-


Dali &









/




 
 

 

Boris: ...


         Μπρις

                                  Βιογραφικ

     Δια χειρς ιδου: Γεννθηκα στα Highlands της Σκωτας, τον Ιολιο του 1654. Αρχικ με ονμασαν Dunkan McLeod [εμαι ο γνωστς Highlander, η ζω μου εναι το θμα πολυσυζητημνης τηλεοπτικς σειρς], αλλ τελικ κποιος λλος εχε καταθσει αυτ το νομα στο γραφεο ευρεσιτεχνιν και με ονμασαν Desmondo Jose Ruiz. Στα βοσκοτπια της Σκωτας μαθα να χειρζομαι το ξφος, να πολεμω σαν ντρας και να ψνω σουβλκια. Διακρθηκα στον Αγγλοσκωτικ πλεμο και τιμθηκα με πολλ βραβεα ανδρεας. Μλιστα στον πλεμο αυτ, αφτου δχτηκα να θανσιμο πλγμα [δχτηκα βολ απ μπαζοκας στο στομχι] και δεν πθανα, γινε ευρως γνωστ τι μουν αθνατος.
     Επειδ οι γονες μου δεν εχαν την οικονομικ νεση να με σπουδσουν, δολεψα 12 συναπτ χρνια σε παγωτατζδικο και μζεψα τα απαρατητα λεπτ για να ιδρσω το δικ μου πανεπιστμιο και να σπουδσω σε αυτ [το γνωστ πανεπιστμιο της Οξφρδης]. ντας συμφοιτητς με σπουδαες προσωπικτητες [Φουκ, ινσταν, Μγας Αλξανδρος, Τσλα, Καρβλας, Βσση, Τριαντφυλλος], σφυρηλτησα μια σιδερνια αποφασιστικτητα και θληση για επιτυχα. Αποφοιτντας απ το πανεπιστμιο στα 43 μου χρνια, αποφσισα τι ταν καιρς να κνω οικογνεια. Μετ απ 12 αποτυχημνους γμους γνρισα την αγπη της ζως μου, Μεσαλνα Βαλρια του Γοδεφρουδου και της Βικτριας, με την οποα ζω το υπλοιπο της ζως μου σε να ρεμο σπτι στη Βαλτιμρη των Αθηνν, μαζ με τα 29 παιδι μας. 
     Τον 20ο αινα αποφσισα να στραφ στη φιλανθρωπα και τον Χριστιανισμ. Πολησα τις επιχειρσεις μου [McDonalds, BP] και πγα με την ιεραποστολ στο Μπακο του Αζερμπατζν. Μια υπροχη εμπειρα που μου χρισε φοβερς γνσεις για τους ανθρπους και τα μαλλι τους. 
     Χτυπημνος πλον απ τη χρεοκοπα αναγκζομαι να πουλω ξυραφκια στους συρμος του ηλεκτρικο στην Αθνα (αυτ που λνε μυαλ-ξυρφι) και να τρω καθημεριν στα McDonalds χωρς καννας απ τους πρην υπαλλλους μου -ωιμ- να με αναγνωρζει. 
Πρσφατα, μαζ με τον Bud Spencer συλλβαμε τον δολοφνο του Κινζου Πρσβη στη Μογγολα, αλλ ακμα περιμνω την αμοιβ μου απ τον ΟΗΕ. 
     χοντας πλον χορτσει τη ζω περιμνω κποιον να ρθει να μου κψει το κεφλι, να τελεινουμε.
     Σημ δικ μου: Το μνο που ξρουμε εναι πως το μικρ του νομα εναι Ρωμανς και πως σποδαζε στο Α' τος του Πολυτεχνεου και πως του ρεσε επσης να ζωγραφζει και να κνει κολλζ. Επσης τι ταν απ ευκατστατη οικογνεια, παρξενος αλλ πολ ταλαντοχος και σχεδαζε να πει να συνεχσει σπουδς στο εξωτερικ.

                                                                                    4/10/2001

=================

                             Ο Ασημνιος Καναπς

     ταν εκενη η βραδι που περμενε εδ και χρνια. Επιτλους θα ξαναμαζεονταν λα τα παλι φιλαρκια απ το στρατ για μια ολονχτια παρτδα πκερ. Οι περισστεροι εχαν κιλας φτσει στο μρος -εχαν ορσει ραντεβο στο σπτι του Τζον, μιας κι εκενος τα εχε οικονομσει χοντρτερα απ' λους εμς τους υπλοιπους. Εχε πλκα που κοιτοσα τις γρικες πια φτσες που προσπαθοσαν να αναπαργουν παλι φθαρμνα ανκδοτα απ το στρατ να αναθερμνουν αναμνσεις απ περασμνα καψνια. Οι πιο πολλο απ μας εχαν κνει καρφλα, εκενοι που εχαν ακμα μαλλι θα μποροσαν κλλιστα να το προσφρουν στα παιδι τους ως μαλλ της γρις εν λγοι δεν εχαν σκαφτε απ ρυτδες.

     τσι που το δωμτιο κεντραριζταν λο γρω απ την πρσινη τσχα του τραπεζιο και την περεργη μυρωδι της. ταν φανεται φρεσκοπλυμνη. πως κι οι τοχοι ταν φρεσκοβαμμνοι, το στερεοφωνικ που αντηχοσε ωραες μελωδες χαμνες εδ και τρεις δεκαετες κι αυτ καινοργιο. Πρα το καινοργιο μου ποτ κι κανα να γρο στο σπτι του Τζον, εν περιμναμε και τον τελευταο να ρθει.
     Ο Τζον ταν μεγλη φρμα κποτε στο στρατ. ταν ανγγιχτος απ καψνια γιατ εχε να θεο στο υπουργεο αμνης. Εχε δυο φορς πιο πολλς δειες απ λους. τρωγε μαζ με τους επιλοχες. Λογικ, λα αυτ θα 'πρεπε να τον εχαν κνει αντιπαθ στους υπλοιπους μας, κι μως ο μπαγσας ο Ζωγπουλος κατφερε να εναι συμπαθς. Αυτς και η κιθρα του. Αυτ η κιθρα που τρα στεκε χορδη σαν βυθισμνο πλοο σε ναν δερμτινο καναπ εχε υποστε τα πνδεινα.
     Γραντζουνσματα απ τον διο, καψματα με σπρτα κι λλα ευτρπελα. Μετ το στρατ ββαια πρα απ την κιθρα βυθστηκαν και λλα πολλ δικ του τραγοδια. Μθοι -που ο διος πλαθε- πως εκενος δεν θα πεφτε μσα στην παραγωγικ διαδικασα καταρρφθηκαν σαν αδξιοι αλεξιπτωτιστς. Ο Τζον Ζωγπουλος φυγε αμσως μετ το στρατ για την Αμερικ. Εκε, πως πολλο λλοι του τπου του, πλοτισε, και ταν ββαια πτησε τα εξντα θυμθηκε και γρισε στην Ελλδα. μουν ββαιος πως αμσως μετ τη χαρτοριξα θα μας ρχιζε τις στομφδεις διηγσεις του για την χρα των ελεθερων μλλον διφορες ιστορες για το πως ριξε την τδε υπεργκμενα σε να παρακμιακ στριπτιζδικο λγο ξω απ το Σαλτ Ληκ Στυ. Αυτς ταν ο Τζον. Μια λρα ντυμνη με πεντοχλιαρα. να τομρι που οτε ο διος θυμται, εμαι ββαιος, σε τι πτματα πτησε για να ανβει στο βουν χρημτων του. 
     φησα το ποτρι μου πνω σ' να ρφι μιας βιβλιοθκης και κατβηκα κτω να υποδεχτ εκενον που μλις εχε φτσει. Φυσικ, πως το εχα φανταστε, ταν ο βδομος. Εκενος που πντα αργοσε. νας ονειροπαρμνος, χαμνος σε μια διαστημικ ταινα συγγραφας ργων επιστημονικς φαντασας. Εχε γρψει γρω στα δκα βιβλα, λα δτομα. Το νομα του δεν θα θελα να σας το πω. Οτως η λλως διατηρε την ανωνυμα του και απ το αναγνωστικ του κοιν υπογρφοντας τι γρφει ως «ντα». Φυσικ απ αυτ θα καταλαβαναμε λοι κτι. Γι' αυτ φροντζαμε λοι να τον αποφεγουμε κπως στο στρατ, χωρς να γινμαστε πολ εμφανες στην απρριψη του. Ειλικριν, δεν κατλαβα γιατ τον κλεσε και αυτν ο Τζον, αν και κτι μου λεγε πως θα μθαινα σντομα.
     Λγη ρα αργτερα καθσαμε λοι γρω απ το τσχινο τραπζι. Ο Τζον εχε φροντσει και εχε φρει μεγλες πολυθρνες, απομιμσεις θρνων. Εφτ γρικες φτσες, μετρντας και μνα μαζ. Θα αρχσω μια σντομη περιγραφ του καθενς.
Ακριβς δπλα μου καθταν η «ντα». Μ' αυτν χετε δη γνωριστε, οπτε δεν σας τον ξαναπεριγρφω.
     Ακολουθντας τη φορ των δειχτν του ρολογιο, δεξι του καθταν ο Νικλας. να παιδ κατ τη γνμη μου παντελς ηλθιο, ανκανο να επιτελσει την οποιαδποτε λειτουργα. Λω παιδ γιατ απ την τελευταα φορ που τον εχα δει χουν περσει τριντα χρνια, αν και νομζω στην περπτωση του δεν αλλζουν πολλ. Θα γινε τποτα σαν κλητρας σε ιδιωτικ εταιρα (το καλτερο ενδεχμενο), μπορε κοριερ σε μεταφορικ εταιρα (η επικρατστερη πιθαντητα). Θυμμαι ιδιατερα ζωνταν να περιστατικ που δεν βρισκε τους καμπινδες και αναγκστηκε να κνει την ανγκη του στο μικρ δασκι πσω απ τη σημαα.
     Δπλα στον Νικλα καθταν ο Πωλ. Οικογενειρχης νθρωπος, διαμαρτυρταν αρχικ στον Τζον που του απαγρευσε να φρει και τη γυνακα του μαζ. νας νθρωπος καλς μα απολτως συνηθισμνος. Εναι απ εκενους που χρησιμοποιον εντελς τυχαα κθε μρα το τρανο των εφτ και δκα, που κθονται πλι εντελς τυχαα στην δια ακριβς θση και που χι τυχαα κθε δευτρα κθε τρτη φορνε τα δια ροχα (και τα αποκαλον «ποδι»). Με τον Πωλ κανα πολ παρα τις πρτες μρες του στρατο. ταν ο πρτος που μλησα, και μλιστα αν θυμμαι καλ τον εχα ρωτσει που ταν ο καμπινς. στερα χαθκαμε.
     Ακμα πιο πρα ξυνε το καραφλ του κεφλι ο Σπρος. Απστευτα νευρικς νθρωπος, ακμα και για τα μτρα της βιαστικς εποχς μας. ταν πντα λγο εκτς θματος. Τον εχαμε στην παρα γιατ οι βρδιες του πεφταν πντα μαζ με του Ζωγπουλου. Γινκαν τσι φλοι με αυτν (ειλικριν δεν μπορ μως να φανταστ τι συζητον). Δεν χω ιδα τι κνει επαγγελματικ, αλλ το σγουρο εναι πως πνει αρκετ για να τον λμε αλκοολικ.
     Δπλα στον Σπρο ταν ο Τζον. Αυτς ο νθρωπος κρατει το νομα του στα Αγγλικ ακριβς για να μας θυμζει πως αυτς φυγε και γρισε χοντας κνει κτι. Αυτ το Τζον εχε μια πικρ ειρωνεα μσα του. πως ταν τα παιδι τσακνονται για τους βλους τους και κνουν μια χειρονομα σαν να ανογουν μια τρπα με το δκτυλο τους στην λλη τους παλμη. Δεν τον εμπιστευμουνα με τποτα. Κποτε κανε προσπθειες να γνουμε κολλητο κι εγ τον εχα στην απξω, μιας και νομζω πως τα συμφροντα του δεν συμππτουν οτε συνπιπταν ποτ με τα δικ μου. Ββαια αρκετ ασχοληθκαμε με αυτν. Υπσχομαι να μην σας ξαναμιλσω σντομα για τον Τζον Ζωγπουλο, εκτς ββαια αν συμβε κτι το απρσμενο το ενδιαφρον.
Τλος, δπλα σε μνα απ την λλη μερι καθταν ο Ερρκος. Θα μποροσα να πω πως απ λους εμς εναι ο πιο φυσιολογικς (σως μετ απ μνα). Ο νθρωπος δουλεει, βγζει λεφτ, χει οικογνεια και δεν χει κανναν εθισμ τποτα που να τραβει την προσοχ. Δεν ισχυρζομαι πως αυτ που περιγρφω εναι αρετς, αλλ σγουρα ο Ερρκος χει γλυτσει απ πολλς ατυχες απρσμενα γεγοντα. Στο στρατ ββαια δεν ταν τσι. Θυμμαι εχε φει στρατοδικεο γιατ αρνιταν πεισματικ να ξυρσει τη γενειδα του (εξαιτας της οποας κρδισε το παρατσοκλι Τυδρ). ταν κποτε νας θαρραλος κομμουνιστς, απ εκενους του λγους που δεν το λνε πως εναι δεν τους νοιζει να απαντσουν σε ττοια ερτηση. Σιγ-σιγ ββαια, πως κ
ι ο Τζον, εγκατλειψε κι αυτς τις ιδες του στο βωμ του χρματος.
     Και τρα φτασε η σειρ μου. Αν και δεν εναι πολ νετα να μιλω για μνα, εφσον αυτ κανα για λους θα πρπει να πω δυο λγια... Ονομζομαι Γιργος Χλκινος. Το ξρω, τ' νομα μου προκαλε γλιο, αλλ ποτ δε θλησα να τ' αλλξω. Γεννθηκα στην Αθνα πριν απ πενντα δο χρνια και μεγλωσα σε μια πλρη οικογνεια. Δεν μου λειψε ποτ κτι. Μετ το στρατ σποδασα Ηλεκτρονικ και τρα εργζομαι σε μια εταιρα κατασκευς ηλεκτρονικν υπολογιστν, αν κι χω αρχσει να σκφτομαι την πρωρη συνταξιοδτηση μου. Εμαι ανπαντρος χωρς παιδι, θα μποροσατε να με πετε κι εργνη αν και δεν με θεωρ ττοιο. Ας αλλξω τρα θμα.
     Αφο λοιπν καθσαμε λοι γρω απ το στρογγυλ τραπζι, ρθε νας απ τους υπηρτες του Ζωγπουλου και του ψιθρισε κτι στο αυτ. Εκενος επε «Ευχαριστ Μουμπτα». Σηκθηκε κι επε πως θα επιστρψει σε δυο λεπτκια λγω ενς τηλεφωνματος. Αμσως το τραπζι ξφυγε απ τη μουγκαμρα που το εχε φυλακσει σην ρα ο Τζον ταν μαζ μας. «Τον μπαγσα», λεγαν λοι «πως τα κατφερε τσι να πλει στη χλιδ; Εγ τον εχα γι αλλιτικο». λοι εκενοι οι κριοι που δειχναν σοβαρο και συγκρατημνοι στην αρχ 'γιναν ξαφνικ κουτσομπλες βρωμστομες... Λγο λειψε ν' αρχσουν να λνε ο νας για την κατντια του λλου ταν επστρεψε ο Τζον.
     Αμσως το τραπζι κατακθισε πλι πως η σκνη στο βρμικο νερ. Ο Τζον ψωσε το ποτρι του ψιλ και θλησε να κνει μια πρποση. Ντρπηκα πολ να τον διακψω, γιατ εχα ξεχσει το ποτρι μου σε να ρφι μιας βιβλιοθκης ττε που 'κανα τη βλτα μου στο μγαρο του. νας μορφασμς αηδας στλισε το ρυτιδιασμνο κεφλι του, και τελικ μου επε να πω.
     ση ρα λειπα, εμαι σγουρος πως τα λλα καλπαιδα θα σχολαζαν και τη δικ μου κατντια. Αν κι εγ τρα που σας μιλω δεν με θεωρ σε κατσταση κατντιας, οτε θεωρ πως εμαι κακομορης για να γελνε μαζ μου. πως ββαια κι λοι απ αυτος δεν υποψιζονται τις σκψεις που σας εξθεσα προ ολγου στο πρσωπο του καθενς απ εκενους. Δυστυχς μως ποτ δεν ξρει κανες τι λνε οι λλοι για αυτν, πρα απ ελχιστες περιπτσεις, για αυτ και μνα δεν με πολυνοιζει τι νομζουν. Στο κτω κτω δεν πρκειται να τους ξαναδ μετ απ εκενη τη βραδι. Θα γριζαν λοι στις τωρινς ζως τους κι ας νμιζαν πως φαγαν να κομμτι της παλις τορτας τους.
     Παιδετηκα πολ να βρω το ποτρι μου. Μλις το βρκα κατβηκα σο πιο γργορα τις σκλες (εδ που τα λμε, με τσα λεφτ θα μποροσε να εχε βλει κι ασανσρ στο ταπειν του σπιτκι). Πγα στο τραπζι, ζτησα τη συγγνμη λων και κθισα στη θση μου. «πως λεγα, λοιπν», συνχισε ο Ζωγπουλος, «θα θελα να κνω μια πρποση στη φιλα μας. Ελπζω ποτ να μη χαθομε εμες, ε παιδι;» Ανβασε το ποτρι στο στμα του και κατβασε το ρουμπιν υγρ με μια γουλι. Μετ σκοπισε το στμα του με το αριστερ μανκι και μετ βας συγκρτησε να βουβ αλλ εντοτοις απασιο ρψιμο. Ακολοθησαν κι οι λλοι. Μλις κατβασαν και την τελευταα γουλι και μετ απ ποικλα σχλια πνω στην πρποση που μλις εχε γνει, ο Τυδρ αγανακτισμνος ζτησε απ τον Τζον να φρει σο πιο γργορα γινταν την τρπουλα, γιατ επε πως εχε κτι δουλεις μετ τη συγκντρωση. Ββαια, ταν δη μα η ρα. Τι δουλεις θα μποροσε να εχε νας λογικς νθρωπος σαν τον Ερρκο μετ τα μεσνυχτα; Ειλικριν δεν ξρω.
     Ο διος Μουμπτα με πριν, νας ταπεινς αραπκος που λογικ «στρατολγησε» ο Τζον στα Αμερικνικα του χρνια φερε να χρυσ δισκκι, που πνω του αναπαυταν σα χρυσ γυμν Κλεοπτρα, η τρπουλα. μοιαζε τσο πολτιμη για τον Ζωγπουλο... Ο Μουμπτα την ακομπησε τρεμμενος στο κντρο του τραπεζιο και το χρι του απομακρνθηκε σαν επιδξιος γερανς απ το τραπζι. Τα μτια του Τζον εχαν καρφωθε πνω στην τρπουλα. Μνο τα ταμπορλα λειπαν. νοιωθες εκολα πως εχαν παρελθν αυτο οι δο... Ο Τζον κι αυτ η συγκεκριμνη, λογικ καταραμνη τρπουλα. βλεπες τα πλα τους να ξεπηδνε απ την πρσινη φρεσκοπλυμνη τσχα, και ξαφνικ οι φρεσκοβαμμνοι τοχοι να γεμζουν αματα.
     Κονησα το κεφλι μου μπας κι αδεισουν τα σκατ που μαζετηκαν εκε τσο απτομα. Ο Τζον εχε αρχσει να μοιρζει. πρεπε να εχαν κλεσει τα μτια μου ση ρα σκεφτμουν τα παραπνω. «Νσταξες κιλας, φλε;» ρτησε ο Σπρος ισινοντας την ηλθια γραβτα του.
     Ξαφνικ μ' πιασε διθεση να γελσω δυνατ για λους τους. λους μας. λες οι γραβτες σα πουτσοδεκτες στραμμνες προς τα επμαχα σημεα, τα καραφλ κεφλια σαν αλεξικραυνα δορυφορικ πιτα γυρισμνα προς τα κτω, και οι ρυτδες σα τοπο της ερμου της Σαχρα, βαθις, σκονισμνες. Ποιος ξρει πσα μυρμγκια περπατνε σε αυτ τα αυλκια ταν κοιμονται. Αηδιαστικς εικνες. Τα σρματα της κιθρας του Τζον, ξεχαρβαλωμνα ας ταν, μοιαζαν να τεντνονται, και να κουβαλον επιδξιους τσιρκαδρους. Ο δερμτινος καναπς γινε κρεβτι οργων, οι πνακες στους τοχους κλειναν σα βρμικα σαγνια, το πτωμα πιασε φκια και οι λμπες σταζαν καυτερ φως. Κονησα το κεφλι μου, προσπθησα να αποβλλω τα σκατ απ το κεφλι μου, αλλ οι εικνες μοιαζαν ακριβς ττοιες. Και αμετβλητες. Φκια, και μια απασια μυρωδι ψοφμι, σα να εξερευνς τα εντσθια πεθαμνης σαρας.
     Τα ξι λλα πρσωπα μναν δια. Σμιγμνα μνο φρδια. Αυτ εχε αλλξει. Και μτια καρφωμνα πνω μου. Μνον εγ τα βλεπα αυτ, νομζω. Νσταζα κιλας, φλε. Ο Σπρος εχε βγλει κυνδοντες, ο Τζον σφιγγταν σα κρβερος... να ηλθιο καρτον λα... Καρτον με μνα ως πρωταγωνιστ. Με θλανε για σοπερμαν, σε κποια μυθικ χειργραφη ταινα, να τα βλω μ' λα αυτ τα κτνη, με μνον πλο μου το ξφος της τρπουλας.
     Αρρστημενε Ζωγπουλε! Αρρωστημνε Χλκινε, θα φναζε κι εκενος μσα του. Ττοια κακα για να μικροπεριστατικ, εκοσι και κτι χρνια πσω. Και τα πνδεινα της πανδρας πλησαζαν το να μετ το λλο.
     νιωθα μσα σε μα οθνη, σε κποιο Ουφδικο της Φωκονος, με δδεκα ψαρωμνα ρεμλια πνω μου να χαρονται που με γμαγαν στο ξλο τποι με τσεκορια και που τα φκια μπλκονταν στα πδια μου. Το φχαριστιντουσαν οι κπανοι, το βλεπα στα ρρωστα τους μτια και τα σπρα τους δντια που γυλιζαν με τον καπν ολγυρα.
     Κπου σκνταψα. Συρματοπλγματα γρω γρω και τσσερα τερστια δκτυλα να κοπαννε μανιασμνα γρω μου τα συρματοπλγματα. Και νας χος τσο απστευτα παρφωνος και εκκωφαντικς. Σηκθηκα κι ρχισα να τρχω προς τη γοβα της κιθρας του Ζωγπουλου, κυνηγημνος απ μοβρικα δκτυλα.
     να πργμα μενε, καθς τρεχα απεγνωσμνος προς το κουτ της τρπουλας, με μοναδικ ελπδα να μην ακουστε η αναπνο μου και να χωρω μσα του. μενε να ρθει νας απ εκενους τους αφνταστα κιτς Κλτες θεος, να με στραπατσρει σα σκουλκι. Κποιος, με μυθικ νομα Λουγκ, Τκτρα κτι παρμοιο.
     Τσαλακωμνος. Δπλα σε κτι σκουπιδοτενεκδες πεταμνος. Μυρωδι κρασιο κακς ποιτητας, σκουπιδλα και ψοφμι -πλι. Ο χος απ να τηλφωνο, στο σπτι πσω μου. Πολυκατοικες. Νχτα, σκοτειν. να γυμν πδι απ την λλη πλευρ του σκουπιδοτενεκ. νας ταλαπωρος στεγος. Σηκθηκα. ξυσα το κεφλι μου κι πρεπε να μοιαζα πραγματικ ηλθιος. Τα ροχα μου λλα. Μια καμπαρτνα παλι, φθαρμνη, γντια με τρπες στη θση των δακτλων, μπτες βαρις στο περπτημα και που με χτπαγαν. Το μαλλ μου αλλαγμνο μακρ κι ελαφρ αξριστος.
νοιωσα προς στιγμ να μη με ελγχω. Τα πδια μου πγαιναν μνα τους. Μετ αυτ καθιερθηκε. Περπατοσα γργορα, με κατεβασμνα φρδια και σχεδν ρομποτικ περπτημα προς Κπου.
     Οι δρμοι δειοι, κποια παλι αμερικνικη συνοικα. λλοι σαν εμνα πολλο. Χαμνοι στο παρελθν, χωρς δικ τους σημδι και στγμα, χαμνοι και σβησμνοι απ κθε σστημα πλογησης στην εποχ τους. Σστημα πλογησης. ρχισα να θυμμαι. Ζωγπουλος. Το νομα μου. Ιωννης Ζωγπουλος. ψαξα τις τσπες μου. Μια ταυττητα πλαστ, με το νομα « Γιργος Χλκινος» και μια φτσα γνριμη. Α! Ο Γιργης απ το στρατ. Εκενο το μπσταρδο καθκι.
     νοιξα την λλη τσπη.
     να πεντοδλαρο και μσα του να χαρτ, με τα δικ μου γρμματα: «Καλ να πθεις, καριλη».

                                                                  4/10/2001

                    Αλτες Ποδηλτες (Το λλοθι)

     Βρδυ τρα, γριζα απ μπυραρα. Εχα φγει αργτερα απ τη δουλει κι θελα λγο τσι να ξεχσω αφεντικ, γυνακα και παιδι, να κτσω να πι μια μπρα πως το κανα παλι, σαν εργνης αξριστος, βρωμλος και συνοφρυωμνος, τσαντισμνος απ τις μαζεμνες μαλακες μιας μρας.
     Και που να τρχεις, που να γυρνς στο σπτι τρα, να χεις τη γαμιλα να σου λει «και μα και μου και πο σουν και τι κανες», τα παιδι να σε βζουν να τους εξηγσεις τι ενια κλσμα και πως κνουμε διαρεση, και το γαμημνο σταρ τσνελ με τις ειδσεις και τα λοιπ και τα λοιπ και τα λοιπ. Ασε φλε, βαριμουν μνο που σκεφτμουν την εξπορτα. Ε μζεψα τον μπρμαν απ το χρι, του λω, «πμε για κντρες στην παραλιακ, Τζναθαν;» (αμερικαναθρεμνος γαρ ο μπρμαν) μου λει «Μσα!», και ξεχυνμαστε με την αμαξρα απνω στο καυτ οδστρωμα.
     Και τι να στα λω. Κτι ξανθ γκομενκια στην κρη, με τα μουνχειλα να σε καλον με ταμπλες «the party is inside» και γενικ να τρελ σκηνικ με πολλ καλα. Σκοτδι πλρες, μιλμε μι δυ η ρα το πρω. Τα μνα σημδια στο δρμο φλε ταν τα ξανθ μαλλι της καστης πρνης. Και ο Τζναθαν να χει κολλσει τη γλσσα στο τζμι ο λιγορης. Εκε λοιπν που λιγορευμασταν να σφιχτ ζεστ κωλαρκι, φανεται μπροστ να κκκινο κμπριο αμαξκι. Και να πηγανει το μυαλ μας φυσικ στο ελογο «που και να το οδηγει γκομεντσα αυτ…». «Θα χωθ» κνει ο Τζναθαν, και ανογει το παρθυρο, βγζει και τη ζνη ο κπανος για να φανε πι μορης και του στυλ «εγ ρισκρω».
     Και ω του θαματος, το αμαξκι το κκκινο κμπριο το οδηγει μια γυναικρα, το νειρο που κθε ντρας θλει να κνει κμπριο. Και να τη βλπεις χωρς ροχα απλωμνη πνω στο μπαμπρζ ρε φλε με τα πδια ανοιχτ. Η να σου παρνει ππα πως θα καθαρζει το αμξι. Σατρπικες φαντασισεις που τις χω απ το γυμνσιο. Και πετει ο Τζναθαν τη χοντροκαραφλοκεφλα του ξω απ το τζηπ, και κνει νημα στο γκομενκι… Κι εκε ρχισαν λα φλε.
     Πει να μιλσει ο δλιος ο Τζναθαν κι η γκμενα τι κνει… θρσος η κινομενη κλειτορδα… Ανβει το ραδιφωνο και το βζει στο τρμα, το δυναμνει και καλπτει τη φων του Τζναθαν. Και πλι καλ, γιατ μαλακα πγε να πει. «Εσαι για βλτα κοκλα;» κποια παρμοια μαλακισμνη ατκα. Αυτο οι αμερικνοι ρε φλε δε μπορονε να κνουνε σωστ καμκι. Ασε που η προφορ του χει αυτ το βαρ λμδα που εναι λες και μιλει τροχαλα, που να στα λω.
Με το που δυναμνει η γκμενα το μπιτκι, στραβνει ο Τζναθαν και πως πει να χσει το κεφλι ξαν στο αμξι, πατει ο μαλκας το κουμπ του παρθυρου και τον κουτολησε η πνω πλευρ του τζαμιο στο αυτ. Ρμπα γινε, κανονικ. Κοκκνησε σα το αμξι της γκομεντσας.
     Και να σου το μουνκι σκει χαμγελο ρε φλε, αφνει το συμπλκτη και πατει το γκζι τρμα, σανδι το κανε! Μας φησε χιλιμετρα πσω, φγαμε τη μουνικ αστρσκονη της, μριζε σανλ. Ε πως καταλαβανεις σκυλοκαυλσαμε. Καλτερος συνδυασμς απ γκμενα με κιβτιο ταχυττων δεν υπρχει ψηλ. Με μια ματι που μου ριξε ο Τζναθαν, κατλαβα. «Σκστηνα». Ε οκ, επα μσα μου, βουρ!
     Οι ταχτητες ανβαιναν στα ουρνια, λλαζα λωρδες σα μαλκας, δεν βλεπα και τποτα γιατ εχανε χαλσει τα μεγλα φτα. Κααπου εκε στο βθος φνηκε το κκκινο κωλαρκι της μπμπας. Ο Τζναθαν εχε στραβσει τελεως. Αν δεν υπρχε το καντρν θα κλλαγε σαν υδρατμς στο τζμι. Και τι να του πω να χαλαρσει, θα με σφαζε με καν μπουκλι βτκας αυτς. Ψυχκιας μγιστος δικ μου ο Τζναθαν. Με τη πρτη νελα ττοιου εδους στραβνει σα μαλκας. Τρει κτι απστευτα κολλματα ττοιου τπου. Τρα για παρδειγμα στο μυαλ του σγουρα εχε τον εαυτ του πνω απ το μουνκι με χειροπδες και λλα ττοια κουλ. Μπορε να τη φανταζταν και ψφια ο ρρωστος.
Τι λεγα ρε ψηλ; Α ναι. Φνηκε που λες το πσω μρος του αμαξιο της. Τρελλ γκζια. Πγαινα με 120 την ρα ρε και δεν την εχα φτσει. Αλλ πλησιζαμε. Ε αυτ προφανς θα μας εδε απ το καθρεπτκι της, τσι πως θα φτιαχνε το κραγιν στα χειλκια της, και αποφσισε να κψει λγο γκζι. Σιγ σιγ φτναμε. Ο Τζναθαν φριζε, εχε κοκκινσει και μδαγε το κεφλι του.
     Η γκμενα κνει στο πλι, και σβνει τη μηχαν. Εδ εμαστε, λω απ μσα μου. Η θα τη σφξει ο Τζναθαν, η αριο η γυνακα μου θα κυκλοφορε με να κρατο κολλημνο στη μπα. Βασικ εχα σκυλοκαυλσει, το γκομενκι ταν παραδεισνιο. Ενα κωλαρνι λλο πργμα. Πεταχτ, ξρεις, σα μηλαρκι να πργμα, και καθλου χαμηλοκλα. Εχε κτι πδια απραντα. Μεσολα δαχτυλδι, και στθος στητ. Το αποκορφωμα ββαια ταν στο μουτρκι της. Εχε αυτ το απστευτα καυλιρικο πουταν υφκι. Λες και της εχανε γρψει στο μτωπο με μαρκαδρο «σκσε με». Μσαγε και τσχλα το πουτανκι. Καν σχολιαρπαιδο θα ταν, απ αυτ τα ξκωλα που τα πηδνε οι καθηγητς στους καμπινδες και θα πρε το αμξι του γκμενου της του μπαμπκα.
     Σταματω που λες το αμξι, και κατεβανουμε κτω. Ο Τζναθαν ευτυχς εχε χαλαρσει κπως. Εδε και το γκομενκι καλτερα και κατλαβε πως ταν κρμα να το κομματισει. Η γκμενα εχε καθσει στο καπ του αμαξιο, φραγε μια φουσττσα σαμε τον πτο της. Ε ρε αυτς οι γυνακες ξρουν ακριβς τι μας κνει σκυλι και το εκμεταλλεονται. Κλυπτα με τα χρια μου το παντελνι μου μη φανε το καβλιτζκι που πταγε. Τλος πντων. Καθμαστε μπροστ της ψηλ, με τα χρια στις τσπες, και να μας αναλει πατκορφα. Μας κοταξε ρε απ την κορφ ως τα νχια. Με μια παρατεταμνη στση στα κουμπι του παντελονιο. Εναι απ τις γυνακες που το μτι τους πφτει ανμεσα στα σκλια του ντρα και δακρζει ασυνεδητα. Κι η πινακδα στο μτωπο της με το «σκσε με» να χει γνει πινακδα απ νον, και να λμπει σα φανρι. Ξχασα να σου πω, εχα παρκρει στην απναντι πλευρ του δρμου ρε. Κι αυτ ταν το σκατολθος μου… Τλος πντων.
     Για να πολ μικρ διστημα κανες δεν λεγε τποτα. Κοιταζμασταν μνο. Εχα πει στον Τζναθαν καθς βγαναμε να μη μιλσει, χι μνο γιατ ταν τσαντλας, αλλ γιατ γενικ δε σκαμπζει απ καμκι. Μια γκμενα σταρωσε σε λη του τη ζω, το μπζο την βελυν, τη γυνακα του. Γμησε τα σου λω, μνο μια χει πρει σε λη του τη ζω ο κπανος. Αυτ μεταξ μας ε; Μη μαθευτε παραξω, το θλω το κεφλι μου. Ασε που κερνει και καμμι μπρα το καθκι ο αγμητος.
     Και να σου πως πω να μιλσω, ανογει το στοματκι της πρτη... «Τι θα γνει ρε παλληκρια; Θα μιλσει καννας σας εδατε το φως στο τονελ;». Κλλησα. Πρτη φορ συναντω τσο ηλθια γκμενα και να μιλει και σα νταλικιρης. Μια βραχν φων καυλιρα πολ, αλλ που στο κρεββτι θα σε ξενερνει αφνταστα. Τλος πντων, τη διαπραγματετηκα με κτι ατκες θλιες, ακριβς που ρμοζαν στο στυλκι της. «Ελα μαζ μου» και κτι ττοια. Κι ο Τζναθαν να κθεται μουγκγιαννος σα το μαλκα. «Πμε με το δικ σου αμξι», πετει το γκομενκι.
     Οτε καν το νομα της δεν ξερα, αλλ αυτ ταν καλ. Δε σκπευα να συστηθ, δε ξρεις ποτ τι πουτανκια υπρχουν. Μπορε μετ να βαζε τα χσια μου σε καν μπωλκι και να τα χρησιμοποιοσε σα τεκμριο για τον και καλ βιασμ της. σε, πουτανκια σου λω. Δεν την χω πθει εγ τσι, αλλ ακογονται διφορα. Και το κνουνε μνο για τα λεφτ φυσικ, και για να σε ταπεινσουν, γιατ η διαδικασα της μνυσης εναι μεγλη και κουραστικ. Τι στα τσαμπουνω λα αυτ τα νομικ τρα… Στο ψητ.

     Ρε φλε, ταν η δετερη φορ μετ την πρτη φορ μου που εχα περιργεια να δω τη γκμενα χωρς ροχα. Κι νοιωθα και κενο το ργος, πως ττε με την Ελεντσα στα 16 μου. Να σε πιζει κτι στο στομχι ρε ψηλ, πως ταν ανεβανει το αεροπλνο. Κι λο αυτ το βρος να φεγει μλις το ακουμπσει με τη γλωσστσα της.
     Μπανουμε που λες στο αμξι. Εγ μπροστ, αυτ στη θση του συνοδηγο κι ο Τζναθαν ξαπλωμνος σα πεθαμνος στο πσω κθισμα. Εχε ενσει τα χρια και τα εχε βλει πνω στο μπυρκοιλο του ο μαλκας κι βλεπε τα αστρια απ τη γυλινη οροφ. Με ττοιο γκομενκι σε ακτνα ενς μτρου, πως τα κατφερνε να μη κοιτει δε ξρω. Μπορε να αδερφζει κιλας ο μαλκας.
     Βζω πρτη, δευτρα, ανεβανω, αλλζω λωρδες. Κι ο μαλκας ττε συνειδητοποι πως δεν εχαμε καθορσει το «που». Ε τη ρωτω «που;», και το τσλι απαντει «σπτι σου ββαια». Συνεχζω λο ευθεα. Σε κποια φση, ο Τζναθαν εχε κοιμηθε και κουτολαγε η κεφλα του στην πρτα. Εχανε χυθε και τα χρια του κτω απ κθισμα, και πηγανανε πρα δθε σα μαριοντες αλαφιασμνες. «Αυτν τι θα τον κνουμε;» λει το γκομενκι. Ε οκ. Το ξρω πως εμαι πι μορφος απ το αμερικανογορουνο, αλλ δε μποροσα να φανταστ τι το γκομενκι θα ξενρωνε τσο με την πρτη του. «Θα τον αφσω σπτι του». Εχα ξεχσει τελεως τι εχα γυνακα και παιδι. Ποι σπτι μου… αλλ ντε να της εξηγες. «Θα σε πω στο ξενοδοχεο. Το σπτι μου χει πολλς ζημις απ το σεισμ». «Α οκ. Εσαι παντρεμνος». Δεν την περαζε καθλου.
     Και τι παθανω ρε ψηλ, πνω που εχα καυλσει και προσπαθοσα να απλσω το πουκμισο πνω απ το πουλ μου για να το κρψω; Δε θα το μαντψεις. Πετγονται δυ μαλακιστρια ποδηλτες, με κρνη, κολν και τις λοιπς μαλακες. Και τα μαλακιστρια ταν βρεττανκια φανεται κι εχαν περσει στο αντθετο ρεμα. Το γκομενκι γουρλνει τα μτια και ξαφνικ να σου που ξαπλνεται ο νας πνω στο μπαμπρζι να πομε, και γεμζει το σκηνικ κτσαπ και αμα να πομε. Πανικς. Δεν βλεπα κιλας. Ο Τζναθαν πσω ακνητος. Μνο τα χρια του να πηγανουνε πρα δθε σα κρεμασμνα μπουφν. Το ποδλατο πετχτηκε κποια μτρα πρα κι ο λλος ποδηλτης σε πανικ πεσε στο κιγκλδωμα κι μεινε στον τπο, τον χτπησε να κλαδ στον αυχνα και τον στειλε στου διαλου τον κλο.
     Σταματω επ τπου το τζηπ. Το γκομενκι εχε παγσει. Τα εχα σκατσει ρε ψηλ. Σκτωσα δυ μαλκες. Θα μου πεις δεν φταιγα, αλλ που να τα σκεφτες λα αυτ με την ποτσα να σου πιζει τον αφαλ, καυλωμνος με να μουνκι κλαση δπλα σου; Εχα πανικοβληθε. Η γκμενα εχε κλεσει τα μτια της και γρλιζε το μαλακισμνο.
     Αλτες ποδηλτες! Βγανω απ το αμξι, το τσουλκι ακμα να τσιρζει σα σειρνα, ευτυχς που δεν εχε σπτια κει γρω. Και τι κνω ρε ο κφρος μσα στον πανικ μου; Πινω τα δυ πτματα και τα πετω στη θλασσα… Το σκφτομαι ρε και ανατριχιζω. Εχα φουντσει ολκληρος και δεν ξερα τι κανα. Πρα και τα ποδλατα και τα φονταρα και αυτ. Κτι λεκδες απ αμα που εχανε μενει στο δρμο θα τις περνοσανε λοι για αμα πατημνων σκυλιν οπτε καννα πρβλημα.
     Κοτα ρε ψηλ πσο ρρωστο γνεται το ανθρπινο μυαλ σε κατσταση κινδνου ρε. Μπανω μσα στο αμξι και το γκομενκι να μου λει «Ο φλος σου πθανε». Εκε πγωσα… Ο Τζναθαν εχε πεθνει εν οδηγοσα. Καμμι ανακοπ. Και τι σκφτηκε ρε το ρρωστο σκατοκφαλο μου; «Α ωραα, αν με κατηγορσουνε θα χω κι λλοθι». Λω στη γκμενα «Ετσι και πεις τποτα, σε σφαξα». ρχισε να κλαει αυτ κι βαλα πλρη για νοσοκομεο, αφο καθρισα τα τζμια απ το βρεττανικ αμα. Εβαλα τον Τζναθαν σε να νοσοκομειακ κρεββτι, τους επα τι πθανε εν βολτραμε. Η γκμενα γρισε σπτι της πνιγμνη στο κλμα, εχε ξεβψει το πρσωπο της απ τα μεκπια κι τανε σαν ανποδο γαμ τον ευφρτη. Κι εγ γρισα σπιτκι μου κι εχα λλοθι στη γυνακα μου για την αργοπορα μου.
 «Πθανε ο Τζναθαν και τον πγα νοσοκομεο για τα διαδικαστικ».
     Αλτες ποδηλτες!

                                              23/12/2001

                                    Μανηφαιστειο
ας μη βαλω τονους.

Ο Ριου δε ξερει τι παει να πει γρανιτα λεμονι γιατι εκει που μενει οι παγωτατζηδες ασχολουνται κυριως με την haute-couture.
Ο Τεντ ποτε του δεν εμαθε να κανει ποδηλατο γιατι εκει που μενει δεν εχει δρομους που να μην ειναι απο χαλικια.

Ο Τεντ κι ο Ριου δε γνωριζονται, μενουν σε διαφορετικες περιοχες. Ο Τεντ εχει φαει γρανιτα λεμονι, ξερει τι ειναι και δε του αρεσει καθολου. Ο Ριου απο την αλλη, πηρε το πρωτο του ποδηλατο οταν ηταν μολις τεσσαρων ετων, απο κεινα που χουν κι αλλες δυο βοηθητικες ροδες πισω κι απο τοτε ονειρευοταν παντα να παει στην ολυμπιαδα.

Ο Κινεζος πρεσβης ξεκρεμασε τη σημαια απο το μπαλκονι του, γιατι καταλαβε πως ολη η βιογραφια του μπορουσε να γραφει πανω σ ενα λεμονι.
Ο στρατηγος Βολκοβο πηρε ενα κουζινομαχαιρο και κλεινοντας το να ματι στοχευσε απο ψηλα το λεμονι, κατεβασε το μαχαιρι κι εκοψε το λεμονι στα δυο. Οι δρακοι ξεχυθηκαν απο μεσα κι ο στρατηγος μοιρασε τα δυο κομματια του λεμονιου στα παιδια του.
Ο Κινεζος πρεσβης κι ο στρατηγος Βολκοβο δεν εχουν παιξει ποτε μπριτζ, αν κι αν γνωριζονταν, σιγουρα θ αναγνωριζαν ο ενας τον αλλον, ως πολυ αξιο αντιπαλο.

Ο Φινλανδος αστροφυσικος, που κατα τυχη ειχε στραπατσαρει καποτε το ποδηλατο του Ριου με το μεγαλο τζηπ του οταν ειχε παει εκδρομη στην Ιαπωνια, ποτε του δεν ειχε φανταστει πως ενα τηλεσκοπιο σαν αυτο θα χε τοσο μεγαλη εμβελεια και καθαροτητα απο τοσο χαμηλο υψομετρο.
Ο Αρτζαλ μπορει να κερδισε το τζακποτ στο λαχειο αλλα εξακολουθει να το παιζει τσαντισμενος για να μη χαλασει το ιματζ του.
Ο Αρτζαλ ποτε δεν εμαθε ποσο λυπηθηκε ο Ριου που του πατικωσαν το ποδηλατο.
Ο αστροφυσικος ποτε δε θα μαθει αν ο Aρτζαλ εισαγει ριγανη κοκανη.

Ο νευρωνικος ανθρωπος ποτε του δε καταφερε να μην ειναι τιποτα αλλο απο ενα βιβλιο, ενα ματσο σελιδες με γραφηματα και λεξεις, αν κι ο ιδιος θα θελε πολυ να μπορεσει ν αγγιξει το προσωπο μιας γυναικας, μονο και μονο για να δει αν ειναι πραγματι τοσο απαλο οσο εκεινος φανταζοταν.
Τα παιδικα χρονια του Μαξιμ Γκορκυ θα ειναι παντα ενα βιβλιο με μαυρο εξωφυλλο, παρολο που αν επιβεβαιωθουν οι εικασιες για την δυνατοτητα μας να κινηθουμε κατα βουληση στο χρονο, θα εμοιαζαν με μαρμελαδα λιωμενη πανω σε ενα σβησμενο τζακι.
Ο νευρωνικος ανθρωπος και τα παιδικα χρονια του Μαξιμ Γκορκυ βρισκονται αντικρυστα στη βιβλιοθηκη μου.

Ο Γιαννης πολυ θα θελε να μπορουσε να φοραει τα γυαλια ηλιου του ακομα και τις χειμωνιατικες μερες, γιατι καποτε στο νησι μια σουηδεζα του χε πει πως τονε κανουν ακαταμαχητο. Θα ηθελε επισης να μπορουσε να αφησει μουσι, ακριβως για τον ιδιο λογο, αλλα ηξερε πως το μουσι τον εκανε να μοιαζει μεγαλυτερος.

Καποιοι ναυτικοι θα προτιμουσαν οι αδειες τους στα λιμανια, να μην ηταν τοσο συντομες.

Ο Ραχμανινωφ ποτε του δε γνωρισε τον Τζιμι Χεντριξ, αν κι ειμαι σιγουρος πως θα επαιζαν μπασκετ στην ιδια ομαδα.

Τελικα ο αθρωπας ποτε του δεν ανεβηκε στο φεγγαρι γιατι αυτο ειναι αθρωπινως αδυνατο, γιατι το φεγγαρι ειναι πολυ πιο ψηλα απο το Εβερεστ και το Εβερεστ ειναι το πιο ψηλο σημειο της γης. Τελικα ο αθρωπας ποτε του δεν εφηυρε τον τροχο, γιατι ο τροχος ειχε εφευρεθει πιο πριν απο τα πεινασμενα καγκουρω της Ισπανιας, οταν το νερο εκει λιγοστεψε και θελησαν να μεταφερθουν σε αλλη περιοχη της Παγγαιας.

Θα θελα ολα τα φαγητα που τρωω να φοραγαν κρανος για να προστατευονται απο τα πολυ υγιη και σθεναρα μου δοντια χωρις τερηδονα και κουφαλες. Θα θελα ολα τα μανιταρια που τρωω να μπορουσαν να ακουσουν ποσο λυπαται ο αγροτης που τα κοβει... ποσο λυπαται...

Θα ταν πολυ ενδιαφερον να καταφερνα αυτο που ποτε μου δεν εχω διανοηθει, δηλαδη να σκαρφιστω εναν τροπο να καταφερω αυτο που ποτε δεν εχω καταφερει να διανοηθω, η αυτο που ποτε δεν εχω διανοηθει να καταφερω, γιατι εξαλλου θα ταν πολυ δυσκολο να το καταφερω χωρις πρωτα να το χω διανοηθει, οπως θα ταν πολυ δυσκολο να το διανοηθω χωρις πρωτα να το καταφερω. Θα ηταν τελικα ομως, μια τρυπα στο νερο, οπως κι ολα τα αλλα.

Αντε γεια.                                        23/4/2002


 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers