Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Κλασσικά 

Zaller Robert : Μαγιακόφσκη (θεατρικό)

 

δράμα σε 3 πράξεις

Μετάφραση: Νατάσα Τσουκαλά
(
Η απόδοση των ποιημάτων του  Μαγιακόφσκη στο έργο, από τα αγγλικά, έγινε από
τους Κώστα Σοφιανό και Σπύρο Μάνδρο
.)

ΠΡΟΣΩΠΑ

Νεαρές Αμερικανίδες (δυο)
Αμερικανός Αστυνομικός
Ανούσκα
Νικολάι Ασέγιεφ (Κόλια)
Μπιξ Μπαϊντερμπέκε
Λίλη Μπρικ
Όσσιπ Μπρικ (Όσια)
Ντέιβιντ Μπουρλιούκ
Νικολάι Μπουρλιούκ
Νικολάι Τσουζάκ
Παρουσιαστής Του Τσίρκου
Κάλβιν Κούλιτζ
Έλσα (Τριολέ)
Σάκνο Επστάιν
Σεργκέι Εσένιν
Μάικλ Γκολντ
Σίριλ Φεόντοροβιτς Γκορτκώφ
Τσιγγάνα πόρνη
Βασίλι Καμένσκι
Βαλεντίν Κατάγιεφ
Βελιμίρ Χλέμπνικωφ (Βέλια)
Πάβελ Λαβούτ (Πάβια)
Ένας φορτοεκφορτωτής
Ανατόλι Λουνατσάρσκι
Καζιμίρ Μαλέβιτς
'Αντρας
Φίλιππο Μαρινέττι
Μαρία
Μασκοφορεμένες φιγούρες
Αλεξάνδρα Αλεξέγιεβνα Μαγιακόφσκαγια
Λουντμίλα Μαγιακόφσκαγια
Όλγα Μαγιακόφσκαγια
Βλαντιμίρ Κωνσταντίνοβιτς Μαγιακόφσκι
Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκη (νέος)
Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκη (ενήλικας)
Ο σωφέρ του Μαγιακόφσκη
'Ανθρωποι της ΝΕΠ (τρεις)
Μπορίς Παστερνάκ
Τα παιδιά με Φίλιπ Μόρρις (δυο)
Γουίλι Πόγκανυ
Νόρα Πολόνσκαγια
Ιβάν Πρισίπκιν
Αλεξάντερ Ρόντσενκο
Μπέιμπ Ρουθ
Ράφτρα
Βικτώρ Σκλόφσκι
Ντμίτρι Σοστακόβιτς
Βλαντίμιρ Τατλίν
Μαυραγορίτης
Βετεράνοι (τρεις)
Γυναίκα στο Κόμμα (Ι)
Γυναίκα στο Κόμμα (ΙΙ)
Εργάτης
Τατιάνα Γιάκοβλεφα
Αμερικάνοι εργάτες, γυναίκες και παιδιά, φουρνάρηδες, μαυραγορίτες, υπενοικιαστές, γραφειοκράτες, σερβιτόρες καφενείου, καπιταλιστής, χαρτοπαίκτες, Κοζάκοι, ποτοποιοί, εκτελεστικό απόσπασμα, ηθοποιοί και τεχνικοί κινηματογράφου, άτομα που καταπίνουν φωτιές, παίχτες τυχερών παιγνιδιών, νεκροθάφτες, επερωτώντες, κήρυκας, λακέδες, άνθρωποι των γραμμάτων, ηθοποιοί και τεχνικοί θεάτρου, πόρνες, Ρώσοι χωρικοί, εργάτες, στρατιώτες και ναυτικοί, άτομα των μυστικών υπηρεσίων, χαφιέδες, οδοκαθαριστές, ακροβάτες, σερβιτόροι.

ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ

Σκηνή Ι
     Η αυλαία σηκώνεται, ενόσω ακούγεται σύντομη τυμπανοκρουσία. Ο ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΤΣΙΡΚΟΥ εμφανίζεται στο αριστερό μέρος της σκηνής. Στο κέντρο υπάρχει ένα μικρό κανόνι.
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΤΣΙΡΚΟΥ: Κυρίες και κύριοι! Η θαυμαστή γέννηση, η μεγαλειώδης ζωή κι ο καθαγιασμένος θάνατος του συντρόφου μας, Βλαντίμιρ Βλαντίμιροβιτς Μαγιακόφσκη!
     
Ακούγεται για λίγο μια μπάντα. Μπροστά από το κανόνι ξεδιπλώνεται ένα φαρδύ πανώ που κρέμεται από ψηλά αναπαριστώντας τον ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΗ σαν άγιο σε ορθόδοξη εικόνα, με σταυρωμένα χέρια και έκφραση ενατενισμού.
"Ο σύντροφος Μαγιακόφσκη, αληθινό παιδί της Επανάστασης, ήρθε στον κόσμο χωρίς ανθρώπινη βοήθεια.
    
Το κανόνι εκπυρσοκροτεί και μέσα από το πανώ πετάγεται ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΗ νέος -ένα παιδί γύρω στα δέκα. Φοράει κοστούμι με γιλέκο και παίρνει αμέσως τη στάση που είχε πριν στην εικόνα. Το πανώ ανασηκώνεται. Το κανόνι παραμένει με το στόμιό του να καπνίζει.
"Ο μικρός μας Βολόντια μπήκε στη στρατιά των εργατών μέσα από μια μικρή ξύλινη καλύβα στην Ομόσπονδη Δημοκρατία της Γεωργίας, που είναι επίσης γενέθλιος τόπος του ηγέτη μας!
    
Προβάλλεται στιγμιαία η εικόνα του ΣΤΑΛΙΝ.
"Σύμφωνα με τα έθιμα της αστικής τάξης, εφοδιάστηκε κανονικά με μια μητέρα, την Αλεξάνδρα Αλεξέγιεβνα, ένα πατέρα, τον Βλαντίμιρ Κωνσταντίνοβιτς, φτωχό αλλά τίμιο κυνηγό και δυο αδελφές, τη Λουντμίλα και την Όλγα.
    
Τα τέσσερα μέλη της ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ μπαίνουν στη σκηνή, η ΜΑΝΑ με το ένα παιδί απ' το δεξί άκρο και ο ΠΑΤΕΡΑΣ με το άλλο παιδί απ' το αριστερό άκρο. Φοράνε όλοι τους χωριάτικα ρούχα. Ο ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΒΙΤΣ κρατάει ένα τσεκούρι και ένα μικρό κούτσουρο, που το κόβει μεμιάς στα δυο.
"Η μικρή οικογένεια ζούσε μόνη στην καλύβα του κυνηγού, μακριά από φίλους και γείτονες, εντελώς βυθισμένη στην άγρια φύση.
    
Ακούγεται το ουρλιαχτό ενός λύκου. Τα μέλη της ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ που, κατά τη διάρκεια της ομιλίας του ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗ, ταλαντεύονται πέρα-δώθε σαν μηχανικές κούκλες, πιάνονται μεταξύ τους τρομαγμένα, αφήνονται αμέσως και ξαναρχίζουν να ταλαντεύονται.
"Κάθε μέρα, ο Βλαντίμιρ Κωνσταντίνοβιτς έπαιρνε το μικρό Βολόντια μαζί του στη δουλειά, για να του μάθει τα μιστικά του δάσους.
    
Με μια απότομη μηχανική κίνηση, ο ΒΟΛΟΝΤΙΑ τεντώνει το αριστερό του χέρι και ο ΠΑΤΕΡΑΣ του του το πιάνει. Το άλλο του χέρι παραμένει σταυρωμένο μπροστά στο στήθος του.
"Κάθε μέρα, η Λουντμίλα κι η Όλγα έρραβαν κι έγνεθαν κι έπλεναν κι άρμεγαν, μαζί με τη πολυαγαπημένη τους Αλεξάνδρα Αλεξέγιεβνα.
     
Οι τρεις γυναίκες μιμούνται τις παραπάνω δουλειές.
"Κάθε βράδι, η οικογένεια συγκεντρωνόταν μπροστά στο εικονοστάσι του σπιτιού κι ευχαριστούσε το Θεό για τη καλωσύνη του δάσους και την ομορφιά του κόσμου.
    
Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ γονατίζει μπροστά στο ΒΟΛΟΝΤΙΑ, του οποίου τα χέρια είναι και πάλι σταυρωμένα όπως πριν.
"Έτσι, η μικρή οικογένεια ζει μέσα σε μια αγνή κι απλή ευτυχία. Αλλά τα χρόνια περνάνε γρήγορα. Η μικρή Λουντμίλα πρέπει να πάει σχολείο στην Τυφλίδα...
    
Σκηνή αποχαιρετισμού, δάκρυα κλπ. Η ΛΟΥΝΤΜΙΛΑ βγαίνει από το δεξί άκρο της σκηνής.
"...κι ύστερα από λίγο καιρό πρέπει ν' αρχίσει σχολείο κι ο Βολόντια. Φτάσαμε στον 20ό αιώνα!
    
Ακούγεται για λίγο μια μπάντα.
"Οι Μαγιακόφσκη μετακομίζουν στη πόλη.
    
Ακούγεται μουσική. Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ μιμείται τη μετακόμιση στην πόλη, κλαίγοντας όταν αφήνει την εξοχή, κοιτώντας με θαυμασμό τα καινούργια θεάματα κλπ. Ο ΒΟΛΟΝΤΙΑ δεν αλλάζει στάση, παραμένοντας ακίνητος μέσα σε όλη αυτή την αναστάτωση.
"Πόσοι δρόμοι, πόσα σπίτια, πόσοι άνθρωποι! Πόσα θαυμάσια πράγματα έχει να δει κανείς! Παλάτια για τους πλούσιους, καλύβες για τους φτωχούς! Αυτοκίνητα που κατεβαίνουν τους λιθόστρωτους δρόμους, πω πω, τόσο γρήγορα, τόσο δυνατά! ΠΡΟΣΕΧΕ! Είναι ένας καινούργιος κόσμος. Αλλά ζει σύμφωνα μ' ένα παλιό κανόνα: 'Θα κερδίζεις το ψωμί σου με τον ιδρώτα του προσώπου σου. Εγώ, όμως, θα σου τρώω το μισό'.
    
Μπαίνουν δυο ΜΥΣΤΙΚΟΙ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΙ, κρατώντας πολύ ψηλά λάβαρα με τις προσωπογραφίες του ΝΙΚΟΛΑΟΥ Β' και της ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ. Παρελαύνουν και τραγουδούν, ενόσω η οικογένεια κάνει σημειωτόν:

-Πατερούλη μας
 εδώ να μείνεις
 οι καρποί που μαζεύουμε
 σε ταΐζουν καλά
 εσύ τρως, εμείς λιμοκτονούμε
 και των δυό μας τα στομάχια πρήζονται
 εσύ κάθεσαι στο παράδεισο
 εμείς είμαστε σα δούλοι στη κόλαση.

-
ΖΗΤΩ! ΖΗΤΩ! ΖΗΤΩ! (εν χορώ)
    
    
Οι ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΙ βγαίνουν.

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΤΣΙΡΚΟΥ: Έτσι, ο πατέρας Βλαντίμιρ πρέπει ν' αφήσει την ελεύθερη, πανούργα ζωή του δάσους που ήξερε κι αγαπούσε -τις παγίδες που έβαζε τα βράδια, τους λαγούς που τσιτσίριζαν στη σούβλα, που ήταν τόσο νόστιμοι γιατί τους είχε κυνηγήσει παράνομα στα κτήματα του αφεντικού του- και να επωμισθεί τα προλεταριακά βάρη. Γυμνός από τη μέση και πάνω, δεμένος στη μηχανή του, ο πατέρας Βλαντίμιρ ανακαλύπτει κάτι που ώς τότε αγνοούσε στα βάΘη του παρθένου δάσους: Είναι μόνος του. Το τραγούδι του δάσους του, έχει χαθεί μέσα στην υποχθόνια οχλοβοή, το τσεκούρι του σκουριάζει παραπεταμένο στην αποθήκη, μετά βίας μπορεί πια να κόψει λίγα κλαράκια για να ζεσταθούν το χειμώνα. Μέσα σε μια σιδερένια μοναξιά, ανάμεσα σε χιλιάδες ανθρώπους, ανακαλύπτει ένα νέο κόσμο, μια νέα συγκίνηση: Το σύντροφο.
"
Η μηχανή καταπίνει τους ανθρώπους, ενωμένους και μη. Αλλά ο πατέρας Βλαντίμιρ τρυπάει το δάχτυλό του με μια σκουριασμένη καρφίτσα. Σκουριά; Ποιος είχε ακούσει ποτέ κάτι τέτοιο στο δάσος, όπου το μεγάλο τσεκούρι έλαμπε καθώς έκοβε, με τη λεπίδα του να διαγράφεται καθαρά, σαν καμπύλη ποταμού; Σκουριά. Πυρετός. Κατάρα στο αίμα. Του πάνε εικόνες. Οι παπάδες βροντοφωνάζουν τις προσευχές που τους πλήρωσαν να πουν.
     Οι ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΙ ξαναγυρίζουν, ντυμένοι σα πανούργοι Ρασπούτιν.
"Είναι μάταιο. Δεν υπάρχει πενικιλίνη, είναι μάταιο. Εξασθένηση. Παραλήρημα. Θάνατος.
    
Νεκρώσιμη μουσική, αλλά σε ανέμελο ρυθμό. Βγάζοντας τα επίσημα ρούχα τους, οι ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΙ μετατρέπονται σε τραυματιοφορείς που απομακρύνουν τον ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΒΙΤΣ πάνω σ' ένα φορείο. Στο δεξί άκρο της σκηνής συναντούν δυο ΝΕΚΡΟΘΑΦΤΕΣ που σπρώχνουν ένα φέρετρο από ξύλο πεύκου. Ρίχνουν μέσα το πτώμα του ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΒΙΤΣ και φεύγουν όλοι.

"Η ρημαγμένη οικογένεια αρχίζει τώρα να γνωρίζει τη φτώχεια. Πουλάνε τα έπιπλά τους, δε τα χρειάζονται στο μικρό διαμέρισμα της μεγαλούπολης. Η μητέρα δέχεται υπενοικιαστές . Η μητέρα πλένει τα ρούχα άλλων. Το μικρό διαμέρισμα γίνεται μικρότερο. Η Λουντμίλα κι η Όλγα ζωγραφίζουν κουτιά που μπαίνουν μέσα σε μεγαλύτερα κουτιά, σα μπαμπούσκες. Ο Βολόντια τα παραδίδει στους πελάτες καθώς πηγαίνει στο σχολείο του.
     
Οι ΥΠΕΝΟΙΚΙΑΣΤΕΣ πηγαινοέρχονται μεταξύ της ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΑΛΕΞΕΓΙΕΒΝΑ και των ΚΟΡΙΤΣΙΩΝ, κρεμωντας τα πλυμμένα τους ρούχα σ' ένα σχοινί. Τα ΚΟΡΙΤΣΙΑ ζωγραφίζουν με πολλή εργατικότητα. Ο ΒΟΛΟΝΤΙΑ σταυρώνει και ξεσταυρώνει τα χέρια μηχανικά, με τις παλάμες τεντωμένες.

"Η πόλη, όμως, βρίσκεται σε αναβρασμό, στο ναυτικό γίνεται ανταρσία. Ταραξίες! Επανάσταση! Μαζεύεται κόσμος, κρατώντας ψηλά πλακάτ με διάφορα αιτήματα. Υπερασπίζονται τον πατερούλη τους, τραγουδούν γι' αυτόν. Τους απαντούν τα όπλα, οι Κοζάκοι επιτίθενται, κάνοντας αυτό στο οποίο διακρίνονται, αριστερό! δεξί! αριστερό! δεξί! αριστερό! δεξί! Ύστερα, έρχονται μήνες με μεγάλες απεργίες, εργοστάσια κλειστά, εργάτες αδιάλλακτους, αιτήματα, παραχωρήσεις, περισσότερα αιτήματα, περισσότερες παραχωρήσεις, περισσότερα αιτήματα, περισσότερους Καζάκους. Ο Λένιν παίζει σκάκι δίπλα σ' ένα ρολόι στη Ζυρίχη. Έρχεται η Επανάσταση! Έρχεται η Επανάσταση στη Ρωσία!
    
Ενόσω μιλάει ο ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΤΣΙΡΚΟΥ, οι αντίστοιχες εικόνες προβάλλονται γρήγορα πάνω στους ηθοποιούς που βρίσκονται επί σκηνής. Αυτοί αντιδρούν αρχικά τρομαγμένα και ύστερα πανικοβλημένα, βγαίνουν από τη σκηνή. Μένει μόνο ο ΒΟΛΟΝΤΙΑ, που έχει ξαναπάρει τη στάση αγίου. Ακούγονται δυνατές τυμπανοκρουσίες. Τα φώτα σβήνουν.

Σκηνή ΙΙ
     Από το δεξί άκρο της σκηνής, μπαίνει ένας ΚΗΡΥΚΑΣ ντυμένος σαν κλόουν, χτυπώντας ένα χάλκινο τύμπανο. Τον ακολουθεί μια σκόρπια πομπή από φουτουριστές που κρατάνε πανώ, πλακάτ με αιτήματα κλπ. Ένα ζευγάρι απροσδιόριστα παράξενων ΧΩΡΙΚΩΝ (οι ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΙ με νέα μεταμφίεση), ένα αγόρι που τρέχει σφυρίζοντας με μια σφυρίχτρα και φωνάζοντας:
"Έρχονται οι φουτουριστές! ΄Ερχονται οι φουτουριστές!"
     Οι ΦΟΥΤΟΥΡΙΣΤΕΣ συζητούν μεγαλόφωνα αλλά χαρούμενα μεταξύ τους. Ένας-δυο κουβαλούν χρώματα και καβαλέτα, που ετοιμάζονται να στήσουν για να ζωγραφίσουν το κοινό. Δίπλα τους περπατά με μεγάλο διασκελισμό ο ΜΑΡΙΝΕΤΤΙ, φορώντας ένα δερμάτινο σακάκι, παντελόνι γκολφ και κάσκα αεροπόρου. Κουβαλάει ένα μεγάλο πανώ σε ροδίτσες, όπου είναι γραμμένη η φράση "Το μέλλον δουλεύει", την οποία επαναλαμβάνει στα ιταλικά.
     
Η είσοδος όλων αυτών των προσώπων συνοδεύεται από το εμβατήριο του "Καρυοθραύστη" του Σοστακόβιτς. Το ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΩΝ ΦΟΥΤΟΥΡΙΣΤΩΝ είναι γραμμένο βάσει αυτής της μελωδίας. Φωνές, μεμονωμένες:
-Είναι το Μινσκ;
-Είναι το Πινσκ;
-Πού στο καλό είμαστε;
-Τί σημασία έχει; Έχουν δημαρχείο;
-Ε, εσείς εκεί πέρα! ΄Εχετε δημαρχείο στην πόλη σας;
-Να πάει στα κομμάτια το δημαρχείο. Πού είναι η ταβέρνα;
-Να πάει στα κομμάτια η ταβέρνα. Πού είναι τα κορίτσια;
-Μια στιγμή! Πού είναι ο Μαγιακόφσκη;
-Ο πολυαγαπημένος μας Βολόντια;
-'Αμα βρείτε τα κορίτσια, θα τον βρείτε κι αυτόν.
-(Γουργουρίζοντας) Αγαπητέ Βολόντια!
-Όμορφε Βολόντια!
-Δε θα με βοηθήσεις να μεταφέρω αυτή τη καρδάρα στη κορυφή αυτού του ψηλού, ψηλού λόφου;
ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΜΠΟΥΡΛΙΟΥΚ: Εντάξει, αρκετά. Μα, πού είναι; Πρέπει να τηρήσουμε το χρονοδιάγραμμά μας. Θ' αναγκαστούμε να ξεκινήσουμε χωρίς αυτόν. Φίλοι, συμπολίτες, επιτρέψτε μου...
-Περίμενε!
-
Να 'τος, έρχεται!
     Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΗ μπαίνει πάνω σ' ένα σιδηροδρομικό καροτσάκι που το σπρώχνει ένας ΑΧΘΟΦΟΡΟΣ. Φοράει καπέλο κι ένα πράσινο αδιάβροχο, από μέσα, φοράει μια έντονα κίτρινη πουκαμίσα, χωριάτικου στυλ. Κρατάει μια μικρή βαλίτσα και κοιτάει μπροστά με αγωνία.
-
Βολόντια!
-
Δόξα τω Θεώ!
-
Τί στο καλό έπαθες;
-
Ετοιμαζόμασταν πια ν' αρχίσουμε.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΗ: Ντέιβιντ! Βέλια! Να 'σαστε επιτέλους! Τι κωλομπέρδεμα...
ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΜΠΟΥΡΛΙΟΥΚ: Δε πειράζει. Έλα κάτω, δωσ' το μου. Πρέπει να ξεκινήσουμε τη παράσταση.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΗ: Δε θα πιστέψεις ποτέ τι συνέβη...
ΧΛΕΜΠΝΙΚΩΦ: Είμαι σίγουρος γι' αυτό.
ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΜΠΟΥΡΛΙΟΥΚ: Βιάσου τώρα, Βολόντια, βιάσου.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΗ: Μα, που είναι το δημαρχείο;
ΧΛΕΜΠΝΙΚΩΦ: Δυστυχώς, αυτή η μητρόπολη δεν έχει δημαρχείο, αλλά, δόξα τω Θεώ, έχει ταβέρνα. Θα δώσουμε τη παράσταση μας al fresco.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΗ: Τι; Εδώ μέσα;
ΚΑΜΕΝΣΚΗ: Όπως βλέπεις, η φήμη μας έχει φτάσει εδώ πριν από μας (δείχνει το κοινό). Διακόσιοι αγροίκοι που περιμένουν να χάψουν ό,τι τους πούμε.
ΝΙΚΟΛΑΪ ΜΠΟΥΡΛΙΟΥΚ: Στο 'πα, Ντέιβιντ, ήταν τρέλα να συνεχίσουμε τη περιοδεία μας σχεδόν ώς το φθινόπωρο. Είμαστε τυχεροί που δεν έχει ακόμα χιονίσει.
ΧΛΕΜΠΝΙΚΩΦ: Με τη τύχη που έχουμε, θα συμβεί κι αυτό.
ΚΑΜΕΝΣΚΗ: Και με τη ποιήσή σου θα βγούμε έξω να δούμε.
ΑΣΕΓΙΕΦ: Κάτω από το τρελό φεγγάρι, Βασίλη.
ΝΙΚΟΛΑΪ ΜΠΟΥΡΛΙΟΥΚ: Με τον Μαγιακόφσκη να του ουρλιάζει.
ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΜΠΟΥΡΛΙΟΥΚ: Εντάξει, ας οργανωθούμε. Καμένσκη, θ' αρχίσεις με την ομιλία σου για την αεροδυναμική.
ΚΑΜΕΝΣΚΗ: Αστειεύεσαι, Ντέιβιντ; Χωρίς πίνακα και κιμωλία; Πού θα γράψω τις εξισώσεις μου;
ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΜΠΟΥΡΛΙΟΥΚ: (Σπρώχνοντας τον Καμένσκη προς τα 'μπρος) Κάν' τη χωρίς εξισώσεις!
    
Ακούγεται ρυθμική κραυγή: "Φου-του-ριστές! Μαγια-κό-φσκη! Μα-για-κόφσκη!" Ο ΚΑΜΕΝΣΚΗ αποσύρεται διστακτικά.
ΧΛΕΜΠΝΙΚΩΦ: Φαίνεται πως θέλουν από τώρα τον σταρ μας.
ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΜΠΟΥΡΛΙΟΥΚ: Βολόντια, που είσαι; Θα μας λυντσάρουν!
    
Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΗ προχωρεί μπροστά, φορώντας τη κίτρινη πουκαμίσα του.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΗ: (Απευθύνεται στους άλλους) Εν πάση περιπτώσει, πώς λέγεται αυτή η πόλη;(Απευθυνόμενος προς το κοινό) Πολίτες, συμπολίτες του Κοσμογκράντ, γιατί έτσι σας αποκαλώ, πολίτες της πόλης του μέλλοντος! Εμείς, οι Φουτουριστές, ήρθαμε σ' εσάς για να σας αναγγείλουμε τον 20ό αιώνα. Αυτός είναι ο αιώνας μας, χωρίς λουλούδια, χωρίς δάκρυα, χωρίς κηδείες. Έχουμε τελειώσει οριστικά με το μουχλιασμένο πτώμα του Ρομαντισμού, με τη σαπίλα του Συμβολισμού, με τη δυσωδία της Παρακμής! Όλα αυτά έχουν πια καταργηθεί! Δε θα έχουμε πια ημίφωτα κι ονειροπολήσεις, αναστεναγμούς και σκιές, θα πάψουμε ν' αγαπούμε τη σύφιλη και να λατρεύουμε την αυτοκτονία. Δε θα έχουμε πια ραβασάκια να πηγαινοέρχονται με τους υπηρέτες, ούτε μονόκλ στην όπερα, ούτε χορούς μεταμφιεσμένων, ούτε παιχνίδια στα χιόνια. Τίποτα πια απ' αυτό το καταρρέοντα, ειδεχθή, τρεμάμενο, βλακώδη, φλύαρο κατακερματισμένο, λόφο από σκατά του παρελθόντος. Όλ' αυτά τέλειωσαν, μ' ακούτε;
     "Στ' όνομα της ελπίδας, της προόδου, της επανα..., χμ! της απόδοσης. Δια της παρούσης ανακηρύσσω τη ταχύτητα, το φως, την ισχύ, τη δύναμη, την ελευθερία, το μέλλον! Πολίτες, έχετε δει ποτέ σας μιαν ισχύ να χαμογελά; Μιλάω σοβαρά. Έχετε ιδέα για τη ποίηση του ηλεκτρισμού, την ομορφιά των αλληλένδετων μοχλών, τη λαμπρότητα των δασών από καμινάδες ενός εργοστασίου, που φέγγουν στο νυκτερινό ουρανό, διώχνοντας τα άστρα σα πρόβατα, ανοίγοντας τα ουράνια μ' ένα μηχάνημα οξυγονοκόλλησης;
     "Τί σόι άνθρωποι είστε; Δε βλέπετε πως διψάω; Δώστε μου λίγο απ' αυτό, όχι, ένα καθαρό ποτήρι παρακαλώ, μπράβο παιδί μου, πάρε για το κόπο σου.
     "Πολίτες, πίνω στην υγειά σας (πίνει). Δείτε πώς είσαστε, βουτηγμένοι στη λάσπη ώς τα γόνατα, βουτηγμένοι στα χρέη ώς το λαιμό, βουτηγμένοι στο αλκοόλ ώς τα μπούνια. Έτσι δεν είναι;
     "Δώστε μου, σας παρακαλώ, ακόμα λίγο, ευχαριστώ.
     "Σύντροφοι -θέλω να πω, αγαπητοί μου- αν έβρεχε βότκα, δε θα άλλαζε ούτε ο καιρός, ούτε τα προσωπά σας. Εδώ, είμαστε απλώς ποιητές, μ' ένα-δυο τσαρλατάνους σαν εμένα. Θέλετε ν' ακούσετε λίγη ποίηση; Αγαπητοί αγροίκοι. Ξεβουλώστε τ' αυτιά σας ως εξής: (Στρίβει το δάχτυλό του μεσα στο αυτί και ξεφουσκώνει απότομα τα μάγουλά του κάνοντας θόρυβο). Σαν ν' ανοίγετε σαμπάνια.(Απαγγέλλει).

Ει
Τζέντλεμεν!
Ωραιοπαθείς
ατάραχοι από ανοσιούργηματα
σφαγές
αιματοχυσίες
και συμφορές

έχετε δει
ό,τι πιο φοβερό υπάρχει:
το πρόσωπό μου
όταν
είμαι
τελείως ήρεμος;

Και νιώθω
αυτό το "είμαι"
πολύ μικρό για 'μένα
να μη μπορεί να με χωρέσει.

Εμπρός!
Ποιος μιλάει;
Μητέρα;
Εσύ 'σαι μητέρα;
Ο γιός σου είναι ωραία άρρωστος!
Μητέρα,
η καρδιά τουκαίγεται!
Να πεις της Λιούδας, να πεις της Όλιας
ότι ο αδελφός τους δε μπορεί
να δραπετεύσει απ' αυτή τη νεκρική πυρά.
Κάθε λέξη
που φτύνω
από το κολασμένο στόμα μου
πετάγεται έξω
σαν μια γυμνή πουτάνα
από φλεγόμενο μπορντέλο
Δεν μπορείς
να πηδήξεις έξω απ' τη καρδιά σου!

Πάνω απ' του χρόνου τις βουνοκορφές
έρχεται ο ένας που δε βλέπει κανένας
φέρνοντας τελετουργικά
το ακάνθινο στέμμα της Επανάστασης
στο λιμασμένο έτος
χίλια εννιακόσια δεκάξι!

Βρίσκομαι όπου βρίσκεται ο πόνος
Έχω τον εαυτό μου σταυρώσει
σε κάθε σταλαγματιά
αυτού του ποταμού δακρύων
που είναι ο Γαλαξίας.
Έχω καυτηριάσει τον οίκτο
χίλιες Βαστίλες έχω εκπορθήσει
κι όταν, κόκκινοι απ' το ξεσηκωμό
θα 'ρθείτε να υποδεχτείτε το σωτήρα σας
ελεύθερη θα ξεριζώσω τη ψυχή μου
σφυροκοπώντας τη θα τη πλατύνω
και θα την απλώσω
πάνω απ' τη παντιέρα
των αγώνων σας.

     (Θορυβώδης αντίδραση).
     "Ορίστε! Αυτό είναι ο Φουτουρισμός για σας. -Λίγη βότκα για τον ποιητή-! Χαρούμενοι άνθρωποί μου, τί έχετε να πείτε;

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΩΝ ΦΟΥΤΟΥΡΙΣΤΩΝ

         
(Όλοι μαζί)
Είμαστε οι φουτουριστές
προάγγελοι ενός γενναίου νέου κόσμου
είμαστε οι φουτουριστές
με σηκωμένες τις λαμπρές ατρόμητες παντιέρες

Μετρημένες είναι της τυραννίας οι μέρες
σε λίγο τελειώνει η βασιλεία της
τα σάλια τους γλύφουν οι λακέδες
και σαν ποντίκια εγκαταλείπουνε το θρόνο

Μέσα στις μπότες τους τρέμουν οι Κοζάκοι
μπροστά στη μαζική επέλαση
ο λαός καβαλάει τώρα τ' άλογα
τώρα οι μάζες σέρνουν το χορό

Πού είναι οι γιοί σου Πατερούλη
όλα σου τα μαχαίρια τα 'χουν κλέψει
έχουν λουφάξει περιμένοντας πότε να κόψουν
και τις εννιά μακάριες ζωές σου

Το μέλλον έχει γραφτεί στον ουρανό
με γράμματα λαμπρά και πύρινα
όταν η λευτεριά κι η αλήθεια αναγγέλουν
το τέλος κάθε αυτοκρατορίας (από την αρχή)

     Ανεμίζουν κίτρινες σημαίες, κουνιούνται κίτρινα μαντήλια. Ακούγεται ένα διαπεραστικό σφύριγμα, που συνοδεύεται από ένα ακόμα ηχηρότερο χορωδιακό "Ο Θεός σώζοι τον Τσάρο". Μπαίνουν οι ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΙ, ντυμένοι σα ΚΟΖΑΚΟΙ, κραδαίνοντας κνούτα κι αστυνομικά κλομπ. ΟΙ ΦΟΥΤΟΥΡΙΣΤΕΣ διασκορπίζονται γρήγορα. Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΗ βρίσκεται μόνος, παγιδευμένος από ένα έντονο φως, καθώς η υπόλοιπη σκηνή σκοτεινιάζει. Οι ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΙ τον δένουν πισθάγκωνα.

ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΗ: Βέλια, Ντέιβιντ... περιμένετε! Έχει γίνει κάποιο λάθος...

    
Τα φώτα σβήνουν.

Σκηνή ΙΙΙ
     Φωτίζεται το πάνω μέρος της σκηνής, δείχνοντας μαύρα κάγκελα πάνω σ' ένα γκρι φόντο. Ακούγεται ο ρυθμικός ήχος από μπότες που πλησιάζουν, χτυπούν τα τακούνια στο πάτωμα σταματώντας κι απομακρύνονται. Φωτίζεται το κάτω μέρος της σκηνής, δείχνοντας τον ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΗ μόνο του, με στόλη κρατουμένου. Κρυώνει. Η σκηνή είναι άδεια. Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΗ βγάζει ένα ξεροκόμματο απ' τη τσέπη του. Το κοιτάζει για ώρα, αφαιρεί κάτι απ' αυτό προσεκτικά και το δαγκώνει στην άκρη. Μασάει με μια ανάμεικτη έκφραση πόνου, αηδίας κι ευγνωμοσύνης.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΗ: Τα δόντια μου χάλασαν εδώ μέσα. Δε θα ξαναχαμογελάσω πια. Αυτή είναι η απόφαση για το νέο χρόνο. (Ψάχνει τα ούλα του με τη γλώσσα).Τους βλέπεις στα καφενεία, να γλύφουν πάντα τα ούλα τους. Αφήνουν ένα-ένα τα δόντια τους πάνω σε κέικ με ρούμι. Κέικ με ρούμι... (Ελέγχει πιο προσεκτικά δόντια κι ούλα και φτύνει). Χάλασαν και τα μάτια μου. Ηλιαχτίδες, μικρές όμορφες ηλιαχτίδες, πού είσαστε γλυκιές μου; Σας είδα χθες... χθες ήταν; Τί πάει να πει χθές; Ρωσία, είσαι τόσο απέραντη! (Ανοίγει πλατιά τα μπράτσα). 'Απειρα πλούτη μέσα σ' ένα μικρό δωμάτιο. (Τα μπράτσα πέφτουν άτονα στα πλευρά, παίζει με τα κουμπιά της πουκαμίσας του). 'Απειρα κέικ με ρούμι... Πεταλούδες! Κοίτα, χιλιάδες! Κοκκινοκίτρινες, κοκκινόμαυρες... Ω, πόσες είναι! Καθήστε στους ώμους μου, γλυκιές μου, καθήστε σαν άγγελοι, υπάρχει χώρος για όλες σας. (Κλείνει εκστατικά τα μάτια, ανοίγει τα μπράτσα, γουβώνει τις παλάμες). Καθήστε πάνω στα μπράτσα μου, ελάτε στα χέρια μου, καθήστε στα μάτια μου, στα μαλλιά μου. Φωτίστε με σαν αστερισμό... Ω, είμαι Θεός, όλα μου τ' αγγελάκια χτυπούν τα φτερά τους στο πρόσωπο μου... Μην ανησυχείτε, γλυκιές μου, δε θα σας πειράξει αυτή η μικρή φωτίτσα. (Τεντώνει μπροστά τα χέρια). Αυτή η ωραία φωτίτσα, κάτω ακριβώς από μας... αυτά τα φρέσκα αβγά που μας φέρνουν... αυτά τα μικρά κέικ με ρούμι... Χα, χα, χα, μη με γαργαλάτε, όχι κάτω από τη μύτη, δε βλέπετε ότι τα μπράτσα μου έχουν γεμίσει, μη με κάνετε να φτερνιστώ, όχι, όχι, σας παρακαλώ... (Κουνάει θυμωμένα την άκρη της μύτης του, κρατώντας πάντα τη προηγούμενη στάση. Χαλαρώνει, χαμογελάει μακάρια). Αχ, Ρωσία, είσαι τόσο μεγάλη. (Ανοίγει ξανά τα μπράτσα). Βλέπεις μαμά, ο Βολόντια δε ξύστηκε καθόλου για ένα ολόκληρο λεπτό...
     Ακούγεται μια σφυρίχτρα. Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΗ στέκεται αμέσως προσοχή και βγάζει το σκούφο του, αποκαλύπτοντας ένα κεφάλι ξυρισμένο. Ακούγεται να γυρίζει ένα κλειδί στη κλειδαριά μιας πόρτας. Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΗ τρέμει από το κρύο. Σιωπή. Ακούγεται το κλειδί να ξαναγυρίζει στη κλειδαριά. Τα φώτα σβήνουν τελείως. Ακούγεται ο ήχος από άλλες κλειδαριές, όλο και πιο μακρινές.΄Ενα δυνατό φως που πέφτει από ψηλά, τον δείχνει να κάθεται σταυροπόδι στο κέντρο της σκηνής, με το πρόσωπο ακόμα σφιγμένο. Τινάζει αμέσως το κεφάλι προς τη κατεύθυνση του φωτός. Καθώς το φως χαμηλώνει σταδιακά, αρχίζει να τρέμει σύγκορμος.
     Τα φώτα σβήνουν
.

(Τέλος Πρώτου Μέρους! Συνεχίζεται...) Πατήστε εδώ: >--->

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers