-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

:

        Βιογραφικ

     Η μεγαλτερη μορφ της νεοελληνικς παιδικς λογοτεχνας. Κρη του εθνικο ευεργτη Εμμανουλ Μπενκη, γεννθηκε στην Αλεξνδρεια ταν ο Ελληνισμς ανθοσε στη κτισμνη απ το Μ. Αλξανδρο μεγαλοπολη της Αιγπτου.
     Γεννθηκε το 1874 στην Αλεξνδρεια κι ταν το 3ο παιδ του Εμμανουλ Μπενκη και της Βιργινας Χωρμη. Εχε 2 μεγαλτερα αδλφια, την Αλεξνδρα και τον Αντνη, το γνωστ Τρελαντνη του ομνυμου βιβλου της. Μετ τη γννησ της ακολοθησαν λλα 3 παιδι, ο Κωνσταντνος (που πθανε σε ηλικα 2 ετν), ο Αλξανδρος κι η Αργνη.
     Η οικογνεια μετακμισε προσωριν στην Αθνα το 1882, που η Πηνελπη παντρετηκε τον πλοσιο Φαναριτη βαμβακμπορο Στφανο Δλτα. Μαζ του απκτησε 3 κρες: τη Σοφα (μετπειτα Μαυροκορδτου), τη Βιργινα (μετπειτα Ζννα) και την Αλεξνδρα (μετπειτα Παπαδοπολου). Επστρεψαν στην Αλεξνδρεια το 1905, που γνρισε τον ωνα Δραγομη, ττε υποπρξενο της Ελλδας στην Αλεξνδρεια. Ανμεσ τους αναπτσσεται νας μεγλος ρωτας, εκενη μως δε μπορε ν' αντιταχθε στις κοινωνικς επιταγς και την υποχρωσ της απναντι στο σζυγο και τα παιδι της. Η πλατωνικ αυτ σχση της με το Δραγομη τελεινει το 1908, ταν αυτς συνδεται με τη Μαρκα Κοτοπολη.
     Αργτερα ζησε να διστημα στη Φρανκφορτη στη Γερμανα (1906-1912). Τον καιρ εκενο στη τουρκοκρατομενη ακμα Μακεδονα μας διεξαγταν ο Μακεδνικος Αγνας που ληξε νδοξα με την απελευθρωση της το 1912. Εκενη την κρσιμη για την πατρδα μας εποχ ζντας σε ξνη γη η λογοτχνιδα εξδωσε στο Λονδνο τα πρτα παλλμενα απ αγν πατριωτισμ παιδικ βιβλα της: "Για Τη Πατρδα"  (Λονδνο 1909 -με εικονογρφηση του Νικηφρου Λτρα) μαζ με το παραμθι "Η Καρδι Της Βασιλοπολας", "Παραμθι Χωρς νομα" (Λονδνο 1910 -μια αλληγορα για το δυναμισμ του νου Ελληνισμο), "Στον Καιρ Του Βουλγαροκτνου" (Λονδνο 1911 - μεγλο ιστορικ αφγημα απ τον καιρ της δξας του Βυζαντου).
     Το 1915 εκδδει στην Αθνα τα "Παραμθια Και 'Αλλα". Απ το 1916, εν μαινταν ο Α' Παγκ. Πλ. (1914-1918), εγκαταστθηκε οριστικ στην Αθνα. Εδ βρισκταν απ το 1910 κι ο πατρας της κι εχεν δη διατελσει Βουλευτς, Υπουργς και το 1914-1916 Δμαρχος Αθηναων. Αυτς χρισε στην Αθνα τη Μπενκειο Βιβλιοθκη, το Νοσοκομεο Ερυθρο Σταυρο, το Δημοτικ Σταθμ Πρτων Βοηθειν κι λλα κοινωφελ ιδρματα. Ανπτυξαν στεν φιλα με τον Ελευθριο Βενιζλο, τον οποο και προσκαλοσαν συχν στην εξοχικ τους οικα στη Κηφισι.
     Η κρη του εθνικο ευεργτη πρσφερε στο θνος μεγαλτερη ευεργεσα απ τον πατρα της με τα υπροχα παιδικ βιβλα που χρισε στα Ελληνπουλα, τη χρυσ ελπδα του θνους και μ' αυτ ενπνευσε σε αναρθμητες παιδικς ψυχς αισθματα ευγνειας, ανθρωπισμο και πατριωτισμο. Μ' αυτ τους εμφτευσε εθνικ υπερηφνεια για ,τι ωραο πρσφερε ο Ελληνισμς στην ανθρωπτητα και βαθει αγπη προς τις αθνατες αξες της ελληνοχριστιανικς κληρονομις μας.
     Το 1921 εκδδονται τα διηγματα "Τ' Ανεθυνα" (Ψυχς παιδιν -Για γονες και δασκλους), το 1925 "Η Ζω Του Χριστο" (με βση τις πληροφορες των Ευαγγελιστν, εμπλουτισμνες με ιστορικς και γεωγραφικς γνσεις της εποχς και του περιβλλοντος του Χριστο), το 1934 "Ο Μγκας" το 1937 το ιστορικ αφγημα "Τα Μυστικ Του Βλτου" (απ το Μακεδνικο Αγνα). Παιδαγωγικο περιεχομνου εναι το βιβλο της: "Στοχασμο Για Την Ανατροφ Των Παιδιν Μας" (για γονες και δασκλους). Τα βιβλα της αγαπθηκαν και διαβστηκαν πολ, πως αποδεικνεται κι απ τις πολυριθμες επανεκδσεις τους. 
     Ζοσε με πλρη συνπεια προς τις αρχς που διακρυσσε: "Πρσεχε, μην εναι θεωρητικς οι σκψεις σου. Πρσεχε, μη και δεν τις εφαρμζεις στη ζω". Εχε οργανσει στο σπτι της ιατρεο για τους φτωχος κι αγωνιζταν να τους ανακουφζει οικονομικ. Ο σζυγος της Στφανος Δλτας διακρθηκε για τη μεγλη συμβολ του στην επλυση των προβλημτων του 1,5 εκατομμυρου προσφγων της Μικρασιατικς Καταστροφς. Διορσθηκε το 1923 μλος της 4μελος (απ ναν Αμερικαν, να Αγγλο και δο λληνες) Επιτροπς Αποκαταστσεως Προσφγων, που ιδρθηκε ττε και μες στα επμενα τη επιτλεσε τερστιο ργο.
            
     Εκενα μως τα τη ρχισε να προσωπικ πρβλημ της. Απ το 1925, τη χρονι που πρωτοδημοσευσε τη "Ζω Του Χριστο", ρχισε η δια να σηκνει το σταυρ μιας ασθνειας που την φησε μισοπαρλυτη. Το 1929, ξεκνησε τη συγγραφ της 3λογας "Ρωμιοπολες", η οποα τελεωσε το 1939. Το 1ο βιβλο, "Το Ξπνημα", καλπτει γεγοντα των ετν 1895-1907, η "Λβρα" καλπτει τα τη 1907-1909 και το "Σορουπο" τα τη 1914-1920. Στο μεταξ εχεν εκδσει τον "Τρελαντνη", το 1932.
     Το 1941, ο Φλιππος Δραγομης, της εμπιστεεται τα ημερολγια και το αρχεο του αδερφο του, ωνα, στα οποα η Δλτα πρσθεσε περπου 1000 χειργραφες σελδες με σχλια για το ργο του. Στις 27 Απριλου 1941, τα γερμανικ στρατεματα καταλαμβνουν την Αθνα κι υψνουν στην Ακρπολη τη σημαα με τον αγκυλωτ σταυρ. Η Πηνελπη Δλτα αυτοκτονε στις 2 Μη 1941, παρνοντας δηλητριο -εχανε προηγηθε κι λλες αππειρες αυτοκτονας στο παρελθν- μην αντχοντας τον πνο για τη κατκτηση της πατρδας μας. Στον τφο της, στον κπο του σπιτιο της, χαρχτηκε η λξη ΣIΩΠH
     Μετ το θνατο της εξεδθη απ τον Ξ. Λευκοπατρδη σε ογκδη τμο "Η Αλληλογραφα Της Π.Σ. Δλτα 1903-1940", που παρελανουν εξχοντα πρσωπα της πολιτικς, των γραμμτων και των επιστημν κι που εκφρζονται ολοζντανα οι ιδες και τσεις που χαρακτριζαν ττε την ελληνικ διανηση και πολιτικ.
     Σμερα, τσα χρνια μετ το θνατο της μεγλης λογοτχνιδας, τα βιβλα της διαβζονται με την δια αγπη.
_____________________________

               Πρωτοχρονιτικο Παραμθι

     Μια παραμον Πρωτοχρονις, χωμνο στη γωνα μιας εξπορτας, κθουνταν να αγορκι και κοταζε το αντικριν φωτισμνο παρθυρο. Εχε νυχτσει νωρς, και το χινι σκπαζε τις πλκες του δρμου, τα φανρια, τα δντρα και τις στγες των σπιτιν, πρμα σπνιο στην Αθνα.
     Το κρο ταν δυνατ, και τυλιγμνος στο παλιωμνο και σκισμνο ρουχκι του, λο και περισστερο χνουνταν ο Βασλης στη γωνι της εξπορτας, για να ξεφγει απ το βορι που τον πγωνε ως τα κκαλα. Μα τα μτια του μεναν καρφωμνα στο φωτισμνο παρθυρο του αρχοντσπιτου, αντκρυ του.
 -"Πρωτοχρονι αριο", μουρμορισε, "διασκεδζουν εκε μσα".
     Εκε μσα κετουνταν να παιδ, με λιωμνο αχν πρσωπο. Κουτι γεμτα μπογις, μολυβνια στρατιωτκια, ζα ξλινα, σιδηρδρομοι και καραβκια, που σκπαζαν το κρεβτι του, στεκαν γγιχτα. Τ' αδνατα χερκια του μναν ακνητα στο σεντνι πνω, δεν κοταζε καν τα πλοσια δρα γρω του. Το κουρασμνο βλμμα του τανε καρφωμνο στο παρθυρο που, στα σκοτειν, σπριζαν τα χινια της αντικρινς στγης.
 -"Τ συλλογζεσαι, Βασιλκη;" ρτησε η μητρα του.
 -"Κοταζα τα χινια", αποκρθηκε ο μικρς "και συλλογζουμουν τη χαρ να τρχεις στους δρμους, να βουτς στα χινια, να τα μαζεεις και να φτινεις μπλες, και να τις τινζεις στους περαστικος, πως στη ζωγραφι του βιβλου μου, εκε που εδα και το χριστουγεννιτικο δντρο με τα πολλ κερκια... Αλθεια, μητρα, λες να βρκε ο Νικλας δντρο ττοιο εδ";
 -"Ναι, παιδ μου, βρκε και θα στο φρει τρα στολισμνο. Δεν εναι πολ μεγλο πως στη ζωγραφι του βιβλου σου, μα το στλισε ο πατρας σου... κι εναι πολ μορφο... Εσαι ευχαριστημνος";
 -"Ναι", επε ο Βασιλκης χωρς ενθουσιασμ.
     Εκενη την ρα νοιξε η πρτα. Δυο υπηρτες φεραν μσα να μικρ λατο ολοφτιστο και το στσανε πνω στο τραπζι. Τα κλαδι τανε φορτωμνα χρυσ κι ασημνια στολδια, φαναρκια και μπρλες. Παντο στκουνταν ρθια τ' αναμμνα χρωματιστ κερκια, και τα μεγαλτερα κλαδι λγιζαν απ το βρος των παιχνιδιν που κρμουνταν δεμνα με κορδλες.
 -"Ε, Βασιλκη, σ' αρσει το δντρο σου;" ρτησε ζωηρ ο πατρας του.
     Ο μικρς το κοταξε μια στιγμ με σβησμνα αγλαστα μτια.
 -"Το φαντζουμουν ωραιτερο", επε με τη βαρεμνη του φων. Και το βλμμα του γρισε πλι στο παρθυρο και στα χινια του αντικρυνο σπιτιο. "Πατρα, λες του χρνου τη Πρωτοχρονι να εμαι πια καλ και να βγω κι εγ στα χινια";
 -"Ναι, παιδ μου", επε ο πατρας κι η μητρα βγκε απ το δωμτιο για να κρψει τα κλματα που την πνιγαν.
 -"Τ μορφα που θα εναι να τρχεις στα χινια..." επε συλλογισμνα ο Βασιλκης. "Τ δε θα 'δινα για να δω τ γνεται ξω..."
     ξω, ο Βασλης εχε δει πσω απ το φωτισμνο παρθυρο το δντρο του Βασιλκη, με τα φτα και τα χρυσ στολδια και τα παιχνιδκια που γεμιζανε τα κλαδι απ πνω ως κτω.
 -"Αχ, τ ωραο!" επε το φτωχ, "πρπει να το 'φερε ο 'Αη-Βασλης" και τα μτια του τργανε το δντρο και, τρμοντας απ το κρο, ολονα χνουνταν βαθτερα στη γωνι του και γρευε να τυλξει στο κορμκι του τα κουρλια του, μπως και το ζεστνουνε
λγο. "Ο 'Αη-Βασλης..." μουρμορισε, "γιατ δεν ρχεται κποτε και σε μας";
     Θυμθηκε το φτωχικ σπιτκι στο χωρι του, που τον εχε μεγαλσει η μνα του. λα τα 'χε στερηθε αφτου γεννθηκε, εκτς μνο τα χδια της μνας του. Ξενοδολευε η κακομορα για να κερδσει το ψωμ τους, μ' λλο απ ψωμ δε πρφθαινε να βγλει, μνο την αγπη της μποροσε χρισμα να του δνει κι αυτ του την δινε μπλικη. Μα λθανε κακο καιρο, αρρστια, μαρη φτχεια και πθανε η μνα του και τη βλανε σε σανιδνια κσα και τη πγανε στο νεκροταφεο και την εδε που τη σκεπσανε τα χματα. Και τον βγαλαν απ το φτωχικ του καλυβκι κι φυγε το ρμο ορφαν κι λθε κι πεσε στην Αθνα, παραμον του 'Αη-Βασλη, πεινασμνο, παγωμνο, μακαρζοντας τους ευτυχισμνους που διασκεδζανε πσω απ το φωτισμνο παρθυρο, αντκρυ του.
     Απ νωρς εχε δει κνηση μεγλη στους δρμους, παιδι μεγλα και μικρ, που σταματοσανε στις πρτες των αρχοντσπιτων και λγανε τον 'Αγιο Βασλη. Μα τ' ορφαν δεν τλμησε να χτυπσει κι αυτ σε καμμι πρτα, οτε ταν μαθημνο στη ταραχ της μεγλης πολιτεας. Και λγο-λγο, τρβηξε στους συχους μεγαλπρεπους δρμους, μακρι απ το κντρο κι λθε και ζρωσε σε μιαν εξπορτα, χωρς ψωμ, χωρς σκοπ, χωρς καμιν ελπδα.
     Πσω απ το φωτισμνο παρθυρο πγαιναν κι ρχουνταν σκις. Πρασε κι νας υπηρτης με βελδα, βαστντας να πιτο με μια μεγλη πτα! Ο Βασλης θυμθηκε πως τη τελευταα βοκα ψωμ την εχε φει το πρω. Και μσα κει θα τργανε τρα πτα! Αχ και να εχε κι αυτς μια βουκτσα να γελσει τη πενα του! Του φνηκε τσο ορεκτικ η πτα, τσο αφρτη, καθς τη πρασε ο υπηρτης εμπρς στο παρθυρο. 'Αραγε, αν ζητοσε λγη, θα του 'δινε καννα κομματκι; Κι ξαφνα, χωρς να ξρει κι αυτς πς το 'κανε, ρχισε να τραγουδ:

'Αγιος Βασλης ρχεται
α-α-απ, απ την Καισαρεα...
βαστ καλμι και χαρτ,
χα-α-ρτ, χαρτ και καλαμρι
.


     Πσω απ το φωτισμνο παρθυρο, διφορες σκις πγαν κι λθαν κοιτζοντας ξω. Σπασε τρομαγμνος ο Βασιλκης και ζρωσε στη γωντσα του σο μποροσε περισστερο.
 -"Παναγι μου!" ψιθρισε, "λνε πως οι πλοσιοι δεν χουνς καλ ψυχ και περιφρονονε τους φτωχος..." Και με τρομαγμνα μτια ακολουθοσε το πηγαινλα των ανθρπων μες στη κμαρα.
     Μες στη καμρα εχαν κψει την πτα. Ακουμπισμνος στα μαξιλρια, ο Βασιλκης βαστοσε το πιτο του στα χρια, κοιτζοντας μ' αδιαφορα το κομμτι του, χωρς καν να το γευθε.
 -"Δεν το κβεις να δεις αν σου πεσε το φλουρ, Βασιλκη μου;" ρτησε τρυφερ η μητρα του.
 -"Ναι, μητρα, θα το γυρψω", αποκρθηκε, αλλ δεν κονησε, οτε λλαξε η κουρασμνη ψη του. ξαφνα ανβηκε ως το δωμτιο του ρρωστου αγοριο μια
φων παιδιτικη, τρεμουλιαστ, σα φοβισμνη:

'Αγιος Βασλης ρχεται
α-α-απ, απ την Καισαρεα...
βαστ καλμι και χαρτ,
χα-αρτ, χαρτ και καλαμρι
.


     Ο Βασιλκης ξαφνστηκε. Ανψαν μια στιγμ τα μτια του, ζωρεψε το μελαγχολικ του πρσωπο.
 -"Πατρα, πατρα!" φναξε, "τ' ακος; Τραγουδ απ' ξω... Θα ναι καννα αγορκι... φναξε το! Πολ σε παρακαλ"!
     Η μητρα του εχε πγει κιλα στο παρθυρο, μα δεν εδε τποτε.
 -"Δε βλπω καννα παιδ", επε.
 -"Πατρα, κοταξε συ, νοιξε το παρθυρο, φναξε το παιδ να λθει να πρει απ τη πτα, το κομμτι του φτωχο... και να μας πει τ γνεται ξω..."
     Πγε ο πατρας στο παρθυρο, το νοιξε, σκυψε ξω, κοταξε δεξι, αριστερ, μα δεν εδε τποτε· κλεισε το παρθυρο και γρισε στο κρεβτι του Βασιλκη.
 -"Πρασε το παιδ και πει", επε ζωηρ, "μα δε πειρζει, θα περσει κι λλο και ττε το φωνζομε· δοκμασε την πτα σου ωστσο".
     Μα ο Βασιλκης δεν πεινοσε· σπρωξε το πιτο του, ακομπησε στα μαξιλρια κι κλεισε τα μτια. Η ζωηρδα του προσπου του εχε σβσει· το φλουρ της πτας δεν τον ενδιφερε, οτε το δντρο που εχαν σβσει πια τα κερκια, οτε τα δρα του. Το δρμο μνο συλλογζουνταν... Και το παιδκι, που μποροσε να πει την ομορφι της ελευθερας, τη χαρ να τρχεις και να βουτς στα χινια, εχε περσει και  πει!-
 -"Θλεις, παιδ μου, να φας την πτα σου αριο;" ρτησε η μητρα χαδεοντας γλυκ το μτωπο του.
 -"Ναι, μητρα, αριο".
     Η μητρα κανε νημα σ' λους να βγουν απ το δωμτιο. Ο Βασιλκης τανε κουρασμνος... Ο Βασιλκης θελε να κοιμηθε... Πρε το πιτο με τη πτα και το ακομπησε στο τραπζι, κοντ στο κομμτι του φτωχο· σβησε τα φτα, ναψε την καντλα, φλησε γλυκ το αγρι της και βγκε απ το δωμτιο. Μα ο Βασιλκης δε νσταζε. Ο νους του μενε στο δρμο και στη χαρ που θα 'χε αν μποροσε να τρξει στα χινια... Κοταξε γρω του, εδε πως ταν μνος. Με κπο κατβηκε απ το κρεβτι, και σιγ-σιγ σρθηκε ως το παρθυρο. Αχ! και να βλεπε λιγκι απ' ξω το χιονισμνο δρμο, τα φανρια, τ' σπρα δντρα... Με δυσκολα γρισε το πμολο, νοιξε το παρθυρο κι σκυψε ξω. Το κρο τον ξφνισε, του 'κοψε την αναπνο, ζτησε να στηριχθε στο πεζολι του παραθρου μα λα γυρζανε, του φνηκε πως πφτει...
     ξαφνα, απ το παρθυρο πδησε μσα νας νθρωπος κι ο Βασιλκης απ το σστισμ του ξχασε τη ζλη του. τανε γρος, χιονοσκεπασμνος, με μακρι καλογερικ ροχα και μεγλα σπρα γνια. Τον κοταξε ο Βασιλκης και τον ανεγνρισε:
 -"Ο 'Αη-Βασλης..." ψιθρισε.
 -"Ναι, εγ εμαι", επε ο 'Αη-Βασλης με το ανοιχτκαρδο χαμγελο του. "λθα να σε ρωτσω, τ θλεις να σου δσω για την εορτ μου που ξημερνει αριο και που 'ναι και δικ σου εορτ";
 -"Αχ, η-Βασλη μου, να μη μου δσεις πια τποτα!" φναξε ο Βασιλκης σταυρνοντας παρακλητικ τα χρια του. "Δες πσα πργματα μου δσανε και τα 'χω τσο βαρεθε! Μα πρε με ξω μαζ σου! Πρε με στα χινια! Θλω τσο να τρξω ελεθερα"!
 -"Θλεις;" επε ο 'Αη-Βασλης. "Μα ξω κνει κρο! Κι εσ χεις λα τα καλ του κσμου! Τσα παιχνδια, τσα χδια, και ζεστασι και πτα που οτε τη δοκμασες ακμα... Και θλεις να φγεις";
 -"Ναι! Να βγω στα χινια, να τρξω ελεθερα, αχ, πρε με, πρε με, καλ μου 'Αη-Βασλη!" παρακλεσε ο Βασιλκης. "Πρε με στα χινια"!
     Ο 'Αη-Βασλης χαμογλασε πλι.
 -"Καλ!" επε. "Εγ σμερα δε χαλ χατρι κανενς. λα μαζ μου αφο το θες".
Και πρε το Βασιλκη στην αγκαλι του και πταξε απ το παρθυρο που 'μεινε ανοιχτ...
     Στα χινια κθουνταν ο Βασλης με τα μτια καρφωμνα στο παρθυρο. Με τρομρα εχε δει ναν κριο που νοιξε τα γυαλι και κοταζε στο δρμο· μα τσι μικρς που ταν και ζαρωμνος στη γωντσα του, δεν τον εδε ο κριος. Και το παρθυρο κλεισε πλι.
     Τα κερκια του δντρου εχαν σβσει, οι σκις πγαιναν κι ρχονταν ακμα· στερα σβσανε και τα φτα και μνο μια καντλα τρεμφεγγε, στημνη σε κποιο πιπλο πνω. Κι ο Βασλης ακμα κοταζε, σα μαγνητισμνος απ τη θαμπερ λμψη της. Το κρο λο δυνμωνε· τα βλφαρα του Βασλη βραιναν. Θυμθηκε τη μνα του και τη ζεστ της αγκαλι. ριξε μια ματι στο παρθυρο και συλλογστηκε πως εκε μσα θα καμνε ζστη... Αχ! λγη ζστη...
     Λαφρς κρτος τον ξφνιασε. Σκωσε τα μτια του τρομαγμνος. Το παρθυρο εχε ανοξει πλι, μα δεν ταν πια εκε ο διος κριος· να παιδκι, στα νυχτικ του, σκυβε να δει το δρμο. Μια στιγμ το κοταξε με απορα ο Βασλης, μα τσο βαρι τανε τα βλφαρα του, που δε μποροσε να τα βαστξει ανοιχτ. κανε πλι να δει το αντικρυν παιδ και του φνηκε πως σωριζουνταν στο πτωμα το σπρο κορμκι, μα δεν πρφθασε να βεβαιωθε. Ακομπησε το κεφλι του στον τοχο και τα μτια του κλεσαν
μονχα τους.
     ξαφνα, μια λμψη τον ξπνησε· μπρος του στκουνταν νας γρος ντυμνος στα κκκινα και στα χρυσ. Τα γνια του ταν μακρι και κτασπρα και γρω του χνουνταν τση ζστη, που ο Βασλης ξχασε τα χινια και το βορι. Κοταξε το γρο και τον ανεγνρισε.
 -"Ο 'Αη Βασλης!" κανε μαγεμνος.
 -"Ναι, ο 'Αη-Βασλης", επε ο γρος, "σ' κουσα που 'λεγες πως δεν ρχομαι ποτ σε σας και, βλπεις, τρα λθα". Τ' ορφαν τον κοταξε μ' κσταση. Ο 'Αη-Βασλης γλασε. "Λοιπν πες μου", του επε· "αριο ξημερνει Πρωτοχρονι, που 'ναι εορτ μου και δικ σου εορτ. Τ θες να σου χαρσω";
     Ο Βασλης ριξε μια ματι στο αντικριν παρθυρο. Η καντλα εχε σβσει κι αυτ· τσο κρο θα τανε τρα κι εκε μσα...
 -"Θλω, παρακαλ, λγη πτα", επε δειλ "και θλω πλι τη μνα μου... Μα σως αυτ να εναι αδνατο;" ρτησε φοβισμνος λγο για τη μεγλη του απατηση.
 -"Τποτα δεν εναι αδνατο σμερα", επε ο 'Αη-Βασλης "κι ,τι ζητσεις θα στο κνω. Πτες σες θλεις θα σου δσω και τη μνα σου θα τη ξαναδες οπταν θλεις. Μα σκψου, εναι και μερικ παιδι που λαχταρον την ελευθερα σου. Εσ μπορες τον κσμον λο να γυρσεις, να ζσεις πως θες. Εσαι ακμα μικρς κι ο κσμος λος εναι ανοιχτς μπροστ σου..."
 -"Αχ χι, καλ μου 'Αη-Βασλη!" παρεκλεσε ο μικρς. "Μνο πρε με στη μνα μου! Και δωσ' μου λγη πτα και για κενη, που δεν χει φγει τρα τσα χρνια"!
 -"Καλ!" επε ο 'Αη-Βασλης με το καλ του χαμγελο. "Σμερα δε χαλ κανενς χατρι. λα να σε πγω στη μνα σου".
     Και τον πρε ο 'Αη-Βασλης στην αγκαλι του και πταξε ψηλ ψηλ, τσο που περνοσε πνω απ τα ψηλτερα σπτια κι φυγαν.
     Το πρω της Πρωτοχρονις, την ρα που χαρομενες χτυποσαν οι καμπνες σ' λες τις εκκλησις της χρας, βγκε ο Νικλας ο υπηρτης, με μτια κοκκινισμνα απ τα κλματα, στο χιονισμνο δρμο.
     Χωμνο σε μια γωνι της εξπορτας του αντικρινο σπιτιο, εδε να παιδκι που φανονταν να κοιμται. Το σμωσε, το γγιξετο βρκε παγωμνο. Το πρε στην αγκαλι του και το ανβασε στο αρχοντσπιτο, που μητρα και πατρας, πλγι στο κρεβτι του Βασιλκη, κλαγανε το πεθαμνο τους αγρι.
     Μαζ τα ξπλωσαν πλγι-πλγι, το χαδεμνο μονοπαδι και το ρημο ορφαν.
     Πνω στο τραπζι, δυο κομμτια πτας ξηρανονταν γγιχτα, το κομμτι του Βασιλκη και το κομμτι του Βασλη.
     Πλγι-πλγι θαψαν τα δυο παιδι. Στον να τφο εναι γραμμνο με χρυσ γρμματα τ' νομα του Βασιλκη· ο λλος τφος δεν χει νομα.
     Καννας δε γνριζε το ρημο ορφαν.

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers