Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Κλασσικά 

Λαπαθιώτης Ναπολέων: Νύχτας Λυπημένα Σαλπίσματα...

 

                Βιογραφικό

     Μονάκριβο βλαστάρι του Λεωνίδα, στρατιωτικού και για κάποιο διάστημα, Υπουργού Στρατιωτικών, και της Βασιλικής Παπαδοπούλου (το γένος Ραζηκότσικα). Γεννήθηκε στις 31 Οκτώβρη 1888, στην Αθήνα (οδός Ευρυπίδου). Από μικρός έλαβε τη καλύτερη μόρφωση, πιάνο, γαλλικά κι από μικρός επίσης, έδειξε κλίση στα καλλιτεχνικά (μουσική, θέατρο και γράψιμο), κάτι σα παιδί-θαύμα. Βέβαια το 1905 γράφτηκε στη Νομική, ενώ δε σταματά να γράφει ποιήματα, πεζά αλλά και κάποιες απόπειρες θεατρικών. Μαθήτευσε κοντά στον Κωνσταντίνο Χρηστομάνο (1906) κι έπειτα γνωρίστηκε κι ανέπτυξε μακρόχρονη φιλία, με τον 'Αγγελο Σικελιανό (1908).
     Το 1910 και το 1914, προκάλεσε, τη πρώτη φορά γράφοντας ποίημα με τη... τολμηρή για την εποχή, φράση: "...κι έπινα μες απ' τα χείλη σου" και τη δεύτερη, δημοσιεύοντας ένα "Μανιφέστο" για τους στενόμυαλους της τέχνης. Το 1916 συντάσσεται με το βενιζελικό πατέρα στο κίνημα και κατατάσσεται ως ανθυπολοχαγός-διερμηνέας. Πηγαίνει και στην Αίγυπτο, όπου συναντά τον Κωνσταντίνο Καβάφη, συνεχίζει τη νυχτερινή του δραστηριότητα -που του 'χεν επιφέρει το παρατσούκλι "Νυχτερίδα"- και μπαίνει πρώτη φορά σε χασισοποτείο.
     Το 1918 επιστρέφει στην Αθήνα, ως διερμήνεας πάντα του στρατού κι οργανώνει καλύτερα τη νυχτερινή του ζωή. Παράλληλα γράφει σ' ένα σωρό περιοδικά. Ωστόσο η περίοδος παρακμής του αρχίζει από το 1937, με το θάνατο της μητέρας του που την υπεραγαπούσε, σε συνδυασμό με την οικονομική εξαθλίωση, μετέπειτα, του πολέμου και της κατοχής και την εξάρτησή του από τα ναρκωτικά, σκορπίζουνε στους ανέμους, τα περιουσιακά του στοιχεία, μαζί κι αυτή τη μεγάλη αγαπημένη του βιβλιοθήκη. Τελικό χτύπημα είναι κι ο θάνατος του πατέρα του, το 1941 και τελικά, αφού κάνει μιαν αποτυχημένη απόπειρα, δίνει τέλος στη ζωή του στις 8 Γενάρη 1944 σ' ηλικία μόλις 56 ετών.
     Έτσι άδοξα έφυγεν ο "Δανδής" ο τρυφερός άνθρωπος, με την ερωτική επιλογή προς το ίδιο φύλο κι εραστής των τεχνητών παραδείσων. Νεορρομαντικός κι εφάμιλλος των Ρώμου Φιλύρα, Κώστα Ουράνη, Κώστα Καρυωτάκη, Τέλλου 'Αγρα (1899-1944) κι άλλους πολλούς. Υπήρξεν όμορφος σικάτος, πάντα κομψός, καλοντυμένος και κυρίως τρυφερός και γλυκύτατος άνθρωπος!
________________________________________________________

            Νυχτερινό

Ένα φεγγάρι πράσινο, μεγάλο,
που λάμπει μες στη νύχτα -τίποτ' άλλο.

Μια φωνή γρικιέται μες στο σάλο
και που σε λίγο παύει -τίποτ' άλλο.

Πέρα μακριά, κάποιο στερνό σινιάλο
του καραβιού που φεύγει -τίποτ' άλλο.

Και μόνον ένα παράπονο μεγάλο
στα βάθη του μυαλού μου. -Τίποτ' άλλο.

    Στη Φυλακή...

Στη φυλακή με κλείσανε
οι δυνατοί του κόσμου
κι έσπασα πόρτες, κλειδωνιές,
να 'ρθω σε σένα, Φως μου!

Τα σίδερα λυγίσανε
από το βογγητό μου
και στέρεψαν για να διαβώ,
κι οι ποταμοί του δρόμου...

Και σα τρελός σε γύρεψα,
μα συ δεν εφαινόσουν!
Και πικραμένος, γύρισα
να με ξανακλειδώσουν...

   Έχω ένα αηδόνι...

Έχω εν' αηδόνι στο κλουβί
κι απ' το καημό του λιώνει.
Έχω εν' αηδόνι στο κλουβί
και μοίρεται, τ' αηδόνι.

Μου λέει για τις αμυγδαλιές
π' ανθίζουν άσπρο χιόνι,
μου λέει για τριανταφυλλιές
και μοίρεται, τ' αηδόνι...

Και παραδέρνει ανώφελα
και τα φτερά τ' απλώνει,
κάθε που φεύγουν τα πουλιά
κι αναρριγούν οι κλώνοι...

                Μυστικό...

Είναι ψυχές πλασμένες από μάρμαρο
κι άλλες από χαμόγελο, είτε πόνο.
Είναι και μιά πλασμένη από τριαντάφυλλα,
όμως εκείνη δε τη φανερώνω!

Πόσο η καρδιά μου θα 'τρεμε, αν την έλεγα!
Βάνω μια κλειδαριά γερή στο στόμα!
Τόσοι σοφοί που βρίσκονται τριγύρω μου
και δε τη μάντεψε κανείς ακόμα;

Είναι ψυχές πλασμένες από κρύσταλλο
κι άλλες ψυχές με κλάματα έχουν γίνει.
Είναι και μιά πλασμένη από ροδόσταμο,
μα δε θα σας τη 'πω ποτέ μου 'κείνη!

Όρκο έβαλα να μη τη 'πω, ως το τάφο μου,
μα πάλι... ποιός ξέρει... καμμιάν ώρα...
Κάτι μου καίει τα χείλη μου! Καλύτερα
να κλείσω το τραγούδι μ' από τώρα...

                           Συντριβή

Έτσι με σύντριψε το Φως, γιατί είδα προς το Φως
και γιατί μέθυσ' από Ζωή, μ' έχει συντρίψει η Ζωή.
Επειδή στράφηκα κι εγώ, μ' όλη μου τη πνοή
στη Μελωδία, με σύντριψε η Μελωδία: Κουφός!

Και γιατί πήγα στη Χαρά, με σύντριψε η Χαρά
κι ούτ' ένα τι κι ούτ' ένας ποιός και δε με θεν' τα Ύψη!
Γιατί μιλώ πλατιά, σα Θεός, με φθόνεσε και ο Θεός.
Και γιατί πήγα στη Χαρά, με σύντριψε κι η Θλίψη...

                        Εκάτης Πάθη

...Απόψε πρόβαλε γυμνή, σα τέρας, η Σελήνη
κι άβυσσος πόθου τη δονεί:
την είδαν όλοι από νωρίς, τις πόρπες της να λύνει,
σα να διψούσεν ηδονή...

Τι να 'δε ξάφνου 'δω στη γη και τόσο το λυμπίστη
που 'χουν με πάθος κρεμαστεί,
σα να 'θελαν να λυτρωθούν, απ' τη παλιά τη πίστη
κι οι δυό της οι νεκροί μαστοί;

Παρθένα, στείρα και βουβή, όμοια με σαλαμάντρα,
στα βάθια βράδυα τ' αττικά.
πως έτσι, απόψε, φρένιασε να σμίξει τρελά μ' άντρα
και φλογερά κι εκστατικά;

...Τι κι αν η νύχτα γέρν' αργά, μεσ' τα πυκνά ερέβη
κι αλλόκοτα μεθούν οι ανθοί;
Στη δύση, 'κείνη μοναχή, που κείτεται και ρεύει,
ζητεί του κάκου να ευφρανθεί...

                              Πόθος

Βαθύ χινόπωρο γοερό, πόσο καιρό σε καρτερώ,
με τις πλατιές, βαριές σου στάλες
των φύλλων άραχλοι χαμοί, των δειλινών αργοί καημοί,
που με μεθούσατε τις άλλες...

Τα καλοκαίρια μ' έψησαν και τα λιοπύρια τα βαριά,
κι οι ξάστεροι ουρανοί οι γαλάζοι:
απόψε μου ποθεί η καρδιά πότε να 'ρθεί μεσ' τα κλαριά,
ο θείος βοριάς και το χαλάζι!

Τότε, γερτός κι εγώ ξανά, μεσ' τα μουγγά τα δειλινά,
θ' αναπολώ γλυκά, -ποιός ξέρει-,
και θα με σφάζει πιο πολύ, σαν ένα μακρινό βιολί,
το περασμένο καλοκαίρι...

Το Παλιό Μας Τραγούδι

Το παλιό μας το τραγούδι,
που τ' ακούγαμε μαζί,
τώρα που χαθήκαν όλα,
ποιός θα το 'λεγε να ζει!

Από τότε που η καρδιά μου
σ' έχασε παντοτινά,
δε το πίστευα ποτέ μου,
για να τ' άκουγα ξανά...

Κι όμως να που τ' άλλο βράδυ
-μόλις νύχτωνε θαρρώ-
μ' έν' αλλόκοτο φεγγάρι,
μακρινό και καθαρό,

καθώς γύριζα στη τύχη,
μόνος μεσ' στη γειτονιά,
το ξανάκουσα και πάλι
και στην ίδια τη γωνιά!

Και το γνώρισα και πάλι
το τραγούδι π' αγαπώ
κι ας μην έμοιαζε καθόλου
στο παλιό του το σκοπό.

Γιατί τώρα δε σκορπούσε
το καημό του το βαθύ,
μα βογγούσε και θρηνούσε,
μιά φωνή που 'χε χαθεί...

Πως μου φάνηκε δε ξέρω,
καθώς τ' άκουγα ξανά,
μα όλα γύρω και βαθιά μου,
γίναν έτσι σκοτεινά,

που δυνάμωσα το βήμα,
μεσ' στο βράδυ το πικρό,
με χαμηλωμένα μάτια,
σα ν' απάντησα νεκρό...

  Μικρό Τραγούδι

Ο παλιός μας Έρωτας,
με τα βάσανά του,
ο καλός μας Έρωτας,
ήταν του θανάτου.

Δέκα χρόνια στη σειρά,
δίχως να το ξέρει,
δέκα χρόνια στη σειρά,
μας κρατούσε ταίρι.

Μας βαστούσε συντροφιά,
μας κρατούσε ταίρι,
δέκα χρόνια στη σειρά
κι ένα καλοκαίρι...

Μα όπως όλα μας περνούν
και χαρές και πόνοι,
να μιά μέρα που κι αυτός,
άρχισε να λιώνει.

Κι ένα βράδυ σκοτεινό,
βράδυ πικραμένο,
καθώς είχα κουραστεί
να σε περιμένω,

δίχως λέξη να μου πει,
γύρισε στη μπάντα,
'σφάλισε τα μάτια του
κι έσβησε γιά πάντα...

       Παραμύθι

Μιά φορά κι ένα καιρό,
πάνε τώρα χρόνια,
σ' ένα τόπο μακρινό,
ζούσαν μεσ' στα χιόνια.

Πάγωναν τα λούλουδα,
μίσευαν τ' αηδόνια,
καλοκαίρι ζύγωνε
κι ήταν όλο χιόνια!

Μάτια πάντα σκοτεινά,
μέτωπα σκυμμένα,
κι άνθρωποι δε βάδιζαν
με ρυθμό κανένα...

Μιάν αγάπη πέρασε,
-μετά πόσα χρόνια;-
και τα μάτια δάκρυσαν
κι έλιωσαν τα χιόνια...

                      Αποχαιρετιστήριο
Ι
Το γράμμα σου τ' αποψινό με βρήκε λυπημένο.
-Μη λές πως ήταν αφορμή τ' οργίλο σου γραφτό-.
Λες κι από πριν, κάποια φωνή, μου το 'χεν ειπωμένο.
Δε θλίβομαι γι' αυτό.

Έτυχεν όμως η βραδιά τόσο βουβά να σβήσει
κι ο ήλιος μακριά, τόσο θλιβά να χάνεται μαζί...
Τέτοιες βραδιές, η σκέψη μου, που νοσταλγεί κι εκείνη,
δε θα 'θελε να ζει!

Εξάλλου, λες για πράματα που 'γω δε βρίσκω βάση.
Λόγια γραμμένα βιαστικά, με πείσμα και χολή.
Εκείνος που τα λόγια σου τα πριν, έχει διαβάσει,
θα ξαφνιαστεί πολύ...

Μου λες πως "κυλιστήκαμε στο βόρβορο", φαντάσου!
Κι εγώ που το 'χα καύχημα κρυφό, τόσο καιρό,
πως η καρδιά μου στάθηκε στα πλάνα βήματά σου,
σαν άστρο φεγγερό!

Το γράμμα σου τ' αποψινό, με βρήκε λυπημένο,
λες κι η καρδιά μου, σαν ανθός, για πάντα έχει σαπεί.
Κι όσο για 'κείνο που μου λες: "Μιά άγνωστη θα μένω",
δε ξέρω τι θα πει...

ΙΙ
Το βράδυ που σ' αγάπησα δεν ήταν καλοκαίρι.
Τα φύλλα μόλις πρόβαλλαν επάνω στα κλαριά
κι ούτε θυμάμαι να σου πω, τι μ' είχε τότε φέρει,
σε 'κείνη τη μεριά.

Θυμάμαι μόνο που 'σερνα το βήμα το νωθρό μου
και το μυαλό μου γύριζε σε πράματα παλιά,
την ώρα που σ' απάντησα να στέκεσαι στου δρόμου
τα πέτρινα σκαλιά.

Τη νύχτα 'κείνη τη τρελή, τη νύχτα τη μεγάλη,
να στη θυμήσω τώρα 'δω, το βρίσκω περιττό.
"Τα περασμένα πέρασαν, μη τα θυμάσαι πάλι",
μας λέει το ρητό...

Κι όμως κι εσύ μ' αγάπησες βαθύτατα, το νιώθω
και ξέρω ακόμα πως συχνά μου το 'χες ορκιστεί,
πως όσο κι αν μαραίναμε το πρώτο μας το πόθο,
θα μέναμε πιστοί!

Μιάς και δεν ήταν να σταθείς σε 'κείνα που 'χες τάξει,
τότε γιατί το λόγο αυτό μ' ανάγκασες να πω;
Τον όρκο σου τον πάτησες, μα 'γω δεν έχω αλλάξει:
Ακόμα σ' αγαπώ!

                 Στο Νυχτερινό Κέντρο

Τώρα που παίζει το βιολί κι έχουμε πιεί τόσο πολύ,
που μ' έναν έρωτα τρελό σα να 'μαστε δεμένοι,
σ' ένα συντρόφεμα ζεστό, βάνε ξανά να ζαλιστώ,
μεσ' στ' όνειρό σου να κλειστώ. Το μόνο που μου μένει.

Γιατί αν λείψει το κρασί κι φύγεις άξαφνα κι εσύ
και βουβαθεί και το βιολί με το γλυκό βραχνά του,
μεσ' στης καρδιάς μου το κενό, μεγάλο σα τον ουρανό,
θ' ακούσω πάλι το βραχνό τραγούδι του θανάτου...

                 Χειμωνιάτικο Τοπίο

Εν' αλλόκοτο φεγγάρι σαν ένα κομμάτι πάγου,
πεθαμένο και στημένο μεσ' στη μέση του πελάγου,

μιά βουβή, μεγάλη ξέρα, πιο γυμνή κι από παλάμη,
μ' ένα γέρικο, θλιμμένο, τραγικό, μικρό καλάμι

κι ένας ίσκιος -ένα κάτι- που δε ξέρω τι έχει χάσει
κι από τότε φέρνει γύρα, μη μπορώντας να 'συχάσει.

Παγωμένο το χαμένο κι όλο φως, εκείνο τρίο,
σιωπούσε κι αγρυπνούσε, μεσ' στη νύχτα, μεσ' στο κρύο...

       Η Χαρά

Πάντα κάτι με κρατεί
και με φέρνει πίσω,
στο καιρό που κάθε τι
μου 'λεγε να ζήσω.

Που όλα, σκέψεις μου κρυφές
κι ότι ζει στη πλάση,
δε μου θύμιζε μορφές,
που τις έχω χάσει.

Κι όλα τ' άκουγα να λεν,
μ' ένα τρόπο πλάνο,
πως τ' αγάπησα και δεν
πρέπει να πεθάνω...

Τώρα που όλα τα φτερά
σκόρπισαν, της πλάνης,
μου το λένε καθαρά:
Πρέπει να πεθάνεις!

Κι όσο πιο βαθιά κοιτώ
κάτω από τη σκέπη,
τόσο πιο καλά και το
μάτι μου το βλέπει.

Κι αν τυχαίνει κι ο νους να
κάνει σκέψην άλλη,
δε κρατεί πολύ και να
πάλι αυτή προβάλλει...

...Μα όσο και στους ουρανούς
να 'ναι η μέρα μαύρη
κι όσα θέλησεν ο νους,
να μη μπόρει να 'βρει

κι όσο αν είμαστε πικρά
τώρα στερημένοι,
κάπου υπάρχει μιά Χαρά
και μας περιμένει...

                     Αναμνήσεις

Το κάθε τι που πέρασε, για πάντα μ' έχει σκλάβο
κι όσο γυρεύεις Σήμερα, το Χτες να μ' αφανίσεις,
τόσο σε 'κείνο θα γυρνώ και τόσο δε θα παύω
να ζω στις αναμνήσεις...

Θαρρείς και κάτι μόνιμα, μπροστά μ' είναι πεσμένο
και κρύβοντας και σβήνοντας ολότελα το Τώρα,
με κάνει να μη χαίρουμαι και μήτε να προσμένω
καινούργια, τάχα, δώρα...

Σ' ότι ποθεί και σ' ότι ζει, η ψυχή μου μένει ξένη
κι ούτε μπορείς, Φωνή Ζωής, αλλιώς να τη δονήσεις,
παρά θαμπά και μακρινά, σα μουσική που βγαίνει
μεσ' απ' τις αναμνήσεις...

Της πεθαμένης της χαράς, έχει στερέψει η βρύση
κι ούτε γυρέυει θάματα κι ούτε προσμένει δώρα
κι ούτε μπορεί πια τίποτα να τη παρηγορήσει,
παρά ότι ήταν ως τώρα...

         Επεισόδιο

Μάτι δειλό που σε κοιτάζει
βαθιά, βουβά και σκοτεινά
κι έτσι πιστά, σα να σου τάζει:
Θα σ' αγαπώ παντοτινά.

Ψηλό, λιγνό, τρελό για χάδι,
δουλεύει σ' ένα μαγαζί.
Το πήρα ένα Σαββάτο βράδυ
και κοιμηθήκαμε μαζί.

                           Φαντάσματα

Τ' 'Αγνωστο γύρω και παντού κι ο Νόμος ο Τρανός του!
Κι ενώ δεν είμαστε παρά μορφές αυτού τ' Αγνώστου,
φαντάσματα, όλοι και καπνοί, στη δίνη της αβύσσου,
-με τ' όνειρο, φτωχή ψυχή, για μόνη απολαβή σου-,

μάταια φαντάσματα, τυφλά, που το σκοτάδι σπέρνει,
που η νύχτα φέρνει μια στιγμή κι η νύχτα πάλι παίρνει,
χαμένοι, δίχως γυρισμό, μεσ' στον αιώνιο σάλο,
μισούμε κι εχθρευόμαστε και κρίνει ο ένας τον άλλο...

                  Μοναξιά

Είμαι μόνος. Βραδυάζει. Τι να κάνω...
Τα χέρια μου είναι τόσο απελπισμένα!
Τα χέρια μου είναι τόσο κουρασμένα!
Τ' αφήνω και γλιστρούν, αργά στο πιάνο...

Παίζω στη τύχη κάτι αγαπημένο,
κάτι παλιό και γνώριμο και πλάνο...
Και πάλι σταματώ. Δεν επιμένω.
Θα προτιμούσα μάλλον, να πεθάνω...

      Βαθύ & Εξαίσιο Βράδυ

Ήταν ένα βαθύ κι εξαίσιο βράδυ.
-Βράδυ λεπτό κι ασύλληπτο, Χιμαίρας!-
Ποτέ, τόσο πολύ, τέλος ημέρας,
δεν είχε λάμψει τόσο, σα πετράδι...

Κατέβαινε το φως -μιά ωχρή αγωνία-,
σε κήπους, όλο βάλσαμα γιομάτους,
τ' άνθη μεθούσαν από τ' άρωμά τους,
μέσα σε μιάν ανείπωτη αρμονία...

Δεν είχε καν υπάρξει τέτοια δύση,
μήτε στο νου των πιο γλυκών ζωγράφων.
Ακόμα και τα μάρμαρα των τάφων,
μιά δόξα μυστικά τα 'χε κερδίσει...

Κι όταν το θάμπος άρχιζε να φθάνει
κι η νύχτα τ' αργά μάγια να κλώθει,
το φεγγάρι, παντού, σα φλόγα απλώθη...
Κι ήταν το βράδυ αυτό που 'χα πεθάνει...

                    Ποιητής

Πόσο βαθύ κι ασήμαντο συνάμα,
της Ζωής και της Τέχνης σου το δράμα,

σ' ένα παιχνίδι μάταιο και γελοίο,
του Νου σου να σκορπάς το μεγαλείο!

Μέρα-νύχτα να παίζεις με τις λέξεις,
πως, πρέπει, μεταξύ των, να τις πλέξεις

και πως, μαζί, να σμίξεις κάποιους ήχους,
ώστε να κλείσεις τ' Όνειρο σε στίχους!

Πόσος κόπος και πόνος κι αγωνία,
να πλάσεις απ' τη θλίψη σου αρμονία

και να τη πλάσεις μ' όλους σου τους τρόπους,
για να τη ξαναδώσεις στους ανθρώπους!

Μήτε κι αληθινά που ξέρω πράμα
πιο θλιβερό, απ' του πόνου σου το δράμα,

του Πόνου αυτού, που στέργει για κλουβί του,
το χώρο ενός ανθρώπινου αλφαβήτου!

Κι αφού, σα τα μικρά παιδάκια, παίξεις,
τόσο καιρό, με ρίμες και με λέξεις

κι όλες σου τις ελπίδες αφανίσεις,
χαμένος, όλος, μεσ' στις αναμνήσεις,

μόλις φανούν οι πρώτες μαύρες τύψεις
κι έρθ' η στιγμή να σκύψεις, να μη σκύψεις,

μα παίρνοντας μαζί το θησαυρό σου,
το Γολγοθά σου ανέβα και σταυρώσου!

                           Κούραση

Είμαι τόσο κουρασμένος απ' τα λόγια τα 'πωμένα
κι απ' τα λόγια που θα πούμε κι απ' τους άλλους κι από μένα
κι απ' το κάλεσμα του στίχου, με το μάταιο λυρισμό,
που η ψυχή μου δεν ελπίζει, παρά μόνο στο Λιμάνι
και στο σάλπισμα της Μοίρας, που μια μέρα θα σημάνει
τον αιώνιο Γυρισμό!

Τότε μόνο, λυτρωμένος απ' της γης την ιστορία,
μεσ' στων κόσμων και των άστρων την ατέρμονη πορεία,
φως ανέσπερο, χυμένο σε μιάν έξαλλη στροφή,
το Τραγούδι το Μεγάλο, που ποτέ δεν έχω γράψει,
το στερνό μου το Τραγούδι, σα μιά δόξα που θ' ανάψει,
τότε μόνο θα γραφεί!

               Αποχαιρετισμοί Στη Μουσική

Ι
Τ' όνειρό μου πια δεν είναι να χαρώ, μήτε να ζήσω,
μα να πω μιά λέξη μόνο, σα μια φλόγα και να σβήσω.

Κι αν ακόμα ζω του κάκου και γυρνω στην επάνω,
μόνον ένα πια μου μένει: να τη πω και να πεθάνω...

Κι όμως καν αυτή η λέξη δε μου δόθηκεν ακόμα
να τη πω και μου παιδεύει τη ψυχή μου και το στόμα.

Μήτε καν αυτή τη λέξη, την απέραντα θλιμμένη,
μήτε τρόπος να τη μάθω, μήτε χρόνος δε μου μένει.

Κι αφού τ' άχαρά μου χείλη δε τη πρόφεραν ακόμα,
θα τη πάρω και σα ξένοι θα χαθούμε μεσ' στο χώμα...

ΙΙ
Μόνος ήρθα κάποιο βράδυ κι ήσαν όλοι γύρω μόνοι
κι όλοι ξένοι, τραγουδάμε, μεσ' στη νύχτα που σιμώνει.

Κι όσο ζω κι όσο μαθαίνω, τόσο νιώθω, αλίμονό μου,
το βαθύ και το μεγάλο κι απροσμέτρητο κενό μου!

Τη στιγμή του σταυρωμού μου και για μόνη συντροφιά μου,
μόλις ένιωσα τα χέρια που καρφώσαν τα καρφιά μου...

Μόνος ήρθα κάποιο βράδυ, μόνος πόνεσα για λίγο,
μόνος έζησα του κάκου κι όπως ήρθα και θα φύγω.

Τ' έιναι τάχα για τους άλλους, ο χαμός ενός ατόμου;
Κι όπως ήρθα και θα φύγω, μόνος μεσ' στο θάνατό μου...

             Κλείσε Τα Παράθυρα

Κλείσ' τα παράθυρα μη βλέπουν οι γειτόνοι,
και τη πορτούλα σφάλισε και σβήσε το κερί.
Η αγκαλιά μου πύρωσε σα το κερί και λιώνει,
για σφιχτοαγκαλιάσματα κι όλο καρτερεί.

Κλείσε να μη μας βλέπουνε λοξά οι ματιές του κόσμου,
δοσ' μου το το χειλάκι σου, που 'ν' απαλό, νωπό.
Έχω και κάτι ολόγλυκο για σέν' απόψε, φως μου,
έχω και κάτι ολόγλυκο σα μέλι να σου πω.

Έλα και πέσε πάνω μου και μη κοιτάς με τρόμο.
Έσβησε το κεράκι μας, δε μας θωρεί κανείς.
Ξέχνα λοιπόν πως βρίσκονται κι άλλες ψυχές στο δρόμο,
και άσε να κυλήσουμε σε πέλαγα ηδονής.

Έλα, ως τα μεσάνυχτα θα σε φιλώ στο στόμα,
έλα κι είν' οι πόθοι μου τρελοί, τόσο τρελοί,
έλα, το γλυκοχάραμα θα μας προλάβει ακόμα
στο πρώτο μας αγκάλιασμα, στο πρώτο μας φιλί.

Κι όταν σε ρωτήσουνε τη χαραυγή οι γειτόνοι,
για ποίο λόγο σφάλισες, αχ! πες τους, να χαρείς,
πες τους πως μες στη κάμαρα φοβάσαι σα νυχτώνει,
και έπεσες και πλάγιασες νωρίς! Τ' ακούς; Νωρίς.

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers