Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Πεζά 

Ατελές Παλάτι

      Ακολουθώντας κάποιο ξαφνικό όραμα, ξεκίνησε νέος και δυνατός στα εικοσιπέντε του να βρει το Κρουσταλλένιο Παλάτι, έχοντας πολύ λίγα στοιχεία, που όμως τα επεξεργάστηκε καλά, έλυσε στο δρόμο του ένα σωρό πανδύσκολους γρίφους, πάλεψε με θεριά και με καταιγίδες, πέρασε κάμπους, βουνά και καταρράκτες, κολύμπησεν άγρια ποτάμια, συχνά ακολουθώντας πενιχρές ενδείξεις από τ' όραμά του και μετά πολύ κόπο, παιδεμό, στερήσεις δέκα ετών, έφτασε και διέσχισε με χίλια βάσανα το Μαγεμένο Δάσος που του φάνηκεν ατέλειωτο, μα στην άκρη του, πάνω στον απόκρημνο λόφο πέρα μακριά, είδε να φαντάζει αυτό που θα μπορούσε κανείς να ονομάσει, Κρουσταλλένιο Παλάτι και μετά από πέντε περίπου ώρες επικίνδυνης και κοπιαστικής πεζοπορίας, που στο τέλος περιλάμβανε και σκληρή ανάβαση, κατάφερε να μπει από την Ανατολική Είσοδο στον περίβολο του Μεγάλου Κρουσταλλένιου Παλατιού, ακριβώς την ώρα που από τη Δυτική Είσοδο έμπαινε καταταλαιπωρημένος επίσης, ένας άλλος σχεδόν συνομίληκός του και για κάμποση ώρα μείναν άφωνοι να κοιτάζονται, λαχανιασμένοι, κατάκοποι και με μιαν απέραντη έκπληξη, που δεν ήθελε πολύ να μετατραπεί σ' απογοήτευση, ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους, μέχρι που ο νεαρός που μπήκε από την ανατολή, κατάφερε να σπάσει επιτέλους τη σιωπή:
 -"Ποιός... ποιός είσαι συ κι από πού ήρθες;" είπε με φωνή που πάσχισε να τη κάνει να φανεί άγρια. Αγριοκοιταχτήκανε πολύ έντονα κι ο άλλος νεαρός απάντησε στον ίδιο τόνο:
 -"Εγώ... μπήκα από τη Δυτική Είσοδο στο Φωτισμένο Παλάτι, ακολουθώντας ένα όραμα που 'χα πριν δέκα χρόνια και δεινοπάθησα να φτάσω, βάζοντάς τα με όλα τα στοιχειά της φύσης, πέρασα ένα σωρό εμπόδια, έλυσα δύσκολους υπολογισμούς και τώρα πια ξέρω πως έφτασα... κι έφτασα πρώτος!" απάντησεν ο άλλος και ξαναπήρε το άγριο βλέμμα και τη στάση κείνη που μαρτυρούσε πως ήτανε πρόθυμος ν' αγωνιστεί και να διεκδικήσει αυτό που πίστευε πως του ανήκε δικαιωματικά.
 -"Μα τί λες άνθρωπέ μου; Κι εγώ τα ίδια και χειρότερα πέρασα κι είμαι βέβαιος πως όταν είχα ήδη μπει, τότε συ διάβαινες το κατώφλι του Κρουσταλλένιου Παλατιού, άρα μου ανήκει", είπεν ο πρώτος νεαρός αγριεμένος, έχοντας εντωμεταξύ ξαναβρεί την ανάσα του.
     Αγριοκοιταχτήκανε, προσπαθήσανε να τρομάξουν ο ένας τον άλλο, με γρυλίσματα και δείχνοντάς του τα δόντια, πλησιάσανε και τελικά αρχίσανε να παλεύουνε με τέτοια μανία κι ορμή, με τόσο τρομερό θόρυβο, απελπισμένα και φανατικά, μα ισόπαλα, κι ότι είχεν αρχίσει να πέφτει το σούρουπο. Η χλαπαταγή του καβγά τους μεγάλωνε ολοένα και περισσότερο, τα ουρλιαχτά τους σπάζανε την ησυχία και τότε ακούστηκε μια δυνατή φωνή, που πάσχιζε να καλύψει το θόρυβο:
 -"Ποιοί είστε σεις και τί θέτε δω, γιατί μαλώνετε με τόση φασαρία";
     Στην αρχή δεν ακούσανε, δε δώσανε σημασία, δεν τους έγινε αντιληπτή η φωνή, προφανώς ως μη λογικό το να υπάρχει άλλη φωνή σαν παρουσία κει κοντά και συνεχίσανε με πιότερη μανία τον καβγά τους. Τότε, η φωνή, πιο δυνατή αυτή τη φορά και πιο νευριασμένη επανέλαβε την ίδια ερώτηση. Αυτό τους πάγωσε στις θέσεις τους για λίγο. Βαθμηδόν, καταφέρανε να χωνέψουνε το τί ακούσανε και χωριστήκανε βιαστικά. Ήτανε κι οι δυο τους σε τρισάθλια κατάσταση: ματωμένα φρύδια και χείλια, μαυρισμένα μάτια, αναψοκοκκινισμένα μάγουλα κι ανάστατα τα μακριά τους μαλλιά, λαχανιασμένοι και κατάκοποι, αναζητήσανε να βρούνε τη πηγή της φωνής. Ήτανε να τους λυπάται κανείς.
     Γυρίσαν από δω, γυρίσαν από κει και τελικά σηκώνοντας τα μάτια λίγο ψηλότερα, είδανε στη κορφή της σκάλας που οδηγούσε πάνω στα δώματα του ψηλού ορόφου, έναν άντρα, μεγαλύτερό τους αρκετά, να στέκεται με το μπουρνούζι του κι ακόμα μουσκεμένος από το μπάνιο του, να τους κοιτάζει επιτιμητικά και θυμωμένα. Ο νεαρός που μπήκε από δυτικά, τούτη τη φορά συνήλθε πρώτος και κατάφερε να ψελλίσει έχοντάς τα χαμένα:
 -"Εσύ πάλι ποιός στο καλό είσαι";
 -"Χα! Καλός είσαι και του λόγου σου! Ωραίοι τρόποι μα την αλήθεια!... Χμμ... Να σας πω τώρα που ηρεμήσατε και δε τρώγεστε σα τα κοκόρια... Λοιπόν... εγώ πριν από δέκα περίπου χρόνια έφτασα δω, έχοντας περάσει του κόσμου τις κακουχίες για μια δεκαετία, ακολουθώντας ένα όραμα, που μου 'λεγε πως εδώ, θα βρω το Κοραλλένιο Παλάτι. Ήτανε σούρουπο -καλή ώρα- όταν έφτασα εδώ και μπήκα στον περίβολο. Το Κοραλλένιο Παλάτι ήταν έρημο κι έτσι εγκαταστάθηκα. Από τότε δεν έχω φύγει ποτέ. Το Κοραλλένιο Παλάτι είναι λοιπόν δικό μου κι άρα φύγετε αμέσως!", είπε και σταύρωσε τα χέρια του, αφού πρώτα ξανάδεσε βιαστικά τη ζώνη από το μπουρνούζι που κόντευε να ξελυθεί.
     Κανείς από τους δυο άλλους δε μίλησε. Κοιταχτήκανε μόνο... λιγάκι... ίσα-ίσα. Αμέσως μετά, νιώθοντας αποκαμωμένοι, ξεκινήσανε ν' ανεβαίνουνε τα μπόλικα σκαλοπάτια προς τα δώματα του πάνω ορόφου, ο ένας πίσω από τον άλλο, κρατώντας για στήριξη τα πέτρινα και γυμνά ντουβάρια του περιβόλου...

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers