Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Διαδικτύου 

Νίκη: Μικρά Μεγάλα Κομμάτια...

 

                                              Νυφικώ

 

6 Δεκέμβρη του 1959

 

     O παπά Κωσταντής έπρεπε ν' αρχίσει από νωρίς να επισκέπτεται τους Νικόληδες αν ήθελε να τους προλάβει όλους. Φόρεσε τα ράσα του, τα ειδικά ραμμένα από την παπαδιά, τα οποία αποκλειστικά φορούσε όταν επρόκειτο να πάει να χαιρετήσει στην ονομαστική τους γιορτή, τους συγγενείς του -που δεν ήταν και λίγοι- αλλά και όλους τους ενορίτες του και ξεκίνησε.

     Δεν παρέλειπε ποτέ κανέναν. Ήταν οργανωμένος ο παπα Κωσταντής. Είχε το τεφτεράκι του, που τους είχε όλους σημειωμένους με όνομα και ημερομηνία γέννησης, κι αν καμιά φορά ξεχνούσε κάποια  γιορτή, είχε ευτυχώς την παπαδιά του, που του την υπενθύμιζε. Στον τομέα αυτό ο ένας συμπλήρωνε τον άλλον με απόλυτη επιτυχία -είχαν το λόγο τους- με αποτέλεσμα να μην υπάρχει στο χωριό κάτοικος που να είχε ποτέ παραπονεθεί πως τον ξέχασε ο παπά Κωσταντής τη μέρα της γιορτής του.

     Υπήρχε όμως κι η Νυφικώ, που έβλεπε με μισό μάτι την ανελλιπή παρουσία του σε κάθε γιορτή -και πολύ καλά έκανε δηλαδή- κι έδινε τη δικιά της εξήγηση στη δραστηριότητά του αυτή, που καθόλου κολακευτική δεν ήταν για κείνον και βέβαια, πέρα για πέρα αληθινή. Έλεγε λοιπόν, πως ο μοναδικός λόγος που τιμούσε με τόση συνέπεια τους πιστούς της ενορίας του, ήταν το κουραμπιεδάκι, το τόσο σπάνιο τα χρόνια εκείνα, το μελομακαρονάκι παρομοίως ή το γλυκάκι του κουταλιού που τον κερνούσαν σε κάθε σπίτι που πέρναγε να πει τα χρόνια του πολλά. Εκείνο δε που τη θύμωνε και την έβγαζε έξω απ' τα ρούχα της ήταν που δεν του 'φταναν όλα όσα ο ίδιος έτρωγε αλλά στο φεύγα του από το κάθε σπίτι, και λίγο πριν ανοίξει την πόρτα απευθυνόμενος στον νοικοκύρη του 'λεγε μ' ένα αφοπλιστικό χαμόγελο: "Κι η παπαδιά; Το γλυκάκι της παπαδιάς;" Τι να κάνει κι ο νοικοκύρης; Κοτζάμ παπάς άνθρωπος ήταν, εκπρόσωπος του Θεού ήταν, δε γινόταν να του αρνηθεί. Του 'δινε λοιπόν το γλυκάκι του κι εκείνος μονομιάς το 'βαζε στην τσέπη του ράσου, που η παπαδιά είχε φροντίσει να έχει τόσο βάθος και φάρδος ώστε να χωράει τουλάχιστον τριάντα κουραμπιεδάκια και μελομακαρονάκια και γεμάτος ευχαρίστηση συνέχιζε το δρόμο του για το επόμενο σπίτι με Νικόλα, Γιώργο, Κώστα και πάει λέγοντας.

     Από τα χέρια πάντως της για πολλούς εκνευριστικής και για λίγους αξιαγάπητης Νυφικώς δεν είχε πάρει ποτέ γλυκάκι για την παπαδιά του αλλά ούτε και για τον εαυτό του. Φοβόταν βλέπετε μην του κάτσει στο λαιμό, αφού είχαν πέσει στ' αυτιά του οι κατηγόριες της. Κάθε φορά που την επισκεπτόταν για να τιμήσει με την παρουσία του το σπιτικό της, καθόταν πάρα πολύ λίγο κι ύστερα από μερικές τυπικές κουβέντες σηκωνόταν να φύγει σαν να τον κυνηγάγανε. Η Νυφικώ, όχι πως ήταν αφιλόξενη ή τσιγκούνα αλλά σιχαινόταν τόσο πολύ τούτες τις προμελετημένες γιορτινές του εξορμήσεις, το πασαλειμμένο με ζάχαρη άχνη ράσο του, την επιτηδευμένη του ευγένεια, γι' αυτό ουδέποτε τον πίεσε να δεχτεί το κέρασμά της και βέβαια ουδέποτε το μετάνιωσε.

   Μια χαρά είχε πάει κι απόψε η γύρα στους Νικόληδες. Μμμμμ ωραίο όνομα το Νικόλας! Τίγκα στο γλυκό η τσέπη του ράσου!

 

Ο μήνας Μάρτης κι η μέρα ψυχοσάββατο του 1960

     Η εκκλησιά του χωριού γεμάτη από πιστούς. Ο καθένας απ' το υστέρημά του είχε προσφέρει απόψε, ό,τι του ήταν μπορετό. Κόλυβα και λειτουργιές, να μοιραστούν στον κόσμο, για εν ακόμα "γεια" σε κείνους που έφυγαν, για μιαν ακόμα θύμηση.     

     Κομμένες σε λεπτές φέτες οι λειτουργιές έφτασαν για όλους και μάλιστα  περίσσεψαν γύρω στις εβδομήντα, που με εντολή του παπά Κωσταντή  μπήκαν σε  τσουβάλια, που το καθένα χώραγε μέσα τέσσερις απ' αυτές, μιάμιση οκά περίπου η μία. Οργανωμένος κι εδώ ο παπα Κωσταντής! Είχε προβλέψει. Με τα τσουβαλάκια υπό μάλης είχε καταφτάσει στην εκκλησιά. Ε! μέρα που 'τανε χωρίς τσουβαλάκια δε γινότανε. Η εμπειρία βλέπετε. Περιττό βέβαια να πούμε, ότι εξαιτίας του παπά, οι ψυχές των νεκρών της Νυφικώς δεν είδαν και δεν επρόκειτο να δουν λειτουργιά απ' τα δικά της τα χεράκια, στον αιώνα τον άπαντα. Ήταν σίγουρη όμως πως θα έδειχναν κατανόηση. Θα τους εξηγούσε όταν θα βρισκόταν κάποια στιγμή κοντά τους. Θα τους τα έλεγε όλα, όλα όσα δεν είχε μπορέσει να τους πει πάνω στη γη κι όχι μόνο για τον παπά. Ίσως μόνο πεθαμένη θα μπορούσε να ξαλαφρώσει την καρδιά της, γιατί ζωντανή ήταν μάλλον απίθανο.


  
Από τ' αυτί τον τράβαγε τον Μπουρδούμπα η μάνα του για να τον πάει στην εκκλησιά. Ήξερε όμως εκείνος τι τον περίμενε γι' αυτό δεν ήθελε να πάει. Και πέρσι και πρόπερσι το ίδιο είχε γίνει. Τον φώναζε ο παπάς και σαν να του 'κανε μάλιστα και χάρη που τον είχε διαλέξει, του 'λεγε να κουβαλήσει μαζί με δυο φίλους του τα τσουβάλια στο σπίτι του, στο σπίτι του παπά δηλαδή. Και να 'ταν και κοντά, πάει στο καλό. Μα ήταν στην άκρη του χωριού κι ο δρόμος ήταν ανηφορικός και δύσβατος κι ούτε μια λειτουργιά στον καθένα δεν έδινε. Δυο τους είχε δώσει την τελευταία φορά, να τη μοιραστούνε τρεις. Εκείνος, ο Δημήτρης κι ο Λαίμαργος Σπουργίτης. Ας τα κουβάλαγε μόνος του λοιπόν φέτος ή ας έβρισκε άλλους να τους υποχρεώσει επειδή  τους διάλεξε για κουβαλητές του. Εκείνος δεν ήθελε, παρ' όλη την πείνα του.

     Αμ έλα που η μάνα του ήθελε όμως!

     Βρε έπεσε στα γόνατα, την παρακάλεσε, μετά άρχισε να βογκάει, ότι τάχαμου-τάχαμου τον πονάει το δεξί του το νεφρί, μα δε χαμπάριαζε τίποτα η κυρ' Ανθούλα. Απ' τ' αυτί και στην εκκλησιά τον πήγε. "Δε λένε όχι στον αντιπρόσωπο του Θεού" του είπε.

-Τι θα πει αντιπρόσωπος μάνα;

-Αντιπρόσωπος πάει να πει εκείνος που βρίσκεται στο ποδάρι του Θεού εδώ κάτω στη γη.

-Και πώς γίνεται κανείς αντιπρόσωπος; Εγώ μπορώ να γίνω;

-Αμέ, πώς δεν μπορείς. Αμα μεγαλώσεις κι είσαι  καλός άνθρωπος, κι αγαπάς το Θεό...

-Μόνο το Θεό; Τους ανθρώπους όχι;

-Και τους ανθρώπους

-Δηλαδή εμένα ο παπα Κωσταντής μ' αγαπάει;

-Και βέβαια σ' αγαπάει.

     Πήρε φόρα ο Μπουρδούμπας.

-Και γιατί τότε ρε μάνα με παιδεύει; Γιατί με βάνει κάθε χρόνο να του κουβαλάω τις λειτουργιές και δε μου δίνει ούτε καν μια ολόκληρη; Γιατί δεν τις δίνει στα παιδιά που πεινάνε, παρά του τις κουβαλάμε σπίτι του και τις ταΐζει στα πουλερικά του; Σχωρνάνε μάνα τις ψυχές τα πουλερικά; 'Ασε που μετά σας τα χρυσοπουλάει κι αυτά. 'Ασε που και τα κουραμπιεδάκια τα πουλερικά του τα τρώνε. Ο Θεός δηλαδή του τα λέει να τα κάνει όλα τούτα;

   Η μάνα του σταυροκοπήθηκε όταν με δυσκολία  κατάφερε να κλείσει το στόμα της από την έκπληξη που της προκάλεσαν τα λόγια του γιου της. Το 'ξερε πως δεν τον χώνευε τον παπά Κωσταντή και το 'ξερε πως τα μυαλά αυτουνού του παιδιού πήγαιναν μερικά χρόνια λάθος, το 'ξερε πως είχε και δίκιο αλλά να φτάσει να μιλάει κι έτσι; Εντάξει ο παπάς δεν ήταν κι ο καλύτερος -όλοι ξέρανε που κατέληγαν τα κουραμπιεδάκια κι οι λειτουργιές- αλλά όπως και να το κάνουμε άνθρωπος της Εκκλησίας ήταν κι ένα σεβασμό του τον οφείλανε όλοι. Δε θα του επέτρεπε λοιπόν να μιλάει έτσι.

-Ναι διαβολεμένο παιδί, ο  Θεός του τα λέει να τα κάνει, και σένα δε σου πέφτει λόγος.

     Και με τούτα τα λόγια του αστράφτει έναν μπάτσο που είδε τον ουρανό με τ' άστρα ο Μπουρδούμπας. Θεό δεν είδε μόνο. Κι έτσι εκείνη τη στιγμή τ' αποφάσισε -είχε κι άλλα μαζεμένα βέβαια- πως καμιά εμπιστοσύνη δε θα είχε πια ούτε στον παπά, ούτε στο Θεό του παπά, ούτε στη μάνα του. Θα 'κανε το δικό του κουμάντο από δω και μπρος κι ας κάνανε κι εκείνοι το δικό τους. Θα 'κανε και φέτος, ό,τι του 'πε η μάνα του αλλά όχι ακριβώς.

     Να τον λοιπόν με τα φιλαράκια του να κουβαλάει όπως συνήθως τα τσουβάλια  και να βρίζει. Την ατυχία του και όλους τους επί γης αντιπροσώπους του Θεού και τους ψαλτάδες και τους επιτρόπους, γιατί κι οι επίτροποι το 'παιρναν το μερτικό τους κι οι ψαλτάδες κι εκείνοι μες στο κόλπο ήταν. Εμ βέβαια, αντιπρόσωπος ο παπάς, συνεργάτες οι άλλοι.

     Ίσα μ' έξι φορές πήγανε κι ήρθανε μες στη νύχτα  Γιατί έτσι έπρεπε. Να 'ναι νύχτα. Να μη δώσουν στόχο τη μέρα, να μη σκανδαλίσουν. Τα πρόσεχε αυτά ο παπάς.

     Ξεφόρτωσαν αποκαμωμένοι και τα τελευταία τσουβάλια στο υπόγειο του σπιτιού του. Τους έδωσε δυο λειτουργιές ως συνήθως να τις μοιραστούν. Καμιά αύξηση ούτε  και φέτος. Και να πεις ότι η αντιπροσωπεία δεν πήγαινε καλά; Κάθε άλλο. Δεκαεφτά τσουβάλια πέρσι, δεκαοχτώ φέτος. Και έξοδα; Μηδαμινά.

     Μόλις τους έδωσε την αμοιβή τους, τους πρότεινε και το χέρι να του το φιλήσουν, όπως όταν μοίραζε το αντίδωρο στην εκκλησιά. Πάντα σιχαινόταν αυτή την κίνηση των παπάδων ο Μπουρδούμπας. Στάθηκε δισταχτικός για μια στιγμή μπροστά στο προτεινόμενο χέρι. Έσκυψε να το φιλήσει. Πριν το κάνει όμως στύλωσε για μια στιγμή τα μάτια του στον παπά και τον κοίταξε όπως κανείς μέχρι τώρα δεν είχε κάνει. Με περιφρόνηση, με μια σιωπηλή διαμαρτυρία, με συγκρατημένη αγανάχτηση. Φίλησε το χέρι του. Βγήκε έξω κι έφτυσε

     Πήραν το δρόμο για τα σπίτια τους αφού μοίρασαν τις λειτουργιές όσο πιο δίκαια μπορούσαν. Ο καθένας το μερτικό του. Αύριο θα το μοιράζονταν με τ' αδέρφια τους. Οι δυο όμως μόνο, όχι ο  Μπουρδούμπας. Εκείνος είχε άλλα σχέδια. Έβαλε το μερτικό του κάτω στο χώμα. Ξεκούμπωσε τα κουμπιά του παντελονιού του. Έβγαλε το πουλί του έξω. Σημάδεψε κέντρο. Ξαλαφρωμένος ξεκίνησε να κάνει ό,τι είχε αποφασίσει.

 

     Ανέμιζε η φουστάνα του παπά  καθώς βάδιζε γρήγορα-γρήγορα και νευρικά στον κεντρικό δρόμο του χωριού. Ο κότσος του  πιασμένος πρόχειρα πίσω στο σβέρκο ήταν έτοιμος να λυθεί. Το μάτι του αγριεμένο και το γένι του αναχεντρωμένο.

Δρασκέλισε με μεγάλα βήματα το κατώφλι της Αστυνομίας και μπήκε φορτσάτος στο γραφείο του αστυνόμου. 'Αρχισε να φωνάζει:

-Οι κλέφτες, οι λωποδύτες, οι αθεόφοβοι!

-Σιγά παπά μου θα πάθεις τίποτα, του 'πε ο αστυνόμος κοιτάζοντάς τον μ' έκπληξη.

-Να τα κλείσεις  φυλακή τα παλιόπαιδα. Τόλμησαν κι έκλεψαν τον οίκο του Θεού. Και λέγοντας αυτά τα λόγια ο παπάς, του λύνεται ο κότσος. Πέσανε κάτω κι οι φουρκέτες. Ένας κούκλος ήτανε τρομάρα του με λυμένο το μαλλί κι αγριεμένο το μάτι. Αλλά βέβαια ο άνθρωπος ή μάλλον ο αντιπρόσωπος του Θεού και όχι απλός άνθρωπος, διεκδικούσε το δίκιο του, και είχε κάθε δικαίωμα να έχει βγει έξω απ’τα ράσα του. Χμ... Αλλά  είχε το δικαίωμα; Είχε το δίκιο;

     Μ' έντονες χειρονομίες και θυμωμένες λέξεις εξήγησε στον αστυνόμο πως του έλειπε ένα σακί με λειτουργιές και πως κατά πάσα πιθανότητα του τις είχαν κλέψει τα τρία παλιόπαιδα που τις κουβάλησαν χτες βράδυ σπίτι του (κάτι είχε υποψιαστεί απ' το βλέμμα που του 'χε ρίξει ο Μπουρδούμπας). Ο αστυνόμος αφού του 'κανε διάφορες ερωτήσεις και κατάλαβε περίπου τι είχε συμβεί, του 'πε να δώσει τόπο στην οργή και πως παιδιά ήτανε και να μη δίνει τόση σημασία πια! Ήταν τούτο, το γλυκό και λογικό πρόσωπο της εξουσίας, που προσπαθούσε να δώσει λύση χωρίς να πάρει μεγάλη έκταση το θέμα. Ποιος είχε όρεξη τώρα ν' ασχολείται με τις λειτουργιές του παπά; Ο παπάς όμως ήταν ανένδοτος. Ήθελε την παραδειγματική τους τιμωρία. Φοβόταν βλέπετε πως αν άφηνε ατιμώρητη μια τέτοια συμπεριφορά αυτό θα σήμαινε  αμφισβήτηση της εξουσίας του σαν αντιπροσώπου του Θεού πάνω στη γη και βέβαια, με όλες τις συνέπειες που αυτό θα συνεπαγόταν.

     Ο αστυνόμος μπροστά στην επιμονή του δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά κι έτσι έστειλε αμέσως ένα όργανο της τάξης να φέρει στο τμήμα τα τρία παιδιά. Οι μανάδες τους ίσα που δεν πάθανε συγκοπή μόλις ακούσανε τα καθέκαστα. Μια και δυο πήρανε στο κατόπι το όργανο και τους μικρούς. Μπρος εκείνοι, πίσω αυτές.

     Μόλις είδαν τον παπά πέσανε τα μούτρα τους. Δεν ήξεραν που να κρύψουν την ντροπή τους. Δεν τους πέρασε ούτε στιγμή απ' το μυαλό να υπερασπίσουν τα παιδιά τους. Κοτζάμ άνθρωπος του Θεού βλέπετε ήταν.

     Τα έβαλαν και τα τρία στη σειρά. Ο αστυνόμος πήρε ύφος.

-Ο παπα Κωσταντής σας κατηγορεί ότι του κλέψατε ένα σακί με λειτουργιές.

-Δεν του τις κλέψαμε γιατί δεν ήταν δικές του.

     Τα 'πε αυτά  τα λόγια ο Μπουρδούμπας κι είχε ένα φόβο στην καρδιά. Τον ίδιο φόβο που είχε όταν αποφάσισε να πάρει τις λειτουργιές, όμως δεν είχε καμιά αμφιβολία πως ο παπάς είχε άδικο, πως κορόιδευε Θεό κι ανθρώπους και γι' αυτό περιόρισε το φόβο του και δεν τον άφησε να επεκταθεί παραπέρα, κι όταν πρόφερε τα παραπάνω λόγια, τίποτα στο βλέμμα του δεν φανέρωνε τι κρυβόταν στην καρδιά του.

   Δεν ήταν τόσο αυτό που είπε αλλά πιο πολύ ο τρόπος που το είπε, που διαόλισε παπά κι αστυνόμο. Μια σταλιά σίχαμα, έντεκα χρονών παιδί και να μη φοβάται τίποτα. Αντί να νιώσει τη σοβαρότητα αυτού που είχε κάνει, είχε το θράσος να αντιλέγει και να προκαλεί με το ύφος του κιόλας. Ο Δημήτρης βέβαια και ο Λαίμαργος Σπουργίτης άχνα δε βγάζανε γιατί ήξεραν τη ματσακουλιά που 'χε κάνει ο Μπουρδούμπας, αφού είχε δώσει και σ' αυτούς  αλλά και σ' άλλα παιδιά της γειτονιάς από τις εν λόγω λειτουργιές και φοβόντουσαν μην πουν τίποτα που θα 'ταν σε βάρος τους. Ακολούθησαν λοιπόν το ρητό που λέει πως «η σιωπή είναι χρυσός» κι άφησαν εκείνον να μιλάει.

-Και ποιανού ήταν;  ρώτησε ο αστυνόμος.

-Ήταν του κόσμου και θα μοιράζονταν για να συγχωρεθούν οι ψυχές.

-Ναι αλλά ρωτήσατε για να τις πάρετε;

-Γιατί; Ο παπάς ρώτησε τον κόσμο για να τις πάρει;

     Καμπανάκια άρχισαν ξαφνικά να χτυπάνε στ' αφτιά του παπά Κωσταντή.

     Ντιν ντον ντιν ντον! Κίνδυνος! Κίνδυνος!

     Ένα παιδί διεκδικούσε το δίκιο του. Μια δύναμη ζωής καινούργια ήταν και παράταιρη, που αμφισβητούσε τα καθιερωμένα.

     Ντιν ντον ντιν ντον!

     Κι αν αύριο γίνονταν δυο τα παιδιά; Κι ύστερα τρία; Κι αν ο πόθος τούτος της αντίστασης ήταν ικανός να θεριέψει και να ξεσκεπάσει τα ελαττώματα μιας κοινωνίας ανεκτικής, που από φόβο για το Θείο και για να μπορεί να κοιμάται ήσυχη εδώ κάτω στη γη, είχε καταφέρει και τα είχε περάσει  από τη μια γενιά στην άλλη της σαν πατροπαράδοτα ήθη και έθιμα, σαν αυτονόητα, σαν αναπόσπαστο κομμάτι της; Αν αυτό γινόταν τότε χαιρετίσματα στις λειτουργιές, χαιρετίσματα στα κέρδη από ευχέλαια, μνημόσυνα, αγιασμούς, κηδείες και άλλες εκδηλώσεις των πιστών. Μύρισε κίνδυνος, μεγάλος για την αντιπροσωπεία!

     Ο ήχος από τα καμπανάκια άρχισε να μεγαλώνει και να τρυπάει τ' αυτιά του παπά Κωσταντή. Τα μάτια του είχαν πεταχτεί έξω και κοίταζαν τον Μπουρδούμπα σα να   'βλεπαν φάντασμα. Προσπαθούσε να κατανοήσει την ασυνήθιστη συμπεριφορά του, το θάρρος του, το θράσος του. Δεν τα κατάφερνε. Και τότε, αφού η λογική δεν μπόρεσε να λειτουργήσει, λειτούργησε το ένστικτο της άμυνας, αυτής  που αναπτύσσεται μπροστά σε μια μεγάλη απειλή και το χέρι του σηκώθηκε απότομα, αποφασιστικά και μ' όλη του τη δύναμη κατέβηκε στο πρόσωπο του Μπουρδούμπα. Να τον μικρύνει, να λιγοστέψει, να χαθεί, να τον αφήσει στην ησυχία του. Σαν να την  περίμενε τούτη την αντίδραση ο μικρός όμως κι είχε λάβει τα μέτρα του. Είχε ανοίξει και στυλώσει τα πόδια του γερά στη γη, είχε σφίξει τα χέρια του σε γροθιές κι έτσι παρόλο που θα 'πρεπε να 'χει κλονιστεί με τη δύναμη που δέχτηκε πάνω του το χέρι του παπά, εντούτοις μόνο το πρόσωπό του γύρισε στο πλάι με το χαστούκι που έφαγε. Κι είδε πάλι αστεράκια. Δεύτερη φορά για το χατίρι του Θεού τους και μάλιστα όχι απ' όποιο κι όποιο χέρι αλλά από χέρι αντιπροσώπου του. Θεό όμως ούτε αυτή τη φορά  είδε. Κάποιος έπρεπε να  πει επιτέλους  στη μάνα του και στον παπά, πως ο Μεγάλος δε φανερώνεται με χαστούκια.

     Ο χρόνος σταμάτησε.  Για λίγο. Χμ... αφού έτσι κι αλλιώς όλα για λίγο είναι.

Αλλά τώρα σταμάτησε ειδικά για τον Μπουρδούμπα. Να τον αφήσει να σκεφτεί. 

Για λίγο, για πολύ λίγο λοιπόν και τρίβοντας το πονεμένο του μάγουλο σκέφτηκε πως ο παπάς πίστευε ειλικρινά  πως ήταν υποχρέωσή του να υπερασπίσει το Θεό του με κάθε τρόπο. Πως η αντίδρασή του προερχόταν από μια βαθιά ανάγκη να σώσει τις παραδόσεις και τους παραστρατημένους πιστούς και η συμπεριφορά απέναντί του ήταν μια λάθος προσπάθεια αλλά προσπάθεια όμως, να καθοδηγήσει και τον ίδιο έστω και με τη βία στο δρόμο το σωστό, στο δρόμο της αλήθειας, με τη μέθοδο του χαστουκιού. Ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε να σκεφτεί για κείνον. Δε φτούρησε όμως καθόλου η σκέψη αυτή. Πολύ-πολύ γρήγορα κατέληξε και πάλι στο πρώτο του συμπέρασμα, πως ο παπάς δηλαδή απλά τους κορόιδευε όλους για δικό του προσωπικό όφελος κι όχι μόνο εκείνους αλλά και το Θεό του και τον εαυτό του. 'Αμα μεγάλωνε αποκλείεται να γινόταν αντιπρόσωπος. Πάει και τέλειωσε! Χμ... Ίσως όμως  και να γινόταν αντιπρόσωπος τελικά αλλά ενός άλλου Θεού κι αν δεν του άρεσε κανένας απ' αυτούς που υπήρχαν, θα 'φτιαχνε ένα δικό του.

     Ούτε κι αστυνόμος όμως θα 'θελε να γίνει. Τον κοίταξε που στεκόταν εκεί απέναντί του. Το αυταρχικό του πρόσωπο, η επίγνωση της εξουσίας που κατείχε, τον έκαναν αντιπαθητικό. Ύστερα είδε τη μάνα του. Σκυφτή, χλωμή και φοβισμένη. Δεν είχε ούτε ένα λόγο να πει, ούτε μια κίνηση να κάνει για να προστατέψει το παιδί της απ' την οργή του παπά. Μόνο σαν έσμιγε με τις φιλενάδες της, δεν έβαζε γλώσσα μέσα της. Ούτε σαν τη μάνα του ήθελε να γίνει άμα θα μεγάλωνε!

     Κι έτσι, ενώ περίμενε κάποιος ζωντανός να κουνηθεί και συνεχίζοντας να τρίβει το πονεμένο του μάγουλο, άρχισε να σκέφτεται κείνη τη στιγμή ποιανού άλλου θα 'θελε να μοιάσει.

     Μόνο, σ' έναν κόσμο παράλογο, ένα παιδί κυνηγημένο στο λίγο δανεικό χρόνο του, αναρωτιέται κι αναζητά ανάμεσα σε γνωστούς κάποιον να βρει, κάπου να ρίξει την ελπίδα του. Τους πήρε όλους όσους ήξερε με τη σειρά. Με μια λαχτάρα που ξεκίναγε από μέσα του βαθιά κι ελπίζοντας πως έστω κι έναν να 'βρισκε, θα μπορούσε τότε να κατορθώσει τα πάντα. Προσπαθούσε να τον μαντέψει τούτον τον έναν, να τον αισθανθεί, ν' ανεβάσει τη ζωή ψηλά σε τούτη την αβοήθητη, μικρή του ηλικία.

Παρέλασαν μπρος στα μάτια του όλοι οι υποψήφιοι ήρωες -γιατί έναν ήρωα στην ουσία αναζητούσε, κάποιον ξεχωριστό, που να χει φτερά να πετά στον ουρανό και να 'ναι μόνιμος κάτοικος του χωριού του, του μικρού γνωστού του κόσμου.

     Τζίφος όμως. Κανείς για να του μοιάσει. Όλοι περίπου ίδιοι. Εκτός...

-Νυφικώ, είπε φωναχτά και τα μάτια του έλαμψαν καθώς την είδε να στέκεται στην πόρτα της Αστυνομίας κι ο λίγος δανεικός χρόνος του τέλειωσε εκεί, με κείνο τ' όνομα στα χείλη του.

     Έκανε πέντε βήματα με τα χέρια στη μέση και με ύφος ανθρώπου που δε σηκώνει αντίρρηση, άρπαξε στην κυριολεξία τον Μπουρδούμπα απ' το χέρι κι αφού κοίταξε παπά κι αστυνόμο μ' άγριο βλέμμα, σαν να τους έλεγε «όποιος τολμάει ας μ' εμποδίσει» τον τράβηξε  ξοπίσω της, χωρίς κουβέντα καμιά. Σβέλτα και χωρίς πολλή σκέψη τους ακολούθησαν ο Δημήτρης κι ο Λαίμαργος Σπουργίτης.

    'Αχνα δε βγάλανε! Κανείς! Οι δυο εξουσίες, εκκλησία κι αστυνομία, μουδιασμένες, δεν κούνησαν εκατοστό, παρά μόνο τους κοίταζαν ν' απομακρύνονται πιασμένοι χέρι-χέρι. Κι αυτή τη φορά δεν ήταν αιχμάλωτοι στο δανεικό χρόνο του Μπουρδούμπα  παρά μόνο στρατιωτάκια αμίλητα, ακούνητα κι αγέλαστα, στο δικό τους πραγματικό χρόνο.

   Τα νέα διαδόθηκαν με ταχύτητα αστραπής στο μικρό χωριό. Όλοι μιλούσαν μέσα σε λίγα λεπτά για την αρπαγή των μικρών επαναστατών από τη Νυφικώ μέσα απ' τα χέρια της αστυνομίας. Τα γεγονότα μεταδίδονταν παραλλαγμένα από στόμα σε στόμα, με αποτέλεσμα η ιστορία να έχει αλλοιωθεί τόσο πολύ που κανένας πια δεν ήξερε τι είχε γίνει στην πραγματικότητα. Δεν τους ενδιέφερε όμως και να ξέρουν. Μια δίψα χόρταιναν όλοι για λίγη αλλαγή στην καθημερινότητά τους. Αφήνονταν να παρασυρθούν από την περιέργεια και την  ένταση, που τους προκαλούσε τούτο το καινούργιο νέο.

     Το όνομα της Νυφικώς ήταν στα στόματα όλων. Είχε γεμίσει τον αέρα του μικρού χωριού, τους δρόμους, τα σπίτια, τη ζωή τους. Όπως σαρανταπέντε χρόνια πριν. Τη φώναζαν ακόμα τότε με το βαφτιστικό της: Λαμπρινή.

     Επρόκειτο να παντρευτεί τον Αργύρη. Τον Αργύρη, που για χατίρι του έκανε τους πάντες εχθρούς. Και μάνα και πατέρα και συγγενείς και το χωριό όλο. Γιατί δεν ήταν καμιά παρακατιανή η Λαμπρινή, να παντρευτεί το γιο της Κατερίνας. Κόρη Ναυάρχου ήταν. Μπορούσε να έχει τον καλύτερο. Εκείνη όμως εκείνον ήθελε, που 'χε μια ζεστή, ασυμβίβαστη ψυχή, γεμάτη στοργή και λαχτάρα, που της έδειξε πώς είναι η ζωή μέσα σε κείνα που οι άλλοι δε σου επέτρεπαν να υπάρχεις. Που έπαιξε και μεγάλωσε μαζί του. Γιατί εκείνον ήθελε και δεν ένιωθε υποχρεωμένη να εξηγήσει σε κανέναν τους λόγους. Μόνο τους το είπε. Με τη συνηθισμένη της απλή ευθύτητα. "Τον αγαπάω" τους είπε, μα όλοι  αυτό που άκουσαν ήταν: "Είναι ο καλύτερος". Και δεν της το συγχώρησαν. Επειδή η κοινωνία, ακόμα και σήμερα -πόσο μάλλον τότε- δεν ανέχεται το διαφορετικό που είναι καλύτερος και μάλιστα όταν προσπαθεί να βρει την ευτυχία χωρίς την έγκρισή της. Εκείνη την περιφρόνησε την κοινωνία όμως, γιατί ένιωθε δυνατή από τη δύναμη της αγάπης της. Κατάλαβε τη σκληρότητά της και είδε  το πρόσωπό της στα χρόνια που ακολούθησαν το θάνατο του Αργύρη. Γιατί τον έχασε τον Αργύρη και γιατί έτσι είναι η αγάπη. Δε στέκεται. Την κερδίζεις και τη χάνεις. Με όλους τους τρόπους.

     Της έφεραν τα νέα απόγευμα Σαββάτου, την τελευταία μέρα πριν το γάμο τους. Της είπαν πως χτύπησε θανάσιμα το κεφάλι του, πέφτοντας από τ' άλογο. Δεν το πίστεψε. Κράτησε το νυφικό κρεμασμένο στον τοίχο του δωματίου της για έναν ολόκληρο χρόνο κι αυτός ήταν ο λόγος που της πήραν τ' όνομά της και της κόλλησαν  το Νυφικώ. Ύστερα το φύλαξε. Δεν περίμενε πια. Το είχε πάρει απόφαση.

     Βάλθηκαν όλοι να την παντρέψουν. Τα προξενιά έφταναν το ένα πίσω από τ' άλλο. Είχαν όμως όλα την ίδια τύχη: Την άρνησή της.

     "Τον αγαπώ" τους έλεγε μα κείνοι συνέχιζαν ν' ακούν "είναι ο καλύτερος" και δεν μπορούσαν να το καταπιούν. Πίστευαν πως κάποια στιγμή θα καμπτόταν η θέλησή της κι όλα θα γίνονταν όπως έπρεπε. Δεν καταλάβαιναν πώς είναι να οδηγείσαι από την αγάπη, ούτε τη δύναμή της, ούτε τη διάρκειά της. Απλά δεν καταλάβαιναν. Η Λαμπρινή όμως ένιωθε πως είχαν δει το χαμό του Αργύρη σαν μια δίκαιη τιμωρία για κείνη, για την περιφρόνια που τους είχε δείξει όταν πήρε την απόφασή της να τον παντρευτεί αψηφώντας τη γνώμη τους και γι' αυτό τους κρατούσε όλους σε απόσταση. Πίστευε πως έτσι και κατάφερναν να περάσει το δικό τους, θα τον είχε τότε προδώσει. Όλα όσα ένιωσε για κείνον, όλα όσα έζησε μαζί του. Μια διαρκής άμυνα ήταν η στάση της λοιπόν απέναντί τους, μια προσπάθεια να υπάρξει με το δικό της τρόπο, μέσα σε κείνο που όλοι δεν της επέτρεπαν να υπάρχει: Στην αγάπη του.

     Κι έτσι ξεκίνησε η παρεξήγηση, έπεσε ψύχρα ανάμεσά τους, που μπορεί να υποχώρησε με τα χρόνια από την ευγνωμοσύνη που ένιωθαν όλοι για την προσφορά και την παρουσία της σε κρίσιμες στιγμές της ζωής τους αλλά που ήταν αρκετή για να τους κρατά ξένους.

   Ζήτησε απ' τον πατέρα της να φύγει και κείνος την έστειλε στην Καλαμάτα, στις Καλόγριες, όπου έμεινε τέσσερα χρόνια. Όταν γύρισε πίσω στο χωριό της, ήξερε πώς να φέρνει στον κόσμο μια νέα ζωή. Δεν πήρε ποτέ της χρήματα από κανέναν. Δεν τα χρειαζόταν άλλωστε. Είχε χρήματα να ζήσει δυο ζωές. Μοναδική της αμοιβή, μοναδική πηγή απ' όπου αντλούσε χαρά κι ευχαρίστηση, ήταν εκείνο το πρώτο κλάμα, που έδινε στη ζωή της ελπίδα και παρηγοριά. Πέρασε πολλές φορές δύσκολες στιγμές.

     Οι πιο δύσκολες που έζησε ποτέ της σαν μαία, ήταν εκείνες στη γέννα του Μπουρδούμπα. Ο μικρός ερχόταν με τα πόδια και κινδύνεψαν σοβαρά κι η μάνα του και κείνος. Κατάφερε να τους γλιτώσει και τους δυο και τότε σ' ένδειξη ευγνωμοσύνης ο πατέρας του μικρού ζήτησε απ' τη Νυφικώ να δώσει στο παιδί του όποιο όνομα εκείνη ήθελε. Τον είπε Αργύρη.

     Όλοι ήξεραν τι σήμαινε το όνομα τούτο για κείνη και το έμαθε αργότερα όταν μεγάλωσε αρκετά κι ο Μπουρδούμπας, παρόλο που η Νυφικώ δεν του έδειχνε πόσο μεγάλη σημασία είχε η παρουσία του στη ζωή της, για να μην τον κακομάθει, να μην τον αγαπήσει παραπάνω. Είχε πονέσει πολύ, άλλο δε μπορούσε. Αλλά ήξερε να ξεχωρίζει ο μικρός. Σε κείνη έτρεχε κάθε φορά που μάλωνε με τη μάνα του κι αν είχε κάποιες δυσκολίες με τα μαθήματα του σχολείου πάλι σε κείνη και κείνη ήταν που τον φρόντισε τις φορές που είχε αρρωστήσει σοβαρά. Ήταν πάντα εκεί! Στιγμές γεμάτες με αγάπη. Σ' όλα τα δύσκολα δίπλα του, σ' όλα με την καρδιά της. Όπως και τώρα, με τον παπά. 

 

     Με το ζόρι κρατήθηκε ο Μπουρδούμπας, να μη γυρίσει πίσω το κεφάλι και να τους βγάλει κοροϊδευτικά τη γλώσσα, καθώς απομακρυνόταν πιασμένος απ' το χέρι της Νυφικώς. Είχε μια τεράστια περιέργεια να δει τα μούτρα τους. Ποιος ξέρει πώς θα τα είχανε ξινίσει. Ποιος ξέρει τι θα λέγανε παπάς κι αστυνόμος τώρα. Σίγουρα θα προσπαθούσαν να μειώσουν τη σημασία του συμβάντος γιατί αν επέτρεπαν στον εαυτό τους να δει αυτό που πραγματικά είχε συμβεί πριν λίγο, θα έπρεπε ο ένας να  ξηλώσει τα γαλόνια του κι ο άλλος να πετάξει τα ράσα του.

     Τίποτα απ' τα δυο δε συνέβη βέβαια, παρά σα σωστές εξουσίες προτίμησαν να φτιάξουν μια σωστή αυταπάτη. Εκείνη της μεγαλοψυχίας τους -γιατί μια εξουσία οφείλει να είναι μεγαλόψυχη- που τους επέτρεψε έτσι εύκολα ν' αφήσουν τους τέσσερις επαναστάτες να δραπετεύσουν. Δε θα παραδέχονταν ποτέ, πως η αδυναμία τους ν' αντιδράσουν είχε σαν αφετηρία την ευγνωμοσύνη που ένιωθαν αμφότεροι για τη Νυφικώ. Παιδιά κι εγγόνια είχε ξεγεννήσει και στους δυο κι ήταν πολλές οι φορές που 'χε και κείνους τους ίδιους φροντίσει όταν υπέφεραν από κάποιο πρόβλημα υγείας. ΟΧΙ λοιπόν, δεν ήταν θέμα ευγνωμοσύνης και ΝΑΙ ήταν θέμα μεγαλοψυχίας. Έτσι σκέφτηκαν και το θέμα έληξε εκεί. Όχι όμως και για τη Νυφικώ. Για κείνη τούτο το επεισόδιο με τον παπά ήταν ένα σημάδι της μετέπειτα πορείας του μικρού Αργύρη. Ένα σημάδι που δεν το αγνόησε κι έτσι του άνοιξε δρόμο να ταξιδέψει τη ζωή του. Του 'πε να φύγει.

-Μα πού να πάω;

-Να φύγεις, του ξανάπε.

-Μα εδώ είναι τ' αδέρφια μου, οι φίλοι μου, εσύ.

-Εμείς δεν πάμε πουθενά. Εμάς ο τόπος μας χώρεσε. Εσύ είσαι αλλιώς.

     Ήταν αλλιώς. Είχε δίκιο η Νυφικώ, γιατί τον είχε δει η Νυφικώ. Ήξερε πως μπορούσε να πάει παραπέρα, γιατί είχε δύναμη μέσα του, που όσο κι αν η μάνα, η παράδοση, η κοινωνία στην οποία ζούσε την είχαν καταπιέσει, δεν είχαν όμως καταφέρει να την αιχμαλωτίσουν. Κι ήταν μόλις έντεκα χρονών. Ήταν αλλιώς, ο μικρός Αργύρης κι ανάσταινε τα όνειρά της. Θα 'φευγε λοιπόν. Θα φρόντιζε κείνη γι' αυτό.

     Μίλησε στη μάννα του. Της εξήγησε, με λόγια που ήξερε πως θα την έκαναν να σκεφτεί σοβαρά την πρότασή της. Της είπε για τα οφέλη που θα είχε όλη η οικογένειά της, αν άφηνε τον Αργύρη να πάει να σπουδάσει στην Αθήνα. Αναλάμβανε η ίδια όλα τα έξοδά του και θα βοηθούσε οικονομικά και τους υπόλοιπους, μέχρι να τελειώσει εκείνος τις σπουδές του.

     Ήταν μια πρόταση καθόλου ευκαταφρόνητη, που η μάνα του δεν μπορούσε να προσπεράσει έτσι άσκεφτα. Είχε χάσει τον άντρα της εδώ και δυο χρόνια. Την είχε αφήσει με πέντε παιδιά και με την αγωνία της επιβίωσης. 'Αλλωστε ο λόγος της Νυφικώς ήταν εγγύηση. Ήξερε την αγάπη που του είχε. Ήξερε πως όσα της υποσχέθηκε θα τα έκανε πράξη κι ανταπόδοση δε θα ζητούσε ποτέ. Αλλά και τι ανταπόδοση να ζητήσει; Μήπως είχε και τίποτα να της δώσει; Είπε "ναι" λοιπόν και δεν το μετάνιωσε.    

     Πέρασαν από τότε είκοσι χρόνια. Ο Αργύρης σπούδασε στην Ιατρική Σχολή Αθηνών. Συνέχισε τις σπουδές του στην Ευρώπη κι ύστερα έφυγε με τους «Γιατρούς Χωρίς Σύνορα». Είδε τη ζωή πολλές φορές στην αρχή και στο τέλος της. Είδε τη βία, την εξαθλίωση, το φόβο. Πρόσφερε αυτό που είχε στην ψυχή του κι αυτό που είχε μάθει απ' τη Νυφικώ, όμως ποτέ δεν ήταν αρκετό, γιατί ο πόνος ήταν πολύς και μεγάλος κι η ελπίδα μικρή και χαμένη.

     Αντιπρόσωπος δεν έγινε, κανενός Θεού, αλλά ούτε και δικό του έφτιαξε. Δε χρειάστηκε. Μπορούσε και με των άλλων, αφού έτσι κι αλλιώς Θεός για κείνον έφτασε να σημαίνει πόνος και σαν πόνος υπήρχε παντού.

     Η Νυφικώ συνέχισε τη ζωή της στο χωριό κι εκεί την τέλειωσε, χωρίς ποτέ πραγματικά να μάθει να ζει εκεί.

     Δεν την έβλεπε συχνά μα της έγραφε πολύ. Του έγραφε κι εκείνη. Στο τελευταίο της γράμμα του 'στειλε :

   "Έζησα παραπάνω απ' όσο πίστευα, παραπάνω απ' όσο ήθελα κι είναι ώρα πια να φύγω. Μην αργήσεις να 'ρθεις. Θα περιμένω".

 

     Κάθισε στον ήλιο.

     Έκλεισε τα μάτια.

     Είχε στα χείλη ένα χαμόγελο, ένα θησαυρό.

     Γονάτισε δίπλα της χωρίς να μιλά. Την κοίταξε μ' αγάπη και τρυφερότητα.

     Θυμήθηκε μια μέρα.

     Είχαν πάει βόλτα στο χτήμα με τ' αμπέλια  Τέλος καλοκαιριού ήταν κι ήταν ακόμα παιδί. Φύσαγε ένας αέρας δυνατός. Σήκωνε σκόνη, σκουπίδια, ξερά χόρτα. Χαρούμενος, όπως κάθε φορά που βρισκόταν μαζί της, μόνοι οι δυο τους. Χτύπαγε τα χέρια του παλαμάκια κι έτρεχε για να τον κυνηγά μα κείνη δε μπορούσε. Τραγουδούσε ρυθμικά: "Έ-λα να με πιά-σεις, έ-λα να με πιά-σεις, έ-λα να με πιά-σεις, ά-μα μπο-ρείς". Κι ύστερα γινόταν άφαντος και την περίμενε πιο κάτω για να τον πιάσει και γέλαγε, κοροϊδεύοντας την ανημπόρια της. Σε μια απ' αυτές τις στάσεις του, τον βρήκε να κρατά ενωμένα τα δυο του χέρια και να κλαίει. Του άνοιξε προσεκτικά τις παλάμες. Είδε το αίμα. Είδε τ' αγκάθι, που 'χε γεμίσει πόνο τη χαρά του. Εκείνος είδε τα μάτια της. Εκεί μέσα είχε φωλιάσει ένας μικρός, γεμάτος αγωνία Θεός. Και τότε φοβήθηκε, πως εκείνος ο μικρός Θεός μπορούσε να χαθεί. Αμα το αίμα σταματούσε, και το χέρι του γινόταν καλά, εκείνος ο Θεός μπορούσε να πεθάνει. Τη ρώτησε τότε:

-Πεθαίνει ο Θεός Νυφικώ;

-Όχι, του είπε. Δεν πεθαίνει.

-Ποτέ;

-Ποτέ.

-Κανένας Θεός;

-Κανένας.

      Δεν την πίστεψε.

-Αν όμως κάποτε πεθάνει;

     Έβγαλε το αγκάθι. Του σκούπισε το χέρι...

-Αν πεθάνει, τότε γίνεται ξανά.

-Θα 'ναι όμως ο ίδιος;

-Θα 'ναι καλύτερος.

     Ήταν σίγουρη. Την πίστεψε.

 

    'Ανοιξε τα μάτια.

     Τον είδε να στέκει  δίπλα της.

     Είχε έρθει!

     Κράτησε το χέρι του μες το δικό της, ακόμα μια φορά, όπως τόσες φορές.

     Κράτησε το χέρι της μες το δικό του κι άγγιξε με το βλέμμα και την καρδιά ό,τι πιο πολύ σ' αυτή τη γη αγάπησε. Εκείνη, που ήρθε στη ζωή του, όχι το χρόνο, όχι το μήνα, όχι τη μέρα αλλά τη στιγμή ακριβώς που τη χρειαζόταν κι έμεινε δίπλα του όπως οι 'Αγγελοι. Διακριτικά, με δύναμη, με φροντίδα. Δίπλα του. Δίπλα σ' ένα παιδί που μπορεί να μην ήταν δικό της μα που έγινε το παιδί της καρδιάς της.

     Τη φίλησε, κι εκείνη δεν περίμενε άλλο.

     Έκλεισε τα μάτια.

     Με σιγουριά  ξεκίνησε ν' ανταμώσει έναν καινούριο, καλύτερο Θεό.

     Ήταν απόγευμα Σαββάτου και πέρα στις κορφούλες ο ήλιος, ένας κόκκινος κύκλος που έσβηνε...

 

                                                                           Γενάρης 2007

                                        Το Πράσινο Ποδήλατο

 -Βρε σίχαμα, βρε ξόανο, βρε κάθαρμα της κοινωνίας όλης! Ο εξολοθρευτής του χωριού κόντεψες να γίνεις βρε. Αχ δεν αντέχω πια άλλη στεναχώρια. Καλά, που 'χες τα μάτια σου βρε όταν βολτάριζες; 'Αντε δηλαδή καβαλάμε δυο ρόδες κι όποιον πάρει ο χάρος; Παίρνουμε σβάρνα τις γειτονιές και τις ρούγες και δε σταματάμε παρά μόνον άμα βρεθεί κανένα ντουβάρι μπροστά μας; Βρε στο ποτάμι μου 'παν ότι θα έπεφτες αν δε προλάβαινε να σε κρατήσει από τη μπλούζα ο πυροσβέστης ο Νικόλας, -ας είναι καλά το παιδί-, τη κυρά-Παναγιώτα θα σκότωνες αν δε προλάβαινε να κάνει στην άκρη και το ξύλινο ποδάρι του κυρ-Γιώργη τι σου 'φταιγε ε; Επειδή δηλαδή ξέβγαινε λιγάκι από το πεζοδρόμιο έπρεπε να του το σβαρνίσεις στο τηλεφωνείο απέναντι και μάλιστα με τέτοια βροχή και μάλιστα την ώρα που περίμενε τόσος κόσμος στην ουρά να πάρει τηλέφωνο; Τους σκότωσες βρε τους ανθρώπους. Νομίζαν ότι βρέχει καρεκλοπόδαρα. Τρομάξανε, τρέξανε να κρυφτούνε, σκορπίσανε σα κατσαριδάκια που τα ψεκάσανε με teza. Αχ θα γεράσω πριν της ώρας μου. Παιδιά δεν ήθελα; Ένα δηλαδή ήθελα, τρία μου βγήκατε. Τρίδυμα σιχάματα κι όλα ίδια μεταξύ τους. Να τα κυνηγώ, να μπερδεύω τα ονόματά τους κι άκρη να μη βρίσκω. Λοιπόν Κωστή, από δω και στο εξής, σου απαγορεύω να ξαναπάρεις το ποδήλατο και να σουλατσέρνεις πέρα-δώθε. Θα μάθεις πρώτα στη πίσω αυλή και μετά θα ξαμοληθείς...
 -Μα...
 -Δεν έχει μα και ξεμά. Πρώτα στην αυλή, είπα και να προσέχεις τα λουλούδια μου και το ζουμπούλι μου το άσπρο και τη τριανταφυλλιά μου να προσέχεις, που σκασα μέχρι να την αποχτήσω και τέτοιο άρωμα καμιά τριανταφυλλιά στη γειτονιά δεν έχει. Γιατί κακομοίρη μου να το ξέρεις, αν κάνεις του κεφαλιού σου, δε πρόκειται να ξαναδείς κανέλα στους λουκουμάδες. Σκέτους θα τους τρως.
 -Μα...
 -Κωστή μη μ' εκνευρίζεις άλλο. Έχεις το θράσος και μιλάς από πάνω; Ό,τι ζαβολιά υπάρχει, δε μπορώ να καταλάβω πώς την ανακαλύπτεις και μετά ποιος χρεώνεται ό,τι κάνεις; Η αφεντιά μου βέβαια. Ήθελες πράσινο ποδήλατο. Ορίστε, στο πήρα όπως το 'θελες...
 -Μα, μαμά...
 -Μαμούνια Κωστή. Όλο δικαιολογίες...  Αλλά δε φταίει κανείς άλλος. Εγώ φταίω με τη καλή μου καρδιά που δε μπορώ να σας χαλάω χατίρια. Αχ! Κουράστηκα πια να μιλώ. Είναι φορές που νοσταλγώ τον καιρό κείνο που όλοι νόμιζαν ότι είμαι μουγκή. Δηλαδή μέχρι τα έξη μου, που τους κορόιδευα όλους, που δε χρειαζότανε να μιλώ, που τους μίλαγα με νοήματα, που όταν η μέρα ήτανε ζεστή, για να τους δείξω πως ζεσταίνομαι έκανα το σκύλο κι έβγαζα τη γλώσσα έξω κι όταν έκανε κρύο για να τους δείξω ότι κρυώνω, έπιανα τη μικρή μου αδερφή και την έβαζα στο ψυγείο. Όλα ήταν τόσον εύκολα τότε!
 -Μα μαμά...
 -Αμάν πια. Τόση ώρα μα και μα και ξανά μα και ξαναμανά μα. Επιτέλους πες τι θες!
 -Μα μαμά... 
 -Τιιιιιιιιιιιιιιιιι;
 -Μαμά, δεν είμαι ο Κωστής.
                                                                         Δεκέμβριος 2004

                                            Στο Σινεμά
 
     Ξεπάγιασα απόψε.
     Στο θερινό το σινεμά να παρακολουθώ τον «Βασιλιά Αρθούρο» και να 'χουν γίνει οι αστράγαλοι και τα γόνατά μου πάγος από τον κρύο αέρα που φύσαγε. Αφού ήθελα να πάω στη τουαλέτα και πέρασε από το μυαλό μου, πως άμα προσπαθούσα να σηκωθώ, θα μπορούσα με τη κίνηση αυτή να στραμπουλίξω κανένα πόδι. Κρατήθηκα όσο μπορούσα αλλά για να μην έχουμε και κανένα ατυχές επεισόδιο, αποφάσισα να πάω στη τουαλέτα. Στο δρόμο προς την ανακούφιση όμως, σκυφτή και καμπουριασμένη, πέρασα δίπλα από ένα μηχάνημα που έφτιαχνε πορτοκαλάδες κι έβγαζε ζεστόν αέρα  καθώς γύριζε ο έλικας της μηχανής, που με τράβηξε σα μαγνήτης και πήγα κι έλαβα θέση στα δεξιά του και με το ζόρι κρατήθηκα να μη το αγκαλιάσω. Η αλήθεια είναι πως εδώ κι αρκετό καιρό έχω μάθει πια να ελέγχω τον αυθορμητισμό μου, γιατί επανειλημμένα μ' έχει βάλει σε φασαρίες.
     Σιγά-σιγά χαλάρωσα, ξεκαμπούριασα, ήρθε το κορμί στη κανονική του θερμοκρασία, τράβηξα μιαν άδεια καρέκλα από τη σειρά κι έκατσα ευχαριστημένη γιατί ανακάλυψα -μόλις εκείνη τη στιγμή-, ότι δεν ήμουν μόνον εγώ που κρύωνα. Δεν είχα δει τόσους πολλούς ανθρώπους καθιστούς, μαζεμένους να κρυώνουν. Κρύωναν και δε σάλευε κανείς. Αναμφισβήτητα όμως το να βρίσκονται κει, έστω και κολλημένοι ο ένας πάνω στον άλλο για να ζεσταθούν και να παρακολουθούν το έργο, αυτό έμοιαζε σαν ένας τρόπος διασκέδασης... Οι άνθρωποι είναι πολύ επίμονοι τελικά μερικές φορές κι άλλες πάλι αδικαιολόγητα υποχωρητικοί... 'Ασχετο...
     Εκεί λοιπόν που είχα αρχίσει να παρακολουθώ μ' ενδιαφέρον το έργο, ακούω μια φωνή να με φωνάζει. "Όπα μου» σκέφτηκα, «να δεις που μ' ανακάλυψαν και θα μου πουν να σηκωθώ οι στριμμένοι. Θα ξαναγυρίσω στη θέση μου σαν τον άνθρωπο που γύρισε από τη ζέστη, ξανά στο κρύο... (χμμ... αυτό κάτι μου θυμίζει...) Γαμώ την ατυχία μου δηλαδή". Αλλά όχι. Κανείς από τους ιδιοκτήτες του σινεμά δεν ήταν. Ήταν ένα από τα τέσσερα ξαδερφάκια και γειτονάκια που συνόδευα και μ' είχεν ανακαλύψει (μ' είχανε χάσει τα καημένα εδώ κι ένα τέταρτο και με γύρευαν). Αισθάνθηκα ένοχη που τα 'χα ξεχάσει. Και να φανταστεί κανείς ότι οι μαμάδες τους θα μου χρωστάγανε και ...χάρη λέει, που τα πήρα μαζί μου λέει κι ότι ήμουν υπεύθυνο άτομο και τους δίνανε συμβουλές πως να μη με στενοχωρήσουνε με τη συμπεριφορά τους. Τέτοια καλήν ιδέα είχανε δηλαδή για μένα: πως αγαπώ τα παιδιά κι έχω τρυφερή καρδιά κι εγώ τους είπα πως ναι, η καρδιά μου είναι τρυφερή σαν του μαρουλιού, αλλά όπως φάνηκε τα μαρούλια δεν αναπτύσσουν αισθήματα (πως αλλιώς να εξηγήσω ότι τα ξέχασα τα καημένα; Αλλά πάλι κι όσοι έχουν τα αισθήματα μήπως τα εμφανίζουν πάντα;). Χαχαχαχα. Μου άρεσε πολύ αυτή η σκέψη. Ωραία λοιπόν, έχω αισθήματα αλλά δεν τα εμφάνισα τώρα, επειδή κρύωνα. Αυτό ήταν. Ένιωσα αμέσως καλύτερα.
     Ήταν το πιο μικρό απ' όλα. Έξη χρονών και κρύωνε. Ήθελε αγκαλιά. Το πήρα αγκαλιά μου, του 'τριψα τη μυτούλα που 'χε παγώσει, του ζέστανα τα μάγουλα με τις παλάμες μου και μου είπε ότι πεινάει. Η πρώτη αυθόρμητη αντίδρασή μου ήταν να του πω «πήδα», η δεύτερη να του πάρω ποπκόρν. Του άρεσε καλύτερα η δεύτερη. Καθισμένες τώρα η μια πάνω στην άλλη βλέπαμε το έργο. Σε μια στιγμή κι ενώ παρακολουθούσε η μικρή με το ένα μάτι κλειστό επειδή φοβόταν, μου λέει:
Εγώ τώρα αναρωτιέμαι ποιοι είναι οι καλοί και ποιοι οι κακοί».
Χμμ...» της απαντάω εγώ περισπούδαστα. «Οι καλοί είναι κείνοι που θα νικήσουν».
     Κι έτσι έγινε βέβαια στο τέλος και μ' αυτή μου την απάντηση καθιερώθηκα στη συνείδηση της μικρής σαν ο άνθρωπος που όταν βλέπει ένα έργο ξέρει τι του γίνεται. (Αχ! Να συνέβαινε αυτό κι όταν δεν έβλεπα έργα).
     Το έργο ήταν ηρωικό. Πολλοί θάνατοι και πολλοί ήρωες. Πολύ του αρέσουνε τέτοιου είδους έργα του άντρα μου. Ζει θαρρείς κι αυτός μέσα από κάθε ηρωικό έργο που βλέπει. Δηλαδή το ζει πραγματικά. Σκύβει να μη τον πετύχουν τα βέλη, κουνάει χέρια, πόδια, στρίβει το κεφάλι του, καμιά φορά τόσο δυνατά που νομίζεις ότι θα το βγάλει. Μια από τις σπάνιες φορές που καθόμουν δίπλα του, έφαγα μια ξώφαλτση που προοριζόταν για τον αντίπαλο του πρωταγωνιστή... Τέτοια πράματα δηλαδή. Το 'χει παράπονο όμως μου λέει. Όσους κακούς κι αν έχει σκοτώσει δεν τον κοίταξα ποτέ όπως κοιτάζουν οι πρωταγωνίστριες τους ήρωες. Με πάθος, με λαγνεία, μ' απόλυτη ερωτική εγκατάλειψη. Κι εγώ του λέω πως μ' έχει κουράσει πια όλη αυτή η ηρωική του δράση, γιατί σκοτώνει μεν, αλλά τους αφήνει άθαφτους και μένα μου 'χει πέσει η μέση να τους θάβω για να μη βρωμίσουμε εδώ μέσα... Ε! μετά πώς θέλει να λειτουργήσω ερωτικά και πρόστυχα όπως εκείνες; Δυστυχώς δεν τυγχάνω της κατανόησής του γιατί θεωρεί πως ένας πραγματικός ήρωας μετά τη μάχη πρέπει ν' απολαμβάνει και σεξ ανεξαρτήτως δυσκολιών. Χαχαχαχα! Μετά από κάθε ηρωικό έργο μου ζητάει  σεξ... Ούτε τσόντα να 'βλεπε δηλαδή... Καλά έκανα και δεν τον πήρα μαζί μου απόψε.
     Αγόρασα ποπκόρν και για τα άλλα τρία μικρά, τους το πήγα και τους έδειξα που είμαστε να μην ανησυχούν. Μου είπαν ότι κρυώνουν. Το έργο κόντευε να τελειώσει. Τους είπα πως σε λίγο θα πέσει ο αγέρας και θα μυρίσει το γιασεμί. Όταν μυρίσει το γιασεμί θα πάψουν να κρυώνουν. Το έργο τέλειωσε χωρίς ο αγέρας να σταματήσει και χωρίς το γιασεμί να μυρίσει. Τέλειωσε κι εγώ ανάθεμα κι αν θυμόμουν τι έβλεπα τόσην ώρα. Είχα μπερδέψει καλούς με κακούς, κάστρα με φρούρια, Σάξονες με Ρωμαίους. Το μόνο που μου 'μεινε ήταν εκείνη η αδηφάγα ερωτική ματιά της πρωταγωνίστριας. Όταν γύρισα σπίτι, έκατσα μπροστά στον καθρέφτη και την έκανα πρόβα, μπας και καταφέρω τελικά και προσφέρω στον άντρα μου, αυτό που κάθε άντρας oνειρεύεται να 'χει:
     Μια γυναίκα που να τον κάνει να νιώθει ήρωας!
   
                                                                                   Οκτώβριος 2004

                            Οι Περιπέτειες Της Βarbie

Είχαν έρθει για διακοπές στο νησί μας εκείνο το καλοκαίρι.
Εκείνος σαρανταπεντάρης, επιτυχημένος επιχειρηματίας, εκείνη γύρω στα εικοσιοχτώ, ένα ατίθασο  πλάσμα, ανέμελο, γελαστό, σκανταλιάρικο.
Μια χαρούμενη ζωή.
Έμοιαζε σαν Barbie.
Ξανθιά, (φυσική ξανθιά) με μιαν ακόμα πιο ξανθιά, σχεδόν κίτρινη τούφα να πέφτει στο πρόσωπό της και να μην εννοεί να της βάλει ένα κοκαλάκι να τη συμμαζέψει λιγάκι, παρά τη φύσαγε σα να φύσαγε καπνό από τσιγάρο, θέλοντας να την απομακρύνει από το πρόσωπό της.
Μου πέρασε η ιδέα πως ίσως ήταν παλιά δεινή καπνίστρια και μ' αυτή τη κίνηση ικανοποιούσε μιαν ανάγκη που ακόμα δεν την είχε εντελώς αφήσει, αλλά βέβαια η φίλη μου που δεν είχε καμιά συμπάθεια στις ξανθές, γιατί μια τέτοια της είχε ξεμυαλίσει τον άντρα, μου 'πε μ' απόλυτη σιγουριά πως αυτή η κίνηση ήταν μια κλασσική κίνηση ξανθιάς που σκοπό είχε να ξεμυαλίζει άντρες.
Βέβαια από καιρό το 'ξερα πως έβλεπε παντού, μαζί με το ξανθό, κάτι ύποπτο και πρόστυχο αλλά εγώ που δεν μου είχε καμιά ξανθιά κλέψει τον άντρα (χμ μακάρι δηλαδή να μου τον έκλεβε κι ας ήταν και μελαχρινή, χάρη θα της χρωστούσα) κι επειδή με γοήτευε η υποψία του διαφορετικού που κρύβεται πίσω από το ολοφάνερο, δε μπορούσα να συμμεριστώ τις απόψεις της.
Το σπίτι που είχαν νοικιάσει ήταν δίπλα στο δικό μου κι έτσι εύκολα πιάσαμε γνωριμία.
Ένα πρωινό, μου ζήτησε να της δώσω ένα κλαράκι από το αγιόκλημα που είχαμε στην αυλή μας.
Ήταν το αγαπημένο της λουλούδι.
Έκοψα και της έφτιαξα ένα μικρό μπουκέτο.
Το πήρε κι άρχισε να ρουφά ένα-ένα τ' ανθάκια πίνοντας το χυμό τους, αφού τα μύριζε πρώτα, κλείνοντας μ' ευχαρίστηση τα μάτια.
Ήταν κάτι σαν ιεροτελεστία.
Ήταν ...αλλού εκείνη την ώρα κι εγώ δεν υπήρχα καν δίπλα της.
Επηρεασμένη λιγάκι από τη φίλη μου για την ξανθιά Barbie, είπα μέσα μου: «Να δεις που σε λιγάκι, όταν τελειώσουν τ’ ανθάκια, θα φάει και τα φύλλα».
Για μεγάλη μου ευχαρίστηση όμως δεν έγινε έτσι, παρά όταν τέλειωσαν όλα τ' ανθάκια κι ανακτώντας την αίσθηση του τόπου και του χρόνου, μου 'πε μ' ένα ψευτο-επίσημο, πειραχτικό  ύφος, που δε θύμιζε καθόλου μα καθόλου ξανθό:
 -"Ευχαριστώ για το πρωινό που μου προσφέρατε κυρία μου" και ξεκαρδίστηκε στα γέλια.
Διηγήθηκα το περιστατικό στη φίλη μου που δεν έχασε βέβαια την ευκαιρία να πει τη κακία της.
 -"Μμμμμ «Η Βarbie Ανακαλύπτει Τη Φύση» ή «Η Βarbie Ρουφά Τους Χυμούς Της Ζωής». Αλλά έτσι είναι αυτές. Ξεζουμίζουν σερνικούς, αγιοκλήματα κι ό,τι έχει ζουμί. Το στεγνώνουν και μετά το πετάνε σα στημένη λεμονόκουπα. Να δεις που στη συνέχεια θα στο παίξει  φανατική λάτρις της φύσης. Θα σου πει ότι πίνει χυμό από αλόη τρεις φορές την ημέρα για ν' αναζωογονείται, τρώει όλα τα φρούτα με τα κουκούτσια, τα μούσμουλα και τα πορτοκάλια με τη φλούδα, τα φραγκόσυκα με τ' αγκάθια. Αμ τις ξέρω εγώ αυτές, δεν τις ξέρω νομίζεις; Κάνουν όλα τα διαφορετικά με μιαν άνεση θαρρείς κι είναι απ' άλλο
πλανήτη αλλά μόνιμα εγκατεστημένες στη γη. Για να ξεχωρίζουν παιδί μου. Για φιγούρα κι ιδέα. Πάντως... άμα  σου ζητήσει φραγκόσυκα, άσε με να τη περιποιηθώ εγώ
".
Παραλογιζόταν και το 'ξερε αλλ' αυτό έδινε στο θυμό της μια διέξοδο.
Κι εγώ που ήμουνα φίλη της, αποφάσισα με συνεχή ενημέρωση για τις περιπέτειες της Barbie  να της δίνω αφορμές κι ευκαιρίες να βγάζει το θυμό της προς τα έξω, ελπίζοντας σε μια σύντομη θεραπεία της από το σύνδρομο: «Θύμα Ξανθιάς Αντροκλέφτρας».
Είχαμε την ευκαιρία να μιλήσουμε αρκετές φορές με τη Barbie και για διαφορετικά θέματα κάθε φορά.
Είχα σιγουρευτεί πια, πως δεν ήταν η ξανθιά που τόσο πολύ ήθελε η φιλενάδα μου να είναι. Το αντίθετο μάλιστα.
Ήταν έν ανήσυχο πνεύμα, που διαρκώς αναζητούσε τρόπους και δρόμους.
Είχε σπουδάσει Οικονομικά στην Αθήνα κι είχε πάρει Μaster πάνω στο ίδιο αντικείμενο στην Αγγλία.
Είχε καταφέρει στα εικοσιοχτώ της να 'ναι στέλεχος σε μια μεγάλη εταιρεία και καθόλου μα καθόλου δεν ήταν η βολεμένη ερωμένη του σαρανταπεντάχρονου επιχειρηματία.
Ήταν μαζί του από επιλογή και μόνο.
Επιλογή της και το τελευταίο πολυμορφικό μοντέλο της Οpel, αποτέλεσμα αυτής της διαρκούς ανάγκης γι' αλλαγή όπως μου 'πε.
Της έμοιαζε τούτο το αμάξι.
Το χαιρόταν.
'Αλλαζε όποτε το 'θελε αλλά παρέμενε το ίδιο, ικανοποιώντας κάθε φορά τις διαφορετικές της ανάγκες.
Είχε μάθει να εκτιμά ό,τι έκανε τη ζωή της πιο εύκολη.
Δεν πρόλαβα να διηγηθώ στη φίλη μου τα καινούργια με λεπτομέρειες κι από τις πρώτες κουβέντες μου 'χε έτοιμη κιόλας τη ταμπελίτσα. «Η Barbie Υλίστρια», «Η Barbie Της Αλλαγής» και συνέχισε βέβαια ακάθεκτη.
 -"Έμ βέβαια, έχουμεν ανάγκη γι' αλλαγή; Tι κάνουμε; Αλλάζουμε τις κουρτίνες μας. Δεν μας ικανοποιεί αυτό; Αλλάζουμε το αυτοκίνητό μας. Ούτε αυτό όμως είναι αρκετό; Τι κάνουμε; Αρπάζουμε τον άντρα μιας άγνωστής μας, που σε τίποτα δε μας έφταιξε, ώσπου έρχεται μετά από λίγο καιρό η ώρα, που τίποτα πια δεν μας ικανοποιεί".
Πως τα κατάφερνε κάθε φορά αυτή η φιλενάδα μου, με τι επιδεξιότητα το 'φερνε εκεί που 'θελε, ήταν αξιοθαύμαστο.
Σκέφτηκα να μην της απαντήσω αλλά δεν άντεξα, έτσι της είπα:
 -"Πες μου Μαρία. Εσύ που ήσουν δεκαπέντε χρόνια με τον Γιώργο, πάντα εκεί, να ικανοποιείς κάθε επιθυμία του, να βρίσκεσαι στον ίσκιο του, παρ' όλο που σπούδασες και θα μπορούσες να έχεις κάνει καριέρα, που οι αλλαγές στη ζωή σου καθορίζονταν από τις επιλογές και μόνο του Γιώργου, που τώρα βιώνεις την εγκατάλειψη με τόσο θυμό, που βλέπεις παντού, σε κάθε μια ξανθιά κι έναν εχθρό, μπορείς να πεις πως έκανες καλύτερα";
Έμεινε να με κοιτάζει αποσβολωμένη, ενώ είχε πάρει φόρα και θεωρούσε όλα τα δίκια του κόσμου δικά της.
Έγειρε πίσω στην καρέκλα, με το κεφάλι της στο πλάι.
Έμοιαζε έτσι σα σπασμένο παιχνίδι.
Ένιωσα άσχημα.
Ήταν ένα από τα ελαττώματά μου, να εκφράζω μερικές φορές  τις σκέψεις μου ωμές, έτσι όπως μου έρχονταν στο νου και χωρίς καμιά προσπάθεια ωραιοποίησής τους.
Έμεινε έτσι για λίγα λεπτά χωρίς να μιλά, χωρίς ν' ανασαίνει θαρρείς, ήρεμη, με το βλέμμα άδειο.
Ξαφνικά σα να θυμήθηκε πως για να ζήσει έπρεπε ν' ανασάνει, πήρε βαθιά αναπνοή, στέναξαν τα σωθικά της και χωρίς να με κοιτάξει σηκώθηκε κι έφυγε.
Η Barbie έμεινε μαζί μας και στον τρύγο.
Ήταν μια φανταστική εμπειρία για κείνη, να της εξηγούν τη διαδικασία και να ενθουσιάζεται, να συμμετέχει στο πάτημα των σταφυλιών και να τρελαίνεται από χαρά.
Η κριθαροκουλούρα, το ντόπιο τυρί κι η νόστιμη τομάτα, τα τραγούδια, η χαρούμενη συντροφιά, ήμουν σίγουρη πως ικανοποιούσαν την ανάγκη της γι' αλλαγή, αυτή τη φορά τουλάχιστον.
Κατά τη συνήθεια της φίλης μου και μια που εκείνη είχε να μου μιλήσει από τη μέρα του επεισοδίου που την έκανε να φύγει χωρίς να μου ρίξει έστω μια ματιά, ονόμασα τη καινούργια περιπέτεια της: «Η Βarbie Στον Τρύγο».
Την ήξερα.
Είχε θυμώσει μαζί μου, όπως και με τον άντρα της, μα πιο πολύ με τον εαυτό της όμως.
Ήθελε το χρόνο της να σκοτώσει αυτό το φίδι που 'σταζε δηλητήριο στη σκέψη και τη καρδιά της.
Της τον έδωσα, ελπίζοντας πως θα 'βγαινε επιτέλους από τη παθητικότητά της και θα 'κανε κείνη κάτι για τον εαυτό της.
Μια μικρή επανάσταση ίσως, μια σωστή επανάσταση καλύτερα.
Ήξερα ότι ήταν ακόμα φίλη μου.
Ήξερα ότι δεν την είχα χάσει.
Η Βarbie έφυγε ένα πρωινό με το πολυμορφικό της και τον σαραπεντάχρονο φίλο της.
Πριν φύγει τη ρώτησα:
 -"Έχω μιαν απορία. Σου αρέσουν τα φραγκόσυκα";
 -"Τρελαίνομαι".
 -"Και πίνεις κάθε μέρα χυμό αλόης";
 -"Χαχαχαχαχα  μερικές φορές ναι, πίνω. Έχει θεραπευτικές ιδιότητες".
 -"Και τα φρούτα τα τρως όλα με τη φλούδα";
 -(Γελώντας συγκρατημένα). "Όχι όλα ,αλλά μερικά ναι, όπως τα αχλάδια ας πούμε".
 -"Και πετάς τα κουκούτσια σίγουρα ε";
-(Λυμένη στα γέλια, χωρίς να καταλαβαίνει γιατί τη ρωτώ, θέλοντας όμως να με πειράξει). "Όχι όλες τις φορές. 'Αλλες φορές τα φυλάω για σπόρο, άλλες τα τρώω για μεσημέρι κι άλλες πάλι εξασκούμαι στο σημάδι πετώντας τα στο κεφάλι του Γιάννη".
Φυσιολογικές μου φάνηκαν  οι απαντήσεις της.
Της ταίριαζαν τουλάχιστον.
Βλέπεις οι ενοχές που είχα για τη φίλη μου, με οδήγησαν στο να της κάνω αυτές τις χαζές ερωτήσεις, θέλοντας έστω και την τελευταία στιγμή, να της δώσω ένα κάποιο δίκιο, για τη γνώμη που είχε σχηματίσει για τη Βarbie.
Δυστυχώς, δεν της έδωσα κανένα.
Η τελευταία ονομασία της περιπέτειας της Βarbie και κατά τη συνήθεια βέβαια πάλι της φίλης μου, που όμως συνέχισα εγώ, ήταν: «Η Παρεξηγημένη Barbie».
Συναντηθήκαμε αρκετές φορές, στο δρόμο και σε φιλικά σπίτια.
Δεν μου μίλησε καμιά, δεν της μίλησα καμιά.
Εκείνη είχε φύγει, όχι εγώ.
Εγώ ήμουν πάντα εκεί.
Πλησίαζαν Χριστούγεννα.
Ήταν πρωί.
Στη χιονισμένη αυλή άκουσα βήματα.
Ήπιαμε καφέ.
Της είπα ότι μου έλειψε...
                                                                      Δεκέμβριος 2004

                                  Δωροθέα

Κίρων!
Τι όνομα!
Αρχαιοπρεπές. Μεγαλοπρεπές.
Κι ο κάτοχός του όμως, δεν πήγαινε πίσω.
Ομορφάντρας. Από κείνους που δεν αφήνουν αδιάφορα τα γυναικεία βλέμματα. Με γκρίζα μαλλιά και πυκνά μαύρα φρύδια, με αρρενωπό παρουσιαστικό, -αν κι είχε καβατζάρει τα σαράντα πέντε- γεννημένος αρσενικό, με βλέμμα αυστηρό κι επιβλητικό, που όμως δεν άφηνε καμιά αμφιβολία πως πολλές καρδούλες είχε κάψει.
Τον γνώρισε μια μέρα που έβρεχε πολύ.
Η Δωροθέα!
Των μυστικών και της λύπης.
Η Δωροθέα, που  όμως ξεκίνησε αλλιώς.
Με όνειρα πολύχρωμα και φορεματάκια ροζ, με δυο τεράστια μάτια, λαμπερά γαλάζια, με την αγάπη όλων των δικών της, των γειτόνων και των ξένων που την γνώριζαν, να πίνει γλυκό νερό από πηγές παραδεισένιες και να κελαρύζει γέλια δροσερά και όνειρα. Ν' ανοίγει την ψυχή της και να κλείνει  μέσα τον κόσμο όλο.
Ένα πλάσμα σπάνιο, που το ζήλεψε κι ο Θεός ακόμα  που το 'φτιαξε και  το χάλασε.
Εύκολα! Πολύ εύκολα.
Στέλνοντας στο δρόμο της το Γιάννη.
Την είδε και το 'ξερε, πως αυτό το κορίτσι, αυτό και μόνο αυτό, θα ήταν το στήριγμα που αναζητούσε, που θα τον βοηθούσε να σκάψει βαθιά μέσα
στην ταλαιπωρημένη ψυχή του, που θα τον γλίτωνε απ' το μαρτύριο εκείνο της αμφιβολίας, από τις επιθυμίες του κείνες τις σαρκικές, τις ακαταλάγιαστες, τις ανομολόγητες, τις απόκρυφες. Αν ετούτο το κορίτσι δεν του 'παιρνε την καρδιά, τίποτα δεν θα τον γλίτωνε απ' τον εφιάλτη του.
Πιάστηκε πάνω της, με μια λαχτάρα  λύτρωσης, με μια αγωνία εξόδου από τη φυλακή της υποψίας του, με μια ανάγκη να μην την αφήσει να φύγει, να την αιχμαλωτίσει μέσα του, γιατί ήταν η μόνη του ελπίδα.
Και τα κατάφερε.
Μοιραία τα κατάφερε.
Βοήθησαν σ' αυτό κι οι γονείς της, που σε κείνον και στην πρότασή του να παντρευτεί το κορίτσι τους, είδαν το ιδανικό ταίρι. Ό,τι καλύτερο είχαν ποτέ επιθυμήσει για το παιδί τους. Έναν σύντροφο σωστό, από καλή οικογένεια, με αγωγή, οικονομική άνεση και να την αγαπάει.
Κι η Δωροθέα; Είχε λόγο η Δωροθέα;
Κανένα λόγο.
Η Δωροθέα ήταν μικρή. Μόλις είχε κλείσει τα δεκαεφτά.
Τη λάτρευε τη Δωροθέα ο Γιάννης. Παντού.
Στο σπίτι, στο δρόμο, στις βραδινές εξόδους τους, στο γραφείο, στους φίλους, στους γνωστούς. Ήταν η Θεά του. Έτσι τη φώναζε. Θεά, Θεανούλα, Θεανάκι. Παντού και συνέχεια, με μια υπερβολή που εκείνη δεν την καταλάβαινε, που τη θεωρούσε περιττή, που μπορεί να την κολάκευε, αλλά την κούραζε.
Ήταν η Θεά του παντού.
Εκτός απ' το κρεβάτι τους.
Εκεί ήταν μια Θεά άκυρη. Χωρίς καμιά δύναμη, χωρίς καμιά λάμψη.
Φορούσε κάθε βράδυ τα ακριβά της νυχτικά, το ακριβό της άρωμα, χτένιζε αυτάρεσκα τα όμορφα μαύρα μαλλιά της και πήγαινε κοντά του με λαχτάρα. Όχι πάντα για έρωτα, αλλά για ένα χάδι, για μια αγκαλιά, για κάτι
παραπάνω από  τις συνηθισμένες του καθημερινές περιττές υπερβολές.
Σπάνιες ήταν οι φορές που τη δεχόταν, κι όταν τη δεχόταν δεν έμοιαζε τούτη η ένωση μ' έρωτα, παρά με αγγαρεία κι η αγκαλιά μ' αγκάθια και το χάδι
ανώφελο, σα διαμαρτυρία.
Εκείνη δεν ήξερε.
Μάθαινε από  κείνον. Ό,τι της μάθαινε.
Της φαίνονταν όμως όλα τόσο ανούσια, τόσον άχρηστα, τόσο χαζά. Εκείνη ήταν μικρή κι ήθελε να μεγαλώσει με παιχνίδια, με γέλια, με χαρά, με έρωτα.
Της έλεγε να σοβαρευτεί και πως αυτά δεν είναι πράγματα για παντρεμένους ανθρώπους. Όλα έπρεπε να έχουν το μέτρο τους.  Την έκανε να νοιώθει ένοχη κάθε φορά που επιχειρούσε να υπάρξει αυθόρμητα και ερωτικά μαζί του. Ότι παρέβαινε κάποιους άγραφους κανόνες για παντρεμένους είχε πειστεί κι έτσι η ζωή τους στο συζυγικό κρεβάτι είχε καταλήξει για κείνη μια διαρκής παράβαση και για κείνον μια διαρκής ενόχληση.Κι έτσι  σοβαρεύτηκε, για να μη νιώθει ένοχη, χωρίς όμως να μπορεί ν' αντιμετωπίσει την πραγματικότητά
της αυτή και κάθε φορά που προσπαθούσε ν' αναφερθεί σ' αυτό το θέμα, γινόταν ετούτη η προσπάθειά της κόκκινο πανί για κείνον, που ήξερε τώρα πια, πως έπρεπε να αναζητήσει τη λύτρωσή του μακριά από τη Δωροθέα, αλλού... εκεί όπου θα μπορούσε να δικαιώσει  επιτέλους την ύπαρξή του.
Πριν ν' αναζητήσει όμως αλλού εκείνο που δεν μπορούσε να βρει στη Δωροθέα, πρόλαβε και της έκανε δυο παιδιά.
Το Σταμάτη και τη Γεωργία. Αυτή ήταν η αρχή!
Αργά και μεθοδικά συνέχισε.
Διεκδίκησε την εξουσία πάνω της και την κέρδισε. Την εξουσία που κερδίζεις
με το χρήμα... Της έδινε τα πάντα και που και που λίγον έρωτα -ανάθεμα κι αν ήταν έρωτας αυτός δηλαδή, αλλά δεν είχε γνωρίσει και καλύτερον η
Δωροθέα.
Κι έτσι χάθηκε η Δωροθέα στα υποκατάστατα ευτυχίας.
Στις διασκεδάσεις, στα ταξίδια, στις πρεμιέρες, στους ανούσιους καφέδες με κυρίες ανάλογης κοινωνικής θέσης με τη δική της, στα ινστιτούτα και στην προσπάθειά της να φαίνεται  σωστή απέναντι στον άντρα της, όπως
είχε διδαχτεί από μάνα και πατέρα κι όπως συνέχισε να διδάσκεται από το Γιάννη.
Κι έτσι τη ξεφορτώθηκε τη Δωροθέα ο Γιάννης κι ανενόχλητος παραδόθηκε στα κρυφά του πάθη. 
'Αντεχε όμως εκείνη. Δεν υποψιαζόταν. Δεν ήξερε.
Παρ' όλο που η παγερά αδιάφορη συμπεριφορά του την είχε κάνει να χάσει την εμπιστοσύνη στον εαυτό της και στη γοητεία της, πίστευε πως ο γάμος δεν είχεν ακόμα εξαντληθεί, πως υπήρχε πάντα τρόπος όλα να γίνουν
καλύτερα κι έτσι κατάφερνε κι έβρισκε συνέχεια δρόμους και τρόπους να μένει δίπλα του. Ήταν και τα παιδιά μια δικαιολογία, ήταν κι η αγάπη που εκείνος
τους έδειχνε, αλλά κι εκείνη η πεποίθησή της, πως όλοι όσοι παίρνουν διαζύγιο είναι αποτυχημένοι. Ήταν όλα αυτά που τη παρακινούσαν προς την αδράνεια, αλλά πάνω από όλα ήταν που ήταν σίγουρη, πως έτσι είναι τα περισσότερα  ζευγάρια γύρω της και πως η ευτυχία είχε ξεμείνει στον κόσμο τούτο, μόνο σαν λέξη.
Κελάρυζε ακόμα το γέλιο της.
Μα μέρα με τη μέρα  όμως λιγόστευε.
Μέχρι τη μέρα εκείνη που έμαθε και χάθηκε τελείως.
Επέστρεψε νωρίτερα απ' το χωριό, όπου είχε πάει  μαζί με τα παιδιά για  να δει τη μάνα της. Αιτία ήταν ένας ξαφνικός πόνος που την έπιασε στη πλάτη και
φοβήθηκε. 'Αφησε τα παιδιά με τη μάνα της και χωρίς να ειδοποιήσει το Γιάννη -δεν ήθελε να τον ανησυχήσει- ανέβηκε αμέσως στην Αθήνα κι επισκέφτηκε ένα φίλο της γιατρό.
Ευτυχώς δεν ήταν τίποτα σοβαρό, απλά ένας νευρόπονος που θα της
πέρναγε εύκολα, αλλά για καλό και για κακό ο γιατρός της πρότεινε να κάνει μερικές εξετάσεις.
'Ανοιξε κουρασμένη τη πόρτα του σπιτιού.
'Ακουσε θόρυβο στη κρεβατοκάμαρα.
Δεν περίμενε πως ο Γιάννης θα ήταν εκεί. Ήταν πολύ νωρίς για κείνον. Ήταν
όμως εκεί, αλλά όχι μόνος.
Ήταν μαζί κι ο Δημήτρης, ο συνεργάτης του.
Στο κρεβάτι. Γυμνοί κι οι δυο.
Δεν την είδαν. Εκείνη μόνο είδε... Ερείπια.
Δεν ήξερε αν ήταν ο πόνος στη πλάτη ή ο πόνος στη ψυχή της, αλλά από κείνο το βράδυ η ανάσα έβγαινε με δυσκολία από  μέσα της. Ίλιγγοι άρχισαν να την ταλαιπωρούν και να την εξουθενώνουν. Ένοιωθε θαρρείς κι ο γαλαξίας είχε αρχίσει ξαφνικά να κινείται ανάποδα, σα να 'χαν έρθει τα πάνω κάτω, ένιωθε να περπατά με το κεφάλι, σ' ένα κόσμο που όμως όλοι περπατούσαν  ακόμα με τα πόδια. Έψαχνε να βρει κάποιον που να της μοιάζει, να μπορέσει να του μιλήσει. Αλλά ποιόν;
Ποιος θα μπορούσε να την ακούσει;
Ποιος αγαπημένος της θα μπορούσε ν' αντέξει να τη δει να καίγεται; Ποιος ν'
αντέξει τις κατηγόριες της για κείνον;
Η μάνα; Ο πατέρας; Ο αδερφός; Η φίλη της; Ποιος; 
Αποφάσισε πως κανένας.
Και σώπασε.
Και τέλειωσε η νύχτα κείνη, μαζί με τη παλιά της ζωή.
Κι ήρθαν άλλες νύχτες, που γύρευε να κοιμηθεί στην αγκαλιά τους, όλο νύχτες παιδεμένες, που γέμιζαν το σύντομο ύπνο της μ' άσχημα όνειρα και τα χείλη της παραμιλητά. Τις άντεξε όλες.
Με τη δικαιολογία εκείνου του πόνου στην πλάτη, που όμως οι γιατροί δε μπορούσαν να βρουν την αιτία που τον προκαλούσε, εγκατέλειψε τη συζυγική κλίνη-να μην ενοχλεί, υποτίθεται, τον ύπνο του Γιάννη κι
εγκαταστάθηκε στο δωμάτιο των ξένων. Δεν άντεχε να τον ακούει, να τον βλέπει να αισθάνεται τη παρουσία του, την ανάσα του δίπλα της. Δεν άντεχε να του μιλά, να τον αγγίζει ούτε καν τυχαία. Μια σιχαμάρα είχεν απλωθεί μέσα της, μια σιχαμάρα κι ένα μπούχτισμα που με δυσκολία κατάφερνε να κρύψει. Ένας θυμός για κείνον, που έτσι ξεδιάντροπα την είχε χρησιμοποιήσει.
Έρχονταν στο νου της  συνέχεια όλα εκείνα τα ψέματα, οι εκνευρισμοί, η ανεξήγητη -τότε βέβαια- κι αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά του, η άβουλη δική της και πόναγε, γιατί δεν είχε καταφέρει να κάνει το χρέος προς τον εαυτό της. Να διεκδικήσει τη ζωή που της  άξιζε...
Μα κάποτε ξημέρωσε.
Γιατί έτσι είναι η ζωή. Εκεί που κλαίει. γελάει κι εκεί που νυχτώνει, ξημερώνει.
Ξημέρωσε κι είχαν περάσει δυο χρόνια... Και ξαφνικά όλα άλλαξαν!
Εύκολα... Πολύ εύκολα.
Μια μέρα που 'βρεχε πολύ και που ο Μεγάλος αποφάσισε ν' ανοίξει τα κιτάπια του για να ρίξει μια καλύτερη ματιά στις εκκρεμότητές του.
Και τότε την είδε.
Χαμηλά στην άκρη του κόσμου, να περιδιαβαίνει μες στο δωμάτιό της, σαν το λιοντάρι στο κλουβί.
Και τότε θυμήθηκε.
Το γέλιο της.
Και θέλησε να τ' ακούσει ξανά...
Την ίδια κείνη μέρα, που 'βρεχε πολύ.
Κι έτσι αγάπησε τον Κίρωνα...
Με πάθος, με μια απελπισμένη διάθεση ηδονής. Με το πρώτο βλέμμα, όταν τη πήρε κάτω απ' την ομπρέλα του, για να μη περιμένει κάτω απ' το υπόστεγο να περάσει η βροχή, για να μην κρυώνει.
Μπήκε μέσα της, από την πλευρά της εκείνη τη χρόνια καταπιεσμένη κι οι επιθυμίες της, οι λασπωμένες και ξεφτισμένες από την απαξιωτική συμπεριφορά του Γιάννη, ανυπόταχτες τώρα, γνώρισαν τη κορύφωση  στη δική του αγκαλιά.
Και την αγάπησε κι ο Κίρων, πιστεύοντας για πρώτη φορά στη ζωή του, πως είναι πλασμένος για κάτι παραπάνω από το τίποτα.
Κι έτσι έπαψε πια ν' αγρυπνά μπροστά στις λευκές του σελίδες, που χρόνια τώρα δεν κατάφερνε με σκέψεις να γεμίσει. Έπαψε ν' αγαπά τη ματαιότητά του, το λίγο και το μικρό που κάθε στιγμή γεννιόταν και πέθαινε μέσα κι έξω από κείνον, έπαψε ν' αγνοεί το κομμάτι εκείνο του εαυτού του που γύρευε ν' αναστηθεί. Έπαψε ν' αναβάλει τη ζωή του γι' αύριο.
Κι ο Γιάννης;
Ήξερε κάτι; Είχε κάτι να πει;
Όχι, δεν ήξερε τίποτα  ο Γιάννης και δεν είχε τίποτα να πει. Ό,τι είχε να πει έπρεπε να το 'χε πει πολλά χρόνια πίσω. Το λόγο τώρα είχε η Δωροθέα. "Έναν ασυλλόγιστο λόγο", της είπε η μάνα της, όταν της ανακοίνωσε πως θα τον
αφήσει για τον Κίρωνα... "Ένα σοβαρό λόγο", της απάντησε η Δωροθέα.
Και της εξήγησε.
Κι αναρωτήθηκε γιατί δεν είχε βρει το θάρρος να της μιλήσει τότε. Θα μπορούσε ίσως να την είχε βοηθήσει. Αλλά πάλι σκέφτηκε πως δεν την πείραζε. Πως σχεδόν τίποτα απ' όλα όσα είχαν γίνει δεν τη πείραζε, γιατί
την είχε τελικά βοηθήσει η ζωή. Το μόνο που θα 'θελε, λίγο πριν φύγει, ήταν να μπορούσε να έβρισκε το θάρρος να της μιλήσει. Έστω και τώρα. Να της εξηγήσει. Να πάρει το φταίξιμο πάνω του για το δρόμο που είχεν η ζωή τους πάρει. Να μπορέσει να τον συγχωρήσει.
Έσβησε τα κεράκια της. Τριάντα στο σύνολο.
Ήταν όμορφη ξανά, ύστερα από δυο χρόνια και χαρούμενη.
Πήρε φιλιά πολλά, ευχές και δώρα. Από συγγενείς, από  αγαπημένους, από  φίλους. Ήταν ένα εκπληκτικό πάρτι.
Στον αστερισμό  της Παρθένου γεννημένη η Δωροθέα -άνθρωπος της λεπτομέρειας-  δεν είχε αφήσει να της ξεφύγει τίποτα. Όλα ήταν στη θέση τους κι όλα σωστά υπολογισμένα. Και τα λουλούδια και τα σερβίτσια και τα ποτήρια κι οι καρέκλες κι όλα μπήκαν ξανά στη θέση τους όταν οι καλεσμένοι έφυγαν.
Μόνον ο Γιάννης.
Μόνον αυτός δεν ήταν εκεί που έπρεπε να είναι.
Τον φώναξε.
 -"Εχω να σου δείξω κάτι", του είπε.
 -"Τι;" της απάντησε.
 -"Μια βιντεοκασέτα. Είναι έκπληξη".
 -"Δε μου αρέσουν οι εκπλήξεις και το ξέρεις".
 -"Ναι το ξέρω. Εμένα όμως μου αρέσουν".
 -"Καλά, σβήσε τουλάχιστον το φως".
 -"Χμμ... το φως... Όχι, θέλω να σε βλέπω".
 -"Εμένα να βλέπεις ή το έργο;"
 -"Εσένα, όταν θα βλέπεις το έργο. Εγώ το 'χω δει".
Τη παρακολουθούσε καθώς κινιόταν στο δωμάτιο και προσπάθησε να θυμηθεί πότε ήταν η τελευταία φορά που είχε ξοδέψει λίγο χρόνο μαζί της.  Αδυνατούσε να θυμηθεί. Ίσως ήταν από τον καιρό ακόμα κείνο που είχεν ελπίσει σ' ένα παράδεισο μαζί της, μα που διαψεύστηκε κι άρχισε να τον αναζητά αλλού. Ίσως ήταν  από τότε που είχε επιχειρήσει να της μιλήσει για
κείνο που τον έσπρωχνε όλο και πιο πολύ μακριά της, μα ήταν η ενοχή του τόσο μεγάλη που 'βγήκαν τα λόγια από τα χείλη του παραλλαγμένα και τίποτα τελικά δε σήμαιναν κι εκείνη τίποτα δεν κατάλαβε. Ίσως και να 'ταν όταν την είχε πιάσει εκείνος ο πόνος στην πλάτη κι είχε φύγει απ' το κρεβάτι τους. Πότε στ' αλήθεια έγινε αυτό; Πριν τρία, τέσσερα χρόνια; Ούτε που θυμόταν.
Την κοίταζε καθώς έπαιρνε θέση δίπλα στην τηλεόραση με τη βιντεοκασέτα στο χέρι.
Ήταν όμορφη! Πολύ όμορφη!
Και τώρα τελευταία ακόμα πιο όμορφη. Είχε καιρό να τη δει έτσι. Έλαμπε. Ίσως κάποιος έρωτας...
Δεν τον ένοιαζε για  τον έρωτα. Μακάρι να ήταν έρωτας.
Εκείνη ας έφευγε. Για τα παιδιά τον ένοιαζε. Τα παιδιά θα 'μεναν μαζί του.
 -"'Αντε θ' αρχίσεις;" τη ρώτησε.
Είχε απομείνει με την κασέτα στο χέρι, με καρφωμένα τα μάτια πάνω του.
Σε λίγο οι ζωές τους θ' άλλαζαν. Θα 'βγαιναν κι οι δυο απ' τη φυλακή τους. Ο καθένας για να βρει τη δικιά του λευτεριά.
Εκείνη χωρίς τύψεις και χωρίς ντροπή.
Εκείνος ανταμώνοντας την αλήθεια του, που τόσα χρόνια από έλλειψη τόλμης δεν είχε καταφέρει ν' αντιμετωπίσει.
Ήταν έτοιμη!
Και τώρα που ήταν έτοιμη να οδηγήσει η ίδια τη ζωή της, με μιαν απότομη στροφή ν' αφήσει πίσω της στη λήθη τόσα φθαρμένα χρόνια, τώρα που το χέρι της κινήθηκε προς τη συσκευή του βίντεο, και που ήξερε πως αυτή της
η κίνηση θα συνόδευε και τους δυο τους για πολύ καιρό, τώρα και λίγο πριν αλλάξουν όλα, που ήταν έτοιμη να του δείξει πως ξέρει για κείνον, ετούτη τη στιγμή που σώπαινε και τον κοίταζε στα μάτια, χωρίς μια λέξη δική του, χωρίς μια συγνώμη του, κερδίζοντας με μια κίνηση  τη χαμένη της αθωότητα, τώρα που της είχε έναν έρωτα χαρίσει η ζωή, τώρα τον είχε ...συγχωρήσει.
 -"Άντε θα τη βάλεις επιτέλους;"
Ήταν έτοιμη.
Πάτησε play.
............................
Έκλεισε τα μάτια με τα χέρια του. Να μη βλέπει.

 -"Θέλω να φύγεις", του είπε.
                                                                   Φεβρουάριος 2005

                                         
'Αποψη

Ξεκινάμε τη μέρα μας κάθε φορά, μ' όλα κείνα που δε μπορέσαμε ν' αλλάξουμε.
Με τις λάθος επιλογές μας, με τις λύσεις που δε μπορέσαμε να δώσουμε, με όλα όσα ξέρουμε και δε ξέρουμε  για τον εαυτό μας και για τους γύρω μας.
Μένουμε προσκολλημένοι στα είδωλα του παρελθόντος μας, στην αγάπη που θα θέλαμε να είχαμε, στον τρόπο που μας μάθανε ν αγαπάμε λάθος ανθρώπους και λάθος πράγματα.
Ψάχνουμε το καλό μες στο κακό και το κακό μες στο καλό, γιατί έχουμε χάσει την εμπιστοσύνη μας κι εξερευνούμε λόγια, προθέσεις, εικόνες, στηρίζοντας όμως  πάντα μια προσδοκία για ανθρώπινη ομορφιά.
Υπάρχουν ενέργειες και σκέψεις που δεν μπορούμε να τις εξηγήσουμε, που ίσως να μας κάνουν να ντρεπόμαστε και που μερικές φορές δεν ανταποκρίνονται στο σωστό, το λογικό και το γενικά παραδεκτό, όμως είμαστε ελεύθεροι και μπορούμε να θέλουμε να αρνηθούμε εκείνο που μας
επιβάλλεται.
Αφήνουμε πίσω ό,τι μας πόνεσε και δεν λυπόμαστε, ξεχνάμε εκείνους που φύγανε και δεν μας νοιάζει, γιατί τίποτα δεν χάνεται, αλλά κι αν χάνεται γίνεται
πάλι ξανά σε καινούργιο χρόνο, με καινούργιους ανθρώπους.
Εκείνοι ήταν να φύγουν, ήταν να χαθούν, είναι να τους περιμένουμε, να μας περιμένουν, ξεχνώντας.
Με χρόνο δανεικό, από το χρόνο των Θεών, φτιάχνουμε τα παραμύθια μας, με όλα όσα δεν καταλαβαίνουμε, με όλα όσα μας μαγεύουν, αρχίζουμε να ζούμε μέσα τους και να τελειώνουμε την κάθε ανθρώπινη στιγμή μας, σκονίζοντας συνέχεια τις λέξεις μας, χωρίς να μπορούμε ποτέ να δώσουμε στα παραμύθια ένα όνομα...
Κι είναι όλα όμορφα... πάντα, όλα τόσον όμορφα.
Κολυμπάμε σ' ένα όνειρο, σ' ένα τεράστιο κύκλο, τόσο μικροί, κολυμπάμε σαν μικρά βατραχάκια, ευτυχισμένοι κι άλλες πάλι φορές, τεράστιοι εμείς κι ο κύκλος τόσο μικρός, το όνειρο τόσο μικρό, να ασφυκτιούμε, χωρίς ποτέ να σκεφτούμε να του βρούμε ένα όνομα να μας χωράει... κι όμως ακόμα και τότε, όλα είναι όμορφα, τόσο παράλογα όμορφα.
Πετάμε ένα βότσαλο στη θάλασσα και κάνουμε μια ευχή, για μας, για τους αγαπημένους μας, για κείνους που  επιθυμήσαμε πολύ, αλλά δεν ήρθαν ποτέ στο δρόμο μας και τους ευχόμαστε να είναι καλά και κάθε μέρα που
περνάει καλύτερα.

                                     Εν' Αγόρι Για Παραμύθι

     Εν' αγόρι για παραμύθι, με τραβάει απόψε μαζί του στο χτες και μ' αρπάζει απ' το χέρι το ολοκαίνουργο μολύβι, που μόλις πριν λίγο του 'χα προσφέρει και το 'χε αρνηθεί, ρίχνοντάς μου ένα βλέμμα που το διαβάζω, ένα βλέμμα που μου λέει: "Καλύτερα να είμαι κακός παρά να σου είμαι υποχρεωμένος. Όμως εσύ αγάπα με". Από τότε ότι κι αν μου πήραν, όσα κι αν άφησα να μου πάρουν, ποτέ δεν είδα σε κανενός το βλέμμα τόση ανάγκη γι αγάπη.
     Ένα αγόρι για παραμύθι, ένα άτακτο, χαριτωμένο πλασματάκι μουτζουρώνει τη ζωή μου με το μολύβι το δικό μου κι είναι σίγουρο πως αργά ή γρήγορα θα σχηματίσω τη χειρότερη γνώμη γι' αυτό. Δοκιμάζει την
αντοχή μου, όταν τα καταστρέφει όλα, ενώ γνωρίζω ότι την ίδια στιγμή μπορεί να μου χαρίσει τον κόσμο όλο. Με τραβάει παράλογα κοντά του, ονειροπόλοι κι οι δυο ακολουθούμε ιδέες που δεν ξέρουμε αν πρέπει να ζήσουμε η να πεθάνουμε γι' αυτές, περνάμε μαζί αφύλαχτες διαβάσεις, φιλτράρουμε τη ζωή μας για να γίνει καλύτερη και ταυτόχρονα την πληγώνουμε χορεύοντας μαζί της πάνω σε τεντωμένα συρματόσκοινα, αναζητώντας έναν παράδεισο, έναν παράδεισο που δεν βρίσκουμε ποτέ.
     Βραδάκι καλοκαιριού κάπου στην Ομόνοια, με τη μυρωδιά του καφέ και των μπαχαρικών ν' ανακατεύεται με την αποφορά που αναδίδουν τα παλιά εγκαταλειμμένα κτήρια, ανάβουμε τσιγάρο, εκείνος Gauloise, εγώ Rothmans. Αμίλητοι κι οι δυο. Τα έχουμε πει όλα. Με ότι απέμεινε απ' το μολύβι κι ύστερα από τόσα μουτζουρωμένα χρόνια, τον βλέπω να γράφει πάνω στο πακέτο με τα τσιγάρα του "σ' αγαπώ", να με χαϊδεύει με το βλέμμα εκείνο που τον πρωτογνώρισα, με το ίδιο εκείνο  βλέμμα που μου λέει ακόμα :"...όμως εσύ αγάπα με». Λαχταράω να τον πάρω στην αγκαλιά μου, να του γλυκομιλήσω να του χαϊδέψω τα μαύρα κατσαρά του μαλλιά  και να του πω: "Αγόρι μου γλυκό, αγόρι μου καλό, μη φοβάσαι. Είμαι ακόμα εδώ". Όμως όχι. Παίρνω μόνο το πακέτο με τα τσιγάρα που 'χει κλεισμένα μέσα σε έξη γράμματα τόσα αλύτρωτα χρόνια, που 'χει γραμμένη με έξη γράμματα τη λέξη εκείνη που αν την είχα ακούσει όταν την είχα τόσο ανάγκη, θα μπορούσε να με κρατήσει στη ζωή του ολόκληρη ζωή. Έχουμε καταλάβει κι οι δυο. Η συνεννόηση είναι τόσο καλή. Μόνο που είναι μια συνεννόηση κουρασμένη και τόσο, μα τόσο λυπημένη.
     Απόψε ένα κακό παιδί στην οθόνη μου, με γύρισε πίσω και για πρώτη φορά ύστερα από τόσα χρόνια, κάπνισα ξανά. Ένα τσιγάρο από τα δικά του εκείνα τ' αγαπημένα και φύλαξα ξανά το πακέτο, που ο χρόνος έχει ξεθωριάσει πάνω του, το πρώτο και τελευταίο του "σ' αγαπώ".

                                     Τελικά Του Έπεσε

     Τελικά του έπεσε.
     Στον καφενέ. Μ' ένα εύκολο αστείο, από κείνα που λένε οι  άντρες όταν βρίσκονται μεταξύ τους, δηλαδή χαζοχαρούμενο και διανθισμένο με πολλές άνοστες μεν αλλά  γαργαλιστικές  λεπτομέρειες. (χμμ... μάλλον δεν εμπιστεύομαι και πολύ το αντρικό χιούμορ). Το περίμενε όμως εδώ και  μήνες ότι θα συνέβαινε. Η αλήθεια είναι ότι τον είχε βγάλει  παλικάρι τόσα χρόνια. Καμάρι του κρυφό και φανερό. Κανείς  από τους συμμαθητές του δεν ξεχνούσε πως είχε σηκώσει  με δαύτο μέχρι και τρία  κιλά καρύδια. Πάντα καθαρό και περιποιημένο μαζί με τα άλλα, το επιδείκνυε με κάθε δυνατό τρόπο. Μικρός που ήταν το μέτραγε και το σύγκρινε με των άλλων. Ασύγκριτο!
     Μεγαλώνοντας αποδείχτηκε  σπουδαίο εργαλείο αλλά κι αντικείμενο περιέργειας για όσους τον γνώριζαν. Παρ' όλο το παράξενο της φύσης του, κανένα  λειτουργικό πρόβλημα δεν του δημιουργούσε, αντίθετα  με μεγάλη ευκολία και ικανοποίηση το βύθιζε βαθιά στη ζουμερή σάρκα  δροσερών δημιουργημάτων της φύσης και γευόταν τη γεύση τους με τόση απόλαυση, που  γινόταν σκανδαλιστικά  επιδεικτικός και τολμηρός.
     Φανατικός λάτρης των επιτραπέζιων (κυρίως τάβλι) και τυχερών παιχνιδιών, ήταν τακτικός θαμώνας του καφενείου της πλατείας και του καζίνο της πόλης. Όποτε ήταν κερδισμένος τον καταλάβαινες αμέσως γιατί «γυάλιζε το δοντάκι του» όπως του έλεγαν πειραχτικά οι φίλοι του. Αυτή του η λατρεία, τον έφτασε μέχρι και το ονομαστό Las Vegas.
     Κάποια Χριστούγεννα. Με το ζόρι πήρε τη γυναίκα του την Πηνελόπη, (που σκασίλα της μεγάλη βέβαια για το τζόγο... εκείνης δος της μπουρεκάκια και μπακλαβαδάκια και τέτοια απολαυστικά εδέσματα και πάρ'της την ψυχή) για ένα υπερατλαντικό ταξίδι στη χώρα των Θαυμάτων, προκειμένου να εμπλουτίσει τις γνώσεις του λέει, πάνω στο νόμο των πιθανοτήτων σε ότι έχει σχέση με τα τυχερά παιχνίδια, αλλά και για να κάνουν κι αυτοί μια φορά στη ζωή τους τον τουρίστα. Να τους φέρνουν breakfast στο κρεβάτι, να κάνουν μπάνιο στην πισίνα, (να ευχαριστηθεί η ψυχή τους χλώριο και πολιτισμό) και όχι στην παραλία του χωριού τους (10 χρόνια δε γνώρισαν άλλη παραλία), να ψωνίσουν και να χαζέψουν ατελείωτα, να βγάλουν τα πόδια τους νερό από το περπάτημα στις απέραντες "πλάζες" που έλεγε κι η ξαδέρφη η Ευτέρπη, να ζήσουν τη μεγάλη ζωή βρε αδερφέ, έστω για λίγο, για μια φορά, σε ένα από τα χλιδάτα  ξενοδοχεία του Vegas που διέθεταν στο ισόγειο και καζίνο.
     Εκπαιδευτικό το ταξίδι δηλαδή αλλά και αναψυχής. Ούτε στα πιο τολμηρά
όνειρά του δεν είχε φανταστεί τέτοιο συνδυασμό. Απ' το κρεβάτι στο καζίνο. Αχ! Υπάρχει και παράδεισος λοιπόν. Ας ήταν καλά η ξαδέρφη η Ευτέρπη, που τους μίλησε για τα θαυμαστά  που συνέβαιναν  στην άλλη πλευρά του ωκεανού. Με αυτά τα ακλόνητα επιχειρήματα, περί διπλής απόλαυσης,  έπεισε την Πηνελόπη που στην αρχή ήταν ανένδοτη,  να τον ακολουθήσει, αφού του απέσπασε βέβαια την υπόσχεση, πως  εκεί που θα πάνε θα είναι εγκρατής  και δεν θα ξοδέψει πολλά λεφτά στα  χαρτιά. Ήταν καμένη από το πάθος του άντρα της η Πηνελόπη. Παιχτάκος της κακιάς ώρας και της συμφοράς. Δυο διαμερίσματα από την προίκα της πούλησε για να τον ξελασπώσει.
     Τέτοιο πράσινο δεν είχε ξαναδεί ποτέ του σε αίθουσα. Το πράσινο του κυπαρισσιού. Παντού. Μια τεράστια έκταση με πράσινα τραπέζια. Ο παράδεισος του χαρτοπαίχτη. Και έτσι ξαφνικά ...ξέχασε την Πηνελόπη. Από καιρό βέβαια  ήθελε να την ξεχάσει αλλά θαύματα γίνονται μόνο στον Παράδεισο. Κι έγινε. Και ξέχασε μαζί με την Πηνελόπη και την υπόσχεση. Εμ, τι δουλειά έχει μια Πηνελόπη και μια υπόσχεση στην Πηνελόπη,  σε έναν
Παράδεισο; Και μάλιστα στο δικό του παράδεισο; Απολύτως καμιά. Κι έτσι με ελαφριά τη συνείδηση έπεσε με τα μούτρα στη χαρτοπαιχτική του κραιπάλη.
     Εκείνη πάλι, μαθημένη στις νοστιμιές της δικιάς της κουζίνας, όσες μέρες έκατσαν, (περίπου δέκα) τίποτα δεν της άρεσε και γι' αυτό κατάφερε να χάσει σ' αυτό το λίγο διάστημα τρία κιλά, να ψωνίσει καταπληκτικά ρούχα και να γευτεί την εμπειρία του Jacuzzi και της σάουνας. Πανευτυχής πηγαινοερχόταν στο δωμάτιο κι άλλαζε το ένα μετά το άλλο τα καινούργια της ρούχα, προσπαθώντας, για να μπει στο κλίμα της χώρας που επισκέφτηκε, να μάθει να τραγουδάει ένα τραγούδι της Britney Spears (σ' αυτό ακριβώς το σημείο ήταν που ευχήθηκε ο δυστυχής ήρωάς μας να ήταν κουφός) και να κάνει και τα χορευτικά της καμώματα (εκεί δεν τα πήγε και τόσο άσχημα. Φτυστή η Britney Spears επί σκηνής).
     Με το βλέμμα θολωμένο από την αϋπνία, ξαπλωμένος στο κρεβάτι την κοιτούσε σαν μπαγιάτικος μπακαλιάρος και καθόλου μα καθόλου δεν έπιασε τα ερωτικά μηνύματα που εκείνη του έστελνε, όταν σε μια ατμόσφαιρα πλημμυρισμένη από μυρωδιά κανέλας και γαρύφαλλου, τσίτσιδη τελείως, στέριωσε με ένα τσιμπιδάκι στα μαλλιά της μια ορτανσία και του έγνεψε με το χέρι της να την ακολουθήσει στο μπάνιο, παρά της είπε με μια φωνή σαν να ερχόταν από έναν άλλο κόσμο, "Ντύσου, θα κρυώσεις" κι έπεσε ξερός ο μισός πάνω και ο άλλος μισός κάτω από το κρεβάτι.
     Σκέφτηκε για λίγο, ότι θα ήταν δύσκολο να σηκώσει τον μισό που ήταν κάτω από το κρεβάτι και να τον βάλει μαζί με τον άλλο μισό  που ήταν πάνω στο κρεβάτι ενώ το αντίθετο θα ήταν πολύ εύκολο. Κι έτσι έκανε. Με ένα βαρύ ήχο και πάρα μα πάρα πολύ εύκολα βρέθηκαν τα δυο μισά του κάτω από το κρεβάτι  μαζί, φτιάχνοντας ένα αξιολύπητο «όλον» Αυτό το «όλον»  ήταν όλο δικό της κι αυτή τη στιγμή ένοιωθε την ακατανίκητη δύναμη να το γδύσει, να βγάλει την ορτανσία από τα μαλλιά της και να του τη βάλει στον κώλο. Τον ηλίθιο! Τόσες μέρες Αμερική κι ούτε μια φορά σεξ. Τον κοίταξε
περιφρονητικά. Έμοιαζε τώρα σαν όλα τα χαζόψαρα που είχε ψαρέψει ο πατέρας της στη ζωή του όλη. Ένα χαζόψαρο με μια ορτανσία στον κώλο. Χαχαχαχαχχα. Σα λύχνος ή σαν σμέρνα, σαν κοκοβιός ή σαν χάνος, με κείνο το τεράστιο δόντι, που τόσο πολύ τον έκανε να νιώθει διαφορετικός κι ιδιαίτερος, να ξεβγαίνει από το ανοιχτό στόμα του και να μοιάζει σα μοναχικός σταλαχτίτης σε σπήλαιο, κάθε άλλο παρά ερωτική έλξη μπορούσε να της προκαλέσει τώρα.
     Εκείνο το δόντι...
     Στα 17 της που τον γνώρισε έκανε γούστο αυτή την παραξενιά της φύσης πάνω του, αλλά μετά από δέκα χρόνια που ήταν μαζί, της φαινόταν σαν ένα λάθος της φύσης και τώρα που τον καλοκοίταζε της φαινόταν απλά σαν ένα λάθος δικό της και επειδή σε κανέναν δεν αρέσει να κοιτάζει κατάφατσα τα λάθη του, τον παράτησε και κατέβηκε στο καζίνο να δοκιμάσει την τύχη της απόψε μόνη.
     Η τύχη ήταν με το μέρος της. 'Αρχιζε να παίζει στα μηχανάκια με τα φρουτάκια. Της άρεσε ο θόρυβος που έκανε όταν κατέβαζε το μοχλό και τον άφηνε. 'Αλλαξε πολλές θέσεις και πολλά μηχανάκια μέχρι που έκατσε σε
ένα κι είπε ότι θα είναι το τελευταίο. Θα παίξει μισή ώρα και μετά θα πάει να δει τι είχε απογίνει εκείνο το χαζόψαρο επάνω στο δωμάτιο. Και ω! τι σύμπτωση! Δίπλα της ήρθε κι έκατσε ένας Έλληνας και χάρηκαν αμοιβαία για τη γνωριμία κι είπαν αστεία και σοβαρά και γέλασαν κι εκεί ανάμεσα σε γέλια και πειράγματα έριξε την ιδέα ο Γιώργος (έτσι τον έλεγαν) να παίξουν μια φορά μαζί  να δοκιμάσουν την τύχη τους. Κι έτσι έπραξαν. Και πολύ σοφά  έπραξαν. Γιατί άρχισαν ξαφνικά να σφυρίζουν σειρήνες και να ανάβουν φωτάκια που η Πηνελόπη τρόμαξε βέβαια στην αρχή, αλλά ύστερα κατάλαβε ότι κάτι καλό είχε συμβεί, γιατί ο Γιώργος δίπλα της χοροπήδαγε σαν κατσίκι από τη χαρά του και γιατί πάνω στη χαρά τη μεγάλη του την άρπαξε από τη μέση και της έσκασε κι ένα δυνατό φιλί στο στόμα που πολύ της άρεσε της Πηνελόπης και του ζήτησε να το επαναλάβουν.
     Αυτό ήταν.
     Με την επανάληψη του φιλιού η Πηνελόπη ξέχασε εντελώς το χαζόψαρο. Ακόμα ένα θαύμα. Το ίδιο θαύμα λησμονιάς. Μόνο που αυτή τη φορά συνέβη στην Πηνελόπη.
     Ξύπνησε μετά από  τρεις ώρες. 'Αρχισε να την ψάχνει στο καζίνο. Την Πηνελόπη του. Το Ποπάκι του. Είχε καιρό να τη σκεφτεί έτσι. Με το χαϊδευτικό της όνομα. Όπως τον καιρό που είχαν πρωτο-ερωτευτεί. Δεν είχε λόγο να το κάνει. Μια ανησυχία παράξενη όμως είχε φωλιάσει στην ψυχή του. Δεν είχε όρεξη ούτε να παίξει. Ήθελε να βρει το Ποπάκι. Γιατί να το βρει; Δεν ήξερε. Ούτε ήθελε τίποτα να του πει. Ήθελε απλά να το βρει.
     Όλα συνέβησαν πολύ γρήγορα.
     Καθώς περπατούσε βιαστικά κι εντελώς άτσαλα, σκόνταψε στη μαγκούρα ενός ηλικιωμένου, που ένας Θεός ξέρει τι γύρευε σε τούτο το μέρος... χμ μάλλον κι αυτός Παράδεισους θα 'ψαχνε  ή μπορεί κι ένα θαύμα λησμονιάς.
Βρέθηκε φαρδύς πλατύς κάτω και το πρώτο που σκέφτηκε, ήταν αν έσπασε τίποτα, το δεύτερο,  πως το πράσινο του Παραδείσου τριγύρω είχε αρχίσει να ξεθωριάζει και το τρίτο ήταν το Ποπάκι και ξανά το Ποπάκι και πάλι το
Ποπάκι.
      Ε βέβαια,  στα δύσκολα πάντα υπάρχει ένα Ποπάκι να σκεφτεί κανείς, ακόμα και στον προσωπικό παράδεισο της σκέψης του κι εκεί χωράει τώρα, κι ας ήταν διωγμένο πριν από λίγο, σαν ανεπιθύμητο. Σηκώθηκε πάνω, τινάχτηκε, φτιάχτηκε κι αφού είδε ότι όλα  ήταν στη θέση τους και όλα δούλευαν καλά, χτύπησε τον ηλικιωμένο που είχε κιτρινίσει ο καημένος,
στην πλάτη και του είπε πως δεν έπαθε τίποτα και να μην ανησυχεί. Μόλις τέλειωσε τις λέξεις αυτές, έφερε το χέρι στο στόμα και ...λιποθύμησε.
     Στην Αθήνα τώρα...
     Το Ποπάκι τρεις μήνες μετά την επιστροφή τους, έκανε αίτηση διαζυγίου κι έφυγε μπρος πίσω για Αμερική, να βρει το Γιώργο. 'Αφησε τον ήρωά μας μ' ένα δόντι βγαλμένο, με το ηθικό του στραπατσαρισμένο, με κείνο το γελοίο αίσθημα διαφορετικότητας, με το πάθος του για τη χαρτοπαιξία και βέβαια  χωρίς τύψεις.
     Ο ήρωάς μας μετά την εμφύτευση του πεσμένου δοντιού και με πιθανότητες επιτυχίας ελάχιστες, προσπαθεί να διασκεδάζει τον πόνο του στον καφενέ με τους φίλους, όπου βέβαια έχουν απαγορευτεί  αυστηρά -για λόγους ευνόητους- αστεία με κερατάδες κι οδοντίατρους. Τα συμπεράσματά του για το νόμο των πιθανοτήτων σε σχέση με τη χαρτοπαιξία δεν ήταν και τόσο επιστημονικά. Απλά ανακάλυψε πως είναι γκαντέμης και μάλιστα διεθνώς...
     Από τη μέρα που τον παράτησε το Ποπάκι σταμάτησε και τη χαρτοπαιξία,  που τόσο πολύ αρνητικά  είχε επηρεάσει τη συμβίωσή του  μαζί της. Ένιωθε να της το χρωστάει. Κι ας είχε τώρα φύγει. Βασικά είχε αλλάξει η ζωή του, δραματικά και με πολύ γρήγορο τρόπο... κι ήταν αυτή μια διαφορετική αίσθηση διαφορετικότητας που ένιωθε για τον εαυτό του τώρα πιά...
     Στον καφενέ τώρα...
     Το δόντι δεν άντεξε τη δόνηση από το δυνατό του γέλιο κι έπεσε. Όλοι έμειναν άφωνοι. Ήξεραν από πάντα τι σήμαινε για κείνον τούτο το δόντι και  μετά την περιπέτειά του συνέχεια γι αυτό μιλούσε. Για το δόντι του μόνο και ποτέ για το Ποπάκι. Να μην καταλάβει κανείς τη στενοχώρια του.
     Έπιασε το δόντι, που φαινόταν τώρα ακόμα πιο τεράστιο, το περιεργάστηκε για λίγο αδιάφορα και μετά αμίλητος το έβαλε σε μια πορτοκαλί σακούλα (το πορτοκαλί ήταν το χρώμα που της άρεσε) που είχε πάντα μαζί του όλον αυτό τον καιρό, για την περίπτωση που το δόντι δεν θα άντεχε και θα του έπεφτε.
     'Ανοιξε την πόρτα και βγήκε από τον καφενέ. Χωρίς καληνύχτα. Ακόμα ένα βράδυ χωρίς καληνύχτα... Ήταν τόσο λυπημένος. Και δεν ήταν για το δόντι που εδώ και καιρό ήξερε ότι μπορεί να χάσει, αλλά για το Ποπάκι που χωρίς να το καταλάβει έχασε.
                                                                                   Ιανουάριος 2005

                                          Σε Χρόνο Ψεύτικο...

     Σε χρόνο ψεύτικο, σε μια στιγμή ατελείωτη, χαμένη, ταξιδεύει σ' ένα γαλάζιο σύννεφο φτιαγμένο από διάφανες, λουσμένες μ' αναμνήσεις λέξεις. Με ένα κρυστάλλινο αρχαίο κλειδάκι, ανοίγει ένα κρυφό μονοπάτι της ψυχής, κόβει ένα κομμάτι γαλάζιο σύννεφο και το σκορπάει μέσα της. Διπλοκλειδώνει κι εμπιστεύεται το κλειδί  σ' έναν άγγελο να το φυλάει. Πασχίζει να βάλει τις λέξεις στη σειρά. Γκρεμίζει μαζί τους και χτίζει μαζί τους. Κλαίει και γελάει μαζί τους κι όταν τελειώνει το ξέρει πως είναι έτοιμη να χορέψει στο κενό της.
     Απλώνει τα χέρια, κλείνει τα μάτια κι αφήνεται. Πετάει σ' ένα χρόνο ψεύτικο και ταξιδεύει παρέα μ' ένα κομμάτι σύννεφο. Το πρώτο πέταγμα. Ο πρώτος μεγάλος φόβος. Θα ζήσει ή θα πεθάνει; Aπό πού να πιαστεί να μη χαθεί;
     Δε ξέρει πως, είναι όμως βέβαιη πως θα ξανά βρει πάλι γη.
     Σε χρόνο ψεύτικο, σε μια στιγμή απερίγραπτη γεμίζει ο ουρανός πολύχρωμα μπαλόνια. Αναγνωρίζει τα χρώματά τους. Είναι εκείνα τα ίδια χρώματα που μικρή έβαφε τα όνειρά της. Πιάνεται από τα μπαλόνια, πιάνεται από τα όνειρά της  και ζει ξανά τα παιδικά παιχνίδια στο κήπο που πήρε το πρώτο της φιλί.
     Στον κήπο που ένας άγγελος τώρα τη περιμένει για να της επιστρέψει μ' ένα δροσερό χαμόγελο το κλειδί της ψυχής της και να της πει :-"Ότι αναζητάς βρίσκεται μέσα σου. Μην ψάχνεις να το βρεις στα λόγια και στα μάτια άλλων. Ξεκλείδωσε ότι καλά κρατάς φυλαγμένο και να θυμάσαι πως είναι μακρύς ο δρόμος γιατί αυτό που αναζητάς είναι αυτό που τελευταίο θα βρεις".
     Σε χρόνο ψεύτικο, ένας άγγελος μετράει τη ζωή της.

                                       Ένας Γνωστός Ξένος

     Με αργές κινήσεις πλησίασε  το ποτήρι με το κρασί στα χείλη της  κι ήπιε μια γουλιά... Ότι κι αν γεύτηκε στη ζωή, πάντα έτσι το γεύτηκε... Αργά...
     Απόγευμα στη συνοικία, με πλανόδιους μουσικούς να παίζουν στη πλατεία, με λευκά περιστέρια κι ηχηρά πετάγματα, με μικρά παιδιά να τρυφεραίνουν την εικόνα, με μια ανείπωτη προσμονή στο βλέμμα.
     Είχε πάει εκεί από νωρίς. Δεν άντεχε τους λευκούς τοίχους του σπιτιού, δεν άντεχε να περιμένει την ώρα να περάσει.
     Θυμάται... Πολλές ήταν οι φορές που περίμενε κάτι να συμβεί στη ζωή της. Πάντα κάποιον, πάντα κάτι, περίμενε διαφορετικό κάθε φορά, κάτι που όμως σήμαινε πάντα και "σ' αγαπώ και δε σε γνώρισα" και "σ' αγαπώ και σε σκορπίζω", και "σ' αγαπώ και γίνε μου χάδι ξένο".
     Μια κατάβαση, μια πτώση κι εκείνος κάθε φορά ,να προχωράει τόσο βαθιά μέσα της, να χάνεται, στα μονοπάτια χωρίς τέλος του κορμιού της, που ένας ξεπεσμένος άγγελος πρώτος αγάπησε. Κι είναι ακόμα εκεί και δε βγήκε από μέσα της ποτέ. Φόρεσε τη σάρκα της κι εκείνη μεθάει κάθε φορά μ' ένα ποτήρι κρασί στο χέρι, προχωρώντας με δεμένα μάτια στην άκρη ενός γκρεμού, γιατί έτσι μόνο νιώθει το τελευταίο του άγγιγμα, λίγο πριν χαθεί, λίγο πριν την πτώση της κάτω από έναν σκοτεινό άναστρο ουρανό.
     Απόγευμα στη συνοικία και μια ακόμα γουλιά κρασί απ' το ποτήρι της. Τη διψάει τόσο πολύ, μα τη πίνει αργά, όπως πάντα. Απέναντί της δυο μάτια καστανά τη καρφώνουν και της ζητούν. Δεκατρία λεπτά πριν τις 7.00, χωρίς απόφαση. Να μείνει ή να φύγει; Τι περιμένει; Ένα όνειρο ίσως, που το γέννησαν ψιθυρίσματα περίτεχνα, που το' δεσαν σε μαγικό κουτί, ανάλαφρο, λευκό ένδυμα που το γλίστρησαν σ' ένα κόσμο γυμνωμένο που προσπαθούσε χρόνια να ντυθεί την αλήθεια του. Δε μπορεί να σκεφτεί, δε μπορεί ν' αποφασίσει. Να μείνει ή να φύγει; Ο χρόνος είναι λίγος κι η σκέψη ανυπόφορη. Δεν την αντέχει, μα τι να τη κάνει; Δέθηκε κόμπο στο μυαλό της και τη πονάει.
     Τη λευτερώνει. Μ' ένα τίναγμα του κεφαλιού της τη λευτερώνει, τη φροντίζει, της λέει να προσέχει, τη φτάνει εκεί, κοντά στ' αστέρια και την αφήνει. Eίναι μια σκέψη μόνη, μια σκέψη που αντικρύζει για πρώτη φορά τον εαυτό της έξω από το τόπο της, που νιώθει αθώα, που ανοίγει φτερά και ταξιδεύει έξω από τα όριά της και θέλει να λυτρώσει μια μικρή στιγμή εκείνης που τη γέννησε, μαθαίνοντας να πετάει στο σύμπαν.
     Έξη λεπτά πριν τις 7.00, με την αναμονή σκόρπια στην ατμόσφαιρα και δυο καστανά μάτια να τη κοιτάζουν. Δυο όμορφα, ακίνδυνα, καστανά μάτια που δε της λένε τίποτα... Δε ψιθυρίζουν και δε της κλέβουν, δεν την αγγίζουν, δεν τη  χαϊδεύουν. Κλείνει το πρόσωπο μέσα στα χέρια της, κλείνει τα μάτια για να δει. Της είχε πει να προστατέψει ότι "έζησε" μαζί της... Όμως πώς προστατεύονται τα όνειρα να μη τα κάψει η μέρα; Εκείνη ήξερε, όμως είχε κουραστεί. Αυτή τη φορά ήθελε να είναι διαφορετικά... Της είχε πει πως δεν έχει να χάσει άλλο τίποτα στη ζωή του, αλλά αν τα είχε χάσει όλα, τι άλλο εκτός από εγκατάλειψη και λύπη θα μπορούσε να της δώσει; Εκείνης όμως δε της πήγαινε η λύπη και την εγκατάλειψη δε θα τη ξαναζούσε ποτέ.
     -"Μείνε  στο τέλμα σου" της είπε και για πρώτη φορά αναρωτήθηκε τι τη φόβιζε πιο πολύ; Η ευθύνη ή το απρόβλεπτο, το απόλυτο ή το διαπραγματεύσιμο, η ασφάλεια του ελεγχόμενου κόσμου της ή το ταξίδι σ' έναν αβέβαιο κόσμο; Της ζήτησε την ψυχή της.  Ανέστια  η ψυχή της πάντα, ένα φιλόξενο τόπο δε βρήκε να κρυφτεί, για να μερέψει -και να τον έβρισκε όμως, πάλι δε θα τον αναγνώριζε, γιατί είχε ξεχάσει να ελπίζει-. Κι εκείνος να της ζητά... μια βίαιη ανασύσταση της ύπαρξής της, να της ζητά, ανυπόμονα τη ψυχή της, με μια δραματική του παρέμβαση να της χαρίσει την αιωνιότητα ήθελε. Ανυπόμονα, τόσο ανυπόμονα κι εκείνη τρόμαξε.
     -"Τα όνειρά σου θα γίνουν φτηνά" της  είπε. Όμως εκείνη ήταν βέβαιη πως δε θα γίνονταν ποτέ φτηνά... Δε τη φόβιζε καθόλου αυτό. Όσο η ψυχή της θα γύρναγε πίσω στους αγαπημένους της, τα όνειρά της θα 'ταν πάντα πολύτιμα. Όσο η ψυχή της θα χόρευε ξυπόλητη στην αυλή των παιδικών της χρόνων,με τα χαμομήλια και τις πολύχρωμες τριανταφυλλιές,τα όνειρά της θα 'ταν ακριβά... Δε θα φτήναιναν ποτέ, γιατί τα 'χε σώσει μέσα της κι όταν ή ώρα θα 'ρχόταν, απλά θα χάνονταν, θα χάνονταν μαζί της.
     Ένα περιστέρι πέταξε δίπλα της χτυπώντας δυνατά τα φτερά του. Την έβγαλε απότομα από τις σκέψεις της. Κοίταξε προσεκτικότερα τον ξένο απέναντί της. Ήταν συμπαθητικός τελικά. Μελαχρινός και συμπαθητικός. Φορούσε ένα μπεζ πουλόβερ που 'γραφε πάνω με λευκά γράμματα 'dream'. Η αγαπημένη της λέξη τυπωμένη στο πουλόβερ ενός ξένου. Πώς δε το 'χε προσέξει νωρίτερα; Παράξενο ήταν. Μια λέξη. Πόσα αλήθεια είχαν ξεκινήσει στη ζωή της από μια λέξη! Πάντα οι λέξεις να τη μαγεύουν. Τον πρόσεξε ακόμα καλύτερα. Καρφώθηκε στο βλέμμα του. 'Απλωσε το χέρι με το νου της και τον άγγιξε κι εκείνος της χαμογέλασε. Πόσο γνωστός της φαινόταν! Κι η λέξη του τόσο δική της... κι όλα πάνω του έμοιαζαν να φωνάζουν πως είναι διαφορετικός. Μέχρι πριν λίγο της ήταν αδιάφορος... και τώρα ...με μια λέξη μόνο... Παράξενο ήταν.
     Δέκα λεπτά μετά τις 7.00. Ο ξένος σηκώνεται από τη θέση του και πλησιάζει στο τραπέζι της. Κρατάει κάτι στα χέρια του και της το προτείνει. Εκείνη το παίρνει διστακτικά και το κοιτάζει. Ένα κομμάτι χαρτί, ένα κομμάτι κόσμος με τ' όνομά της. Τ' όνομά της σε κόκκινο και μπλέ. Τα δικά της τα χρώματα... Αναγνωρίζει το περιεχόμενό του. Ειν' η σκέψη της, που πριν από λίγο είχε λευτερώσει, σε κόκκινο και μπλε, που εκείνος τη πήρε κι αφού της έδωσε χρώμα κι εικόνα, της την επιστρέφει τώρα καλύτερη . Είναι καινούργια, όμως κείνη την αναγνωρίζει, γιατί κρύβει μέσα της, τη γλυκύτητα μιάς ομολογίας δικής της και την επιθυμία εγκατάστασης μέσα στη δική του σκέψη.
     Ένας γνωστός ξένος, σκεπάζει σιωπηλά τη δική της επιθυμία...

                                         Μια Ηλιαχτίδα

     Mε μια ηλιαχτίδα, όμοια λεπίδα πληγώνει τη νύχτα της κι όμως, λέει πως νοιάζεται. Μιας χαραμάδας  φως καίει εικόνες και  φανερώνει σκιές. Απαλά κι επιδέξια, κατρακυλάει μέσα της, σα φάρμακο και σα κρυφός πυρετός, σα μυστικό και σα ξεδιάντροπη αλήθεια σα κόκκος άμμου και σα φλεγόμενος βράχος. Γράφει με μια παλιά ακατανόητη  μυστική γραφή πάνω της και πάνω στα όνειρά της.
     Πόσα δεν ξέρει!
     Κι όμως ...Δεξιοτέχνης της πιο περίπλοκης λεπτομέρειας τη κάνει να θέλει να του δώσει, τη ταξιδεύει αλλού και μέσα της... Όσο κανένας άλλος, όπως ποτέ κανείς. Την οδηγεί  σε τοπία που εκείνη δεν έχει ακόμα ανακαλύψει, σε διαδρομές του μυαλού άγνωστες κι επικίνδυνες. Γίνεται κυρίαρχος των
σκέψεων και των μυστικών της. Εισβολέας και νικητής.
     Κι όμως υπάρχει ένα τελευταίο, κρυφό μονοπάτι που το βαδίζει ακόμα μόνη της. Υπάρχει ένα σταυροδρόμι που ανταμώνουν η αλήθεια και το ψέμα και το διαβαίνει συχνά και όχι χωρίς κόστος. Εκεί καταμεσής του δρόμου
θέλει να του πει μιαν αλήθεια της, με αντάλλαγμα, ένα μικρό, ένα πολύ μικρό κερασάκι  από τα χέρια του... με αντάλλαγμα την αφή των δακτύλων του πάνω στο στόμα της.

                                   NA ΦΥΓΕΙ ΗΘΕΛΕ

ΝΑ ΦΥΓΕΙ ΗΘΕΛΕ.
ΓΥΜΝΗ ΑΠ' ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΚΙ ΑΠΟ ΘΕΟ,
ΑΠΟ ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΚΑΙ ΛΑΘΗ.
ΝΑ ΚΛΕΙΣΕΙ ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΠΟΥ ΑΝΟΙΞΕ ΜΕΣΑ ΤΗΣ.
Ν' ΑΠΟΦΥΓΕΙ ΤΟ ΧΑΟΣ ΤΗΣ.
ΝΑ ΞΕΦΥΓΕΙ ΗΘΕΛΕ ΑΠ' ΟΤΙ ΤΗΝ ΚΡΑΤΑ ΓΕΡΑ ΣΤΗ ΓΗ,
ΣΑ ΒΑΘΙΑ ΑΝΑΠΝΟΗ ΝΑ ΣΒΗΣΕΙ ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ.

ΝΑ ΝΙΩΣΕΙ ΤΗ ΖΩΗ ΤΗΣ ΝΑ ΤΡΕΜΕΙ ΗΘΕΛΕ.
ΝΑ ΞΕΓΥΜΝΩΘΕΙ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΕ ΟΤΙ ΤΗ ΦΟΒΙΖΕΙ,
Ν' ΑΝΥΨΩΘΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΧΑΘΕΙ.
ΝΑ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ ΠΙΑ.
ΣΤΗ ΔΙΚΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΛΙΑ ΝΑ ΖΗΣΕΙ ΤΟ ΔΙΚΟ ΤΗΣ ΟΝΕΙΡΟ.
Η ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΤΗΣ Ν ΑΛΛΑΞΕΙ,
ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΓΕΝΝΗΣΕΙ ΤΗΝ ΑΛΛΑΓΗ.

ΤΗΣ ΕΙΠΕ ΠΩΣ ΚΡΑΤΑΕΙ ΤΙΣ ΕΥΤΥΧΙΕΣ ΤΟΥ
ΚΑΙ ΤΙΣ ΔΥΣΤΥΧΙΕΣ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ,
ΟΤΙ ΠΕΡΑΣΕ ΠΟΛΛΑ ΚΑΙ ΞΕΠΕΡΑΣΕ ΠΟΛΛΑ,
ΠΩΣ ΑΦΗΣΕ ΠΙΣΩ ΤΟΥ Ο,ΤΙ ΤΟΝ ΣΗΜΑΔΕΨΕ
ΚΙ ΕΤΣΙ ΠΟΡΕΥΕΤΑΙ ΣΤΗ ΖΩΗ ΑΠΟ ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΣΗ ΚΑΙ ΜΟΝΟ
ΔΙΕΥΡΥΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ
ΠΡΟΣΠΑΘΩΝΤΑΣ ΙΣΩΣ ΝΑ ΙΣΟΡΡΟΠΗΣΕΙ
ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΑΝΤΙΦΑΣΕΙΣ ΤΟΥ.

TON ΠΗΡΕ ΜΑΖΙ ΤΗΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΒΟΛΤΑ ΔΙΠΛΑ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ.
ΤΟΝ ΑΦΗΣΕ Ν ΑΓΓΙΞΕΙ ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΠΟΛΥ ΜΙΚΡΟ ΚΟΜΜΑΤΙ
ΣΑΡΚΑΣ ΕΚΕΙ ΛΙΓΟ ΠΙΟ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΩΜΟ ΤΗΣ
ΟΠΟΥ ΚΑΤΑΚΟΚΚΙΝΟ ΕΙΝΑΙ XAΡΑΓΜΕΝΟ
ΕΝΑ ΠΟΛΥΦΥΛΛΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ.
ΤΟΥ ΕΔΩΣΕ ΝΑ ΜΕΤΡΗΣΕΙ ΤΙΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΤΗΣ
ΚΑΙ ΒΡΕΘΗΚΕ ΜΑΖΙ ΤΗΣ ΣΤΟΝ ΤΟΠΟ ΤΗΣ,
ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ ΤΗΣ,
ΣΤΑ ΠΡΕΠΕΙ ΤΗΣ
ΚΑΙ ΤΑ ΘΕΛΩ ΤΗΣ...
ΚΑΙ ΜΠΕΡΔΕΥΤΗΚΕ...
ΚΑΙ ΠΑΙΔΕΥΤΗΚΕ.
ΤΟΥ ΠΑΡΕΔΩΣΕ ΕΝΑ ΚΟΣΜΟ ΣΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ ΤΟΥ
ΚΙ ΑΥΤΟΣ ΤΟΝ ΠΗΡΕ Μ' ΕΝΑ ΧΑΜΟΓΕΛΟ
ΚΑΙ ΜΕ ΜΙΑ ΛΑΜΨΗ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ.

ΚΑΤΡΑΚΥΛΗΣΕ ΣΤΗ ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΣΑ ΡΥΑΚΙ
ΣΑ ΧΑΡΙΤΩΜΕΝΟ ΜΟΥΡΜΟΥΡΗΤΟ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑΣ.
ΦΟΥΣΚΩΣΕ ΣΤΟ ΚΟΡΜΙ ΤΟΥ ΣΑΝ ΠΟΤΑΜΟΣ,
ΤΟΝ ΓΟΗΤΕΥΣΕ,
ΤΟΝ ΠΑΡΕΣΥΡΕ,
ΤΟΝ ΕΝΙΩΣΕ ΔΙΚΟ ΤΗΣ,
ΟΤΑΝ ΚΑΥΤΟ ΞΕΧΥΘΗΚΕ
ΑΠ ΤΟ ΥΠΑΙΘΡΙΟ ΧΥΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ
ΕΝΑ ΛΑΜΕ ΠΑΡΑΛΟΓΟ ΧΡΩΜΑ ΠΟΥ ΤΗΝ ΠΛΗΜΜΥΡΙΣΕ,
ΤΗΝ ΑΛΛΑΞΕ,
ΤΗ ΜΕΤΟΥΣΙΩΣΕ,
ΣΕ ΧΩΡΑ Μ' ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΟΜΟΡΦΙΑ.

Κορίτσια Του Κόσμου

Ένα πρόσωπο.
Ένα ακόμα πρόσωπο.
Ενωμένο με τα άλλα πρόσωπα
Μέσα στην ανωνυμία του κόσμου
Προσωρινό
Που πήρε τη θέση του προηγούμενου προσώπου
Για μια ακόμα σχέση τυχαία
Με την επιθυμία ανεξέλεγκτη
'Aπληστη και τυφλή
Πουλημένη για λίγες μικρόχαρες στιγμές
Με της ψυχής και του νου τους ορίζοντες κλειστούς
Λεηλασίας λάφυρα φτωχά

Κορίτσια του κόσμου
Που πάλιωσαν και χάθηκαν
Μες τις επιθυμίες τους
Που για κείνα κάποτε είχα πει
"Εγώ δεν θα τους μοιάσω"
Που παραδόθηκαν στο λίγο και το κατώτερο
Αναζητώντας το αιώνιο
Με άλλοθι ισχυρό κι ατράνταχτο
Την ανάγκη τους ν' ανήκουν κάπου
Αυτά τα κορίτσια που έκαναν λάθος
Τ' αγαπώ πολύ!

Είναι αργά, μα τ' αγαπώ πολύ.

                                        Μια Φυγή

Aναζητά το απόλυτο και το αναζητά πάντα με τον ίδιο τρόπο.
Το ανιχνεύει πρώτα στα λόγια και μετά το κάνει όνειρο που πολεμά τη πραγματικότητα.
Το ψάχνει πάντα από λάθος αφετηρία και δε μετανοεί.
Ζητά ένα ταξίδι στην αθωότητα από την ίδια λάθος αφετηρία κι όταν
συνειδητοποιεί πως αυτό είναι ακατόρθωτο, ακόμα και τότε δε ψάχνει γι' άλλο δρόμο.
Περνά τις σκέψεις και τα νοήματα από το μυαλό του, δε καταφέρνει όμως να
τους δώσει μια θέση στη καρδιά.
Είναι πεισμένος πως γεννήθηκε για ν' αξιωθεί την απόλυτη ψυχική επαφή, την απόλυτη αγάπη και ψάχνει κάποιον που υπολογίζει ότι θα καταλάβει τι ζητά.
Δε τον βρίσκει.
Ακόμα και τότε όμως, δε ψάχνει για άλλο δρόμο.
Το ξέρει πως ολοκληρώνοντας μια σχέση, στην ουσία, έχει αφήσει την ουσία και βρίσκεται απλά στον ίσκιο της.
Το ξέρει από την αρχή κι όμως είναι φορές που το επιχειρεί, παρ' όλο που γνωρίζει πως η ουσία δε βρίσκεται στη σχέση του με οποιονδήποτε, παρά μόνο στην αναζήτησή του, φτάνοντας στο τέλος να ξέρει τι δε θέλει και να μη ξέρει τι ακριβώς θέλει... και πληγώνει και πληγώνεται.
Βουλιάζει παράφορα στην αναζήτησή του, γυρεύοντας ν' αναγεννηθεί ξανά μέσα από ένα ξένο ήλιο και σ' έναν άλλο κόσμο κι έτσι περνά από τούτη τη γη, ρημάζοντας τη ζωή του στο χρόνο.
Αναζητά το απόλυτο και νομίζει πως θα το βρει με το να 'ν' απόλυτος στη κρίση του για τους άλλους...
Κρατά τις θέσεις του κι έτσι χάνει τις σχέσεις.
Ακόμα και τότε όμως δε ψάχνει γι' άλλο δρόμο.
Κουράστηκε, επειδή ψάχνει στον ίδιο πάντα δρόμο, που 'ναι ξεκομμένος απ' όλους τους άλλους κι έτσι χάνεται κάθε φορά, κάνοντας πάντα δυο βήματα πίσω, στη σκοτεινή πλευρά της ζωής, αδύναμος, χωρίς αγάπη, με το βλέμμα στραμμένο σε μια φυγή που τον κερδίζει καθημερινά.

                   Ένα Αγκάθι Για Την Τριανταφυλλιά Μου... 

Μέσα στο χώμα, μικρή αιχμάλωτη, βαθιά κοιμάται η τριανταφυλλιά μου.
Σε κήπο ουράνιο, σάρκα βελούδινη ξυπνάει με φίλημα, η τριανταφυλλιά μου. Μ' ένα χαμόγελο και μ' ένα όνειρο, γλυκά ξοδεύεται η τριανταφυλλιά μου
κι είναι όμορφη, όταν αφήνεται, σ' ελπίδες άγονες, ν' ανθεί κι αλώνεται,
Από έναν έρωτα, που της γυρίζει, ένα λυγμό και της χαρίζει, ένα αγκάθι, να τη φυλάει κι είναι όμορφη, όταν ριγά, μέσα στα χέρια του, που την πληγώνουν, που τη ματώνουν και της ψυχής του το άγιο σπέρμα, τη λευτερώνει.
     Κι είν' όμορφος, όταν αισθάνεται, πως τον αισθάνεται, πως τον διψάει,
Σα στάλα βρόχινη, σα προσευχή, σα ρίγος που άρχισε, μ' ένα φιλί και τον σκορπάει.
     Κι είν' όμορφος, όταν φορά, τ' αθώο βλέμμα, που τη κερδίζει, που τη ραγίζει και της  ψυχής της, η άγια αλήθεια, τον λευτερώνει.
     Μέσα στο χώμα, σιωπή ατέλειωτη, σκεπάζει τώρα, τη τριανταφυλλιά μου.
     Σ' ό,τι πήρε, σ' ό,τι έδωσε, ένα αστέρι άνθισε, για τη τριανταφυλλιά μου.
     Σ' ό,τι βρήκε, σ' ό,τι έχασε, ένα αγκάθι πρόβαλε, για τη τριανταφυλλιά μου.
     Κοιμάται τώρα και στον ύπνο της  μαζί κοιμάται η ομορφιά του κόσμου όλου.
     Κοιμάται τώρα κι είν' η καρδιά της όλη, ένα ποίημα που φτάνει ως το θάνατο.
     Χαμογελάει τώρα κι εκείνος ξέρει πως τον ονειρεύεται...

                      Θα Γυρίσει Μιά Μέρα Ξανά...
(Αφιερωμένο σε ένα κορίτσι που δεν είπε ποτέ του τα κάλαντα)

Θα γυρίσει μια μέρα ξανά...
Στο σπίτι το πατρικό, με τη μεγάλη αυλή, τις τριανταφυλλιές, τα πέτρινα σκαλοπάτια.
Θα περάσει τη μεγάλη σιδερένια αυλόπορτα, θα διασχίσει
το χορταριασμένο διάδρομο, θ' ανοίξει με το κλειδί που
χρόνια κρατούσε φυλαγμένο... Ύστερα, με πόδια που τρέμουν, θ' ανέβει σιγά, με προσοχή, τη ξύλινη σκάλα που οδηγεί στο χώρο 'κείνο, που 'ζησε τα μικρά
της χρόνια και φιλοξένησε τις πιο όμορφες αλλά κι άσχημες αναμνήσεις.
Στην αγαπημένη της γαλάζια μικρή φωτεινή σοφίτα, που 'χε αφήσει απείραχτα όταν έφυγε, όλα όσα, τόσο πολύ είχεν αγαπήσει... και το πρόσωπό της... Της μάνας, το σκοτεινό  λυπημένο πρόσωπο.
Θα καθήσει στη καρέκλα του μαθητικού της γραφείου και θ' αγγίξει το κάθε τι  που υπάρχει επάνω του... μ' ευγνωμοσύνη, τρυφερά, θα τ' αγκαλιάσει όλα με το βλέμμα της, όλα όσα άφησε να τη περιμένουν, γιατί  το 'ξερε, μια μέρα θα επιστρέψει... ήθελε να επιστρέψει και κανείς δεν επιστρέφει εκεί, όπου δε τον περιμένει τίποτα...
Θα γυρίσει μια μέρα ξανά...
Θα 'ναι Χριστούγεννα όπως και τώρα...
Θα την περιμένει καθισμένη στη μαθητική της καρέκλα...
θα 'ρθει από 'να δρόμο που θα πλάσει με το μυαλό της... θα 'ν'  απόγευμα...
-Nα βάλεις τα γάντια σου... Φόρεσε το κόκκινο σκουφάκι που πιάνει και το λαιμό σου. Τα μποτάκια σου είναι κάτω από τη σόμπα... Τα 'χα βάλει όλη τη νύχτα για να 'ναι ζεστά. Πάρε μαζί σου μια τηγανίδα και να προσέχεις τους
δρόμους... έχει βρέξει και γλιστράνε... κι όπως σου 'πα: Πρώτα θα πας στο Θείο το Γιώργο
...
Όμορφη, έστω για μια φορά μόνο, όμορφη, όπως όλες οι μάνες, με το πρόσωπο φωτεινό, θα 'ρθει...
Προστατευτική , τρυφερή, με τη γαλάζια της ρόμπα και το άσπρο πλεχτό σάλι ριγμένο στους ώμους. Θα τη φροντίσει, θα τη κανακέψει, θα 'ναι γλυκιά, θα τη κοιτάζει καθώς θ' απομακρύνεται χοροπηδώντας χαρούμενα. 
Έστω για μια φορά... πρέπει να 'ρθει... δε γίνεται να μην έρθει...
Πρέπει να 'ρθει  γιατί άλλο δεν αντέχει τα Χριστούγεννα, άλλο δεν αντέχει πια  τη θλίψη τους...
Για μια μόνο φορά ,να 'ρθει και να της πει:
-Να πας Μαρία μου φέτος, να τα πεις τα κάλαντα, μαζί με τ΄ άλλα τα παιδάκια, μόνο να προσέχεις... να μη τραγουδάς δυνατά και κλείσει η φωνή σου... και κοίτα  μη χάσεις το τριγωνάκι, να το έχουμε και για του χρόνου...
Να προσέχεις...
Σ' αγαπώ
.

                      Η ΘΛΙΨΗ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

Απόψε όλη τη νύχτα έβρεχε και συνεχίζει ακόμα και τώρα.
Ακόμα μια μέρα δική μας.
Κάνει πολύ κρύο, φυσάει, τα καράβια δεν ταξιδεύουν,
οι άνθρωποι έχουν πάψει από καιρό,
έτσι απλά, χωρίς απόφαση, γιατί είναι μόνοι,
-και κανείς δεν ταξιδεύει μόνος του-
χωρίς ένα διαφορετικό ήχο στα αυτιά τους,
χωρίς μια μουσική που να θυμίζει έναν τουλάχιστον έρωτα,
με το ρολόι τους σταματημένο σε κάποια παιδικά Χριστούγεννα.

                           Η Θλίψη των Χριστουγέννων

     Η χαμένη παιδική αθωότητα. Ο ήχος από τα πρώτα τριγωνάκια, οι πρώτες παιδικές φωνούλες της έφερναν πάντα δάκρυα. Γιατί φεύγουν όλα; Γιατί φεύγουν όλοι; Γιατί το μόνο που μένει να θυμόμαστε είναι αυτό που χάθηκε; Τα χρόνια, τα φτερά μας, οι προσπάθειες, τα τραγούδια, οι όρκοι μας, η καθαρή φωνή μας. Νικημένοι... και τα φερσίματά μας νικημένα κι οι σιωπές
μας νικημένες, φορτωμένες με φωνές που κάποτε φλυαρούσαν μια χαρούμενη αρχή. Κι η ψυχή, που κάποτε προσευχήθηκε σε μια σπίθα που νόμιζε για φως , νικημένη κι αυτή.
     Η θλίψη των Χριστουγέννων... Και μια καρδιά που πάλιωσε να χτυπά και να σπάζει κάθε φορά, στη θύμηση παλιών παιδικών παραμυθιών, στη θύμηση μιας πυρκαγιάς που 'καψε τη νιότη μας κι άφησε πίσω τριαντάφυλλα από στάχτη κι έναν άνεμο χωρίς στοργή, να σαρώνει τις μέρες μας, να δοκιμάζει τις αντοχές μας και να μας παίρνει μαζί του πάντα, κάθε Χριστούγεννα που οι πρώτες παιδικές φωνούλες αντηχούν τα κάλαντα, στο κατώφλι ενός κόσμου που πέρασε, χάθηκε και δεν έχει ελπίδα πια.
     Ένας άνεμος άστοργος, γιορτινός φυσάει και φέτος...
     Ένας καπνός ξιπάζει στη δύναμή του...
     Είν' ο καπνός που αντιστέκεται στον άνεμο...
     Είν' εκείνη, είν' αγάπη και δε φοβάται...

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers