ουρανό,
Με κείνο το γλυκό μενεξεδί,
Το σούρουπο σαν φτάνει.

Πόσο θα ήθελα να τους μιλήσω,
Να τους πω πράγματα ανείπωτα,
Που ούτε στον εαυτό μου έχω πεί.

Στα ντελικάτα τους ανθάκια σκύβω.
Τα φιλώ, γεύομαι τη δροσιά τους,
Δίνω το είναι μου, ζητάω χάρη...


"Μην αφήσετε ποτέ να λησμονηθεί
Μια τόσο μεγάλη αγάπη
"!!!

       Η Έρημος Μου

Ερημος...
Χίλιες φωνές αντηχούν στ' αφτιά μου...
Μα δεν ακούω τίποτα...
Πολλοί είναι εδώ μπροστά μου
Μα δε βλέπω κανένα

Ο ήλιος με τυφλώνει...
Τσουρουφλίζει το γυμνό και διψασμένο σώμα μου
Αλύπητα το δέρνει ο λίβας
Τα χείλη μου ξεραίνονται, σκάνε απ' τη δίψα

Τα πόδια μου λυγάνε από την κούραση
Αραγε πόσο θα αντέξω ακόμα;
Σωριάζομαι στην άμμο...
Σέρνομαι, κουλουριάζομαι...
Προσπαθώ να προχωρήσω...
Τα χέρια μου ματώνουν
Τα μάτια μου θολώνουν, σβήνουν...

Περπάτησα πολύ για να σε βρώ
Σαν όαση μέσα στην ερημη ζωή μου...
Μα πάνω που είπα πως σε βρήκα
Σε βλέπω, σε πλησιάζω,
εσύ χάνεσαι σαν αντικατοπτρισμός
στην ατέλειωτη έρημό μου...

                    Μοναξιά

Aέρας φυσάει απαλά τα σύννεφα.
Σχήματα πολλά αλλάζουν, τρέχουν...
Με ζαλιζουν, όπως φεύγουν.
Θα ήθελα πολύ να πήγαινα μαζί τους,
Να δω όλ' αυτά που δεν γνωρίζω,
Να γνωρίσω αυτά που μου λείπουν.

Πόσο θάθελα να πετούσα μαζί τους σε κόσμους μαγικούς.

Τρικυμία στη ψυχή μου, βούρκωσαν τα ακρογιάλια των ματιών!
Ατέλειωτη, απέραντη η μοναξιά μου.
Θολώνει ανελέητη τα μάτια κι η καταιγίδα μέσα μου ξεσπά.
Ξεχειλίζει από τα μάτια κι η γεύση της στα τρεμάμενα χείλη μου ακουμπά.
ΜΟΝΑΞΙΑ!!! Έγινε η μοναδική μου συντροφιά...
Ισως θα πρέπει να είμαι καλή μαζί της, για να την εχω παντοτεινά.

         Το Όνειρο

Χθες πάλι σ' ονειρεύτηκα
Και ήταν ένα όνειρο γλυκό
Μα και πικρό μαζί.

Στεκόσουν και με κοίταζες

Με αλλοπαρμένο βλέμμα,
Πού μέσα του έβλεπα πολλά
Μα πιο πολύ απ' όλα
Τις καταιγίδες που έρχονταν...

Τα χείλη σου σιγότρεμαν...
Μα έμεναν κλειστά, βουβά.
Δεν ήθελες να μου μιλήσεις.

Σε κοίταζα... περίμενα...

Περίμενα ν' αρχίσουν οι αστραπές.
Βροντές, φωτιά, νερό, χαλάζι.
Μα  τίποτα δεν έγινε!

Σε κοίταζα και ήθελα τόσο να σου φωνάξω:

"Μη με κοιτάζεις έτσι άλλο πια!
Θα λύσω τώρα τα μαλλιά.
Θα έλθεις να με πάρεις
";

            Σκοτάδι


Γκρεμίστηκαν τα κάστρα της αλήθειας,

Παντού κυριαρχεί το ψέμα.

Χλωμές δυνάμεις τριγυρνούν,

Σε περιβάλλον απατηλό αέναο.


Δυνατές φωνές, γεμάτες αγωνία,

Ζητούν εξαγνισμό και λύτρωση.

Απόηχος ξερός τα ουρλιαχτά μας.

Βογκούν στο διάβα μας οι πέτρες.


Κουράστηκαν τα χείλη μας,

Συγγνώμη συνέχεια να ζητούν.

Κινούμενη άμμος τα βήματα μας,

Τα όνειρα μας λουλούδια μαραμένα.


Γοερό το κλάμα μας ακούγεται,

Ηχώ που δεν μπορεί να σταματήσει.

Το κύμα, στην ακρογιαλιά,

Πίσω μας πάντα έτρεχε... μας κυνηγούσε.

 

Κατόρθωσε και νίκησε το χρόνο.

Τώρα πια δε λέμε «καλημέρα»,

«καλησπέρα», «καληνύχτα», «σ' αγαπώ»,

Το ύστατο φιλί δε δώσαμε.

 

Μια σκιά, δύο ή τρεις,

Όλες χάνονται γιατί...

Σχήμα δεν έχει το σκοτάδι...

     Νοσταλγία...

Ήλθε η 'Aνοιξη.
Ξαναγεννιέται η φύση,
μα μέσα μου...
απέραντος, ατέλειωτος χειμώνας.

Ανέτειλε ο ήλιος.
Ζεσταίνεται η πλάση,
μα η καρδιά μου...
βαθύ σκοτάδι, παγωμένο.

Λουλούδιασε ο κάμπος.
Μοσχοβολιά παντού,
μα η ψυχή μου...
μούχλα, βαριά, αβάσταχτη.

Από τα χείλη μου
λείπει η δροσιά
ξεράθηκαν κι άνοιξαν
σαν το χώμα της ερήμου.

Τα δάκρυα κοκάλωσαν
στα μάτια μου,
στέγνωσαν τ' ακρογιάλια
των ματιών.

Μου λείπει η συντροφιά σου
τα λόγια τα γλυκά
που πλάνευαν τ' αφτιά  μου.
Μου λείπουν οι στιγμές οι μαγικές
που έκαναν να τρέμει
το κορμί μου.

Χωρίς εσένα είμαι
ένα μικρό κλαράκι,
που το σπάζει ο άνεμος
το παρασέρνει η καταιγίδα
φεύγει χάνεται...
χωρίς καμιάν ελπίδα.

                            Για Σένα

Δροσιά απ' αγριολούλουδα, θα μαζέψω να σου φέρω,
μοσχοβολιά απ' τα χείλη σου, αντάλλαγμα θα ζητήσω.
Θα παρακαλέσω την αύρα να 'ρθει να σου χαιδέψει,
τα λακάκια που έχεις δίπλα στα χείλη σου.
Να πάρει μαζί της τα χείλια μου, κρυφά να σε φιλήσω.

Στη μέρα γρήγορα θα πώ, σαν αστραπή να φύγει,
της νύχτας το γοργό και μαύρο άτι να στείλει.
Θα καβαλικέψω και θα πώ σιγά-σιγά να τρέχει,
να κάθομαι να σε κοιτώ όλη τη νύχτα αχόρταγα,
καθώς ο ύπνος ο ξελογιάστης, σφιχτά, γλυκά θα σε κρατάει.

Θα ζητήσω από το πιο μεγάλο μουσουργό, τραγούδι να με κάνει
κι όταν το τραγουδας, συνέχεια, στα χείλη σου να βρίσκομαι
να παίρνω την ανάσα σου, μ' αυτη να ζώ αιώνια.
Καθρέφτη μαγικό θα βρώ, να τάξω τη ζωή μου
τ' αστραφτερό, βελούδινο, βαθύ σου βλέμμα για να κλείσει,
να το 'χω και να με θωρεί, ώσπου για πάντα τα μάτια μου να κλείσω.

Δρόμο θα πάρω, θα διαβώ, βουνά, γκρεμούς, ποτάμια,
για να 'βρω ΑΥΤΟΝ, που τη χαρά και τη ζωή κρατάει,
για να του πώ:
"Χάρισ' τα σ' αυτόν που αγαπώ να ζει μες στη χαρά...
... ποτέ να μη λυπάται
"!

                      Σε Aισθάνομαι...

Σε αισθάνομαι σαν το αίμα που κυλά στις φλέβες μου.
Σε αισθάνομαι σαν τους χτύπους της καρδιάς μου.
Σαν την δροσερή αύρα που απαλά χαιδεύει το πρόσωπο μου.
Σαν το ξεραμένο χώμα την απρόσμενη βροχή.
Σαν το αγέρι που φυσάει και ανεμίζει τα μαλλιά μου.
Σαν την τρικυμισμένη θάλασσα τον δυνατό αέρα.
Σαν το δένδρο που του πέφτουν τα φύλλα από τα κλαδιά.
Σαν τα καυτά δάκρυα που κυλούν στα μάγουλα μου.
Σαν το άρωμα απο εκατόφυλλο τριαντάφυλλο.
Σαν την αγαπημένη μου σονάτα που συνέχεια ακούω.
Σαν το φτερούγισμα της καρδιάς μου,μέσα στο στήθος μου.
Σαν το νερό που τρέχει στα μαλλιά μου όταν λούζομαι.
Σαν το λουλούδι την μελισσα πάνω στην γύρη του.
Σαν την αυγή που πρώτη τον ήλιο αντικρύζει.
Σαν τα σύννεφα που την βροχή αιώνια κουβαλανε.
Σε αισθάνομαι με κάθε τρόπο που υπάρχει...
Αλλά τα λόγια ειναι λίγα...

       Ο Καθρέφτης Του Εγωϊσμού

Πικρό βαθύ κι αξιοκατάρατο το πείσμα σου,
η γνώση σου μεγάλη αλλ' ανήμπορη να νιώσει,
αυτο που τόσα χρόνια είναι διαλεγμένο,
να διαφεντεύει και να κυβερνά τον κόσμο.

Κάθε ματιά κάθε παλμός καρδιάς το ανασταίνει,
μα εσυ σπαθί εωσφόρου, το τρυπάς και το πεθαίνεις.
Σου δίνουν την αγάπη απλόχερα για να τη ζήσεις,
μα τη πετας σα σκουπίδι βρωμερό, ανάμεσα στα ρόδα.

Τον αέρα σκίζει η ματιά σου και τρυπά το βράχο,
παίρνει ζωή από τη φλόγα της, πετρώνει το καλό.
Δυνάστης και πολεμιστής ο νούς, παλεύει,
χωρίς ποτέ να νιώσει, ν' αγαπήσει την ειρήνη.

Ατσάλινη η ψυχή, ανίκανη να δώσει τη συμπόνια,
κι η κατανόηση άγνωστη σ' αυτήν, καθώς κι η συγχώρεση.
Νεκρή κι άψυχη η καρδιά, που αγάπη δε γνωρίζει,
στο σαβανο της μοναξιας, για πάντα μένει τυλιγμένη.

---------------------------------------------------------------------------------------------

                                     Μια Αληθινή Ιστορία
  
 -"'Αντε πάλι", μουρμούρισε νευριασμένα η Λουτσιάνα κι εκλεισε με δύναμη το βιβλίο που κρατούσε στα χέρια της. Σηκώθηκε από την μπερζέρα, όπου καθόταν βουτηγμένη αναπαυτικά στα μαλακά μαξιλάρια, πήγε άνοιξε την μπαλκονόπορτα και βγήκε εξω. Ο δροσερός αέρας την έκανε να διπλώσει τα χέρια της μπροστά στο στήθος της και να τυλίξει με τα χέρια τα γυμνά της μπράτσα. Τώρα ακούγονταν πολύ δυνατά και καθαρά οι φωνές, η μουσική, τα τραγούδια καθώς ο αέρας τα έφερνε πιο κοντά. "Τί στο καλό... δεν κρυώνουν αυτοί οι άνθρωποι; Βέβαια έχουνε τις φωτιές αλλα έχει κρύο πως να το κάνουμε", μουρμούρισε πάλι.
     Ανασηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της, για να δει καλύτερα πέρα από τον φράχτη, που προστάτευε την αγροικία γύρω-γύρω σε ακτίνα πεντακοσίων περίπου μέτρων. Ολοι οι εργάτες που είχε ο παππούς της, έμεναν σε σπίτια, έξω από την αγροικία που τους είχε παραχωρήσει κι αυτοί διασκέδαζαν με αυτόν τον τρόπο. Η Λουτσιάνα δεν είχε πάει ποτέ να δεί πως διασκεδάζουν κι είχε μεγάλη περιέργεια. Ο παππούς της όμως το 'χε απαγορέψει "Α! δε γίνεται... τούτη τη φορά θα πάω", και μπήκε μέσα στο δωμάτιο της αποφασισμένη να κάνει το μεγάλο βήμα. Φόρεσε τα αθλητικά της παπούτσια, έρριξε ένα μεγάλο σκούρο σάλι πάνω στους ώμους κι άνοιξε την πόρτα του δωματίου της. Έβγαλε το κεφάλι έξω από την πόρτα, αφουγκράστηκε για λίγο, κοίταξε δεξιά κι αριστερά και μετά προχώρησε προσεκτικά προς την μεγάλη και πλατειά σκάλα. Κατέβηκε αργά και διασχίζοντας το μεγάλο χολ το ίδιο προσεκτικά, άνοιξε σιγά-σιγά την πόρτα, ίσα που χωρούσε να περάσει, και γλίστρησε έξω σαν σκιά.
     Έβαλε το σάλι της στο κεφάλι, τυλίχτηκε καλά μέσα σ' αυτό κι έτρεξε προς την μεγάλη αυλόπορτα. Ευτυχώς το φεγγάρι ήταν ολόγιομο κι έφεγγε αρκετά, πράγμα που τη διευκόλυνε να βλέπει που πάει. Βγήκε έξω από την αυλόπορτα προχώρησε λίγα βήματα προς τις φωτιές και μετά στάθηκε: "Μήπως δεν κάνω καλά;" σκέφτηκε. O δισταγμός της όμως ήτανε στιγμιαίος κι αποφασιστικά ξεκίνησε πάλι ανοίγοντας το βήμα. Δεν άργησε να φτάσει στον καταυλισμό που αποτελείτο από μικρά αλλά γερά νιόχτιστα σπιτάκια που σχημάτιζαν ένα πολύ μεγάλο κύκλο. Μες σ' αυτό το θεόρατο κύκλο οι άνθρωποι που κατοικούσαν εκεί είχαν ανάψει φωτιές. 'Αλλοι καθόνταν γύρω απ' αυτές κι έπιναν ή τραγουδούσαν, άλλοι όρθιοι χόρευαν ενώ παίζανε μουσική με κιθάρες κι άλλα αυτοσχέδια μουσικά όργανα.
     Η Λουτσιάνα πλησίασε κι άλλο. Κανείς δεν την είχε πάρει είδηση. Έμεινε να κοιτάζει με θαυμασμό μια νεαρή γύναικα που χόρευε. Το λεπτό ύφασμα από το φόρεμά της κολλούσε πάνω της αναδεικνύοντας έτσι το λυγερό αλλά γεμάτο καμπύλες κορμί που το λύγιζε με μεγάλη δεξιοτεχνία και χάρη. Οι περισσότεροι άντρες την κοίταζαν με πόθο καθώς χτυπούσαν τα χέρια τους στον ρυθμό της μουσικής. Χωρίς να το καταλάβει, έβγαλε το σάλι και πλησίασε λίγο ακόμα. Αποροφημένη από αυτό που κοίταζε δεν πήρε είδηση κάποιον άντρα που τη πλησίασε από πίσω. Έσκυψε πάνω της και της είπε δυνατά στο αφτί.
 -"Ποιά είσαι συ";
     Η Λουτσιάνα, τινάχτηκε τρομαγμένη και γυρίζοντας πισωπάτησε, ενώ από την τρομάρα της έβγαλε μια μικρή φωνή. Ο νεαρός άντρας, έγυρε το κεφάλι του πίσω γελώντας δυνατά. Εμεινε να τον κοιτάζει σαστισμένη, γιατί αναγνώρισε τον νεαρό που ήταν στους σταύλους με τ' άλογα. Όμως κι αυτός μόλις έφερε το κεφάλι του μπροστά κι είδε ποιαν είχε μπροστά του σταμάτησε να γελά.
 -"O! Signorina! Scusate mi! Δεν σας κατάλαβα"! Η Λουτσιάνα δεν μίλησε. Τί να έλεγε άλλωστε; Το μόνο που την ενδιέφερε αυτή τη στιγμή ήταν να μη μάθει τίποτα ο παππούς της. "Μα...τί γυρεύετε 'δω";
 -"Σε παρακαλώ... μη πεις στον παππού μου ότι μ' είδες εδώ".
     Ο άντρας την κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω, όχι με τόσον αθώο ύφος, που η Λουτσιάνα δεν το είδε καθώς προσπαθούσε να καλυφτεί με το σάλι.
 -"Ενταξει, δεν θα πω τίποτα αλλά μη φύγετε... ελάτε να σας κεράσω λίγο κρασί".
 -"Όχι, όχι ευχαριστώ... πρέπει να φύγω τώρα".
 -"Μα γιατί;" επέμεινε αυτός. "Είπαμε δεν θα πω τίποτα, κάντε μου κι εσείς μια χάρη".
 -"Σου είπα όχι, δεν πίνω", είπε εκνευρισμένη από την συμπεριφορά του κι έκανε να φύγει. Τότε αυτός με γρήγορη κίνηση, την έπιασε από το μπράτσο και συγκρατώντας τη, τη γύρισε προς το μέρος του.
 -"Πού πας; Δεν μας καταδέχεσαι τώρα"; Η Λουτσιάνα τάχασε.
 -"Τί κάνεις; Αφησέ με!" του είπε θυμωμένη.
 -"Αααααα! Όχι! Δεν θα ξεχάσω εύκολα αυτό που είδα απόψε!" Το κρασί φαίνεται τον είχε αποθρασύνει.
 -"Και τί θέλεις τώρα; Τί ζητάς από μένα; Μήπως θέλεις χρήματα; Πες μου πόσα θέλεις κι εγώ θάρθω αύριο να σου τα δώσω, μόνον άσε με να φύγω".
 -"Ετσι ε; Με τα βρωμολεφτά σου νομίζεις ότι καθάρισες"; Το χέρι του έσφιγγε τώρα δυνατά το μπράτσο της και τη πονούσε. Ξαφνικά άρχισε να μην αισθάνεται και τόσο καλά... Μεγάλος φόβος τη κυρίεψε.
 -"'Αφησε με αμέσως, γιατί θα το μετανιώσεις", είπε με φωνή που έτρεμε και μάταια προσπαθούσε να την κανει σταθερή.
 -"Γιατί; Τί θα κάνεις; Θα το πείς στο γέρο;" είπε αυτός ειρωνικά.
 -"'Αφησέ με σου είπα, κτήνος! 'Αφησέ με!" Οργισμένη προσπαθούσε να ελευθερώσει το χέρι της, ενώ αυτός γελούσε θριαμβευτικά. Στα τελευταία λόγια της σταμάτησε να γελά και την τράβηξε κοντά του, τόσο που ένιωσε το κορμί του ν' αγγίζει το δικό της και την καυτή ανάσα του που μύριζε κρασί, να καίει το πρόσωπο της. Μάταια προσπαθούσε να ελευθερώθεί από το δυνατό σφίξιμο. Τα δάχτυλά του λες κι ήταν από ατσάλι.
 -"Να κάνουμε μια συμφωνία;" της είπε στο αφτί. Αηδιασμένη από την άσχημη αναπνοή του, επιστρατεύοντας όλη της την δύναμη σήκωσε το άλλο χέρι της και τον χτύπησε δυνατά στο πρόσωπο.
 -"Να! Για να μάθεις!" και με μιαν απότομη κίνηση, ελευθέρωσε το χέρι της κι έφυγε τρέχοντας όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Αυτός έμεινε να την κοιτάζει αποσβολωμένος, καθως χανόταν μες στο σκοτάδι της νύχτας.
     Ολη τη νύχτα η Λουτσιάνα δεν έκλεισε μάτι. Σκεπασμένη ολόκληρη με την κουβέρτα, έτρεμε σαν το φύλλο στο ξεροβόρι, μη μπορώντας να ξεπεράσει το σοκ. "Τον άτιμο, μου ρίχτηκε σαν να ήμουν καμμιά πόρνη. Όμως δε μπορώ να το πω στον παππού γιατί θα θυμώσει πάρα πολύ που πήγα εκεί". Αυτό σκεφτόταν συνέχεια και θύμωνε με τον εαυτό της γι' αυτή την απερισκεψία. Ο λόγος του παππού της ήταν σαν νόμος κι έτρεμε στη σκέψη ότι θα μπορούσε να το μάθει. Τον σεβόταν, τον αγαπούσε πολύ και δεν θα ήθελε να τον στενοχωρήσει. Εμεινε ξάγρυπνη μέχρι το ξημέρωμα, μέχρι πού ήρθε πια ο ύπνος να τη λυτρώσει από την αγωνία και τον φόβο.

 -"Τί έχεις κοριτσάκι μου; Είσαι καλά"; Τα μάτια του Αλεσάντρο, τη κοίταξαν ανήσυχα.
 -"Καλά είμαι παππού", είπε η Λουτσιάνα κι αφοσιώθηκε τάχα στο κόψιμο της μπριζόλας, που δεινοπαθούσε μες στο πιάτο της. Την κοίταξε δύσπιστα, ήπιε μια γουλιά κρασί κι είπε:
 -"Τότε γιατί δεν πήγες σήμερα ιππασία";
 -"Γιατίίίί... γιατί... να! Διάβαζα μέχρι αργά ένα βιβλίο που 'χε ενδιαφέρον κοιμήθηκα πολύ αργά κι ετσι άργησα να ξυπνήσω. Αν θέλεις ρώτησε και την Ντόνα".
 -"Α! Εντάξει τότε", είπε καθησυχασμένος αυτός. "Θα πάω το απόγευμα στην πόλη, θέλεις να έρθεις μαζί";
 -"Ναι! Θα το ήθελα πολύ, θέλω να αγοράσω κι ένα βιβλίο".
 -"Εγινε λοιπόν! Πάω να ξεκουραστώ λίγο και στις πέντε να είσαι έτοιμη να φύγουμε". Σηκώθηκε, τη πλησίασε και σκύβοντας τη φίλησε στο μέτωπο. Η Λουτσιάνα του χαμογέλασε.
 -"Καλή ξεκούραση παππού".   
     Την άλλη μέρα έπρεπε να κάνει ιππασία και για να γίνει αυτό ήταν αναγκασμένη να πάει στους σταύλους με τ' άλογα. Με βαρειά καρδιά ντύθηκε και κίνησε για τους σταύλους. Θα πήγαινε να πάρει το άλογο χωρίς να ειδοποιήσει να το ετοιμάσουν, με την ελπιδα να μην έχει την συνάντηση που ήθελε να αποφύγει. Σαν έφτασε και πήγε να μπει μέσα για να πάρει το άλογο της, άκουσε κάτι περίεργες φωνές που την έκαναν να σταθεί για λίγο διστακτικά. Οι φωνές όμως πάλι ακούστηκαν κι αυτή τη φορά ξεχώρισε πως ήταν γυναικείες φωνές που μοιάζανε λίγο με φωνές πόνου. Γεμάτη περιέργεια μπήκε μέσα και προχώρησε στον διάδρομο που ήταν τ' άλογα. Τώρα οι φωνές ακούγονταν καθαρά κι έρχονταν από το βάθος που ήταν οι ζωοτροφές. Στο τέλος του διαδρόμου, στην στροφή πάνω, σταμάτησε κι έβγαλε μόνο το κεφάλι της για να δει τι συμβαίνει. Τα μάτια της γούρλωσαν από το θέαμα που αντίκρυσε κι ευτυχώς πρόλαβε να βάλει το χέρι στο στόμα, πνίγοντας τη φωνή που πήγε να βγάλει.
     Ο Σύλβιο (έτσι λέγανε τον νεαρό σταυλίτη), με κατεβασμένο παντελόνι, είχε ξαπλώσει πάνω στα δεμάτια από σανό το κορίτσι που είχαν για τις δουλειές του σπιτιού κι ετσι όρθιος μπανόβγαινε μέσα της άγρια μουρμουρίζοντας προστυχόλογα. Αυτή φώναζε, τον ικέτευε να κάνει πιο σιγά, αλλά αυτός τίποτα. "Θεέ μου, μα είναι μόνο δεκάξι χρονών. Αν το μάθουν οι δικοί της θα τη σκοτώσουν", σκέφτηκε. Σαστισμένη όπως ήτανε στράφηκε να φύγει και τότε έγινε το κακό: Ο Τσίκο, το άλογο της, την αναγνώρισε και χλιμίντρισε χαρούμενα. Ετρεξε κοντά του για να τον καθησυχάσει αλλά ήδη ήταν πολύ αργά. Ο Σύλβιο ανέβασε όπως-όπως το παντελόνι και βγήκε τρέχοντας. Μόλις είδε τη Λουτσιάνα χαμογέλασε ειρωνικά και πήγε προς το μέρος της φτιάχνοντας επιδεικτικά το παντελόνι του.
 -"Μπα, μπα... τί βλέπω; Αποφάσισε η κοντέσα να μας τιμήσει με την παρουσία της";
     Η Λουτσιάνα τον κοίταξε περιφρονητικά και γύρισε το κεφάλι, αποφεύγοντας να του απαντήσει, χαϊδεύοντας το άλογο της. Δειλά-δειλά παρουσιάστηκε κι η Μπιάνκα με κατεβασμένο το κεφάλι, πέρασε κοντά από τη Λουτσιάνα, ενώ έτρεμε προφανώς από φόβο. Ξαφνικά και χωρίς να το περιμένει κανείς, γύρισε κι έπεσε στα πόδια της.
 -"Σας παρακαλώ signorina μη πείτε σε κανένα τίποτα... σας παρακαλώ θα με σκοτώσουν άμα μάθουν τι έκανα". Τα δάκρυα τρέχανε ποτάμι από τα μάτια της και το κορμί της τρανταζόταν από λυγμούς. Αγκάλιασε τα πόδια της Λουτσιάνα κι αρχισε να φιλά τις μπότες της. Η Λουτσιάνα τα 'χασε για μια στιγμή, μετά έσκυψε, τη σήκωσε και τη καθησύχασε.
 -"Μη φοβάσαι, από μένα δεν έχεις να φοβάσαι τίποτα, πήγαινε τώρα".
 -"Grazie signorina mille grazie! Εισαστε τόσο καλή" είπε με τρεμάμενη φωνή κι άρπαξε το χέρι της γεμίζοντας το με φιλιά.
 -"Έλα πήγαινε τώρα", είπε αυτή τραβώντας το χέρι της. Η κοπέλα έφυγε τρέχοντας λεγοντας συνέχεια "Ευχαριστώ!".
 -"Πολύ συγκινητικό!" είπε ειρωνικά αυτός.
 -"Ναι, είναι... και τώρα ετοίμασε το άλογό μου", είπεν αυτή τόσον ήρεμα που κι η ίδια απόρησε με τον εαυτό της. Η αλήθεια ήταν ότι δεν τον φοβόταν πια, απλά τον σιχαινόταν και το μόνο που την απασχολούσε ήταν η Μπιάνκα. Το πρόσωπό του αγρίεψε και πλησιάζοντας λίγο ακόμα της είπε με σφυριχτή φωνή:
 -"Κοίτα μη μου κάνεις εμένα την αρχόντισα. Αν μαθευτεί κάτι για την μικρή, έτσι κι αναφερθεί τ' όνομά μου, να ξέρεις ότι δεν θα είμαι τότε και πολύ διακριτικός, κατάλαβες; Θα τα πώ όλα στο γέρο"! Τότε αυτή γύρισε και στην κυριολεξία τον κεραυνοβόλησε με τη ματιά της.
 -"Ετοίμασε τ' άλογο μου και σταμάτα να λες έτσι τον παππού μου! Χάρη σ' αυτόν έχεις δουλειά"!
 -"Ναιιι... ωραία δουλειά"!
 -"Αν δεν σ' αρέσει να φύγεις".
 -"Καλάάάά..." και χωρίς άλλη κουβέντα της ετοίμασε το άλογο κι η Λουτσιάνα έφυγε.
     Καβάλησε τον Τσίκο κι έφυγε γρήγορα από την αγροικία. Το άλογο έτρεχε κι εκείνη βυθισμένη στις σκέψεις της δεν κατάλαβε πως είχε φτάσει στην λιμνούλα που είχε μέσα το απέραντο κτήμα του παππού της. Ο Τσίκο σταμάτησε λαχανιασμένος και χλιμίντρισε φέρνοντάς τη στην πραγματικότητα. Κοίταξε γύρω της ξαφνιασμένη, χάιδεψε τον λαιμό του και ξεπέζεψε. Πλησίασε στην όχθη και κάθισε κάτω από ένα δέντρο ακουμπώντας την πλάτη της στον κορμό του.Το βλέμα της πλανήθηκε πάνω στο ήρεμο γαλαζοπράσινο νερό, που πότε-πότε ρυτίδιαζε από το ελαφρό αεράκι που φυσούσε. Πιο μακρυά μερικές αγριόπαπιες κολυμπούσαν αμέριμνα, ενώ τα βατράχια σπάζανε τη γαλήνη της ήσυχης λιμνούλας. Το δροσερό αεράκι χάιδευε τα πυρωμένα της μάγουλα και τα μαλλιά της ανέμιζαν ελαφρά με το ανάλαφρο φύσημα του. Ήταν τόσο γλυκά μαγευτικές αυτές οι εικόνες κι οι στιγμές, πραγματικό βάλσαμο για την ταραγμένη ψυχή της. Κάθισε αρκετή ώρα εκεί προσπαθώντας να βάλει σε μια τάξη τις σκέψεις της και ν' αποφασίσει τι θα κάνει.
     Πέρασε έτσι λίγος καιρός ήρεμα χωρίς κανένα άλλο απρόοπτο, ως τη μέρα που ήρθε ένας έμπορος κρασιών και φίλος του παππού της για να συζητήσουν για δουλειές. Η Λουτσιάνα μόλις είχε γυρίσει από την ιππασία κι ο Σύλβιο παρέλαβε το άλογο να το πάει στον σταύλο.
 -"Μη μου πεις πως έχεις στη δούλεψή σου αυτό τον απατεώνα;" είπε ο καλεσμενος στον Αλεσάντρο, δείχνοντας τον Σύλβιο.
 -"Ναι εδώ δουλεύει, αλλά δεν καταλαβαίνω γιατί το λες αυτό;" απόρησε ο Αλεσσάντρο.
 -"Γιατί αυτός που βλέπεις είναι σεσημασμένο μούτρο. Είναι μπλεγμένος με χαρτιά, ναρκωτικά κι ό,τι άλλο μπορείς να φανταστείς".
 -"Αλήθεια; Μα τί λες τώρα; Αυτόν μου τον συστήσανε για καλό κι εργατικό".
 -"Ναι ε; Γι' αυτό χάθηκε. Ξέρεις πόσοι τον ψάχνουν; Έτσι και τον βρούνε δεν τη γλυτώνει με τίποτα".
     Η Λουτσιάνα ένιωσε την καρδιά της να σφίγγεται, καθώς ο νους της πήγε αμέσως στη Μπιάνκα.
     Την άλλη μέρα όμως τη περίμενε ακόμα μια δυνατότερη έκπληξη.
     Αποφασισμένη να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς με αυτό τον τυχοδιώκτη, σηκώθηκε λίγο πιο νωρίς και πήγε στους σταύλους να τον βρεί. Δεν πρόλαβε να μπει μέσα στον σταύλο όταν άκουσε πάλι φωνές.
 -"Πάλι τα ίδια; Μα... αφού μου υποσχέθηκε ότι δε θα το ξανακάνει το παλιοκόριτσο", μουρμουρισε νευριασμένη. "Τώρα θα δει"! Μπήκε μέσα και φτάνοντας στην αποθήκη ετοιμάστηκε να μαλώσει τη Μπιάνκα. Αυτό όμως που αντίκρυσε την έκανε να πισωπατήσει και να μείνει με το στόμα ανοιχτό. Αυτή τη φορά στη θέση της Μπιάνκας ήταν άλλη γυναίκα: η γυναίκα του επιστάτη.
    Σκυμμένη μπροστά στηριζόταν με τα χέρια της από ένα δοκάρι, με τα στήθη της να είναι γυμνά και να βρίσκονται μες στα χέρια του Σύλβιο. Η φούστα της ανεβασμένη μέχρι τη μέση, της άφηνε λεύτερους τους γλουτούς, όπου ήτανε κολλημένος ο Σύλβιο. Στη κάθε κίνησι του, αυτή φώναζε, λέγοντας διάφορα, προκαλώντας τον να δυναμώσει τον ρυθμό του. Παρόλο το πάθος της στιγμής αυτός τη πήρε είδηση μα δε σταμάτησε να μπαινοβγαίνει στη γυναίκα. Γύρισε όμως και τη κοίταξε χαμογελώντας θριαμβευτικά.
     Την ίδια όμως στιγμή την είδε κι η γυναίκα που αμέσως τραβήχτηκε και κατέβασε τη φούστα της αφήνοντας τον να στέκεται με τ' όργανό του στον αέρα. Η Λουτσιάνα τα 'χασε βέποντας τον τεράστιο πρησμένο φαλλό του και κάνοντας στροφή το 'βαλε στα πόδια. Ετρεξε μακριά κι ακουμπώντας πάνω σε ένα δέντρο έκανε εμετό.
     Έκανε μέρες να συνέλθει από το σόκ και προσποιήθηκε την άρρωστη για να μη πηγαίνει ιππασία. Στο μεταξύ η γυναίκα του επιστάτη γύρευε συνέχεια να τη δει αλλά αυτή έλεγε στη Ντόνα (τη γυναίκα που τη φρόντιζε και την είχε σαν μητέρα της), ότι δεν θέλει να τη δεί.
 -"Μα τί έγινε, κοπέλα μου, γιατί δεν μου λες; Τί έχεις";
 -"Τίποτα καλή μου Ντόνα... δεν έχω τίποτα..."
 -"Μα πώς; Εχεις κλειστεί μέσα κι ούτε ιππασία πας, ούτε τίποτα. Δεν έχεις πια εμπιστοσύνη στη νόνα σου; Και τί τρέχει με τη γυναίκα του επιστάτη";
 -"Θα σου πω... αλλά όχι τώρα... μη με πιέζεις σε παρακαλώ".
 -"Καλά, καλά, ηρέμησε κι όποτε είσαι έτοιμη μου λες. Έτσι καρδιά μου";
     Όμως η Λουτσιάνα ήξερε ότι ποτέ δεν θα ήταν έτοιμη να ξεστομίσει αυτό που είδε κείνη την αποφράδα μέρα. Μόλις το έβαζε στο νου της, της ερχόταν εμετός. Τίποτα δεν είχε σιχαθει τόσο πολύ στη ζωή της όσο αυτόν τον άνθρωπο. Ετσι αφού σκέφτηκε αρκετά για να μην υποψιαστεί τίποτα ο Αλεσάντρο αποφάσισε να πάει για λίγο στην θεία της στη Φλωρεντία.
     Ένα μήνα κάθισε κει κι ίσως καθόταν κι άλλο αλλά έπρεπε να γυρίσει, γιατί έπρεπε να πάει στη σχολή της. Ιππασία πήγαινε μόνο με τον παππού της προφασιζόμενη ότι είχε διάβασμα κι ότι πήγαινε μαζί του για παρέα.
     Ένα Σάββατο πρωί όπως κάθονταν με τον παππού της στο αίθριο και παίρνανε το πρωινό τους, ακούστηκαν δυνατές φωνές και κλάματα. Η Λουτσιάνα σηκώθηκε πήγε στην τζαμαρία για να δει τι συμβαίνει.
 -"Τι συμβαίνει Λούτσι;" ρώτησε ο Αλεσάντρο ανήσυχος κι επειδή αυτή δεν του απαντούσε σηκώθηκε κι αυτός και πλησίασε το παράθυρο. Την ίδια στιγμή, μπήκε μέσα κάποιος από το προσωπικό τρέχοντας.
 -"Signore Alessantro, ελάτε σας παρακαλώ αμέσως έξω, είναι ανάγκη"!
 -"Τι συμβαίνει Λάρο";
 -"Η κόρη του Σαντρέλι είναι έγκυος κι ο πατέρας της είναι έξαλλος γιατί δεν του μαρτυρά τον υπεύθυνο".
     "Ωχ! τώρα μαλιστα!", είπε μέσα της η Λουτσιάνα κι ένιωσε το αίμα να φεύγει από πάνω της. Ο Αλεσάντρο βγήκε έξω κι αυτή τον ακολούθησε γεμάτη αγωνία για το τι θα συμβεί. Έξω, είχανε μαζευτεί πολλοί περιμένοντας κι αυτοί να μάθουν αυτόν τον άγνωστο... πατέρα.
 -"Τί συμβαίνει εδώ;" είπε με βροντερή φωνή.
 -"Signore, ήρθα σε σας γιατί μόνον εσείς μπορείτε να με βοηθήσετε", είπε ενας άντρας κρατώντας από το μπράτσο τη Μπιάνκα που 'κλαιγε συνέχεια. "Η κόρη μου έμεινε έγκυος και δε μου λέει με ποιον... σκέφτηκα πως σε σας θα το πει". Η Λουτσιάνα έπιασε το χέρι του παππού της και το έσφιξε ψιθυρίζοντας του στο αφτί:
 -"Παππού σε παρακαλώ μην αφήσεις να της κάνουνε κακό".
 -"Ελα δω παιδί μου" είπε τώρα μαλακά αυτός, "μη φοβάσαι δε θα σε πειράξει κανείς". Η Μπιάνκα πλησίασε αργά και με σκυφτό κεφάλι, ρουφώντας τα δάκρυα της. "Και τώρα πες μου ποιός σε άφησε έγκυο κι εγώ σου υπόσχομαι να κάνω το καλύτερο. Θα έχεις ότι θέλεις, μόνο πες μου ποιος το 'κανε". Η Λουτσιάνα της έπιασε το χέρι και της το 'σφιξε για να την ενθαρρύνει. Δειλά και με φωνή που μόλις ακουγόταν, είπε ξέπνοα:
 -"Ο Σύλβιο..."
 -"Ώστε έτσι! Κάποιος να φωνάξει τον Σύλβιο. Αμέσως"!
     Όλοι περίμεναν με αγωνία τι θα επακολουθήσει. Σε λίγο ήλθε ο Σύλβιο, που μόλις είδε τον κόσμο και τη Μπιάνκα δίπλα στον Αλεσάντρο, κατάλαβε τι συνέβαινε και χλωμάδα απλώθηκε στο πρόσωπο του πράγμα που έκανε τη Λουτσιάνα να χαρεί. "Επιτέλους αλήτη, ήρθε η στιγμή να πληρώσεις", είπε μέσα της ενώ ανείπωτη χαρά τη πλημύρισε.
 -"Με ζήτησες αφεντικό;" είπε προσπαθώντας να διατηρήσει τη ψυχραιμία του.
 -"Είναι αλήθεια πως ευθύνεσαι για την εγκυμοσύνη αυτής της κοπέλας";
 -"Τί;" έκανε τον έκπληκτο αυτός. "Μα τί λες αφεντικό εγώ ούτε που τη ξέρω, ούτε που την έχω δεί, άλλωστε αυτή είναι πολύ μικρή για μένα". Ο Αλεσάντρο γύρισε προς τη Μπιάνκα.
 -"Ακούς τι λέει; Δεν το δέχεται, οπότε ο λόγος σου, ενάντια στον δικό του... εκτός... εκτός και βρεθεί κάποιος μάρτυρας που να σας είδε μαζί ή να ξέρει κάτι. Λοιπόν ξέρει ή είδε κανείς από σας κάτι"; Κανείς δεν κουνήθηκε, κανείς δεν είπε τίποτα.
     Η Λουτσιάνα πάγωσε γιατί έτσι θα γλύτωνε πάλι το κάθαρμα. "Ε όχι! Δεν θα τη γλυτώσεις αυτή τη φορά ο κόσμος να χαλάσει", είπε μέσα της.
 -"Παππού μπορώ να σου μιλήσω;" είπε αποφασιστικά. Ο Αλεσάντρο κούνησε καταφατικά το κεφάλι. Τον πήρε παράμερα και με μιαν ανάσα του 'πε όλα οσα είχε δει. Χωρίς κανένα σχόλιο, γύρισε στη θέση του. Αμέσως σταμάτησαν τα μουρμουρητά... κι όλοι περίμεναν να δουν τι θα γίνει.
 -"Ελα δω εσύ", είπε στον Σύλβιο με όχι και τόσον όμορφο τρόπο. "Για πες μας την αλήθεια πριν θυμώσω για τα καλά. Τη ξέρεις την κοπέλα"; Ο Σύλβιο γύρισε κι αγριοκοίταξε τη Λουτσιάνα σφίγγοντας τα δόντια. Ήτανε φανερό ότι βρισκόταν σε δύσκολη θέση. "Χαμήλωσε το βλέμμα σου", αγρίεψε ο Αλ. "Όταν κοιτάζεις την εγγονή μου να χαμηλώνεις το βλέμμα σου, ακούς"; Ο Σύλβιο κατάλαβε ότι δε θα 'βγαινε τίποτα λέγοντάς του για την επίσκεψη της Λουτσιάνας στα παραπήγματα και πολύ περισσότερο να κρύβεται. Έτσι αποφάσισε να παίξει άλλο παιχνίδι.
 -"Συγγνώμη αφεντικό δεν το είπα από την αρχή γιατι είναι πολύ μικρή και φοβήθηκα. Όμως είμαι πρόθυμος να επανορθώσω".
 -"Δηλαδή θα τη παντρευτείς;" ρώτησε δύσπιστα ο Αλ.
 -"Ναι! Θα κάνω ό,τι πρέπει", είπε αυτός ταπεινά.
     "Τώρα εγώ γιατί δεν τον πιστεύω;", σκέφτηκε η Λουτσιάνα.
 -"Ωραία τότε θα σας δώσω το καινούργιο σπίτι κι ό,τι άλλο χρειαστείτε, εγώ είμαι δω. Κι εσύ Σαντρέλι φρόντισε το κορίτσι σου, όλα κανονίστηκαν".
 -"Ευχαριστώ signore Αλεσάντρο ο Θεός να σας έχει καλά", είπεν ο άντρας και γονατίζοντας στο ένα πόδι του, έσκυψε το κεφάλι, τιμώντας έτσι τον ευεργέτη του. Η Μπιάνκα πάλι, γονάτισε μπροστά του και γέμισε τα χέρια του με φιλιά, αλλά ο Αλ τα τράβηξε λέγοντας:
 -"Ησύχασε παιδί μου, ησύχασε. Όλα θα πάνε καλά". Ο Σύλβιο πλησίασε κι αυτός σα βρεγμένη γάτα κι έσκυψε κι αυτός να προσκυνήσει τον Αλ, αλλ' αυτός δεν τον άφησε, μόνο του 'πεν αυστηρά: "'Αστα αυτά και κοίτα να κρατήσεις τον λόγο σου" και γυρνώντας προς τους υπόλοιπους, "Και τώρα διαλυθείτε... πηγαίνετε στις δουλειές σας", φώναξε μαλακά.
     "Και τώρα η σειρά μου", σκέφτηκε η Λουτσιάνα αλλά δεν τη πείραζε, φτάνει που πήρε το μάθημα του αυτός ο αλήτης. Ο Αλεσάντρο όμως ούτε που ανέφερε τίποτα. Ίσα-ίσα που την αγκάλιασε από τους ώμους καθώς μπήκανε στο σπίτι.
     Όμως οι φόβοι της Λουτσιάνα βγήκαν αληθινοί. Την άλλη μέρα ο Σύλβιο δεν ήταν στη φάρμα, είχε φύγει μες στη νύχτα σαν τον κλέφτη.
     Ο Αλ πήρε τη Μπιάνκα μόνιμα στην αγροικία για να την προφυλάξει από τον θυμό του πατέρα της κι η Λουτσιάνα βάλθηκε να την παρηγορήσει.
     Όμως η Μπιάνκα δεν είχε στενοχωρηθεί, μάλλον είχε ανακουφιστεί. Ήτανε φανερό ότι δεν τον ήθελε κι όπως αποκάλυψε στη Λουτσιάνα είχε ξεμυαλίσει πολλές γυναίκες και τον είχε πιάσει κι η ίδια μέσα στους σταύλους.
     Μετά από μια βδομάδα οι εφημερίδες γράψαν ότι σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα κι ότι ήταν 'τυχαίο'.
     Η Μπιάνκα δε γέννησε ποτέ το παιδί του, γιατί απέβαλε ξαφνικά στον τρίτο μήνα.

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers