Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Διαδικτύου 

Mona: Ποιήματα (συνέχεια) & Πεζά-Μεταφράσεις

       Η Σταυρούλα Αντζουλάκου (Mona) είναι γέννημα Αθηνών (1962) αλλά θρέμμα Λαρίσης. Από παππούδες-γιαγιάδες έχει καταγωγή από Μάνη, Πόντο και Κωνσταντινούπολη, συνεπώς ως κράμα ή πολύ καλό θα έβγαινε ή πολύ μάπα. Μέχρι τώρα δεν έχει καταλήξει.
     Από σπουδές έχει να επιδείξει ένα πτυχίο Γαλλικής Φιλολογίας με το οποίο βγάζει πλέον το ψωμάκι της, ενώ πιο πριν δοκιμάστηκε σε άλλες δουλειές. Έχει κι ένα πτυχιάκι γερμανικών, αλλά περισσότερο ως ξένη γλώσσα χρησιμοποιεί κάτι χειροποίητα αγγλικά. Όταν ήταν νέα ήθελε να γίνει δημοσιογράφος, αλλά τρόμαξε από το σινάφι κι εγκατέλειψε την ιδέα. Από μικρή είχε φαντασία και οι εκθέσεις διαβάζονταν στην τάξη, αλλά το μόνο που έγραψε ήταν μερικά ποιηματάκια όταν ήταν φοιτήτρια. Επίσης είχε καλή φωνή και αυτί, αλλά συμμετείχε μόνο σε ένα άγνωστο φιλικό γκρουπάκι. Κανένα όνειρό της δεν κυνήγησε διότι δεν πίστευε αρκετά στον εαυτό της, ούτε είχε γνωστούς να την σπρώξουν.
     Μετά από το διαζύγιό της (2004) γνωρίστηκε με τον Πάτροκλο που την ενθάρρυνε να αναρτήσει κάποια πονήματά της στο Στέκι του, μια που είχε αρχίσει να ξαναγράφει πού και πού. Χάρη σ' αυτή τη φιλοξενία μαζεύτηκαν με τον καιρό κάμποσα. Επίσης έβγαλε το άχτι της για το θέατρο ανεβάζοντας παραστάσεις στα σχολεία όπου υπηρετούσε. Πρώτη απόπειρα «Ο Βασιλιάς Πεθαίνει» του Ιονέσκο, πράγμα που θεωρήθηκε μεγάλο θράσος, παρόλα αυτά ήταν μια καλλιτεχνική επιτυχία.
     Έχει μια κόρη πολυτάλαντη (ζωγραφίζει, γράφει, παίζει θέατρο, μιλά αγγλικά, γερμανικά και γιαπωνέζικα) που πιστέψτε με, δεν την έσπρωξε σε τίποτα, απλώς ενθάρρυνε τις κλίσεις της και που είναι, εννοείται, το καμάρι της καρδιάς της.

      Σημ: Όσον αφορά το Mona, που κανονικά είναι μόνα, είναι παρμένο από ένα στιχάκι της Σαπφούς, το «εγώ δε μόνα καθεύδω» (=ενώ εγώ κοιμάμαι μόνη). Ήταν το ψευδώνυμό μου όταν πρωτομπήκα στο διαδίκτυο. Μόλις είχα χωρίσει κι ως εκ τούτου ήμουν συναισθηματικά φορτισμένη.

--------------------------------------------------------------------------------------

                                Ο Άνθρωπος Και Το Ξωτικό

     Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας άνθρωπος. Ήταν πολύ καιρό μόνος και απογοητευμένος και συνήθως καθόταν κι έκλαιγε τη μοίρα του κλεισμένος σπίτι. Μια μέρα όμως φόρεσε το παλτό του, έβαλε τα χέρια στις τσέπες και ξεκίνησε σκυφτός να περπατάει, δίχως σκοπό.
    
Περπάτησε, περπάτησε, περπάτησε χωρίς ν' ακούει τίποτα ούτε να κοιτάζει γύρω του. Περπάτησε πολύ κι όλο συνέχιζε. Σιγά-σιγά ξεπέρασε τα όρια της πόλης και βγήκε στη δημοσιά. Συνέχισε να περπατά ώσπου έφθασε σε ένα σύδενδρο. Συνέχισε λίγο ακόμα ώσπου βρήκε μια πέτρα και κάθισε να ξεκουραστεί. Ίσως να τον πήρε και λίγο ο ύπνος.
    
Ξαφνικά άκουσε κάτι χαρχαλέματα. Άμαθος όπως ήταν στη φύση όντας παιδί της πόλης, ανησύχησε. "Ίσως είναι κάποιο ζωάκι", σκέφθηκε κι άνοιξε λίγο τα μάτια του. Κι αυτό που είδε τον έκανε να τιναχτεί ξαφνιασμένος: Λίγο πιο πέρα, δίπλα του σχεδόν, ήταν ένα πλάσμα μικρό και χαριτωμένο, με ξανθωπά τσουλούφια να πετάγονται από τα μυτερά αυτάκια του που ήταν ιδιαζόντως μεγάλα για το πρόσωπό του, με πρασινωπή φορεσιά και... φτερά στους ώμους. Μικρά φτερά, όχι μεγάλα όπως είχε δει στις εικόνες να έχουν οι άγγελοι.
    
Το πλάσμα κάτι έκανε. Ο άνθρωπος δεν ήξερε ακριβώς τι, αλλά του φαινόταν πολύ απασχολημένο να σκαλίζει ελαφρά κάτι με το ραβδάκι του. Μα τι ήταν; Τι του θύμιζε; Γιατί είχε την εντύπωση πως κάπου το είχε ξαναδεί. Αλλά πού; Κι εξάλλου αυτό ήταν αδύνατον. Και τότε το θυμήθηκε: Μικρός είχε δει ένα έργο με κινούμενα σχέδια, τον Πήτερ ΠανΤούτος εδώ ο μικρούλης ήταν ολόιδιος ο Πήτερ Παν, εκτός από τα φτερά, βεβαίως.
    
Ο άνθρωπος είχε καιρό να φάει κανονικά κι από ύπνο ούτε λόγος. Είχε χάσει την αίσθηση του χρόνου, δεν ήξερε καν τι μέρα ήταν.
    
"Αρχίζω να τρελαίνομαι", είπε μέσα του ήρεμα. Ήρεμα, γιατί δεν τον ένοιαζε τίποτα. Είχε παραιτηθεί εδώ και κάμποσο καιρό. Έτσι λοιπόν παρακολουθούσε με περιέργεια τον Πήτερ Παν να σκαλίζει τα θάμνα.
     "
Αν είναι να τρελαθώ, ας γίνει", σκέφθηκε. "Δε βαριέσαι! " Και κοίταζε ήρεμα μεν, αλλά με απροκάλυπτη περιέργεια το πλάσμα. Θαύμαζε το τι σκαρφίζεται ο νους κι αναρωτιόταν πού το πήγαινε και γιατί να διαλέξει ένα τέτοιο ον το υποσυνείδητό του για να του δείξει... τι άραγε;
    
Το ξωτικό σιγοτραγουδούσε. Είχε πάρει είδηση τον άνθρωπο φυσικά, αλλά δεν του έδινε σημασία. Είναι γνωστό εξάλλου ότι οι άνθρωποι δεν διακρίνουν τίποτα, δεν βλέπουν τα ξωτικά. Ήταν εξασφαλισμένη η ησυχία του. Τούτος εδώ σα να κοιμόταν κιόλας.
    
Ξαφνικά είχε την δυσάρεστη αίσθηση ότι τον παρακολουθούσαν. Σηκώνει το κεφάλι και βλέπει δυο μάτια να τον κοιτάζουν ζωηρά. Ο άνθρωπος ήταν ακίνητος, σαν κουβαριασμένος, αλλά τα μάτια του ήταν προσηλωμένα πάνω του, σα να τον σάρωναν απ' άκρη σ' άκρη.
 -"
Τι με κοιτάς, άνθρωπε; " τον ρώτησε. Ο άνθρωπος αναπήδησε από έκπληξη. Το πλάσμα μιλούσε και μάλιστα φώναζε επιτακτικά και τσιριχτά"Σαν ενοχλημένο", σκέφθηκε. Δεν απάντησε. Τι να απαντήσει
 -"
Σε ρώτησα κάτι”, ξανάπε το ξωτικό, "δεν ακούς;
 -”
Τί είσαι; ”, ψιθύρισε ο άνθρωπος. Η φωνή του σε αχρηστία τόσο καιρό, ακούστηκε σαν σκουριασμένη βίδα. "Από πότε έχω να μιλήσω σε άνθρωπο;" αναρωτήθηκε πικραμένα. "Αλλά μήπως και τώρα, σε άνθρωπο μιλάω;"  Ξερόβηξε λιγάκι και προσπάθησε ξανά:
 -"
Τι είσαι; "
 -"
Ξωτικό φυσικά" απάντησε ανυπόμονα το ξωτικό, πριν προλάβει ο άλλος να ολοκληρώσει τη λέξη του. "Εσύ όμως πώς και με βλέπεις; "
 -"
Εεε..." έκανε αμήχανα ο άλλος. "Έκανες λίγο θόρυβο...", συμπλήρωσε απολογητικά.
 -"
Σε ξύπνησα; " ρώτησε το ξωτικό.
 -"
Εεε, μάλλον", μουρμούρισε ο άνθρωπος. Αυτός δεν ήταν ενοχλημένος, μόνο απορημένος. Αλλά και πάλι όχι πολύ.
 -"
Έτσι εξηγείται! ", είπε με στόμφο το ξωτικό.
 -"
Τι εξηγείται; " ρώτησε ο άνθρωπος.
 -"
Το ότι με βλέπεις. Κανονικά οι άνθρωποι δεν μας βλέπουν", αισθάνθηκε την ανάγκη να εξηγήσει βλέποντας το ύφος του ανθρώπου. "Εδώ που τα λέμε, πολύ λίγα βλέπετε", έκανε περιφρονητικά.
 -"
Τι δε βλέπουμε; "
 -"
Τίποτα, σου λέω". Έκανε μια κίνηση κυκλική με το χέρι, κοιτάζοντας γύρω. "Τα πάντα. Ακούς τα σαλιγκάρια; " ρώτησε επιθετικά.
 -"
Όχι..." μουρμούρισε ο άνθρωπος. Δεν του πέρασε απ' το νου να διαμαρτυρηθεί ότι τα σαλιγκάρια δεν έχουν φωνή.
 -"
Τα κλαριά; "
 -"
Όχι... ναι, όταν τα σαλεύει ο άνεμος..."
 -"
Α, θαυμάσια! Και τι λένε; "
 -"
Πού θες να ξέρω; Μα τι με ρωτάς; "
 -"
Τα βλέπεις; " αναφώνησε θριαμβευτικά το ξωτικό. "Τίποτα. Νούλα. Είστε νούλες! " Και το πιάσανε τα γέλια.
    
Ο άνθρωπος δυσαρεστήθηκε. Άλλο να το λέει ο ίδιος, άλλο να του το πετάει ο σβόερας* στα μούτρα.
 -"
Άκου να σου πω..." άρχισε..
 -"
Τι; " ρώτησε προκλητικά το ξωτικό. "Τίποτα δεν ξέρετε!"
 -"
Αυτό ξαναπές το", μουρμούρισε ξανά ο άνθρωπος και σα να ξεφούσκωσε πάλι. "Αλλά για πες", συνέχισε αμέσως μετά, "εσένα πώς σε ακούω και σε βλέπω; Μήπως είσαι μέσα στον ύπνο μου; Μήπως ονειρεύομαι;"
 -"Χαχα"
, γέλασε το ξωτικό. "Είσαι τελείως κουτεντές".
 -"
Μα εσύ είπες προηγουμένως..."
 -"
Είπα πως επειδή κοιμόσουν και σε ξύπνησα, με ακούς. Μου το είχαν πει κάτι παππούδες, ότι συμβαίνει καμιά φορά σε ορισμένους ανθρώπους. Μήπως τελευταίως έχασες κάποιον; Πέθανε κάποιος δικός σου; "
    
Ο άνθρωπος έμεινε ασάλευτος. Αν είχε χάσει κάποιον δικό του...
 -"
Πέθανε κανείς; " ξαναρώτησε, με επαγγελματικό ύφος το ξωτικό.
 -"
Όχι..." ψιθύρισε βραχνά ο άνθρωπος. "Δηλαδή", συνέχισε καθαρίζοντας τη φωνή του, "κάθε μέρα πεθαίνουν..."
 -"
Εννοώ δικός σου, άνθρωπε!" αναφώνησε ανυπόμονα το ξωτικό.
 -"
Όχι ακριβώς... αλλά έχασα κάτι...κάποιον. Κάποια, ήθελα να πω".
 -"
Γυναίκα; " ρώτησε με ενδιαφέρον το ξωτικό.
 -"
Ναι..."
 -"
Τη γυναίκα σου; "
 -"
Όχι..."
 -"
Αδερφή; Ξαδέρφη; Μάνα;"
 -"
Όχι, όχι... Γυναίκα μου ήταν", προσπάθησε να εξηγήσει, "αλλά δεν ήμασταν παντρεμένοι".
 -"
Αγαπιόσασταν; "
 -"
Ναι... δηλαδή έτσι νόμιζα..." Η φωνή του ανθρώπου όλο και χαμήλωνε. Αλλά το ξωτικό άκουγε, -εδώ μπορούσε να ακούει τα σαλιγκάρια!
 -"
Πήγε με άλλον;"  Το ξωτικό δεν είχε ίχνος λύπησης ή αποδοκιμασίας στη φωνή του.
 -"
Πήγε... ξαναγύρισε στον άντρα της".
 -"
Αχά! " φώναξε το ξωτικό.
 -"
Τι; " ρώτησε αμυντικά ο άνθρωπος.
 -"
Έτσι εξηγείται!", ξανάπε με ύφος πολύξερο το ξωτικό. Έβαλε τα χέρια στις τσέπες κι άρχισε να σουλατσάρει κορδωμένο. "Κλασική περίπτωση συγκρουσιακού συνδρόμου", πέταξε με ύφος.
    
Ο άνθρωπος έμεινε με ανοιχτό το στόμα.
 -"
Μήπως εσείς τα ξωτικά σπουδάζετε σε σχολές ψυχολογίας;", ρώτησε στο τέλος.
 -"
Χαχα, εμείς όλα τα σπουδάζουμε άμα θέλουμε", κοκορεύτηκε το ξωτικό. "Αλλά όχι σε σχολές. Δεν τις χρειαζόμαστε. Είμαστε πιο έξυπνοι από σας, άνθρωπε!"     
    
Ο άνθρωπος δε μίλησε. Τι να πει; Το ξωτικό του θύμιζε δυσάρεστα ένα από τα πρώην αφεντικά του. Κι έναν Γυμνασιάρχη που είχαν κάποτε στο σχολείο. "Αν είναι όλοι σαν αυτόν εδώ..." άρχισε να σκέφτεται.
    
Εκείνη τη στιγμή το ξιπασμένο, έτσι όπως στεκόταν ισορροπώντας στις φτέρνες του, ξαφνικά σα να παραπάτησε και παραλίγο να πέσει. Κατάφερε να το αποτρέψει, αλλά ήταν τόσο αστείο που ο άνθρωπος μετά βίας απέφυγε να γελάσει. Κι αυτό ήταν αξιοσημείωτο, αν σκεφτεί κανείς ότι είχε μήνες να σκάσει το χείλι του.
 -"
Λοιπόν; " ρώτησε το ξωτικό.
 -"
Τι λοιπόν; "
 -"
Λοιπόν, αφού δεν ήταν γυναίκα σου η παντρεμένη και δεν πέθανε, γιατί είχες αυτό το... αυτή τη σύγκρουση; "
    
Εκείνη τη στιγμή φευγαλέα πέρασε από το νου του ανθρώπου ότι το ξωτικό του δεν ήταν και τόσο σπουδαγμένο, απλώς του άρεσε να κομπορρημονεί, Αλλά πολύ φευγαλέα, γιατί άλλο τον απασχολούσε.
 -"
Δεν καταλαβαίνεις..."
 -"
Και γιατί να μην καταλαβαίνω;"
 -"
Δεν ξέρω πώς το έχετε εσείς. Εμείς... εμείς ... Εγώ είχα έρωτα με αυτή τη γυναίκα"!
 -"
Και λοιπόν;"
 -"
Ξέρεις τι είναι ο έρωτας;"
 -"
Όχι δεν ξέρω, εσένα περίμενα να μου πεις! "
 -"Μη θυμώνεις... Απλώς... απλώς για μένα ήταν ολάκερη η ζωή μου. Της έδωσα τα πάντα, κατάλαβες; Τα πάντα... κι εκείνη... όλους τους όρκους μας, όλα μας τα όνειρα τα πρόδωσε, τα ποδοπάτησε..."
 -"
Φυσικό είναι".
 -"
Πώς φυσικό δηλαδή;"
 -"
Μα ήταν παντρεμένη. Ήδη είχε απατήσει τον άντρα της", είπε το ξωτικό ανασηκώνοντας τους ώμους.
 -"
Ναι... Αν ήξερες πώς με πονούσε αυτό.... Από την αρχή το φοβόμουν..."
 -"
Αχ, μα τότε τίποτα δεν χάρηκες, άνθρωπε! Τι στο καλό το ξεκίνησες;"
 -"
Ποτέ δεν είχα γνωρίσει κάποια σαν αυτή... ήταν μοναδική για μένα. Ξεχωριστή! "
 -"
Και μετά τί έγινε;"
 -"
Μετά; Μετά τίποτα. Ξαναγύρισε στον άντρα της. Δεν ξαναειδωθήκαμε".
 -"
Πάει καιρός;" 
 -"
Δυο χρόνια".
 -"
Δυο χρόνια; Είσαι χαζός; Πόσα χρόνια ζείτε εσείς οι άνθρωποι";
 -"
Καμιά εβδομηνταριά κατά μέσον όρο".
 -"
Ελάχιστα! Και τον ξοδεύετε μυξοκλαίγοντας;"
     Ο άνθρωπος δεν απάντησε αμέσως. Αισθανόταν ντροπή.
 -"
Την ξαναείδα", είπε σιγανά μετά από λίγο.
 -"
Πότε;"
 -"
Πρόσφατα".
 -"
Σου μίλησε;"
 -”
Όχι... δεν την είδα από κοντά. Στην τηλεόραση ήταν".
 -"
Στην ποια;"
 -"
Άσε... κάτι δικά μας, ανθρώπων έργα. Είναι ένα μηχάνημα με μια οθόνη, σαν παράθυρο. Μπορείς να δεις εικόνες από μακριά, ή γεγονότα που έχουν ήδη συμβεί".
 -"
Ωωω!" φώναξε εντυπωσιασμένο το ξωτικό. Αίφνης φαινόταν σαν παιδάκι. Προφανώς δεν είχαν τηλεόραση τα ξωτικά.
 -"
Και μπορείς τα δεις τα πάντα στην τηλεόραση;", ρώτησε.
 -"
Όχι τα πάντα. Ό,τι αποφασίζουν οι άνθρωποι της τηλεόρασης. Ό,τι αφήνει κέρδος".
 -"
Κι αυτή η κυρία άφηνε κέρδος;"
    
Ο άνθρωπος χασκογέλασε άκεφα.
 -"
Αυτή η κυρία ήταν σύζυγος ενός δημάρχου. Σε κάποια εκδήλωση του Δήμου όπου είχε παρευρεθεί, τραβήξανε φιλμ κι ήταν κι αυτή μέσα".
 -"
Φιλμ;" 
 -"
Ταινία. Πολλές εικόνες μαζί στη σειρά".
 -"Α
, μάλιστα. Και;"
 -"
Και... ήταν σαν να την έχανα δεύτερη φορά".
 -"
Γιατί;"
 -"Γιατί...
δεν ήταν όπως την ήξερα. Ήταν σα να ήταν μια άλλη. Ήταν μια άλλη".
 -"
Ασχήμυνε; Γέρασε;"
 -"
Όχι δε γέρασε. Είναι όμορφη γυναίκα, αντικειμενικά. Αλλά ήταν τόσο στυλιζαρισμένη, έλεγε κάτι πομπώδεις γελοιότητες... ήταν... γελοία".
 -"
Γελοία;"
 -"
Γελοία..."
 -"
Μα τότε σώθηκες άνθρωπε! Τι κάθεσαι και κλαις;"
 -"
Δεν σε καταλαβαίνω..."
 -"
Αν η πρώην αγαπημένη, αν το αντικείμενο του πόθου σου, όπως λένε οι ποιητάδες, που για σένα ήταν ψηλά, γίνεται γελοίο, πάει, σου φεύγει κι ο έρωτας. Γιατρεύεσαι!"
    
Ο άνθρωπος έμεινε σιωπηλός. Το ξωτικό έκανε μια κίνηση σαν να καθαρίζει τη σκόνη από τα χέρια του.
 -"
Πάπαλα σου λέω!", ξεφώνισε χαρούμενα, όλο σιγουριά.
    
Στον άνθρωπο άρχισε να χαράζει ένα δειλό χαμόγελο. Ήταν το πρώτο, μετά από χρόνια.
 -"
Ίσως έχεις δίκιο ", παραδέχτηκε.
 -"
Φυσικά κι έχω δίκιο. Πάντα έχω!", είπε με αυταρέσκεια.
    
Αλλά τον άνθρωπο δεν τον ενόχλησε. Είχε αρχίσει να τον κάνει χάζι...
 -"
Τι σου είχαν πει οι παππούδες; Για τους ανθρώπους που βλέπουν ξωτικά, εννοώ".
 -"
Όπως σου είπα, συμβαίνει άμα ξυπνήσουν ξαφνικά κι άμα τους έχει συμβεί κάτι, είτε πολύ καλό είτε πολύ κακό. Ειδικά το δεύτερο. Οι συμφορές κλείνουν τα μάτια, αλλά ανοίγουν τη ψυχή ", είπε παραδόξως απλά, το ξωτικό.
 -"
Και μετά; Εξακολουθούν να σας βλέπουν;"
 -"Ω ναι
, μετά είναι αλαφροΐσκιωτοι".
 -"
Και τι κάνουν; Έχει αυτό επίπτωση στη ζωή τους;" 
 -"
Εξαρτάται. Συνήθως ναι".
 -"Δηλαδή;"

 -"
Μερικοί μένουν εδώ, μαζί με μας και τις νεράιδες. Καταλαβαίνεις, μετά μπορούν να δουν κι άλλα μαγικά πλάσματα".
 -"
Έχει πολλά;"
 -"
Φυσικά. Από πού νομίζεις αντλούν τις ιστορίες τους οι παραμυθάδες και οι τροβαδούροι;"
 -"
Σοβαρά μιλάς;"
 -"
Ναι... όσοι γυρίζουν πίσω, στον κόσμο των ανθρώπων, έχουν πει ιστορίες που ευτυχώς οι υπόλοιποι δεν τις πιστεύουν, είναι κοντόφθαλμοι κι έτσι έχουμε κι εμείς την ησυχία μας".
    
Ο άνθρωπος άκουγε σιωπηλός, χαμογελαστός.
 -"
Πώς σε λένε;", ρώτησε μετά από λίγο.
 -"
Γκότλιμπ. Εσένα;"
 -"
Τόμας Μαν. Θέλεις να γίνουμε φίλοι;"
 -"
Δεν βλέπω πώς μπορούμε να το αποφύγουμε", είπε γελαστά ο Γκότλιμπ.
    
Και κίνησαν μαζί για το δάσος...

* Σβόερας = ανήσυχος, δραστήριος, ζωηρός σα παιδί (Αργιθεατική διάλεκτος).


                  Τα Κλειδιά

Δεν ξέρεις πόσο βαραίνουν τα κλειδιά
πόσο τις φούχτες μου πληγώνουν
σε όποια τσέπη κι αν τα κρύψω την τρυπούν
και από μέσα γδέρνουν την ψυχή μου

Είναι και κόπος και βάρος περιττό
και δεν θυμάμαι πια τι αντιστοιχεί σε τι
Να ‘ναι η μικρή αποθηκούλα αριστερά;
Μήπως η αίθουσα με τα ταριχευμένα τα κρανία;
Μήπως και μπέρδεψα την αίθουσα διασκέψεων
μ' εκείνη όπου βλέπαμε ταινία;
Μήπως και λάθεψα κάτι σοβαρά και κλειδωθώ
μέσα σε τούτο τον λαβύρινθο-οχυρό;

Κάποτε ήταν χαρά κι επίτευγμα
ήξερα πού το καθετί ταιριάζει
τούτο εδώ είν’ το κλειδάκι για τη γάμπα της
αυτό για το μικρό της δαχτυλάκι
αυτό για την μπουκλίτσα στα μαλλάκια της
αυτό για όταν θυμωμένη με κοιτάζει.

Κάποτε έβαζα ετικέτες με τα χρώματα
το ροζ για το παιδί, άλικο της αγάπης
γαλάζιο για τη σκέψη μας, κίτρινο της ζωής μας…
Πώς καταντήσανε όλα γκρι, μία θολούρα όλα
θραύσματα κι ανώνυμα σαν ορφανά ειδώλια
Κι εγώ από τη μια δέσμιος μιας άδειας ειρκτής
κατάντησα δεσμοφύλακας της ίδιας μου της ζωής

                                             .                          


 Τζόρτζιο Ντε Κίρικο: Το Αίνιγμα Του Πρωινού
               Είδα Τα Φαντάσματα...

 :               

Είδα τα φαντάσματα κι ήτανε μέρα μεσημέρι
κι ο ήλιος κατακόρυφος
και οι σκιές σκληρές.
Δεν είχα πού να κρυφτώ.

Και οι σκουριές στ’ ακινητοποιημένα τραίνα
να ζωγραφίζουν το δικό τους αίμα.
Εδώ ο φόνος γίνεται βουβά
και είναι ήδη αργά πριν καν αρχίσει...

Τους είδα, χόρευαν στην αχλή
και δεν φοβόνταν.
Άγνωστα μηχανήματα ενός άλλου αιώνα
αλφαδιασμένα τακτικά
κι εκείνοι άνετοι
σα να μιλούν στην αγορά
Με είδαν. Με αγνόησαν.
Δεν είχα πού να κρυφτώ.

Τους άκουγα
απόηχοι και ψίθυροι
σαν γέλια και πειράγματα.
«Πόσο πιο ζωντανοί
σκέφτηκα με ζήλια
και προχώρησα.

Αν θέλω να κρυφτώ πρέπει να ψάξω για σκιές πιο βολικές
να έχω μία δικαιολογία για το κρύο
και τούτη την ψυχρή την αποστέωση...

                  Κενό

Θα αδειάσω όλους τους φακέλους
Κενό
Θα σβήσω όλα τα μηνύματα
Κενό
Θα πετάξω όλα όσα δεν αντέχω
Κενό...
Θα βάψω άσπρους τους τοίχους στο δωμάτιο

Και θα πεθάνω στο λευκό κελί μου

Με Τη Σιωπή Απάντησες...

Και βέβαια μου απάντησες.
Με τη σιωπή σου απάντησες.
Η σιωπή, απ' όπου κι αν ορμάει
απ' όσους δρόμους κι αν περάσει,
σε ένα καταλήγει:

Δεν έχω τίποτα να πω.
Τίποτα να σου πω.

Το τίποτα αυτό
τόσο μικρό και τόσο μεγάλο
τόσο κενό και τόσο πυκνό
τόσο πνιγηρό
και τόσο ασφυκτικό
αυτό το τίποτα,
ένα ο, ένα ο, ένα ο
ένα στόμα ανοιχτό που δεν ακούγεται
βροντοφωνάζει, ωρύεται, γοά
είναι το τίποτα παντού και πουθενά.

----------------------------------------------------------------------------------

                                       ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ

       Maintenant Je Sais

Quand j'étais gosse, haut comme trois pommes,
J'parlais bien fort pour être un homme
J'disais, je sais , je sais , je sais , je sais
C'était
l'début, c'était l'printemps
Mais quand j'ai eu mes 18 ans
J'ai dit, je sais , ça y est, cette fois je sais
Et aujourd'hui, les jours où je m'retourne
J'regarde la terre où j'ai quand même fait les 100 pas
Et je n'sais toujours pas comment elle tourne !
Vers 25 ans, j'savais tout : l'amour, les roses, la vie, les sous
Tiens oui l'amour ! J'en avais fait tout le tour !
Et heureusement, comme les copains, j'avais pas mangé tout mon pain
Au milieu de ma vie, j'ai encore appris
C'que j'ai appris, ça tient en trois, quatre mots
Le jour où quelqu'un vous aime, il fait très beau,
j' peux pas mieux dire, il fait très beau!
C'est encore ce qui m'étonne dans la vie,
Moi qui suis à l'automne de ma vie
On oublie tant de soirs de tristesse
Mais jamais un matin de tendresse!
Toute ma jeunesse, j'ai voulu dire je sais
Seulement, plus je cherchais, et puis moins j' savais
Il y a 60 coups qui ont sonné à l'horloge
Je suis encore à ma fenêtre,
je regarde, et j'm'interroge?
Maintenant je sais, je sais qu'on ne sait jamais!
La vie, l'amour, l'argent, les amis et les roses
On ne sait jamais le
bruit ni la couleur des choses
C'est tout c'que j'sais ! mais ça, j'le sais...!
                                                                  Jean-Loup Danadie

         Τώρα Ξέρω

Σαν ήμουνα μικρός, δυο σπιθαμές,
μιλούσα δυνατά να φαίνομαι άντρας
κι έλεγα ξέρω, ξέρω, ξέρω, ξέρω!
Ήταν η αρχή, ήταν η άνοιξη
μα όταν έγινα δεκαοχτώ είπα ξέρω,
επιτέλους, αυτή τη φορά ξέρω!
Και σήμερα, τις μέρες που επιστρέφω,
κοιτάζω τη γη όπου παρόλαυτά έκανα και κάποια βήματα
κι όμως δε ξέρω ακόμα πώς γυρίζει!
Στα εικοσπέντε τα 'ξερα όλα:
τον έρωτα, τα ρόδα, τη ζωή, τα λεφτά...
Α ναι, βέβαια, τον έρωτα! Είχα κάνει όλο τον γύρο!
Ευτυχώς που όπως κι οι φίλοι μου δεν είχα φάει όλα μου τα ψωμιά
Στο μέσο της ζωής μου έμαθα πάλι κάτι
Αυτό που έμαθα χωρά σε δυο λόγια
"Τη μέρα που κάποιος σ' αγαπά, κάνει λιακάδα!"
Δε μπορώ πιο πλέρια να το πω, έχει θαυμάσιο καιρό!
Αυτό που με εκπλήσσει στη ζωή
εμένα, που πια είμαι στο φθινόπωρο,
είναι πώς ξεχνάμε ολόκληρες νύχτες θλίψης
μα ποτέ ένα πρωινό τρυφερότητας!
Σ' όλη τη νιότη μου ήθελα να λέω πως ξέρω
μόνο που, όσο πιο πολύ έψαχνα, τόσο λιγότερο ήξερα.
Τώρα πια που 'χω καβατζάρει τα εξήντα
στέκομαι ακόμα στο παράθυρο, κοιτώ, αναρωτιέμαι...
Τώρα ξέρω, ξέρω πως ποτέ δε ξέρουμε!
Τη ζωή, τον έρωτα, το χρήμα, τους φίλους, τα ρόδα...
Ποτέ δεν ξέρουμε τον ήχο και το χρώμα των πραγμάτων
Αυτό είναι όλο κι όλο που ξέρω.
Αλλά τουλάχιστον το ξέρω!

                 Sur La Pointe Des Pieds

               Il n' y a plus rien qui reste
                      entre mes dix doigts
               Une ombre qui s' efface
                      Au centre
                      un bruit des pas
               Il faut etouffer la voix qui monte trop
               Celle qui gemissait et qui ne mourrait pas
               Celle qui allait plus vite
               C'est vous qui arretiez ce magnifique elan
                      L'espoir et mon orgueil
                         qui passaient dans le vent
               Les feuilles sont tombees
                     pendant que les oiseaux comptaient
                              les gouttes d' eau
               Les lampes s' eteignaient derriere les rideaux
               Il ne faut pas aller trop vite
               Crainte de tout casser en faisant trop de bruit

Pierre Reverdy "Sources Du Vent

 COLLECTION LITTERAIRE LAGARDE & MICHARD

 Edition BORDAS (XXe siecle) 1973

Στις Μύτες Των Ποδιών

Τίποτα πια δεν μένει
όλα γλιστρούν μέσα απ' τα δάχτυλά μου
Μια σκιά που σβήνει
Στο κέντρο
θόρυβος βημάτων
Πρέπει να πνίξουμε τη φωνή που παρανέβηκε ψηλά
Εκείνη που παλλόταν και δεν πέθαινε
Εκείνη που παραπήγαινε γρήγορα
Εσείς είστε που αναχαιτίζατε αυτή την υπέροχη φόρα
Την ελπίδα και την περηφάνεια μου
που περνούσανε στον άνεμο
Τα φύλλα έπεσαν
ενόσω τα πουλιά μετρούσαν
τις στάλες της βροχής 
Τα φώτα σβήναν πίσω απ' τις κουρτίνες
Δεν πρέπει να πηγαίνουμε πάρα πολύ γρήγορα
Από φόβο μήπως όλα σπάσουνε μ' έναν ορυμαγδό.

Πιέρ Ρεβερντύ "Πηγές Του Ανέμου"

     Il n'y a Pas d' Amour Heureux

Rien n'est jamais acquis à l'homme Ni sa force
Ni sa faiblesse ni son coeur Et quand il croit
Ouvrir ses bras son ombre est celle d'une croix
Et quand il croit serrer son bonheur il le broie
Sa vie est un étrange et douloureux divorce
Il n'y a pas d'amour heureux

Sa vie Elle ressemble à ces soldats sans armes
Qu'on avait habillés pour un autre destin
A quoi peut leur servir de se lever matin
Eux qu'on retrouve au soir désoeuvrés incertains
Dites ces mots Ma vie Et retenez vos larmes
Il n'y a pas d'amour heureux

Mon bel amour mon cher amour ma déchirure
Je te porte dans moi comme un oiseau blessé
Et ceux-là sans savoir nous regardent passer
Répétant après moi les mots que j'ai tressés
Et qui pour tes grands yeux tout aussitôt moururent
Il n'y a pas d'amour heureux

Le temps d'apprendre à vivre il est déjà trop tard
Que pleurent dans la nuit nos coeurs à l'unisson
Ce qu'il faut de malheur pour la moindre chanson
Ce qu'il faut de regrets pour payer un frisson
Ce qu'il faut de sanglots pour un air de guitare
Il n'y a pas d'amour heureux

Il n'y a pas d'amour qui ne soit à douleur
Il n'y a pas d'amour dont on ne soit meurtri
Il n'y a pas d'amour dont on ne soit flétri
Et pas plus que de toi l'amour de la patrie
Il n'y a pas d'amour qui ne vive de pleurs
Il n'y a pas d'amour heureux
Mais c'est notre amour à tous les deux

Louis Aragon (La Diane Francaise, Seghers 1946)

    Δεν Yπάρχει Eυτυχισμένη Aγάπη

Τίποτα και ποτέ δεν αποκτά στ' αλήθεια ο άνθρωπος
Ούτε τη δύναμη ούτε την αδυναμία ούτε την καρδιά του
Κι όταν πιστεύει πως ανοίγει τα μπράτσα του
ο ίσκιος του σχηματίζει ένα σταυρό
Κι όταν πιστεύει ότι σφίγγει στα χέρια την ευτυχία του
τη σμπαραλιάζει σπάζοντάς την
Ένα παράξενο κι οδυνηρό διαζύγιο η ζωή του
Δεν υπάρχει ευτυχισμένη αγάπη

Η ζωή του μοιάζει με στρατιώτες δίχως όπλα
που τους είχαν ντύσει γι' άλλο πεπρωμένο
Σε τι χρησιμεύει να σηκώνονται νωρίς
σ' αυτούς που το βράδυ βρίσκει άπραγους, αβέβαιους
Πείτε αυτές τις λέξεις "Η ζωή μου" και συγκρατήστε τα δάκρυά σας
Δεν υπάρχει ευτυχισμένη αγάπη

Αγάπη μου, όμορφη, μονάκριβη αγάπη μου, πληγή μου
Σε κουβαλώ εντός μου σαν πουλί τραυματισμένο
Και τούτοι 'δω μας βλέπουν να περνάμε και δεν ξέρουν
Λένε ξανά τα λόγια που για σένα είχα πλέξει
μα στα μεγάλα μάτια σου έχουν ήδη πεθάνει
Δεν υπάρχει ευτυχισμένη αγάπη

Ο καιρός για να μάθουμε να ζούμε έχει κιόλας περάσει
Κλαίνε τη νύχτα στην ένωσή τους οι καρδιές μας
Πόση δυστυχία θέλει και το πιο μικρό τραγούδι
Πόσες λύπες για να πληρώσεις ένα ρίγος
Πόσοι λυγμοί για μια πνοή κιθάρας
Δεν υπάρχει ευτυχισμένη αγάπη

Δεν υπάρχει αγάπη που να μην έχει πόνο
Δεν υπάρχει αγάπη που να μη σε ματώνει
Δεν υπάρχει αγάπη που να μη σε εξουθενώνει
Και πιότερο κι από σένα, η αγάπη για την πατρίδα
Δεν υπάρχει αγάπη που να μην τρέφεται με δάκρυα
Δεν υπάρχει ευτυχισμένη αγάπη
Μα είναι η αγάπη μας, μόνο για μας τους δυο

Λουΐ Αραγκόν (La Diane Francaise, Seghers 1946)

-------------------------------------------------------------------------------------------

                                              ΠΕΖΑ

                                    Ολιγόλεπτη Στάση...

     Το τρένο της αιωνιότητας κάνει λίγες στάσεις. Ολιγόλεπτες. Ίσα για μερικό ανεφοδιασμό, ίσως να κατέβει ένας υπάλληλος και ν' ανέβει άλλος. Δεν είναι λες κανονικοί σταθμοί, να 'χεις προετοιμαστεί, να 'χεις κατεβάσει τις βαλίτσες από τα ράφια, να 'χεις φορέσει το παλτό σου και να 'χεις στηθεί στο διάδρομο για την έξοδο. Καμιά φωνή στο μεγάφωνο δε σε προετοίμασε, κανένα σφύριγμα.
     Οι επιβάτες συνήθως κοιμούνται κι αν γίνει δυστύχημα, λίγοι επιζήσαντες θα εξιστορήσουν με γουρλωμένα μάτια τον τρόμο που τους έκανε να πεταχτούν από τον ύπνο, οι υπόλοιποι απλώς θα συνεχίσουν το ταξίδι, αδιατάρακτα ...έστω φαινομενικά.
     Σ' αυτές τις ολιγόλεπτες στάσεις, που δεν μοιάζουν καν στάσεις, καθώς ρολάρει ακόμα το τρένο, ακούς ακόμα ντούκου-ντουκ το βουητό, συμβαίνουν πράγματα παράξενα. Ένα παιδί ξυπνά και κουτουλά το κεφάλι στο τζάμι. Μα είναι ένα περιβάλλον που δεν ξέρει κι η περιέργεια θα το κάνει να παραμείνει σιωπηλό. Είναι προνόμιο σπάνιο και θριαμβευτικό να είσαι ξύπνιος όταν οι άλλοι δίπλα σου κοιμούνται.
     Λίγοι ήχοι, θόρυβοι πνιχτοί. Ποιός κατεβαίνει; Ποιός σέρνει τι; Να 'ναι τάχα κάτι σοβαρό ή μήπως απλά ο συνοδηγός θέλει ν' αφήσει κάτι σ' ένα ταχυδρόμο; Και ποιός θα κρίνει αν είναι σοβαρό; Μπορεί το ραβασάκι που βιαστικά αφήνει μια κοπέλα στα χέρια του συνεπιβάτη να το πάει στο χωριό, να 'ναι όντως σοβαρό. Σε λίγες φράσεις κρύβεται καμιά φορά σπαραχτικά η αλήθεια μιας ζωής «Γύρισε πίσω. Σ' αγαπώ». Ή «Φεύγω», απλά και κοφτερά. Ή ακόμα «Το γάλα είναι στο ψυγείο». Κανείς δε ξέρει τη σπουδαιότητα του κόσμου. Γι' αυτό το τρένο κάνει αυτές τις στάσεις. Θέλει μερική αποσυμπίεση, αλλιώς θα σκάσει με τόσα που μεταφέρει στη κοιλιά του.
     Στα δυο λεπτά που μεσολαβήσανε, παρθήκανε κατά καιρούς αποφάσεις καίριες. Ξέρετε σεις, τα μεγάλα "ναι" και τα μεγάλα "όχι". Δε φάνηκε ποτέ αυτό. Ήταν μέρος μοναχά του ταξιδιού. Όπως οι φράσεις που λες για να περάσεις, «Με συγχωρείτε, θα κατεβείτε;», τέτοια. Αργότερα όμως, αργότερα. Αργότερα και σε στιγμές ανύποπτες έρχονται ξαφνικά οι εικόνες, οι οσμές, οι ήχοι και γυρεύουνε δικαίωση. Θυμάσαι τα μάτια της, δυο κόσμοι ανοιχτοί στο χάος. Σ' είχε ρωτήσει τρέμοντας "Τί ώρα είναι;" κι εσύ απάντησες ευγενικά κι αδιάφορα. "Ευχαριστώ", μουρμούρισε και χάθηκε. Μες στη νύχτα ξαφνικά τί γυρεύει η μορφή της; Και ξέρεις πια με βεβαιότητα ότι δεν ήθελε την ώρα, όχι. Κι εσύ θρίαμβε της βλακείας θεώρησες ότι έκανες το καθήκον σου. Και την έχασες. Ούτε το όνομά της δεν έμαθες ποτέ...
     Θυμάμαι κι άλλα. Το τσιγγανάκι αίφνης που το κοροϊδεύανε τ' άλλα παιδιά κι εκείνο έπεσε στη λάσπη. Ρίψασπις που στάθηκες! Θα 'τανε δεν θα 'τανε τεσσάρων, ίσως και λιγότερο. Σπάραζε στο κλάμα. Θα μπορούσες να πεις δυο λόγια στα μεγαλύτερα παιδιά, να τα μαλώσεις. Θα μπορούσες να το σηκώσεις από τη λάσπη και να το πάρεις αγκαλιά. Μια κουβεντούλα τρυφερή και να το παραδώσεις στο μεγάλο του αδέρφι που στεκόταν δίπλα του αμήχανο. Αλλά δεν ήταν στη δική σου γειτονιά! Δεν ήταν η δουλειά σου! Τι βολικές δικαιολογίες!
     Στο τρένο φιληθήκαν βιαστικά. «Αντίο», είπαν. «Θα σε ξαναδώ». Και δε ξαναειδωθήκανε. Στο δευτερόλεπτο πριν κατέβει εκείνη, το διαιστάνθηκαν. Αλλά δε θέλησαν να το παραδεχτούνε. Το μπουφάν, τα γένεια του, είχανε τη μυρωδιά της. Αλλά τα ρούχα κάποτε πλένονται. Κι όσο για τα γένεια...
     Χρόνια μετά, μερικές φορές το κουλούρι με σουσάμι έχει τη μυρωδιά του γράσου. Ήτανε το τρένο που ξαναξεκίναγε. Ντούκου-ντούκου-ντουκ κι αυτό ήταν. Ο μικρός άφησε το μισοφαγωμένο κουλούρι που του είχαν αγοράσει σ' ένα κεντρικό σταθμό κι έγειρε το κεφάλι στο πλάι. Έτσι με τη μυρωδιά της μάνας του να τον καθησυχάζει, αποκοιμήθηκε...

                                Η
Mικρή Γοργόνα & Η Αφασία

     Όταν πρωτοάκουσα το παραμύθι της μικρής γοργόνας αποφάνθηκα ότι δε μου άρεσε. Χαζή ήταν, σκέφτηκα. Γιατί να μη μάθει ποτέ ο πρίγκιπας ότι εκείνη τον είχε σώσει από το ναυάγιο; Γιατί να δεχτεί έτσι παθητικά εκείνη, να παντρευτεί αυτός μιαν άλλη, επειδή αυτή η άλλη καρπώθηκε τη λανθασμένη ερμηνεία που έδωσε ο πρίγκιπας, ότι τάχα αυτή η άλλη τον είχε σώσει; Καμία δικαιοσύνη! Κι από τα παραμύθια, ειδικά όταν είμαστε μικροί, περιμένουμε απονομή δικαιοσύνης.
     Βέβαια κι ο πρίγκιπας δικαιοσύνη πήγε να απονείμει, έλα όμως που έκανε λάθος εκτίμηση. Μήπως από αίσθημα ευγνωμοσύνης και μόνο δεν παντρεύτηκε αυτή την άλλη ο πρίγκιπας; Τότε ο έρωτας πού είναι; Όχι, δεν την αγάπησε τη γοργόνα ο πρίγκιπας, τη λυπήθηκε μόνο, γι' αυτό και τη κράτησε στο παλάτι του να ζήσει εκεί η φτωχή μουγκή καλλονή. Δεν άξιζε την αγάπη της, αποφάνθηκα. Κρίμα κι αυτή απαρνήθηκε τον κόσμο της, την υπόστασή της, για χάρη του.
     Όταν το ξανασκέφθηκα μεγάλη η ιδέα ακριβώς αυτή μ' έκανε να αναθεωρήσω. Αχ, αυτή η δύναμη της αγάπης, που είναι ικανή για αυταπάρνηση, προκειμένου ο αγαπημένος να είναι καλά! Τι τραγικό, τι συγκινητικό παραμύθι! Απαράμιλλη διδαχή, εξ απαλών ονύχων!
     Ωστόσο μόλις τώρα το ξανασκέφτομαι. Η έλλειψη λόγου στο παραμύθι αυτό ισοδυναμεί με έλλειψη επικοινωνίας. Ίσως να τα πήγαιναν καλά ο πρίγκιπας και η γοργόνα, ίσως να ήταν φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλον. Αλλά, δεν επικοινωνούσαν! Κι η επικοινωνία είναι το παν σε μια σχέση, έτσι δεν  είναι; Έκανε λάθος η γοργονίτσα μας. Πίστεψε ότι η δική της αγάπη ήταν αρκετή. Όχι, εγώ κάνω λάθος. Αυτό επέλεξε. Να ζει κοντά του, έστω και στη σκιά του. Να πονά κάθε μέρα που δεν είναι στην αγκαλιά του, που τον χαίρεται μια άλλη. Που βλέπει  τα παιδιά του να γεννιούνται και να μεγαλώνουν δίπλα του. Που δεν υπάρχει πια επιστροφή για την ίδια, ο υγρός κόσμος της θάλασσας της είναι απαγορευμένος, μα και στη ξηρά δεν είναι παρά μια παρίας, ακόμα κι αν έμαθε να περπατά, ίσως και να χορεύει στα νεοαποκτηθέντα ποδαράκια της.
     Η αφασία, το να μη μιλάς δηλαδή, χωρίζει τους ανθρώπους. Το τραγικό με τη γοργόνα είναι ότι ήθελε να μιλήσει, όμως δεν μπορούσε. Το τραγικό με τους ανθρώπους είναι ότι ξέρουν να μιλούν, όμως δεν το κάνουν. Το τραγικό με τη γοργόνα είναι ότι ήταν εν γνώσει της, επέλεξε να θυσιαστεί στο βωμό του έρωτά της. Το τραγικό με τους ανθρώπους είναι ότι δεν το επιλέγουν συνειδητά, απλώς εγκλωβίζονται στο να μην εκφράζονται. Τελικά παγιδεύονται. Πόσες ανούσιες κουβέντες κάνουμε, πόσες χαζομάρες λέμε και κάνουμε, μα την ουσία συχνά την χάνουμε, για χρόνια πολλές φορές, για μια ζωή μερικές άλλες.
     Θέλει θάρρος αλλά και σοφία να μιλάς κι άλλη τόση να σωπαίνεις. Όμως ο λόγος, κατά τη γνώμη μου, έχει πάντα λόγο να γίνεται, αρκεί φυσικά να υπάρχουν αφτιά να τον ακούσουν.
                                                Ο 'Aγγελος

     Τον περιμέναμε τον άγγελο. Εντούτοις, όταν έφτασε όλοι μας κοντανασάναμε, μας ήρθε ξαφνικό. Εμείς, τα παιδιά, σταματήσαμε να παίζουμε στην πλατεία και μπήκαμε στην αυλή του Αγγέλου. Ήταν φίλος μας. Πριν λίγο καιρό ακόμα έπαιρνε μέρος κι αυτός στα θορυβώδη παιχνίδια μας. Κρυφτήκαμε κάτω από το παράθυρο του φτωχικού σπιτιού. Λοξοκοιτάζαμε κρυφά, και, πράγμα ασύλληπτο για μας, κάναμε μια παράξενη ησυχία.
     Η μάνα είπε ένα αδύναμο «Μη!...» και τα μάτια της τα τόσο πονεμένα ξαναβούρκωσαν. Ο άγγελος χαμογέλασε με γλυκύτητα . «Πρέπει», είπε.
Η γυναίκα κατένευσε. «Λίγο ακόμα», παρακάλεσε. «Λίγο να τον ετοιμάσω, να τον πλύνω, να τον στολίσω...»  Στην πραγματικότητα δεν είπε τόσα πολλά. Μίλησε με τα μάτια.
     Ούτε ήταν ανάγκη να τον πλύνει, πιο καθαρό παιδί από τον 'Aγγελο δεν υπήρχε. Μάλιστα, ένα παράξενο πράμα, όσο αρρώσταινε τόσο πιο καθαρός μου φαινότανε. Σαν να γινόταν λίγο αόρατος σιγά-σιγά, τα χεράκια του φεγγίζανε, τα δάχτυλά του ήταν σχεδόν διάφανα. Και μοσχομύριζε. Δεν κάνω πλάκα, ευωδίαζε σα μύρο, αλλά όχι βαριά, απαλά κι αέρινα. Το ξέρω, γιατί είχα πάει επίσκεψη με τη γιαγιά μου. Η γιαγιά μου ήταν η μόνη στο χωριό που δε φορούσε τσεμπέρι. Επίσης η μόνη που δε κουτσομπόλευε με τις γειτόνισσες. Καθώς πηγαίναμε, ήταν πολύ στεναχωρημένη. Μου είπε να καθίσω ήσυχος, να μην κάνω φασαρία. Θίχτηκα, μου μιλούσε λες και ήμουν κανένας μικρός, λες και δεν πήγαινα ήδη πρώτη δημοτικού. Όταν πήγαμε κάτσαμε λίγο. Ήταν λίγο σα να ήμαστε στην εκκλησία, σκοτεινά και δροσερά και ήσυχα. Όταν φύγαμε, η γιαγιά μου είχε ξαστερώσει. Έκλαψε λίγο, μα μου είπε: «Αυτό το παιδί θα πάει στον Παράδεισο». Το είπε τόσο ωραία, που σχεδόν ζήλεψα, ήθελα κι εγώ να πάω στον Παράδεισο. Όμως, παραδόξως, δεν είπα τίποτα. Γιατί κι εγώ, χωρίς να έχει γίνει τίποτα συνταρακτικό, ένιωθα ωραία και ησυχασμένος, όπως όταν ήθελα να κοιμηθώ και με παίρνανε αγκαλιά. Βέβαια τώρα μεγάλωσα και βάρυνα, μα πιο μικρός σαν ήμουν μου το κάνανε το χατηράκι.
Ο άγγελος πάλι  κατένευσε. «Για λίγο» , σήμαινε το γνέψιμό του, όλοι το καταλάβαμε. Ξαφνικά ο πατέρας σηκώθηκε όρθιος. «Όχι!», είπε. Στύλωσε τα πόδια λίγο ανοιχτά, έσφιξε τις γροθιές του και κοίταξε τον άγγελο προκλητικά στα μάτια. «Όχι», είπε ξανά.  «Σαράντη...» ψιθύρισε παρακλητικά η γυναίκα. «Μη...» Ο άντρας γύρισε προς το μέρος της. «Μα Θεανώ θα μας τον πάρει! Κι αυτόν! Δεν γίνεται, όχι!» Έτρεμε σύγκορμος. Στράφηκε προς τον άγγελο: «Όχι ακόμα!» είπε προστακτικά. Ο άγγελος χαμογέλασε λυπημένα. «Πάρε μένα» είπε πάλι ο άντρας.
     Νομίζω ότι τον άγγελο τον βλέπαμε όλοι μας, αν και δεν είμαι σίγουρος. Δεν ξανάδα αγγέλους, αν και τότε μου φάνηκε απολύτως φυσιολογικό. Εγώ έβλεπα μια ωραία κοπέλα, κι όταν γεννήθηκε η κόρη μου, μου φάνηκε πως την ξανάδα. Η γυναίκα έβλεπε μια ψηλή ξανθιά φιγούρα του ελέους, με χρυσόλευκο χιτώνα  και φτερά, σχεδόν αδύνατον να την αντικρίσεις με το βλέμμα, αλλά την έβλεπες κι αφού έκλεινες τα μάτια σου. Ο άντρας όμως έβλεπε έναν αντίπαλο. Τα μούσκουλα του αγγέλου διαγράφονταν καθαρά κάτω από το χιτώνα , έτσι του φαινόταν εκείνου. Δεν θα τον άφηνε να του πάρει το στερνοπούλι του, όχι δίχως μάχη τουλάχιστον. «Αν πάρω σένα», εξήγησε υπομονετικά ο άγγελος, «θ' αφήσεις ορφανό αυτό το παιδί και χήρα τη γυναίκα. Μη του στερήσεις τη θέση που ήδη τον περιμένει. Έτσι κι αλλιώς, σε λίγο θα είσαστε μαζί»
     Ανατριχιάσαμε όλοι. Την εποχή εκείνη -αλλά ούτε και σήμερα τολμώ να πω- δεν καταλαβαίναμε τόσο τις έννοιες «τώρα», «ύστερα», «σε δέκα χρόνια, σε πενήντα, σ' εκατό» Αλλά βέβαια για τους αγγέλους η δική μας φθαρτή ζωή είναι απειροελάχιστη, σταγόνα στον ωκεανό.
     Ο άντρας κοίταξε τη γυναίκα. Θυμήθηκε όλους τους αγώνες της, τις δύσκολες εγκυμοσύνες της , τις αποβολές της, τη βαθιά μα ανείπωτη λαχτάρα της, τη γέννα της όπου κόντεψε να πεθάνει η ίδια. Και τώρα αυτό... του φαινόταν ασύλληπτη αδικία, δε τη χωρούσε ο νους του. Κοίταξε το παιδί. Ήταν σα να μην ήτανε του κόσμου τούτου, του φάνηκε κιόλας ότι φωτιζόταν το προσωπάκι του... «Σαν άγγελος», συλλογίστηκε κι ανατρίχιασε ολόκληρος. Ξανακοίταξε τον άγγελο. Μετά ξανά τη γυναίκα. Ήταν σαν χυμένη η μορφή της, μα του έκανε σιωπηλά νόημα. Έσκυψε το κεφάλι, κρέμασε.
     Ύστερα έγινε κάτι που δεν μπορώ να περιγράψω. Ο άγγελος έσκυψε και φίλησε απαλά το παιδί στο μέτωπο. Ύστερα έτεινε το χέρι, Σαν να τους ευλόγησε. Φως και ουράνια μουσική. Μπορεί και να τα φαντάστηκα. Δε θυμάμαι πώς πήγα σπίτι εκείνο το βράδυ.
     Την άλλη μέρα μαθεύτηκε στο χωριό ότι πέθανε ο 'Αγγελος. Εμείς τα παιδιά ήμασταν ασυνήθιστα σιωπηλά κι ήσυχα, μα λόγω της ημέρας κανείς δεν το πρόσεξε, θα το θεώρησαν φυσικό. Οι γονείς ήταν ήσυχοι, σα να 'χε περάσει κάτι άγιο από τις μορφές τους και τις είχε εξαϋλώσει. Ύστερα το σχολείο τελείωσε και πήγαμε διακοπές στο χωριό των θείων μας που μας φιλοξενούσαν κάθε χρόνο. Αργήσαμε να επιστρέψουμε, οι γονείς μου είχαν κάτι δουλειές που μας καθυστέρησαν. Όταν τελικά γυρίσαμε το σχολείο είχε αρχίσει, και η μάνα του Αγγέλου είχε ήδη πεθάνει. «Δεν άντεξε η κακομοίρα», μας είπε η γιαγιά. Φορούσε μαύρα. Δεν παραξενεύτηκα. Ο πατέρας άντεξε λίγα χρόνια ακόμα, μα ήταν η σκιά του εαυτού του.
     Σπάνια ξαναπαίξαμε στη γειτονιά του Αγγέλου. Μα κάθε φορά, μύριζα κείνο το άρωμα κι ήταν σα να είσαι σ' εκκλησία, δροσερά, σιωπηλά και παρήγορα.

                               Η Μάγισσα της Ίσκας

     Η δράση φέρνει αντίδραση. Γνωστό και μη εξαιρετέο. Αλλά κι η μη δράση φέρνει αντίδραση, όπως και μη αντίδραση. Όλα τα τα χωράει αυτή η γκλάβα, είμαστε πια τόσο προωθημένοι μερικοί του αιώνα που έφυγε...

     Όποιος χώμα τρώει, λάσπη φτύνει... μόνο που οι γνώμες διίστανται αν αυτό είναι θετικό ή όχι...
     Ο Πρωτομάστορας έφτυσε στις παλάμες Του, έπλασε από λάσπη τ' ανθρωπάκια του και μετά κατ΄αλλους τα φύσηξε για να τους δώσει πνοή, κατ' άλλους, βλάσφημους, τα έφτυσε είτε για να μην τα ματιάσει είτε από άλλη πρόθεση ορμώμενος. 'Aγνωστο παραμένει αν ακόμα δίνει συγχαρητήρια στον Εαυτό του ή κάτι άλλο.
     Αν είχα μεγαλώσει σε παρθεναγωγείο τέτοιες αμαρτωλές σκέψεις θα με βασάνιζαν σε βαθμό να έχω ανάγκη να τιμωρήσω σκληρά τον εαυτό μου. Αν δεν είχα μεγαλώσει εν μέρει σε παρθεναγωγείο τέτοιες σκέψεις ούτε που θα μου περνούσαν ποτέ από το νου. Μα θα έχανα σε ένταση και πλούτο συναισθημάτων πιστεύω
.

     Κάποτε μια γυναίκα ήταν εξαιρετική μαγείρισσα, γι' αυτό ξακουστή και περιζήτητη όταν γινόταν τραπέζι σπίτι της. Όμως περισσότερο απ' όλα φημιζόταν για το ψωμί της.
     Μια μέρα μια νεαρή γυναίκα παραφύλαξε στο μαγειριό όπου κλεινόταν η μαγείρισσα να δει ποιο είναι το μυστικό της τόσης νοστιμιάς. Ο λόγος ήταν ότι ήθελε να κερδίσει ξανά τον άντρα της που είχε ξεμυαλιστεί από τα θέλγητρα της μαγείρισσας και όπου και να βρισκόταν άλλο δεν έκανε από το να επαινεί το ψωμί της. Με κατάπληξη και ολίγη αηδία διαπίστωσε ότι η μεγαλύτερη γυναίκα μάζεψε το σάλιο της κι έριξε μια γερή φτυσιά στη ζύμη της. Στη συνέχεια και κατά τη διάρκεια του ζυμώματος το επανέλαβε μερικές φορές, αλλά πιο απαλά και χτυπώντας ελαφρά τη ζύμη μέχρι να έρθει να γίνει λείο ζυμαράκι.
     Μετά την πρώτη έκπληξη κι αποστροφή η νεαρή παρακολουθούσε με μεγαλύτερο ενδιαφέρον και κατέγραφε τα πάντα σχολαστικά στο νου της. Όταν η μεγαλύτερη γυναίκα, αφού σκέπασε κανονικά το ζυμάρι της και το άφησε κοντά στη φωτά σκεπασμένο να ανεβεί έφυγε από το μαγειριό της, η νεαρότερη βγήκε στα μουλωχτά  από την κρυψώνα της όπου είχε πιαστεί τόσην ώρα. Προσεχτικά πλησίασε στην πήλινη γαβάθα και οσμίστηκε το ζυμάρι: μοσχοβολούσε ήδη το άτιμο!
     "Μα τί τρώει άραγε αυτή η γυναίκα;" αναρωτήθηκε. Γιατί στο νου της είχε ήδη αρχίσει να σκέφτεται διάφορους συνδιασμούς διατροφής, που ενδεχομένως έδινε αυτό το εξαιρετικό άρωμα στο τελικά αποτέλεσμα  Δεν τόλμησε να το αγγίξει, ήδη το δέος της παραήταν μεγάλο κι εξάλλου δεν ήταν στ' αλήθεια κακός άνθρωπος, δεν ήθελε να χαλάσει τον κόπο της άλλης.
     Επέστρεψε σπίτι της σκεφτική, μα δεν είπε λέξη σε κανένα. 'Αρχισε όμως να επιδίδεται στην πρακτική αυτή. Την πρώτη φορά δε φάνηκε να προσέχει κανείς τίποτα, από το ψωμί όμως που έφτιαξε η ίδια δεν έμεινε ούτε ψιχουλάκι, έγινε ανάρπαστο! Ευχαριστημένη άρχισε να πειραματίζεται και σε λίγο διαπίστωσε ότι ανάλογα το τι είχε βάλλει στο στόμα της πριν, το ζυμάρι της έπαιρνε εκπληκτικές μυρωδιές και το ψωμί της είχε την ιδιότητα να ευφραίνει και να παρηγορεί. Ενθουσιασμένη αλλά και περίφοβη, άρχισε να προσέχει να μην ζυμώνει άμα η ίδια ήταν άρρωστη ή δυστυχισμένη, γιατί τότε το ψωμί της γινόταν πικρό κι όποιος το' τρωγε αρρώσταινε.
     Μα το εκπληκτικότερο απ' όλα, αυτό που έκανε τη δική της καρδιά να πετά και το κορμί της να πάλλεται ήταν ότι ο άντρας της δεν είχε μάτια γι' άλλη και μάλιστα όλο και παράταγε το καφενείο για να είναι κοντά της όσο πιο πολύ γινόταν.
     Μια μέρα, καθώς πήγαινε προς την εκκλησία του χωριού είδε από απέναντι την άλλη γυναίκα, τη μαγείρισσα, να έρχεται. Όταν διασταυρώθηκαν τα βήματά τους, η άλλη της χαμογέλασε και σα να της έκλεισε το μάτι αδιόρατα. Η νεότερη τότε ένιωσε μια μεγάλη ανακούφιση. Κατάλαβε ότι η άλλη γυναίκα ήξερε το μυστικό της, ενδεχομένως μάλιστα να την είχε πάρει είδηση όταν εκείνη είχε παραφυλάξει, αλλά ότι δε θα έλεγε κουβέντα σε κανένα. Για πρώτη φορά μετά από μήνες ένιωσε λιγάκι να χαλαρώνει. Χάιδεψε ελαφρά την κοιλίτσα της που είχε αρχίσει ήδη να φουσκώνει κι αυτή σα ζυμαράκι, χαμογέλασε και συνέχισε το δρόμο της ανάλαφρα...
     Σε λίγους μήνες θα είχε να ετοιμάσει κάτι καλύτερο ακόμα για τον άντρα της...

                                       Παλιότερα ποιήματα της Ίδιας, ---> Εδώ

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers