-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

N -: ...

             Τλος 

Μνεις... φεγεις... ρχεσαι...
Ρακνδυτη η αγπη σου.
Φοβσαι την αλθεια.
Προσπαθες ακμα να ξεφγεις.

Καθρισε διευκρνισε τον σκοπ σου.
Το μνο που βλπω στα μτια σου
Εναι να μου κηρσσεις τον πλεμο.
Οι ελπδες μου ακυβρνητο καρβι.

Τα μτια μου σννεφο χωρς βροχ.
Φρουρς ακομητος ο πνος
Δεν υπρχεις πια στα νειρα μου.
Γρισες... λες μετνιωσες.

Ο λιος δυσε θυμωμνος φυγε.
Ηλθε η ρα να αποσυρθες...
Για πντα...

   Μαρμαρωμνα  Bασλεια

Τα φτερ μου νοιξα και πταξα
σε κσμους μαγικος αθατους
με συντροφι μου τους αητος.

Μαρμαρωμνοι πργκιπες θωρον
Παλτια απ το χρνο ξεχασμνα
Με μτια απλαν και πτρινα.

Κουρασμνοι γγαντες τα νειρα τους
Αινια, απεγνωσμνη δνουν μχη
Με αθνατους, σκληρος Τιτνες.

Κοφτερ σπαθι, αποκεφλισαν
λες τις ελπδες που απμειναν
Θεο με λανθασμνες κρσεις.

Βαρ το τμημα της καταδκης
στειλε τους ρωες στην εξορα
Με τη ψυχ τους γυμνωμνη.

Ο ουρανς σκοτεινς απραντος
Πετρωμνα βασλεια σκπασε
Μσα στη δση της σιωπς.

         'Αβυσσος

Τη βλπω κθε μρα, κθε νχτα...

ταν δεν τη βλπεις στο σκοτδι

Αυτ σε ακολουθε...

χει αγκαλισει μσα της βαθι

τη Σιωπ...

Φορ να ρωμα πολ μεθυστικ

Ακατανκητο...

Λει τι πολησε τον γγελο της,

Για να νειρο...
Λει τι δεν εναι αυτ που φανεται,

Απλησαστη...

Λει τι ξρει λα σα λγονται,

Τα ψματα...

Λει τι δε βρσκει πουθεν,

Τη αυτοεκτμησ σου...

Λει τι μπορε να γυρσει το θυμ σου
Σε βουβ δκρυα...

Λει τι θα κνει το χαμγελο σου

Πανικ...

Λει τι θα κνει λη τη ζω σου,

Αποτυχα...

Λει τι λθε το πλρωμα του χρνου,

Φβος...

Λει τι στιγμ δε θα σ' αφσει,

Μοναξι...

Λει τι κι αν διαβζεις τ' στρα,

Υπσχεση...

Λει τι ακμα κι αν κρυφτες σε τρπα,
Πλημμρα...

Λει τι κι αν τραβς καλ κουπ,

Τρικυμα...

Λει τι μπορε να γιατρψει την αρρστια,

Θνατος...

Λει τι μπορε να σου πρει τη λπη

Πνος...

Σε κοιτ κατματα, σε οδηγε

'Aβυσσος.

Κι εσ λες:

χει τη σοφα και το θνατο

Μες στα θεκ της μτια.

   Ψετικος Kσμος

Κθε νχτα με μτια ανοιχτ
Kοιτζω την χαρη ζω μου

Ακαθριστη, χωρς σκοπ

Με νημα ανπαρκτο.

Τ εναι αριστερ τ εναι δεξι

Τ εναι λθος, τ σωστ

Δε μπορ να ξεχωρσω

Να το σμα μου, να η σκι μου
Αλλ πο εναι η ζω μου;


Η ζω εναι γεμτη γλκα

Μα το περβλημα της λο πκρα

Μρα τη μρα βαδζω

Φοβμαι να κοιτξω πσω

Φοβμαι ακμα να προβλψω

Σε κθε βμα σταματ

Kι αναρωτιμαι, να προχωρσω;

Σκφτομαι... κοιτζω ολγυρα.

λοι εναι τσο αδιφοροι,

Τσο ψετικοι, τσο απμακροι.

Κλενω τα μτια φοβισμνη

Κι αρας παγωμνος με κυκλνει

Κανες δεν αποπνει ζεστασι

Καννας δε μ' αγγζει

Τα μτια μου ν' ανοξω

Τ εναι αριστερ, τ δεξι

Τ εναι λθος, τ σωστ;

Δε μπορ να ξεχωρσω

Γιατ... εναι λα ψετικα

   Απογοτευση

νειρα τριανταφυλλνια

Χαμνα μες στη νχτα

Νοφαρα πληγωμνα

Στη λμνη βυθστηκαν


Ζωντνεψαν οι θρλοι
Το μσος, η αγπη,

Πιασμνα χρι-χρι

Στη φωτι περπτησαν

 

Δυνατς αγρας φσηξε

Μακρι πρε τα σννεφα

Η βροχ δεν ρθε

Τα δντρα γοντισαν

Κατλευκες γαρδνιες

Δχως ρωμα

'Αδειες χαμνες ψυχς

Κι αυτς μαρθηκαν

 

Μαγευτικς ακρογιαλις

Γλροι αφτρουγοι

Πληγωμνα δελφνια

Χωρς κμα μενανε

 

Χρυσαφνιες ακτνες

Απ τον λιο φγανε

Κι οι ζεστς ημρες

Για πντα παγσανε.

         Αντθεση

 

φυγες γιατ νομζεις σε αδκησα

Και σε κλουβ μσα σ' βαλα

Να σ' χω κλειδωμνο.

 

Μα σκψου λγο τ μου δωσες

Λγια αριστα, ατλειωτα,

Γεμτα υποσχσεις.

 

Ανκω ραγε στις σκψεις σου;

Μες στο αδιρατο χαμγελ σου

που χνεται στο πλθος;

 

λες οι σκψεις με φοβζουν

Τις διχνω σπου να μην υπρχει

Τποτα να φγει.


Αν λ' αυτ εχες να δσεις

Λυπμαι... δε μου φτνουν

Θλω ακμα κι λλα.

 

Με μπερδεεις, με φορτζεις

Εσαι στα λγια μου αντθετος,

δεν παρνω μιαν απντηση.

Σε προκαλ μ' ερωτσεις,
Να μου δσεις απαντσεις

Να διξω την αμφιβολα.

 

Το τι θλεις δε με νοιζει

Πρε τη βροχ μου, φγε

Τη λησμονι σε μνα σε.


Μη με παρεξηγες...
Στη λπη εμαι τρωτη,
Μχρι το βλι στχο να βρει!

 
                       Κκλος  
  
           Ρυκια του μυαλο οι σκψεις,
           Θερατα βουν οι μνμες
           Βουβο σπασμο οι πνοι
           Ακογονται βαθι στο σμα.

           Ζως αμαρτωλς στιβχτηκαν
           Πιθρια γεμτα απ στχτη
           Ζητον εξαγνισμ με δκρυα
           Πφτουν, βουλιζουν, χνονται

           Πουλι χωρς φτερ τα νειρα
           Δεν μπορον πια να πετξουν
           Θλασσα δχως κματα
           Κι μως η τρικυμα υπρχει.

           Αρμονα, ηρεμα, ακαμψα
           Αχτδες λιου απ' λλο κσμο
           Δνονται μαζ και τρχουν
           Μα δεν μπορον να ησυχσουν

           Πρσινα φλλα, κτρινα φλλα
           Της ζως αρχ και τλος
           Ανογει-κλενει αδικοπα
           Απραντος μεγλος κκλος.

Ανεκπλρωτο νειρο
  
Ποτ τα χελη μου δεν γγιξαν
τα χελη τα δικ σου.

Ποτ το σμα μου δε χθηκε
στην αγκαλι σου τη ζεστ.

Ποτ τα χρια μου δε χιδεψαν
τα λατρευτ σου χρια.

Ποτ τα μτια μου δεν κοταξαν
το βλμμα σου το βελουδνιο.

Ποτ η καρδι μου δεν ακομπησε
στο στρνο το δικ σου.

Ποτ η ανσα μου δεν ενθηκε
με τη δικ σου ανσα.

Ποτ τα δκρυα μου δε βρξανε
τ' γνωστο πρσωπο σου.

Ποτ τ' αφτι μου δεν ακοσανε
το ερωτικ ψιθρισμα σου.

Ποτ τα σματα μας δεν ενθηκαν,
για μια μοναδικ φορ.

Ποτ δεν θα ονειρευτ ξαν...
Ποτ, ποτ, ποτ!

Λευκς 'Ανεμος  
  
Χαμνη σε λευκ ορζοντα
Προσπθησα να ζωγραφσω
να ουρνιο τξο

Κατλευκη, παγωμνη, ζεστ
Μια αγπη πονεμνη
Καει μσα μου δε σβνει

Αινια παγβουνα κι ο νεμος
χουν φωλισει μσα μου
Και κνανε λευκ τον λιο

Ανεπωτη, απραντη,
μικρ γαλζια θλασσα
μσα μου κουβαλω

Στο βθος της λευκ μαργαριτρια
Κατλευκα κοχλια και κορλλια
Λευκ σαν τη ψυχ μου.

Λυσσομαν ο νεμος χτυπ
Τα κματα σηκνονται πελρια
Γνονται κτασπρα καθς αφρζουν

Με γλφουν με σμιλεουν σαν το βρχο
Μου δνουν το δικ τους σχμα
Του πνου τη σφραγδα

Το σμα μου δεν χει χρμα
Καταρρει χλωμ κι αδναμο
Γνεται πγος, τοπο χιονισμνο

Παλεει με τα κματα σο μπορε
Μα εναι πια ανφελο γιατ...
Ο νεμος εναι πιο δυνατς.

       Η Σειρνα

Σα προσπερσεις τη σιωπ,

Δσε της χαιρετσματα.

Σα συναντσεις τη χαρ,

Μη σταθες, μα φγε γργορα.

Καβλησε το τι της σιωπς

Πγαινε ως του γιαλο την κρη.

Εκε θ' ακοσεις, μια φων,

να παρξενο, γλυκ τραγοδι.

Εναι η ζω που σε καλε,

Μια πεντμορφη σειρνα.

Μια πλνη στο ακρογιλι,

που σε καλε απελπισμνα.

Μη της δσεις τη χαρ,

Μη πιστψει, τι την κουσες.

Μενε κει να την ακος,

Μα δεξε αδιαφορα, γνοια.

Προχρα μες στη θλασσα,

Και να πας πολ βαθι.

Κοτα στον απραντο βυθ

Και πρε μνο να βτσαλο.

Κοταξε το καλ, πρσεξε το.

Εναι δια με σνα, μνο του

Μες στην απεραντοσνη...

         Προδοσα  
  
Θα εμαι πντα ενντια
                   Στο ψμα σου.
Θα εμαι πντα αδιφορη
                 Στο πρβλημα σου
Θα εμαι πντα απμακρη
                Στον πνο σου
Θα εμαι πντα πτρινη
                 Στην ικεσα σου
Θα εμαι πντα σκληρ
                 Στη μετνοια σου
Θα εμαι πντα αλγιστη
                 Στο δκρυ σου
Θα εμαι πντα ο εφιλτης
                 Στα νειρα σου
Θα εμαι πντα παροσα
                 Στην απουσα σου
Θα εμαι πντα τυφλ
                 Στη παρουσα σου
Θα εμαι πντα ρεμη
                 Στην αγωνα σου
  
Θα εμαι πντα τσο παγωμνη
     Που η καφτ προδοσα σου
             Ποτ να μη με λυσει

       Ανταγειες
  
Ανταγειες στη θλασσα
Του λιου οι αχτδες
Ανταγειες στα μτια σου
λες μου οι ελπδες.  
  
Ανταγειες στην ρημο
Μια αση μικρ
Ανταγειες στα χελη σου
Το κθε σου φιλ.  
  
Ανταγειες στον ουραν
βροντς και αστραπς
Ανταγειες στο βλμμα σου
Αμτρητες χαρς.
  
Ανταγειες στα δνδρα
Σταγνες της βροχς
Ανταγειες τα δκρυα σου
Στα βθη της ψυχς
  
Ανταγειες στο χμα
μορφες τριανταφυλλις
Ανταγειες οι λξεις σου
Τροφ για τις ψυχς.  
  
Ανταγεια στον αγρα
Μια Θεα ευωδι
Ανταγεια η ανσα σου
Βλσαμο στη καρδι.

Ανθρπινες Αδυναμες

 

Το ψμα ζεις στ' νειρο,

Ξυπνς, μπρος σου η αλθεια.

Τυφλς ντας, δε βλπεις,

Τα χρματα αδιφορα.

 

Δεν ακος τα λγια μου...

Θ' κουγες τη μαρτυρα μου,

Αν διβαζες τα χελη μου.

Φτερ δεν χεις να πετξεις.

 

Καλτερα ν' ακοσεις τον αγρα.

Και τα πουλι να φτερουγζουν.

Πρσωπα καμωμνα απ πτρα.

Τα βλπω... τα φαντζομαι...

 

Λω πως εναι γγελοι.

Η πτρα σπζει το μυστριο,

Τα νειρα μου τσαλακνονται,

Γνονται χαρτι σκισμνα.

 

Σημδια ψχνω για να βρω

Ψηλ εκε στ' αστρια.

Πρωτγνωρη, υλη μαγεα

ρχεται και με τριγυρζει.

         Σπασμνο "Σ' Αγαπ"

 

Γυαλι σπασμνα στις χοφτες μου κρατ

                     Τα δικα σου λγια

Τα χρια μου τινζω για να φγουν

                     Μα αυτ δε ξεκολλον


Οι πληγς βαθανουν ανογουν ολονα

                     Το αμα φεγει

Οι φλβες μου αδειζουν το σμα βαρανει

                     Το τλος ρχεται

 

Τα μτια μου θολ δε βλπουν

                     Κλενουν αργ... αργ...

Η ψυχ μου πει να βγε να φγει

                     Ανλαφρη αισθνομαι

 

Μα ξφνου ακοω τη φων σου

                     ρεμη θλιμμνη

Τα δχτυλα μου ανοιγοκλενω γργορα

                     Τα γυαλι πετνε

 

Τα μτια μου ανογω, βλπω καθαρ

                     Τη γλυκει μορφ σου

Το αμα σταματ αμσως να κυλ

                    Κλενουν οι πληγς

 

Σε βλπω σε αγγζω σε αισθνομαι

                     Και μνο ψιθυρζω: "Σ' αγαπ"

           ΜΠΟΡΕΙΣ;

Χιλιδες πλα, ρματα πολμου

Στο κεφλι μου μσα πολεμνε.

Τη σκψη μου γρια σκυλι φυλνε.

Μγα βασλειο, βουβο φλακες
και τα σκυλι συνχεια κοιμονται.

Ξρω τι θα μπες να τη διαβσεις.

λα δικ σου, λα για σνα
Μα η σιωπ δεν ρθε που υποσχθηκες.
μως εξαφανστηκα για να νικσεις.

Το γλιο μου παψε να ζει
γιατ το χαμγελο σου σβησε.
Χθηκε ,τι πολτιμο για μνα.

Σιωπηλς θυμς τα δκρυα μου
Στεγνσανε στην ρημο της μοναξις.
Την αλθεια μνο ζτησα.

Στκεσαι μπροστ μου αμλητος
Γιατ πιστεεις νομζεις
τι θα ζητσω μακρι να φγεις.

Μνο αν μποροσες τον πνο μου,
Μαζ να πρεις... μπορες;

Μπορες κτι να θυσισεις,
χωρς να χσεις τποτα...; ΜΠΟΡΕΙΣ;

        Εγκατλειψη

  Ιστορες για την πστη
  Που σε σνα δωσα... Πολλς.
  Υπρξανε σα σελδες κενς...
  Απ βιβλο που δε γρφτηκε.

  Μυστικ, βαθι  κρυμμνα,
  Στο φως να βγουν ζητσανε,
  Μα η ψυχ μου δεν τ' φησε
  Την ρνηση φοβθηκε.

  Πστεψες τι προσπθησες
  Να εσαι ο σωτρας μου
  Μα συνχεια αναρωτιμαι
  Την αλθεια δεν τη βλπεις;

  Μου λες τι εγ χω κνει
  λα τα νειρα μου γκρζα
  Μα... πσο  γελασμνος εσαι αλθεια.
  Ισχυρζεσαι τι τον πνο μου.

  Μνο συ μπορες να νισεις
  Το θεωρες μως παρλογο
  Κοντ μου συ να μενεις.
  Μη μου φρεσαι σαν ξνος

  Αυτ εναι δικο για μνα
  Η πστη μου εναι μεγλη
  σο παρλογη κι αν εναι...

       Γλυκει Zω...

ρχεται η νχτα σβνει το φως,
ρχεται η μρα ο λιος λμπει.
Μια κλεψδρα η ζω μας,
Που γεμζει κι αδειζει.

Ο χρνος αμελικτος κυλει
Οι μρες μας σαν ηλιαχτδες
Μοντονες, αδκαστες περνον
Σκορπζοντας μικρς ελπδες.

Μικρ ανεξτηλη σφραγδα
Η κθε μας μικρ χαρ
Τη ζομε τη λατρεουμε
Γιατ εναι μνο μια φορ.

σο κοιτμε πσω μας
μας κυνηγ η νοσταλγα
τα νειρα μας γνονται
πιο απθανα, πιο λγα.

Δκρυα, ατλειωτα, πικρ
χαμνα μες τον χρνο
ανμεσα στα δχτυλα κυλον
αφνοντας μια σκνη μνο.

      Αναλαμπ...

'Aλλη μια μρα φυγε,
Γοργ σαν αστραπ,
Με πρε, με παρσυρε
Στης λθης τη σιωπ.
  
Γοργ κυλ ο χρνος
Τρχω κι εγ μαζ
Με σμλεψεν ο πνος
Μαρμρινο φιλ.
 
Ψχνω να βρ εμνα
Στον πντο τον βαθ
Τα μτια μου θλιμμνα
Βρσκουνε μια πληγ
  
Υπρχει τχα αγπη
Που να 'ναι δυνατ
εναι λα απτη
Θνατος και χαρ μαζ;
 
Τη γρεψα, τη φναξα
Με τρμουσα φων
Μα σο κι αν τη ζτησα
ταν αναλαμπ!

                   Παρπονο  
  
  Σε γνρισα ταν εσ θελες να παξεις,
  Δε με πρες ποτ στα σοβαρ,
  Αληθεια, ψμματα,ψμματα ,αλθεια
  Μπκα στη ζω σου, αλμονο!

  Προσπθησα, μταια να σου δεξω,
  τι εγ, δεν θελα να παξω,
  Δεν θελα να με μισσεις,
  θελα μνο λγη απ την προσοχ σου.

  Εκλεψες τη ψυχ μου, τσο εκολα,
  Σαν να ταν να μουσικ κομμτι
  που εκολα πετς τη φαλτσα ντα.
  Ακογεται υπερβολικ αυτ, θα πεις,

  Μα ρτησε, μια φορα και μνα...
  Μσα μου βρχει, πλημρισε η ψυχ μου
  Δεν αφησε τποτα σε σνα το πρασμα μου
  Μονο μια μακριν ανμνηση, θολ.

  Εσ εσαι μακρι, σε φντο σκοτειν,
  Δε μπορ να τον διαπερσω
  Και αυτ εναι που τσο με πληγνει.
  Εγ δεν θελα καννα να πληγσω

  Αν σ' χω πργματι πληγσει,
  Θα θελα να γρναγε ο χρνος πσω,
  Ποτ να μην το εχα κνει.
  Συγκινημενη, ερωτευμενη και πολ...
  Θλιμμνη.

             Φαντασα Μου
  
  Η  φαντασα μου τραν και ματαιδοξη,
  Ξρεις απψε τι ζητ; Εσνα!
  Μπροστ στα μτια μου η μορφ σου,
  Πλανεει τη ματι μου, τη ψυχ μου.
  Σ' ακοω, σε βλπω, σε αισθνομαι,
  Με λες μου τις αισθσεις, μσα μου...
  Απλνω τα χρια μου, σε αγγζω...
  Το σμα σου εναι ζεστ, καφτ...
  Και εναι αυτ που με ταρζει πιο πολ.
  Κολω πνω σου, σε νιθω να ριγς...
  Μα πιο πολ ριγ εγ και χνομαι
  Απ το μεθυστικ αντρκιο ρωμ σου.
  Τα χρια σου τυλγουν το κορμ μου ,
  Απαλα, γλυκ σαν τον κισσ,
  που γλυστρ και αγκαλιζει λο το δνδρο.
  Τα χελη μας εννονται γλυκ
  Σ' να τρυφερ, απαλ, αρινο φιλ.
  Ζαλζομαι... μεθ απ τα χελη σου.
  Γαντζνομαι, κρεμιμαι πνω σου,
  Και τα χελη μου ανογουν σαν μπουμποκι,
  Κτω απ τα δικ σου αγαπημνα χελη,
  Με σφγγεις τσο δυνατ, που αισθνομαι,
  Τα στθη μου να λεινουν, να συνθλιβονται,
  Πνω στο δυνατ, ατσαλνιο στρνο σου.
  Ταρζομαι τσο πολ, ανογω τα μτια
  Κοιτζω  σα χαμνη γρω μου...
  Τρμω ολκληρη απ τη λαχτρα,
  Μα εναι μνο η φαντασα μου...

        Προσμον

Ουρνια, γαλζια, θεκ μορφ
Ανμεσα στα σννεφα, γερμνη
Περμενες να πρεις μια ψυχ
Κοντ σου να τη φρεις.

σουνα κθε μρα εκε
Και δεν ψαξες, δε ρτησες
Να μ' εντοπσεις...
Σε περμενα...

Σε περιμνω κθε μρα...
μως εσ δεν ρχεσαι ποτ
Και οτε μνα αφνεις...
Κοντ σου να πετξω

Να 'ρθω να γερω απαλ
Μσα στην αγκαλι σου
Να νισω την ανσα σου
Πνω στο πρσωπ μου

Σα πρωιν αρα δροσερ
Το χδι σου θεο, τρυφερ
Το γγιγμα σου -Θε μου-
Το περιμνω να 'ρθει, το ζητ

Μη μ' αφσεις λλο να περιμνω...

         Σιωπ

Ο κσμος ειν' απραντος
και η ζω μικρ,
ζω στα σματα υπρχει,
μα η ψυχ κεν.

Ο νους στη λθη χνεται
οι σκψεις του βουβς.
Λγια που δεν ειπθηκαν,
ιστορες που 'μειναν κρυφς.
 
Τα μτια κμερες τυφλς
δε βλπουν τα στερν
πλνα τραβν αθατα,
κομμτια της ζως θολ.
 
Χελη στεγν κι αμλητα
Κουρστηκαν πολ
Να περιμνουν χρνια
να μοναδικ φιλ.

Ζω μικρ θεσταλτη
παλεει να κρατηθε,
απ ελπδα ψετικη,
θλει μα δε μπορε.
 
Ν' ακοσουν θελαν
μια θεα μουσικ.
Το μνο που ακοστηκε:
Απραντη σιωπ!!!

     Νχτα Ατλειωτη...

Νχτα βαρει ατλειωτη...
Ατλειωτη βαρει κι η μοναξι.
Σκψεις πολλς, σκψεις τρελλς...
Πολλς κι οι παραισθσεις.

Ποτμια μσα μου κυλον...
Χεμαρρος ορμητικς οι λξεις.
Φτνουν  στο στμα, μα δε βγανουν...
Απ τον πνο πνγονται...

Θλουν να βγον μα τι να πον;
Ξρουν τι πφτουν στο κεν,
Σε βραθρο ανλιο ζοφερ.
Ξερθηκε ο λαιμς βουλιζει η ψυχ
Κι να ατλειωτο "γιατ",
Τον νο μου  πλημμυρζει.

Αξζει ραγε να ζω, να ζω χωρς ελπδα;
Τριγρω μου  λα εναι ωχρ...
Τους χθηκε το χρμα...
Προσπθησα  πολλς φορς
Να τους το δσω πσω...
Μα αυτ δεν θελαν  κι ο κπος δικος  χαμνος.

Σκοτειν, αινια αυτ η νχτα...
Ακμα και τ' αστρια χλμιασαν να προσπαθον,
Λγο φς για να της δσουν.
Κι εγ εξαντλημνη κι υπνη
Κουρστηκα να τα κοιτζω...
ρες ατλειωτες βουβς...
Ανκανη να τα παρηγορσω,
Αφο και το δικ μου φς
Στη δση του χει φτσει.

         "μη με λησμνει"

Στα χρια μου κρατ "μη με λησμνει".
Τα κοιτζω, τα μυρζω, τα παρακαλ.
Θλω να μενουν ανθισμνα, δροσερ,
Να μην μαρανονται ποτ...
Να χουν το ρωμα τους λο...
Το χρμα τους να μη χαθε...

Να μενει σαν τον ουραν,
Με κενο το γλυκ μενεξεδ,
Το σορουπο σαν φτνει.

Πσο θα θελα να τους μιλσω,
Να τους πω πργματα ανεπωτα,
Που οτε στον εαυτ μου χω πε.

Στα ντελικτα τους ανθκια σκβω.
Τα φιλ, γεομαι τη δροσι τους,
Δνω το εναι μου, ζητω χρη...


"Μην αφσετε ποτ να λησμονηθε
Μια τσο μεγλη αγπη
"!!!

       Η ρημος Μου

Ερημος...
Χλιες φωνς αντηχον στ' αφτι μου...
Μα δεν ακοω τποτα...
Πολλο εναι εδ μπροστ μου
Μα δε βλπω καννα

Ο λιος με τυφλνει...
Τσουρουφλζει το γυμν και διψασμνο σμα μου
Αλπητα το δρνει ο λβας
Τα χελη μου ξερανονται, σκνε απ' τη δψα

Τα πδια μου λυγνε απ την κοραση
Αραγε πσο θα αντξω ακμα;
Σωριζομαι στην μμο...
Σρνομαι, κουλουριζομαι...
Προσπαθ να προχωρσω...
Τα χρια μου ματνουν
Τα μτια μου θολνουν, σβνουν...

Περπτησα πολ για να σε βρ
Σαν αση μσα στην ερημη ζω μου...
Μα πνω που επα πως σε βρκα
Σε βλπω, σε πλησιζω,
εσ χνεσαι σαν αντικατοπτρισμς
στην ατλειωτη ρημ μου...

                    Μοναξι

Aρας φυσει απαλ τα σννεφα.
Σχματα πολλ αλλζουν, τρχουν...
Με ζαλιζουν, πως φεγουν.
Θα θελα πολ να πγαινα μαζ τους,
Να δω λ' αυτ που δεν γνωρζω,
Να γνωρσω αυτ που μου λεπουν.

Πσο θθελα να πετοσα μαζ τους σε κσμους μαγικος.

Τρικυμα στη ψυχ μου, βορκωσαν τα ακρογιλια των ματιν!
Ατλειωτη, απραντη η μοναξι μου.
Θολνει ανελητη τα μτια κι η καταιγδα μσα μου ξεσπ.
Ξεχειλζει απ τα μτια κι η γεση της στα τρεμμενα χελη μου ακουμπ.
ΜΟΝΑΞΙΑ!!! γινε η μοναδικ μου συντροφι...
Ισως θα πρπει να εμαι καλ μαζ της, για να την εχω παντοτειν.

         Το νειρο

Χθες πλι σ' ονειρετηκα
Και ταν να νειρο γλυκ
Μα και πικρ μαζ.

Στεκσουν και με κοταζες

Με αλλοπαρμνο βλμμα,
Πο μσα του βλεπα πολλ
Μα πιο πολ απ' λα
Τις καταιγδες που ρχονταν...

Τα χελη σου σιγτρεμαν...
Μα μεναν κλειστ, βουβ.
Δεν θελες να μου μιλσεις.

Σε κοταζα... περμενα...

Περμενα ν' αρχσουν οι αστραπς.
Βροντς, φωτι, νερ, χαλζι.
Μα  τποτα δεν γινε!

Σε κοταζα και θελα τσο να σου φωνξω:

"Μη με κοιτζεις τσι λλο πια!
Θα λσω τρα τα μαλλι.
Θα λθεις να με πρεις
";

           Σκοτδι


Γκρεμστηκαν τα κστρα της αλθειας,

Παντο κυριαρχε το ψμα.

Χλωμς δυνμεις τριγυρνον,

Σε περιβλλον απατηλ αναο.


Δυνατς φωνς, γεμτες αγωνα,

Ζητον εξαγνισμ και λτρωση.

Απηχος ξερς τα ουρλιαχτ μας.

Βογκον στο διβα μας οι πτρες.


Κουρστηκαν τα χελη μας,

Συγγνμη συνχεια να ζητον.

Κινομενη μμος τα βματα μας,

Τα νειρα μας λουλοδια μαραμνα.


Γοερ το κλμα μας ακογεται,

Ηχ που δεν μπορε να σταματσει.

Το κμα, στην ακρογιαλι,

Πσω μας πντα τρεχε... μας κυνηγοσε.

 

Κατρθωσε και νκησε το χρνο.

Τρα πια δε λμε «καλημρα»,

«καλησπρα», «καληνχτα», «σ' αγαπ»,

Το στατο φιλ δε δσαμε.

 

Μια σκι, δο τρεις,

λες χνονται γιατ...

Σχμα δεν χει το σκοτδι...

     Νοσταλγα...

λθε η 'Aνοιξη.
Ξαναγεννιται η φση,
μα μσα μου...
απραντος, ατλειωτος χειμνας.

Αντειλε ο λιος.
Ζεστανεται η πλση,
μα η καρδι μου...
βαθ σκοτδι, παγωμνο.

Λουλοδιασε ο κμπος.
Μοσχοβολι παντο,
μα η ψυχ μου...
μοχλα, βαρι, αβσταχτη.

Απ τα χελη μου
λεπει η δροσι
ξερθηκαν κι νοιξαν
σαν το χμα της ερμου.

Τα δκρυα κοκλωσαν
στα μτια μου,
στγνωσαν τ' ακρογιλια
των ματιν.

Μου λεπει η συντροφι σου
τα λγια τα γλυκ
που πλνευαν τ' αφτι  μου.
Μου λεπουν οι στιγμς οι μαγικς
που καναν να τρμει
το κορμ μου.

Χωρς εσνα εμαι
να μικρ κλαρκι,
που το σπζει ο νεμος
το παρασρνει η καταιγδα
φεγει χνεται...
χωρς καμιν ελπδα.

                            Για Σνα

Δροσι απ' αγριολολουδα, θα μαζψω να σου φρω,
μοσχοβολι απ' τα χελη σου, αντλλαγμα θα ζητσω.
Θα παρακαλσω την αρα να 'ρθει να σου χαιδψει,
τα λακκια που χεις δπλα στα χελη σου.
Να πρει μαζ της τα χελια μου, κρυφ να σε φιλσω.

Στη μρα γργορα θα π, σαν αστραπ να φγει,
της νχτας το γοργ και μαρο τι να στελει.
Θα καβαλικψω και θα π σιγ-σιγ να τρχει,
να κθομαι να σε κοιτ λη τη νχτα αχρταγα,
καθς ο πνος ο ξελογιστης, σφιχτ, γλυκ θα σε κρατει.

Θα ζητσω απ το πιο μεγλο μουσουργ, τραγοδι να με κνει
κι ταν το τραγουδας, συνχεια, στα χελη σου να βρσκομαι
να παρνω την ανσα σου, μ' αυτη να ζ αινια.
Καθρφτη μαγικ θα βρ, να τξω τη ζω μου
τ' αστραφτερ, βελοδινο, βαθ σου βλμμα για να κλεσει,
να το 'χω και να με θωρε, σπου για πντα τα μτια μου να κλεσω.

Δρμο θα πρω, θα διαβ, βουν, γκρεμος, ποτμια,
για να 'βρω ΑΥΤΟΝ, που τη χαρ και τη ζω κρατει,
για να του π:
"Χρισ' τα σ' αυτν που αγαπ να ζει μες στη χαρ...
... ποτ να μη λυπται
"!

                      Σε Aισθνομαι...

Σε αισθνομαι σαν το αμα που κυλ στις φλβες μου.
Σε αισθνομαι σαν τους χτπους της καρδις μου.
Σαν την δροσερ αρα που απαλ χαιδεει το πρσωπο μου.
Σαν το ξεραμνο χμα την απρσμενη βροχ.
Σαν το αγρι που φυσει και ανεμζει τα μαλλι μου.
Σαν την τρικυμισμνη θλασσα τον δυνατ αρα.
Σαν το δνδρο που του πφτουν τα φλλα απ τα κλαδι.
Σαν τα καυτ δκρυα που κυλον στα μγουλα μου.
Σαν το ρωμα απο εκατφυλλο τριαντφυλλο.
Σαν την αγαπημνη μου σοντα που συνχεια ακοω.
Σαν το φτερογισμα της καρδις μου,μσα στο στθος μου.
Σαν το νερ που τρχει στα μαλλι μου ταν λοζομαι.
Σαν το λουλοδι την μελισσα πνω στην γρη του.
Σαν την αυγ που πρτη τον λιο αντικρζει.
Σαν τα σννεφα που την βροχ αινια κουβαλανε.
Σε αισθνομαι με κθε τρπο που υπρχει...
Αλλ τα λγια ειναι λγα...

       Ο Καθρφτης Του Εγωσμο

Πικρ βαθ κι αξιοκατρατο το πεσμα σου,
η γνση σου μεγλη αλλ' ανμπορη να νισει,
αυτο που τσα χρνια εναι διαλεγμνο,
να διαφεντεει και να κυβερν τον κσμο.

Κθε ματι κθε παλμς καρδις το αναστανει,
μα εσυ σπαθ εωσφρου, το τρυπς και το πεθανεις.
Σου δνουν την αγπη απλχερα για να τη ζσεις,
μα τη πετας σα σκουπδι βρωμερ, ανμεσα στα ρδα.

Τον αρα σκζει η ματι σου και τρυπ το βρχο,
παρνει ζω απ τη φλγα της, πετρνει το καλ.
Δυνστης και πολεμιστς ο νος, παλεει,
χωρς ποτ να νισει, ν' αγαπσει την ειρνη.

Ατσλινη η ψυχ, ανκανη να δσει τη συμπνια,
κι η κατανηση γνωστη σ' αυτν, καθς κι η συγχρεση.
Νεκρ κι ψυχη η καρδι, που αγπη δε γνωρζει,
στο σαβανο της μοναξιας, για πντα μνει τυλιγμνη.

Η Χρα Του Ποτ

ργησε να’ ρθει φτος η νοιξη…
Το χινι πνιξε το δσος..
Λουλοδια δνδρα πγωσαν..
ρθια μνουν σαν κερι
που εναι πια σβησμνα…

Σκοτεινιασμνος ουρανς
ανταριασμνη θλασσα...
Γεμζουν… Μαστιγνουν,
με γκρζες πινελις τη φση...
Τοπο χαρο κι ερημωμνο...
δειο απ φωνς παιδιν…

Πεταλοδες με βαρι φτερ
βρεγμνες αργοπεθανουν…
Αγρας πριονζει τα κλαρι
παγνει την καυτ ανσα...
Ζωντνια, κφι και χαρ
χθηκαν μσα στην ομχλη…

Αυγς κουρασμνες δχως φως
δεν χουν δναμη να φξουν...
Και ο λιος αδναμος κι αυτς,
πασχζει για να βγλει βλτα
τις κρες του τις λαμπερς,
μα δεν το καταφρνει…

Θλιμμνη γη…
Θλιμμνος ουρανς…
Θλιμμνη χρα…

Αρινη Μελωδα


Σαλεει ο αρας τα φλλα…
Τα κλαδι…
Σφυρζει ανμεσα τους…
Και πλθει..
Τραγοδι μακρσυρτο…
Και απαλ…
Ακογεται τριγρω μελωδα…
Μαγικ…
Που κνει το αηδνι…
Να σωπανει..
Νανορισμα γλυκ…
Για τα παιδι…
Γαλνιο…
Για τον φουρτουνιασμνο…
Βλσαμο…
Για την ανσυχη ψυχ…
ρωμα ζως και αθνατο νερ…
Για κθε ρρωστο και πικραμνο..
Ο αντλαλος του φτνει…
Ως τον ουραν…
Και ακουμπ πνω…
Στα σννεφα…
Κνει γοργ τους γλρους…
Να πετον…
Τη θλασσα…
Να ησυχζει…

 Η Αλυσδα

Μια αλυσδα σκλαβωμνη
με κρατ...
Δεμνη με τον θυμ, που
καει τα σωθικ μου...
Κρατ μια ανμνηση τυχαα
μια ανμνηση πικρ...
Που πντα θα με βασανζει.

Ζω μια ζω στερα
απ χαρς.
ζωντνια κι ευτυχα…
Κλαδεω τα κλαρι
του δντρου που μαρζωσε
στον κπο της καρδις μου...
Ελπζω νρθει κποτε
η νοιξη...
Να βγλει κλαρι καινοργια.

Δεν εναι ανθρπινο
να δνεις τσο πνο...
Δεν μπορες τποτα να αποδεξεις
δεν χρειζεται...
Τποτα δεν εναι ικαν να
με ταπεινσει...
Τποτα δεν μπορε πλι
στις αλυσδες να με δσει...
Τποτα δεν εναι ικαν
να με κρατσει εδ...

Για ποιο λγο λοιπν
εναι οι αλυσδες;
Για ποιο λγο εμαι εδ;
Αναρωτιμαι γιατ
να εμαι σαν μαριονττα...
σκοπη, χωρς λγια κι απμακρη;

      δεια νειρα

Μ' χεις σα δεδομνο
εν η απδειξη εναι τι
τποτα δεν χει αποδειχτε...
Η εμπιστοσνη κι η πστη
εναι η τφλωση στην εξαπτηση.

Κι αν εσ πιστεεις τι
θα πιστψω τα λγια ενς
«σοφο»...
Μθε λοιπν πως η σοφα δεν
εναι αλνθαστη...
Εναι κι αυτ μια ψευδασθηση
στα αναπντητα ερ
ωτματα σου
που μνο σε παρηγορε...

Αλαφροσκιωτος  ο πνος σου
Βαρι  τα νειρα σου...
Μπερδεμνα.

Ξυπνς κοιτζεις γρω σου...
Κι αναρωτισαι αν κοιμσαι ακμα.
λο  το εναι σου ανταριζεται

Τα πανι του νου σου ξεσηκνει
Βζει σε ρτα το καρβι σου,
Στις καταιγδες της ζως σε ταξιδεει
Τις αντοχς σου δοκιμζει
Σε διλμματα σε ρχνει.

Μαθανεις τον αφρ απ' τα κματα
Μα αγνοες της θλασσας τα βθη.
Μιλς με τον αγρα που φυσ,
Σωπανεις με το πταγμα των γλρων.

Ζαλζεσαι απ το τραγοδι των σειρνων
Με σχοινι σαν τον Οδυσσα δνεσαι.
Τις συμπληγδες θλεις να αποφγεις
μα μνο τον καιρ σου χνεις.

Καλτερα να ζεις μσα στο νειρο
Εκε σως και να ησυχσεις.

Ο Γαλζιος Πργκιπας Mου

Τα κματα απ την παλρροια σου
Με ρπαξαν, με πγαν στον βυθ σου
Με κρτησαν δυνατ κοντ σου
Αλμονο τσο κοντ...

Που νιθω την καρδι σου
Την ακοω μσα στο πλαγος
Χτυπει στους βρχους πνω
Γλυκ κνει αντλαλο...

Αγπης δυνατ ψιθρισμα
Στολισμνη με μαργαριτρια
του βυθο σου...

Τις πτυχς του κσμου σου
Κοιτζω και θαμπνομαι.

Χιλιδες χρια... μτια αρατα
Αγγζουν... βλπουν...
Την λαχτρα σου

Εγ μως την αισθνομαι.
Κλενω τα μτια και Να!!!!
Αργ, αργ σε βλπω
Να με πλησιζεις
Ντυμνος στα γαλζια...

Ψηλς λεπτς, σαν κυπαρσσι
Με να πλατ χαμγελο,
Πιο μορφο κι απ την 'Aνοιξη.

Τα μτια σου αστρφτουν,
Σαν δυο πτρες πολτιμες
Κι εναι το βλμμα τους
Απαλ, βαθ σαν το βελοδο...

Τη ψυχ μου και το εναι μου
Χαδεει...
Μουδιζω ολκληρη!

Βουλιζει η καρδι μου
Και γνεται η αγπη σου...
Απραντο λιμνι!

                 Νεκρς Σκψεις

Κθε βρδυ ακοω τους χτπους της καρδις μου
Δυνατος συνεχες κι απελπισμνους.

Πτε θα σταματσουν, αναρωτιμαι πτε;
Θα εναι ραγε αργ θα 'ναι σντομα;
Εν' η ζω μου χαρη εγ πολ αδναμη;

Σαν τξο που τεντνεται, το βλος για να φγει
Τεντνεται το νμα της ζως μου τοιμο να σπσει.
'Aγρια περφανη τγρης η αγπη μου γεννθηκε
Γεμτη ελπδες, πστη και χιλιδες νειρα.

Μα τη νχτα λα αργ περνοδιαβανουν
Χνονται, σβνουν σαν μικρ κερκια.
Μια θλψη ανεπωτη με ζνει και με σφγγει
Αναπνο δεν χω, τη παρνει το σκοτδι
Φωνς γλυκις, μελωδικς, υστερικς ακογονται

Αλλοπαρμνες σκψεις σαρνουνε το νου μου
Τον κυριεει τον στριφογυρζει ανεμοστρβιλος
Να κρατηθ παλεω απ' τα συντρμμια μου
Ζητ συμπνια και τη λτρωση

Μα συ σαν τον θαλασσδαρτο κουρσρο
Στου νου μου τα πελγη ολονα τριγυρζεις.

---------------------------------------------------------------------------------------------

                                   Μια Αληθιν Ιστορα
  
-"'Αντε πλι", μουρμορισε νευριασμνα η Λουτσινα κι εκλεισε με δναμη το βιβλο που κρατοσε στα χρια της. Σηκθηκε απ την μπερζρα, που καθταν βουτηγμνη αναπαυτικ στα μαλακ μαξιλρια, πγε νοιξε την μπαλκονπορτα και βγκε εξω. Ο δροσερς αρας την κανε να διπλσει τα χρια της μπροστ στο στθος της και να τυλξει με τα χρια τα γυμν της μπρτσα. Τρα ακογονταν πολ δυνατ και καθαρ οι φωνς, η μουσικ, τα τραγοδια καθς ο αρας τα φερνε πιο κοντ. "Τ στο καλ... δεν κρυνουν αυτο οι νθρωποι; Ββαια χουνε τις φωτις αλλα χει κρο πως να το κνουμε", μουρμορισε πλι.
     Ανασηκθηκε στις μτες των ποδιν της, για να δει καλτερα πρα απ τον φρχτη, που προσττευε την αγροικα γρω-γρω σε ακτνα πεντακοσων περπου μτρων. Ολοι οι εργτες που εχε ο παππος της, μεναν σε σπτια, ξω απ την αγροικα που τους εχε παραχωρσει κι αυτο διασκδαζαν με αυτν τον τρπο. Η Λουτσινα δεν εχε πει ποτ να δε πως διασκεδζουν κι εχε μεγλη περιργεια. Ο παππος της μως το 'χε απαγορψει "Α! δε γνεται... τοτη τη φορ θα πω", και μπκε μσα στο δωμτιο της αποφασισμνη να κνει το μεγλο βμα. Φρεσε τα αθλητικ της παποτσια, ρριξε να μεγλο σκορο σλι πνω στους μους κι νοιξε την πρτα του δωματου της. βγαλε το κεφλι ξω απ την πρτα, αφουγκρστηκε για λγο, κοταξε δεξι κι αριστερ και μετ προχρησε προσεκτικ προς την μεγλη και πλατει σκλα. Κατβηκε αργ και διασχζοντας το μεγλο χολ το διο προσεκτικ, νοιξε σιγ-σιγ την πρτα, σα που χωροσε να περσει, και γλστρησε ξω σαν σκι.
     βαλε το σλι της στο κεφλι, τυλχτηκε καλ μσα σ' αυτ κι τρεξε προς την μεγλη αυλπορτα. Ευτυχς το φεγγρι ταν ολγιομο κι φεγγε αρκετ, πργμα που τη διευκλυνε να βλπει που πει. Βγκε ξω απ την αυλπορτα προχρησε λγα βματα προς τις φωτις και μετ στθηκε: "Μπως δεν κνω καλ;" σκφτηκε. O δισταγμς της μως τανε στιγμιαος κι αποφασιστικ ξεκνησε πλι ανογοντας το βμα. Δεν ργησε να φτσει στον καταυλισμ που αποτελετο απ μικρ αλλ γερ νιχτιστα σπιτκια που σχημτιζαν να πολ μεγλο κκλο. Μες σ' αυτ το θερατο κκλο οι νθρωποι που κατοικοσαν εκε εχαν ανψει φωτις. 'Αλλοι καθνταν γρω απ' αυτς κι πιναν τραγουδοσαν, λλοι ρθιοι χρευαν εν παζανε μουσικ με κιθρες κι λλα αυτοσχδια μουσικ ργανα.
     Η Λουτσινα πλησασε κι λλο. Κανες δεν την εχε πρει εδηση. μεινε να κοιτζει με θαυμασμ μια νεαρ γναικα που χρευε. Το λεπτ φασμα απ το φρεμ της κολλοσε πνω της αναδεικνοντας τσι το λυγερ αλλ γεμτο καμπλες κορμ που το λγιζε με μεγλη δεξιοτεχνα και χρη. Οι περισστεροι ντρες την κοταζαν με πθο καθς χτυποσαν τα χρια τους στον ρυθμ της μουσικς. Χωρς να το καταλβει, βγαλε το σλι και πλησασε λγο ακμα. Αποροφημνη απ αυτ που κοταζε δεν πρε εδηση κποιον ντρα που τη πλησασε απ πσω. σκυψε πνω της και της επε δυνατ στο αφτ.
-"Ποι εσαι συ";
     Η Λουτσινα, τινχτηκε τρομαγμνη και γυρζοντας πισωπτησε, εν απ την τρομρα της βγαλε μια μικρ φων. Ο νεαρς ντρας, γυρε το κεφλι του πσω γελντας δυνατ. Εμεινε να τον κοιτζει σαστισμνη, γιατ αναγνρισε τον νεαρ που ταν στους σταλους με τ' λογα. μως κι αυτς μλις φερε το κεφλι του μπροστ κι εδε ποιαν εχε μπροστ του σταμτησε να γελ.
-"O! Signorina! Scusate mi! Δεν σας κατλαβα"! Η Λουτσινα δεν μλησε. Τ να λεγε λλωστε; Το μνο που την ενδιφερε αυτ τη στιγμ ταν να μη μθει τποτα ο παππος της. "Μα...τ γυρεετε 'δω";
-"Σε παρακαλ... μη πεις στον παππο μου τι μ' εδες εδ".
     Ο ντρας την κοταξε απ πνω μχρι κτω, χι με τσον αθο φος, που η Λουτσινα δεν το εδε καθς προσπαθοσε να καλυφτε με το σλι.
-"Ενταξει, δεν θα πω τποτα αλλ μη φγετε... ελτε να σας κερσω λγο κρασ".
-"χι, χι ευχαριστ... πρπει να φγω τρα".
-"Μα γιατ;" επμεινε αυτς. "Επαμε δεν θα πω τποτα, κντε μου κι εσες μια χρη".
-"Σου επα χι, δεν πνω", επε εκνευρισμνη απ την συμπεριφορ του κι κανε να φγει. Ττε αυτς με γργορη κνηση, την πιασε απ το μπρτσο και συγκρατντας τη, τη γρισε προς το μρος του.
-"Πο πας; Δεν μας καταδχεσαι τρα"; Η Λουτσινα τχασε.
-"Τ κνεις; Αφησ με!" του επε θυμωμνη.
-"Αααααα! χι! Δεν θα ξεχσω εκολα αυτ που εδα απψε!" Το κρασ φανεται τον εχε αποθρασνει.
-"Και τ θλεις τρα; Τ ζητς απ μνα; Μπως θλεις χρματα; Πες μου πσα θλεις κι εγ θρθω αριο να σου τα δσω, μνον σε με να φγω".
-"Ετσι ε; Με τα βρωμολεφτ σου νομζεις τι καθρισες"; Το χρι του σφιγγε τρα δυνατ το μπρτσο της και τη πονοσε. Ξαφνικ ρχισε να μην αισθνεται και τσο καλ... Μεγλος φβος τη κυρεψε.
-"'Αφησε με αμσως, γιατ θα το μετανισεις", επε με φων που τρεμε και μταια προσπαθοσε να την κανει σταθερ.
-"Γιατ; Τ θα κνεις; Θα το πες στο γρο;" επε αυτς ειρωνικ.
-"'Αφησ με σου επα, κτνος! 'Αφησ με!" Οργισμνη προσπαθοσε να ελευθερσει το χρι της, εν αυτς γελοσε θριαμβευτικ. Στα τελευταα λγια της σταμτησε να γελ και την τρβηξε κοντ του, τσο που νιωσε το κορμ του ν' αγγζει το δικ της και την καυτ ανσα του που μριζε κρασ, να καει το πρσωπο της. Μταια προσπαθοσε να ελευθερθε απ το δυνατ σφξιμο. Τα δχτυλ του λες κι ταν απ ατσλι.
-"Να κνουμε μια συμφωνα;" της επε στο αφτ. Αηδιασμνη απ την σχημη αναπνο του, επιστρατεοντας λη της την δναμη σκωσε το λλο χρι της και τον χτπησε δυνατ στο πρσωπο.
-"Να! Για να μθεις!" και με μιαν απτομη κνηση, ελευθρωσε το χρι της κι φυγε τρχοντας σο πιο γργορα μποροσε. Αυτς μεινε να την κοιτζει αποσβολωμνος, καθως χανταν μες στο σκοτδι της νχτας.
   Ολη τη νχτα η Λουτσινα δεν κλεισε μτι. Σκεπασμνη ολκληρη με την κουβρτα, τρεμε σαν το φλλο στο ξεροβρι, μη μπορντας να ξεπερσει το σοκ. "Τον τιμο, μου ρχτηκε σαν να μουν καμμι πρνη. μως δε μπορ να το πω στον παππο γιατ θα θυμσει πρα πολ που πγα εκε". Αυτ σκεφτταν συνχεια και θμωνε με τον εαυτ της γι' αυτ την απερισκεψα. Ο λγος του παππο της ταν σαν νμος κι τρεμε στη σκψη τι θα μποροσε να το μθει. Τον σεβταν, τον αγαποσε πολ και δεν θα θελε να τον στενοχωρσει. Εμεινε ξγρυπνη μχρι το ξημρωμα, μχρι πο ρθε πια ο πνος να τη λυτρσει απ την αγωνα και τον φβο.

-"Τ χεις κοριτσκι μου; Εσαι καλ"; Τα μτια του Αλεσντρο, τη κοταξαν ανσυχα.
-"Καλ εμαι παππο", επε η Λουτσινα κι αφοσιθηκε τχα στο κψιμο της μπριζλας, που δεινοπαθοσε μες στο πιτο της. Την κοταξε δσπιστα, πιε μια γουλι κρασ κι επε:
-"Ττε γιατ δεν πγες σμερα ιππασα";
-"Γιατ... γιατ... να! Διβαζα μχρι αργ να βιβλο που 'χε ενδιαφρον κοιμθηκα πολ αργ κι ετσι ργησα να ξυπνσω. Αν θλεις ρτησε και την Ντνα".
-"Α! Εντξει ττε", επε καθησυχασμνος αυτς. "Θα πω το απγευμα στην πλη, θλεις να ρθεις μαζ";
-"Ναι! Θα το θελα πολ, θλω να αγορσω κι να βιβλο".
-"Εγινε λοιπν! Πω να ξεκουραστ λγο και στις πντε να εσαι τοιμη να φγουμε". Σηκθηκε, τη πλησασε και σκβοντας τη φλησε στο μτωπο. Η Λουτσινα του χαμογλασε.
-"Καλ ξεκοραση παππο".   
     Την λλη μρα πρεπε να κνει ιππασα και για να γνει αυτ ταν αναγκασμνη να πει στους σταλους με τ' λογα. Με βαρει καρδι ντθηκε και κνησε για τους σταλους. Θα πγαινε να πρει το λογο χωρς να ειδοποισει να το ετοιμσουν, με την ελπιδα να μην χει την συνντηση που θελε να αποφγει. Σαν φτασε και πγε να μπει μσα για να πρει το λογο της, κουσε κτι περεργες φωνς που την καναν να σταθε για λγο διστακτικ. Οι φωνς μως πλι ακοστηκαν κι αυτ τη φορ ξεχρισε πως ταν γυναικεες φωνς που μοιζανε λγο με φωνς πνου. Γεμτη περιργεια μπκε μσα και προχρησε στον διδρομο που ταν τ' λογα. Τρα οι φωνς ακογονταν καθαρ κι ρχονταν απ το βθος που ταν οι ζωοτροφς. Στο τλος του διαδρμου, στην στροφ πνω, σταμτησε κι βγαλε μνο το κεφλι της για να δει τι συμβανει. Τα μτια της γορλωσαν απ το θαμα που αντκρυσε κι ευτυχς πρλαβε να βλει το χρι στο στμα, πνγοντας τη φων που πγε να βγλει.
     Ο Σλβιο (τσι λγανε τον νεαρ σταυλτη), με κατεβασμνο παντελνι, εχε ξαπλσει πνω στα δεμτια απ σαν το κορτσι που εχαν για τις δουλεις του σπιτιο κι ετσι ρθιος μπανβγαινε μσα της γρια μουρμουρζοντας προστυχλογα. Αυτ φναζε, τον ικτευε να κνει πιο σιγ, αλλ αυτς τποτα. "Θε μου, μα εναι μνο δεκξι χρονν. Αν το μθουν οι δικο της θα τη σκοτσουν", σκφτηκε. Σαστισμνη πως τανε στρφηκε να φγει και ττε γινε το κακ: Ο Τσκο, το λογο της, την αναγνρισε και χλιμντρισε χαρομενα. Ετρεξε κοντ του για να τον καθησυχσει αλλ δη ταν πολ αργ. Ο Σλβιο ανβασε πως-πως το παντελνι και βγκε τρχοντας. Μλις εδε τη Λουτσινα χαμογλασε ειρωνικ και πγε προς το μρος της φτιχνοντας επιδεικτικ το παντελνι του.
-"Μπα, μπα... τ βλπω; Αποφσισε η κοντσα να μας τιμσει με την παρουσα της";
     Η Λουτσινα τον κοταξε περιφρονητικ και γρισε το κεφλι, αποφεγοντας να του απαντσει, χαδεοντας το λογο της. Δειλ-δειλ παρουσιστηκε κι η Μπινκα με κατεβασμνο το κεφλι, πρασε κοντ απ τη Λουτσινα, εν τρεμε προφανς απ φβο. Ξαφνικ και χωρς να το περιμνει κανες, γρισε κι πεσε στα πδια της.
-"Σας παρακαλ signorina μη πετε σε καννα τποτα... σας παρακαλ θα με σκοτσουν μα μθουν τι κανα". Τα δκρυα τρχανε ποτμι απ τα μτια της και το κορμ της τρανταζταν απ λυγμος. Αγκλιασε τα πδια της Λουτσινα κι αρχισε να φιλ τις μπτες της. Η Λουτσινα τα 'χασε για μια στιγμ, μετ σκυψε, τη σκωσε και τη καθησχασε.
-"Μη φοβσαι, απ μνα δεν χεις να φοβσαι τποτα, πγαινε τρα".
-"Grazie signorina mille grazie! Εισαστε τσο καλ" επε με τρεμμενη φων κι ρπαξε το χρι της γεμζοντας το με φιλι.
-"λα πγαινε τρα", επε αυτ τραβντας το χρι της. Η κοπλα φυγε τρχοντας λεγοντας συνχεια "Ευχαριστ!".
-"Πολ συγκινητικ!" επε ειρωνικ αυτς.
-"Ναι, εναι... και τρα ετομασε το λογ μου", επεν αυτ τσον ρεμα που κι η δια απρησε με τον εαυτ της. Η αλθεια ταν τι δεν τον φοβταν πια, απλ τον σιχαινταν και το μνο που την απασχολοσε ταν η Μπινκα. Το πρσωπ του αγρεψε και πλησιζοντας λγο ακμα της επε με σφυριχτ φων:
-"Κοτα μη μου κνεις εμνα την αρχντισα. Αν μαθευτε κτι για την μικρ, τσι κι αναφερθε τ' νομ μου, να ξρεις τι δεν θα εμαι ττε και πολ διακριτικς, κατλαβες; Θα τα π λα στο γρο"! Ττε αυτ γρισε και στην κυριολεξα τον κεραυνοβλησε με τη ματι της.
-"Ετομασε τ' λογο μου και σταμτα να λες τσι τον παππο μου! Χρη σ' αυτν χεις δουλει"!
-"Ναιιι... ωραα δουλει"!
-"Αν δεν σ' αρσει να φγεις".
-"Καλ..." και χωρς λλη κουβντα της ετομασε το λογο κι η Λουτσινα φυγε.
     Καβλησε τον Τσκο κι φυγε γργορα απ την αγροικα. Το λογο τρεχε κι εκενη βυθισμνη στις σκψεις της δεν κατλαβε πως εχε φτσει στην λιμνολα που εχε μσα το απραντο κτμα του παππο της. Ο Τσκο σταμτησε λαχανιασμνος και χλιμντρισε φρνοντς τη στην πραγματικτητα. Κοταξε γρω της ξαφνιασμνη, χιδεψε τον λαιμ του και ξεπζεψε. Πλησασε στην χθη και κθισε κτω απ να δντρο ακουμπντας την πλτη της στον κορμ του.Το βλμα της πλανθηκε πνω στο ρεμο γαλαζοπρσινο νερ, που πτε-πτε ρυτδιαζε απ το ελαφρ αερκι που φυσοσε. Πιο μακρυ μερικς αγριπαπιες κολυμποσαν αμριμνα, εν τα βατρχια σπζανε τη γαλνη της συχης λιμνολας. Το δροσερ αερκι χιδευε τα πυρωμνα της μγουλα και τα μαλλι της ανμιζαν ελαφρ με το ανλαφρο φσημα του. ταν τσο γλυκ μαγευτικς αυτς οι εικνες κι οι στιγμς, πραγματικ βλσαμο για την ταραγμνη ψυχ της. Κθισε αρκετ ρα εκε προσπαθντας να βλει σε μια τξη τις σκψεις της και ν' αποφασσει τι θα κνει.
     Πρασε τσι λγος καιρς ρεμα χωρς καννα λλο απροπτο, ως τη μρα που ρθε νας μπορος κρασιν και φλος του παππο της για να συζητσουν για δουλεις. Η Λουτσινα μλις εχε γυρσει απ την ιππασα κι ο Σλβιο παρλαβε το λογο να το πει στον σταλο.
-"Μη μου πεις πως χεις στη δολεψ σου αυτ τον απατενα;" επε ο καλεσμενος στον Αλεσντρο, δεχνοντας τον Σλβιο.
-"Ναι εδ δουλεει, αλλ δεν καταλαβανω γιατ το λες αυτ;" απρησε ο Αλεσσντρο.
-"Γιατ αυτς που βλπεις εναι σεσημασμνο μοτρο. Εναι μπλεγμνος με χαρτι, ναρκωτικ κι ,τι λλο μπορες να φανταστες".
-"Αλθεια; Μα τ λες τρα; Αυτν μου τον συστσανε για καλ κι εργατικ".
-"Ναι ε; Γι' αυτ χθηκε. Ξρεις πσοι τον ψχνουν; τσι και τον βρονε δεν τη γλυτνει με τποτα".
     Η Λουτσινα νιωσε την καρδι της να σφγγεται, καθς ο νους της πγε αμσως στη Μπινκα.
     Την λλη μρα μως τη περμενε ακμα μια δυναττερη κπληξη.
     Αποφασισμνη να ξεκαθαρσει τους λογαριασμος με αυτ τον τυχοδικτη, σηκθηκε λγο πιο νωρς και πγε στους σταλους να τον βρε. Δεν πρλαβε να μπει μσα στον σταλο ταν κουσε πλι φωνς.
-"Πλι τα δια; Μα... αφο μου υποσχθηκε τι δε θα το ξανακνει το παλιοκριτσο", μουρμουρισε νευριασμνη. "Τρα θα δει"! Μπκε μσα και φτνοντας στην αποθκη ετοιμστηκε να μαλσει τη Μπινκα. Αυτ μως που αντκρυσε την κανε να πισωπατσει και να μενει με το στμα ανοιχτ. Αυτ τη φορ στη θση της Μπινκας ταν λλη γυνακα: η γυνακα του επισττη.
   Σκυμμνη μπροστ στηριζταν με τα χρια της απ να δοκρι, με τα στθη της να εναι γυμν και να βρσκονται μες στα χρια του Σλβιο. Η φοστα της ανεβασμνη μχρι τη μση, της φηνε λετερους τους γλουτος, που τανε κολλημνος ο Σλβιο. Στη κθε κνησι του, αυτ φναζε, λγοντας διφορα, προκαλντας τον να δυναμσει τον ρυθμ του. Παρλο το πθος της στιγμς αυτς τη πρε εδηση μα δε σταμτησε να μπαινοβγανει στη γυνακα. Γρισε μως και τη κοταξε χαμογελντας θριαμβευτικ.
     Την δια μως στιγμ την εδε κι η γυνακα που αμσως τραβχτηκε και κατβασε τη φοστα της αφνοντας τον να στκεται με τ' ργαν του στον αρα. Η Λουτσινα τα 'χασε βποντας τον τερστιο πρησμνο φαλλ του και κνοντας στροφ το 'βαλε στα πδια. Ετρεξε μακρι κι ακουμπντας πνω σε να δντρο κανε εμετ.
     κανε μρες να συνλθει απ το σκ και προσποιθηκε την ρρωστη για να μη πηγανει ιππασα. Στο μεταξ η γυνακα του επισττη γρευε συνχεια να τη δει αλλ αυτ λεγε στη Ντνα (τη γυνακα που τη φρντιζε και την εχε σαν μητρα της), τι δεν θλει να τη δε.
-"Μα τ γινε, κοπλα μου, γιατ δεν μου λες; Τ χεις";
-"Τποτα καλ μου Ντνα... δεν χω τποτα..."
-"Μα πς; Εχεις κλειστε μσα κι οτε ιππασα πας, οτε τποτα. Δεν χεις πια εμπιστοσνη στη ννα σου; Και τ τρχει με τη γυνακα του επισττη";
-"Θα σου πω... αλλ χι τρα... μη με πιζεις σε παρακαλ".
-"Καλ, καλ, ηρμησε κι ποτε εσαι τοιμη μου λες. τσι καρδι μου";
     μως η Λουτσινα ξερε τι ποτ δεν θα ταν τοιμη να ξεστομσει αυτ που εδε κενη την αποφρδα μρα. Μλις το βαζε στο νου της, της ερχταν εμετς. Τποτα δεν εχε σιχαθει τσο πολ στη ζω της σο αυτν τον νθρωπο. Ετσι αφο σκφτηκε αρκετ για να μην υποψιαστε τποτα ο Αλεσντρο αποφσισε να πει για λγο στην θεα της στη Φλωρεντα.
     να μνα κθισε κει κι σως καθταν κι λλο αλλ πρεπε να γυρσει, γιατ πρεπε να πει στη σχολ της. Ιππασα πγαινε μνο με τον παππο της προφασιζμενη τι εχε διβασμα κι τι πγαινε μαζ του για παρα.
     να Σββατο πρω πως κθονταν με τον παππο της στο αθριο και παρνανε το πρωιν τους, ακοστηκαν δυνατς φωνς και κλματα. Η Λουτσινα σηκθηκε πγε στην τζαμαρα για να δει τι συμβανει.
-"Τι συμβανει Λοτσι;" ρτησε ο Αλεσντρο ανσυχος κι επειδ αυτ δεν του απαντοσε σηκθηκε κι αυτς και πλησασε το παρθυρο. Την δια στιγμ, μπκε μσα κποιος απ το προσωπικ τρχοντας.
-"Signore Alessantro, ελτε σας παρακαλ αμσως ξω, εναι ανγκη"!
-"Τι συμβανει Λρο";
-"Η κρη του Σαντρλι εναι γκυος κι ο πατρας της εναι ξαλλος γιατ δεν του μαρτυρ τον υπεθυνο".
     "Ωχ! τρα μαλιστα!", επε μσα της η Λουτσινα κι νιωσε το αμα να φεγει απ πνω της. Ο Αλεσντρο βγκε ξω κι αυτ τον ακολοθησε γεμτη αγωνα για το τι θα συμβε. ξω, εχανε μαζευτε πολλο περιμνοντας κι αυτο να μθουν αυτν τον γνωστο... πατρα.
-"Τ συμβανει εδ;" επε με βροντερ φων.
-"Signore, ρθα σε σας γιατ μνον εσες μπορετε να με βοηθσετε", επε ενας ντρας κρατντας απ το μπρτσο τη Μπινκα που 'κλαιγε συνχεια. "Η κρη μου μεινε γκυος και δε μου λει με ποιον... σκφτηκα πως σε σας θα το πει". Η Λουτσινα πιασε το χρι του παππο της και το σφιξε ψιθυρζοντας του στο αφτ:
-"Παππο σε παρακαλ μην αφσεις να της κνουνε κακ".
-"Ελα δω παιδ μου" επε τρα μαλακ αυτς, "μη φοβσαι δε θα σε πειρξει κανες". Η Μπινκα πλησασε αργ και με σκυφτ κεφλι, ρουφντας τα δκρυα της. "Και τρα πες μου ποις σε φησε γκυο κι εγ σου υπσχομαι να κνω το καλτερο. Θα χεις τι θλεις, μνο πες μου ποιος το 'κανε". Η Λουτσινα της πιασε το χρι και της το 'σφιξε για να την ενθαρρνει. Δειλ και με φων που μλις ακουγταν, επε ξπνοα:
-"Ο Σλβιο..."
-"στε τσι! Κποιος να φωνξει τον Σλβιο. Αμσως"!
     λοι περμεναν με αγωνα τι θα επακολουθσει. Σε λγο λθε ο Σλβιο, που μλις εδε τον κσμο και τη Μπινκα δπλα στον Αλεσντρο, κατλαβε τι συνβαινε και χλωμδα απλθηκε στο πρσωπο του πργμα που κανε τη Λουτσινα να χαρε. "Επιτλους αλτη, ρθε η στιγμ να πληρσεις", επε μσα της εν ανεπωτη χαρ τη πλημρισε.
-"Με ζτησες αφεντικ;" επε προσπαθντας να διατηρσει τη ψυχραιμα του.
-"Εναι αλθεια πως ευθνεσαι για την εγκυμοσνη αυτς της κοπλας";
-"Τ;" κανε τον κπληκτο αυτς. "Μα τ λες αφεντικ εγ οτε που τη ξρω, οτε που την χω δε, λλωστε αυτ εναι πολ μικρ για μνα". Ο Αλεσντρο γρισε προς τη Μπινκα.
-"Ακος τι λει; Δεν το δχεται, οπτε ο λγος σου, ενντια στον δικ του... εκτς... εκτς και βρεθε κποιος μρτυρας που να σας εδε μαζ να ξρει κτι. Λοιπν ξρει εδε κανες απ σας κτι"; Κανες δεν κουνθηκε, κανες δεν επε τποτα.
     Η Λουτσινα πγωσε γιατ τσι θα γλτωνε πλι το κθαρμα. "Ε χι! Δεν θα τη γλυτσεις αυτ τη φορ ο κσμος να χαλσει", επε μσα της.
-"Παππο μπορ να σου μιλσω;" επε αποφασιστικ. Ο Αλεσντρο κονησε καταφατικ το κεφλι. Τον πρε παρμερα και με μιαν ανσα του 'πε λα οσα εχε δει. Χωρς καννα σχλιο, γρισε στη θση του. Αμσως σταμτησαν τα μουρμουρητ... κι λοι περμεναν να δουν τι θα γνει.
-"Ελα δω εσ", επε στον Σλβιο με χι και τσον μορφο τρπο. "Για πες μας την αλθεια πριν θυμσω για τα καλ. Τη ξρεις την κοπλα"; Ο Σλβιο γρισε κι αγριοκοταξε τη Λουτσινα σφγγοντας τα δντια. τανε φανερ τι βρισκταν σε δσκολη θση. "Χαμλωσε το βλμμα σου", αγρεψε ο Αλ. "ταν κοιτζεις την εγγον μου να χαμηλνεις το βλμμα σου, ακος"; Ο Σλβιο κατλαβε τι δε θα 'βγαινε τποτα λγοντς του για την επσκεψη της Λουτσινας στα παραπγματα και πολ περισστερο να κρβεται. τσι αποφσισε να παξει λλο παιχνδι.
-"Συγγνμη αφεντικ δεν το επα απ την αρχ γιατι εναι πολ μικρ και φοβθηκα. μως εμαι πρθυμος να επανορθσω".
-"Δηλαδ θα τη παντρευτες;" ρτησε δσπιστα ο Αλ.
-"Ναι! Θα κνω ,τι πρπει", επε αυτς ταπειν.
     "Τρα εγ γιατ δεν τον πιστεω;", σκφτηκε η Λουτσινα.
-"Ωραα ττε θα σας δσω το καινοργιο σπτι κι ,τι λλο χρειαστετε, εγ εμαι δω. Κι εσ Σαντρλι φρντισε το κορτσι σου, λα κανονστηκαν".
-"Ευχαριστ signore Αλεσντρο ο Θες να σας χει καλ", επεν ο ντρας και γονατζοντας στο να πδι του, σκυψε το κεφλι, τιμντας τσι τον ευεργτη του. Η Μπινκα πλι, γοντισε μπροστ του και γμισε τα χρια του με φιλι, αλλ ο Αλ τα τρβηξε λγοντας:
-"Ησχασε παιδ μου, ησχασε. λα θα πνε καλ". Ο Σλβιο πλησασε κι αυτς σα βρεγμνη γτα κι σκυψε κι αυτς να προσκυνσει τον Αλ, αλλ' αυτς δεν τον φησε, μνο του 'πεν αυστηρ: "'Αστα αυτ και κοτα να κρατσεις τον λγο σου" και γυρνντας προς τους υπλοιπους, "Και τρα διαλυθετε... πηγανετε στις δουλεις σας", φναξε μαλακ.
     "Και τρα η σειρ μου", σκφτηκε η Λουτσινα αλλ δεν τη περαζε, φτνει που πρε το μθημα του αυτς ο αλτης. Ο Αλεσντρο μως οτε που ανφερε τποτα. σα-σα που την αγκλιασε απ τους μους καθς μπκανε στο σπτι.
     μως οι φβοι της Λουτσινα βγκαν αληθινο. Την λλη μρα ο Σλβιο δεν ταν στη φρμα, εχε φγει μες στη νχτα σαν τον κλφτη.
     Ο Αλ πρε τη Μπινκα μνιμα στην αγροικα για να την προφυλξει απ τον θυμ του πατρα της κι η Λουτσινα βλθηκε να την παρηγορσει.
     μως η Μπινκα δεν εχε στενοχωρηθε, μλλον εχε ανακουφιστε. τανε φανερ τι δεν τον θελε κι πως αποκλυψε στη Λουτσινα εχε ξεμυαλσει πολλς γυνακες και τον εχε πισει κι η δια μσα στους σταλους.
     Μετ απ μια βδομδα οι εφημερδες γρψαν τι σκοτθηκε σε αυτοκινητιστικ δυστχημα κι τι ταν 'τυχαο'.
     Η Μπινκα δε γννησε ποτ το παιδ του, γιατ απβαλε ξαφνικ στον τρτο μνα.

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers