-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

Keats John:

Χωρς εσ να υπρξω δε μπορ.
       Η ζω μου σταματ ως τη στιγμ,
                                         που θα σε ξαναδ.
                Δεν βλπω πρα απ αυτ.
                    Μ' χεις απορροφσει!

Βιογραφικ

     Ο Τζων Κητς ταν γγλος ρομαντικς, λυρικς ποιητς που γεννθηκε στο Λονδνο το 1795 και πθανε στη Ρμη το 1821. Αφιρωσε τη σντομη ζω του στη τελειοποηση μιας ποησης που χαρακτηρζεται απ δυνατς εικνες και σχματα λγου, τη μεγλη αισθητικ λξη που ασκε και τη προσπθεια να εκφρσει μια φιλοσοφικ στση μσα απ τους μθους της κλασσικς αρχαιτητας. Πθανε στα 26 του απ φυματωση στη Ρμη που εχε πει αναζητντας θεραπεα. Τα γνωσττερα ποιματα του εναι ο Ενδυμων (Endymion), Η μορφη Ασπλαχνη Κυρα (La Belle Dame sans Merci), Ωδ Στη Μελαγχολα (Ode on melancholy), Ωδ Σ´να Αηδνι (Ode to a Nightingale), Ωδ Σε Μιαν Ελληνικν Υδρα (Ode to a Grecian Urn), Ωδ Στη Ψυχ (Ode to Psyche), Η Παραμον της Αγας Αγνς (The eve of St. Agnes) κι ο Υπερων (Hyperion).



    Γεννθηκε σε μια περιοχ του Λονδνου, το Φισμπουρν, στις 31 Οκτβρη του 1795 απ φτωχος γονες, -ο πατρας του ο Τομ Κητς, τανε σταυλτης σ' να πλοσιο ενοικιαστ αλγων. Πρασε δσκολα παιδικ χρνια δεδομνου πως χασε νωρς τον πατρα εν η μητρα του παντρετηκε ξαν σχεδν αμσως και ξαναχρισε. Με το θνατο του επορου παππο του Τζων Τζννιγκς απ τη πλευρ της μητρας και τους δικαστικος αγνες που επακολοθησαν για τη κληρονομι, αποξενθηκε απ' αυτν και στην ουσα μεγλωσε με τη χρα γιαγι και τα 2 του αδλφια Τομ και Τζωρτζ. Τον Μρτη του 1810 πθανε κι η μητρα του απ φυματωση. Στο σχολεο που φοιτοσε στο νφηλντ υπρχε φιλελεθερο πνεμα κι εκε αναπτχθηκε μια ισχυρ φιλα με τον Τσαρλς Κουντεν Κλαρκ (Charles Cowden Clarke) τον γιο του διευθυντ του, που κρτησε για λη του τη ζω. Αργτερα πγε μαθητευμενος στον οικογενειακ του γιατρ κι κανε σπουδς στο νοσοκομεο Γκυ που εντλει απκτησε την ειδικτητα του βοηθο χειρουργο καθς και γνσεις φαρμακευτικς.
     Η ποηση μως τανε το κυραρχο ενδιαφρον του και το πρωτλειο δεγμα δουλεις του ταν το Η Μμηση Του Σπνσερ αποτλεσμα εν μρει και της γνωριμας του με τον Τσαρλς. Δεν ργησε ν' ανακαλψει τους σγχρονους της εποχς του πως, τους Λη Χαντ (James Henry Leigh Hunt) και Γουλλιαμ Γουρντσγουορθ (William Wordsworth) εν την δια εποχ γινε μλος της Εταιρεας των Φαρμακοποιν. Το 1ο του σοννττο ταν Διαβζοντας Πρτη Φορ Τον μηρο Του Τσπμαν. Εγινε φλος με τον Λη Χαντ, γνρισε τον ζωγρφο ιστορικν θεμτων Μπνζαμιν Ρμπερτ Χυντον (Benjamin Robert Haydon) τον ποιητ Τζων Χμιλτον Ρνολτς (John Hamilton Reynolds) κ
ι αργτερα τον Πρσι Σλλε (Shelley). Στα 21 του αποφσισε να εγκαταλεψει τη χειρουργικ και φαρμακευτικ για ν' ασχοληθε ολοκληρωτικ με τη ποηση. Ο Τζων ταν εκπληκτικ μορφος, με κοκκινχρυσα μαλλι, κλασσικ χαρακτηριστικ, ζωηρ κφραση, στητ κορμοστασι αλλ μικρσωμος.



     φησε το Λονδνο Απρλη του 1817 γι' να αρχσει την επεξεργασα του Ενδυμωνα στη μοναξι της εξοχς. Το 1ο απ τα 4 βιβλα των 1000 στχων που αποτελονε το ποημα γρφτηκε στο Κριζμπρουκ (Νσος Γουιτ), το Μργκετ, το Καντρμπουρυ και το Χστινγκτ. Γρισε στο Χμστεντ, για να γρψει το 2ο κι εκε συνδθηκε με στεν φιλα με 2 γετονες, τον συλλκτη αρχαιοττων και κριτικ Τσαρλς Γουντγουερθ Ντιλκ (Charles Wentworth Dilke) και τον ερασιτχνη λογοτχνη Τσαρλς Μπρουν (Charles Armitage Brown). Το 3ο βιβλο γρφτηκε τον Σεπτμβρη του διου χρνου στην Οξφρδη, που μεινε μαζ με ναν λλο καινοργιο του φλο, τον Μπνζαμιν Μπιλυ (Benjamin Bailey) φοιτητ Θεολογας, με τον οποο συζητοσε θρησκευτικ και φιλοσοφικ θματα. Μρος του 4ου γρφτηκε στο Λονδνο και μρος στο Μποξ Χιλ, κοντ στο Ντρκινγκ, κι ολοκληρθηκε τις τελευταες ημρες του Νομβρη. Στη διρκεια της συγγραφς του μορφοποησε πολλς ιδες του σχετικ με τη Φιλοσοφα και τη τχνη, τις οποες εκθτει στα γρμματ του προς τον Μπιλυ. Τον χειμνα του 1817-1818 εν ο Κητς ζοσε ντονη κοινωνικ ζω γνωρστηκε με τον Γουλλιαμ Γουρντσγουορθ (William Wordsworth) ο οποος βρισκταν ττε στο Λονδνο. Αν και θαμαζε σχεδν ανεπιφλακτα τη ποησ του, απογοητετηκε απ απ τον εγωκεντρισμ του. Επσης χασε την εμπιστοσνη του στον Χαντ και φοβθηκε την επιθετικτητα ορισμνων κριτικν τους οποους εχε προσβλλει ο Χαντ. Τους 1ους μνες του 1818 ετομασε για κδοση τον Ενδυμωνα και ρχισε να γρφει με θμα τον αρχαο ελληνικ μθο του υποσκελισμο του Τιτνα Υπερωνα απ τον Απλλωνα το Θε του λιου.



     ταν ο αδελφς του Τομ προσεβλθη απ φυματωση, μεγλο βρος της φροντδας και περθαλψης του ανλαβε ο Τζων. Ο λλος αδελφς του Τζωρτζ του δωσε να δνειο 500 λιρν πριν μεταναστεσει στην Αμερικ, που διεκδκησε με την επιστροφ του στο Λονδνο, λγω οικονομικν δυσχερειν που αντιμετπισε στη Να Γη, παρνοντας μρος απ τη κληρονομι του Τομ. Τα οικονομικ του δεν τανε ποτ ιδιατερα ανθηρ επιβαρνονταν δε τσο απ την ασθνεια του αδελφο του, σο κι απ τη μετπειτα δικ του φυματωση. Πολλς φορς οι κριτικο ταν ιδιατερα αυστηρο μαζ του, με αποκορφωμα την δικη κριτικ που γρφτηκε απ την εφημερδα Blackwood's, για τον Ενδυμωνα, στην οποα αναφρεται : "Καλλτερα και σοφτερα πειναλος φαρμακοποις, παρ πειναλος ποιητς, γρνα λοιπν στο σπτι σου κριε".
     Τα 2 1α βιβλα το Υπερωνα καθς κι η εκπεφρασμνη πεποθηση του οτι θα μενει στην ιστορα ως σημαντικς γγλος ποιητς και μετ θνατον ταν η απντησ του στις δικες κριτικς. Η Ισαβλλα Τζουνς (Isabella Jones) του δωσε την ιδα για τη συγγραφ του ποιματος Η Παραμον Της Αγας Αγνς εν ταυτχρονα ταν ερωτευμνος με την Τζιν Κοξ (Jane Cox) εξαδλφη το Τζ.Χ.Ρινολτς και τη μεγλη του αγπη Φρνσις (Φννυ) Μπρουν (Frances (Fanny) Browne). Με τη Φννυ ζησε και τις καλλτερες στιγμς της ζως του, ιδιατερα μετ τον θνατο του αδελφο του Τομ, οπτε λθανε πολ κοντ και σχεδν συμφνησαν να αρραβωνιαστον. Αργτερα γραψε το το ημιτελς Η Παραμον Του Αγου Μρκου εν εγκατλειψε την συγγραφ του Υπερωνα στο 3ο βιβλο απ ντονη ανησυχα κι απογοτευση λγω του θαντου του αδελφο του Τομ. Με τη γειτναση του με τη Φννυ και τη μητρα της που εν τω μεταξ μετακμισαν δπλα στο σπτι του, ρχισε μια περοδος μεγλης μπνευσης με ργα πως Πνω Σ' να νειρο (On a dream), το λυρικ ποημα Η μορφη σπλαχνη Κυρα (La Belle Dame sans Merci) και τα σημαντικτερα ργα του πως Οι μεγλες ωδς Στη Ψυχ (To Psyche), Στη Μελαγχολα (On Melancholy), Σ''να Αηδνι (To a Nightingale) και Για Μαν Αρχααν Ελληνικν Υδρα (On a Grecian Urn).
     Τα ργα του, πως το αφηγηματικ ποημα Λμια και το θων Ο Μγας γρφτηκαν ενψει οικονομικο αδιεξδου, λγω της δυστοκας του αδελφο του Τζωρτζ στην Αμερικ. τσι φυγε απ το Λονδνο και πγε στο Σνκλιν (Νσος του Γουιτ) και στο Γουντσεστερ (Winchester) που μακρυ απ τη Φννυ κι εν μσω προβλημτων στη σχση τους, μετεσκεασε τον ημιτελ Υπερωνα στο Η Πτση Του Υπερωνα: να νειρο (The fall of Hyperion: A Dream) κι γραψε το γαλνιο Στο Φθινπωρο (To Autumn). Τον Οκτβρη του 1819 μετακμισε πλι στο Λονδνο με προοπτικ να γνει δημοσιογρφος, τελικ ανακλεσε, κι αρραβωνιστηκε επσημα τη Φννυ. Η σκι της φυματωσης που πλον τανε γεγονς κι οι οικονομικς δυσκολες του Τζωρτζ τονε καταβλανε κι τσι εργστηκε χωρς μεγλη πεποθηση σ' να σατιρικ ποημα: Το Σκουφ Του Τζουτζ (The Cap and Bells) κλενοντας τσι να κκλο υψηλς μπνευσης.

     Στις 3 Φλεβρη του 1820, παρουσασε πνευμονικς αιμορραγες κι πως κατλαβε κι ο διος, αυτ ταν ο αγγελιαφρος του θαντου του. Οι γιατρο του συνστησαν αμσως σαν στατη ελπδα για τη ζω του να ταξδι στην Ιταλα που πγε τελικ με την οικονομικ βοθεια των εκδοτν του μαζ μ' να νο καλλιτχνη τον Τζζεφ Σβερν (Joseph Severn). Μετ απ συνεχες αιμορραγες πθανε τελικ στις 23 του Φλεβρη 1821 στα χρια του Τζζεφ, μλις 26 ετν. πως εχε ζητσει, στον τφο του χαρχτηκε η φρση:

     Εδ κεται κποιος που τ' νομ του τανε γραμμνο στο νερ.

     Η πουλη και κληρονομικ αρρστια της φυματωσης-που ταν πολ διαδεδομνη την εποχ εκενη-τον εχε καταταλαιπωρσει και τον εχε κνει να προαισθανθε και τον δικ του σντομο θνατο, πθανε πριν ακμα προλβει να ανθσει βιολογικ και να χαρε, χι μνο τους καρπος του ρωτα αλλ και της ζως, που θα παρηγοροσε τη μνμη του απ τα βσανα της νιτης και των οικογενειακν του ατυχιν. φησε το μταιο τοτο κσμο σε μικρτερη ηλικα απ τον ομτον του στη ποιητικ δξα αριστοκρτη Σλλευ,(1792-1822) που φυγε κι αυτς -απ πνιγμ- ν τος μετ κι πασχε απ την δια ασθνεια. Χθηκε πιο νος κι απ τον πολ φημισμνο λρδο Μπιρον (1788-1824) που κι αυτς φυγε νωρς αλλ η ποιητικ του δξα κι ο θρυλικς βος του επισκασε σχετικ τη φμη των λλων 2 ρομαντικν. Μπορομε να αναλογιστομε επσης τι σε μικρ ηλικα φυγαν οι εξς: το τρομερ παιδ της Γαλλικς ποησης ο Ρεμπ, (1854-1891) ο ευασθητος ρομαντικς Γερμανς ποιητς, Νοβλις (1772-1801),-ο οποος πασχε απ την δια πθηση, ο Λωτρεαμν (Ντυκς, 1846-1870), κι οι δικο μας -τηρουμνων φυσικ των αναλογιν- ο βασανισμνος στη ζω Κστας Κρυστλλης (1868-1894) που πασχε επσης απ φυματωση, ο ποιητς Δημτριος Παπαρρηγπουλος(1843-1873) γιος του ιστορικο Κωνσταντνου Παπαρρηγπουλου, και φτνοντας μχρι τις μρες μας, ο Αλξης Τραανς, ο Νκος Λαδς, ο Βασλης Κουρς κι λλοι, κι η χορεα των μικρν αυτν Αδνηδων επνυμων κι αννυμων συνεχζεται εσαε συμπληρνοντας το κομποσκονι αυτ της ζως στον καρπ του θαντου.
    Ο Τζων Κητς. αυτ το τρυφερ και μοναχικ παιδ του αγγλικο ποιητικο στερεματος που τσο δυστχησε στη προσωπικ του ζω, που η Μορα τονε σημδεψε με πεσμα, επιμον κι ασπλαχνι, χει κερδσει πλον την αθανασα. Ο βασανισμνος σντομος βος του, η ταπειν κι ασμαντη καταγωγ του, η τραγικ περιπτεια του ατομικο του κσμου, η μεγλη φτχεια που τονε βασνιζε στη κουτσουρεμνη μικρς διρκειας ζω του, η ονειροπλα και μελαγχολικ του διθεση, ο δοξος και βασανιστικς ερωτς του για τη Φννυ Μπρουν, αλλ κι η ογκδης κι εντυπωσιακ παραγωγικτητ του παρ τις αντιξοτητες, η ενδιαφρουσα αν κι ατελς γονιμοποις σκψη του, η πρωτοτυπα των συνθσεν του, ο κρατος αισθησιασμς του κι η μεγλη του αγπη να μελετσει χι μνο τους ποιητς της δικς του παρδοσης αλλ ιδιατερα την αρχαα ελληνικ και λατινικ ποηση. Η φιλσθενη φση του, η αρρστια της φυματωσης που τονε ταλαιπρησε και τον οδγησε τελικ νετατο στο θνατο, αρρστια, απ την οποα πθαναν βασανιστικ κι λλα μλη της πολυμελος οικογνεις του. Ο αδελφς του Τμ σε ηλικα μλις 18 ετν το 1818, η μητρα του Φρνσεζ Τζννινγκς στα 1810, 8 τη νωρτερα ταν ο μικρς Κητς ταν μλις 15 και φυσικ ο διος ο ποιητς.

     Αφιρωσε τη σντομη ζω του στη τελειοποηση μιας ποησης που χαρακτηρζεται απ δυνατς εικνες και σχματα λγου, τη μεγλη αισθητικ λξη που ασκε και την προσπθεια να εκφρσει μια φιλοσοφικ στση μσα απ τους μθους της κλασσικς αρχαιτητας. Η ποηση του Κητς, στις καλλτερες της στιγμς, μεταδδει μιαν μεση, ζωγραφικ σχεδν εντπωση το πργματος της κατστασης που περιγρφει. Αυτ εναι συνπεια της θεωρας του για τη χαμαιλεοντικ φση το ποιητ, που ιδιοποιεται το χαρακτρα κθε βιματος, χωρς να επιτρπει στο βαθτερο του εγ να επεμβανει στη μετδοση αυτο που αισθνεται. Η αλληλογραφα του αποκαλπτει μιαν εκπληκτικ ριμη στση απναντι στη ζω και τη τχνη και φανερνει μ' ελχιστες εξαιρσεις, πρσωπο αξιαγπητο, ακριβς επειδ η ισορροπα που 'χε κατορθσει τανε το αποτλεσμα μιας νκης πνω στην εσωτερικ βιαιτητα τς ιδιοσυγκρασας του. Η επδραση πνω σ' λλους ποιητς τανε σημαντικ τον 19ο αι. και συνεχζεται μχρι σμερα.
     Το μελαγχολικ φιλσθενο αυτ αγρι μας εκπλσσει με τη τερστια προσπθεια που κατβαλε για να κατακτσει τον ποιητικ Παρνασσ χι μνο της εποχς και της γενις του, σε πολ νεαρ ηλικα μαθε λατινικ και μετφρασε την Αινειδα του Βιργιλου, διβαζε τις Ωδς του Ορατου απ' που κι ντλησε τη τεχνικ των δικν του Ωδν. Η ανεξντλητη ευαισθησα του, η καλλιεργημνη αισθαντικτητα κι η ποιητικ του ιδιοφυα τον θησαν να συνθσει τη μεγαλπνοη δημιουργα του χι απλς αντλντας εικνες, σκηνς, ιδες, γεγοντα, καταστσεις, τεχνικς, αλλ μετασχηματζοντας το υλικ που αντλοσε με τη δναμη της φαντασας του και των προσωπικν του εμπειριν σε μια να κι εκπληκτικ δημιουργικ ποιητικ πρταση.
     Συγκντρωνε εικνες κι εμπειρες στο σντομο διστημα του βου του πως το ντομο τη γρη των λουλουδιν για να τη μετατρψει σε νκταρ, σε ποιητικ αμβροσα. Οι απηχοι των ποιητικν κι λλων φωνν που διαφανονται στο ργο του δεν εναι παρ η αφετηρα η αφορμ του μεγλου ταξιδιο της φαντασας του που ρχισε με πεσμα κι επιμον γνωρζοντας το αποτλεσμα του εγχειρματς του. Θυσασε το ελχιστο ριο ζως που του επιφλασσε η Μορα να ζσει για να το ξοδψει για το λγο και μθο, εναι το μοναχικ Αηδνι της ρομαντικς ποησης που νωρς συνειδητοποησε τι ο μνος χρνος αθανασας που του προσφρεται εναι ο ποιητικς. Τραγοδησε την ομορφι της φσης πρτα για τον εαυτ του σα μια καθαρτρια προσπθεια απναντι στην μιασματικ προσφορ της Μορας απναντι του. Διαισθνθηκε νωρς το βιολογικ του τλος κι αξιοποησε στρφοντας τις ελχιστες σωματικς του δυνμεις να συνενωθον μ' αυτς της εκπληκτικς φαντασας του.



     Η Φση στο ργο του εναι υφαντουργς και κοσμτρια της ατομικς του περιπτειας. Σαν αρχαος Θες Πνας υμνε χι τη Νχτια πλευρ της ζως πως ο Νοβλις, οτε την αντιμετωπζει με το μυστικιστικ δος ενς Ουλλιαμ Μπληκ, οτε χοντας την οραματικ ατμσφαιρα ενς Κλλεριτζ, αλλ το ποιητικ θρισμα της φωνς του εναι το δροσερ αερκι της υψιπετος φαντασας του, η μελαγχολικ αρα των διεγερτικν δυνμεων του φυσικο χρου που τροφοδοτον μ' ενργεια τη σκψη και πλρια αγαλλαση τη ψυχ μας. Η προσωπικ θλψη του νου ποιητ μετατρπεται σε ποιητικ λπασμα για να ανθσουν οι δημιουργικς του συνθσεις αφο η ζω λοιδορντας, τον αποκλεει απ λλες χαρς. Κι εν το σμα του μαραγκιζει, οι αισθσεις του πεταρζουνe σε φλογερο λυρισμο νφη, αποτυπνοντας το θριαμβευτικ θμπος της φυσικς ομορφις, το ακατανητο κι απεργραπτο κλλος του ξω κσμου καθς ανασχηματζεται διαρκς σε μιαν αναη πλι αναστσιμης διρκειας και ταυτοχρνως μετασχηματζει τις αισθσεις μας.
     Ο Κτς δεν εχε την επαναστατικ φση ενς αριστοκρτη ποιητ πως ταν ο Σλλευ, δε διακβευε την ερημι του βου του για ν' αλλξει κοινωνικς συνθειες, δεν θα 'γραφε ποτ μλλον μανιφστα υπρ του Αθεσμο πως πραξε ο Σλλευ προκαλντας το κατεστημνο της εποχς του, δεν εχε την ευρτητα της παιδεας οτε την ιδιοσυγκρασα του Γουρντγουορθ, παρτι τον επηρασε στα 1α του ποιητικ βματα, η εικονοποια του Κτς εναι κατ κποιο τρπο πιο πληθωρικ απ των λλων 2, ορισμνες φορς μπουκνει το ποιητικ ασθημα, γνεται φορτικ, πλεονζει του γενικτερου σχεδιασμο της ποιητικς σλληψης. Ο αισθησιασμς του ξεχειλζει χωρς μτρο, χωρς συνασθηση ,τι λιγνει η υπερβολικ κθεση της ποιητικς φρμας σε τσο μεγλη λυρικ διθεση σ' να ποιητικ εδος πως εναι οι Ωδς, κι ορισμνα του σονττα. Απ την λλη, δεν χει τη μεγαλοφυ μαεστρα του Μπιρον που οι μεγλες ποιητικς του συνθσεις επιδρσανε πνω στο ργο των μεταγενεστρων κι εδραισανε τη φμη του εξσου με την νδοξη περιπτεια του βου του, τους μεγλους και διατυμπανισμνους του ρωτες με πρσωπα της εποχς του και σγουρα την ειλικριν του αγπη για το ελληνικ απελευθερωτικ κνημα και την αυτοθυσιαστικ προσφορ του στο Μεσολγγι. Ο Μπιρον "κλεψε" κατ κποιο τρπο σκοτενιασε για να διστημα τη δξα των λλων. μως ευτυχς, οι ποιητς των λιμνν δεν οδηγσανε στο βυθ τη φμη του νετερου, μικρτερου και κακτυχου Κητς.



     Τον συνκριναν με τον μεγλο δραματουργ και κοινωνικ ανατροπα Σαξπηρ. Ο Gilbert Highet στο ογκδες και σημαντικτατο βιβλο του Η Κλασσικ Παρδοση, γρφει τι: "Ο Τζων Κητς ταν ο Σαξπηρ της επαναστατικς περιδου απ πολλς απψεις…" και "Ο Κητς ταν ο Σαξπηρ αυτς της Αναγννησης του 19ου αι. πως ο Σλλευ ταν ο Μλτον της" καταλγει. μως το τρομερ παιδ της Αγγλικς ποησης δε διθετε τον μαγνητικ εωσφορισμ που αποπνει ο λγος του Σαξπηρ, δεν αποπνει τον σαγηνευτικ ερωτισμ που αφνουνε τα ερωτικ σονττα και ποιματα του σαιξπηρικο κσμου. Εναι νας μοναχικς τρυφερς οδοιπρος, λτρης της κλασσικς ομορφις και της αρμονικς ισορροπας στη φση, νας Δρυδης, -αν στκει η παρομοωση- που αγωνζεται να καλμρει τις αισθσεις του καθς απορροφ τους χυμος της φυσικς ομορφις και μνει κθαμβος κι εκστατικς μπρος στους μχιους ακατανητους σκοπος της, το διαρκ επιτελικ μυστικ σχεδιασμ της, τους μυριδες χυμος και γεσεις των αποκαλυπτικν της προθσεων. Ο Σαξπηρ αναμορφνει τον κσμο, τον ξαναπλθει απ την αρχ, ξετυλγει τις μικρς του ιστορες σε μεγλο πολυσνθετο εικονογραφικ καμβ που λα μπορον να συμβον απ την αρχ, τα πντα εναι ανεκτ κι αββαια, επισφαλ μες στον κοινωνικ μικρκοσμο της εποχς. Ο κσμος του Κητς εναι πιο προσωπικς, πιο ασφυκτικ δεμνος με τη βασανισμνη ζω του, εναι κατ κριο λγο, περιορισμνος απ τα τεχη της προσωπικς περιπτειας του βου του.
     Οι μεγλες του συνθσεις, Ενδυμων & Υπερων εναι σπουδαες τοιχογραφες μιας μοναχικς ψυχς που ξεδιπλνει το κουβρι της φαντασας του βουτηγμνο στη χρυσσκονη της ομορφις. Εναι μοναχικς τροβαδορος της φσης χωρς ανταπκριση στο κλεσμ του. Ομοιζει σον αφορ στη διθεσ του για ποιητικ αποτπωση, της κλασσικς αρχαας ομορφις και, την αμριστη αγπη του για τον αρχαο ελληνικ κσμο, τη κλασσικ παιδεα κι απεικνιση μσω της ποιητικς και γλυπτικς τχνης αρχαου ιδεδους περ ομορφις, με τις απψεις των ρομαντικν κι σως ιδιατερα τις θσεις του Ι. Βνκελλμαν του λλου τραγικο και λτρη του αρχαου πνεματος, που δολοφονθηκε κτω απ μυστηριδεις συνθκες, στη καθ' ημς ποιητικ πατρδα ρχεται στον νου το ργο του Δημτρη Καπετανκη. Οι περισστεροι ρομαντικο χι μνο στην Αγγλα αλλ και σ' λλες Ευρωπακς χρες σαν Νεοπλατωνιστς, κολυμποσαν μες στη μεγλη και πλατι θλασσα της μυστικς ομορφις των Πλατωνικν ιδεν, λατρψανε την Αρχαα Ελλδα διαβζοντας τους αρχαους συγγραφες βλποντας στο Βρεττανικ Μουσεο τα σπαργματα της Αρχαας Ελληνικς Τχνης. Το διο κι ο Κητς, που παρτι του λειπε το θρρος του γονιμοποιο τυχοδιωκτισμο του Μπιρον κι ο ριψοκνδυνος αναρχισμς και φιλελεθερος επαναστατισμς του Σλλευ, λτρεψε την Ελλδα μσα απ τα διαβσματ του -αν και δε γνριζε αρχαα ελληνικ- τη Τχνη της εν, οι αρχαοι της μθοι της πανθεστικς της θρησκεας γονιμοποισαν τη σκψη του κι αρδεσανε τις ποιητικς του συνθσεις.


               Xειργραφο της Ωδς Σε Μιαν Ελληνικν Υδρα

     Ο μυθικς καμβς της Lamia (310 στχοι) που συναντμε στο ργο του παραπμπει στον αρχαο Φιλστρατο και στο παραγνωρισμνο βιβλο του για τον αντστοιχο λληνα Ιησο, τον Απολλνιο Τυανα. Η πασγνωστη Ωδ Σε Μιαν Ελληνικν Υδρα προρχεται απ τη προσεκτικ παρακολοθηση αρχαων μνημεων Τχνης απ επισκψεις σε Μουσεα της εποχς του και που με μεγλην ευκολα διαπιστνουμε τη ποιητικ απεικνιση διαφρων σκηνν του φυσικο τοπου. Το διο κι η Ωδ Στον Απλλωνα, τα σονττα του στον μηρο και Πρτη Νατι Στον μηρο Του Τσπμαν, το Βλποντας Τα Ελγνεια καθς κι λλες ποιητικς του συνθσεις που χωρς δυσκολα αναγνωρζουμε τα διαβσματα και τις δεκδες αναφορς του σε πρσωπα οφειλ της νεανικς του φαντασας αλλ και τον ανεξντλητο εικονοποιητικ και μυθοπλαστικ πλοτο της αρχαας μυθολογας απ που ντλησε το υλικ του κι οικοδμησε το ατομικ του ργο και δημιοργησε τον ποιητικ του μθο. Τα ευρετρια που υπρχουνε στις ξνες εκδσεις των ργων συνοδεονται με σελδες απ αναφορς σε αρχαα κεμενα κι ονματα της αρχαας ελληνικς θρησκεας και να φανταστε κανες τι ο νεαρς φιλσθενος ποιητς δεν επισκφτηκε ποτ την Ελλδα, οτε εχε την ευκαιρα πως λλοι συνομλικο του να διδαχθε αρχαα ελληνικ, το αθο παιδικ του πεσμα, η αγπη του για την ελληνικ Τχνη κι η ολοκληρωτικ αφοσωσ του στο χρο της ποησης τον καναν να μη ξεχωρζει την αλθεια απ την ομορφι τσι πως οι αρχαοι πστευαν κι ιδιατερα ο Πλτων.
     Το φαινμενο Keats μες στη παγκσμια γραμματεα χει και μιαν λλη πτυχ που θλει διερενηση. Δεν εναι μνον οι μακροσκελες και μεγαλπρεπες ποιητικς του συνθσεις πως του Ενδυμωνα (4 βιβλα πνω απ 4000 στχοι), το σχεδασμα της τραγωδας του (σε 5 πρξεις) Otho Τhe Great, τα αποσπσματα απ λλες του τραγωδες κι ακμα οι ξαναδουλεμνες ποιητικς του συνθσεις, το ποιητικ του ργο σχεδν αμσως μετ τον πρωρο θνατ του αναγνωρστηκε και σγουρα, θεωρθηκε ισξιο των λλων ρομαντικν της εποχς παρ αγνοθηκε κι αυτ φανεται απ τις εκατοντδες ρευνες και μελτες που δημοσιευτκανε στη πατρδα του κυρως για τον διο και τις συνθσεις του, συγκρνοντς τον ετε με τον Σαξπηρ ετε με τον Μλτον, ετε με τον Σπνσερ ετε με λλους δημιουργος της εποχς του αλλ και πριν απ' αυτν, το θμα μλλον που τθεται στο ποιητικ του φαινμενο, εναι τι μλλον ανακαλπτουμε να ποιητ που πρσφερε με πθος τη σντομη ζω του στο θμα που λγεται Ποηση διαισθανμενος τι θα κερδσει επξια το πνθεο της αθανασας σωσττερα κατανοντας τι δεν υπρχει αιωνιτητα πρα απ τη Τχνη, κι τι μνον αυτ οδηγε το εππονο κι σως μταιο παιχνδι της ζως στην αιωνιτητα της ιστορικς φμης, στω και για σντομο διστημα, αλλ ο κσμος, οι ιδες, οι απψεις, οι θσεις, οι στοχασμο που εκφρζει στα διφορα γρμματ του -που δεν εναι και λγα- κι οι απψεις του σχετικ με το τ εναι ποηση, ποις ο ρλος του ποιητ τ εναι ποιητικ αθανασα πς αυτ κερδζεται ποι η λειτουργα του ποιητικο ργου κι λλα τεχνικ σως θα λγαμε προβλματα που τον απασχολσανε στο χρονικ διστημα των 3-4 ετν που ανπτυξε τη ποιητικ του δημιουργα κι οικοδμησε την ωριμτητα στη ποιητικ του σκψη.
     Τα γρμματα που κατ καιρος γραψε, δεν χουν μεταφραστε στα ελληνικ, για την ακρβεια, το συνολικ corpus της επιστολικς του εργασας. Υπρχει ασφαλς αναφορ και μετφραση επιστολικν αποσπασμτων και διασνδεση με το ργο του στο μοναδικ και βιβλο οδηγς της Μερπης Οικονμου Ο Τζων Κητς & Η Ελλδα εκδ. Ι. Σιδρης 1969, μια μελτη που μας προσφρει μια σφαιρικ κατατοπιστικ εικνα για τον διο τον ποιητ και το ργο του με μεταφρσεις αρκετν ποιημτων του, ωδν και σονττων του μ' ερμηνευτικς προσεγγσεις της μελεττριας καθς και δικς της μεταφρσεις. Το βιβλο αυτ εναι απαρατητο για τον αναγνστη- λτρη της ποησης του Κητς κι εναι το μοναδικ στα ελληνικ. Επσης, στο 6μηνιαο περιοδικ Ποηση τεχος 4/Φθινπωρο 1994 στις σελδες 101-112, ο Βαγγλης Χατζηβασιλεου σε εισαγωγ και μετφραση δικ του μας παρουσιζει 12 επιστολς του. Βσευ του βιβλο του Maurice Buxton Forman The Letters Οf John Keats Oxford press 1952 στη 4η κδοση, τα γρμματα του ποιητ εναι πνω απ 240, εκτς απ' αυτ που του χουνε στελει.


                                 Πρχειρο χειργραφο

     Στην επιστολικ αυτ παρουσαση του ποιητ απ το Χατζηβασιλεου βλπουμε τη ποιητικ μεθοδολογα που ακολουθοσε, τα θεματικ μοτβα που χρησιμοποιε, τις αισθητικς του αρχς, τους δρμους της ποιητικς του σκψης καθς κι λλες απψεις, θσεις κι ιδες, που δεν εκφρζουνε το ποιητικ σμπαν ενς νου ποιητ μνον, αλλ κατ κποιο τρπο εκπροσωπονε και μια κυραρχη ποψη του αγγλικο ρομαντισμο. Στα γρμματα γενικ που στειλε στην αγαπημνη (σε αυτν τον ανεκπλρωτο εφηβικ ρωτα), στα μλη της οικογενεας, στους φλους του, σε μιαν ηλικα που σφυζε απ τους αξδευτους χυμος της ζως, ανακαλπτει κανες να Κητς που ναι μεν δε ξεφεγει απ' το γενικτερο κντρο των ιδεν του, αλλ μας παρουσιζεται κπως πιο κυνικς πιτερο απαισιδοξος σον αφορ στη ποιητικ λειτουργα και χρησιμτητα, το ρλο που παζει η φαντασα στη ποιητικ σνθεση, τη τεχνικ της μικρς και μεγλης φρμας που ακολοθησε, στις επιστολς φανερνεται νωχελικτερος, πιτερο ρεμβαστικς, κπως καταβεβλημνος και σχετικ απαισιδοξος για το ποιητικ του οικοδμημα αν και πστευε ακρδαντα σ' αυτ κι ενδμυχα θεωροσε -στω κι αν το επγραμμα στον τφο του μας υποδηλνει λλα-, τι θα κερδσει τη φμη που ονειρευτανε και φιλοδοξοσε να φτσει.
     Αλλ πς συστεγζεται η ιδα του περ ποιητ-χαμαιλοντα με τον κρατο ιδεαλισμ του; Πς ο ελπιδοφρος ενθουσιασμς της ποιητικς δημιουργας μπορε να συνοδοιπορσει με μιαν απχθεια προς το αναγνωστικ κοιν της ποιητικς του προσφορς; Μπορομε αλθεια να γρψουμε μνο για τον εαυτ μας χωρς να μας ενδιαφρει η γνμη των λλων; Εναι και σε πιο βαθμ αυτοσκοπς για ναν ποιητ εντλει ο ρλος της ποησης και πσο μπορε ν' αγγξει η προσωπικ ευαισθησα την επιθυμα για ανακοφιση των λλων; Τ εναι εν τλει η ποηση; Εκολα το σκφτεσαι, δσκολα το γρφεις.
     Τα γρμματ μας φωτζουνε το ψυχικ κσμο ενς αθου και φιλσθενου νου, που εν στκει μαγεμνος καθς αντιλαμβνεται κι αγωνζεται να ερμηνεσει τη φση γρω του, ταυτχρονα συνειδητοποιε τι χι μνο δν θα προλβει να ζσει λ' αυτ που ονειρεεται, τον οδηγε ο πλοσιος αισθησιασμς του κι η καλπζουσα δναμη της φαντασας του αλλ και το πσον απαρατητη του εναι η επιλογικ του ενδοστρφεια για να κερδσει κι απολασει τον σντομο χρνο της ζως που του δθηκε απ τη Μορα.
     Νιθει το τλος να πλησιζει και καταφεγει τσο στα βιβλα σο και στην επαφ του με τη φση που θα στερηθε σντομα. Αγωνζεται να ολοκληρσει μια θεωρα που θα τονε κνει χι μνο γνωστ αλλ ισξιο των λλων μεγλων ποιητν. Το νεαρ της ηλικας του σγουρα τον οδηγε στο συμπρασμα τι Αλθεια σον Ομορφι και το αντστροφο. Ο Κητς δεν πρλαβε να γερσει, το σμα του δεν τονε βοθησε ν' αγωνιστε για μεγλα πολιτικ κοινωνικ ιδανικ, η ποησ του δεν χει χνος πολιτικς αναφορς τσι πως τη συναντμε στο ργο του Μπιρον π.χ. και δε γνωρζουμε αν θα 'γραφε κι αυτς αν ζοσε δημιουργοσε οικογνεια πως ο Ντοστογιφσκη πως η Ομορφι θα σσει τον Κσμο, σ' εποχς που τα κρτη αγωνζονταν για την εθνικ τους ανεξαρτησα την ανερεση της αυτοσυνειδησα τους και γνωρζοντας ιστορικ ,τι ακολοθησε η αγγλικ αποικιοκρατα, η μαρξιστικ επανσταση κι οι λλες ιστορικς κσμο-αλλαγς τσο στον Ευρωπακ σο και στο διεθν χρο. Το κνημα του ρομαντισμο που πηγζει τσον απ τις ιδες του Ζαν Ζακ Ρουσσ σο κι λλων διαφωτιστν, ταν μια περιπτεια της σκψης σο διστημα το φυσικ περιβλλον ταν αλβητο απ την ασυλλγιστη επμβαση του ανθρπου και το τομο εχε συνασθηση της κοινωνικτητς του.


                       Επιστολ στην αγαπημνη του Φννυ Μπρουν

     Η βιομηχανικ επανσταση που ακολοθησε λλαξε και τις συνθκες διαβωσης και τον τρπο που βλπουμε το φυσικ περιβλλον. Η εξιδανικευτικ ματι επσης που οι ρομαντικο βλπανε την αρχαα Ελλδα κι ο μεγλος τους φιλελληνισμς σγουρα βοηθσανε το πρβλημα της Ελληνικς ανεξαρτησας κι Επανστασης, μως η πραγματικτητα τανε διαφορετικ τσο στον αρχαο κσμο σο και στην εποχ τους. Οι Ναπολεντειοι πλεμοι και τα σημαντικ προβλματα που επισρευσαν, δεν απασχλησε το ργο τους, οι φιλοσοφικς αλλαγς κι ιδες πιτερο μιλσανε στους Γερμανος ρομαντικος παρ στους γγλους. Το διο διαπιστνουμε και στο χρο της μουσικς και σ' λλες μορφς τχνης. Οι ιστορικς συνιστσες κθε χρας εναι διαφορετικς, το διο συμβανει και με τα διφορα κινματ της.
    Ο Τζων Κητς πως δεκδες μελτες για το ργο του αποδεικνουνε δεν αγωνστηκε μταια, η ποιητικ του φων ακογεται ακμα και σμερα με νοσταλγα και μια κρυφ ασθηση χαμνης γαλνης, που προρχεται απ' τα χελη ενς νου που δεν πρλαβε ν' ανδρωθε, ν' απολασει τη φθορ του χρνου και να την αποτυπσει σαν ιστορικ εξλιξη της ατομικς μας αθανασας. Τ' νομ του μως μαζ με του Μπιρον και του Σλλευ βρσκεται ανμεσα στην αγα τριδα του αγγλικο ρομαντισμο.

   "Ο Κητς εναι ο ποιητς του αποκλεισμο ποθε την εσοδο σ’ ναν λλο, φανταστικ κσμο. Στο πνος & Ποηση επικαλεται τη στιγμ που θα μποροσε και ο διος να γνει 'λαμπρς πολτης' του Παραδεσου της Ποησης..."  Χρης Βλαβιανς

   "Ο Κητς θα μποροσε να χαρακτηρισθε τρομερ παιδ των αγγλικν γραμμτων, αν δεν βασανιζταν απ τη φθση που τον οδγησε στο θνατο στην ηλικα των 26 μνον ετν. Ο συγγραφικς του βος δε ξεπερν τα 10 χρνια, που μολατατα ταν αρκετ για να παραχθε ργο που θα σημδευε τα παγκσμια γρμματα..."  Αναστσιος Βιστωντης

   "Εναι αληθς τι ο ποιητς οτος, ο γγλος Κητς, το ξιος εκμεταλλευτς του Φιλοστρτου, εκ των ωραων λγων του οποου συνθεσεν ευγενστατον ποημα..."  Κωνσταντνος Καβφης

   "Εναι μια λατρευτικ εξαρεση ο Κητς, ο ποιητς που νετατος πθανε συντριμμνος απ τη βαρβαρτητα που του δεξανε οι γγλοι κριτικο. Ο Κητς εναι ο ερημικς εραστς της δολης ομορφις δανεισμνης, πλοσια απ την αρχαα Ελλδα, χωρς καμι κοινωνικ φιλοδοξα, χωρς καννα φιλοσοφικ σκοπ".  Κωστς Παλαμς

   "Αν στ’ αλθεια υπρχει νας αρας ποιητικς, αυτς μνο μσα απ' τις ρωγμς της σπασμνης συμβατικτητας πνει και ξεχνει της ζωοδτρες του ριπς.. Απ τη Σαπφ, σαμε τον Σολωμ, τον Κητς..."  Οδυσσας Ελτης

   "Η ποηση τραγουδ στην Αγγλα με τη τριδα Κλεριτζ, Σλλευ, Κητς".  Ζσιμος Λορεντζτος

   "Το ργο του χει ταυτιστε με τη μυστηριακ λξη του ανεξγητου Κλλους, που συνδει την ομορφι του λυρισμο του με την ανεξιχναστη ακτινοβολα ενς μυστηρου".  Μτσος Λυγζος

Ο γγελος Σικελιανς γραψε να ποημα για τον πρωρα χαμνο ποιητ:

       Γιννης Κητς

(κλνος του Απλλωνα το χρι
πλατνου κλνος λεος και τροφαντς,
απλωμνος πνω σας, να φρει
την αμβροσα γαλνη του παντς...)

“Στης Πλου τον πλατ γιαλ, το φωτειν, στοχαζμουν
να φτνεις συντροφι μου,
με το καρβι το αψηλ του Μντορα αραγμνο αργ
στην αγκαλι της μμου
δεμνοι με των εφβων, που πτονται με τους θεος,
φτερουγιαστ φιλα
προς τα θρονι να βανομε τα πτρινα, πυ ο καιρς
κι ο λας εκμαν λεα,
τον ντρα ν’ αντικρσουμε που και στην Τρτη γενεν
ατραχα εκυβρνα,
και για ταξδια ο λγος του και γι γιες γνμες μστωνε
στα φρνα σον εγρνα...

Στις τρτικης προς τους θεος δαμλας να βρεθομε, αυγ,
και τη θυσα παρκει,
ν’ ακοσουμε τη μια κραυγ που σρανε οι τρεις κρες του
σα βοισε το πελκι,
την αργογριστη ματι τη μαυροτσνορη, ξαφνα
στα σκτη πνγοντς τη,
με των κερτων νεργο το μισοφγγαρο το αχν,
περχρυσο επλστη...

Τ’ απρθεν σου το λουτρ σαν αδερφ τον αδερφ
η αγπη μου λογιστη,
σντας γυμν θα σ’ λουζε και μ’ μορφο θα σ’ ντυνε
χιτνα η Πολυκστη.

Να σε ξυπν, στοχαζμουν, με το ποδρι σπρχνοντας,
σντας αυγ χαρζει,
την ρα να μη χνομε, ζεμνον αφο προσδοκει
το φωτειν αμξι,
κι ολημερς με τη σιωπν με το λγο τον απλν,
οπο ρχεται και πει,
να κυβερνμε τα’ λογα οπο λο σειονε το ζυγ
στο ‘να και στ’ λλο πλι...

Μα πιτερο στοχαζμουν, σντας τα μτια σου τα δυο,
που τα ‘χες σαν αλφι,
στου Μενελου τα δματα θ’ αποξεχνιταν στο χαλκ
και στο λαμπρ χρυσφι
και θα τηργαν σειστα, βυθζοντς τα σε βυθν
αγριστο στη μνμη,
τα κεχριμπαρνια τα βαρι, το φλρο τ’ σπρο φλντισι,
το ιστορισμνο ασμι...

Στοχαζμουν σα, σκβοντας στ’ αυτ, θα σου ‘λεγα μ’ αργ
φων χαμηλωμνη:

«Κρτει τα μτια σου, ω καλ, γιατ σε λγο θα φανε
στα μτια μας η Ελνη,
αγνντια μας θε να φανε του Κκνου η κρη η μοναχ,
σε λγο, εδ μπροστ μας,
και ττε πια βυθζομε στον ποταμ της Λησμονις
τα βλφαρ μας».

τσι μου ανφαινες λαμπρς, μως ποιοι μ’ φεραν σ’ εσ
χορταριασμνοι δρμοι!
Τα πρινα εκατφυλλα που ‘στρωσα στον τφο σου,
κι ανθε για σνα η Ρμη,
μου δεχτουνε τα ολχρυσα τραγοδια σου, σαν τα κορμι
που αδρ κι αρματωμνα
σε τφο αρχαο πρωτνοιχτο κοιτς τα ακρια, κι ως κοιτς
βουλιζουνε χαμνα...

Κι λο τον ξιο θησαυρ το Μυκηναο, που λγιαζα
ν’ απθωνα μπροστ σου,
τα κπελλα και τα σπαθι και τα πλατι διαδματα,
και στη νεκρ ομορφι σου
μια προσωπδα σαν αυτ που σκπασε των Αχαιν
το βασιλι αποκτου,
ολχρυση κι ολτεχνη, πελεκητ με το σφυρ
στο αχνρι του θαντου!”

=================


ΡΗΤΑ:

 * Αν η ποηση δεν ρθει με φυσικ τρπο, πως τα φλλα σ' να δντρο, ττε καλλτερα να μην ρθει καθλου.

* Η ποηση πρπει να 'ναι σπουδαα και διακριτικ, κτι που θα μπανει στη ψυχ του καθενς και δεν θα τη ξαφνιζει μ' αυτ το διο, αλλ με το θμα του.

* Το αξωμα στη φιλοσοφα δεν εναι αξωμα, μχρι ν' αποδειχθε σωστ πνω στο κορμ μας: διαβζουμε εκπληκτικ πργματα, μα δεν τα κατανοομε, μχρι να ζσουμε τις διες εμπειρες με το συγγραφα.
__________

ΠΟΙΗΜΑΤΑ:

          Ωδ Σ' να Αηδνι

Η καρδι μου πονε. Βαρι χαλαρνει
τις αισθσεις μου νρκη, λες φαρμκι χω πιει,
λες κι δειασα ολγεμο κπελλο αφινι,
λγο πριν, και βυθστηκα μσα στη λθη.
Δε φθον την ωραα που σου 'λαχε τχη,
μονχα πον απ χαρ στη χαρ σου,
των δεντρν λαφροφτρουγη Δρυδα εσ,
που σε μυριοπλεγμνες ηχηρς φυλλωσις
απ' οξις κι αρθμητους σκιους, τον μνο
του καλοκαιριο με γιομτη φων τραγουδες.

Ω! και ποιος μια γουλι απ' το κρασ θα μου δσει
που στη γης το κρατονε καιρος να παγσει,
να μυρζει λουλοδια και πρσινο αγρ
και του λιου μεθσι και τραγοδια, χορ
να πλριο ποτρι απ χρα θερμ
γιομισμνο απ' τη γνσια πορφυρν Ιπποκρνη,
στ’ αλικβαφα χελια του να σπιθζει
λο φοσκες ο αφρς, να μπορσω να πιω!
Κι αφνοντας πσω τον κσμο, μαζ σου,
στα σκοτδια του δσου μακρυ να χαθ!

Να χαθ να ξεχσω στ' αγρι, ν' απλωθ,
το που συ μες στα δση δεν χεις γνωρσει,
τον κματο, την πλξη και τον πυρετ, εδ
που το βγγο ο νας ακοει του λλου,
το τρεμμενο αδναμο των γρων κεφλι,
και τη νιτη που ωχρ σιγοσβε και πεθανει,
που κι η σκψη ακμα απ θλψη γιομζει
και στα βλφαρα πνω μολβι βαρανει,
που η λμψη ωραων ματιν μια μρα κρατ,
μα κι η φλγα που ανβουν δε ζει πιο πολ.

Μακρυ! Μακρυ! Θα πετξω κοντ σου!
Μα του Βκχου οι πνθηρες δε θα με σρουν,
θα με φρουν της ποησης τ’ υλα φτερ σου,
κι ας μ’ αντσκοβε ο νους μου βαρς μχρι τρα.
Να ’μαι κιλας μαζ σου! Εν’ η νχτα γλυκει
κι σως νασσα να 'ναι στο θρνο η σελνη
και γρω της μγος, απ' αστρια εσμς!
Μα εδ πρα μονχα δε φωτει λλο φως,
σ' η αρα απ' τα ουρνια στο φλλωμα χνει
και στα χορταριασμνα μονοπτια τα στριφτ.

Τι λουλοδια στα πδια μου ανθζουν δεν ξρω,
μτε ποι γλυκ μρο πλανιται στους κλνους,
μα στο ισκιφωτο το μυρωμνο μαντεω
την ξχωρη τοτου του μνα ευωδι,
που παρνουν τα θμνα, τ’ ασπργκαθα, η χλη,
οι καρπο στ’ γρια δντρα, το ρδο του αγρο,
ο μενεξς που σβηται γοργ μες στα φλλα,
και το πρτο παιδ του Μαγιο, της μοσκις
το μπουμποκι λουσμνο σ’ απσταγμα δρσου,
που οι μγες τα βρδια του θρους με βου τριγυρνον.

Στο σκοτδι αφουγκρζομαι. Κι αν τσες φορς
για τον συχο θνατο αγπη εχα νοισει
και με λγια γλυκ σε στχους καλοσα
την πνο μου απαλ στον αιθρα να πρει,
μα τρα, σαν πλοσια ηδον μο φαντζει,
δχως πνο, τα μεσνυχτα αυτ να πεθνω,
εν σ’ κσταση γρω σκορπς την ψυχ σου!
Θε να ψλλεις, μ’ ανφελα θα ’ν’ για τ’ αυτι μου.
Η θεκ σου νεκρικ ψαλμωδι
θ’ αντηχε σε σωρν απ χμα.

Συ δεν πλστης για θνατο, αινιο πουλ.
Αχρταγοι ανθρποι δε σε πτησαν χμω,
η φων π’ ακοω τρα, σε χρνια παλι
κι απ’ τον ρχοντα ακοστηκε κι απ το δολο.
σως να ’ταν ο διος ετοτος σκοπς,
που εχθη στης Ρουθ τη θλιμμνη καρδι,
καθς την πατρδα γλυκ νοσταλγντας,
δακρυσμνη στεκταν στα στχυα τα ξνα.
Αυτ να ’χε γητψει παραθρια π’ ανογαν
σ’ αφρισμνα πελγη σε μια ξωτικν ερημι.

Ερημι! σαν καμπνα η λξη με κρζει
να χωρσω απ σ και μνος να μενω!
Χαρε! Να πλανσει η φαντασα δεν εν’ ξια
σον χει τη φμη. Χαρε πνεμα απατηλ!
Το γλυκ σου τ’ αντφωνο, σαν παρπονο,
σβηε και πει, το γειτονικ λιβδι περν,
το συχο ρυκι, του λφου την πλαγι
και στο ξφωτο θβεται της λλης κοιλδας.
ταν ραμα; νειρο που πλεξε ο νους;
Πει πια η μουσικ! Ξπνιος εμαι κοιμμαι;

   Μτφρ.: Ελπδα Δ. Γκνη

      Ωδ Σε Μιαν Ελληνικ Υδρα

Ω! νφη, ακμα απρθενη, της ησυχις της ιερς!
Συ ψυχοπαδι της σιωπς, του χρνου π’ αργοσβηε,
ειδυλλιακ ανιστορητ, που μθο ολνθιστο μπορες
να λες γλυκτερα κι απ’ ,τι ο στχος θλει ειπε:
τι θρλος φυλλοστλιστος στην πλση σου στοιχεινει
θεν Θνητν και των δυο,
στα Τμπη σε κοιλδα Αρκαδικ;
Τι νθρωποι ετοτοι ποιοι Θεο;
Τι κρες, π’ ντρας δε ζυγνει,
τι γριο κυνγι; ποιος αγνας για φευγι;
Και τι σουραλια, κμβαλα; ποιαν κσταση μανιακ;

Γλυκς οι μελωδις π’ ακογονται, μα πιο γλυκ
πνουν οι ανκουστες, γι’ αυτ, αυλο απαλο, λαλετε,
μα χι στης ασθησης το αυτ, με υλη χρη, πιο ακριβ,
στο πνμα τα τραγοδια σας αυλετε:
ωραα νιτη, κτω απ’ τις σκις, ποτ δε θλει λεψει
απ τα χελη σου ο σκοπς κι ουδ τα φλλα απ’ τα δεντρ·
απκοτε αγαπητικ, ποτ φιλ δε θα χαρες,
αν και σιμ στον πθο σου –μα μη σε πρει η θλψη,
δεν μπρειε αυτ να μαραθε, θερπειο αν δεν δεις στερν,
αινια συ θε ν' αγαπς κι εκενη ωραα θα θωρες.

Αχ! σεις πανετυχα κλωνι! τα φλλα σας ποτ
δε θε να ρψουν κι νοιξη για πντα θα στολζει·
κι ακοραστε συ, μακριε μελωδ,
αινια το παιχνδι σου να τραγοδια θα τονζει·
πιο ευτυχισμνη αγπη! αγπη τρισευτυχισμνη!
Πντα θερμ και π' λο μλλεται να σε χαρον,
με αινια λαχτρα, νετητα παντοτιν,
κι απ' ,τι πνει τ' ανθρπινα τα πθη γλυτωμνη,
που κρο στη καρδι και θλψη της κληρονομον,
στο μτωπο να πυρετ, πκρα στη γλσσα τη στεγν.

Ποιο να 'ναι τοτοι π' ρχονται, ιερ μια συνοδεα;
Και το δαμλι που μουγγνει στα ουρνια,
μστη ιερα, σε ποι βωμ οδηγς για τη θυσα,
τα μεταξνια του πλευρ με λουλουδιν στεΦννυα;
Σαν τ χωρι σε ακροθαλσσι σε ρυκι,
σε πλαγι βουνο, μ' ακρπολη λο ειρνη,
απ' το λα του ν' δειασε την για τοτη πρωιν;
Κι ω! συ χωρι, το κθε σου δρομκι,
θα 'ναι για πντα σιωπηλ· κι οτε θα γερει μια ψυχ
ποτ να πει, γιατ χεις ρμο μενει.

Ω! αττικ παρστημα! φρμα ωριοπλασμνη
με αγαλματνια αντρν γενι, κρες μ' ακρτη νιτη,
με δσου κλνια και τη χλη πατημνη·
πλσμα σωπανον! σαν την αιωνιτη
λυτρνεις απ' τη σκψη, ω! παστορλι συ νεκρ!
Κι ρμη, με τα γερματα, τοτ' η ελικι σα θα ’ναι,
θα μνσκεις ττε ακμα συ μες στης ζως τον πνο,
φλος του ανθρπου, να του λες αινιο καιρ:
"Η ομορφι ’ναι αλθεια, η αλθεια ’ναι ομορφι", το μνο
που ξρουμε στη γη κι λοι να μθουνε χρωστνε.

         Μτφρ.: Γιννης Κλ. Ζερβς

ποιος Στη Πλη Κλεστηκε Καιρ (1816)

ποιος στη πλη κλεστηκε καιρ πολ,
γλυκανεται ταν αντικρζει την πανρια
κι ολνοιχτη ψη τ’ ουρανο, ταν ψιθυρζει
μια δηση κτω απ’ το θλο το βαθ.
Πσο ευτυχς, σαν με χορττη την ψυχ,
και κουρασμνος, σε λημρι δροσερ φωλιζει,
μσα σε χλη πυκν κι εκε διαβζει
ρωτα και θαντου ιστορα αβρ.
Κι ταν γυρνει στο σπτι του το δειλιν,
με αυτ που αρπζει του αηδονιο τις τρλιες, τη ματι
στο συννεφκι που αρμενζει αστραφτερ,
θρηνε που η μρα κλησε τσο γοργ.
πως κυλ το δκρυ ενς αγγλου,
στο διφανο ουραν γλιστρντας σιωπηλ.

       φυγε Η Μρα (1819)

φυγε η μρα, και μαζ λα τα καλ.
Χελη, γλυκι αγκαλι, χρι απαλ, φων,
ανσες, ψιθυρσματα, μισλογα γλυκ,
μτια που αστρφτουν, αφημνη μση, θεο κορμ.
Μαρθη τ’ νθος κι λες οι μπουμπουκιασμνες χρες του,
μαρθηκε στα μτια μου της ομορφις η ψη,
μαρθηκε η μορφ της μες στα χρια μου,
μαρθηκαν φων, θρμη, παρδεισος, λευκτης,
σβηστκαν καιρα στο πσιμο του δειλινο,
την ρα που νυχτεριν γιορτ των σκιων ξεκιν
ο μυρωμνος ρωτας κι υφανει το πυκν
της σκοτεινις το φδι, να σκεπσει τη χαρ.
Μα στης αγπης τη Γραφ μια κι χω σμερα εντρυφσει,
βλποντς με τσι να νηστεω, θα ’ρθει να με ναρουρσει.

       Μτφρ.: Ασπασα Λαμπρινδου

      ταν Φοβμαι (1818)

ταν φοβμαι πιο πολ πως θα πεθνω,
και θα ’ναι ασναχτο στο νου το γννημ μου,
τμους δεν θα ’χω στοιβαγμνους ως επνω,
σιταποθκες με την ριμη σοδει μου·

ταν σε νχτα αστερωμνη ατενζω
πελρια σμβολα τα νφη στον αιθρα,
και συλλογζομαι, ποτ δεν θα ’ρθει μρα
με μγο χρι τις σκις τους να ιστορσω·

κι ταν αισθνομαι πως πια δεν θα σε βλπω,
ωραο πλσμα της στιγμς, σαν παραμθι
τον ρωτ σου απερσκεπτα να δρπω·

ττε, στου κσμου τη μεγλη παραλα,
σκφτομαι μνος, σπου χνονται στα βθη
και της αγπης και της δξας τα πρωτεα.

     Μτφρ.: Διονσης Καψλης

          Στον πνο (1819)

Βλσαμο του μεσονυκτου εσ απαλ,
το στοργικ το δχτυλ σου κλενει
μτια που βρσκουν πια το φως πικρ,
τον σκιο θεκς λθης τους δνει.

Ω πνε αβρ! Αν εναι θλημ σου
κλεσε τα μτια μου μες στη δικ σου ωδ,
το αμν περμενε, πριν το νανορισμ σου
μο ρξει παπαρονα ευσπλαχνικ.

Πνω στο μαξιλρι μου η μρα αυτ θα μενει
τρφοντας θρνους, αν δεν ρθει η βοθει σου.
Σσε με απ’ τη συνεδηση που σκοτειν εξουσα
χει πντα να σκβει σαν ποντκι.

Στρψε πως ξρεις το κλειδ στην κλειδαρι τη λεα
και της ψυχς μου σφργισε τη θκη.

      Μτφρ.: Λνια Ζαφειροπολου

                     Η Φμη

Η Φμη πεισματρικη, σεμν θα μνει κρη
γι’ αυτος που τνε τριγυρνν με δουλικ το γνα.
Κι μως, να, παραδνεται σ’ να μυαλον αγρι.
Πιο τρλαν χει μια καρδι που δεν γνωρζει αγνα.
Εναι τσιγγνα. Δε μιλ σ’ σους δεν χουν μθει
μακρι απ’ αυτν να ’ναι συχοι. Ναζιρα, δεν αρσει
σιμ στ’ αυτ της ψθυρο, θαρρε κτι θα πθει
και σαν μιλν λλοι γι’ αυτν σε σκνδαλο θα πσει.
Εναι τσιγγνα αληθιν, στο Νελο γεννημνη,
ζηλιρα σαν την Πετεφρ. Αυτς την καταφρνια
μ’ λλη τση πληρσετε, ερωτοχτυπημνοι
σεις τροβαδοροι. Αγραστοι σεις καλλιτχνες αινια
τρελο μην εστε. Για το ‘χε γεια’ κομψ απλστε χρι
κι αν της αρσει πσω σας το βμα της θα φρει.

               Για Τη Θλασσα

Αινιο κρατ μουρμουρητ σ’ ακρογιαλις πανρμες
και σε σφοδρν αναρρο χιλιδες και χιλιδες
σπηλις μπουκνει, μχρι που τα μγια της Εκτης
τις παρατν με τους παλιος αχος σκιο γεμτους.
Συχν χει ττοια διθεση και ττοιαν ημερδα,
στε και το μικρτερο κοχλδι δεν σαλεει
μρες και μρες απ κει που κποτε χει πσει,
ταν εχαν ξαμοληθ των ουρανν οι ανμοι.
Ω σεις, που μια τραχι βου την ακο ζαλζει
και παραχορτσατε απ πλθος μελωδες,
καθστε σε καμις σπηλις το στμα και ρεμβστε
ως πο χορς να σας ξαφνισει, τχα, Ωκεανδων.

Πο εναι ο Ποιητς; Φανερστε τον!

Πο εναι ο Ποιητς; Φανερστε τον!
Φανερστε τον, εννα Μοσες, για να τον γνωρσω!
Εναι ο νθρωπος που με τον νθρωπο
εναι σος, εναι αυτς βασιλις,
φτωχτερος απ’ τη φρα των ζητινων,
κτι λλο θαυμαστ
νας νθρωπος σως να’ ναι
ανμεσα σε πθηκο και Πλτωνα
Αυτς εναι ο νθρωπος που με το πουλ,
το σπουργτι τον αετ,
βρσκει το δρμο του σε λα του τα νστικτα.
Αυτς χει ακοσει του λιονταριο το βρυχηθμ,
και μπορε να πει τι εκφρζει ο σκληρς λαιμς του,
Και σε αυτν ρχεται της τγρης
η κραυγ ευφραδς και πατ
στ' αυτ του σα γλσσα μητρικ…

       Μτφρ.:   Β. Ελεγς

        Meg Merrilies

Η γριολα Μεγκ ταν τσιγγνα,
ζοσε στους βλτους ζω φτωχ,
εχε για στρμα της δεμτια ρεκια,
και για καλβι της λη τη γη.

Ξυν βατμουρα, μλα της ταν
το σπαρτοκρπι, μαρη σταφδα
του γριου ρδου η δροσι, κρασ της
και κθε μνμα, βιβλου σελδα.

Πεκα ολομριστα, γκρεμο και λφοι
ταν αδλφια της, η φαμελι της·
μ’ αυτ μιλοσεν λη τη μρα
και τ’ αγαποσε με την καρδι της.

Μρες πολλς νηστικς περνοσε
κι ταν το βραδιν της δεν εχε πρει,
τα μτια στλωνε στον ουραν,
για να χορτσει με το φεγγρι.

Μα σα λιοφτιζεν, η Μεγκ στεΦννυ
απ’ αγιοκλματα πντα φοροσε
δροσολουσμνα, και κθε βρδυ
τις βργες πλεκε και τραγουδοσε.

Ψαθι απ βορλα φτιχναν με τχνη
γρικα δχτυλα που εχαν ροζισει·
ψαθι απ βορλα που τα πουλοσε
στα καλυβσπιτα μσα στα δση.

Σα μια βασλισσα ταν γενναα,
σαν αμαζνα ταν ψηλ,
κκκινη κπα χοντρ φοροσε
και στο κεφλι χοντρ ψαθ.
Γρικα κκκαλα πνε πια χρνια
που στην αγκλη της κλεισε η γη.

Μτφρ.: Μερπη Οικονμου

     Η μορφη σπλαχνη Κυρ

Τι να 'χεις τχα, αρματωμνε ιππτη,
κι ρμος πλανισαι τσι χλωμς;
Τα βορλα πια ξερθηκαν στη λμνη
και τα πουλι δεν κελαηδον.

Τι να ’χεις τχα, αρματωμνε ιππτη,
κι εσαι τσι λυπημνος, σκυθρωπς;
Του σκουρου ο κρυψνας γμισε σιτρι
κι χει τελεισει ο θερισμς.

Βλπω να κρνο πα’ στο μτωπ σου
υγρ απ την αγωνα και τον πυρετ,
στα μγουλ σου ξθωρο να ρδο
που πφτουνε τα φλλα του νεκρ.

– Αντμωσα μια να στα λιβδια
πεντμορφη, μιας μγισσας παιδ,
με πλοσια κμη, ανλαφρο το πδι
και με μτια παρφορα πολ.

Της πλεξα στεΦννυ για το μτωπ της,
βραχιλια και μια ζνη ευωδερ·
με κοταζε ολονα σα να μ’ αγαποσε,
αναστενζοντας γλυκ.

Την κθισα καβλα στ’ λογ μου
και τποτε λλο δεν εδα ολημερς,
’τ σκβοντας στο πλι μου τραγουδοσε
να τραγοδι μαγικ.

Ρζες γλυκς και νστιμες μο βρκε,
γριο μλι και μννα δροσερ·
σγουρα, ναι, σ’ αλλκοτη μια γλσσα,
μου ’λεγε: ‘‘Αλθεια, σ’ αγαπ!’’

Στη στοιχειωμνη μ’ συρε σπηλι της
και στναζε λυπητερ·
εκε της σφλισα τα εκστατικ της μτια
με τσσερα φιλι.

Και μ’ αποκομισε με το νανορισμ της
κι να νειρο εδα – αλλο σ’ εμ!
τ’ νειρο το στερν που εδα ποτς μου
στου κρου του λφου την πλαγι.

Πργκιπες, μαχητς και βασιλιδες
εδα χλωμος, σαν να ’τανε νεκρο,
που φναζαν, ‘‘Αχ, σ’ χει σκλαβωμνο
la Belle Dame sans merci’’.

Εδα τα λιμασμνα χελη στο σκοτδι,
να μου το λνε χσκοντας φριχτ·
και ξπνησα και βρθηκα εδ κτω,
στου κρου λφου την πλαγι.

Και να γιατ πντα εδ πρα μνω
κι λο γυρν μονχος και χλωμς,
αν και τα βορλα ξεραθκανε στη λμνη
και τα πουλι δεν κελαηδον.

Μτφρ.: Δημτρης Σταρου

         Στην Ακρδα & Το Γρλλο

Η ποησις που βγζ' η γη μηδποτε πεθανει:
ταν μαρανει τα πουλι του λβρου ηλιου η πρα
κι αρζουν στις δεντροδροσις, φων γροικιται γρα
σε λειβαδιο θαμνφραχτου χλη φρεσκοκομμνη.

Ειν' της Ἀκρδος η φων -κενη παρνει κεφλι
στου θρους τη γλυκει βολ– και τελειωμ δεν χει
με τις χαρς, για ως κουραστε απ' το τρελλ της κφι
κτω απ' αγριχορτο τερπνν αντως αναθλλει.

Ἡ ποησις που βγζ' η γη αναπαημ δεν κνει:
Στο ρμο χειμριο σθαμπο, που ο παγετς αργζει
σιωπν, απ' τη θερμστρα να! με χους λιγυρος

του Γρλλου το τραγοδισμα, στη ζστα πντ' αυξνει,
κι ειἰς ναν που αποκρωσε μισγρυπνος, φαντζει
σαν της Ἀκρδος που αχε σε λφους χλοερος.

   Μτφρ.: Ευστρτιος Σαρρς

    Βλποντας Τα Ελγνεια

Το πνεμα μου εν’ αδναμο, βαρανει
πνω μου η θνησιμτητα σαν πνος.
Κθε μου ανβασμα κατβασμα εναι χνος
μιας δυσκολας θεκις που με πεθανει,

ωσν αετς, π’ ρρωστος κοιτει τον ουραν.
Κι μως, αχν πολυτλεια εναι να θρηνσω
που δεν πρπει θολος ανμους να κρατσω
φρσκους για ν’ νοιγε το μτι το πρων.

πως οι δξες οι θαμπσκεφτες του νου
φρνουνε μσα στην καρδι στιγμς θηρου,
τσι τα θαματα ετοτα με πονον

που σμγουν την ελληνικ λμψη με του αγρου
ξοδματος του Χρνου -μ' να κμα ωκεανο
ναν λιο- ναν σκιο μεγαλεου.

  Μτφρ.: Θανσης Γιαπιτζκης

          πνος & Ποηση

Τ 'ναι πιο αβρ απ αγρι θεριν;
Απ’ το κολιβρι τ' μορφο πιο ειρηνικ,
που μια στιγμ σ' ολνοιχτο ανθ αγγζει
κι εθυμα μες στις φυλλωσις βουζει;

Τ πιο συχο απ τριαντφυλλο π' ανθε
μακρυ απ' ανθρπου μτι, σε χλοερ νησ;
Τ πιο γερ απ χλισμα των λιβαδιν;
Τ πιο κρυφ απ’ τη φωλι των αηδονιν;

Τι πιο γαλνιο απ’ της Κορντλια τη μορφ;
Πιο ορματα γεμτο απ' ιστορα λαμπρ;
Τ λλο απ σε, πνε; Τα μτια μας γλυκοσφαλς
και νανουρσματα πολλ μας σιγοτραγουδς.

Σε προσκεφλια γιορτιν λαφροσιμνεις,
με παπαρονες και μ' ιτι μας στεφαννεις.
Σε μποκλες μας καλλονς εισαι μπλεγμνος
κι απ το πρων που θα 'ρθει βλογημνος,
γιατ σ’ λα τα μτια τα γλυκ δνεις ζω,
λμποντας ν’ αντικρσουνε τη να την αυγ.

Μα τ 'ν' αυτ που ξεπερνει το νου;
Τ 'ναι φρεσκτερο απ τα μορα του βουνο;
Πιο απαλ, παρξενο, ωραο, βασιλικ,
απ κκνου φτερ και περιστρι κι απ' αητ;

Ποι εναι και ποι δπλα του να βλω;
Τη δξα του δε ξεπερν καννα λλο.
Η θμησ του φοβερ, γλυκει, ιερ,
σκορπζει κθ' ανοησα κοσμικ.

Πτ' ρχεται μ’ αστροπελκια τρομερ,
με υπκωφη βου στης γης τα σωθικ.
Κι λλοτε σα μουρμορισμα απαλ,
μας λει μυστικ απ κτι θαυμαστ,

που πνωθ μας στον κενν αγρα ζει.
Ρχνουμ' ολγυρα ματι εξεταστικ
να δομ' αρινες μορφς, σχδια απ φως,
μνος φτσει ως τ’ αυτι μας μακρινς,

μπως τη δφνη δομε 'κε ψηλ,
που θα μας στεφανσει ταν δε θα ζομε πια.
Κποτε γνεται περφανη η φων,
κι απ’ τη καρδι βγανει δοξαστικ κραυγ.
χοι που το Δημιουργ θα συναντσουν,
και σα ψιθρισμα σιγ-σιγ θα σβσουν...

ταν Πρωτοδιβασα Τον μηρο Του Τσπμαν*

Ταξδεψα σε μρη μακρυν.
Βασλεια και χρες, χω δει
πολλ νησι στη Δυτικ ακτ,
που οι ποιητς κνουν δουλει.

Μου μλησαν γι' απραντο τοπο,
που βαθνους μηρος κρατε,
αλλ ποτ δεν εχα ασχοληθε
ως του διβασα το μεγαλεο.

Αισθνθηκα για πρτη μου φορ
αντκρυζα να πλαντη γνωστο
σαν Κορτζ, με μτια λαμπερ
κοιτοσε Ειρηνικ απραντο
με φοβερ στρατ βουβ
απ του Ντριεν το ψηλ βουν.

 * George Chapman (1559-1634). γγλος ποιητς και θεατρικς συγγραφας που καμε μια αριστουργηματικ μετφραση του Ομρου στην αγγλικ γλσσα.

Δσ' Μου Καπν, Γυνακες & Κρασ

Δσ' μου καπν, γυνακες και κρασ
σπου να πω: "Σνει, αρκετ!"
Αντιρρσεις μη μου φρνεις εσ,
μχρι τη βλογημνη
Ανστασης τη μρα, αυτ.
Γιατ, μα τη γενειδα μου,
θα εναι η αγαπημνη
η Αγα η Τριδα μου.

       Το Τραγοδι Της Θλψης

Θλψη, γιατ δανεζεσαι υγεας χρμα φυσικ
απ χελη κοραλλνια;
Θα βψεις λευκ ρδα μ' ερθημα παρθενικ;
τχα εν' το χρι σου, απ' τη δροσι υγρ,
σα π’ αγγζει μαργαρτας τον ανθ;

Θλψη, γιατ δανεζεσαι πθος αστρφτερ
απ μτι γερακνας;
Στη λαμπηδνα σπθας φως για να χαρσεις;
κποιο βρδυ αφγγαρο, να χρωματσεις,
σε σειρηνν ακρογιαλις, το κμα τ' αλμυρ;

Θλψη, γιατ δανεζεσαι απ θρηνητικ,
τραγοδια απαληχα;
Να δσεις τ' αηδονιο μα θολν εσπρα
και να τ’ ακος σαν πφτει η δροσι
αργ που η νχτα διωξε τη μρα;

Θλψη, γιατ δανεζεσαι την αλαφροθυμι
απ του Μη τη χαρ;
Τη πασχαλτσα ο εραστς ποτ δε θα πατσει
-και θα χορεει απ’ τη νχτα ως την αυγ;-
οτ' απ χαμολολουδα που 'ναι για σνα ιερ,
σο κι αν το 'θελε σε γλντι να σκορπσει.

Τη θλψη τη χαιρτησα κι επα μακρυ να φγω
αλλ εκενη μ' αγαπ
ακοραστα, τσο καλ σε 'μ και σταθερ.
Θα τη ξεγλαγα να την αφσω πσω,
μα εναι τσο σταθερ σε 'με, τσο καλ.
Κτω απ’ τις φοινικις στην ακροποταμι
κθισα κι κλαψα -σ’ λο τον κσμο τον πλατ
καννας δε με ρτησε που κλαιγα, γιατ.

Συνχισα επ πολυ το κλμα μου γοερ
κι τσι των νοφαρων οι κοπες γμισαν
δκρυα που 'χανε των φβων μου τις παγωνις.
Κτω απ’ τις φοινικις, στην ακροποταμι
κθισα κι κλαψα σα νφη που τη γκρμισαν
απ τα σννεφα τ'απατηλ, οι εραστς.
Μα σβανα χει και παγδες μοναχ,
κτω απ’ τις σκτεινες τις φοινικις,
στην ακροποταμι;

      Στροφς

Λες πως μ' αγαπς, μα με φων
απ' της καλγριας πιο αγν,
που τραγουδ
Τον απαλ Εσπεριν,
στον διο της τον εαυτ
Καθς καμπνα αντηχε:
Ω αγπα με αληθιν!

Λες πως μ' αγαπς, μα μ’ να
χαμγελο ψυχρ, σα δειλιν
του Σεπτεμβρου.
Λες κι σουν μοναχ
του Αγου ρωτα του Θεου
Και νστευες ευλαβικ.
Ω αγπα με αληθιν!

Λες πως μ' αγαπς, αλλ τα δυο
τα χελια που ποθ,
-μ' απχρωση τη κοραλλι,
δε στζουν πιτερη ευτυχι
απ'τα κορλλια στο βυθ-
ποτ τους δεν ανογουν για φιλι.
Ω αγπα με αληθιν!

Λες πως μ' αγαπς, μα δεν ανταποδδει
το χρι σου το τρυφερ
το σφξιμο στο σφξιμ μου.
Εναι σαν γαλμα νεκρ
ταν το χρι το δικ μου
-κι ερωτευμνο δη-
καει για το πθος, φανερ.
Ω αγπα με αληθιν!

Ψιθρισε μια-δυο λξεις-φωτι!
Και χαμογλασ με
σα να 'ταν να κα απ' αυτς,
και σφιχταγκλιασ με,
φλα με πως κνουν οι εραστς
και θψε με μες στη καρδι.
Ω αγπα με αληθιν!

   Η Μουσικ Των Ποιητν (1817)

Πσοι βρδοι λαμπρνανε το πρασμα ετν,
κποιοι απ' αυτος μου θρψαν τη χαρ.
Θα ημποροσα πλι βρφος να γιν ξαν
απ την απλαυσ τους, δω στη γη και ψηλ.

Και συχν, σαν καθζω πλι στο χλωρ θυμρι,
θεν' να μπον' στο νου μου λ' αυτο, σαν να σμρι,
αλλ σγχυση καμμα, οτ' ενχληση αγεν,
τσι χοι μετροι, στο πρασμα των δειλινν:
-Τα τραγοδια των πουλιν
-ψθυροι των φυλλωσιν
-το κελρυσμα νερν
-η μεγλη η καμπνα, που επσημα αντηχε
-κι λλα χλια τσα που με βρσκουνε εκε.

Σβνει η απσταση και εναι δπλα μου ξαν
φτιχνοντας μουσικ γλυκει κι χι γρια ταραχ,

          Ωδ Στη Μελαγχολα

Μη! χι μη! Στη Λθη να μη πας
και μη γουλι τ' ακνιτου να πιεις αναζητς.
Στο γαλαν σου μτωπο ποτ να μη δεχτες
πικρ Φιλ του Στρχνου και ας εναι δα,
δρο λικο, της Περσεφνης και της γης.
Θα φτιξεις κομπολι με του Στμου τους καρπος;
Αλθεια της θλιμμνης σου ζως;
Μα πς αντχεις χροντα τριζνι να τη δεις,
πεταλοδα νεκρικ στης Θλψης τη πλαγι;
Το μοιρολι του γκινη να 'χεις συντροφι;
Φυλξου! Για' θα 'ρθει αχνς σκιος στη σκι.
για να σου πνξει την αναη αγωνα της ψυχης...

Μα σαν σκεπσει ο ζφος τη μελαγχολα σου
και ξφνου ψληλαθε νφος απλσει δακρυσμνα
σκεπζοντας, πταλα ανθν τα λιποθυμισμνα,
και λφους πρσινους, νεκρικ σεντνι τ' Απριλιο,
ττε τη θλψη χρτασε, με δρσο ρδου πρωινο,
στο ουρνιο τξο που με κμα σπει, τ' ακρογιαλιο,
στη παινια π' στου πλοτου του βασιλικο
κι αν θυμωμνη 'ναι μια μρα η λατρεα σου,
το χρι της φυλκισε και ας λυσσομαν
και πιες λη τη φλγα που τη καει βαθι
μσα στα σμαραγδνια μτια τα θολ!

Μσα στην Ομορφι, Μελαγχολα βλαστνει,
την Ομορφι που πρπει πντα να πεθνει
και πντα η Χαρ εν' τοιμη να πει το "Γει".
Εκε κι ο πθος Ηδονς, σε δηλητριο γυρν,
εν αχρταγα το στμα το μελρρυτο ρουφ.
Ω, ναι! Κει μες στης ηδονς το θαυμαστ να,
πεπλο φορντας μαρο, το δικ της ιερ,
αθατη απ' λους η Μελαγχολα χει στσει.
Εκτς κι αν κποιου αδμαστη γλσσα τολμσει
και Χαρς σταφυλ ημπορσει να σπσει
πνω στον ουρανσκο του αν το θελσει.
Μα ττε η πανσχυρη η Θλψη θ' αναρπσει
τη θαρραλα του ψυχ, καταμεσς εκε ψηλ
στ' αραχνιασμνα τρπαι της να κρεμσει.

   Το 1820, στο κατστρωμα του πλοου που τον οδηγοσε στη Ρμη, για τον τελευταο σταθμ της ζως του, ο 25χρονος Τζων Κητς γραψε να πανμορφο ποημα. Του 'δωσε τον ττλο Λαμπρ Αστρι (Bright Star) και το τοποθτησε ευλαβικ ανμεσα στις σελδες ενς βιβλου που κουβαλοσε στις αποσκευς του. Εν τος μετ, ο Βρεττανς ποιητς ξεψυχοσε στην ιταλικ μητρπολη που εχε μετακομσει, ελπζοντας ματαως πως το θερμτερο και πιο φιλξενο κλμα της Ιταλας θα μποροσε να βοηθσει τον ασθενικ και φυματικ οργανισμ του. Το ποημα που φησε πσω του ταν αφιερωμνο στο μεγλο ρωτ του για τη Φννυ Μπρουν. Οι δυο τους γνωρστηκαν ως γετονες στο εξοχικ Χμπστεντ του Βρειου Λονδνου, μεττρεψαν τη δειλ αρχικ λξη σε ναν ρωτα που κατρθωσε να νικσει ακμη και το θνατο και, παρ τους αυστηρος κοινωνικος καννες της εποχς που δεν θα επτρεπαν ποτ ο φτωχς Κητς να σχετζεται με μια κοπλα αντερης τξης, το ζεγος αρραβωνιστηκε το 1819. Η πολυπθητη γαμλια μρα δεν επρκειτο, εν τοτοις, να ρθει ποτ. Αμσως μετ την απλεια του αγαπημνου της και για το υπλοιπο της ζως της, η Φννυ επαναλμβανε κθε βρδυ το διο συγκινητικ τελετουργικ: περπατοσε στους ανθισμνους κπους και στα καταπρσινα λιβδια που λλοτε βδιζαν μαζ με τον Κητς κι απγγελλε το ποημα που της εχε γρψει, με τα μτια της πντοτε βουρκωμνα...
     Αυτ παρατθεται κτωθι σε δικ μου επσης απδοση και κλενει τσι ολκερη τη παρουσαση του
Τζων Κητς. Π. Χ.

           Λαμπρ Αστρι

Λαμπρ αστρι, σταθερ να 'μουνα σαν εσνα,
χι σπιθκια ερημικ, στη νχτα κρεμασμνα,
ψηλ με μτια ορθνοιχτα, αινια να θωρ
της φσης ερημτης ξαγρυπνν, μ'υπομον,
αργ, τεμπλικα νερ στο ργο τους το ιερ:
ανθρπινους γιαλος να εξαγνζουνε στη γη.

να θωρ το μαλακ φρεσκοπεσμνο χινι,
οπο σε βλτους και βουν λευκ σεντνι απλνει.
τσι το θλω, ασλευτος, να γρνω σταθερ
στ' γουρο στθος της καλς π' ανεβοκατεβανει
και να ξυπν σε τραγμα τυχν, μ' ανησυχι,
να την ακοω ξυπνητς αινια, π' ανασανει.

τσι μονχα θα 'θελα να ζσω,
ειδλλως κλλιο ν' αργοσβσω...

   μτφρ.: Πτροκλος

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers