Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Φανταστικό 

Vance John Holbrook: Η Δουλειά Του Ντότκιν

 

 

 
          Jack Vance      
                                               Βιογραφικό
    
     Γεννήθηκε στις 28 Αυγούστου 1916, στο Σαν Φρανσίσκο της Καλιφόρνια. Έγραψε τις περισσότερες νουβέλες με το πραγματικό του όνομα, Τζον Χόλμπρουκ Βανς, 11 νουβέλες με το ψευδώνυμο Τζακ Βανς και 3 με το ψευδώνυμο Έλερι Κουίν (Ellery Queen). Επίσης περιστασιακά χρησιμοποίησε τα ψευδώνυμα: Alan Wade, Peter Held, John van See & Jay Kavanse.
     Aνήκει κι αυτός στους παλιότερους συγγραφείς (γράφει από το 1945) αλλά μπαίνει στο χώρο της σοβαρής ΕΦ μετά το '50. Πρώτο του σημαντικό έργο είναι το μυθιστόρημα "Big Planet" (1952). To 1962 κερδίζει το HUGO για το μικρό του μυθιστόρημα "The Dragons Master" και το 1966 κερδίζει ταυτόχρονα το HUGO και το NEBULA με το "The Last Castle". Γενικά χαίρει μεγάλης εκτίμησης, στον χώρο, έχει λάβει πολλές καλές κριτικές και μάλιστα ο Πολ 'Αντερσον έχει δηλώσει πως τον θεωρεί έναν από τους μεγαλύτερους συγγραφείς εν ζωή, στην ΕΦ.

Εργογραφία:
                                         ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΑ
"The Last Castle", 1966
-"Το Τελευταίο Κάστρο", Εκδόσεις: Alien, Μετάφραση: Χρύσα Μανώλη, 1995
Βραβεία: Ηugo 1967
"The Eyes Οf Τhe Overworld", 1966
-"Τα Μάτια Ενός Ανώτερου Κόσμου", Εκδόσεις: Space, Μετάφραση: Θωμάς Μαστακούρης, 1991
"Cugel's Saga", 1983
-"Η Οδύσεια Του Κουζέλ", Εκδόσεις: Space, Μετάφραση: Θωμάς Μαστακούρης, 1993

                                          ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ 
"The Men Return", 1957
-"Οι Ανθρωποι Επιστρέφουν", Εκδόσεις: Εξάντας, Μεγάλη Ανθολογία Επιστημονικής Φαντασίας, Τόμος 3, Μετάφραση: Τζένη Μαστοράκη, 1976
"The Mitr", 1953
-"Μιτρ", Εκδόσεις: Κομήτης, Ανθολογία Επιστημονικής Φαντασίας: Οπερα του Διαστήματος, Τόμος 3, Μετάφραση: Γιώργος Ντούμας, 1990
"Mazirian Τhe Magician", 1950
-"O Μάγος Μαριζιέν", Εκδόσεις: Ωρόρα, Ανθολογία Επιστημονικής Φαντασίας: Ιστορίες από Παράξενους Τόπους, Τόμος 18, Μετάφραση: Θωμάς Μαστακούρης, 1992
Παρουσίαση Ανθολογίας: Ιστορίες από Παράξενους Τόπους
-"Ο Μάγος Μαριζιέν", Εκδόσεις: Anubis, Ιστορίες Μαγείας & Φαντασίας, Μετάφραση: Αδαμαντία Στεφανίδου, 2002, ISBN: 960-306-343-6
Παρουσίαση Ανθολογίας: Ιστορίες Μαγείας και Φαντασίας
"Dodkin's Job", 1959
-"Η Δουλειά του Ντότκιν", Εκδόσεις: 'Αγκυρα, Παράθυρα στο Μέλλον, Μετάφραση: Κίρα Σίνου, 1976
"Νoise", 1952
-"Θόρυβος", Περιοδικό: Απαγορευμένος Πλανήτης, Τεύχος 8, Ανοιξη 1998, Μετάφραση: Χριστόδουλος Λιθαρής
_________________________________________________________________

.........
     Η θεωρία της Οργανωμένης Κοινωνίας (όπως την ανέπτυξαν οι Κιντς, Κόλμπιγκ, Πέντον κι άλλοι) αποφέρει τέτοιο πλούτο από σημαντικές πληροφορίες, αποκαλύπτει τόσες πολύμορφες περιπλοκές και δυσοίωνες προβολές, ώστε κάνει καλό να λαμβάνει κανείς υπ' όψη του κατά καιρούς την απατηλά απλή κύρια πρότασή του (ακολουθεί η περιγραφή όπως την εκθέτει ο Κόλμπιγκ). Όταν ισχυρές μικρομονάδες ενώνουν τις δυνάμεις τους και προσβάλλουν μιαν ανθεκτική μεγαλομονάδα, τότε περιορίζονται ορισμένες ελευθερίες δράσης. Αυτή είν' η βασική μέθοδος της Οργάνωσης. Όσο περισσότερες και πιο εκκεντρικές είν' οι μικρομονάδες, τόσο πιο περίπλοκη πρέπει να 'ν' η δομή κι η λειτουργία της μεγαλομονάδας -κι ως εκ τούτου τόσο πιο εισδυτικές και περιοριστικές πρέπει να 'ν' οι λεπτομέρειες της Οργάνωσης.
Από το βιβλίο "Πρώτες Αρχές Οργάνωσης" του Λέσλυ Πέντον.
...........

     Ο πληθυσμός γενικά της Πόλης είχε ξεχάσει τις περιορισμένες ελευθερίες του, όπως το φίδι δε θυμάται πια τα πόδια των προγόνων του. Όπως ανέφερε κάποιος κάπου: «Όταν η διαφωνία ανάμεσα στη θεωρία και τη πρακτική εφαρμογή ενός πολιτισμού είναι πολύ μεγάλη, αυτό δείχνει πως ο πολιτισμός υφίσταται γρήγορη αλλοίωση». Σύμφωνα μ' αυτή τη θεωρία, ο πολιτισμός της Πόλεως ήταν σταθερός, αν όχι στατικός. Ο πληθυσμός κανόνιζε τη ζωή του σύμφωνα με το πρόγραμμα, τη ταξινόμηση και το προηγούμενο κι έβρισκε ικανοποιητικές τις αβρές αμοιβές της Οργάνωσης. Αλλά και στους πιο υγιείς ιστούς υπάρχουν μικρόβια και το πιο ασήμαντο ελάττωμα βγάζει σκάρτη τη κρίσιμη αποκρυστάλλωση.
     Ο Λιουκ Γκρόγκατς ήτανε σαραντάρης, αδύνατος και ξερακιανός, μέτωπο αυστηρό, με σαρκαστικήν έκφραση στο στόμα και στα φρύδια και με το κεφάλι του κάπως έτσι γερμένο στο πλάι, σα να υπόφερε από πόνο στ' αφτί. Είχε τόσην αντίληψη ώστε να μη παρασταίνει πως δε συμμορφώνεται με τις διατάξεις, ήταν όμως και τόσο δύστροπος ώστε δε προσπαθούσε να καλυτερέψει τη θέση του, ήταν τόσο απαισιόδοξος, καβγατζής, είρωνας κι αυθόρμητος, ώστε δε μπορούσε να φτουρήσει στις δουλειές που τον τοποθετούσανε. Κάθε καινούρια ταξινόμηση τονε κατέβαζε στην ιεραρχία της διαβαθμίσεως. Αντιπαθούσε τη κάθε καινούρια δουλειά του μ' όλο και μεγαλύτερη ζέση.
     Τον κατατάξανε τελικά στη κατηγορία: "Κατάλληλος Για Βοηθητικές Εργασίες (Κατηγορία Δ) Ανειδίκευτος" και τον έστειλαν στον Τομέα 8892, Υπηρεσία Συντηρήσεως Οχετών κι από εκεί τον τοποθέτησαν σα βοηθό της νυχτερινής βάρδιας στο περιστροφικό τρυπάνι της υπ' αριθμόν 3 ομάδας της Σήραγγας. Όταν παρουσιάστηκε ν' αναλάβει υπηρεσία, ο Λιουκ συστήθηκε στον αρχιεργάτη της ομάδας, τον Φιόντορ Μισκίτμαν, ένα ψηλό άντρα με μούτρο βοδιού, ξεθωριασμένα ξανθά μαλλιά κι ήρεμα γαλάζια μάτια. Ο Μισκίτμαν έβγαλε ένα φτυάρι και πήγε τον Λιουκ σε μια θέση πίσω από την υποδοχή του τρυπανιού.
 -"Εδώ", του 'πε ο Μισκίτμαν, "είναι το πόστο σου, Λιουκ". Η δουλειά του ήταν να διατηρεί το πάτωμα της σήραγγας καθαρό από τα βράχια και τα χαλίκια που έπεφταν. Όταν η σήραγγα θα συναντούσε προχωρώντας κανένα παλιόν οχετό, θα 'χε να καθαρίσει επιπλέον και τρίμματα από κείνα τ' ακατονόμαστα που είναι γνωστά σαν «νωπά περισσεύματα». Ο Λιουκ έπρεπε να φροντίζει να 'ναι καθαρός ο συλλέκτης σκόνης κι η συναρμολόγησή του να 'ν' άριστη. Στα διαλείμματα έπρεπε να γρασάρει κείνους τους τριβείς που 'ταν απομονωμένοι από το αυτόματο σύστημα γρασαρίσματος κι έπρεπε ν' αντικαθιστά τα σπασμένα δόντια του κοφτερού κεφαλιού κάθε φορά που 'ταν απαραίτητο. Ο Λιουκ ρώτησε αν τα καθήκοντά του τελείωναν εδώ κι η δυνατή του φωνή ήταν γεμάτη ειρωνεία, που ξέφυγε από τη προσοχή του απονήρευτου Μισκίτμαν.
 -"Αυτά είναι όλα", είπε ο Μισκίτμαν και παρέδωσε στον Λιουκ το φτυάρι. "Θα 'χεις κυρίως να κάνεις με σκουπίδια. Το δάπεδο πρέπει να μένει καθαρό". Ο Λιουκ πρότεινε στον αρχιεργάτη μια τροποποίηση των σιαγόνων της χοάνης, που θα 'χε σαν αποτέλεσμα να ελαττωθεί το ξεχείλισμα του σπασμένου βράχου.
 -"Κι ήταν ανάγκη", υποστήριζε ο Λιουκ, "να σκοτιστούν καθόλου μ' αυτό; Αφήστε τα βράχια να μείνουν εκεί που πέσανε. Η τσιμεντένια επένδυση της σήραγγας θα σκέπαζε ένα τόσο ασήμαντο ποσοστό σκορπισμένων χαλικιών".
     Ο Μισκίτμαν απόρριψε αυτή τη πρόταση αμέσως:
 -"Τα βράχια έπρεπε ν' απομακρυνθούν". Όταν ο Λιουκ τον ρώτησε γιατί, ο Μισκίτμαν του 'πε:
 -"Αυτός είν' ο τρόπος που γίνεται η δουλειά". Ο Λιουκ είπε κάτι χοντρό από μέσα του. Δοκίμασε το φτυάρι και κούνησε δυσαρεστημένος το κεφάλι. Το στυλιάρι ήταν πολύ μακρύ, η κόψη πολύ κοντή. Το ανέφερε στον Μισκίτμαν, που αντί να του απαντήσει, κοίταξε το ρολόι κι έδωσε σήμα στο χειριστή του τρυπανιού. Η μηχανή άρχισε να περιστρέφεται κλαψουρίζοντας κι ήρθε σ' επαφή με το βράχο, μ' ένα μουγκρητό που σου 'παιρνε τ' αφτιά. Ο Μισκίτμαν έφυγε κι ο Λιουκ γύρισε πίσω στη δουλειά. Στο διάστημα της βάρδιας, ανακάλυψε πως θα εργαζόταν μισό-σκυφτος, το μεγαλύτερο μέρος της ζεστής, φορτωμένης με σκόνη εξατμίσεως, που 'βγαινε από τη μηχανή, θα περνούσε πάνω από το κεφάλι του. Καθώς άλλαζε ένα δόντι κοψίματος στη πρώτη ανάπαυλα, έκαψε τόσο το μεγάλο δάχτυλο στ' αριστερό του χέρι, που 'κανε φουσκάλα.
     Στο τέλος της βάρδιας, μια σκέψη μόνο συγκράτησε τον Λιουκ για να μη δηλώσει πως είναι ανειδίκευτος: θα τον κατέτασσαν από την κατηγορία: Βοηθός (Κατηγορία Δ') Ανειδίκευτος, σε Νεώτερο Εκτελεστή, με την ανάλογη περικοπή του κονδυλίου δαπανών. Τέτοιος αναχαρακτηρισμός θα τονε κατέβαζε στον πάτο της Ιεραρχικής κατατάξεως κι αυτό ήταν κάτι που δε θα 'πρεπε να δώσει το δικαίωμα να γίνει. Κι έτσι το κονδύλι δαπανών του μόλις που επαρκούσε. Κάλυπτε το φαγητό του στην Υπηρεσία Τροφίμων Τύπου ΡΠ, του χορηγούσε χώρο για να κοιμάται στο ημιυπόγειο Υπνωτήριο Τύπου 22 και του 'δινε δεκαέξι Ειδικά Κουπόνια το μήνα. Δικαιούταν ακόμα Ερωτική Λειτουργία 14ης Τάξης που του επιτρεπόταν να περνά δώδεκα ώρες το μήνα στη Ψυχαγωγική Λέσχη με προαιρετική χρήση του μονόζυγου, του επιτραπέζιου τένις, δύο μικροσκοπικών διαδρόμων σφαιροβολίας κι όποια από τις έξι οθόνες τηλεοράσεως ήθελε, που 'τανε γυρισμένες μόνιμα στο κανάλι Η.
     Ο Λιουκ ονειρευότανε συχνά μια πολυτελή ζωή: Φαγητό ΑΑΑ, έν' ολόκληρο διαμέρισμα για δική του αποκλειστική χρήση, Ειδικά Κουπόνια σωρηδόν, Ερωτική Λειτουργία 7ης Τάξεως ή μπορεί και 6 ης Τάξης, ακόμα και 5ης και παρά τη περιφρόνησή που 'νιωθε για την Ανώτερη Διάταξη, δεν είχε καμία αντίρρηση για τις παροχές της. Και πάντα, σαν ένα πικρό επιστέγασμα σ' αυτά τα ονειροπολήματα, ερχόταν η βεβαιότητα πως θα μπορούσε να τ' απολάμβανε όλ' αυτά τα ωραία πράγματα και στη πραγματικότητα. Είχε παρακολουθήσει τους συνανθρώπους του να ελίσσονται για να επιπλεύσουν, ήξερε όλα τα κόλπα κι όλα τα τεχνάσματα: το να δουλεύεις σκληρά, το να πιάνεις φιλίες μ' όλο τον κόσμο, το να βρίζεις και να παραγκωνίζεις τους άλλους... Γιατί να μη χρησιμοποιούσε αυτές του τις γνώσεις; «Προτιμώ φαίνεται ν' ανήκω στην Τάξη Δ των βοηθών», κορόιδεψε τον εαυτό του.
     Πότε-πότε κάποια αμφιβολία τρύπωνε στο νου του. Μπορεί να του 'λειπεν απλούστατα το θάρρος να συναγωνιστεί τους άλλους να παλέψει με τον κόσμο! Κι αυτή η λιγοστή αμφιβολία γινότανε ρυάκι από αυτοπεριφρόνηση. Ήταν ανεπίδεκτος να συμμορφωθεί, αυτό ήτανε -και του 'λειπε το θάρρος να το μολογήσει! Το πείσμα του Λιουκ επιβλήθηκε και πάλι. Γιατί να παραδεχτεί πως ήταν ανεπίδεκτος, τη στιγμή που αυτό θα σήμαινε ένα ταξιδάκι στο Σπίτι της Παραλυσίας; Θα 'τανε βλακεία -κι ο Λιουκ δεν ήταν βλάκας. Μπορεί και να 'ταν ένας που δεν εννοούσε να συμμορφωθεί, μ' όλη τη σημασία της λέξης, μπορεί όμως κι όχι -δεν είχε καταλήξει ακόμα στο συμπέρασμα. Υπόθετε πως θα τον υποψιάζονταν, πότε-πότε έπιανε κάτι περίεργες λοξές ματιές και κουνήματα κεφαλιού, γεμάτα σημασία ανάμεσα στους συναδέλφους. Ας τους να στραβοκοιτάζουν. Δεν μπορούσαν να αποδείξουν τίποτα.
     Τώρα, όμως, ήταν ο Λιουκ, Ο Βοηθός Τάξεως Δ, που τον χώριζε μια και μόνη βαθμίδα από το αταξινόμητο κατακάθι των εγκληματιών, των ηλίθιων παιδιών κι των αποδειγμένα ανεπίδεκτων συμμορφώσης. Ήταν ο Λιουκ που 'χε κάνει τέτοια όνειρα για την Ανώτατη Διάταξη, όνειρα για υπερηφάνεια κι ανεξαρτησία κι αντί γι' αυτό ήταν ο Λιουκ Γκρόγκατς, ο Βοηθός Τάξεως Δ που 'παιρνε διαταγές από 'να κόπανο με κεφάλι σαν άχυρο κι εργαζόταν με ημιειδικευμένους εργάτες, με θέση το ίδιο χαμηλή όπως η δική του; Λιουκ Γκρόγκατς, Ο Βοηθός!
     Πέρασαν εφτά βδομάδες. Η αντιπάθεια που ένιωθε για τη δουλειά, μεταβλήθηκε σε καυτερό πάθος. Η δουλειά ήτανε δύσκολη, ζεστή κι αποκρουστική. Ο Μισκίτμαν είχε τέτοιο βλέμμα, που 'δειχνε καθαρά πως δε καταλάβαινε τίποτα από τις προτάσεις και τα επιχειρήματα του Λιουκ. Αυτός ήταν ο τρόπος που γινόταν η δουλειά κι ήταν ο τρόπος που γινόταν από παλιά -και θα γινόταν πάντοτε, όπως υπονοούσε το φέρσιμό του. Ο Μισκίτμαν έπαιρνε καθημερινή πολιτική ντιρεκτίβα από τον επόπτη των έργων και τη διάβαζε στο συνεργείο του στο διάστημα του πρώτου διαλείμματος της βάρδιας. Αυτές οι ντιρεκτίβες ασχολούνταν συνήθως με θέματα όπως, τις νόρμες εργασίας, τη διάθεση του συνεργείου και τη συνεργασία. Επίσης, με υποδείξεις για καλύτερο λουστράρισμα του τσιμέντου, με προειδοποιήσεις εναντίον επιεικειών στις αλλαγές της βάρδιας που θα μπορούσαν να περιορίσουν τον ενθουσιασμό και να ελαττώσουν την απόδοση των εργατών. Ο Λιουκ δεν έδινε συνήθως και μεγάλη σημασία σ' αυτά, μέχρι που κάποια μέρα ο Μισκίτμαν, βγάζοντας το γνώριμο κίτρινο φύλλο διάβασε με την απαθή του φωνή:

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΡΓΩΝ, ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΧΡΗΣΙΜΟΤΗΤΑΣ
ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ, ΤΟΜΕΑΣ 8892
ΤΜΗΜΑ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΝ
Υπηρεσία Κατασκευής και Συντηρήσεως Οχετών
Γραφείο Προμηθειών
Ντιρεκτίβα Πολιτικής Κατεύθυνσης: 6511 Σειρά Β96
Κώδικας Τάξεως: ΓΖΠ-ΑΑΡ- ΡΕΓ
Σχετικό: G98 - 7542
Κώδικας Ημερομηνίας: ΒΤ-ΕΚΟΥ-ΛΛΤ
Εξουσιοδοτήθηκε: ΛΛ8-Π-ΣΚ 8892
Ελέγχθηκε: 48
Έγινε αντιπαραβολή: 92Γ
Από: Λάβεστερ Λάιμον, Προϊστάμενον Υπηρεσίας Προμηθειών
Μέσω: Όλων των υπηρεσιών κατασκευής και συντήρησης
Προς: Όλους τους επόπτες κατασκευής και συντήρησης
Προσοχή: Όλους τους αρχιεργάτες των έργων
Θέμα: Μακροζωία εργαλείων, η προαγωγή τους
Διάρκεια αρμοδιότητας: Μόνιμη
Ουσία: Στην έναρξη κάθε βάρδιας τα χειρωνακτικά εργαλεία θα δίνονται από την Αποθήκη Συντηρήσεως Οχετών Τμήματος 8892. Στο τέλος κάθε βάρδιας όλα τα χειρωνακτικά εργαλεία θα καθαρίζονται προσεχτικά και θα επιστρέφονται σ' αυτήν.
Η Ντιρεκτίβα θεωρήθηκε και διαβιβάστηκε:
Μπάρτυ Κεγκχορντ, Γενικός Επιθεωρητής Κατασκευών, Υπηρεσία Κατασκευής Οχετών.
Κλάιν Κάντο, Επιθεωρητής Συντηρήσεως Οχετών.

     Καθώς ο Φιόντορ Μισκίτμαν διάβαζε το κομμάτι που αφορούσε την ουσία, ο Λιουκ δε μπορούσε να πιστέψει αυτά που άκουγε. Ο Μισκίτμαν τελείωσε, δίπλωσε το φύλλο προσεχτικά με τα χοντρά του δάχτυλα και κοίταξε το ρολόι του.
 -"Αυτή είν' η ντιρεκτίβα. Έχουμε ξεπεράσει την ώρα μας κατά είκοσι πέντε δευτερόλεπτα. Πρέπει να ξαναγυρίσουμε στην εργασία".
 -"Μια στιγμή", είπεν ο Λιουκ. "Θέλω να μου εξηγήσετε ένα-δυο πράγματα σ' αυτή τη ντιρεκτίβα". Ο Μισκίτμαν γύρισε το ήπιο του βλέμμα πάνω στον Λιουκ.
 -"Δε τη κατάλαβες";
 -"Όχι εντελώς. Ποιον αφορά";
 -"Είναι μια διαταγή για ολόκληρο το συνεργείο".
 -"Τι θέλουν να πουν με τα «χειρωνακτικά εργαλεία»;
 -"Είναι τα εργαλεία που τα κρατάς στο χέρι".
 -"Αυτό σημαίνει και το φτυάρι";
 -"Φτυάρι"; Ο Μισκίτμαν σήκωσε του γερούς του ώμους. "Ένα φτυάρι είναι χειρωνακτικό εργαλείο".
Ο Λιουκ ρώτησε με φωνή γεμάτη προσποιητή απορία:
 -"Θέλουνε δηλαδή να λαμπικάρω το φτυάρι μου, να το κουβαλήσω τέσσερα μίλια μέχρι την αποθήκη και να πάω να το πάρω αύριο και να το κουβαλήσω εδώ";
     O Μισκίτμαν ξεδίπλωσε τη ντιρεκτίβα, την κράτησε σε απόσταση ενός βραχίονα και την ξαναδιάβασε.
 -"Ναι, αυτή είν' η διαταγή". Ξαναδίπλωσε το χαρτί και το ξανάβαλε στη τσέπη.
     Ο Λιουκ έκανε πάλι πως απορεί.
 -"Πρέπει οπωσδήποτε να υπάρχει κάποιο λάθος".
 -"Λάθος"; Ο Μισκίτμαν παραξενεύτηκε. "Γιατί να υπάρχει λάθος";
 -"Δε μπορούν να το λένε στα σοβαρά", είπεν ο Λιουκ. "Δεν είναι μονάχα γελοίο, είναι και πολύ παράξενο".
 -"Δε ξέρω", είπεν ο Μισκίτμαν χωρίς να δείχνει καμιά περιέργεια. "Πιάστε δουλειά. Αργήσαμε ενάμιση λεπτό".
 -"Υποθέτω πως όλο τούτο το καθάρισμα κι η μεταφορά, θα γίνεται σε βάρος του χρόνου της Οργάνωσης", πρότεινε ο Λιουκ. Ο Μισκίτμαν ξεδίπλωσε ξανά τη ντιρεκτίβα, τη κράτησε σ' ενός βραχίονα απόσταση και τη ξαναδιάβασε.
 -"Δε το λέει αυτό. Η μερίδα μας δεν αλλάζει". Δίπλωσε ξανά τη ντιρεκτίβα και την έβαλε στην τσέπη. Ο Λιουκ έφτυσε στο βράχινο δάπεδο.
 -"Θα φέρνω δικό μου φτυάρι. Ας τους να κουβαλούν τα πολύτιμα εργαλεία τους". Ο Μισκίτμαν έξυσε το πηγούνι του και ξαναδιάβασε τη ντιρεκτίβα για μια φοράν ακόμα. Κούνησε το κεφάλι του μ' αμφιβολία.
 -"Η διαταγή λέει πως όλα τα χειρωνακτικά εργαλεία πρέπει να καθαρίζονται και να μεταφέρονται στην αποθήκη. Δεν λέει για το ποιος είν' ο ιδιοκτήτης τους".
     Ο Λιουκ, μόλις που μπόρεσε να μιλήσει από τη φούρκα.
 -"Ξέρετε τι πιστεύω γι' αυτή τη ντιρεκτίβα"; Ο Μισκίτμαν δεν του 'δωσε σημασία.
 -"Δουλειά. Έχουμε ξεπεράσει την ώρα μας".
 -"Αν ήμουν ο γενικός επιθεωρητής..." άρχισε να λέει ο Λιουκ, μα ο Μισκίτμαν γρύλισε άξεστα.
 -"Δε κερδίζουμε τα δώρα μας κουβεντιάζοντας. Δουλειά. Αργήσαμε".
     Ο περιστροφικός κόφτης άρχισε. Εβδομήντα δύο δόντια μπήχτηκαν στη γκριζο-καφετιά αμμόπετρα. Τα σαγόνια της χοάνης κατάπιναν τα κομμάτια, περνώντας τα πάνω από μιαν επιγλωττίδα σ' ένα χωνευτή που τ' άδειαζε πολύ μακρύτερα στο τούνελ, μ' ανασυρόμενους κουβάδες. Πάνω στο δάπεδο του τούνελ έπεφταν βροχή τα κομμάτια που 'χανε ξεφύγει κι ο Λιουκ έπρεπε να τα μαζεύει και να τα πετά πίσω στη χοάνη. Πίσω από τον Λιουκ έρχονταν δύο ενισχυτές που πετούσαν ατσάλινα στεφάνια στη θέση τους, οξυγονοκολλώντας τα σ' επιμήκεις μπάρες με γοργά τσιμπήματα των δαχτύλων τους, ενώ οι πλάκες επαφής μέσα στα γάντια τους αδειάζανε την απαιτούμενη ποσότητα ενέργειας. Πίσω τους ακολουθούσεν ο άνθρωπος που ράντιζε με τσιμέντο, ρίχνοντάς το σφυρίζοντας, από το περιστροφικό του πιστόλι και τον ακολουθούσαν δυο άντρες νευρικοί που εργάζονταν και τελειοποιούσαν με λυσσαλέαν ενέργεια το τσιμέντο, έτσι που κείνο έπαιρνε γυαλιστερό λούστρο. Ο Μισκίτμαν βάδιζε πάνω-κάτω εξετάζοντας την ενίσχυση και μετρώντας το πάχος του τσιμέντου. Τσεκάριζε συχνά τον έλεγχο της προόδου στους χάρτες στο πίσω μέρος των περιστροφικών κοπτικών μηχανών, που μια ηλεκτρονική επινόηση σχεδίαζε τη πορεία της σήραγγας, οδηγώντας τη μέσα από 'να σύστημα αγωγών, οχετών, διόδων, καλωδίων και σωληνώσεων για το νερό, τον αέρα, το γκάζι, τον ατμό, τη μεταφορά, τα φορτία και τις συγκοινωνίες, που δένανε τη Πόλη με μιαν Οργανωμένη μονάδα.
     Η νυχτερινή βάρδια τελείωνε στις τέσσερις το πρωί. Ο Μισκίτμαν έκανε προσεκτικά τις εγγραφές στο ημερολόγιό του, ο άνθρωπος που ράντιζε το τσιμέντο ξεφύσηξε το στόμιο της μηχανής του, οι εργάτες ενίσχυσης έβγαλαν τα γάντια, τη συσκευή ενέργειας και τα μονωτικά τους ρούχα. Ο Λιουκ σηκώθηκεν όρθιος, έτριψε τη πονεμένη του πλάτη κι έμεινε 'κεί αγριοκοιτάζοντας το φτυάρι. Ένιωθε τον Μισκίτμαν να τον μελετά μ' ηρεμία βοδιού. Αν πετούσε το φτυάρι στην άκρη του τούνελ όπως το έκανε συνήθως κι έφευγε, θα 'ταν ένοχος γι' άτακτη συμπεριφορά. Η τιμωρία ήταν, όπως το 'ξερε πολύ καλά ο Λιουκ, η αποταξινόμηση. Ο Λιουκ κάρφωσε τα μάτια του στο φτυάρι, βράζοντας από ταπείνωση. Να υποταχθεί ή να γίνει... να γίνει ο ... Νεώτερος Εκτελεστής; Βαριαναστέναξε. Το φτυάρι ήταν αρκετά καθαρό. Αν το σκούπιζε μια-δυο φορές μ' ένα κουρέλι, θα το καθάριζε από τις σκόνες. Μα ήταν κι η διαδρομή με τη κινούμενη κορδέλα που 'τανε πάντα φίσκα από τους άντρες για την αποθήκη, η ουρά στο παράθυρο, η παράδοση, η επιπλέον απόσταση για το υπνωτήριο. Η διαδικασία αυτή θα επαναλαμβάνονταν αύριο. Ποια αλλαγή υπήρχε για το πρόσθετο αυτό κόπο: Ο Λιουκ το 'ξερε αρκετά καλά. Κάποιος άγνωστος υπάλληλος κάπου στη σειρά από τις υπηρεσίες κι επιτροπές προσπαθούσε να βρει κάποιο τρόπο για να δείξει την εξυπνάδα του. Υπήρχε καλύτερος τρόπος από το να δείξει πως φροντίζει για την ιδιοκτησία της Πόλεως; Σα συνέπεια βγήκε αυτή η παράλογη ντιρεκτίβα, που 'ρθε στα χέρια του Φιόντορ Μισκίτμαν και τελικά κατέληξε στον Λιουκ Γκρόγκατς, το θύμα. Τι χαρά που θα 'νιωθε, αν αντιμετώπιζε ποτέ αυτόν τον άγνωστο υπάλληλο καταπρόσωπο, θα τον άρπαζε από τη μυξιάρικη μύτη και θα τονε τραβολογούσε από τους διαδρόμους του γραφείου κλωτσώντας τον στον πισινό, τόσο, που θα ζάρωνε από το φόβο...
     Η φωνή του Μισκίτμαν διέκοψε τους ρεμβασμούς του.
 -"Καθάρισε το φτυάρι σου. Η βάρδια τέλειωσε". Ο Λιουκ έκανε πως έφερνε αντίρρηση.
 -"Το φτυάρι είναι καθαρό", γρύλισε. "Αυτή είν' η μεγαλύτερη ανοησία που 'μπλεξα ποτέ στη ζωή μου. Αν μπορούσα μονάχα..." Ο Μισκίτμαν του 'πε με φωνή το ίδιο ήρεμη κι αβίαστη όπως ένας βαθύς ποταμός.
 -"Αν δεν σ' αρέσει αυτός ο τρόπος, πρέπει να ρίξεις μιαν αίτηση στο κουτί των προτάσεων. Αυτό το προνόμιο το 'χουν όλοι. Μέχρι ν' αλλάξει η διάταξη πρέπει να συμμορφωθείς. Αυτός είν' ο τρόπος της ζωής μας. Αυτό θα πει Οργάνωση κι είμαστε οργανωμένοι άνθρωποι".
 -"'Αστε με να δω κείνη τη ντιρεκτίβα", γρύλισε ο Λιουκ. "Θα τους βάλω να τη τροποποιήσουν. Θα τους τη χώσω στη μούρη. Θα..."
 -"Πρέπει να περιμένεις μέχρι να περαστεί στο ημερολόγιο. Τότε μπορείς να τη πάρεις, θα είναι άχρηστη για μένα".
     Μεθοδικά και με περίσκεψη ο Μισκίτμαν έκανε τον τελικό έλεγχο της εργασίας, επιθεωρώντας τα μηχανήματα, τα δόντια της κοπτικής μηχανής, το στόμιο του πιστολιού, τη ταινία εκφόρτωσης. Πήγε στο μικρό του γραφείο πίσω από το περιστροφικό τρυπάνι, σημείωσε την πρόοδο, υπόγραψε τις αποδείξεις πληρωμής εξόδων και τελικά κατέγραψε τη ντιρεκτίβα τακτικής στο μικροφίλμ. Τότε έτεινε το κίτρινο φύλλο μ' επιδεικτική κίνηση στον Λιουκ.
 -"Τι θα κάνεις μ' αυτό";
 -"Θα μάθω ποιος έχει εκδόσει αυτή την ηλίθια διαταγή. Θα του πω τι σκέφτομαι γι' αυτή και γι' αυτόν τον ίδιο, χωρίς να κρύψω τίποτα". Ο Μισκίτμαν κούνησε το κεφάλι του αποδοκιμαστικά.
 -"Αυτός δεν είν' ο σωστός τρόπος να γίνονται τέτοια πράγματα".
 -"Και πως θα το κάνατε σεις"; τον ρώτησε γελώντας με κακία.
     Ο Μισκίτμαν έπεσε σε συλλογή ζαρώνοντας τα χείλη κι ανασηκώνοντας τα τριχωτά του φρύδια. Στο τέλος είπε με μεγάλην απλότητα:
 -"Δε θα το 'κανα καθόλου".
     Ο Λιουκ σήκωσε τα χέρια και ξεκίνησε από το τούνελ. Η φωνή του Μισκίτμαν βούιξε από πίσω του.
 -"Πρέπει να πάρεις το φτυάρι".
     Ο Λιουκ κοντοστάθηκε. Γύρισε αργά, αγριοκοίταξε την ογκώδη σιλουέτα του αρχιεργάτη πίσω του. "Να υπακούσεις τη ντιρεκτίβα ή να αναταξινομηθείς". Με βήμα αργό, με κεφάλι κρεμασμένο και γυρισμένα αλλού τα μάτια, ξαναγύρισε. Αρπάζοντας το φτυάρι γύρισε πίσω στο τούνελ με περπάτημα καμαρωτό. Η κοκαλιάρικη πλάτη του ήταν απροφύλακτη κι ευαίσθητη. Το πράο γαλάζιο μάτι του Φιόντορ Μισκίτμαν που τον ακολουθούσε, έμοιαζε να κομματιάζει τα νεύρα της ράχης του. Μπροστά του απλωνόταν το τούνελ, έν' ανοιχτόχρωμο γυαλιστερό κοίλωμα, που χανότανε στο βάθος πέρα από το κομμάτι που 'χανε τρυπήσει. Με κάποιο παράξενο κόλπο της αντανάκλασης, εναλλασσόμενοι φωτεινοί και σκοτεινοί κύκλοι ζώνανε τη σήραγγα μπερδεύοντας το μάτι και δημιουργώντας υπνωτική ομοιότητα με διπλή διάσταση. Ο Λιουκ προχωρούσε μελαγχολικά, σέρνοντας τα πόδια μέσα σ' αυτό το φανταστικό φινιστρίνι, ζαλισμένος από ντροπή κι ανημποριά, με το φτυάρι στον ώμο, φορτίο απόγνωσης. Ώστε είχε πέσει τόσο χαμηλά -αυτός, ο Λιουκ Γκρόγκατς, ο τόσο αλαζονικός πριν στον κυνισμό του, που μόλις τον έκρυβε; Ήτανε λοιπόν ανεπίδεκτος να συμμορφωθεί; Έπρεπε δηλαδή να σκύψει τελικά το κεφάλι δουλικά, μπροστά σε βλακώδεις κανονισμούς; Αν ήταν μονάχα μερικά πόστα πιο ψηλά στη κατάσταση! Φαντάστηκε μελαγχολικά πόσο θα ξαφνιαζότανε και με ποια δυσπιστία θα χαιρετούσε τη ντιρεκτίβα με τις οδηγίες, σκέφτηκε τη σαρκαστική νωχέλεια, που θ' άφηνε το φτυάρι να πέσει από τα κουρασμένα του χέρια... Πολύ αργά, πολύ αργά πια! Τώρα έπρεπε να κάνει ότι του λέγαν, έπρεπε να πηγαίνει πρόθυμα το φτυάρι του στην αποθήκη. Μ' ένα σπασμό λύσσας πέταξε το αθώο εργαλείο, έτσι που κύλησε κάνοντας φασαρία μπροστά του, στο τούνελ. Δε μπορούσε να κάνει τίποτα! Δε μπορούσε ν' αποτανθεί πουθενά! Δεν είχε κανένα τρόπο ν' ανταποδώσει το κακό που του κάνανε. Η Οργάνωση ήταν ατάραχη κι άσπλαχνη. Η Οργάνωση ήταν τεράστια κι αδρανής, ανεκτική σε κείνους που υποτάσσονταν, εξαιρετικά σκληρή απέναντι σε άπιστους. Ο Λιουκ άπλωσε το χέρι και ψιθυρίζοντας μιαν αισχρή βρισιά, το σήκωσε απότομα και κατέβηκε τρέχοντας σχεδόν το σκοτεινό τούνελ.
     Σκαρφάλωσε μέσα από μιαν ανθρωποθυρίδα κι αναδύθηκε στο κατάστρωμα της 1123ης Κεντρικής Λεωφόρου, που τον κατάπιε αμέσως το πλήθος που περπατούσε βαριά, ανάμεσα σε κορδέλες μεταφοράς, που λάμπανε σαν ακτίνες τροχού και τις διάφορες κινούμενες σκάλες. Σφίγγοντας το φτυάρι πάνω στο στήθος, τα κατάφερε να ζοριστεί πάνω στη ταινία μεταφοράς Φοντέγκο και ξεκίνησε ορμητικά προς τα νότια, κατεύθυνση που 'ταν αντίθετη ακριβώς από το υπνωτήριό του. Ταξίδεψε δέκα λεπτά μέχρι τη Κεντρική Αστόρια, έπεσε κατακόρυφα μια ντουζίνα πατώματα πάνω στη κινούμενη σκάλα του Γκρίμσμπυ Κόλλετζ, διέσχισε μια σκυθρωπή περιοχή που μύριζε μπαγιάτικους βράχους κι έφτασε μέχρι τη τοπική ταινία τροφοδότησης που τον έφερε ως την Αποθήκη του τμήματος 8892 της Συντήρησης των Οχετών. 
     Βρήκε την αποθήκη λαμπρά φωτισμένη και κέντρο μεγάλης δραστηριότητας, με μερικές εκατοντάδες ανθρώπους που 'ρχονταν κι έφευγαν. Αυτοί που 'ρχονταν σα τον Λιουκ, κουβαλούσαν εργαλεία, αυτοί που φεύγαν είχαν τα χέρια άδεια. Μπήκε στη γραμμή που σχηματίστηκε μπροστά στο δωμάτιο για τα εργαλεία. Μπροστά του ήτανε πενήντα μ' εξήντα άτομα, μια σκουρόχρωμη σαρανταποδαρούσα από χέρια, ώμους, κεφάλια, πόδια κι εργαλεία που προεξείχανε κι από τις δυο πλευρές. Η σαρανταποδαρούσα προχωρούσεν αργά, ενώ οι άντρες ανταλλάζανε πειράγματα κι αστεία. Όταν πρόσεξε την υπομονή τους, η συνηθισμένη οξυθυμία του Λιουκ επικράτησε μέσα του. "Για κοίταξέ τους", σκέφτηκε, "να στέκονται σα τα πρόβατα και να μπαίνουν αμέσως προσοχή μόλις ακούσουν το θρόισμα μιας ντιρεκτίβας που τη ξεδιπλώνουν. Ρώτησαν καθόλου το λόγο αυτής της διαταγής; Αναρωτήθηκανε καθόλου αν υπήρχεν ανάγκη για το ξεβόλεμά τους; Όχι! Οι κόπανοι στέκονται γελώντας και φλυαρώντας και δεχτηκανε τη ντιρεκτίβα σα μια από τις ανυπολόγιστες κακίες της ζωής, σα κάποιο από τα στοιχεία της φύσης, κάτι το μοιραίο, σα την αλλαγή των εποχών. Κι αυτός, ο Λιουκ Γκρόγκατς να 'ταν άραγε καλύτερός τους ή χειρότερος"; Το ερώτημα τον έκαιγε στο λαρύγγι, σα γεύση μετά από εμετό.
     Όπως και να 'ταν, καλύτερος ή χειρότερος, κάτι έπρεπε να διαλέξει: Να συμμορφωθεί ή να αποταξινομηθεί. Δεν είχε μεγάλη εκλογή. Υπήρχε βέβαια πάντοτε το κουτί των προτάσεων, που μπορούσε να προσφύγει, όπως του υπέδειξε ο Μισκίτμαν, ίσως σαν ένα ευγενικό αστείο. Γρύλισε αηδιασμένος. Βδομάδες μετά, ίσως, θα 'παιρνε κάποιο έντυπο που θα 'τανε τσεκαρισμένη μια απάντηση στη κατάσταση με τις ποικιλόμορφες δηλώσεις, από κάποιο βοηθό ή νεώτερο εκτελεστή: «Η κατάσταση, που περιγράφετε στην αίτησή σας, μελετάται ήδη από τους υπεύθυνους επισήμους. Σας ευχαριστούμε για το ενδιαφέρον σας». Ή «Η κατάσταση που περιγράφετε στην αίτησή σας είναι προσωρινή και μπορεί να τροποποιηθεί σε λίγο. Σας ευχαριστούμε για το ενδιαφέρον σας». Ή, πάλι, «Η κατάσταση που περιγράφετε στην αίτησή σας είν' αποτέλεσμα κατεστημένης πολιτικής και δεν υπόκειται σ' αλλαγή. Σας ευχαριστούμε για το ενδιαφέρον σας».
     Μια καινούρια σκέψη του ήρθε: θα μπορούσε να καταβάλει μεγάλη προσπάθεια και ν' αποταξινομηθεί, ανεβαίνοντας στη κατάσταση. Έδιωξε αυτή την ιδέα μόλις του 'ρθε. Πρώτα-πρώτα πλησίαζε να γίνει μεσόκοπος, ήτανε πολλοί νέοι που στριμώχνονταν για να τονε ξεπεράσουν. Ακόμα κι αν μπορούσε ν' αναγκάσει τον εαυτό του να συναγωνιστεί μαζί τους. Η γραμμή προχωρούσε αργά. Πίσω από τον Λιουκ, ένας χοντρούλης λύγιζε κάτω από το βάρος μιας μηχανής μετρήσεως Βέλστρο. Μια μπούκλα από τ' ανοιχτοκάστανα μεταξένια του μαλλιά, είχε πέσει στο μέτωπο, το στόμα του είχε μαζευτεί σα μπουμπούκι από τις έννοιες που τον τρώγαν, τα μάτια του ήταν σοβαρά μέχρι βλακείας. Φορούσε μάλλον κομψή τριανταφυλλιά και καφετιά φόρμα με πορτοκαλιές πόρπες που του 'φτανε μέχρι τον αστράγαλο κι ένα μπλε μπερέ με τρία πορτοκαλιά πομπόν, που το φορούσαν οι τεχνίτες του Βέλστρο. Η διαφορά ανάμεσα στον κακοντυμένο, πικρόστομο Λιουκ και σ' αυτόν τον φεγγαροπρόσωπο κοντούλη με τη στολή του λιμοκοντόρου, ήτανε τόσο βασική, που μια αμοιβαία άμεση αντιπάθεια ήταν αναπόφευκτη. Τα γουρλωτά μάτια του κοντούλη σταματήσανε στο φτυάρι του Λιουκ και ταξιδέψανε συλλογισμένα πάνω στα λασπωμένα παντελόνια και τη ζακέτα του. Γύρισε τα μάτια του αλλού.
 -"Ήρθες από μακριά"; τονε ρώτησε με κακεντρέχεια ο Λιουκ.
 -"Όχι μακριά, του 'πεν ο φεγγαροπρόσωπος.
 -"Δούλεψες υπερωρίες, ε"; του 'κλεισε το μάτι ο Λιουκ. "Δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από το να κάνεις τον εργατικό, έτσι μου λένε τουλάχιστον".
 -"Τελειώσαμε τη δουλειά", είπ' ο χοντρούλης με αξιοπρέπεια. "Δε κάναμε τους εργατικούς. Γιατί να ξοδέψουμε τη μισή αυριανή βάρδια σε δουλειά πέντε λεπτών, που μπορούσαμε να κάνουμε σήμερα";
 -"Ξέρω ένα λόγο", είπε σοφά ο Λιουκ. "Για να τη φέρεις στο συνάνθρωπό σου".
     Ο φεγγαροπρόσωπος στράβωσε το στόμα σ' ένα γοργό αβέβαιο χαμόγελο, έβγαλε όμως μετά το συμπέρασμα πως η κουβέντα δεν ήταν αστεία.
 -"Εγώ δε δουλεύω έτσι", είπε ψυχρά.
 -"Αυτό το πράμα πρέπει να 'ναι βαρύ", είπε ο Λιουκ, παρατηρώντας πως αγωνίζονταν τα μικρά χοντρουλά χέρια του να βολευτούν στις ακανόνιστες καμπύλες του εργαλείου.
 -"Ναι", ήρθεν η απάντηση, "είναι βαρύ".
 -"Μιάμιση ώρα", άρχισε να μονολογεί ο Λιουκ. "Τόση ώρα μου χρειάζεται να παρκάρω αυτό το φτυάρι. Μόνο και μόνο γιατί κάποιος που 'ναι ψηλά στον κατάλογο, είδε εφιάλτη. Κι εμείς, οι ηλίθιοι, οι κάτω-κάτω στον κατάλογο, υποφέρουμε γι' αυτό".
 -"Δεν είμαι στον πάτο του καταλόγου. Είμαι χειριστής τεχνικών εργαλείων".
 -"Καμιά διαφορά", είπε ο Λιουκ. "Η μιάμιση ώρα είν' ίδια. Μόνο και μόνο γιατί σε κάποιον κατέβηκε αυτή η ανόητη ιδέα".
 -"Δεν είναι και τόσο ανόητη", είπεν ο φεγγαροπρόσωπος. "Φαντάζομαι πως θα υπάρχει κάποιος σοβαρός λόγος γι' αυτή τη διαταγή".
     Ο Λιουκ τράνταξε το φτυάρι κρατώντας το από το στυλιάρι.
 -"Και γι' αυτό είμ' αναγκασμένος εγώ να το κουβαλώ πίσω-μπρος, πάνω στις ταινίες μεταφοράς, επί τρεις ώρες τη μέρα";
     Ο κοντούλης ζάρωσε τα χείλη του.
 -"Κείνος που 'βγαλε αυτή τη ντιρεκτίβα θα ξέρει χωρίς καμιάν αμφιβολία πολύ καλά τη δουλειά του. Αλλιώτικα δε θα μπορούσε να κρατηθεί σ' αυτό το πόστο".
 -"Και ποιος να 'ν' αυτός ο μεγάλος άντρας"; γέλασε σαρκαστικά ο Λιουκ. "Θα 'θελα πολύ να τονε γνωρίσω. Θα 'θελα να μάθω, γιατί θέλει να χάνω τρεις ώρες τη μέρα";
     Ο κοντούλης κοίταξε τον Λιουκ όπως θα κοίταζεν έντομο στο συσσίτιο του.
 -"Μιλάς σαν Ανεπίδεκτος Συμμόρφωσης. Συγγνώμη αν σε πρόσβαλα".
 -"Γιατί να ζητάς συγγνώμη για κάτι που δε μπορείς ν' αλλάξεις"; ρώτησεν ο Λιουκ και του γύρισε τη πλάτη.
     Πέταξε το φτυάρι στο γραφιά πίσω από τα κάγκελα και πήρε την απόδειξη. Γύρισεν επιτηδευμένα προς τον φεγγαροπρόσωπο κι έχωσε την απόδειξη στη μπροστινή τσέπη της καφετιάς-ροζ στολής του.
 -"Κράτη τη, θα σου χρειαστεί το φτυάρι πριν από μένα". Βγήκε καμαρωτός από την αποθήκη. Ήταν μια σπουδαία χειρονομία μα, -δίστασε πριν ανέβει πάνω στην ταινία μεταφοράς- ήταν όμως λογική; Ο χειριστής τεχνικών εργαλείων με τη καφετιά-ροζ φόρμα βγήκε από την αποθήκη ξοπίσω του και ρίχνοντας μια περίεργη ματιά, βιάστηκε να φύγει. Ο Λιουκ κοίταξε πίσω του στην αποθήκη. Αν γύριζε τώρα θα μπορούσε να κανόνιζε τα πράγματα κι αύριο δεν θα 'χε καμία δυσκολία. Αν έφευγε τώρα πάνω στο θυμό του για το υπνωτήριο, αυτό θα σήμαινε μιαν άλλη αποταξινόμηση. Λιουκ Γκρόγκατς, Νεώτερος Εκτελεστής! Ο Λιουκ έχωσε το χέρι στο πουλόβερ και τράβηξε από μέσα τη ντιρεκτίβα που πήρε από τον Μισκίτμαν: ένα κομμάτι κίτρινο χαρτί που 'τανε τυπωμένες μερικές γραμμές, ένα πράγμα δίχως σημασία από μόνο του -συμβόλιζε όμως την Οργάνωση: μια τεράστια δύναμη μ' ακατανίκητη δράση. Έπαιξε νευρικά με το χαρτί και κοίταξε πίσω στην αποθήκη. Ο χειριστής εργαλείων τον είχεν ονομάσει Ανεπίδεκτο Συμμόρφωσης. Το στόμα του στράβωσε σε σύντομη κουρασμένη, γκριμάτσα. Δεν ήταν αλήθεια. Ο Λιουκ δεν ήταν ένας Ανεπίδεκτος Συμμόρφωσης. Δε πίστευε σε τίποτα το ειδικό κι είχεν ανάγκη από το κρεβάτι του, το δελτίο τροφής και το φτωχικό κονδύλι εξόδων του. Βόγκηξε σιγανά -σχεδόν ψιθυριστά.
     Ήταν το τέλος του δρόμου. Έφτασε όσο πιο μακριά μπορούσε, ήταν δυνατό να πίστεψε ποτέ στα σοβαρά πως θα μπορούσε να νικήσει την Οργάνωση; Μπορεί να 'κανε λάθος αυτός και να 'χανε δίκιο οι άλλοι; Δεν ήταν απίθανο, σκέφτηκε χωρίς πεποίθηση. Ο Μισκίτμαν έμοιαζε ικανοποιημένος, ο χειριστής δεν έμοιαζε μόνον ικανοποιημένος, αλλά κι ευχαριστημένος. Ο Λιουκ ακούμπησε στον τοίχο της αποθήκης και τα μάτια του καίγανε και τα 'νιωθε υγρά από λύπη για τον εαυτό του. Ανεπίδεκτος Συμμόρφωσης! Ακατάλληλος! Τι θα γινόταν; Σούφρωσε τα χείλη του περιφρονητικά και πάτησε στη ταινία μεταφοράς. Που να τους πάρει ο διάβολος όλους τους! Θα τον αποταξινομούσανε, θα γινότανε Νεώτερος Εκτελεστής και θα χόρταινε γέλιο!
     Με κατευνασμένο πνεύμα ταξίδεψε μέχρι τον Κεντρικό Σταθμό Γκρίμσμπυ. Εδώ, έτοιμος ν' ανέβει στη κινούμενη σκάλα, σταμάτησεν απότομα, ανοιγοκλείνοντας τα μάτια και τρίβοντας το μακρύ χλωμό πηγούνι, άρχισε να μελετά μιαν άλλην ακόμα άποψη του ζητήματος. Του φάνηκε να προσφέρει κάποια δυνατότητα να... όχι, όμως. Δεν ήταν δυνατό... κι όμως, γιατί όχι; Μελέτησε για μια φορά ακόμα τη ντιρεκτίβα. Λάβεστερ Λάιμον, Διευθυντής Τοπικού Γραφείου Προμηθειών, αυτός φαίνεται πως έβγαλε αυτές τις οδηγίες. Ο Λάβεστερ Λάιμον μπορούσε λοιπόν και να τις ακυρώσει. Αν ο Λιουκ τα κατάφερνε να πείσει τον Λάιμον, οι στεναχώριες του ίσως και να μη διαλύονταν, θα ελαττώνονταν όμως τουλάχιστον. Θα μπορούσε να παρουσιάζεται χωρίς το φτυάρι του στη δουλειά. Θα μπορούσε να γελούσε σαρκαστικά σαν απάντηση στο ευγενικό κρυφοειρωνικό χαμόγελο του Μισκίτμαν. Θα μπορούσε μάλιστα να κάνει τον κόπο να ψάξει να βρει τον φεγγαροπρόσωπο κοντούλη με τη μηχανή μετρήσεως... Αναστέναξε. Γιατί να συνεχίσει αυτό το μάταιο ονειροπόλημα; Πρώτα απ' όλα έπρεπε να πεισθεί ο Λάιμον ν' ακυρώσει αυτή τη ντιρεκτίβα -και ποιες πιθανότητες είχε να το πετύχει; Ίσως όχι και τόσον αστρονομικές, εδώ που τα λέμε, συλλογιζόταν θλιβερά καθώς ταξίδευε με τη ταινία μεταφοράς πίσω στο υπνωτήριο. Η ντιρεκτίβα δεν ήταν, σίγουρα, καθόλου πρακτική. Έβαζε σε δυσκολίες πάρα πολλούς ανθρώπους, ενώ βόλευε ελάχιστους. Αν μπορούσε να πείσει τον Λάιμον γι' αυτό, αν μπορούσε να του αποδείξει πως το γόητρό του ζημιωνόταν μ' αυτήν, ίσως να δεχόταν να την αποσύρει.
     Έφτασε στο υπνωτήριο λίγο μετά τις εφτά. Πήγεν αμέσως στο θάλαμο επικοινωνίας και κάλεσε το Γραφείο Προμηθειών Τμήματος 8892. Του 'πανε πως ο Λάβεστερ Λάιμον θα 'ρχότανε στις οχτώ και τριάντα. Ο Λιουκ έκανε μια φροντισμένη τουαλέτα κι αφού το σκέφτηκε καλά, επένδυσε τέσσερα Ειδικά Κουπόνια σ' ένα καινούριο κουστούμι βαμβακερών ρούχων: έν' εφαρμοστό μαύρο σακάκι κι ένα μπλε παντελόνι, που 'χανε κόψιμο κάπως στρατιωτικό κι ήταν αρκετά καλύτερης ποιότητας από τα συνηθισμένα ρούχα. Όταν περιεργάστηκε τον εαυτό του στον καθρέφτη του λουτρού, έβγαλε το συμπέρασμα πως το παρουσιαστικό του δεν ήταν και τόσον άσχημο. Πήρε το πρωινό του μερτικό τροφής σε κοντινό σταθμό φαγητού τύπου ΡΠ, ανέβηκε στον 14ο ημιόροφο και πήγε με τη ταινία μεταφοράς στην Υπηρεσία Κατασκευής & Συντήρησης Οχετών της Περιοχής 8892. Μια αναιδής κοπέλα γραφείου με τα καστανά μαλλιά κατεβασμένα στο πρόσωπο σύμφωνα με το μοντέρνο χτένισμα «του βαρόνου-ληστή» οδήγησε τον Λιούκ στο γραφείο του Λάιμον. Όταν έφτασε στη πόρτα, κοίταξε μ' ύφος σεμνό πίσω της κι ο Λιουκ χάρηκε που είχεν επενδύσει τα κουπόνια του σε καινούρια ρούχα. Με τονωμένο το ηθικό σήκωσε το κεφάλι ψηλά και μπήκε μ' ύφος γεμάτο εμπιστοσύνη στον εαυτό του, στο γραφείο του Λάιμον.
     Ο Λάβεστερ Λάιμον, που καθόταν στο γραφείο του, βρέθηκε για μια στιγμή όρθιος, απαντώντας ευγενικά στο χαιρετισμό του. Ήταν άνθρωπος μετρίου αναστήματος, αρκετά συμπαθητικός με χρυσοκάστανα μαλλιά βουρτσισμένα προσεκτικά πάνω από μιαν ηλιοκαμένη και γεμάτη πανάδες, φαλάκρα. Τα μάτια του ήταν χρυσοκάστανα, στρογγυλά και μαλακά, το σακάκι του ήταν χρυσοκάστανο και το παντελόνι του από χρυσοκάστανο βελούδο κοτλέ, καλής ποιότητας. Κούνησε το χέρι του δείχνοντας μια πολυθρόνα.
 -"Θέλετε να καθίσετε, κύριε Γκρόγκατς"; Αντιμετωπίζοντας τέτοιαν εγκαρδιότητα, ο Λιουκ έκοψε την αγριάδα κι ένιωσε μάλιστα την ελπίδα ν' ανθίζει μέσα του. Ο Λάιμον έμοιαζε να 'ν' εντάξει άνθρωπος, μπορεί κι η ντιρεκτίβα να 'ταν απλούστατα ένα διοικητικό λάθος. Ο Λάιμον σήκωσε ερωτηματικά τα χρυσοκάστανα φρύδια του. Ο Λιουκ δεν έχασε καιρό σ' εισαγωγή. Παρουσίασε τη ντιρεκτίβα.
 -"Η υπόθεση μου αφορά αυτό το πράγμα, κύριε Λάιμον. Πρόκειται για μια διαταγή που φαίνεται πως τη συντάξατε εσείς". Ο Λάιμον πήρε τη ντιρεκτίβα, τη διάβασε και κούνησε το κεφάλι.
 -"Ναι, είναι δική μου διαταγή. Έχει κανένα λάθος"; Ο Λιουκ ξαφνιάστηκε κι ένιωσε κακό προαίσθημα. Ένας τόσο λογικός άνθρωπος έπρεπε σίγουρα ν' αντιλαμβάνεται αμέσως τη βλακεία αυτής της ντιρεκτίβας!
 -"Πρόκειται απλούστατα περί διαταγής που δεν είναι εφαρμόσιμη", είπε σοβαρά ο Λιουκ. "Είναι, πραγματικά, τελείως παράλογη, κύριε Λάιμον". Ο Λάιμον δε φάνηκε να θίγεται διόλου.
 -"Ώστε έτσι! Και γιατί το λέτε αυτό; Επ' ευκαιρία, κύριε Γκρόγκατς, είστε..." Και πάλι τα χρυσοκάστανα φρύδια του ανασηκώθηκαν ερωτηματικά.
 -"Είμαι βοηθός, Τάξεως Δ, στο συνεργείο του τούνελ", είπε ο Λιουκ. "Έχασα μιάμιση ώρα σήμερα για να παραδώσω το φτυάρι μου. Αύριο θα χάσω άλλη μιάμιση ώρα πάλι, για να το παραλάβω. Όλα αυτά είναι σε βάρος του δικού μου χρόνου. Δεν μου φαίνεται να είναι λογικό". Ο Λάιμον ξαναδιάβασε τη ντιρεκτίβα, σούφρωσε τα χείλη και κούνησε μια-δυο φορές το κεφάλι. Μίλησε στο τηλέφωνο του γραφείου του.
 -"Μις Ραμπ, θα 'θελα να δω..." συμβουλεύτηκε το σχετικό αριθμό της ντιρεκτίβας, "...θέμα εφτά-πέντε-τέσσερα-δύο, φάκελος Γ, ενενήντα οχτώ". Στον Λιουκ είπε με μάλλον αφηρημένη φωνή: "Αυτά τα πράγματα μπερδεύονται πολύ καμιά φορά".
 -"Μπορείτε όμως να αλλάξετε τη διαταγή"; ξέσπασε ο Λιουκ. "Συμφωνείτε κι εσείς πως είναι παράλογη";
     Ο Λάιμον έγειρε το κεφάλι του προς τα πλάγια κι έκανε ένα μορφασμό γεμάτο αμφιβολία.
 -"Θα δούμε τι λέει το σχετικό χαρτί. Αν θυμάμαι καλά..." κι η φωνή του έσβησε. Είκοσι δευτερόλεπτα πέρασαν. Ο Λάιμον χτυπούσε τα δάχτυλά του νευρικά πάνω στο γραφείο. Ακούστηκε σιγανό χτύπημα καμπάνας. Ο Λάιμον άγγιξε ένα κουμπί κι η οθόνη του γραφείου παρουσίασε αυτό που 'χε ζητήσει: μια άλλη καθοδηγητική ντιρεκτίβα που έμοιαζε σε διατύπωση με τη πρώτη.

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΡΓΩΝ, ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΧΡΗΣΙΜΟΤΗΤΑΣ
ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ, ΤΟΜΕΑΣ 8892
ΤΜΗΜΑ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ
Γραφείο Διευθυντού
Ντιρεκτίβα Πολιτικής Κατεύθυνσης: 2888 Σειρά ΒΚΟΥ 008
Κώδικας Τάξης: ΓΖΠ-ΑΑΡ-ΡΕΦ
Σχετικό: ΟΠ9 - 123
Κώδικας Ημερομηνίας: ΒΡ - ΕΚΟΥ -ΛΛΤ
Εξουσιοδοτήθηκε: Α Σ
Έγινε αντιπαραβολή: ΣΧ ΜΚΔ
Από: Τζουντάια Ρίππ, Διευθυντή 
Προς: Λάβεστερ Λάιμον, Προϊστάμενο Γραφείου Προμηθειών.
Θέμα: Οικονομίες Εργασίας
Χρόνος Εφαρμογής: Αμεσος
Διάρκεια Αρμοδιότητας: Μόνιμη
Ουσία: Το μηνιαίο μερίδιο σας ανεφοδιασμού προς συμπλήρωση του Τύπου Α, Β, Δ, Η, Φ ελαττώνεται κατόπιν του παρόντος σε 2,2%. Προτείνεται όπως γνωρίσετε στο ενδιαφερόμενο προσωπικό αυτή την ελάττωση και λάβετε μέτρα για την εξασφάλιση μιας μεγαλύτερης οικονομίας. Έχει παρατηρηθεί πως η χρήση υπό των τμημάτων (εφοδίων) κυρίως του Τύπου Δ είναι ανώτερη του υπολογισθέντος μέσου όρου.
Πρόταση: Μεγαλύτερη προσοχή από μέρους ατόμων που χρησιμοποιούν εργαλεία, συμπεριλαμβανομένης της αποθηκεύσεως κατά τη διάρκεια της νύχτας.

 -"Τα εργαλεία τύπου Δ", είπε ξερά ο Λάιμον "είναι τα χειρωνακτικά εργαλεία. Ο γέρο-Ριππ θέλει να γίνονται αιματηρές οικονομίες. Εγώ απλώς το ανακοινώνω. Αυτή είναι ολόκληρη η ιστορία που κρύβεται πίσω από το έξι-πέντε-ένα-ένα". Έδωσε πίσω στον Λιουκ τη σχετική ντιρεκτίβα και ξάπλωσε στο κάθισμά του. "Το βλέπω πως σας κουράζει αυτό, αλλά..." - σήκωσε τα χέρια του σε μιαν αδιάφορη σχεδόν αναιδή χειρονομία, "αυτός είναι ο τρόπος που εργάζεται η Οργάνωση".
     Ο Λιουκ πάγωσε από την απογοήτευση που 'νιωσε.
 -"Δε θ' ανακαλέσετε λοιπόν τη ντιρεκτίβα";
 -"Γίνεται, καλέ μου άνθρωπε";
     Ο Λιουκ έκανε πως δεν σκοτιζόταν καθόλου.
 -"Εντάξει, λοιπόν, θα βρεθεί πάντοτε κάποια θέση και για μένα ανάμεσα στους Νεώτερους Εκτελεστές. Τους είπα που να βάζουν τα φτυάρια τους".
 -"Μμμμ. Μην ενεργείτε απερίσκεπτα. Λυπάμαι που δε μπορώ να βοηθήσω". Ο Λάιμον μελέτησε περίεργος τον Λιουκ και στα χείλη του ζωγραφίστηκε ένα ελαφρύ ειρωνικό χαμόγελο. "Γιατί να μη τα πείτε με τον γέρο-Ριππ";
     Ο Λιουκ τον λοξοκοίταξε με υποψία.
 -"Και τι θα κερδίσω μ' αυτό";
 -"Δε μπορείτε ποτέ να ξέρετε", είπε καλόκαρδα ο Λάιμον. "Φανταστείτε να πέσει κανένα αστροπελέκι, φανταστείτε πως θ' αλλάξει τη ντιρεκτίβα του. Δε μπορώ να τα βάλω μαζί του προσωπικά, θα 'χω φασαρίες. Μα δεν υπάρχει κανένας λόγος να μη μπορείτε να το κάνετε σεις". Γύρισε στον Λιουκ μ' ένα γοργό πολύξερο χαμόγελο κι ο Λιουκ κατάλαβε πως η φιλοφρόνηση του Λάιμον, μ' όλο που 'ταν ειλικρινής, του χρησίμευε σαν ένα πολύ βολικό καμουφλάζ για την ιδιοτέλειά του και το επιδέξιο παιχνίδι της μηχανορραφίας. Ο Λιουκ σηκώθηκε όρθιος απότομα. Δεν επρόκειτο να βγάλει, για κανένα, κάστανα από τη φωτιά κι άνοιξε κιόλας το στόμα για να το πει στον Λάιμον. Κείνη τη στιγμή μια ανάμνηση πέρασε από το μυαλό του, η σκηνή στην αποθήκη που πέταξε περιφρονητικά και την απόδειξη για το φτυάρι του στον χειριστή τεχνικών εργαλείων. Ο Λιουκ αγαπούσε πάντοτε τις μεγάλες χειρονομίες κι εκτέθηκε τόσο από την απροσεξία του, που δε του 'μεινε περιθώριο για οπισθοχώρηση. Πότε θα μάθαινε να συγκρατείται; Ρώτησε με ταπεινή φωνή:
 -"Ποιος είναι πάλι αυτός ο Ριππ";
 -"Ο Τζουντάια Ριππ Διευθυντής Τμήματος Αποχέτευσης. Μπορεί να κουραστείτε να τον δείτε, είναι πολύ δύσκολο κτήνος. Περιμένετε να δω αν είναι στο γραφείο". Ζήτησε πληροφορίες από το τηλέφωνο. Σ' απάντηση του 'πανε πως ο Ριππ μόλις είχε φτάσει στο γραφείο του Τμήματος, στον ημιόροφο 3, κάτω από το πάρκο Μπράμπλμπαρυ. Ο Λάιμον έδωσε στον Λιουκ μια συμβουλή τακτικής:
 -"Είναι πολύ ευέξαπτος, βάζει εύκολα τις φωνές. Θα σας πω το μυστικό: μη του δώσετε σημασία. Σέβεται τη σταθερότητα. Χτυπήστε τη γροθιά σας στο γραφείο. Βάλτε κι εσείς τις φωνές. Αν πάτε με το γάντι, θα σας πετάξει με τις κλωτσιές. Μη τονε λογαριάστε και τότε θα σας ακούσει".
     Ο Λιουκ κοίταξε καλά-καλά τον Λάιμον, γνωρίζοντας θαυμάσια πως το παίξιμο στο χρυσοκάστανο μάτι του ήταν ευθυμία γεμάτη κακεντρέχεια. Του 'πε:
 -"Θα 'θελα αντίγραφο της ντιρεκτίβας, για να καταλάβει περί τίνος μιλώ".
     Ο Λάιμον συνήλθεν αμέσως. Ο Λιουκ μπορούσε να διαβάσει το μυαλό του: Θα τα βάλει άραγε μαζί μου ο Ριππ αν του στείλω αυτό τον παλαβό; Αξίζει τον κόπο να το δοκιμάσω;
 -"Εντάξει", είπε ο Λάιμον. "Πάρτε την από την κοπέλα".
     Ο Λιουκ ανέβηκε στον Ημιόροφο 3 και μπήκε από την ευχάριστη τριώροφη αψίδα κάτω από το πάρκο Μπράμπλμπαρυ. Πέρασε τη ψηλή δεξαμενή για ψάρια με τους γυάλινους τοίχους που 'ταν ανοιχτή προς τον ουρανό και φωτιζόταν από τον ήλιο, ανέβηκε στη τοπική ταινία μεταφοράς κι έπειτα από διαδρομή δυο-τριων λεπτών κατέβηκε μπροστά στο Γραφείο Υγειονομικών Έργων της Περιοχής 8892. Το Τμήμα Αποχέτευσης καταλάμβανε μια σειρά από μάλλον κακοβαλμένα δωμάτια, δίπλα σ' ένα εσωτερικό κηπάκο. Ο Λιουκ πέρασε από 'να διάδρομο στρωμένο με μπλε, γκρίζο και πράσινο μωσαϊκό και μπήκε σ' ένα λευκό δωμάτιο μ' ανοιχτή γκρι και ροζ επίπλωση. Μια μακρόστενη τοιχογραφία από χρυσές μαύρες κι άσπρες σωληνώσεις, επιδέξια δεμένες μεταξύ τους, διακοσμούσε τον ένα τοίχο. Ένας άλλος ήτανε πνιγμένος κάτω από βαριά πράσινα φύλλα που φύτρωναν μέσα από μια ψηλή γλάστρα. Στο γραφείο καθόταν η ρεσεψιονίστ, μια παχουλή μουτρωμένη κοπέλα μ' ένα ψεύτικο κόκαλο περασμένο από τη μύτη της κι ένα κολιέ από δόντια καρχαρία, κρεμασμένο γύρω από το λαιμό. Είχε τα μαλλιά της δεμένα ψηλά, γύρω από το κεφάλι σα δεσμίδα σιταριού κι έν' αστείο καφέ και μαύρο πρωτόγονο σύμβολο διακοσμούσε το μέτωπό της.
     Ο Λιουκ της εξήγησε πως θα 'θελε να πει δυο λόγια με τον κ. Τζουντάια Ριππ, τον Διευθυντή του Τμήματος. Ίσως επειδή ένιωθε άβολα, ο Λιουκ μιλούσε απότομα. Η κοπέλα ανοιγοκλείνοντας τα μάτια από την έκπληξη τον εξέτασε με περιέργεια. Μετά από μιας στιγμής δισταγμό, κούνησε το κεφάλι μ' αμφιβολία.
 -"Δε θα σας έκανε κάποιος άλλος; Η μέρα του κυρίου Ριππ είν' ασφυκτικά προγραμματισμένη. Για ποιο πράγμα θέλετε να τον δείτε"; Ο Λιουκ δοκίμασε να της χαμογελάσει μ' ύφος πειστικό, αλλά το μόνο που πέτυχε ήταν να τη στραβοκοιτάξει με βλοσυρή σημασία. Η κοπέλα, ολοφάνερα, τα 'χασε.
 -"Ίσως θα μπορούσατε να πείτε στον κ. Ριππ πως είμαι 'δω", της  είπε. "Σε μια από τις καθοδηγητικές του ντιρεκτίβες -πως να το πω;- έχουνε γίνει μερικές ανωμαλίες ή μάλλον κακές εφαρμογές..."
 -"Ανωμαλίες"; Η κοπέλα φάνηκε να 'πιασε μόνον αυτή τη λέξη. Κοίταξε τον Λιουκ μ' άλλο μάτι τώρα, παρατηρώντας το καινούριο μαύρο και μπλε κουστούμι του με το κάπως στρατιωτικό κόψιμο. Να 'ταν άραγε κανένας επιθεωρητής ;
 -"Θα καλέσω τον κ. Ριππ", είπε νευρικά. "Τ' όνομα και το βαθμό σας, κύριε"; Ο Λιουκ χαμογέλασε ξανά, με σημασία κι η κοπέλα γύρισε τα μάτια της αλλού.
 -"Δεν έχει σημασία".
 -"Θα καλέσω τον κ. Ριππ, κύριε. Μια στιγμή, παρακαλώ". Γύρισε στη θέση της, μουρμούρισε κάτι φοβισμένα στην οθόνη, κοίταξε τον Λιουκ και ξαναμίλησε πάλι. Μια ψιλή φωνή απάντησε, μιλώντας με τη μύτη. Η κοπέλα γύρισε πίσω στη θέση της και κούνησε το κεφάλι στον Λιουκ.
 -"Ο κ. Ριππ μπορεί να σας διαθέσει μερικά λεπτά. Από τη πρώτη πόρτα παρακαλώ".
     Ο Λιουκ μπήκε με στητούς ώμους σ' ένα ψηλοτάβανο δωμάτιο, ντυμένο με ξύλο. Ο ένας τοίχος άνοιγε πάνω στη δεξαμενή που φέγγιζε πράσινη ενώ κόκκινα ψάρια κολυμπούσαν πέρα-δώθε γοργά. Στο γραφείο καθόταν ο Τζουντάια Ριππ, ένας ψηλός, γεμάτος άνθρωπος που 'μοιαζε κι ο ίδιος με μεγάλο ψάρι. Το κεφάλι του ήταν στενόμακρο, χλωμό σαν του σκουμπριού κι ήταν γερμένο πίσω στους ώμους. Το πηγούνι δε διακρινόταν, ο λαιμός του 'φτανε μέχρι το στόμα, που 'μοιαζε δε σα του κυπρίνου. Ωχρά μάτια κάρφωναν τον Λιουκ πάνω από μικρά στρογγυλά ρουθούνια, τα μαλλιά του σα κοντότριχη βούρτσα βγαίναν από το πίσω μέρος του κεφαλιού, όπως τα ξερά χορτάρια που φυτρώνουν σ' έναν αμμόλοφο. Ο Λιουκ θυμήθηκε πως του απεικόνισε προφορικά ο Λάιμον τον Ριππ: «οξύθυμος». Μάλλον δεν του ταίριαζε. Να 'χεν άραγε ο Λάιμον προσωπικά με τον Ριππ; Μήπως χρησιμοποιούσε τον Λιουκ σαν όργανο για κακεντρεχή εκδίκηση; Επειδή το υποψιαζόταν αυτό ο Λιουκ ένιωθε άβολα κι αδέξια.
     Ο Τζουντάια Ριππ τον επιθεώρησε πάνω-κάτω με ψυχρό ακίνητο μάτι.
 -"Σε τι μπορώ να σας εξυπηρετήσω κ. Γκρόγκατς; Η γραμματέας μου 'πε πως είστε ένα είδος επιθεωρητή". Ο Λιουκ μελέτησε τη κατάσταση, με τα στενά μαύρα μάτια του στυλωμένα στο πρόσωπο του Ριππ. Του 'πε τη καθαρή αλήθεια.
 -"Επί μερικές βδομάδες τώρα εργάζομαι υπό την ιδιότητα του Βοηθού Δ Τάξεως σ' ένα συνεργείο τούνελ".
 -"Τι διάβολο ψάχνετε σ' ένα συνεργείο τούνελ"; τονε ρώτησε ο Ριππ, διασκεδάζοντάς τον ψυχρά.
     Ο Λιουκ κούνησε ελαφρά το χέρι σε μια χειρονομία που σήμαινε πολλά ή τίποτα, όπως ήθελε να το πάρει ο άλλος.
 -"Χθες το βράδυ ο αρχιεργάτης αυτού του συνεργείου πήρε μια καθοδηγητική ντιρεκτίβα, που την είχε εκδόσει ο Λάβεστερ Λάιμον από το γραφείο Προμηθειών. Αυτή η ντιρεκτίβα ξεπερνάει με τη βλακεία της κάθε άλλη που 'τυχε να δω ποτέ".
 -"Αν είναι δουλειά του Λάιμον δε μου 'ναι διόλου δύσκολο να το πιστέψω", είπε ο Ριππ μέσα από τα δόντια του.
 -"Πήγα και τονε βρήκα στο γραφείο του. Αρνήθηκε να πάρει αυτός την ευθύνη και με παρέπεμψε σε σας". Ο Ριππ ανακάθισε πιο ίσια στη καρέκλα.
 -"Ποια οδηγία είναι"; Ο Λιουκ του πέρασε τις δυο ντιρεκτίβες πάνω από το τραπέζι. Ο Ριππ τις διάβασε αργά και τις επέστρεψε πρόθυμα, λέγοντας:
 -"Δε βλέπω ακριβώς..." Σταμάτησε. "Θα 'πρεπε να πω πως αυτές οι ντιρεκτίβες αντανακλούν απλώς τις εντολές που έλαβα εγώ κι εξέδωσα τις ντιρεκτίβες. Που 'ν' η δυσκολία";
 -"Επιτρέψτε μου να σας αναφέρω τη προσωπική μου εμπειρία", είπε ο Λιουκ. Σήμερα το πρωί κουβάλησα -όπως σας είπα υπό τη προσωρινή ιδιότητά μου του βοηθού- ένα φτυάρι από την είσοδο του τούνελ μέχρι την αποθήκη, όπου και το παρέδωσα. Χρειάστηκα μιάμιση ώρα γι' αυτή την επιχείρηση. Αν εργαζόμουν μόνιμα σε τέτοιου είδους εργασία, θα 'χανα εντελώς το ηθικό μου".
     Ο Ριππ φάνηκε να μην ενοχλήθηκε καθόλου.
 -"Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να σας παραπέμψω στους ανωτέρους μου". Μίλησε στο τηλέφωνο του γραφείου του. "Διαβιβάστε μου παρακαλώ τον φάκελο ΟΡ εννιά, αριθμός ένα-δύο-τρία". Γύρισε πάλι προς το μέρος του Λιουκ. "Δε μπορώ ν' αναλάβω την ευθύνη ούτε για τη ντιρεκτίβα ούτε για την ανάκλησή της. Μου επιτρέπετε να ρωτήσω τι είδους έρευνες σας οδηγούν κάτω στη σήραγγα; Και σε ποιον τις αναφέρετε; Μη βρίσκοντας λόγια που να 'ναι ταυτόχρονα υπεκφυγή και πειστικά, ο Λιουκ προτίμησε να κρατήσει τη στάση της περιφρονητικής σιωπής. Ο Ριππ κατσούφιασε σουφρώνοντας το πετσί γύρω στα στρογγυλά ανέκφραστα μάτια του. "Όσο περισσότερο σκέφτομαι αυτή την υπόθεση, τόσο περισσότερο απορώ. Γιατί να γίνει αυτό το ζήτημα, θέμα έρευνας; Ποιος είναι αυτός που..." Η ντιρεκτίβα που 'χε ζητήσει ο Ριππ ξεπήδησε από 'να στενό άνοιγμα. Της έριξε μια ματιά και τη πέρασε μετά στον Λιουκ. "Θα δείτε πως η ντιρεκτίβα αυτή μ' απαλλάσσει εντελώς από κάθε ευθύνη", είπε κοφτά. Η ντιρεκτίβα είχε τη συνηθισμένη μορφή:

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΡΓΩΝ, ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΧΡΗΣΙΜΟΤΗΤΑΣ
Γραφείο του Αρμοστή Δημόσιας Χρησιμότητας
Ντιρεκτίβα Πολιτικής Κατεύθυνσης: 449 Σειρά ΟΥΑ-14-Γ2
Κώδικας Τάξης: ΓΖΠ-ΑΑΡ-ΡΕΦ
Σχετικό: ΤΚΟΥ9 - 1422
Κώδικας Ημερομηνίας: ΒΠ-ΕΚΟΥ-ΛΛΤ
Εξουσιοδοτήθηκε: ΡΟΥ-ΡΟΥΔ-Οργ.
Ελέγχθηκε: Γ. Έβανς
Έγινε αντιπαραβολή: Χέρνον Κλάνεκ
Από: Πάρρις Ντε Βίκερ, Αρμοστή Δημόσιας Χρησιμότητας
Μέσω: Όλων των Περιφερειακών Πρακτορείων Υγειονομικών Έργων
Προς: Όλους τους Προϊσταμένους Υπηρεσιών 
Θέμα: Προσοχή: Επείγουσα ανάγκη αυστηρών κι άμεσων οικονομιών στη χρήση εξαρτημάτων και τη κατανάλωση των εφοδίων.
Χρόνος Εφαρμογής: Αμεσος
Διάρκεια Αρμοδιότητας: Μόνιμη
Ουσία: Όλοι οι προϊστάμενοι υπηρεσιών εντέλλονται ν' αρχίσουν, να εφαρμόζουν και να επιβάλλουν αυστηρές οικονομίες στη χρήση των εφοδίων και του εξοπλισμού, ιδίως όσον αφορά αντικείμενα κατασκευασμένα από μεταλλικά κράματα ή που απαιτούν τη λειτουργική κατανάλωση των ιδίων των μετάλλων, σε κείνες τις περιοχές όπου εφαρμόζεται η επίσημη εξουσία. Ελάττωση κατά 2% θεωρείται σαν η ελάχιστη. Η βαθμολογική προαγωγή θα επηρεάζεται ως έναν ορισμένο βαθμό από τις επιτευχθείσες οικονομίες. Η ντιρεκτίβα θεωρήθηκε και μεταδόθηκε υπό: Λη Τζον Σμιθ -Περιφερειακό Πράκτορα Υγειονομικών Έργων 8892.

     Ο Λιουκ σηκώθηκε όρθιος, γιατί το μόνο που τον ενδιέφερε τώρα ήταν να βγει από το γραφείο όσο πιο γρήγορα γινόταν. Έδειξε με το χέρι του τη ντιρεκτίβα:
 -"Αυτό είν' αντίγραφο";
 -"Ναι".
 -"Θέλω να το πάρω, αν επιτρέπεται". Έβαλε τη ντιρεκτίβα με τις άλλες δυο. Ο Ριππ τονε παρακολουθούσε μ' ελαφριά αλλά πολύ φανερή καχυποψία.
 -"Δε μπορώ να καταλάβω ποιον αντιπροσωπεύετε".
 -"Όσο λιγότερα ξέρει κανείς καμιά φορά, τόσο το καλύτερο", είπε ο Λιουκ. Η υποψία χάθηκε από το ψαρίσιο μούτρο του Τζουντάια Ριππ. Μόνον ένα πρόσωπο που το εξασφάλιζε ο βαθμός του μπορούσε να επιτρέψει στον εαυτό του να χρησιμοποιήσει γλώσσα τέτοιου είδους, μιλώντας σ' ένα μέλος της κατώτερης Ανώτατης Διάταξης. Κούνησε ελαφρά το κεφάλι.
 -"Αυτό είναι το μόνο που σας χρειάζεται";
 -"Όχι", είπε ο Λιουκ, "μα είναι το μόνο που μπορώ να πάρω από 'δω". Γύρισε προς τη πόρτα νιώθοντας τον Ριππ να σκαλίζει τη πλάτη του με τα μάτια. Η φωνή του Ριππ τονε σταμάτησε απότομα και κοφτερά:
 -"Μια στιγμή, παρακαλώ". Ο Λιουκ γύρισεν αργά. "Ποιος είστε; Να δω το διαπιστευτήριό σας". Ο Λιουκ γέλασε χοντρά.
 -"Δεν έχω". Ο Ριππ σηκώθηκε όρθιος και πυργώθηκε πιέζοντας τα κοκαλάκια των χεριών του πάνω στο γραφείο. Ξαφνικά ο Λιουκ σκέφτηκε πως ο Ριππ ήταν οξύθυμος κατά βάθος. Το πρόσωπό του, χλωμό σα του σκουμπριού, βάφτηκε ροζ σα του σολομού.
 -"Πέστε μου ποιος είστε", είπε βραχνά, "προτού καλέσω τον φύλακα".
 -"Φυσικά", είπε ο Λιουκ. "Δεν έχω τίποτα να κρύψω. Είμαι ο Λιουκ Γκρόγκατς. Εργάζομαι σαν Βοηθός Τάξως Δ στο Συνεργείο της Σήραγγας υπ' αριθ. 3 της Υπηρεσίας Κατασκευής & Συντήρησης Αποχετεύσεων".
 -"Και γιατί ήρθατε με πλαστή ιδιότητα και σπαταλάτε το χρόνο μου";
 -"Που εμφανίστηκα υπό πλαστή ιδιότητα;" ζήτησε να μάθει ο Λιουκ με φωνή γεμάτη ικανοποίηση. "Ήρθα εδώ να μάθω γιατί υποχρεώθηκα σήμερα το πρωί να κουβαλήσω το φτυάρι μου από την αποθήκη. Μου στοίχισε μιάμιση ώρα. Είναι παράλογο. Σας διατάξανε να κάνετε 2% οικονομία κι εγώ αναγκάζομαι να χάνω τρεις ώρες κάθε μέρα για να κουβαλάω μπρος-πίσω ένα φτυάρι". Ο Ριππ κοίταξε σα χαμένος τον Λιουκ επί μερικά δευτερόλεπτα κι έπειτα κάθισε απότομα κάτω.
 -"Είστε Βοηθός Τάξεως Δ";
 -"Σωστά".
 -"Χμ... Έχετε πάει στο Γραφείο Προμηθειών; Σας έστειλε 'δω ο Προϊστάμενος";
 -"Όχι. Μου 'δωσε αντίγραφο της ντιρεκτίβας που 'λαβε, ακριβώς όπως εσείς".
     Το ρόδινο χρώμα του σολωμού έσβησε στ' αδύνατα μάγουλα του Ριππ. Το ψαρίσιο στόμα του άρχισε να παίζει διασκεδάζοντας με τη κατάσταση.
 -"Αυτό φυσικά δεν είναι κανένα κακό. Τι ελπίζετε να πετύχετε";
 -"Δε θέλω να κουβαλώ αυτό το σιχαμερό φτυάρι πάνω-κάτω. Θα 'θελα να βγάζατε μια σχετική διαταγή". Ο Ριππ άπλωσε τα χλωμά του χείλη σ' ένα ψυχρό, αποθαρρυντικό χαμόγελο.
 -"Φέρτε μου μια καθοδηγητική ντιρεκτίβα σχετικά μ' αυτό από τον Πάρρις Ντε Βίκερ και θα το κάνω μετά χαράς. Τώρα όμως..."
 -"Θα θέλατε να κλείσετε ραντεβού για μένα";
 -"Ένα ραντεβού"; Ο Ριππ ξαφνιάστηκε. "Με ποιον";
 -"Με τον Αρμοστή Δημόσιας Χρησιμότητας".
 -"Μπα!" Ο Ριππ κούνησε το χέρι αποπέμποντάς τον μ' ύφος ψυχρό. "Έξω!"
     Ο Λιουκ στεκόταν στον προθάλαμο με το γαλάζιο μωσαϊκό βράζοντας από μίσος για τον Ριππ, τον Λάιμον, τον Μισκίτμαν και κάθε άλλον ανώτερο λειτουργό, που ανακατώνοταν εκεί που δεν τον σπέρναν. Αν γινόταν Πρόεδρος Διοικητικού Συμβουλίου για δυο μόνον ωρίτσες, -συνέχιζε το ονειροπόλημα, που τόσο συχνά το επαναλάμβανε- πόσο θα τον τρέμανε! Με τα μάτια της φαντασίας του έβλεπε τον Ριππ να φτυαρίζει τα βρεμένα απορρίμματα με μολυβένιο φτυάρι, την ώρα που ένα περιστροφικό τρυπάνι, που έκανε τη διπλάσια φασαρία κι είχε τη διπλάσια ισχύ, ξεφυσούσε μαύρες μπόρες ζεστής σκόνης και τα θρύμματα του βράχου πάνω στο λαιμό του. Ο Λάιμον θα υποχρεωνόταν ν' αλλάζει τα δόντια του τρυπανιού που κάπνιζαν από τη θερμότητα με μια μικρή και σκουριασμένη πένσα, ενώ ο Μισκίτμαν, θα κουβαλούσε, πριν και μετά τη βάρδια, το φτυάρι, τη πένσα κι όλα τα φθαρμένα δόντια μπρος-πίσω στην αποθήκη.
     Ο Λιουκ στάθηκε ράθυμος για πέντε λεπτά στο διάδρομο, ανέβηκε έπειτα με τις κινούμενες σκάλες στην επιφάνεια σ' αυτό το σημείο, χάρη στο Πάρκο Μπράμπλμπαρυ μπορούσε και ξεχώριζε καθαρά σαν επιφάνεια κι όχι σαν ένας όροφος ανάμεσα στους άλλους. Περπατούσε αργά μέσα από τα χαλικοστρωμένα δρομάκια κι ήταν τόσο απορροφημένος από τα προβλήματά του που δεν έδωσε καν σημασία στον ανοιχτό ουρανό. Αντιμετώπιζε αδιέξοδο. Δε του 'μεινε άλλο πεδίο για δράση. Ο Ριππ του 'χε προτείνει κοροϊδευτικά να δει τον Αρμοστή Δημόσιας Χρησιμότητας. Ακόμα κι αν χάρη σ' απίθανες συνθήκες, εξασφάλιζε ραντεβού με τον Αρμοστή, τι θα πετύχαινε; Γιατί ν' ακύρωνε ο Αρμοστής μια καθοδηγητική οδηγία με τόσο ολοφάνερη σπουδαιότητα; Εκτός αν μπορούσε να πεισθεί -από ποιον παράγοντα, ήταν αδύνατο στον Λιουκ να το καθορίσει και ούτε καν να το φανταστεί- να εκδόσει μιαν ειδική ντιρεκτίβα που θα εξαιρούσε τον Λιουκ από την εφαρμογή της οδηγίας. Γέλασε υπόκωφα κι ο θόρυβος αυτός τρόμαξε τα περιστέρια που πηγαινοέρχονταν καμαρωτά στο δρόμο. Και τώρα; Πίσω στο υπνωτήριο. Τα δικαιώματά του στο υπνωτήριο συμπεριλάμβαναν τη χρήση της κουκέτας του επί δώδεκα ώρες καθημερινά και δεν έβγαζε την ολοκληρωτική αξία από το λογαριασμό των εξόδων του αν δεν έκανε τη σχετική χρήση τους. Ο Λιουκ δεν είχε όμως την παραμικρή επιθυμία να κοιμηθεί. Καθώς κοίταξε την άποψη των πύργων που τριγύριζαν το πάρκο, ένιωσε μια μελαγχολική χαρά. Ο ουρανός, ο θαυμαστός καθαρός ανοιχτός ουρανός, ο γαλάζιος και λαμπερός ουρανός! Ο Λιουκ άρχισε να τρέμει γιατί ο ήλιος κρυβόταν από το Φεγγαρόκορφο του Μοργκενταου κι ο αγέρας ήτανε ψυχρός.
     Διέσχισε το πάρκο και σκέφτηκε να καθίσει 'κει που 'πεφτε λίγος καταχνιασμένος ήλιος σα κομμένη λωρίδα ανάμεσα στους πύργους. Στους πάγκους ήταν στιβαγμένοι γέροι και γριές, που ανοιγόκλειναν τα μάτια τους στο φως, μα σε λίγο ο Λιουκ βρήκε μια θέση. Κάθισε 'κει κοιτάζοντας τον ουρανό και χαιρόταν τη γλυκιά φυσική ζέστη του ήλιου. Πόσο σπάνια τον έβλεπε! Στα νιάτα του ξεκινούσε συχνά για μακρινές πεζοπορίες, περιπλανιότανε ψηλά πάνω στους δρόμους τ' ουρανού, με λεύτερο το χώρο, αριστερά-δεξιά, με τα σύννεφα τόσο κοντά ώστε μπορούσε να τα μελετήσει μ' όλες τις λεπτομέρειες και με τον ήλιο να λάμπει και να καίει το δέρμα. Σιγά-σιγά οι περιπλανήσεις αυτές άρχισαν ν' αραιώνουν και γίνονταν όλο και σε μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα, τέτοια, που τώρα δε μπορούσε σχεδόν να θυμηθεί πότε είχε περπατήσει για τελευταία φορά πάνω στους ουράνιους δρόμους. Τι όνειρα έκανε 'κει τον παλιό καιρό, τι πλούσια οράματα που 'χε! Τα εμπόδια φαίνονταν μηδαμινά, έβλεπε τον εαυτό του να σκαρφαλώνει ψηλά στη κατάσταση, να κερδίζει καλό κονδύλι εξόδων, τις διαλεχτότερες αμοιβές, αμέτρητα Ειδικά Κουπόνια! Σχεδίαζε να 'χει εναέριο αμάξι δικό του, απεριόριστη τροφή, διαμέρισμα πάνω από την επιφάνεια, ψηλό κι απόκεντρο. Όνειρα! Ο Λιουκ στάθηκε θύμα της γλώσσας του, του οξύθυμου χαρακτήρα, του πείσματός του. Κατάβαθα στη ψυχή του δεν ήταν «Ασυμμόρφωτος» -όχι, φώναξε ο Λιουκ, αυτό ποτέ! Ήταν από οικογένεια μεγάλων επιχειρηματιών και χάρη στα μέσα, μια λέξη εδώ, ένας υπαινιγμός εκεί, λανσαρίστηκε στην Οργάνωση με μεγάλο βαθμό. Μα οι περιστάσεις κι η χρονική αγριάδα του Λιουκ τον έριξαν σ' αντίθεση με τον καθημερινό τρόπο ζωής και κατρακύλησε από την κατάσταση των αξιωμάτων, μέσα από τις επαγγελματικές υποτροφίες, τις τοποθετήσεις σα τεχνικός εκπαιδευόμενος, σα μαθητευόμενος βιοτεχνίας, όλα τα είδη των μισοεπιτηδειοτήτων και στο χειρισμό μηχανών. Τώρα ήταν ο Λιουκ Γκρόγκατς βοηθός ανειδίκευτος Τάξεως Δ, που αντιμετώπιζε τη τελική αποταξινόμηση. Μα ακόμα ήταν αρκετά κενόδοξος ώστε να μη θέλει να κουβαλά ένα φτυάρι. Όχι: ο Λιουκ διόρθωσε τον εαυτό του. Δεν επρόκειτο περί ματαιοδοξίας. Είχε αποβάλει από καιρό τη ματαιοδοξία μαζί με τα εφηβικά του όνειρα. Το μόνο που του 'χε μείνει ήταν η περηφάνεια, το δικαίωμα να χρησιμοποιεί τη λέξη «εγώ» σχετικά με τον εαυτό του. Αν υποτασσόταν στην Καθοδηγητική Ντιρεκτίβα 6511 θα παραιτιόταν απ' αυτό το δικαίωμα, θα τον απορροφούσε ο όγκος της Οργάνωσης όπως μια πιτσιλιά απ' αφρό πέφτει πίσω κι απορροφιέται από τον ωκεανό. Πετάχτηκε νευρικά στα πόδια του. Έχανε την ώρα του έτσι όπως καθόταν εκεί. Ο Ριππ  με τη κακεντρέχεια ενός μουλαριού του 'χε προτείνει να φέρει μια ντιρεκτίβα από τον Αρμοστή Δημόσιας Χρησιμότητας. Πολύ καλά, ο Λιουκ θα την έπαιρνε αυτή τη ντιρεκτίβα και θα την έχωνε κάτω απ' τα ωχρά στρογγυλά ρουθούνια του Ρίππ.
     Πως; Ο Λιουκ έτριψε το πηγούνι του μ' αμφιβολία. Πήγε στο θάλαμο επικοινωνίας κι έψαξε στον κατάλογο. Όπως είχε υποθέσει, ο Αρμοστής Δημόσιας Χρησιμότητας είχε την έδρα του στον Κεντρικό Πύργο της Οργάνωσης στο Σιλβεράντο, Περιφέρεια 3666, ενενήντα μίλια βορειότερα. Ο Λιουκ στεκόταν στο αχνό φως του ήλιου. Ελπίζοντας να του κατέβει καμιά έμπνευση. Οι γερο-τεμπέληδες, ζαρωμένοι στους πάγκους σα σπουργίτια που παραχειμώνιαζαν, τον παρακολουθούσαν χωρίς καμία περιέργεια. Για μιαν ακόμα φορά ο Λιουκ χάρηκε αμυδρά που αγόρασε καινούρια ρούχα. Είχε σπουδαία εμφάνιση, βεβαίωνε τον εαυτό του. Πως; αναρωτιόταν ο Λιουκ. Πως να εξασφαλίσει ραντεβού με τον Αρμοστή; Πως να τονε πείσει ν' αλλάξει απόψεις; Δε του κατέβαινε καμιά ιδέα για να λύσει τα προβλήματά του. Κοίταξε το ρολόι: ήταν ακόμη η μέση του πρωινού. Είχε μπόλικο καιρό να επισκεφτεί το Κέντρο της Οργάνωσης και να γυρίσει έγκαιρα για να παρουσιαστεί στη δουλειά... Έκανε έναν αδύνατο μορφασμό. Τόσο αδύνατη ήταν λοιπόν η αποφασιστικότητά του; Θα πήγαινε δηλαδή απόψε με κατεβασμένα τ' αφτιά στο τούνελ κουβαλώντας το μισητό φτυάρι; Ο Λιουκ κούνησε αργά το κεφάλι. Δεν ήξερε.
     Στο Σταθμό Αλλαγής του Μπράμπλμπαρυ ο Λιουκ ανέβηκε στην εναέρια υπερταχεία που πήγαινε σε βόρεια κατεύθυνση για το Σταθμό Σιλβεράντο. Συρίζοντας και τσιρίζοντας το λαμπερό σκουλήκι ξεκίνησε σαν αστραπή, ανεβαίνοντας στο 13ο πάτωμα κι άρχισε να τρέχει προς το βορρά με μεγάλη ταχύτητα μέσα κι έξω από το φως του ήλιου, μέσα από σήραγγες, πάνω από γκρεμούς ανάμεσα σε πύργους, ενώ βαθιά κάτω, έβραζε νευρικά η Πόλη. Τέσσερις φορές η υπερταχεία σταμάτησε αναστενάζοντας: στο Πανεπιστήμιο του Αι-Μπι-Μι, στο Μπράιμερ, στη μεγάλη Βορινή Διασταύρωση και τελικά, τριάντα λεπτά αφού έφυγαν από το Μπράμπλμπαρυ, σταμάτησε στο Κεντρικό Σταθμό Σιλβεράντο. Ο Λιουκ κατέβηκε κι η υπερταχεία έφυγε γλιστρώντας μέσα από τους πύργους, ευκίνητη σα χέλι στα φύκια.
     Μπήκε στο φουαγιέ του δέκατου πατώματος του Κεντρικού Πύργου, μια πελώρια σπηλιά από μάρμαρο και μπρούντζο. Μπουλούκια από άντρες και γυναίκες σπρώχνονταν γύρω του: βλοσυροί λεφτάδες περνούσαν καμαρωτά, τα πρόσωπά τους ήταν σφραγισμένα με την όψη της μοίρας, το προσωπικό της Ανώτατης Ιεραρχίας, οι βοηθοί, οι βοηθοί των βοηθών, οι λειτουργοί των κατώτερων διαβαθμίσεων της κατάστασης. Όλοι τους υποχρεωτικά ήταν ντυμένοι με ρούχα του ανώτατου προσωπικού, οι κατώτεροι με την ελπίδα να τους περάσουν κατά λάθος για τους προϊσταμένους τους. Όλοι τους βιάζονταν, είχαν πρόσωπα τεντωμένα κι ήταν απότομοι στους τρόπους, ενμέρει από συνήθεια, ενμέρει γιατί μόνον ένα πρόσωπο κατώτερης διαβάθμισης δεν έχει ανάγκη να βιάζεται. Ο Λιουκ σπρωχνόταν κι έκανε χρήση των αγκώνων, μαζί με τους καλύτερους και προχώρησε μέχρι το κεντρικό περίπτερο, όπως συμβουλεύτηκε έναν οδηγό.
     Ο Πάρρις Ντε Βίκερ, Αρμοστής Δημόσιας Χρησιμότητας είχε το γραφείο του στο 59ο όροφο. Ο Λιουκ τον πέρασε κι ανακάλυψε τον Γραμματέα Δημοσίων Υποθέσεων, τον κ. Σιούελλ Σέππ, στον 81ο όροφο. Όχι υφιστάμενοι πια, σκέφτηκε ο Λιουκ. Τούτη τη φορά θα τραβήξω κατευθείαν στη κορφή. Αν είναι κάποιος που μπορεί να λύσει αυτό το θέμα, αυτός θα είναι ο Σιούελλ Σεππ. Μπήκε στο ασανσέρ και βγήκε στον προθάλαμο του Υπουργείου Δημοσίων Υποθέσεων, -ένας μεγαλόπρεπο χώρος, που λαμποκοπούσε με πειθαρχημένα χρώματα κι ήταν διακοσμημένος σε κείνο το ψευτοαρχαίο στυλ που 'τανε γνωστό σα Δεύτερο Ιδρυματικό. Οι τοίχοι ήτανε καμωμένοι από γυαλισμένα ματ τζάμια, με μενταγιόν που τρεμολαμπύριζαν με τα χρώματα του καλειδοσκοπίου. Το πάτωμα ήταν διανθισμένο με μπλε κι άσπρες πέτρες που λάμπανε. Δώδεκα μπρούτζινα αγάλματα κυριαρχούσανε στο δωμάτιο, ογκώδεις φιγούρες που συμβόλιζαν τις βασικές δημόσιες υπηρεσίες: επικοινωνίες, μεταφορές, εκπαίδευση, νέο ρεύμα κι υγειονομική υπηρεσία. Ο Λιουκ πέρασε γύρω από τα βάθρα τους και διέσχισε το δωμάτιο προς το γκισέ της υποδοχής, που δέκα νεαρές γυναίκες μ' όμορφες καφέ-μαύρες στολές στέκονταν με στρατιωτική τάξη, καθεμιά, για τα έξι πόδια γκισέ που της αναλογούσε. Ο Λιουκ διάλεξε μιαν απ' αυτές τις κοπέλες που στρογγύλεψε τα χείλη της σ' ένα κενό μηχανικό χαμόγελο.
 -"Μάλιστα, κύριε";
 -"Θέλω να δω τον κ. Σεππ", είπε αναιδέστατα ο Λιουκ. Το χαμόγελο της κοπέλας πάγωσε στα χείλη καθώς τονε κοίταζε με γουρλωμένα μάτια.
 -"Ποιον κύριο";
 -"Τον κ. Σιούελλ Σεππ, τον Γραμματέα Δημοσίων Υποθέσεων".
     Η κοπέλα τον ρώτησε γλυκά:
 -"Έχετε κλείσει ραντεβού, κύριε";
 -"Όχι".
 -"Είν' αδύνατο να τον δείτε, κύριε".
     Ο Λιουκ κούνησε το κεφάλι του με πίκρα.
 -"Τότε θα δω τον Αρμοστή Πάρρις Ντε Βίκερ".
 -"Έχετε ραντεβού να δείτε τον κ. Ντε Βίκερ";
 -"Όχι, φοβάμαι πως όχι".
     Η κοπέλα κούνησε το κεφάλι της σα να το διασκέδαζε.
 -"Κύριε δεν γίνεται να δείτε έτσι στα καλά καθούμενα, αυτούς τους ανθρώπους. Είναι φοβερά απασχολημένοι. Ο καθένας που θέλει να τους δει, πρέπει να κλείσει πρώτα ένα ραντεβού".
 -"Ελάτε τώρα", είπε ο Λιουκ, "σίγουρα θα υπάρχει..."
 -"Οπωσδήποτε όχι, κύριε".
 -"Τότε", είπε ο Λιουκ, "θα κλείσω ένα ραντεβού. Θα 'θελα να 'βλεπα τον κύριο Σεππ κάποια ώρα σήμερα, αν είναι δυνατόν". Η κοπέλα έπαψε να ενδιαφέρεται για τον Λιουκ. Επανήλθε πάλι στον τρόπο της απρόσωπης ευγένειας.
 -"Θα καλέσω το γραφείο του γραμματέα επί των συνεντεύξεων του κ. Σέππ". Μίλησε μέσα σ' ένα χωνί, γύρισε πάλι στον Λιουκ. "Δεν υπάρχει κανέν ανοιχτό ραντεβού γι' αυτό τον μήνα, κύριε. Θα θέλατε να μιλούσατε με κάποιον άλλο; Κανέναν κατώτερο λειτουργό";
 -"Όχι", είπε ο Λιουκ και γύρισε να φύγει, μα για μια στιγμή μετά, γράπωσε την άκρη του γκισέ και ρώτησε: "Ποιος κανονίζει αυτές τις συνεντεύξεις";
 -"Ο πρώτος βοηθός του γραμματέα, που προβάλλει στην οθόνη τη κατάσταση των αιτήσεων".
 -"Τότε θα 'θελα να μιλήσω με τον πρώτο βοηθό". Η κοπέλα αναστέναξε.
 -"Πρέπει να 'χετε ραντεβού, κύριε".
 -"Πρέπει να 'χω ραντεβού για να μιλήσω και μαζί του";
 -"Μάλιστα, κύριε".
 -"Μήπως χρειάζομαι ραντεβού για να κλείσω ραντεβού";
 -"Όχι, κύριε. Περάστε κατευθείαν μέσα", συγκατένευσε κουρασμένα κείνη.
 -"Που";
 -"Διαμέρισμα Σαράντα δύο, μέσα στη ροτόντα, κύριε".
     Ο Λιουκ πέρασε από τη κρυστάλλινη πόρτα, δώδεκα πόδια πλάτος και κατέβηκε σ' ένα μικρό χωλ. Βιαστικά σχέδια χρωμάτων τον συνόδευαν σα σκιές κατά μήκος και των δυο τοίχων. Αλλόκοτα κυβιστικά σχήματα που παρωδούσαν τις κινήσεις του σώματός του. Ο Λιουκ ξαφνιάστηκε μ' αυτή τη φαντασμαγορία και μπορεί και να του άρεσε κάτω από λιγότερο κρίσιμες συνθήκες. Πέρασε απ' άλλο ένα ζευγάρι κρυστάλλινες πόρτες και μπήκε στη ροτόντα. Έξι ορόφους πιο ψηλά ένα θολωτό ταβάνι απεικόνιζε πάνω σε βιτρώ διάφορες μυθικές σκηνές. Πίσω από 'να κύκλο που τονε σχημάτιζαν δερμάτινα ντιβάνια, κάποιες πόρτες οδηγούσαν σε γραφεία γύρω-γύρω. Μια απ' αυτές τις πόρτες, ακριβώς απέναντι στην είσοδο έφερε την επιγραφή:
ΓΡΑΦΕΙΑ ΓΡΑΜΜΑΤΕΩΝ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ
     Καθισμένοι στα ντιβάνια καμιά πενηνταριά άτομα και των δυο φύλων, περίμεναν με διάφορες εκφράσεις υπομονής. Η συγκρατημένη περιφρόνηση, που δείχνανε καθώς περιεργάζονταν ο ένας τον άλλο, φανέρωνε πως τα πόστα τους ήταν υψηλά. Κοίταζαν τόσο συχνά τα ρολόγια τους, που σου δίνανε την εντύπωση πως λίγο ακόμα και θα φεύγανε. Μια μειλίχια φωνή αντήχησε από το μεγάφωνο:
 -"Παρακαλώ, ο κύριος 'Αρθουρ Κοφφ να περάσει στο γραφείο του Γραμματέα".
     Ένας χοντρουλός κύριος πέταξε κάτω ένα περιοδικό που κοίταζε ανυπόμονα και πετάχτηκεν όρθιος. Πήγε στη πόρτα που 'τανε φτιαγμένη από ορείχαλκο και μαύρο γυαλί και μπήκε μέσα. Ο Λιουκ τον ακολούθησε ζηλεύοντας, με τα μάτια κι έστριψε μετά από τη κάμαρα που 'γραφε Διαμέρισμα 42. Ένας κλητήρας με μαύρη και καφέ στολή ήρθε να τον υποδεχτεί. Ο Λιουκ του ξήγησε το σκοπό κι ο άλλος τον οδήγησε σ' ένα μικρούτσικο δωμάτιο. Ένας νέος καθισμένος πίσω από 'να μεταλλικό γραφείο τονε κοίταξεν επίμονα.
 -"Καθίστε παρακαλώ", του έδειξε μια καρέκλα. "Πως λέγεστε";
 -"Λιουκ Γκρόγκατς".
 -"Μάλιστα κύριες Γκρόγκατς. Μου επιτρέπετε να ρωτήσω τι ζητάτε";
 -"Έχω κάτι να πω στον Γραμματέα Δημοσίων Υποθέσεων".
 -"Σχετικά με ποιο θέμα";
 -"Είναι θέμα προσωπικό".
 -"Λυπάμαι, κύριε Γκρόγκατς. Ο Γραμματέας είναι κάτι παραπάνω από απασχολημένος. Είναι πνιγμένος από σοβαρές υποθέσεις της Οργάνωσης. Μα αν μου εξηγήσετε την υπόθεσή σας, θα σας συστήσω σε ποιον αρμόδιο υπάλληλο θα πρέπει να αποτανθείτε".
 -"Δε θα με βοηθήσει αυτό", είπε ο Λιουκ. "Ήθελα να συμβουλευτώ τον Γραμματέα σχετικά με μια καθοδηγητική ντιρεκτίβα που εκδόθηκε τώρα τελευταία".
 -"Που την εξέδωσε ο Γραμματέας";
 -"Ναι".
 -"Θέλετε να φέρετε αντιρρήσεις σ' αυτή τη ντιρεκτίβα"; κι όταν ο Λιουκ το παραδέχτηκεν απρόθυμα... "Υπάρχουν αρμόδιοι δρόμοι γι' αυτή τη διαδικασία", είπε ο βοηθός αποφασιστικά. "Αν έχετε τη καλωσύνη, συμπληρώστε αυτό το έντυπο -όχι εδώ, στη ροτόντα- και ρίξτε το στο κουτί των προτάσεων που βρίσκεται δεξιά από την πόρτα καθώς βγαίνετε..." Σ' ένα ξαφνικό ξέσπασμα θυμού ο Λιουκ τσαλάκωσε το έντυπο και το πέταξε πάνω στο γραφείο.
 -"Θα 'χει οπωσδήποτε πέντε ελεύθερα λεπτά..." 
 -"Φοβάμαι πολύ πως όχι, κύριε Γκρόγκατς", είπε ο βοηθός με παγερή φωνή. "Αν ρίξετε μια ματιά στη ροτόντα, θα δείτε αρκετούς πολύ σημαντικούς ανθρώπους που περιμένουν, μερικοί απ' αυτούς, επί μήνες ολόκληρους, για να δούνε τον Γραμματέα. Αν συμπληρώσετε μιαν αίτηση, περιγράφοντας λεπτομερώς το ζήτημά σας, θα φροντίσω να της δώσουν τη πρέπουσα προσοχή".
     Ο Λιουκ βγήκε καμαρωτά από το γραφειάκι. Ο βοηθός τονε κοίταξε με χλωμό χαμόγελο γεμάτο αντιπάθεια. Αυτός ο άνθρωπος είχε οπωσδήποτε τάσεις "Ασυμμόρφωτου" σκέφτηκε, ίσως θα 'πρεπε να τονε παρακολουθούν. Ο Λιουκ στάθηκε στη ροτόντα: «Και τώρα; Και τώρα;» μουρμούριζε σε χαμηλό τόνο, λες κι ήταν υπνωτισμένος. Κοίταξε ολόγυρα στη ροτόντα, όλους αυτούς τους παραφουσκωμένους γάλους της Ανώτατης Διάταξης, που συμβουλεύονταν υπεροπτικά κάθε τόσο τα ρολόγια τους και χτυπούσαν τα πόδια τους ανυπόμονα στο πάτωμα.
 -"Ο κύριος Τζέππερ Πρινν!" φώναξε ξανά η μειλίχια φωνή από το μεγάφωνο. "Παρακαλώ περάστε στο γραφείο του Γραμματέα".
     Ο Λιουκ παρακολούθησε τον Τζέππερ Πρινν να πηγαίνει στη πόρτα από μπρούτζο και μαύρο γυαλί. Χώθηκε σε μια καρέκλα, έξυσε τη μακριά του μύτη και κοίταξε περίεργα ολόγυρα στη ροτόντα. Κοντά του καθόταν ένας μεγαλοκαμωμένος άνθρωπος, με λαιμό ταύρου, κατακόκκινο πρόσωπο, χοντρά χείλη και μια θημωνιά από ξανθά άγρια μαλλιά. Έμοιαζε για μεγάλος επιχειρηματίας αν έκρινε κανείς από το ύφος του απόλυτου κύρους. Ο Λιουκ σηκώθηκε και πήγε στο γραφείο, που 'τανε τοποθετημένο εκεί για την εξυπηρέτηση αυτών που περίμεναν. Πήρε μερικά φύλλα χαρτί με την επικεφαλίδα του Πύργου κι έκανε το γύρο της ροτόντας, πηγαίνοντας στην είσοδο του Διαμερίσματος 42 και προσπαθώντας να μη γίνει αντιληπτός. Ο επιχειρηματίας με το λαιμό του ταύρου δεν του 'δωσε καμία σημασία. Μάζεψε τις δυνάμεις του, κούμπωσε το κολάρο και τακτοποίησε το σακάκι. Πήρε βαθιά αναπνοή κι έπειτα, όταν ο κοκκινοπρόσωπος άνθρωπος έριξε μια ματιά προς το μέρος του, τονε πλησίασε μ' ύφος επίσημο. Κοίταξε ζωηρά γύρω στα καθίσματα κάνοντας πως συμβουλεύεται τα χαρτιά του. Έπειτα πιάνοντας το μάτι του επιχειρηματία συνοφρυώθηκε, λοξοκοίταξε κι ήρθε κοντά του.
 -"Τ' όνομά σας, κύριε"; ρώτησε ο Λιουκ μ' επίσημη φωνή.
 -"Είμαι ο Χάρντιν 'Αρθουρ", είπε με φωνή σα να έξυνε κάτι, ο επιχειρηματίας. "Γιατί"; Ο Λιουκ κούνησε το κεφάλι και ξανακοίταξε τα χαρτιά του.
 -"Τι ώρα έχετε ραντεβού";
 -"Στις εντεκάμιση. Τι σημασία έχει";
 -"Ο Γραμματέας θα 'θελε να μάθει, αν θα σας εξυπηρετούσε να φάτε μαζί του στη μιάμιση"; Ο 'Αρθουρ έπεσε σε συλλογή.
 -"Νομίζω πως γίνεται", γρύλισε. "Θα πρέπει να μεταφέρω κάποια άλλη υπόθεση... Δεν είναι πολύ βολικό... μπορώ όμως να το κάνω, μάλιστα".
 -"Θαυμάσια", είπε ο Λιουκ. "Ο Γραμματέας πιστεύει πως τρώγοντας μαζί σας, θα μπορέσει να συζητήσει πιο ανεπίσημα την υπόθεσή σας, για περισσότερη ώρα παρά στις εντεκάμιση, οπότε μπορεί να σας διαθέσει μόνον εφτά λεπτά".
 -"Εφτά λεπτά!" Μούγκρισε αγανακτισμένος ο 'Αρθουρ. "Μα δε μπορώ να του γνωρίσω λεπτομερώς τα σχέδιά μου σ' εφτά λεπτά".
 -"Μάλιστα, κύριε", είπε ο Λιουκ. "Ο Γραμματέας το 'χει υπ' όψη του, γι' αυτό σας προτείνει να φάτε μαζί του". Ο 'Αρθουρ σηκώθηκε μουτρωμένος, με προσπάθεια, στα πόδια του.
 -"Πολύ καλά λοιπόν. Το γεύμα θα 'ναι στη μιάμιση, σωστά";
 -"Σωστά, κύριε. Θα 'χετε την καλωσύνη να μπείτε κατευθείαν στο γραφείο του Γραμματέα κείνη την ώρα". Ο 'Αρθουρ έφυγε από τη ροτόντα κι ο Λιουκ βολεύτηκε στη θέση που είχεν αδειάσει. Η ώρα περνούσε πολύ αργά. Στις έντεκα και δέκα η μειλίχια φωνή φώναξε:
 -"Ο κος Χάρντιν 'Αρθουρ παρακαλώ. Περάστε στο γραφείο του Γραμματέα".
     Ο Λιουκ σηκώθηκε όρθιος, πέρασε καμαρωτά με μεγάλη αξιοπρέπεια από τη ροτόντα και μπήκε στη πόρτα από μπρούτζο και γυαλί. Πίσω από 'να μεγάλο μαύρο γραφείο καθόταν ο Γραμματέας, ένας μάλλον ασήμαντος άνθρωπος με ψαρά μαλλιά και δηκτικά, γκρίζα μάτια. Σήκωσε τα φρύδια του, όταν παρουσιάστηκε ο Λιουκ: ήταν βέβαιο πως ο Λιουκ δε ταίριαζε στην ιδέα που είχε σχηματίσει για τον Χάρντιν 'Αρθουρ. Ο Γραμματέας είπε:
 -"Καθίστε κ. 'Αρθουρ. Νομίζω πως είναι προτιμότερο να σας πω ντόμπρα κι ειλικρινά πως νομίζουμε ότι το σχέδιό σας δεν είναι πρακτικό κι εννοώ εμένα και το Συμβούλιο Προγραμματικής Αποτιμήσεως -που φυσικά κατέφυγε στα Αρχεία. Πρώτον, τα έξοδα είν' υπέρογκα. Δεύτερον, δεν υπάρχει καμιά εγγύηση ότι θα μπορέσετε να προσαρμόσετε το πρόγραμμά σας στο πρόγραμμα των άλλων μεγάλων επιχειρηματιών. Τρίτον, το Συμβούλιο Προγραμματικής Αποτιμήσεως μου λέει πως το Αρχείο αμφιβάλλει αν θα χρειαστεί τόσο μεγάλη καινούρια χωρητικότητα".
 -"Μάλιστα", είπε ο Λιουκ και κούνησε μ' ύφος σοφό το κεφάλι. "Καταλαβαίνω. Δεν πειράζει, λοιπόν. Δεν έχει και τόση σημασία".
 -"Δεν έχει σημασία"; Ο Γραμματέας ανακάθισε στη καρέκλα και κάρφωσε τον Λιουκ με μάτια διάπλατα από την έκπληξη. "Ξαφνιάζομαι που σας ακούω να το λέτε". Ο Λιουκ έκανε μιαν αόριστη χειρονομία.
 -"Ξεχάστε το. Η ζωή είναι πολύ σύντομη για να στεναχωριόμαστε για τέτοια πράματα. Έχω έν' άλλο θέμα που θα 'θελα να συζητούσα μαζί σας".
 -"Ναι";
 -"Ίσως σας φανεί ασήμαντο, μα οι συνέπειες είναι μεγάλες. Ένας πρώην υπάλληλός μου, μου επέστησε προσοχή πάνω σ' αυτό. Τώρα εργάζεται σα βοηθός σ' ένα από τα συνεργεία συντηρήσεως των τούνελ κι είναι σπουδαίο παιδί. Ιδού περί τίνος πρόκειται: Ένας ηλίθιος έβγαλε μια ντιρεκτίβα που υποχρεώνει αυτόν τον άνθρωπο να κουβαλά το φτυάρι του από και πίσω στην αποθήκη πριν και μετά τη δουλειά. Έλαβα τον κόπο να ερευνήσω αυτή την υπόθεση κι η αλυσίδα οδηγεί εδώ". Ο Λιουκ έδειξε τις καθοδηγητικές ντιρεκτίβες του. Ο Γραμματέας συνοφρυώθηκε περνώντας τις βιαστικά.
 -"Φαίνεται να 'ναι όλες τους απόλυτα κανονικές. Τι θέλετε να κάνω εγώ";
 -"Να βγάλετε μια ντιρεκτίβα που να επεξηγεί αυτή την οδηγία. Όπως και να 'ναι, δε μπορούμε να βάζουμε αυτούς τους κακομοίρηδες να εργάζονται τρεις ώρες υπερωριακά γι' αυτή τη βλακεία".
 -"Βλακεία;", ο Γραμματέας φάνηκε να δυσαρεστήθηκε. "Όχι και βλακεία, κύριε 'Αρθουρ. Η ντιρεκτίβα για οικονομία μου 'ρθε από το Διοικητικό Συμβούλιο, από τον ίδιο τον Πρόεδρο κι αν..."
 -"Μη με παρεξηγείτε", βιάστηκε να πει ο Λιουκ. "Δεν έχω τίποτα εναντίον της οικονομίας, θέλω απλώς να εφαρμόζεται λογικά αυτή η οδηγία. Να παραδίνεται ένα φτυάρι στην αποθήκη, που βλέπετε εδώ την οικονομία";
 -"Πολλαπλασιάστε αυτό το φτυάρι επί ένα εκατομμύριο, κ. 'Αρθουρ", είπε ο Γραμματέας ψυχρά.
 -"Πολύ καλά, ας το πολλαπλασιάσουμε", είπε ο Λιουκ. "Έχουμε έν' εκατομμύριο φτυάρια. Πόσα φτυάρια από αυτό το εκατομμύριο περισώζονται μ' αυτή τη διαταγή ; Δύο ή τρία το χρόνο"; Ο Γραμματέας σήκωσε τους ώμους.
 -"Είναι φανερό πως σε μια ντιρεκτίβα που καλύπτει γενικότητες σα κι αυτή, συμβαίνουν αδικίες. Όσον αφορά σε μένα, έχω εκδόσει αυτή τη ντιρεκτίβα, γιατί τέτοια εντολή πήρα. Αν θέλετε να την αλλάξετε, πρέπει να δείτε τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου".
 -"Πολύ καλά. Μήπως θα μπορούσατε να μου κανονίσετε ένα ραντεβού";
 -"Ας τακτοποιήσουμε αυτό το ζήτημα ακόμα πιο γρήγορα", είπε ο Γραμματέας. "Τώρα αμέσως. Θα του μιλήσουμε από την οθόνη, αν κι όπως το 'πατε κι εσείς, το θέμα φαίνεται να 'ν' ασήμαντο..."
 -"Η απώλεια του ηθικού των εργατικών δυνάμεων δεν είναι κάτι ασήμαντο, Γραμματέα Σεππ". Ο Γραμματέας σήκωσε τους ώμους, πίεσε ένα κουμπί και μίλησε σ' ένα άνοιγμα.
 -"Τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου, αν είναι ελεύθερος".
     Η οθόνη φωτίστηκε. Ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου τους κοίταζε. Καθόταν σε μια καρέκλα στη βεράντα του ρετιρέ του πάνω στη κορφή του πύργου. Στο 'να του χέρι κρατούσε ένα ποτήρι γεμάτο από 'να ωχρό αεριούχο υγρό, πίσω του φαινόταν το φως του ήλιου κι ο γαλάζιος αιθέρας κι ένα μεγάλο κομμάτι θέας της θαυμαστής Πόλης.
 -"Καλημέρα, Σεππ", είπε ο Πρόεδρος εγκάρδια και κούνησε το κεφάλι του προς το μέρος του Λιουκ. "Καλημέρα σας, κύριε".
 -"Πρόεδρε, ο κύριος 'Αρθουρ από 'δω διαμαρτύρεται για τη ντιρεκτίβα σχετικά με τις οικονομίες που μας στείλατε πριν μερικές μέρες. Ισχυρίζεται πως η αυστηρή εφαρμογή προκαλεί δυσκολίες στην εργατική δύναμη: κατ' ουσίαν, πρόκειται περί απώλειας του ηθικού. Κάτι σχετικό με φτυάρια". Ο Πρόεδρος έπεσε σε περισυλλογή.
 -"Ντιρεκτίβα σχετικά μ' οικονομίες; Δε θυμάμαι περί τίνος ακριβώς πρόκειται". Ο Γραμματέας Σεππ περιέγραψε τη ντιρεκτίβα, αναφέροντας τον κώδικα και τον σχετικό αριθμό, εξηγώντας τις προβλέψεις κι ο Πρόεδρος κούνησε το κεφάλι του καθώς θυμήθηκε.
 -"Ναι, κείνη η υπόθεση σχετικά με την ανεπάρκεια μετάλλων. Φοβάμαι πολύ πως δε μπορώ να σας βοηθήσω σε τίποτα, Σεππ ή εσάς κ. 'Αρθουρ. Την έστειλε πάνω η Αποτίμηση. Όπως φαίνεται, έχουμε έλλειψη σε μεταλλεύματα. Τι άλλο μπορούμε να κάνουμε; Να σφίξουμε τα ζωνάρια μας, ε; Είναι δύσκολο για όλους μας. Τι συμβαίνει με τα φτυάρια";
 -"Αυτό είν' όλο το θέμα"; φώναξε ο Λιουκ στριγκλίζοντας ξαφνικά, προκαλώντας ξαφνιασμένες ματιές από τον Γραμματέα και τον Πρόεδρο. "Να κουβαλάς ένα φτυάρι μπρος-πίσω από την αποθήκη, τρεις ώρες τη μέρα! Αυτό δε λέγεται οικονομία, είναι μια φάρσα αποδιοργανώσεως!".
 -"Ελάτε τώρα κύριε 'Αρθουρ", τον μάλωσε με χιούμορ ο Πρόεδρος. "Τι συγχύζεστε αφού δεν το κουβαλάτε εσείς το φτυάρι; H σύγχυση μπορεί να σας κάνει χάλια το στομάχι σας. Μέχρι που η Προγραμματική Αποτίμηση αλλάξει τη συλλογική της γνώμη -όπως το κάνει συχνά- ως τότε εμείς θα πρέπει να την ακολουθήσουμε. Δε μπορούμε να πάμε αντίθετα στη Προγραμματική Αποτίμηση, ξέρετε. Αυτοί είν' άνθρωποι με στοιχεία κι αριθμούς."
 -"Αυτό δεν είν' ούτε 'δω ούτε 'κει", ψέλλισε ο Λιουκ. "Να κουβαλάς ένα φτυάρι επί τρεις ώρες..."
 -"Ίσως να δυσκολεύει κάπως τους ανθρώπους που τους αφορά", είπε ο Πρόεδρος δείχνοντας κάποια ανυπομονησία, "πρέπει όμως να βλέπουν τα πράγματα με τη μελλοντική τους σημασία. Σεππ, θα ήθελες να φας μαζί μου για μεσημέρι ; Είναι μια  μέρα υπέροχη, ένας τεμπέλικος καιρός".
 -"Σας ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε. Θα μ' ευχαριστήσει πραγματικά".
 -"Θαυμάσια. Στις μιάμιση, όποτε σε βολεύει". Η οθόνη έσβησε. Ο Γραμματέας Σεππ σηκώθηκε όρθιος.
 -"Αυτό είναι, κύριε 'Αρθουρ. Δε μπορώ να κάνω τίποτα παραπάνω".
 -"Πολύ καλά, κύριε Γραμματέα", είπε ο Λιουκ μ' άδεια φωνή.
 -"Λυπάμαι πολύ που δε μπορώ να φανώ πιο χρήσιμος σ' αυτή την άλλη υπόθεση, μα όπως σας είπα..."
 -"Είναι άνευ σημασίας".
     Ο Λιουκ βγήκε από το κομψό γραφείο, πέρασε από τη μπρούτζινη πόρτα με μαύρο γυαλί, στη ροτόντα. Από τη κάμαρα που 'βγαινε στο 42ο Διαμέρισμα είδε ένα μεγαλόσωμο άντρα, με λαιμό ταύρου και κόκκινο σα τομάτα, πρόσωπο να γέρνει καμπουριασμένος πάνω από ένα γκισέ. Ο Λιουκ προχώρησε επιδέξια, φεύγοντας από τη ροτόντα ακριβώς τη στιγμή που ο πραγματικός κ. 'Αρθουρ κι ο βοηθός βγήκανε, βυθισμένοι σε μια ταραγμένη συζήτηση. Ο Λιουκ σταμάτησε στο γραφείο πληροφοριών.
 -"Που βρίσκεται η Διοίκηση Προγραμματικής Αποτίμησης";
 -"Στον 29ο όροφο τούτου του κτιρίου, κύριε".
     Στη Προγραμματική Αποτίμηση του 29ου ορόφου ο Λιουκ μίλησε μ' έναν νέο με μεταξένιο μουσάκι, ευγενικό και κομψό, με ταξινομικό βαθμό Συντονιστή Σχεδίων.
 -"Φυσικά!", ανέκραξε ο νέος απαντώντας στην ερώτηση του Λιουκ. "Επίσημες πληροφορίες αποτελούν τη βάση της επίσημης οργάνωσης. Υλικά & Αρχεία αντιπαραβάλλονται και κατατάσσονται στην Υπηρεσία Συγκεφαλαίωσης και στέλνονται 'δω πάνω, σε μας. Τα επεξεργαζόμαστε και τα παρουσιάζουμε στο Συμβούλιο Διευθυντών υπό τη μορφή μιας καθημερινής περίληψης". Ο Λιουκ ενδιαφέρθηκε για την Υπηρεσία Συγκεφαλαίωσης κι ο νέος βαρέθηκε πολύ γρήγορα. "Σκαλίζουν τις στατιστικές, δεν είναι καλά-καλά ικανοί να σχηματίσουν μια φράση που να βγαίνει κάποιο νόημα. Αν δεν ήμασταν εμείς..." Τα φρύδια του, το ίδιο μεταξένια όπως και το μουστάκι, υποδήλωσαν τις καταστροφές που θα πάθαινε η Οργάνωση αν δεν υπήρχε η Προγραμματική Αποτίμηση. "Εργάζονται σε ένα διαμέρισμα, κάτω, στον Έκτο όροφο".
     Ο Λιουκ κατέβηκε στην Υπηρεσία Συγκεφαλαίωσης και δε βρήκε καμιά δυσκολία να τον δεχτούνε στο γενικό γραφείο. Σ' αντίθεση με τη μάλλον ομιχλώδη διανοητική αντίληψη της Προγραμματικής Αποτίμησης, η Υπηρεσία Συγκεφαλαίωσης έμοιαζε προσγειωμένη κι εργατική. Μια μεσόκοπη γυναίκα, ευχάριστα χοντρή, ρώτησε τι ζητούσε ο Λιουκ κι όταν αυτός της παρουσιάστηκε για δημοσιογράφος τονε ξενάγησε μέσα από τα γραφεία. Πήγαν από το κεντρικό χολ, σοβατισμένο αρχαϊκά σε κρεμ χρώμα με χρυσή σπειροειδή διακόσμηση, πέρασαν έξω από μουχλιασμένα γραφειάκια όπου υπάλληλοι κάθονταν σε γραφεία-προβολείς διαβάζοντας γρήγορα κορδέλες από λόγια. Απανθίζοντας ιδέες και συνέχειες, διόρθωναν, έκοβαν, συμπύκνωναν, αντιπαρέβαλλαν και παρουσίαζαν τελικά τη συγκέντρωση που θα την υπόβαλαν στη Προγραμματική Αποτίμηση. Η χοντρή και χαρούμενη ξεναγός του Λιουκ τονε κέρασε τελικά ένα τσάι. Του 'κανε ερωτήσεις που ο Λιουκ τις απαντούσε με γενικότητες, βιάζοντας τη φωνή και σουφρώνοντας τα χείλη για να φανεί ευχάριστος κι εγκάρδιος. Έκανε κι ο ίδιος ερωτήσεις.
 -"Ενδιαφέρομαι για τη σειρά των στατιστικών σχετικά με την ανεπάρκεια μεταλλευμάτων ή των μετάλλων ή κάτι παρόμοιο, που πήγε τελευταία στη Προγραμματική Αποτίμηση. Μήπως ξέρετε σεις τίποτα σχετικό μ' αυτό";
 -"Προς Θεού", απάντησε η γυναίκα. "Έρχεται τόσο πολύ υλικό, οι υποθέσεις ολόκληρης της Οργάνωσης".
 -"Από που έρχεται αυτό το υλικό; Ποιος σας το στέλνει"; Η γυναίκα έκανε μια αστεία γκριμάτσα σιχασιάς.
 -"Από το Αρχείο, κάτω, στον 12ο ημιώροφο. Δε μπορώ να σας πω πολλά πράματα, γιατί δεν έχουμε σχέσεις με το προσωπικό εκεί". Σκέτα αυτόματα,
ο Λιουκ εξέφρασε το ενδιαφέρον του για τη πηγή των πληροφοριών της Υπηρεσίας Συγκεφαλαίωσης. Η γυναίκα σήκωσε τους ώμους της, σα να 'θελε να πει «ο καθένας με τα γούστα του».
 -"Θα τηλεφωνήσω κάτω στον Προϊστάμενο Αρχείου. Τονε γνωρίζω πολύ λίγο". 
     Ο Προϊστάμενος Αρχείου, κος Σιντ Μπότριτζ, ήταν φαντασμένος κι απότομος, σα να γνώριζε πολύ καλά πόσο λίγη εκτίμηση τρέφανε γι' αυτόν στην Υπηρεσία Συγκεφαλαίωσης. Απόδιωξε την ερώτηση του Λιουκ με παγωμένα χαρακτηριστικά που δείχναν αδιαφορία.
 -"Δεν έχω στ' αλήθεια καμιάν ιδέα, κύριε. Αρχειοθετούμε, γράφουμε πίνακες κι αντιπαραβάλλουμε το υλικό στη Τράπεζα Πληροφοριών, μ' ασχολούμαστε ελάχιστα με τα εξερχόμενα. Τα καθήκοντά μου είναι στη πραγματικότητα προπαντός διοικητικά. Θα καλέσω έναν από τους υφισταμένους μου, ίσως μπορέσει να σας πει περισσότερα από μένα".
     Ο κατώτερος γραφιάς που 'ρθε στη πρόσκληση του Μπότριτζ, ήταν ένας κοντοστούπης με πρόσωπο σα παντζάρι κι αχτένιστα κόκκινα μαλλιά.
 -"Πάρε τον κ. Γκρόγκατς έξω στο γραφείο σου", είπε ο Προϊστάμενος Αρχείου νευριασμένος, "θέλει να σου κάνει μερικές ερωτήσεις".
     Στο γραφείο, έξω, εκεί που δε μπορούσε να τους ακούσει ο Προϊστάμενος Αρχείου, ο κατώτερος γραφιάς κατσούφιασε και πήρε ύφος, σα να μάντεψε, ποιος ήταν ο βαθμός του Λιουκ. Αναφερότανε στον εαυτό του μάλλον σαν «ευθυγραμμιστής» παρά σαν υπάλληλος γραφείου, γιατί η δεύτερη ονομασία φαινόταν να 'τανε βαθμός με μικρότερο κύρος. Η «ευθυγράμμισή» του συνίστατο στο να κάθεται δίπλα σ' ένα πίνακα που καίγανε και τρεμόσβηναν αμέτρητα πορτοκαλιά και πράσινα φωτάκια.
 -"Τα πορτοκαλιά φωτάκια δείχνουν πληροφορίες που εισέρχονται στη Τράπεζα", είπεν ο κατώτερος υπάλληλος αρχείου. "Τα πράσινα δείχνουν πως κάποιος σε ψηλότερο όροφο τραβάει πληροφορίες -συνήθως αυτό γίνεται από την Υπηρεσία Συγκεφαλαίωσης". Ο Λιουκ παρακολουθούσε για μια στιγμή τις πορτοκαλιές και πράσινες αναλαμπές.
 -"Τι πληροφορία διαβιβάζεται τώρα";
 -"Δε μπορώ να ξέρω", γρύλισε ο υπάλληλος. "Είν' όλες κωδικοποιημένες. Κάτω στο παλιό γραφείο υπήρχε μηχάνημα αποκωδικοποίησης. Δε το χρησιμοποιήσαμε ποτέ. Είχαμε τόσα άλλα να κάνουμε".
     Ο Λιουκ έπεσε σε συλλογή. Ο υπάλληλος έδειχνε πως βαρέθηκε. Το μυαλό του Λιουκ άρχισε να εργάζεται γρήγορα. Ρώτησε:
 -"Αν καταλαβαίνω λοιπόν καλά, εσείς αρχειοθετείτε τις πληροφορίες, μα δεν έχετε έπειτα καμιά δουλειά μ' αυτές";
 -"Τις αρχειοθετούμε και τις κωδικοποιούμε. Όποιος ζητάει κάποια πληροφορία, βάζει ένα πρόγραμμα στη μηχανή κι η πληροφορία του 'ρχεται. Δεν τη βλέπουμε ποτέ, εκτός αν πάμε και κοιτάξουμε μέσα στη παλιά μηχανή αποκωδικοποίησης".
 -"Που βρίσκεται ακόμα κάτω στο παλιό σας γραφείο";
     Ο γραφιάς κούνησε καταφατικά το κεφάλι του.
 -"Τώρα το λένε σκηνοθετική κάμαρα. Δεν υπάρχει τίποτα εκεί, εκτός από σωλήνες εισερχομένων κι εξερχόμενων, το μηχάνημα αποκωδικοποίησης κι ο φύλακας".
 -"Που βρίσκεται η σκηνοθετική κάμαρα";
 -"Πολλούς ορόφους πιο κάτω, πίσω από τη Τράπεζα. Είναι πολύ χαμηλά για να εργαστώ εγώ εκεί κάτω. Έχω μεγαλύτερες φιλοδοξίες". Και για να υπογραμμίσει περισσότερο τα λόγια του, έφτυσε στο πάτωμα.
 -"Λέτε πως υπάρχει κάποιος φύλακας εκεί";
 -"Ένας γέρος Νεώτερος Εκτελεστής που λέγεται Ντότκιν. Βρίσκεται κει περί τα εκατό χρόνια, νομίζω".
     Ο Λιουκ έπεσε απότομα τριάντα πατώματα με το ασανσέρ-εξπρές, κατέβηκε μετά άλλα έξι πατώματα με κινούμενη σκάλα, μέχρι που 'φτασε στον ημιόροφο 46. Βγήκε σ' ένα βρώμικο κεφαλόσκαλο, με μιαν αίθουσα εστιατορίου κατώτερης τάξης από τη μια μεριά κι ένα υπνωτήριο των παιδιών του ασανσέρ από την άλλη. Ο αέρας βρωμούσε βαθύ υπόγειο, ήταν κράμα από ταγκό τσιμέντο, φαινόλη, θειάφι και μια ελαφριά αλλά επίμονη ανθρώπινη μπόχα. Ο Λιουκ κατάλαβε διασκεδάζοντάς το πικρά, πως ξαναγύρισε στο γνώριμό του περιβάλλον. Ακολουθώντας τις οδηγίες που του 'δωσε απρόθυμα ο υπάλληλος γραφείου, ο Λιουκ ανέβηκε σε μια κορδέλα μεταφοράς με την επιγραφή 902-Αποθήκες, που 'κανε πολύ φασαρία. Σε λίγο έφτασε σ' ένα λαμπρά φωτισμένο κεφαλόσκαλο σημειωμένο με μια επιγραφή σε μαύρο και κίτρινο: Αποθήκες Πληροφοριών, Τεχνικός Σταθμός.
     Μέσα από τη πόρτα αρκετοί τεχνίτες κάθονταν σε ψηλά σκαμνιά και κουνούσαν τα πόδια τους στον αγέρα, τεμπελιάζοντας και πειράζοντας ο ένας τον άλλο. Ο Λιουκ άλλαξε και πήρε μιαν άλλη κορδέλα μεταφοράς που πήγαινε προς τα πλάγια, ακόμα πιο σαράβαλο, σχεδόν εντελώς χαλασμένη. Στη 2η διασταύρωση -αυτή τη φορά χωρίς κανένα σήμα- κατέβηκε από τη ταινία, έστριψε σ' ένα διάδρομο και κατηφόρισε προς μια κίτρινη λάμπα που 'καιγε κάπου μακριά. Ο διάδρομος ήτανε σιωπηλός. Δυσοίωνος σχεδόν, στην αποτράβηξή του από τη ζωή της Πόλης. Κάτω από το μοναδικό κίτρινο λαμπτήρα, πάνω σε μια πόρτα, βρισκόταν η κακογραμμένη επιγραφή:
ΑΠΟΘΗΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ-ΣΚΗΝΟΘΕΤΙΚΗ ΚΑΜΑΡΑ-ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΕΙΣΟΔΟΣ
     Ο Λιουκ δοκίμασε τη πόρτα και τη βρήκε κλειδωμένη. Χτύπησε δυνατά και περίμενε. Η σιωπή τύλιγε το διάδρομο σα σάβανο κι ο μόνος ήχος που τη διέκοπτε ήταν ο κρότος της μακρινής ταινίας μεταφοράς. Χτύπησε ξανά και τώρα από μέσα ακούστηκε σα να περπατούσε κάποιος, σέρνοντας τα πόδια του. Η πόρτα γλίστρησε ανοίγοντας και τον κοίταξαν χλωμά, πράα μάτια. Μια μάλλον αδύνατη φωνή τον ρώτησε:
 -"Ορίστε, κύριε"; Ο Λιουκ επιχείρησε να πάρει ύφος προϊσταμένου.
 -"Είστε ο Ντότκιν, ο φύλακας";
 -"Μάλιστα, κύριε, είμαι ο Ντότκιν".
 -"Ανοίξτε, σας παρακαλώ, θέλω να μπω". Τα χλωμά μάτια ανοιγόκλειναν μ' ήπια απορία.
 -"Μα αυτό δεν είναι παρά η σκηνοθετική κάμαρα, κύριε. Δεν υπάρχει τίποτα εδώ για να δείτε. Τα αρχεία αποθηκών βρίσκονται πίσω από τη γωνία, στη πρόσοψη. Αν γυρίσετε πίσω στη διασταύρωση..." Ο Λιουκ του έκοψε την κουβέντα:
 -"Έρχομαι από τα αρχεία. Εσάς είναι που θέλω να δω".
     Τα χλωμά μάτια ανοιγόκλεισαν για μιαν ακόμα φορά. Η πόρτα άνοιξε γλιστρώντας. Ο Λιουκ μπήκε στη στενόμακρη σκηνοθετική κάμαρα με το τσιμεντένιο δάπεδο. Από το ταβάνι κατέβαιναν αμέτρητοι αγωγοί που μπαίναν μέσα στον τοίχο κι ο κάθε αγωγός είχε μεταλλική ετικέτα κρεμασμένη πάνω του. Σε μια άκρη του δωματίου βρισκόταν μια βρώμικη κουκέτα, που φαίνεται πως κοιμόταν ο Ντότκιν, στην άλλη άκρη ήταν ένα μακρύ μαύρο γραφείο: να ήταν η μηχανή της αποκωδικοποίησης, άραγε; Ο ίδιος ο Ντότκιν ήταν κοντούλης και καμπούριαζε, αλλά κινιόταν πιο εύκολα, παρόλο που δεν υπήρχε αμφιβολία πως ήταν μεγάλος στην ηλικία. Τα άσπρα του μαλλιά ήταν κιτρινισμένα μα καλοχτενισμένα. Τα μάτια του, αδύνατα και νερουλά, δεν είχαν πονηριά κι ήταν στηλωμένα πάνω στον Λιουκ με την αμεροληψία ενός αστρονόμου. Ανοιξε το στόμα και τα λόγια ξεχείλισαν από μέσα τρεμουλιαστά, ενώ ο Λιουκ μάταια προσπαθούσε να τον διακόψει.
 -"Δε μου 'ρχονται συχνά επισκέπτες από πάνω. Συμβαίνει τίποτα";
 -"Όχι, δε συμβαίνει απολύτως τίποτα".
 -"Θα 'πρεπε να μου το πουν, αν κάτι δε πάει καλά ή ίσως και να βγήκανε καινούριες οδηγίες που δε μ' ειδοποίησαν γι' αυτές".
 -"Τίποτα απ' αυτά, κ. Ντότκιν. Είμ' απλώς ένας επισκέπτης..."
 -"Δε βγαίνω τόσο συχνά όσο θα 'πρεπε, τη περασμένη βδομάδα, όμως..."
     Ο Λιουκ έκανε πως άκουγε, καθώς ο Ντότκιν μωρολογούσε συνοδεύοντας σε σόλο τις πικρές του σκέψεις. Η συνέχεια από ντιρεκτίβες που οδηγούσαν από τον Φιόντορ Μισκίτμαν στον Λάβεστερ Λάιμον και στον Τζουντάια Ριππ, προσπερνώντας τον Πάρρις Ντε Βίκερ πήγαιναν στον Σιούελλ Σεππ και στον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου, επέστρεφαν και πάλι στη διαβάθμιση και κατέβαιναν τους ορόφους μέσα από το Συμβούλιο Προγραμματικής Αποτίμησης στην Υπηρεσία Συγκεφαλαίωσης και το Γραφείο του Προϊσταμένου Αρχείου -αυτή η συνέχεια τελείωσε επιτέλους. Το νήμα που 'χεν ακολουθήσει με τόση χαμένη ελπίδα, έμοιαζε πως θα λυνόταν τελικά. "Ωραία", είπε ο Λιουκ στον εαυτό του, "είχε δεχτεί τη πρόκληση του Μισκίτμαν, απότυχε κι αντιμετώπιζε πάλι την αρχική του εκλογή. Να υποταχτεί και να κουβαλά αυτό το σιχαμερό φτυάρι στην αποθήκη και πίσω πάλι ή ν' αψηφήσει τη διαταγή, να πετάξει το φτυάρι χάμω και να επιβληθεί σαν ελεύθερος άνθρωπος και ν' αποταξινομηθεί και να καταντήσει ένας Νεώτερος Εκτελεστής σα τον γερο-Ντότκιν, που σφυρίζοντας και ξεφυσώντας συνέχιζε να φλυαρεί ασταμάτητα".
 -"...κάποιο λάθος. Εγώ δεν το ξέρω ποτέ, γιατί ποιος μου το λέει εμένα; Από χρόνο σε χρόνο δεν μ' ενοχλεί κανείς εδώ κάτω και δεν υπάρχει κανείς να μ' αντικαταστήσει και σπάνια μόνο ανεβαίνω πάνω, μια φορά στις δεκαπέντε πάνω-κάτω, μα όταν είδες μια φορά τον ουρανό τι σημασία έχει; Μήπως αλλάζει ποτέ; Κι ο ήλιος και το θάμα του ήλιου, μ' αν είδες μια φορά ένα θαύμα..."
     Ο Λιουκ πήρε βαθιά αναπνοή.
 -"Κάνω έρευνες για κάποια πληροφορία που 'φτασε στο γραφείο του Προϊσταμένου Αρχείου. Ίσως θα μπορούσατε να με βοηθούσατε σεις".
     Ο Ντότκιν ανοιγόκλεινε τα ωχρά του μάτια.
 -"Για ποιο θέμα πρόκειται, κύριε; Θα χαρώ φυσικά πολύ να σας βοηθήσω με κάθε τρόπο, μ' όλο που..."
 -"Πρόκειται για την οικονομία σε χρήση μετάλλων και μεταλλικών εργαλείων".
     Ο Ντότκιν κούνησε το κεφάλι του.
 -"Θυμάμαι αυτό το θέμα πολύ καλά".
     Τώρα ήταν η σειρά του Λιουκ να τον κοιτάξει με διάπλατα τα μάτια.
 -"Θυμάστε αυτό το θέμα";
 -"Φυσικά. Ήταν, αν μου επιτρέπετε την έκφραση, μια από τις μικρές μου πονηρίες, μια προσωπική παρατήρηση που εσώκλεισα μεταξύ του άλλου υλικού".
 -"Θα 'χατε τη καλωσύνη να μου το εξηγήσετε";
     Ο Ντότκιν χάρηκε και με το παραπάνω, που μπορούσε να εξηγήσει:
 -"Τη περασμένη βδομάδα είχα την ευκαιρία να πάω να επισκεφτώ ένα παλιό μου φίλο, πέρα στο Κλάξτον 'Αμπεϋ, ένα σπουδαίο συμμορφούμενο, καλά προσαρμοσμένο και πολύ συνεργάσιμο, μ' όλο που δεν είναι δυστυχώς παρά ένας Νεώτερος Εκτελεστής. Δε θέλω φυσικά να προσβάλω τον καλό μου φίλο, τον Νταίβυ Έβανς, που κι αυτός σα και μένα είν' έτοιμος να βγει στη σύνταξη, μ' όλο που σήμερα δίνουνε τόσα λίγα..."
 -"Πονηριά";
 -"Μάλιστα, αυτό λέγαμε. Όταν γύριζα σπίτι με τη ταινία μεταφοράς -στον ημιόροφο Τριάντα Δύο όπως θυμάμαι- είδα κάποιον εργατικό -μπορεί να 'ταν κι ηλεκτρολόγος- να πετά μερικά εργαλεία σε μια χαραμάδα φεύγοντας από τη βάρδια του. Είπα μέσα μου -αυτό θα πει τεμπελιά- απαίσιο! Και αν υποθέσουμε πως ο άνθρωπος αυτός θα ξεχνούσε που πέταξε τα εργαλεία του; Θα χάνονταν! Τ' αποθέματα μας σε μεταλλεύματα είναι πολύ χαμηλά -αυτό το ξέρει όλος ο κόσμος- και χρόνο με το χρόνο τα νερά του ωκεανού γίνονται όλο και πιο αδύνατα, όλο και πιο αραιά. Αυτός ο άνθρωπος δεν ενδιαφερόταν καθόλου για το μέλλον της Οργάνωσης. Θα 'πρεπε να φροντίζουμε για τα φυσικά μας πλούτη, δεν συμφωνείται κι εσείς, κύριε";
 -"Φυσικά συμφωνώ, μα..."
 -"Όπως και να 'ναι, γύρισα δω και πρόσθεσα ένα σχετικό υπόμνημα στο άλλο υλικό που πηγαίνει στο Βοηθό Προϊστάμενου Αρχείου. Σκέφτηκα πως ίσως να εντυπωσιαζόταν κι έλεγε κανά λόγο σε κανάν άνθρωπο με κάποιαν επιρροή -ίσως στον Προϊστάμενο Αρχείου. Όπως και να 'ναι, αυτή είν' η ιστορία της πονηριάς μου. Προσπάθησα φυσικά να της δώσω κύρος, προσθέτοντας τα σχετικά με την αναπόφευκτη ελάττωση του φυσικού μας πλούτου".
 -"Κατάλαβα", είπε ο Λιουκ. "Και προσθέτετε συχνά τις πονηριές σας στις πληροφορίες της μέρας";
 -"Πότε-πότε", είπε ο Ντότκιν "και πρέπει να σας πω ότι διαπιστώνω καμιά φορά μ' ευχαρίστησή μου, πως άνθρωποι πιο σπουδαίοι από μένα μοιράζονται τις απόψεις μου. Μόλις πριν από τρεις βδομάδες με καθυστέρησαν στο δρόμο μου ανάμεσα στο Κλάστον 'Αμπεϋ και το Κίττβιλλ. Στον Τριακοστό Ημιόροφο. Έγραψα ένα σχετικό σημείωμα και πρόσεξα τη περασμένη βδομάδα πως άρχισε η κατασκευή μιας καινούριας ταινίας μεταφοράς μ' οχτώ δρομάκια ανάμεσα σ' αυτά τα δύο σημεία, ένα πραγματικά υπέροχο και μοντέρνο επιχείρημα. Πριν ένα μήνα πρόσεξα κάτι ξεδιάντροπα κορίτσια, πασαλειμμένα με καλλυντικά σα τους άγριους. 'Τι σπατάλη', είπα μέσα μου, 'τι κενοδοξία και τι βλακεία!' Έκανα μια σχετική νύξη στον Βοηθό Προϊσταμένου Αρχείου. Φαίνεται πως αυτή την άποψη την μοιράζονται πολλοί μαζί μου, γιατί έπειτα από δυο μέρες ο Γραμματέας Εκπαιδεύσεως έβγαλε μια γενική διαταγή που αποθαρρύνει αυτές τις νόστιμες κουφιοκέφαλες".
 -"Ενδιαφέρον", μουρμούρισε ο Λιουκ, "πολύ ενδιαφέρον μάλιστα. Και πως διαβιβάζετε αυτές ... τις πονηριές... μέσα στις πληροφορίες";
     Ο Ντότκιν έτρεξε κουτσαίνοντας στη μηχανή της αποκωδικοποίησης.
 -"Το προϊόν από τις αποθήκες περνάει από 'δω. Γράφω μερικές γραμμές στη γραφομηχανή και τις χώνω εκεί που θα τις δει ο Βοηθός Προϊσταμένου".
 -"Θαυμάσια", αναστέναξε ο Λιουκ. "Ένας άνθρωπος με την εξυπνάδα σας έπρεπε να 'χε μεγαλύτερο βαθμό στην Υπηρεσιακή Κατάσταση".
     Ο Ντότκιν κούνησε το ήρεμο γέρικο κεφάλι του.
 -"Δεν έχω ούτε φιλοδοξίες ούτε την ικανότητα. Κάνω μόνο γι' αυτή την απλή δουλειά κι αυτό ίσα-ίσα. Θα 'παιρνα αύριο τη σύνταξή μου, μόνο που ο Προϊστάμενος Αρχείου με παρακάλεσε να μείνω λίγο ακόμα, μέχρι που να 'βρει έναν άνθρωπο να πάρει τη θέση μου. Η ησυχία 'δω κάτω, φαίνεται να μην αρέσει σε κανένα".
 -"Ίσως πάρετε τη σύνταξή σας πιο γρήγορα απ' ότι περιμένετε", είπε ο Λιουκ.
     Ο Λιουκ ερχόταν με το πάσο του από το γυαλιστερό σωλήνα, που τον έζωναν ανοιχτές και σκούρες αντανακλάσεις φωτός, σα το μάτι του βοδιού. Μπροστά του είχε κίνηση, έλαμπε το μέταλλο κι ακούγονταν φωνές να μουρμουρίζουν. Ολόκληρο το συνεργείο της υπ' αριθμ. 3 Σήραγγας στεκόταν ανήσυχο, χωρίς να πιάνει δουλειά. Ο Φιόντορ Μισκίτμαν κούνησε το χέρι του μ' ασυνήθιστη σφοδρότητα.
 -"Γκρόγκατς! Στη θέση σου! Καθυστέρησες ολάκερο το συνεργείο!" Το βαρύ του πρόσωπο είχε κοκκινίσει ολόκληρο. "Αργήσαμε τέσσερα λεπτά, σύμφωνα με το πρόγραμμα".
     Ο Λιουκ τον πλησίασε αργοπατώντας.
 -"Κάνε γρήγορα", μούγκρισε ο Μισκίτμαν. "Που νομίζεις ότι βρίσκεσαι, σε κανένα καταραμένο περίπατο"; Αν μη τι άλλο, ο Λιουκ καθυστέρησε ακόμα πιότερο το βήμα. Ο Μισκίτμαν κατέβασε το μεγάλο του κεφάλι και τον κοίταξε εξαγριωμένος. Ο Λιουκ σταμάτησε ακριβώς μπροστά του.
 -"Που 'ναι το φτυάρι σου"; τον ρώτησε ο Μισκίτμαν.
 -"Δε ξέρω" είπε ο Λιουκ. "Ήρθα εδώ να κάνω τη δουλειά μου. Δικιά σας δουλειά είναι να μ' εξοπλίσετε μ' εργαλεία".
     Ο Μισκίτμαν τονε κοίταξε, μη μπορώντας να πιστέψει στ' αφτιά του.
 -"Δεν το πήγες στην αποθήκη";
 -"Ναι", είπε ο Λιουκ. "Το πήγα 'κει. Αν το θέλετε, να πάτε να το πάρετε".
     Ο Μισκίτμαν άνοιξε το στόμα και βρυχήθηκε:
 -"Φύγε από τη δουλειά!"
 -"Όπως θέλετε", είπε ο Λιουκ. "Εσείς είστε ο αρχιεργάτης".
 -"Και μη γυρίσεις!" μούγκρισε ο Μισκίτμαν. "Θα σ' αναφέρω προτού βγει η μέρα. Δεν θα πάρεις προαγωγή από μένα, ξέρε το!"
 -"Προαγωγή"; Ο Λιουκ γέλασε. "Προχώρα! Κόψε με και κάνε με Νεώτερο Εκτελεστή. Μήπως νομίζεις πως σκοτίστηκα; Καθόλου. Και θα σου πω και το γιατί. Θα γίνουν μερικές αλλαγές. Όταν δεις τη κατάσταση ν' αλλάζει, θυμήσου με".
     Ο Λιουκ Γκρόγκατς, Νεώτερος Εκτελεστής αποχαιρέτησε το φύλακα της σκηνοθετικής κάμαρας που 'φευγε με σύνταξη.
 -"Μη μ' ευχαριστείτε, δεν υπάρχει λόγος", είπε ο Λιουκ. "Είμαι 'δω, επειδή το επιδίωξα μόνος μου. Κατ' ουσίαν... μα δεν έχει σημασία. Ανεβείτε πάνω, καθίστε στον ήλιο, χαρείτε τον καθαρό αέρα".
     Τελικά ο Ντότκιν, που χαιρόταν και στεναχωριόταν ταυτόχρονα, πέρασε κουτσαίνοντας για μια τελευταία φορά από τον υγρό διάδρομο, πηγαίνοντας προς τη φασαρτζίδικη κορδέλα μεταφοράς. Ο Λιουκ έμεινε μόνος στη σκηνοθετική κάμαρα. Ολόγυρά του βούιζαν οι πληροφορίες που βγαίνανε βιαστικά, χωρίς σχεδόν ν' ακούγονται. Πίσω από τον τοίχο ένιωθες εκατομμύρια ενισχυτές να χτυπούν, να στρίβουν, να μπλέκονται, ένιωθες κυλίνδρους κι ανιχνευτικούς αγωγούς και δεξαμενές μνήμης να βουίζουνε πάνω στη δράση τους. Το προϊόν έβγαινε από τη μηχανή αποκωδικοποίησης σα κίτρινη ταινία και τυλιγόταν σε καρούλι. Δίπλα στεκόταν η γραφομηχανή. Ο Λιουκ κάθισε. Η πρώτη του πονηριά; Ποια θα 'ταν; Ελευθερία για τους Μη Συμμορφούμενους; Να κουβαλούν οι αρχιεργάτες των συνεργείων που εργάζονταν σε τούνελ τα εργαλεία ολόκληρου του συνεργείου; Ένα μεγαλύτερο κονδύλι εξόδων για τους Νεώτερους Εκτελεστές;
     Ο Λιουκ σηκώθηκε κι έξυσε το πηγούνι του. Ισχύς... που 'πρεπε να εφαρμόζεται με διάκριση. Πως θα μπορούσε να τη χρησιμοποιήσει; Να πετύχει πλούσια προνόμια για τον εαυτό του; Ναι, αυτό θα το κατόρθωνε φυσικά με πλάγιους τρόπους. Και τότε τι; Ο Λιουκ σκέφτηκε τ' αμέτρητα πλήθη των αντρών και των γυναικών που ζούσαν κι εργάζονταν στην Οργάνωση.
     Κοίταξε τη γραφομηχανή. Θα μπορούσε ν' αναπλάσει τις ζωές τους, ν' αλλάξει τις σκέψεις τους, ν' αποδιοργανώσει την Οργάνωση. Θα 'τανε φρόνιμο αυτό; Θα 'τανε σωστό; Ή απλώς θα 'τανε διασκεδαστικό;
     Ο Λιουκ αναστέναξε. Με τα μάτια του νου του είδε τον εαυτό του να στέκεται σε μια ταράτσα, ψηλά πάνω από τη πόλη. Ο Λιουκ Γκρόγκατς, ο Πρόεδρος Διοικητικού Συμβουλίου. Δεν ήταν αδύνατο, ήταν πολύ πιθανό. Αν έμπαινε κάθε φορά από λίγο η σωστή πονηριά...
     Λιουκ Γκρόγκατς, Πρόεδρος Διοικητικού Συμβουλίου. Μάλιστα. Αυτός, θα 'ταν ο σκοπός του. Ήταν όμως απαραίτητο να κινείται πολύ προσεχτικά, με μεγάλη λεπτότητα.
     Ο Λιουκ Γκρόγκατς κάθισε στη γραφομηχανή κι άρχισε να γράφει με τονα δάχτυλο τη πρώτη του πονηρή σκέψη...
                                              
____________________________________________________________

Vance Jack Holbrook
"Dodkin's Job" (1959
Μετάφραση: Κύρα Σίνου

 

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers