Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Κλασσικά 

Maiakowski Vladimir: Σύννεφα Με Παντελόνια...

 

     Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκη

                                         Βιογραφικό

    "Μοσχοβίτες, υπερασπιστείτε τη πατρίδα του Μαγιακόφσκι"
                                        Γιόζιπ Βησαριόνοβιτς Τζουχασβίλι (Στάλιν)

     O Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκη γεννήθηκε στις 7 Ιουλίου 1893, στο Μπαγντάτι του κυβερνείου Κουταΐς, στη Γεωργία της Ρωσίας. Από τα 10 του χρόνια κιόλας έδειξε το ταλέντο αλλά και την επαναστατική του διάθεση. Στα 13 χάνει τον πατέρα του (Βλαντιμίρ Κωνσταντίνοβιτς, δασάρχης) κι αυτό τονε συγκλονίζει βαθύτατα και τον επηρεάζει σαφώς στη μετέπειτα λογοτεχνική του πορεία. Μες στην εφηβεία του γράφει γι' αυτόν. Ήτανε φτωχή οικογένεια, η μητέρα (Αλεξάνδρα Αλεξέγιεβνα) δυσκολεύτηκε πολύ κι είχε άλλες δυο κόρες (Λιούντα & Όλια), μετά τον θάνατο του πατέρα. Μετακομίζουνε στη Μόσχα με μόλις 3 ρούβλια στη τσέπη και μ' ότι πετύχαν από το ξεπούλημα των επίπλων τους.
     Εκεί, αναγκάζεται νωρίς κι εκείνος να εργαστεί, για να συνεισφέρει στο σπίτι, μιας κι όπως αναφέρει: "Κακοτρώμε. 10 ρούβλια σύνταξη τον μήνα..." Έκαμε πυρογραφίες και ζωγραφιές πάνω σε χειροτεχνημένα πασχαλινά αβγά και τα πουλά 10-15 καπίκια τη μια. Το 1908 γράφεται στο Κομμουνιστικό Κόμμα κι αναλαμβάνει δράση. Παράλληλα αρχίζει να γράφει ποιήματα:

                         "Χρυσό και πορφύρα τα δάση φορέσαν
                          παιχνίδιζ' ο ήλιος σε τρούλους ναών
                          Καρτερώ: σε μήνες χαθήκαν οι μέρες και πέσαν
                          εκατοντάδες οι μήνες, θλιμμένων ημερών
"

     Το 1914 φτιάχνει το "Σύννεφο Με Παντελόνια". Διαβάζει Ένγκελς, που τονε θεωρεί αξιόπιστη φιλοσοφική φυσιογνωμία κι επηρεάζεται, ενώ έχει απορρίψει εξ ολοκλήρου τη Λογοτεχνία. Θαυμάζει επίσης τα γραπτά του Μαρξ και του Λένιν. Λίγον αργότερα, θ' ανακαλέσει και θα ριχτεί με τα μούτρα στους κλασικούς. Ειδικά μετά τη γνωριμία και φιλία του με τον Νταβίντ Μπουρλιούκ, που τονε "ταΐζει" με βιβλία, τονε στηρίζει ηθικά κι υλικά και τον υποστηρίζει, "για να μπορεί να γράφει και να μη πεινά" όπως του λέει. Στο ξέσπασμα της Λαϊκής Επανάστασης, το 1917, είχεν ενεργό συμμετοχή και μάλιστα κάποια στιγμή, συναντά και τον ίδιο τον Λένιν, σε κάποιο μέτωπο του αγώνα. Το 1918, μετά την επανάσταση, δημοσιεύει πρώτη φορά, στο λογοτεχνικό περιοδικό Η Τέχνη Της Κομμούνας το ποίημά του, "Διαταγή Στη Στρατιά Της Τέχνης". Γυρίζει τον κόσμο μεταφέροντας τη δάδα της λαϊκής εξέγερσης.
     Ωστόσο, παρά την επιτυχή έκβαση της Επανάστασης, ανησυχεί και το εκφράζει με ποιήματά του. Δημοσιεύει, τον Μάρτη του 1922, στην ΙΣΒΕΣΤΙΑ το "Παρασυνεδριαζόμενοι" και κάνει τον Λένιν να γελάσει και να χρησιμοποιεί μερικούς από τους στίχους του. Το 1928 επισκέπτεται το Παρίσι κι ερωτεύεται τη Τατιάνα Γιακόβλεβα. Όμως η ταραγμένη κι ανήσυχη, ακόρεστη, τελειομανής ψυχή του, αδυνατεί να κατανοήσει και να ενταχτεί στο μέτριο. 
Έτσι στις 14 Απρίλη 1930, βάζει τέρμα στη ζωή του μ' ένα πιστόλι, σ' ηλικία μόλις 37 ετών.

-----------------------------------------------------------------------------------------

Σύννεφο Με Παντελόνια

Τη σκέψη σας που 'νείρεται
πάνω στο πλαδαρό μυαλό σας
σάμπως ξιγκόθρεφτος λακές
σ' ένα ντιβάνι λιγδιασμένο,
εγώ θα τη τσιγκλάω
επάνω στο ματόβρεχτο κομμάτι της καρδιάς μου.
Φαρμακερός κι αγροίκος πάντα
ως να χορτάσω χλευασμό.

 

Εγώ δεν έχω ουδέ μιαν άσπρη τρίχα στη ψυχή μου
κι ουδέ σταγόνα γεροντίστικης ευγένειας.
Με την τραχιά κραυγή μου κεραυνώνοντας το κόσμο,
ωραίος τραβάω, τραβάω
εικοσιδυό χρονώ λεβέντης.

 

Εσείς οι αβροί!...
Επάνω στα βιολιά ξαπλώνετε τον έρωτα.
Επάνω στα ταμπούρλα ο άξεστος τον έρωτα ξαπλώνει.

 

Όμως εσείς,
θα το μπορούσατε ποτέ καθώς εγώ,
τον εαυτό σας να γυρίσετε τα μέσα του όξω,
έτσι που να γενείτε ολάκεροι ένα στόμα;
Ελάτε να σας δασκαλέψω,
εσάς τη μπατιστένια απ' το σαλόνι,
εσάς την άψογο υπάλληλο της κοινωνίας των αγγέλων
κι εσάς που ξεφυλλίζετε ήρεμα-ήρεμα τα χείλη σας
σα μια μαγείρισσα που ξεφυλλίζει τις σελίδες του οδηγού μαγειρικής.

 

Θέλετε
θα 'μαι ακέραιος, όλο κρέας λυσσασμένος
-κι αλλάζοντας απόχρωση σαν ουρανός-
θέλετε-
θα 'μαι η άχραντη ευγένεια
-όχι άντρας πια, μα σύννεφο με παντελόνια...

                     Λένιν
 
Χρόνε, θ' αρχίσω την ιστορία του Λένιν.
Πέρασαν οι μέρες της δυστυχίας.
Πάει καιρός που ο πόνος κοφτερός
έχει γίνει πια ένα κακό παλιό και καθάριο.
Χρόνε, κάνε να ξανατρικυμίσουν οι φράσεις του Λένιν.
Αρμόζει να λυθούμε σε κοπετούς
όταν ο Λένιν μένει πάντα πιότερο από κάθε άλλον Ζωντανός;
Γνώση μας είναι η δύναμη και τ' άρματα.
Οι άνθρωποι; Βάρκες έξω απ' το νερό.
Ένα πλήθος από μικρές αχιβάδες
που δεν έχουνε γεννήσει ακόμα απογόνους
Κολλούν παντού στα όστρακα τους.
Και μετά, σαν έχουνε διασχίσει το θυμωμένο μπουρίνι, κάθονται στον ήλιο
Για να καθαρίσουν τα πράσινα από τα φύκια γένια τους.
Εγώ, καθαρίζομαι στο φως του Λένιν
για να οδηγήσω πιο μακριά την επανάσταση.
Φοβάμαι αυτούς τους στίχους που 'χω μπροστά μου κατά εκατοντάδες
όπως ένα μικρό παιδί μπροστά στη ψευτιά.
Αν κάνουν πάνω στο κεφάλι του ένα φωτοστέφανο,
φοβάμαι μήπως σκεπάσουν
τ' αυθεντικό, τ' ανθρώπινο και το σοφό το απέραντο μέτωπο του Λένιν.
Φοβάμαι τις λιτανείες, τα μαυσωλεία,
το θαυμασμό, τ' αγάλματα του,
μην πάει και πνίξουν, κάτω απ' τη γλυκιά γιορτή,
το Λένιν και την απλότητα του.
Τρέμω γι' αυτόν όπως τρέμω για τη κόρη του ματιού μου!
Αλίμονο στο ψέμα! Στο ιδεώδες των ζαχαροπλαστών!
Η καρδιά εκλέγει και το καθήκον υπαγορεύει: Θα γράψω.
Όλη η Μόσχα: ο κρότος δονεί το παγωμένο έδαφος.
Στα μαγκάλια, όλοι αυτοί που άσκημα ξεπάγιασαν τη νύχτα.
Τι έχει κάνει; Ποιος είναι κι έρχεται από πού;
Γιατί γι' αυτόν όλες ετούτες οι τιμές;
Απ' τη μνήμη μου βγαίνουν οι λέξεις, η μια ύστερα απ' την άλλη.
Τι φτώχεια, εδώ κάτου, στο ατελιέ των λέξεων!
Που να ψαρέψεις κείνη που αρμόζει πιότερο;
Έχουμε μέρες εφτά,
                                   έχουμε δώδεκα ώρες.
Δε ζει κανείς μόνο με τον εαυτό του.
Ο θάνατος δε ξέρει να ζητάει συγγνώμες.
Tα πάμε κιόλας άσχημα με το εκκρεμές,
βρίσκουμε, εμείς οι καταχθόνιοι, το ημερολόγιο:
λέμε η εποχή 
                          και λέμε το παρελθόν.
Κοιμόμαστε τη νύχτα
                                        κινούμαστε τη μέρα.
Μας αρέσει να πίνουμε νερό
και μάλιστα αν είναι το νερό μες στο δικό μας το ποτήρι.
Κι αν ένας για όλους γίνεται
κύριος της παλίρροιας των πραγμάτων,
τον ονομάζουμε προφήτη,
                                                  τον ονομάζουμε ιδιοφυΐα.
Είμαστε χωρίς σκοπό,
πρέπει να μας σφυρίξουν για να κατεβούμε.
Απ' τη στιγμή που αρέσεις στη γυναίκα σου,
είσαι κιόλας ευχαριστημένος,
Κι αν δημιουργηθεί, ψυχή και κορμί ενωμένα,
κάποιος που να μην είναι στα μέτρα μας,
τραβιόμαστε: «Έχει έναν αέρα βασιλικό
Γιομίζουμε έκπληξη: «Είναι ένα Δώρο του Θεού
Είναι, έτσι που λέμε, ούτ' έξυπνο, ούτε κουτό.
Λέξεις στον αέρα που εξατμίζονται, καπνοί.
Τι μπορεί κανείς να βγάλει από τέτοια κούφια καρύδια;
Τούτο δε μιλά μήτε στη καρδιά, μήτε στην αφή.
Πώς να μετρήσεις τον Λένιν μ' αυτή τη μεζούρα;
Σάμπως ο καθένας δεν τον είδε με τα δικά του τα μάτια,
Αυτόν που μπήκε στο σπίτι μας, δίχως τα κουφώματα ν' αγγίξει;
Θάταν ακόμα πιθανό ο Λένιν να μιλά σαν ένας «ελέω Θεού αρχηγός»;
Κι αν ακόμα ήταν ηγεμονικός και θεϊκός,
όλος θυμό και δίχως να συγκρατιέται,
εγώ θάμουν βαλμένος ανάμεσα σε συνοδείες,
ενάντια στο πλήθος και στους θαυμαστές.
Θε να 'χα βρει τις λέξεις που ταιριάζουν για κατάρες.
Ποδοπατημένος εγώ, ποδοπατημένες κι οι κραυγές μου,
θα 'χα πετάξει βλαστήμιες προς τον ουρανό,
Στο Κρεμλίνο τάχα εξακοντίζει τη βόμβα: Κάτω!
Αλλά ο Τζερτζίνσκι με βήμα σταθερό ακολουθεί το φέρετρο.
Θα μπορούσε ν' αφήσει τα πόστα της η Τσεκά.
Από μάτια μιλιούνια κι απ' τα δυο τα δικά μου
ρυάκια από δάκρυα τρέχουν στα μάγουλα.
Για το Θεό, τίποτα το νέο σε τέτοιες τιμές.
Όχι σήμερα! Η λύπη είναι αληθινή στη παγωμένη καρδιά:
θα θάψουμε τον πιο απλό άνθρωπο
απ' όλους όσους έζησαν στη γη.
Απλός ναι, αλλ' όχι σαν κι αυτούς
που το βλέμμα τους
πηγαίνει να καταλήξει στη λεκάνη τους.
Με μια μάτια που επόπτευε ολάκερη τη γη,
αγκάλιαζε αυτό που ο χρόνος σκέπαζε ξανά.
Σαν κι εσάς και σαν εμένα, ίδιος κι απαράλλαχτος,
μόνο που στην άκρη των ματιών του,
ο στοχασμός περσότερο ζαρώνει το πετσί,
και που τα χείλια του είναι πιο σκληρά κι ειρωνικά.
Δεν είχε τη σκληράδα του σατράπη πάνω στ' άρμα
που σε συντριβεί με μια μόνο κίνηση των χαλιναριών.
Ανθρώπινος, τρυφερός για το σύντροφο,
για τον εχθρό, η σκληράδα του σίδερου.
Είχε, όπως έχουμε και 'μεις, αδυναμίες,
κι είχε γιατρευτεί απ' τις αρρώστιες, δίχως ποτέ να πλαγιάσει.
Έτσι, εμένα το μπιλιάρδο, το μάτι μου γυμνάζει.
Γι' αυτόν ήταν σκάκι, των αρχηγών το ταιριαστό παιχνίδι.
Και περνώντας απ' το σκάκι στον πραγματικό εχθρό,
αλλάζοντας μ' ανθρώπους τα χτεσινά τα πιόνια
έβαλε την εργατική δικτατορία
πάνω από τις φυλακές και τα κάστρα του κεφαλαίου.

                        Σε Σας

Εσείς που ζείτε σε κραιπάλες κι όργια διάσημα
με βίλες, θερμαινόμενες τουαλέτες και μπάνια
δε ντρεπόσαστε γι' αυτούς που παίρνουν "Γεωργίου" παράσημα
στις εφημερίδες να διαβάζετε καμπάνια;

Ξέρετε σεις οι ατάλαντοι τόσοι και τόσοι
-με σκέψη μια, ποιος το καλύτερο θα πάρει γεύμα-
ότι μια μπόμπα ανέσπλαχνη μπορεί να 'χει σκοτώσει
του υπολοχαγού Πετρώφ το ποδάρι;

Ω αν μπορούσε αυτός, -στο σφαγείο που 'χετε στείλει-
ν' αντικρίσει, άξαφνα, πριν να πεθάνει
εσάς με κολλημένα κρέατα στα χείλη
να τραγουδάτε "Σεβεριάνι!"

 

Για σας που οι μέρες σας περνάνε μέσα σ' οργίων παιάνες
να πάω εγώ, να σκοτωθώ, λοιπόν όπως κι οι άλλοι;
Καλύτερα να πάω να σερβίρω τις πουτάνες
στα καμπαρέ με ανανά χυμού μπουκάλι

    Δεν Το Πιστεύουμε

Του έαρος μέρα σκεπάσαν
             μ' ίσκιο βαρύτατο
ιατρικό δελτίο, ύστατο
τοιχοκολλήσανε τη χαραυγή

Όχι!
δε γίνεται!
την αστραπή ποιος θα προστάξει
στην άβυσσο του χάους μην αστράψει;
Όχι!
Δε θ' αλυσσοδέσει
               της θύελλας τη γλώσσα
κανείς
χιλιαδοσέλιδη, αιώνια θα μένει
καμπάνα
συναγερμό να σημαίνει
η γλώσσα του Λένιν.

Ο κεραυνός
μπορεί
μουγκός ν' απομείνει;
ποιος
το σίφουνα θα μικρύνει
             να μη ξεχειλίσει!

Όχι!
              Δε θα στερέψει
                   του Λένιν η αδάμαστη
θέληση
στη χιλιοδύναμη θέληση
                        του Ρούσικου Κόμματος.

Ένα τέτοιο πυρετό
             θερμόμετρο, έχεις
                      να τονε μετρήσεις;
                      βρίσκεται, μήπως;
Σφυγμού τέτοιου
              με το δευτερόλεπτο
                     ακούγετ' ο χτύπος;
  
Αιώνια του Λένιν  η καρδιά
θα βροντάει στ' αλήθεια
στης Επανάστασης τα στήθια.

Όχι!
Όχι!
Ο-Χ-Ι
Δε θέλουμε
            δε πιστεύουμε
το δελτίο το κακόσημο!
Από της 'Ανοιξης τα μάτια
             θα τονε σβήσουμε
τον ίσκιο τον νεκρώσιμο.

        Νέα Φρουρά

Να, κυλά
            η δουλειά του νεκρού.
Της γης δουλειά
            να γυρνά.
Δουλειά
              της νέας φρουράς
                     να ορμά,
με τριπόδισμα μπροστά.
Βάδην -
                 γέρικη 'ναι η ζωή
με τη κόκκινη σημαία κρατώντας
                 τροχάδην
με εκατομμυρίων
κομσομόλων την ορμή.
Εμπρός!
Ομαδικά
                κάτω από των βιβλίων τη στέγη
μέχρι απ' τα γράμματα
                    το χρώμα να φεύγει.
Στη σπορά της σκέψης
               και το θέρισμα
               μέγα έρεισμα.
Εμπρός
και τούτο δε μας φτάνει όμως,
στων υψών τα ύψη
              ο δρόμος,
σάμπως κύμα
               επίθεσης κύλα
Μ' αίσθημα νέο
              γενναίο
              τη σκέψη σου την ίδια
σπιρούνιαζε.
Σαν ταπέτο το σύμπαν,
                τίναξε το με ρώμη
Απ΄το Σύμπαν
να φύγει ο σκόρος.
Πρόσταξέ το
              και όρος
ν' αλλάξει τη φορά
να πετά αριστερά
του σύμπαντος
                 όλος

       Εσείς Θα Καταφέρετε;

 

Αμέσως άλλαξα σα σκίτσο την ημέρα,
ρίχνοντας τη μπογιά απ' το κουβά,
έδειξα πάνω στην ανάγλυφή μας σφαίρα
ανάγλυφα του κόσμου τα καλά και τα στραβά.

 

Στα λέπια των ψαριών τα κρύα
εύκολα διάβασα τα δόγματα της κοσμοσυρροής.
Εσείς θα καταφέρετε να παίξετε τη νυκτωδία,
σ' ένα φλαούτο, από σωλήνες της υδρορροής;

 

 Ελευθερία Έκφρασης

Τη πρώτη νύχτα πλησιάζουνε
και κλέβουν ένα λουλούδι
από τον κήπο μας
και δε λέμε τίποτα.

Τη δεύτερη νύχτα δε κρύβονται πλέον
περπατούνε στα λουλούδια,
σκοτώνουν το σκυλί μας
και δε λέμε τίποτα.

Ώσπου μια μέρα
-τη πιο διάφανη απ' όλες-
μπαίνουν άνετα στο σπίτι μας
ληστεύουν το φεγγάρι μας
γιατί ξέρουνε το φόβο μας
που πνίγει τη φωνή στο λαιμό μας.

Κι επειδή δεν είπαμε τίποτα
πλέον δε μπορούμε να πούμε τίποτα

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers