Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Διαδικτύου 

Ελπινίκη: Γυναικεία Εξαίρετη Ματιά...

 

Ήρθες.

Σαν ανοιξιάτικο πρωινό

σ' ανοιχτά παραθυρόφυλλα.

Ήρθες.

Μ' ένα φιλί δειλό

έστρωσα χαλί να διαβείς

το δύσβατο δρόμο της ζωής μου.

Ήρθες.

Και δε ξέρω πως,

δε ξέρω γιατί,

φώλιασες εκεί που ο ήλιος

έχει πάψει να επισκέπτεται.

Ήρθες.

Κι ο τρόμος μου μεγάλος

στη σκέψη και μόνο να σε χάσω.

Να φύγεις, μακριά,

σ' άλλο παράθυρο να λάμψεις.

Μόνο και μόνο,

γιατί εγώ δείλιασα,

να σου ανοίξω την πόρτα.
........................................


Το παγωμένο ξύλο
σκάβει τη μαλακή σάρκα.
Στο κενό το βλέμμα φτιάχνει
εικόνες γλυκοφίλητες.
Το λευκό δέρμα που καίει
δοξάζει τον ένα θεό
τόσο, όσο μπορεί.
Μπλέκεται στους βοστρύχους της λατρείας
αμφίβολη ακόμη πίστη
και μετέωρη.
Η Ποίηση κι ο Έρωτας
ο Έρωτας κι ο Θάνατος
προϋποθέτουν άσκηση κι ασκητική.
Οι εραστές κι οι ποιητές
δε μπορούν να 'ναι λίγοι, ούτε λίγο.
Ο άντρας, η γυναίκα,
εργάτες της πίστης τους,
χύνουν ιδρώτα και δάκρυ ξεχασμένο
στο ιερό του Θεού τους, καθείς μονάχος.
Σ' ένα λευκό χαρτί κι ένα κρεβάτι
δειπνούν με δαίμονες.
Ένα ποτήρι κρασί για όσα ήταν
κι όσα θα 'ρθουν.
Πεζοπορία σ' απόκρημνες πλαγιές
για μια νύχτα αγιοσύνης.
Φως είναι ο Έρωτας κι αγέρας...
πόνος και κόπος
ορισμός και κανόνας
του ποτέ και του τίποτε...
.....................................

Μην κλαις αυτούς, φίλε
Που πέταξαν μακριά.
Κλαίγε αυτούς, φίλε
Που ξέμειναν από φτερά.
Αυτούς που πατήσαν τα όνειρά τους
Και τα έκαναν μισολιωμένες σόλες,
Φαγωμένα πλέον από τον χρόνο και τον κόπο
Και κλεισμένα σε ντουλάπι παλιό κι υγρό.
Αυτούς που έμαθαν,
Στεγνοί πια,
Να κοιτάζουν μόνο ίσια μπροστά.
Ούτε αριστερά ούτε δεξιά.
Ούτε τ' αστέρια, ούτε το χώμα.
Τα πηγάδια τους, στερεμένα από φρεσκάδα,
Φαρμάκι βγάζουν και λάσπη.
Τα ποτάμια τους, κίτρινα από την άμμο
Της ξηρασίας τους.
Το δάκρυ τους, χάντρα που στολίζει
Σ' άλλων περιστάσεις.
Η κόγχη της μοναξιάς τους
Γκρίζα έχει γίνει,
Σαν το μολύβι που κουβαλούν
Και γράφουν πταίσματα κι εγκλήματα,
Των άλλων πάντα και ποτέ
Τα δικά τους.
Τα σύννεφα, κάγκελα τα κάνουν.
Και τον αναστεναγμό, φωτιά.
Τη λάβα της καρδιάς, πέτρα.
Κι ότι δουν να ανθίζει,
Το πατούν μ' οργή,
Να μη θυμίζει πως
Ο κόσμος είναι όμορφος.
Αυτούς κλάψε, φίλε.
Που όταν η ζωή χτύπησε το κουδούνι,
Φοβήθηκαν μην είναι κλέφτης.
Αυτούς φίλε,
Που παντρεύονται το κορμί τους το αποσυντιθέμενο.
Αυτούς φίλε.
Τους πεθαμένους πριν το τάφο.
Κλάψε τους.
                    Αύγουστος 2004
.........................

Σκοτάδι μου.

Σε τεμαχίζω με τις φλόγες των κεριών.

Σ' αρωματίζω με καπνούς και μαγειρικές.

Σε σπουδάζω με διαβάσματα άνομα.

Νύχτα μου...

Το παιχνίδι σου διαλέγω,

βάζοντας στόχους-θύματα,

μέσα από γυάλινα ποτήρια.

Με ταλαιπωρείς, σε ταλαιπωρώ,

μου τραγουδάς, σου γελώ.

Βραδιά μου,

οι μουσικές σου δυνατές κι ίδιες,

οι δικές μας ρουτίνες σαν άγραφοι νόμοι

κι οι γλυκές μας συμμορίες,

σχεδιάζουν τον κόσμο απ’ την αρχή.

Ώρες μου μικρές...
Τότε που μόνο εγώ μαζί μου είμαι,

κι έξω απ' την πόρτα έχω αφήσει τα όλα,

καλώ φαντάσματα που θέλω,

για να μου βασανίσουν τον χρόνο πριν τον ύπνο.

Τον ουρανό σας που κοιτάζω κατάματα,

ονειρεύομαι να αγγίξω.

Τα στίγματά σας, αστέρια μου χαμογελούν

απ' το ψηλό παράθυρο,

ψιθυρίζοντας στ' αφτί μου

λόγους τρυφερούς και μεγάλους.

Αφού ξέρουν,

ότι τα λόγια αυτά κι οι υποσχέσεις,

διαρκούν μία και μόνη νύχτα.

Έτσι όπως θα έπρεπε.

Όλες οι ομορφιές κι όλοι οι Έρωτες

είναι μεγάλα

όταν έχουν ημερομηνία λήξης στη συσκευασία.


                                             15/10/04
.........................

Το υπόλευκο δάκρυ που κυλά κι ανακατεύεται με τον ιδρώτα των λαγόνων σου, χαράζει τον δρόμο στις νύχτες να ξύνουν πληγές παλιές κι οι κραυγές λυτρώνουν τα κτήνη που κοιμούνται αθόρυβα, μέσα σε κορμιά, αφράτα από την ανάγκη.
Η παράδοση σε φοβίζει στο μετά.
Τα χέρια δειλιάζουν ν' αγγίζουν αυτό που για λίγες στιγμές αγάπησαν.
Γιατί;
Γιατί ο πόθος γεννά πάθος και το άδειασμα οικειότητα.
Τη λαγνεία μπορείς να τη καταλάβεις...
Τη σιωπή όχι.
Η διαφορά της τρύπας και του όλου, γίνεται ορατή μετά, όταν τα πάντα δεν είναι πλέον βιαστικά.
Τότε τρέχεις να φύγεις.
Δε σηκώνεις το ένα που είναι τα πολλά.
Το χάσμα των φύλων.
Το δείλιασμα στην γυναίκα είναι πριν.
Που ψηλαφεί το πόθο με τ' ακροδάχτυλα και το πόνο με τα φιλιά.
Στο όχι της νυχτιάς, σου απαντά με τα μάτια και τους αναστεναγμούς...
Το τρέμουλο της προσμονής...
Τη συστολή της επιθυμίας...
Η ικεσία για ένα φιλί, σηματοδοτεί την αρχή του τέλους της.
Μετά... σερβίρεται στο δίσκο σου σαν ζεστό κυρίως πιάτο...

Είν' έτοιμη για το μικρό της θάνατο.
.........................


Δανάη

 

Κρύο...

Το φιλί ζητιανεύεται μετά από πόνο

κι ανάγκη.

Η επιθυμία εφήβων, σχεδόν χαζολόγημα.

Ο καιρός, εχθρός της οικειότητας.

Σ' ένα χοτέλ, με αγοραίους (;) στεναγμούς

πάνω σε παγωμένα σεντόνια

σμίγουν μέλη, σμίγουν παρελθόντα και μέλλοντα

τα ναι και τα ίσως υπερβάσεων που πλάθονται με τον χρόνο.

Τα βλέμματα χαμηλά από την συστολή

απελευθερώνονται στην κραυγή και στρέφονται πάνω

σε Αυτήν

την γυναίκα που έλουσε η χρυσή βροχή.

Η ζωοδότρα μήτρα μιας γενιάς, ενός γένους

κοιμάται τον ύπνο της ελευθερίας, ορίζοντας την ομορφιά

εκ νέου.

Δανάη...

Η ζωή μέσα από συμπληγάδες απέκτησε το όνομά σου.

Οι φράχτες δανείζονται ονόματα από μύθους.

Οι πόρτες του στάβλου έχουν πρόσωπο κι επώνυμο.

Επιστρέφεις στο χάδι που αγαπάς και φοβάσαι.

Κλείνεις τα μάτια και κορφολογείς αισθήσεις

ν' αφεθείς σε χέρια έμπειρα στο πόνο.

Νιώθεις το μάταιο των αναζητήσεων και της αποκοτιάς.

Οι απαντήσεις όλες ήταν μπροστά σου, πάνω σου.

Αντέχεις.

«Θέλεις να γίνεις το κορίτσι μου»;
 
                                     Νοέμβρης 2004

.............................................

                                            Γυναίκες

Γυναίκες μόνες.

Γυναίκες άφιλες.

Γυναίκες ίσιες, σα σανίδες.

Που πηγαίνουν μόνο μπρος ή πίσω

Γυναίκες που φοβούνται να κοιτάξουν αλλιώς.

Γυναίκες που φοβούνται να κοιταχτούν στον καθρέφτη.

Γυναίκες τρομαγμένες από τις επιθυμίες τους.

Γυναίκες θλιμμένες από την απραξία τους.

Γυναίκες που κοιτούν πίσω και δε βλέπουν τίποτα.

Κοιτούν δίπλα στο κρεβάτι και... τι είναι αυτός;

Γυναίκες που βλέπουν το χρόνο να χαράζει το κορμί.

Ένα κορμί στερημένο από τον πόθο.

Γυναίκες που ψάχνουν τη χαρά σ' ένα χάπι

κι ένα ποτήρι... ένα;

Γυναίκες που ζούνε για ένα σήριαλ.

Γυναίκες του καναπέ.

Γυναίκες σκαντζόχοιροι

Γυναίκες εξαίσιες.

Γυναίκες αισθησιακές.

Γυναίκες μόνες

Γυναίκες στα τριάντα.
---------------------------------------------------------------------------

                                Γυναίκα 1η: Ελπίδα

     Οι γρίλιες δεν αφήνουν το φως να εισβάλλει στο μικρό δωματιάκι, παρά τις περασμένες δώδεκα το μεσημέρι. Το μόνο άνοιγμα προς τον έξω κόσμο που διέθετε αυτή η φωλιά, λειτουργεί τώρα σα διαχωριστικό της αλήθειας της από τον υπόλοιπο κόσμο. Το κορμί της, κοιμισμένο, είναι ξαπλωμένο, γυμνό, πάνω στα χρησιμοποιημένα σεντόνια. Μόνη κι αμέριμνη, βρίσκεται στην αγκαλιά ενός ύπνου χωρίς όνειρα.
     Η Ελπίδα Λιακοπούλου μπορεί να περηφανευτεί πως στην αυγή των τριάντα της χρόνων, βρήκε, έστω και λίγο αργά, αυτό που πάντα έψαχνε: το χαμό της. Τον συνάντησε τυχαία σ' ένα μπαρ που μαζεύονται ξεπεσμένοι καλλιτέχνες. Τι σχέση έχει η Ελπίδα μ' αυτούς; Καμία απολύτως. Ήθελε να λογίζεται, απλά, για καλλιτέχνης, έστω και ξεπεσμένη. Αφού λοιπόν δοκίμασε και δε της έκατσε, αποφάσισε πως το μόνο που μπορεί να κάνει, είναι τουλάχιστον να βρίσκεται στον ίδιο χώρο μ' αυτούς. Απ' το ολότελα...
     Τη πρώτη φορά που πήγε, μόνο καπέλο που δεν είχε φορέσει, προκειμένου να μείνει απαρατήρητη και να κόψει κίνηση. Όπου κι αν έστρεφε το βλέμμα της έβλεπε περίπου ενδιαφέρουσες φάτσες, περίπου ενδιαφερόντων ανθρώπων. Την επόμενη που αποφάσισε να πάει, έβαλε τα πέπλα της. Αυτά της αθωότητας και του φύλου της. Τότε τον είδε... Μια σκοτεινή φυσιογνωμία παρμένη από τα φιλμ-νουάρ χαμηλών προδιαγραφών. Καθόλου όμορφος, καθόλου ψηλός, καθόλου εύκολος. Μα ήταν η πρώτη φορά που η Ελπίδα γνώρισε έναν άντρα, που αν ήταν μυρωδιά, θα 'ταν αυτή του σανταλόξυλου και του πιπεριού μαζί. Όταν άρχισαν να μιλούν πρώτη φορά, δεν τον είχε δει καλά-καλά μέσα στο μισοσκόταδο. Το μόνο που της έμεινε σαν εντύπωση, ήταν το υπεροπτικό ύφος του: "Σε θέλω; Σε παίρνω! Σε βαριέμαι; Σε πετάω". Ποίος είσαι ρε φίλε; Αναρωτήθηκε, αρκετά εκνευρισμένη.
     Τη δεύτερη φορά που μιλήσανε, κατόρθωσε να του θυμώσει. Ένας άντρας που φέρνει αντίρρηση στα πάντα μπορεί να 'ναι δύο πράγματα, σκέφτηκε. Ή βολεμένος ή συναισθηματικά ανώριμος. Αυτός, κατέληξε, πρέπει να 'ναι και τα δύο, εφόσον δεν είχε ξανασυναντήσει, τόση αμφισβήτηση. Καλέ με όλους τα 'βαζε αυτός! Μ' όλους τους άλλους δηλαδή. Ο ίδιος θεωρούσε πως την αυτοκριτική του την έχει κάνει, συνεπώς, τα 'χει λύσει, άρα δε θα συζητά πράγματα δεδομένα. (Μεταξύ μας, δεν είχε και τόσο άδικο). Την έκανε πάντως άνω-κάτω. Η Ελπίδα Λιακοπούλου, της άγνωστης οικογένειας αλλά των υψηλών προδιαγραφών, έφτασε να υπεραμύνεται αδύναμων πεποιθήσεών της, σ' έναν άγνωστο. Τον κατηγόρησε γι αυτό. Ακούς κει! Ποιος είσαι εσύ, κύριε, που αμφισβητείς αξίες που 'χουν εδραιωθεί μες στο χρόνο; Τότε άρχισε βέβαια να ψιθυρίζει, χαμηλόφωνα, στον ίδιο της τον εαυτό, πως μπορεί η συζυγία, η απολυτότητα κι ο άκρατος συναισθηματισμός να ισχύουν για πολλούς, η ίδια όμως τα επέλεξε γιατί δείλιασε να δώσει τις μάχες της. Αυτό όμως δεν χρειαζόταν να το ξέρει ΑΥΤΟΣ!
     Χωμένη ως το λαιμό μέσα στα κόμπλεξ και τις ανασφάλειες, συνέχισε να συναντά -δήθεν τυχαία- αυτό τον άντρα και να δοκιμάζει, κάθε φορά, τις αντοχές και τα ονειρικά της πιστεύω. Κάθε φορά προσπαθούσε να του αποδείξει κάτι. Όχι στον ίδιο δηλαδή, αλλά στον εαυτό της. Μα, μάταια, εφόσον κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα: ότι είχε ξεχάσει να ζει! Της το τόνιζε με κάθε ευκαιρία, μα η Ελπίδα δεν είχε καμία διάθεση να το παραδεχτεί μπροστά του. Αυτό μας έλειπε. Δεν είχε γεννηθεί ακόμη ο άντρας που θα μπορούσε ευγενικά να διαχειριστεί την ανυπαρξία της. Αυτόν που 'χε δίπλα της, τον βόλευε να την θεωρεί απούσα γιατί δε τον απασχολούσαν έτσι, τα υπαρξιακά προβλήματα μιας γυναίκας.
     Τότε άρχισε το παιχνίδι τους. Αυτός, αφέντης γαρ και παντογνώστης, κατόρθωσε να της επισημάνει την υποτακτική της φύση. Με πονήματα έντεχνα πονηρά, άρχισε να εκμαιεύει φαντασιώσεις της που ποτέ δεν παραδέχτηκε η ίδια. Σα μαέστρος σε φανταστική ορχήστρα, χωρίς να την έχει αγγίξει ποτέ, διηύθυνε τους αυτόχειρες οργασμούς της με ένα όπλο: τον πόνο. Μα όχι πόνο οξύ ή οξύθυμο. Έναν πόνο απλό κι απαλό. Γλυκό όσο κι η αμαρτία που κουβαλούσε στο μυαλό της. Οι εντολές δίνονταν εκ του μακρόθεν. Οι οδηγίες χρήσεως της αυτόνομης λίμπιντο, βασανιστικά απλές. Μονολεκτικές. Τα σκηνικά που 'πλαθε στο μυαλό της, ήταν αυτά που θα διαφέντευαν για πάντα τα όνειρά της: Δωμάτια χωρίς θέα, με διάφορους ανθρώπους, αλλά συγκεκριμένους πρωταγωνιστές. Τη γεύση και την ηδονή.
     Η Ελπίδα Λιακοπούλου, έγινε για πρώτη φορά στη ζωή της, έρμαιο των εντολών ενός άντρα και της άρεσε. Όχι μόνο της άρεσε, το ζητούσε ο οργανισμός της. Συνειδητοποίησε πόσο της άρεσε αυτό που της έμαθε ΑΥΤΟΣ: Να κάνει έρωτα στον εαυτό της. Ν' αγαπά πρώτα η ίδια το κορμί της, την κάθε πτύχωση, τον κάθε πόρο, την ίδια την αίσθηση των χεριών της πάνω στο δέρμα της. Έμαθε να προκαλεί το πόνο, μόνο τόσο ώστε να 'ναι απολαυστικός. Μόνο τόσο, ώστε να της ανοίγει άλλους διαδρόμους και μονοπάτια στη προσωπική της ηδονή. Έμαθε να δίνει σχήμα και μορφή στις φαντασιώσεις της υποταγής της. Να δίνει χρώμα στο σχοινί, γεύση στο έδεσμα, βλέμμα στο φανταστικό ως τότε, Αφέντη της.
     ΑΥΤΟΣ, ήταν πάντα -και ποτέ- 'κεί. Μετά από κάθε μοναχικό της οργασμό, σκεφτόταν αν τελικά είχε ανάγκη τη φυσική του παρουσία... Τότε την είχε. Ήξερε όμως πως έπρεπε να περιμένει το πλήρωμα του χρόνου της. Τότε που θα μπορούσε ν' αφεθεί στα έμπειρα χέρια του και το κολασμένα διορατικό νου ενός ανθρώπου, που πολλές φορές στο μυαλό της, φάνταζε σα Μεφιστοφελής, που περνά από διάφορα σώματα και ψυχές ανά τους αιώνες, για να επιτελέσει το έργο του. Ήξερε πως όταν θα 'ταν έτοιμη, θα παραδίδονταν στο Θεό και Δαίμονά της: τον Αφέντη της. ΑΥΤΟΣ, Πυγμαλίωνας σωστός, έτρεφε εν τω μεταξύ, το πεινασμένο της μυαλό με πληροφορίες. Δικές του, μονόπλευρες, αμφίσημες, εικόνες. Της προωθούσε εναλλακτικές, ενδεχομένως για να τη τεστάρει, ενδεχομένως για να τη καθοδηγήσει. Δεν είχε σημασία και δε την ένοιαζε άλλωστε, εφόσον οτιδήποτε της πρότεινε με γλύκα κι εφηβική ορμή, το ρουφούσε και το επεξεργαζόταν, όπως έκανε πάντα σ' ότι την ενδιέφερε.
     Όταν έδωσε τις προσωπικές της μάχες που καθόλου δε τον αφορούσαν, -βλέπε αλλαγή εργασίας, διαζύγιο, οικονομική δυσπραγία-, του κάκιωσε. Γιατί ο Αφέντης και Μέντοράς της, δεν ερχόταν να τη σώσει; Φυσικά και δεν ήθελε να παραδεχτεί, πως κανείς άλλος δε μπορούσε να ζήσει τη ζωή της γι αυτήν. Όλ' αυτά όμως κάποια στιγμή πέρασαν. Τις ευθύνες της τις πλήρωσε με τόκο. Ζωγράφιζε αρχικά τον πόνο της, μελανή, μα τελικά ακόμα κι αυτός, έγινε κομμάτι ενός μεγάλου ουράνιου τόξου που ονόμασε η ίδια: Ο ΑΓΩΝ ΜΟΥ -βλέπε κάποιον περιώνυμο άνδρα-...
     Πολλές φορές κατά την διάρκεια της πορείας αυτής, της είχε πει να μάθει να περιμένει. Αρχικά δε μπορούσε να περιμένει, ούτε να καταλάβει. Η ορμή της ανωριμότητάς της δε της έδινε το περιθώριο να μάθει, πως ο χρόνος, σε όσα έχουν να κάνουν με τους ανθρώπους, πάντα ανοίγει πόρτες, πάντα παρουσιάζει λύσεις. Ακόμα και τα συμπεράσματα βγαίνουν, σαν από μόνα τους, λες, σοφώτερα κι ουσιαστικώτερα.
     'Ανοιξε λοιπόν, η Ελπίδα Λιακοπούλου, το προσωπικό της δρόμο, περπάτησε προς το άγνωστο και συνέχισε με μία τρομερή εσωτερική ικανοποίηση, πως τώρα πλέον ήταν έτοιμη κι είχε λύσει τα μικρά καθημερινά, που δε της επέτρεπαν να γίνει μια "αξιοπρεπής" δούλα. Εκείνος, δε την περίμενε μ' ανοιχτές αγκάλες, όπως ήθελε η ίδια να πιστεύει. Ήταν ο ίδιος το τρόπαιο, όχι η επιβράβευση. Κλήθηκε λοιπόν να μπει στο πετσί του ρόλου της και να συρθεί στα πόδια του. Όχι αδιαμαρτύρητα. Γιατί, ρε φίλε, εδώ κατόρθωσα κι έκανα τόσο χαμό γύρω μου κι όταν σε παίρνω τηλέφωνο να βρεθούμε μου απαντάς «ίσως»; Ποιος είσαι; Έτσι λοιπόν κι εντελώς ξαφνικά, η Ελπίδα συνειδητοποίησε πως ΑΥΤΟΣ, ήταν αυτός που 'ταν πάντα. Η ίδια είχε αλλάξει στη διαδρομή. Απελευθερωμένη λοιπόν από τις απαιτήσεις της, κίνησε προς τους άντρες που ονειρευόταν κι όχι τον Ένα.
     Η Ελπίδα Λιακοπούλου για πρώτη φορά στη ζωή της, κατάλαβε πως η μοναξιά της είναι τιμημένη και πολύτιμη. Κανείς δε μπορούσε να τη διαχειριστεί καλύτερα από την ίδια. Ούτε καν ο πολυπόθητος Αφέντης που του τη παραχωρούσε που και κάπου, ώστε να εμπλουτίσει το ερωτικό της παιχνίδι. Ο ίδιος, χαλαρωμένος πλέον από το βάρος της ανατροφής της δούλας του, το μόνο που 'κανε ήταν να δρέπει τους καρπούς των προσωπικών της ταξιδιών: τη μαγειρική της, τη τρομερή της κουτσομπολίστικη φλυαρία, τον εθισμό της μ' ένα μικρό, απειροελάχιστο κομμάτι του λαιμού του, την ακατάσχετη λογοδιάρροιά της για τα πιο ηλίθια πράγματα, που χαλάρωνε και τους δύο. Και στον έρωτα, αχ... σ' αυτό τον έρωτα... Ελεύθεροι άνθρωποι κι οι δύο, έστω και περιστασιακά, δίνανε τις μάχες τους με κάθε στάλα ιδρώτα, τους θανάτους τους, με κάθε βαθιά ανάσα σ' έν' απρόσμενο χάδι. Επανεξετάζανε τη ζωή τους, σε κάθε μικρό ή μεγάλο οργασμό, που τους χάριζε το παιχνίδι στη προσωπική τους πατρίδα, τυλιγμένοι σ' ένα ζευγάρι μπλε σεντόνια, που χαιδεύανε περιστασιακά, τ' αγαπημένα και πονεμένα κορμιά.
     ΑΥΤΟΣ, δεν ήταν αυτός πια. Ήταν απλά ένας. Ένας που ποτέ δεν ήθελε να γίνει ΑΥΤΟΣ, γιατί δε μπορεί να σηκώνει την ευθύνη, του να είναι κάτι τέτοιο. Από το διαχωριστικό του υπόλοιπου κόσμου και του κόσμου της, περνούσαν κάμποσοι "Ένας", καθένας με το δικό του ζευγάρι σεντόνια και τις δικές του πατρίδες πάνω στο κορμί και την καρδιά της. Ο Γιώργος, παραδείγματος χάριν, κάθε τόσο διεκδικούσε τη κοιλάδα ανάμεσα στα στήθη, που τη στόλιζε με διάφορα επίθετα και κρεμώδη εδέσματα. Ο Κώστας είχε κατοχυρώσει μία φορά το μήνα, τους παχουλούς μηρούς της και χάραζε αργές διαδρομές με την γλώσσα του, σαν αυτές που κάνουν τα σαλιγκάρια όταν βρέξει και βγουν από τις κρυψώνες τους. Ο Μιχάλης, είχε υπογράψει συμβολαιογραφική πράξη χρήσης κι εκμετάλλευσης της περιοχής των κυμάτων, που προκαλούσε το λίπος της κοιλιάς, που όλα καταλήγανε σε μία μαγική κίνηση, όταν τη φιλούσε, στο κομψό αφαλό της. Ο Μάριος είχε βάλει τα συρματοπλέγματα γύρω από τη περιοχή του εφηβαίου της και το διαχειριζότανε κατά βούληση, όταν το επέτρεπε η περίσταση και βρισκόταν μαζί της. Και τόσοι άλλοι... Πόσοι αλήθεια;
     Η Ελπίδα Λιακοπούλου, εκείνο το πρωινό στις δώδεκα, δεν ήθελε να σηκωθεί από το κρεβάτι. Δεν υπήρχε άλλωστε λόγος. Δεν έπρεπε ν' αλλάξει σεντόνια, ούτε να ετοιμάσει το κορμί για τον επόμενο ανέστιο, που θα της χτυπούσε τη πόρτα. Η προηγούμενη βραδιά, όπως κι η επόμενη θα στέγαζε το μεγαλύτερο έρωτα κι εραστή της: τον Εαυτό της...!


                              Γυναίκα 2η: Ανδρονίκη

     Τι είχε πλέον να επιφυλάξει η ζωή στην Ανδρονίκη Λεμεδάκη το γένος Τοπαζάκη, στα 85 της χρόνια; Με όλα την προίκισε. Μέσα στον κλινικά νεκρό εγκέφαλό της, δεν υπήρχε χώρος ούτε για άλλο πόνο, ούτε για άλλες συγκινήσεις. Στο σχεδόν νεκρικό κρεβάτι της, ο χρόνος αλλά και οι εικόνες της ζωής της έμοιαζαν σαν ένα όνειρο, τόσο θολό και λευκό όσο και τα ελάχιστα μακριά μαλλιά της που απλώνονταν στο μαξιλάρι. Γύρω της, όση από την φαμελιά της απέμεινε στην ζωή και σχεδόν στον κόσμο τον πραγματικό. Σχεδόν; Θα εξηγήσω σε λίγο.
     Η Ανδρονίκη Τοπαζάκη, λίγο πριν την λήξη του πολέμου, ακολουθούσε την καθημερινή της ρουτίνα στο ορεινό χωριό της Κρήτης που της επιφύλαξε ο Θεός σαν πατρίδα. Νωρίς το πρωί, προκειμένου να εξασφαλίσει το λάδι που θα αντάλλασσε στον λαδέμπορα για να δημιουργήσει την προίκα της, πήγαινε να κάνει δουλειές σε ξένα χωράφια, άλλων χωριανών, μια και η δική της οικογένεια δεν μπορούσε να φροντίσει για τα μελλούμενα των θηλυκών της. Έτσι κι εκείνη την μέρα του Ιουλίου κίνησε για το διπλανό χωριό, με τα πόδια, όπου θα μάζευαν, μια ντουζίνα κοπέλες, τις πατάτες που θα αναδύονταν από το φρεσκοσκαμμένο από το υνί χώμα του τεράστιου χωραφιού.
     Στο μικρό μυαλό της αλλά και στο μικρό κορμί των 19 της χρόνων, δεν υπήρχαν σκέψεις και εκρήξεις που επέτρεπε μόνο η πολυτέλεια μιας αστικής ζωής. Μα να, που στον πηγαιμό της, της προέκυψε ο παιδικός φίλος που γύρισε μόλις από τον στρατό, και παραμονεύοντας πίσω από τον μεγάλο πλάτανο, θέλησε να της κάνει το χειρότερο δώρο που δεν του ζήτησε ποτέ. Κλάδεψε το μόνο πράγμα αξίας που κουβαλούσε πάνω της και το μόνο που θα μπορούσε να ανταλλάξει με ένα φερέλπιδα γαμπρό: την τιμή της. Ποτέ της δεν ομολόγησε τι ήταν πιο οδυνηρό. Ο ξένος επισκέπτης του κορμιού της ή η απώλεια της τιμής; Πονεμένη και ντροπιασμένη, ξέροντας κλασσικά ότι έστω κι αν δεν προκάλεσε, αυτή θα πλήρωνε το τίμημα της ντροπής κι όχι ο θύτης, προσπάθησε να κρυφτεί σε έναν ερειπωμένο στάβλο ώστε να σωθεί από το οργισμένο όπλο του αδελφού της που την κυνηγούσε, ώστε με το αίμα της να ξεπλύνει τα λασπόνερα που πιτσίλισαν το καθαρό κούτελο της οικογένειας Τοπαζάκη.
     Με την αιμορραγία της ψυχής αλλά και του διερρηγμένου υμεναίου ακόμα παρούσα, έτρεξε στην γειτονική μεγαλούπολη, να μαζέψει όσα κομμάτια της απέμεναν, συνειδητοποιώντας πως όχι μόνο ήταν πλέον μόνη της, αλλά κουβαλούσε κι ένα παιδί στην κοιλιά της, καρπό των βεβιασμένων ενεργειών του παιδικού της φίλου. Έπιασε λοιπόν δουλειά στο τοπικό βρεφοκομείο, γέννησε μόνη σε έναν θάλαμο, με μόνη παρέα μια συνάδελφο μαγείρισσα που κάποτε είχε ξεγεννήσει και μια γαϊδούρα, και παρέδωσε την απόδειξη της αμαρτίας προς υιοθέτηση. Στην δεκαετία του 40 οι διαδικασίες παράδοσης και υιοθέτησης ήταν ενοχλητικά απλές. Έτσι εξαφανίστηκε το κοριτσάκι από μπροστά της, αν κι η ίδια επέλεξε να συνεχίσει να δουλεύει στο βρεφοκομείο, βλέποντας κάθε μέρα την απουσία του παιδιού που έφτιαξε η ίδια, ανήμπορη να επιδιώξει άλλες αλλαγές.
     Έχοντας το μυστικό της καθόλου καλά κρυμμένο, αλλά τις πληγές της σκουπισμένες σαν την σκόνη κάτω από το εντυπωσιακό χαλί, χάρηκε όταν ο μετρίων ικανοτήτων Βαγγέλης Λεμεδάκης δέχτηκε το προξενιό που κανόνισε η μαγείρισσα-μαία. Τι άλλο θα μπορούσε να ζητήσει από την ζωή της; Ο γάμος έγινε και σαν κυρία πλέον δέχτηκε την συγχώρεση από τον υποψήφιο δολοφόνο μεγάλο της αδελφό, αλλά στο πατρικό χωριό δεν πάτησε ποτέ γιατί δεν το επέτρεπε η ντροπή της. Γέννησε δύο παιδιά, με διαφορά 2 χρόνων, ενώ αυτές ήταν και οι μόνες αποδείξεις στην ζωή της, πως ήταν γυναίκα, εφόσον ο Βαγγέλης θεωρούσε πως έκανε και χάρη στην «χρησιμοποιημένη» σύζυγό του και τον οινοπνευματιασμένο πούτσο του, τον χάριζε μέχρι και πριν το πρώτο καρδιακό επεισόδιο, σε όποια μαζί με τον αντρισμό του, δεχόταν και τα λεφτά που στερούσε από το σπίτι του.
     Η Ανδρονίκη λοιπόν, πάλι μόνη της αλλά παντρεμένη αυτή τη φορά, μεγάλωσε σε ένα σπιτικό δύο παιδιά, μια κόρη που ήταν τόσο άσχημη όσο και ο πατέρας της κι ένα γιο που ήξερε πως είχε ημερομηνία λήξης. Η κόρη που πήρε τον ρόλο της δυνατής στην οικογένεια, ταξιδεύοντας από δουλειά σε δουλειά κι από ντροπή για το σπίτι της σε ντροπή για τον εαυτό της, κατέληξε να παντρευτεί έναν Αλβανό μετανάστη που ερωτεύτηκε την υπηκοότητά της και να κάνει ένα παιδί, που ούτε στα όνειρά της δεν θα φανταζόταν ότι θα γινόταν τόσο όμορφο.
     Ο γιος από την άλλη, αφού πέρασε τα πρώτα 25 χρόνια της ζωής του ψάχνοντας ποιος από το σπιτικό του είχε το μεγαλύτερο φταίξιμο για την κατάντια τους, τα υπόλοιπα μέχρι τώρα 25 χρόνια του, τα έχει περάσει παίζοντας μπουζούκι σε ένα δωμάτιο που στέγαζε ανέκαθεν το ρημαγμένο από τις αυτοχαρακιές του κορμί, περιμένοντας από την σκύλα την αδελφή του να τον συντηρεί. Οι γυναίκες που πέρασαν από πάνω του, το μόνο που του άφησαν ήταν κάποιες σπασμένες χορδές στο ερασιτεχνικό μπουζούκι, ώσπου τον βαρέθηκαν αυτές, τις βαρέθηκε κι αυτός. Εντάξει, ρε παιδιά, μπορεί η μαλακία να μη συνεχίζει αυτό το είδος πάνω στην γη αλλά, άμα λάχει, πάντα η καλύτερη φίλη ενός άνδρα αποδεικνύεται η παλάμη του.
     Φυσικά, πράγματα όπως οι τρεις απόπειρες δολοφονίας κατά του πατέρα (που στο κάτω-κάτω της γραφής, το άξιζε) με σκουριασμένο σουγιά, οι δύο κατά της Ανδρονίκης με το μαξιλάρι στον ύπνο της, οι άλλες δύο κατά της αδελφής με βραστό νερό στους μαστούς της, αλλά και η μία κατά του παιδιού της με το μπουζούκι, δεν συζητιούνται παραέξω, αλλά και δεν αφορούν κανένα γιατρό ή κοινωνική υπηρεσία, εφόσον κι οι γείτονες που άκουγαν τα ουρλιαχτά, δεν είχαν καμία υποχρέωση να αντιδράσουν. Σιγά άλλωστε, που αυτοί οι αξιοπρεπείς άνθρωποι, θα ασχολούνταν τόσο φανερά με τις εσωτερικές υποθέσεις ενός σπιτικού που πάντα τους άρεσε να χρησιμοποιούν σαν κακό παράδειγμα στις απογευματινές συνευρέσεις τους. Το θαύμα είναι βέβαια πως κανένας δεν πέθανε τότε, άρα και κανείς δεν θα πεθάνει σε επόμενη απόπειρα, οπότε, με αυτή τη σιγουριά, ο γιος εξακολουθεί να ζει χωρίς ιατρική παρακολούθηση ή φαρμακολογία, σχεδόν τρελός, σχεδόν λογικός, σχεδόν εδώ, σχεδόν στον κόσμο του. Το σχεδόν που λέγαμε;
     Η τύχη κι η ζωή λοιπόν, δεν είχε να δώσει τίποτε άλλο στην Ανδρονίκη, που τώρα, ακόμα και στο νεκροκρέβατο, της διαφεύγουν κάποια πράγματα που ενδεχομένως να σκότωναν την μαραμένη της καρδιά από την υπερβολική χαρά. Την ημέρα που έθαβε τον ξενογαμήκουλα άντρα της και βίωσε την τελευταία απόπειρα δολοφονίας της από τον γιο της, στην γειτονική πόλη, την πρωτεύουσα του νομού που κάποτε την γέννησε, κατέβηκε μια σεβάσμια κυρία και μέσα από την σουίτα του πολυτελούς ξενοδοχείου της, έκανε τυφλές εφορμήσεις για να βρει τι; Την μάνα της. Πέφτει, τυχαία, πάνω σε μία πρώτη της εξαδέλφη που δεν ήξερε ποτέ την ύπαρξή της, λες και ο χρόνος μα και το ταγμένο, έχουν ένα μαγικό τρόπο να κάνουν ανθρώπους να συναντώνται τότε, που ο ένας χρειάζεται πιο πολύ τον άλλο.
     Χαμένες και οι δύο προσπαθούν, η μία να καλύψει τις απορίες της κόρης που ποτέ δεν υπήρξε αλλά και ποτέ δεν την έψαξαν, ενώ η άλλη να την ενημερώνει για περιστατικά που θα μπορούσαν άνετα να συνθέσουν άλλη μια κινηματογραφική επιτυχία του Ξανθόπουλου και της Ζήλια. Τότε έφτιαξαν και το επιτελικό σχέδιο: η εξαδέλφη θα έκανε τις πρώτες κινήσεις προς την κόρη της Ανδρονίκης και θα κανόνιζε ένα ραντεβού ώστε να γνωριστούν οι δύο αδελφές αλλά και να σχεδιάσουν την συνάντηση με την μάνα. Για τον πατέρα, ούτε λόγος. Η κόρη δεν ήθελε να τον δει μπροστά της. Εδώ και την μάνα της, ακόμα δεν της είχε συγχωρήσει που δεν είχε ψάξει να την βρει.
     Το ραντεβού κανονίστηκε, έγινε και το μόνο που απέμεινε από τις δύο αδελφές είναι μια τυπική συμπάθεια και επιφύλαξη από την πλευρά της νόμιμης, ότι, τι να δείξω τώρα στην νεοεμφανισθείσα και πλούσια, από την κατάντια του σπιτικού μας. Την τρέλα την δική μου που παραμένω σ' αυτό και πληρώνω την δειλία μου, ή την τρέλα του αδελφού μου που ήταν και παραμένει δημόσιος κίνδυνος αλλά κι ο απολύτως ιδιωτικός μας; Η χαμένη αδελφή από την άλλη, ενώ πήγε με την χαρά πως θα συναντήσει την χαμένη της οικογένεια που ήταν έτοιμη να την αγκαλιάσει, ανακάλυψε πως όχι μόνο δεν την βρήκε, όχι μόνο δεν ήθελε να την αγκαλιάσει, αλλά και πως κατά πάσα πιθανότητα δεν θα τους έβλεπε ποτέ και την πολυπόθητη αδελφή ποτέ ξανά. Η μάνα; Πώς είναι η μάνα; Της μοιάζω; Πώς ήταν νέα; Δεν θα προλάβαινε να την ρωτήσει ποτέ. Η επίσημη δικαιολογία ήταν πως η καρδιά της Ανδρονίκης δεν θα άντεχε τόση και τέτοια συγκίνηση. Τελεία.
     Κανείς δεν μπήκε στον κόπο να ρωτήσει την ίδια την Ανδρονίκη για το αν ήθελε να την δει ή όχι. Κανείς δεν είχε μπει στον κόπο να ενδιαφερθεί αν αυτή η γυναίκα κοιμόταν και ξυπνούσε κάθε μέρα της μίζερης αυτής ζωής της, με την μόνη επιθυμία να σφίξει στην αγκαλιά της το χαμένο της παιδί. Γιατί το παιδί αυτό μπορεί να μην ήταν καρπός ενός μεγάλου έρωτα ή του γάμου της, αλλά ήταν δικό της. Κανείς δεν την είχε ρωτήσει ποτέ πόσο βαριές ήταν οι τύψεις της όλα αυτά τα χρόνια αλλά και η κρυμμένη έγνοια της για την τύχη του κοριτσιού της. Κανείς. Ούτε ο Θεός. Μάλλον αυτός ήξερε. Τα έμαθε τελευταία.
     Η Ανδρονίκη άρχισε την ψιλοκουβεντούλα μαζί του όταν πρωτοέπεσε σε λήθαργους κι οι γιατροί ανακοίνωσαν στην οικογένειά της, πως εκτός όλων των άλλων πάσχει από γεροντική άνοια. Του τα είπε όλα κι άρχισε από την αρχή, τότε στο χωριό, και τις πρώτες της αναμνήσεις. Ήξερε, μέσα στην άνοιά της, πως την άκουγε προσεκτικά. 'Αλλωστε, δεν τον είχε πολυαπασχολήσει ποτέ πριν, άρα είχε κάθε δικαίωμα. Την μέρα που οι δύο κόρες συναντήθηκαν, ως από σύμπτωση, η Ανδρονίκη είχε πιάσει την ιστορία από εκείνη την μέρα που ο Μανωλάκης την βίασε. Τα είπε του Θεού, από τη καλή και την ανάποδη. Να ξέρει κι εκείνος, πώς ανακάλυψε τον έρωτα μια κοπελούδα, πώς πόνεσε, που πόνεσε, γιατί πιο πολύ πόνεσε... 
     Την μέρα που συναντήθηκαν οι δύο αδελφές, η Ανδρονίκη περιέγραφε στον Θεό της το πώς δημιουργήθηκε ο μόνος κι ανεξίτηλος καημός της ζωής της: 
     Η χαμένη κόρη της.


                           Γυναίκα 3η: Χρυσούλα

      Η μαμά της, της το έλεγε πάντα: «Τους έρωτες, μια γυναίκα τους πληρώνει τοις μετρητοίς». Δεν την άκουσε όμως. Πώς θα μπορούσε άλλωστε να σταματήσει την πλημμύρα, (κι όχι μόνο συναισθημάτων) που της προκάλεσε στα ευερέθιστα 16 της χρόνια ο Σπύρος; Στα είκοσί του τότε ο ίδιος, άντρας φτασμένος στα μάτια της, ήταν και Θεός της. Ο Θεός του μεταμεσονύχτιου πυρετού της, ο θεός της ραφής του παντελονιού της, ο Θεός των κακογραμμένων λευκωμάτων της, που πάντα ήταν ανορθόγραφα, μια και το παιδί, δεν έπαιρνε από γράμματα. Η μάνα της, όμως, είχε βρει την λύση. Θα την έκανε κομμώτρια για λίγο καιρό, μέχρι να βρει έναν καλό γαμπρό, να ανταλλάξει τα σκούρα κάλη της με την ανυπαρξία της προίκας της.
      Αν δεν έγινε κατανοητό ως τώρα, μιλάμε για την Χρυσούλα, ετών τριαντατριών, μητέρα τριών παιδιών, το μεγαλύτερο από τα οποία, ο Δημήτρης, είναι στα 16 του. Ήρθε λοιπόν ο Σπύρος, έκανε άνω-κάτω το σπιτικό της κυρα-Ανθούλας, έκανε άνω-κάτω και την λίμπιντο της κόρης της, μα ανακάτεψε και λίγο πιο δυνατά απ' όσο έπρεπε τις τριχούλες του εφηβαίου της Χρυσούλας, με αποτέλεσμα, στην αυγή των 17 της χρόνων να βρίσκεται εγκυμονούσα στον έκτο μήνα, με τον Σπύρο της στα σκαλιά της εκκλησίας και τον παπα-Δημοσθένη, σε λειτουργικό οίστρο, να ψάλει δυνατά για να δικαιολογήσει τα μαύρα χιλιαρικάκια που θα έπαιρνε από τον κουμπάρο.
     Με την κοιλιά στο στόμα και τον Σπύρο χαμένο λίγο στο διάστημα, άρχισαν να φτιάχνουν το σπιτικό τους, που περιελάμβανε, ένα τραπέζι, έξι καρέκλες, ένα διπλό κρεβάτι και τα ηλεκτρικά. Ευτυχισμένη η Χρυσούλα, εφόσον ο θεός της έγινε κι άντρας της και τώρα ήταν μία Κυρία. Ξημέρωσε ο μεγαλοδύναμος την μέρα που γεννήθηκε ο μικρός Δημήτρης, γέλια και χαρές, ξεμαλλιασμένη από τον τοκετό η Χρυσούλα, μοίραζε πεντοχίλιαρα ο πατέρας του Σπύρου, Δημήτρης γαρ, από αυτά, ξέρετε, που δεν είχε κι ήταν η πρώτη φορά που η νεαρή μαμά, πρόσεξε το βλέμμα του άντρα της που είχε το κενό που μπορεί να έχει μόνο ένα μυαλό ταξιδεμένο. Δεν έδωσε φυσικά σημασία, μιας και η χαρά, μα και η έγνοια της μητρότητας, δεν της άφηναν περιθώρια για άλλες σκέψεις.
     Φυσικά, κανείς δεν ανέφερε πως ο πεθερός έπαιρνε ψυχοφάρμακα ανέκαθεν, ούτε ότι η πεθερά είχε εκπνεύσει από τον γάμο της μετά από τις άπειρες επιθέσεις τρέλας του άντρα της. Ήταν ψιλά γράμματα αυτά για την νιόπαντρη, νιόγεννη κι ερωτευμένη Χρυσούλα. Όταν όμως, κάποιους μήνες μετά, ο Σπύρος άρχισε να βυθίζεται σε ένα λήθαργο χωρίς τελειωμό κι αφού μετά από πολύ καιρό άρχισε η ίδια να σκέφτεται πως υπάρχει μία πιθανότητα να μην είναι δικό της σφάλμα αυτό, μίλησε για πρώτη φορά στην μητέρα της. Η κυρ-Ανθούλα, στα μέσα και τα έξω των νοσοκομείων τόσα χρόνια, ρώτησε, έμαθε, έκανε και μια συζήτηση στην συμπεθέρα και είδε από νωρίς τι τους περιμένει.
     Η πρώτη επίσκεψη του ψυχίατρου στο σπίτι, εν αγνοία του Σπύρου, δεν πήγε καλά. Ο ενδιαφερόμενος, έμπειρος σε τέτοιου είδους ανακρίσεις απ' τον πατέρα του, δεν την έχαψε, έδινε τις απαντήσεις που νόμιζε πως έτσι θα τον ξεφορτωνόταν μια και καλή, τον ξαπόστειλε τον γιατρό με ευγένεια και με το που έκλεισε η πόρτα πίσω του, άρχισε να πετά στην Χρυσούλα όλα τα εύθραυστα αντικείμενα του σπιτικού τους. Όταν τελείωσαν αυτά, ήταν λιγοστά άλλωστε και με μουσική υπόκρουση το σπαραξικάρδιο κλάμα του μωρού που από πολύ νωρίς στην ζωή του ένιωθε ανήμπορο να διαχειριστεί μια τέτοια κατάσταση, ο Σπύρος, αποτελείωσε την πρώτη τέτοιου είδους εμπειρία της Χρυσούλας, σπάζοντας με το ξύλο της σκούπας της δύο πλευρά και μετατοπίζοντάς της, ένα σπόνδυλο.
      Φεύγοντας εκείνο το βράδυ από το σπίτι για να «ηρεμήσει», η Χρυσούλα τηλεφώνησε στην μάνα της να την πάει στο νοσοκομείο αφού αφήσουν το παιδί στην αδελφή της, χρησιμοποίησαν και τις γνωριμίες της κυρ-Ανθούλας ώστε να μην κληθεί η αστυνομία από τους εφημερεύοντες και παρ' όλες τις συμβουλές των γιατρών, δεν δέχτηκαν κι οι δυο τους να παραμείνει η Χρυσή στο νοσοκομείο γιατί έπρεπε μεν να φροντίζει το παιδί της, έστω και με δυο πλευρά λιγότερα, αλλά και να περιθάλψει και τον ανήμπορο έρωτά της που το πρώτο που θεωρούσε ότι χρειαζόταν (ακούς μάνα;) ήταν αγάπη και τρυφερότητα.
     Περνώντας τα χρόνια, αλλά κι οι κρίσεις του Σπύρου, περνώντας κι οι διάφοροι ψυχίατροι από το σπιτικό τους, ο καθένας αφήνοντας μια συνταγογραφία και μια παραίνεση στην ερωτευμένη Χρυσούλα πως ο σύζυγός της χρειαζόταν να μείνει λίγο καιρό έγκλειστος σε κάποια κλινική, η γυναίκα, γέννησε εν τω μεταξύ άλλα δύο παιδιά, άλλαζε κάθε τόσο δουλειές για να θρέψει το σπιτικό της, άλλαζε κάθε τόσο δικαιολογίες στα αφεντικά του συζύγου αλλά και τον γύρω κόσμο σε απορίες ή παράπονα για την αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά του.
     Όταν το κάνεις μια φορά, μετά μαθαίνεις και σου βγαίνει αβίαστα. Η ίδια είχε πατήσει πλέον τα εικοσιεφτά, ώριμη και με λίγες λευκές τριχούλες στα μαλλιά αλλά όχι και στο εφηβαίο που άρεσαν τόσο πολύ στον Σπύρο της. Τα στραβά της, της τα έβγαζε κι η τέχνη της κομμωτικής που είχε μάθει για λίγο, μα οι πελάτες λιγόστεψαν εφόσον δεν μπορούσε με τρία παιδιά να πηγαίνει στα σπίτια τους, αλλά και δεν μπορούσε να ρισκάρει να έρχονται οι καρακαλτάκες κουτσομπόλες σπίτι της και να σχολιάζουν τον άντρα και αφέντη της.
     Ο Σπύρος πλέον, είχε αφήσει την δουλειά του, είχε ξεπουλήσει τα χωραφάκια που του είχαν μείνει, προκειμένου να αποδείξει πως είναι άντρας και μπορεί κι αυτός να φέρνει λεφτά στο σπίτι και να ζήσουν 5 στόματα. Τις βραδιές που τα παιδιά έπεφταν για ύπνο και ο Σπύρος είχε αράξει αιωνίως μπροστά στην τηλεόραση, η από νωρίς γυναίκα Χρυσούλα, σιδερώνοντας τα πλυμένα, σε κάθε πάτημα του σιδερού τα έβαζε με τον Θεό που δεν φύλαξε όπως θα έπρεπε τον Σπύρο της, που δεν του έφτανε του άτιμου ο πεθερός της, ο οποίος συντηρούσε την τρέλα του μέσω των παιδιών του, αλλά ήθελε και τον αντρούλη της.
     Ώσπου ξημέρωσε η μέρα, που ο Σπύρος, σε μια έκρηξη οργής, κόντεψε να σκοτώσει τον εντεκάχρονο Δημήτρη, επειδή του αντιμίλησε. Το παιδί πήγε με σοβαρότατα τραύματα στο κεφάλι και το σώμα από σιδηρολοστό στο νοσοκομείο, η κυρά-Ανθούλα μάζεψε τ' άλλα δυο παιδιά και τ' ανέλαβαν η αδελφή του Σπύρου με τον άντρα της, μαζί με το δικό τους κι ο Σπύρος πέρασε την αυτόφωρη διαδικασία στο τοπικό κρατητήριο μιας και πρόλαβαν μεν τον θάνατο του παιδιού, αλλά δεν κατόρθωσαν να προλάβουν τους γείτονες που τηλεφώνησαν στην αστυνομία μπας και κατόρθωναν να σώσουν εκείνοι τα ασυμμάζευτα. Το μόνο βέβαια που συμμάζεψαν, τέσσερις άντρες (απ' αυτούς τους γνωστούς, τους χοντρούς με το μουστάκι και δείκτη νοημοσύνης θαμμένο στο καβάλο των στολών τους εδώ και χρόνια), δεν ήταν ούτε τα αίματα του παιδιού, ούτε το αίμα της καρδιάς της Χρυσούλας, παρά μόνο τον αγριεμένο άντρα, που η δύναμη της τρέλας του, τους δυσκόλεψε ανησυχητικά πολύ.
     Εφόσον την διαβεβαίωσαν ότι το παιδί δεν είχε υποστεί ανήκεστο βλάβη, η Χρυσούλα πήρε αποφάσεις. Τα παιδιά θα τα κρατούσε η κουνιάδα της και αυτή θα εγγυόταν, με τα απαραίτητα μέσα, ώστε να έχει υπ' ευθύνη της τον Σπύρο στο σπίτι, ήσυχο, για να ηρεμήσει, χωρίς τις φωνές και τα κλάματα των καρπών του έρωτά της. Το ενδεχόμενο εγκλεισμού του Σπύρου, το θεωρούσε προσωπική της ήττα. Ήταν υπεύθυνη γι αυτόν. Ήταν η δουλειά της να τον γιατρέψει, γιατί ήταν η δουλειά της να τον αγαπά. Με την σταυροφορία της λοιπόν ανά χείρας, και τον Σπύρο με βλέμμα θολό από τη φαρμακολογία, πήγαν εκδρομή στο σπίτι τους. Ελλείψει πρώτου, θεώρησε ότι δεν τρέχει και τίποτα, είναι καλή ευκαιρία να περάσουν το μήνα του μέλιτός τους.
     Ο μήνας πέρασε, το μέλι κι αυτό ανεπιστρεπτί. Η χολή που κρατούσε στην διαύγειά του ο Σπύρος για τον υπόλοιπο κόσμο, αλλά και τη βλαμμένη γυναίκα του, κοιμόταν στον καναπέ μαζί του. Τα παιδιά γύρισαν στο σπίτι, μιας και η κουνιάδα της, μην αντέχοντας τέσσερα παιδιά σε ένα σπιτικό, συν τον άρρωστο πατέρα της, χώρισε. Η ζωή επέστρεψε στους συνήθεις ρυθμούς;
     Όχι. Ή μάλλον, ναι. Η ζωή επέστρεψε. Η Χρυσούλα άλλαξε. Πέτσωσε η ζωή της, πέτσωσε κι η ίδια. Όσο σιδέρωνε, σκεφτόταν πως έπρεπε άλλη μια φορά να πάρει αποφάσεις. Ακόμη δεν είχε ξεκαθαρίσει στο μυαλό της αν ήταν δική της αποτυχία η πορεία της ασθένειας του άντρα της. Θα μπορούσε άραγε να το κάνει ποτέ; Δεν ήξερε. Το μόνο απ' τα λίγα που ήξερε, ήταν πως έπρεπε να περιμένει. Κάθε γυναίκα υπεύθυνη, είτε ξέρει να περιμένει να λυθούν κάποια πράγματα, είτε πρέπει να περιμένει έως ότου ενηλικιωθούν τα παιδιά της για να διαχωρίσει τη ζωή της, νομίζοντας πως έτσι θα αποφύγουν τα τραύματα.
     Ίσως αυτό που φοβότανε τελικά η κάθε Χρυσούλα, ήταν ότι δεν θα είχε ένα Σπύρο σαν δικαιολογία ότι τα πράγματα της ζωής της έγιναν σκατά. Ίσως αυτό που φοβάται η κάθε Χρυσούλα, είναι ότι δεν μπορεί να υπάρξει ζωή χωρίς τον άνθρωπό της, γιατί δεν είχε ζωή πριν απ' αυτόν. Στην κάθε τσάκιση των πουκαμίσων που σιδέρωνε, αυτή την ιερή ώρα που κάθε γυναίκα εκμεταλλεύεται και προσπαθεί να τακτοποιήσει το μυαλό της, μάτωνε. Μια πληγή και μια σταγόνα για κάθε τσάκιση, για κάθε χρόνο που πέρασε και για κάθε χρόνο που θα έρθει. Πολύ αίμα, πολύ ψέμα, πολλή θλίψη και πολλή απόγνωση.
     Όταν έκαψε το χέρι της επίτηδες με το σίδερο, έψαχνε απλά γι' άλλη μιά καλή δικαιολογία να ουρλιάξει...


                              Γυναίκα 4η: Αμίρ

     Η Αμίρ έχει αφήσει το βλέμμα της να χαθεί στο γλυκό ηλιοβασίλεμα του μεσογειακού θέρετρου. Μαζί με τη μέρα, ταξιδεύουν κι οι αναμνήσεις της. Απαραίτητα, εφόσον γι' αυτό το λόγο επέλεξε για πρώτη φορά να κάνει δώρο στον εαυτό της ένα 15μερο σ' ένα οικογενειακό μέρος, μόνη, χωρίς συντρόφους κι εραστές, χωρίς καθορισμένα ραντεβού και role-plays. Είναι η τρίτη της μέρα εδώ και το μόνο που χρειάζεται είναι διέξοδος. Αν ήταν συνειδητή μουσουλμάνα θα μιλούσε, αν και γυναίκα, στον μουφτή. Αν ήταν χριστιανή, στον ιερέα της. Αν αρκετά απελευθερωμένη, σ' ένα ψυχολόγο. Αν όχι μόνη, σ' έναν έμπιστο φίλο. Αν απελπισμένη, σε κάποιον άγνωστο. Ήταν  απ' όλα και τίποτε απ' αυτά. 'Αρα δε μπορούσε να μιλήσει σε κανένα. Τι θα μπορούσε να πει κιόλας; Κι απ' αυτά, πόσα θ' άντεχε ν' ακούσει ο ακροατής της;
      Μάζεψε τα υπάρχοντά της απ' την σεζ-λονγκ της πισίνας κι οδηγήθηκε στην καμπάνα της. Εκεί, μ' ένα dry martini (shaken not stirred) ανά χείρας και χαλαρωτικό τσιγάρο από ντόπιο (του θέρετρου) χορταρικό, σκηνοθέτησε τον εαυτό της, ώστε να προχωρήσει, ξαπλωμένη, απέναντι στο καθρέφτη, τις εξομολογήσεις. Το μόνο που κάλυπτε το έντονο κορμί της ήταν μια διάφανη τουρκουάζ τουνίκ που κοντραριζόταν με την σκούρα επιδερμίδα της.
     Παρατήρησε το σώμα της πιο προσεκτικά, αγγίζοντάς το. Τα 35ετή στήθια της, ήταν γεμάτα και στητά ακόμη, χάρις στις κρέμες της. Τα πόδια κοντά και γυμνασμένα, με τους μηρούς της να θυμίζουν δρομέα των 200 μέτρων. Οι γλουτοί της όρθιοι και στρογγυλοί, το πιο δυνατό της σημείο, αλλά και το πιο πολύτιμο εργαλείο. Τα καστανά της μαλλιά πλαισίωναν τ' αμυγδαλωτά πράσινα μάτια της και τα σκούρα χαρακτηριστικά ενός προσώπου που συνδυάζει τη σκληρότητα της ηλικίας αλλά και τον αισθησιασμό του φύλου της.
     Η Αμίρ, αρχικά εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, κυνηγημένη από τη μήνη της οικογένειάς της στην Ιορδανία. Την έστειλαν παραδόξως, να σπουδάσει εκεί κι αυτή, αντί να γυρίσει πίσω άθικτη, ερωτεύτηκε. Χρησιμοποιήθηκε. Ανήκουστο! Το φοβερότερο απ’ όλα είναι ότι της άρεσε κιόλας. Της είπαν να μη ξαναγυρίσει γιατί την αποτάσσουν από κόρη τους. Έτσι για να ζήσει αλλά και να τελειώσει τις σπουδές της, έκανε αυτό που ήξερε καλύτερα: ερωτευόταν. Όχι όμως σε φτηνά πεζοδρόμια. Δεν θα χαράμιζε ποτέ τον αισθησιασμό της στον κάθε περαστικό. 'Αφηνε να την ψαρέψουν σε lobbies ξενοδοχείων κι επώνυμα μπαρ, όποτε ήθελε, όπως ήθελε, χωρίς να είναι υπόλογη σε κανέναν, ούτε εραστή ούτε νταβατζή.
     Μεγαλώνοντας αποφάσισε να γίνει πιο επαγγελματίας. Στα 25 της λοιπόν, έδωσε το μανατζάρισμα των υπηρεσιών της σ' ένα εξειδικευμένο γραφείο που κανόνιζε τα ραντεβού με τους επιφανείς πελάτες διακριτικά και με κάθε λεπτομέρεια. Ανέλαβε ένα ειδικό κομμάτι της δουλειάς, που κάτεχε και της λειτουργούσε καλά: την υποτακτικότητα. Σε άντρες και γυναίκες. Είχε μάθει από νωρίς ότι για το κορμί της, έρωτας και πόνος ανταμώνουν γλυκά σε μια συνουσία. Είχε μάθει από νωρίς, πως τα εξουσιαστικά απωθημένα των εραστών της ήταν και τα πιο πολύτιμα. Γι αυτό είχε και σταθερούς πελάτες. Ήταν καλή σ' αυτό, εφόσον τόσο το παιχνίδι του πόνου όσο και αυτό του πόθου, το ήλεγχε καλά. Μπορεί να υπήρξαν περιστάσεις που πληγώθηκε, αλλά όχι τόσο ανεπανόρθωτα. Ότι κι αν ήταν το αντιμετώπιζε.
      Απειλή και κίνδυνο ένιωσε όταν μετακόμισε, πάλι για επαγγελματικούς λόγους στο Μιλάνο. Εκεί, στο διαμερισματάκι της, αρκετές φορές χρειάστηκε να βάλει πάγο στους μώλωπες και κρασί στις πληγές. Οι άνθρωποι, οι εραστές ήταν πιο επιθετικοί εκεί. Έπρεπε να τους καθοδηγήσει καλύτερα ώστε η επιβολή του πόνου να είναι ερωτική κι όχι βάναυση. Ήξερε πως μπορούσε να το κάνει. Είχε αρκετά ένσημα κολλήσει τόσα χρόνια και στον έρωτα και στους ανθρώπους. Πολλές φορές αναρωτιόταν ότι κι ο Νουζέ, κάμποσα χρόνια πριν απ' την ίδια: «Ο έρωτας κι ο πόνος: 'Αραγε γιατί ο έρωτας προκαλεί πόνο και γιατί επιζητεί να τον προκαλέσει; Γιατί ο έρωτας υφίσταται τον πόνο και γιατί επιζητεί να τον υποστεί
     Σαφή απάντηση δε μπορούσε να έχει η Αμίρ, σκεφτόταν όμως το πόσο πιο γλυκά απελευθερώνονταν τα ένστικτα των ομοκρέβατών της όταν της προκαλούσαν πόνο, ή το πόσο μέσα στην πράξη της αφομοιωνόταν όταν την στιγμή του οργασμού της (γιατί είχε πάντα οργασμούς) ο σύντροφός της γινόταν πιο βίαιος. Ίσως ήταν κι αυτή σαν τους εθισμένους στην κάνναβη που, όταν ζητούν μεγαλύτερες συγκινήσεις προχωρούν σε πιο βαριά ναρκωτικά.
      Μπορεί και κατά βάθος να μην ήθελε να μάθει. Τα ωραιότερα στην ζωή αρχίζουν με ένα "ίσως" κι ένα "μπορεί". Τα χειρότερα με το "ναι" και το "όχι", γιατί αυτά τελειώνουν πριν καν αρχίσουν. Γι αυτό ακολούθησε αυτή την πορεία. Τα ναι και τα όχι δεν της ταίριαζαν. Είχε κληθεί από πολύ νωρίς να πει ναι σε όσους κανόνιζαν την ζωή της κι ακόμη πιο νωρίς γι αυτήν, να πει όχι στο γεγονός ότι την καθόριζαν. Στην δουλειά της επίσης, έλεγε όλο "μάλιστα". Μάλιστα Κύριε. Μάλιστα Κυρία. Θυμήθηκε ξαφνικά τον πρώτο διακορευτή της στα 18 και κάτι, στο Παρίσι. Ένα Σλάβο συμφοιτητή της. Αυτός την μύησε στις χάρες και τις χαρές. Αυτός της έμαθε την ασύλληπτη απόλαυση και αχρειότητα των τροφαντών της οπισθίων. Αυτός της έμαθε πως η γυναίκα στις χώρες του, ήταν ταγμένη για το "μάλιστα" στο κρεβάτι, αφού τις καθετότητες της κάθε ημέρας τις διαφέντευε μόνο αυτή.
     Ο Γκόραν της αφιέρωσε έξι μήνες από τον χρόνο του και καθόρισε τον υπόλοιπο δικό της. Όσο ήταν μαζί του, αλλά και στην συνέχεια μετά, ο δρόμος της ήταν εξαιρετικά πιο σαφής. Η δημιουργικότητα αλλά και οι επιδόσεις της, κάθε μέρα, έφταναν σε καινούρια ζενίθ. Πρώτη φορά αισθανόταν πως άρχιζε συνειδητά μια ανοδική πορεία προς το άγνωστο, χωρίς τα πισωγυρίσματα των αναστολών και των απωθημένων της. Την έκανε να ισοπεδωθεί, να νιώσει την κάθαρση και να ξαναρχίσει το δικό της αλφάβητο αυτή την φορά. Ήταν αρκετά έξυπνη, τότε και τώρα, για να συνειδητοποιήσει εγκαίρως πως δεν ήξερε που θα την έβγαζε η πορεία αυτή. Είναι αρκετά συνειδητοποιημένη για να καταλάβει πως στην παρούσα φάση δεν την ένοιαζε, τουλάχιστον όσο ήταν ακόμη στα φόρτε της. Ή μήπως την ένοιαζε;
      Πολλές φορές τον τελευταίο καιρό έπιασε τον εαυτό της να σκέφτεται πως, έχει τα πάντα: τα σπίτια της, τους επιφανείς γνωστούς της, την οικονομική άνεση να κάνει στην υπόλοιπη ζωή της ότι θέλει, το σπορ αμαξάκι της, την μοναχικότητα και την αυτονομία της όταν την ήθελε. Κάτι άρχισε όμως να της λείπει και να αποζητά. Η συνέχεια της γενιάς της, που την είχε αρχίσει η ίδια: ένα παιδί. Το βιολογικό της ρολόι, δήλωνε παρουσία κάθε φορά που κοιταζόταν γυμνή στον καθρέφτη και χάιδευε την στητή κοιλιά της, μα και κάθε φορά που οι εραστές της βύζαιναν τα στήθη της, φανταζόταν πώς θα ήταν να έβγαζε από τις θηλές της γάλα, μητρικό, την θρεπτικότερη τροφή και να την ρουφούσε το μωρό της.
     Πολλές φορές, όπως τώρα, καθόταν στην πολυθρόνα της μπροστά στον καθρέφτη, άνοιγε τα πόδια της ώσπου τα πέλματα να ακουμπήσουν στα πλάγια του καθίσματος και παρατηρούσε για ώρα πολλή το άνοιγμα που παρουσίαζε ο κόλπος της μέσα από τη πληγή του ανοιχτού της αιδοίου. Σκεφτόταν πόσο λίγες λέξεις υπάρχουν για να χαρακτηρίσουν και να κατονομάσουν αυτό το θαύμα της φύσης που εκτός από εξαιρετικές απολαύσεις, χαρίζει την ίδια την ζωή. 'Ανοιγε με τα δάχτυλά της, τα εσωτερικά της χείλη και φανταζόταν πώς θα ήταν όταν θα είχε διαστολή και το κεφαλάκι του παιδιού της θα προσπαθούσε ν' αντικρύσει πρώτη φορά τον κόσμο, βγαίνοντας από εκεί μέσα. Μια φορά είχε χρησιμοποιήσει έναν τεράστιο φαλλό, μόνο και μόνο να κατορθώσει να καταλάβει πώς θα μπορούσε να νιώσει. Μα ο φαλλός έμπαινε με κόπο, δεν έβγαινε. Κι ο οποιοσδήποτε πελάτης έμπαινε και όχι μόνο στον κόλπο της.
     Ποιος θα γινόταν πατέρας; Αρχικά, είχε σχεδιάσει να βρει έναν από τους μόνιμούς της πελάτες, τον Πιερ, έναν πενηντάχρονο, πλούσιο, επιτυχημένο, οξυδερκή, πολύγλωσσο και πολυμαθή, με κλίση στις τέχνες όσο και στο εργασιακό του πεδίο που ήταν απολύτως θετικό. Θα έβγαζε το σπιράλ, θα του έλεγε πως από τότε κι έπειτα δεν θα χρησιμοποιούσαν προφυλακτικό, έτσι για έκπληξη αλλά και για δώρο, αυτός όπως πάντα θα τελείωνε μέσα της κι η ίδια θα έμενε έγκυος και θα γεννούσε το παιδί χωρίς να του πει τίποτα. Δεν ήθελε άλλωστε πατέρα. Αμέσως μετά απ' αυτή την σκέψη απέρριψε την ιδέα καθώς, θα έφτανε που ήξερε αυτή ποιος θα ήταν ο πατέρας και σε κάποια  στιγμή απόγνωσης μπορεί και να το απεκάλυπτε, είτε στον ίδιο είτε στο παιδί.
     Αποφάσισε πως θα κάνει τεχνητή γονιμοποίηση και θα απευθυνθεί για δότη σε μια τράπεζα σπέρματος. Μπορούσε άραγε να το κάνει αυτό; Και που, Μιλάνο ή Παρίσι; Ή αλλού; Θα έπρεπε να ρωτήσει τον δικηγόρο της. Μετά τον προσεκτικό σχεδιασμό, άρχισαν οι τύψεις κι οι ενοχές. Κοιτάζοντας την ανοιχτή της πληγή και με το μυαλό συννεφιασμένο κάμποσο από τις ευεργετικές επιδράσεις του αλκοόλ και του «εύθυμου» χορταρικού, προσπαθούσε να μετρήσει πόσοι άντρες και πόσα αντικείμενα είχαν μπει μέσα της. 'Αρχισαν να κυλούν δάκρυα στα μάτια από τις τύψεις, μιας και συνειδητοποιούσε πως το πρώτο σπίτι που θα φιλοξενούσε το παιδί της, είχε εισπράξει τόσο σπέρμα μέσα του που αν το μάζευε όλα αυτά τα χρόνια, θα έκανε μπάνιο μέσα σ' αυτό σαν την Κλεοπάτρα, αλλά σε ολόκληρη την Νεκρά Θάλασσα. Δεν ήταν καθαρή. Έπρεπε να εξαγνιστεί.
     Παραπατώντας, έφτασε στο μπάνιο της καμπάνας, γέμισε την μπανιέρα με χλιαρό νερό κι ολόκληρο το μπουκάλι με το αφρόλουτρο και τα άλατα και βυθίστηκε μέσα. Κλαίγοντας, άρχισε να τρίβει με τον αλίφι, μανιασμένα, κάθε εκατοστό του κορμιού της, προσπαθώντας να βγάλει όλα τα υπολείμματα ιδρώτα και σπέρματος όλων των ανθρώπων που είχαν περάσει από πάνω της, λες κι όλ' αυτά τα σωματικά υγρά, είχαν παραμείνει σε στρώσεις, δημιουργώντας ένα δεύτερο δέρμα. Όταν τα χέρια της έφτασαν στην ηβική της χώρα, σταμάτησε απότομα. Μέσα στα μαστουρωμένα της δάκρυα, κατάλαβε ξαφνικά πως δεν μπορούσε να καθαρίσει τον πολυχρησιμοποιημένο της κόλπο με σαπούνι και σφουγγάρι. Απελπίστηκε. Δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι αρκετά καθαρή για το παιδί της. Δεν θα αποδεικνύονταν ποτέ ικανή για να το φέρει υγιές στην ζωή, πόσο μάλλον να το μεγαλώσει.
     Ο ύπνος, ήρθε στο κουρασμένο της μυαλό σα βάλσαμο που θ' απάλυνε την μαύρη αύρα που είχε ζωγραφίσει στην ψυχή της. Όταν την έπαιρνε ο Μορφέας στην τρυφερή του αγκαλιά, το πρόσωπό της ήταν παραμορφωμένο από τον πόνο. Δεν ήταν ο πόνος, που τόσο αγαπούσε άλλωστε. Ήταν αυτός ο βαθύς, που όσους οργασμούς κι αν είχε κατά την διάρκειά του, δεν θα εξωραΐζονταν ποτέ, ούτε τελικά η ίδια θα λυτρωνόταν απ' αυτόν.
     Η Αμίρ Τ., βρέθηκε την επομένη στις 12 από την καμαριέρα του θέρετρου, πνιγμένη στην μπανιέρα με τα χαρακτηριστικά του προσώπου της ακόμα παραμορφωμένα. Ο ιατροδικαστής που κλήθηκε από την αστυνομία, όταν διέταξε να μεταφέρουν το νεκρό κορμί της στο νοσοκομείο, δεν παρέλειψε να προσέξει τα σημάδια που φαίνονταν στα τροφαντά αλλά ξυλιασμένα οπίσθια της νεκρής.

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers