Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Διαδικτύου 

Boris: Μοναδικά Κομμάτια...

 

            Η Μελοδραματική Δολοφονία Του Σενιόρ Φελίπε Σάντσεζ

     Οι υπόλοιποι είχαν αποκοιμηθεί γύρω από την πισίνα. Ο ήλιος στο ψηλότερο σημείο. Κάτω φαινόταν η παραλία και τα άσπρα κυματάκια της θάλασσας, ο κόσμος που βούταγε και τα φρίσμπι που βολτοφέρναν πάνω κάτω τον κάβο. Αραλίκι. Καλοκαίρι. Φραπέ ή κοκτέιλ, όλοι με μια τράπουλα στο χέρι. Νότια Ισπανία, τα παράλια στη Μεσόγειο. Γήινος παράδεισος... 

     Χαμένος στο δρόμο, περπατώντας κάπου μεταξύ Νεβάδας και Βαλένθιας. Ο ιδρώτας να βολτοφέρνει στο μέτωπο του. Πουκάμισο ανοιχτό, φανελάκι βρώμικο από τη λάσπη και μαλλί κολλημένο στο κεφάλι σα τρίχινο τουρμπάνι. Ήλιος κι αντιηλιά από την άσφαλτο. 'Ακουγε τον εαυτό του ν' αναπνέει. 'Ακουγε τα πόδια του να σηκώνονται και να ξανακουμπάνε το έδαφος. Είχε γίνει πιά μηχανικό το περπάτημα. Το ένα πόδι πήγαινε πιο μπροστά για να μην πέσει. Και μετά το άλλο. Εναλλάξ και περπάταγε. Νόμιζες πως κάτω από το δέρμα του αντί για κόκκαλα και μύες είχε δοκάρια και τροχαλίες, πρωτόγονα μηχανήματα για να περπατάει «αυτόνομα». Κάπου μακριά φάνηκε μια πινακίδα. 

     Ο Ενρίκε σηκώθηκε. Γελούσε, έτσι που είχαν αποκοιμηθεί οι άλλοι. Εμοιαζαν με αυγά χυμένα αδέξια σε κάποιο τηγάνι. 'Αλλοι τους είχανε μείνει με το στόμα ανοιχτό, με μύγες να σουλατσάρουν στο μπράτσο, άλλοι κρατούσαν ακόμα το ποτήρι με την πίνια κολάντα και αποκοιμόντουσαν ενώ το ποτό χυνόταν στο νερό της πισίνας. Αραλίκι. Δυο-τρεις γκόμενες ανέβηκαν από την παραλία στην πισίνα. Ο Ενρίκε έγνεψε στη μια κι αυτή κάθησε κοντά του. 

     Εψαξε βιαστικά στις τσέπες του. Το παντελόνι κόλλαγε στα πόδια του από τον ιδρώτα κι η πλάτη του έλιωνε. Μύριζε επιτέλους την αλατίλα της παραλίας. Έφτανε. Έβγαλε ένα πιστόλι από την τσέπη. Ο δρόμος άδειος. Μόλις έφτασε μπροστά στην πινακίδα, το έστρεψε στον αριθμό των χιλιομέτρων κι άνοιξε μια τρύπα, ακριβώς στο κέντρο του οχτώ. Ο σενιόρ Φελίπε Σάντσεζ φαινόταν πραγματικά έτοιμος για κάθε ενδεχόμενο. Και πραγματικά πολύ κουρασμένος. 

 -"Τι θα πιεις κούκλα; Λέγομαι Ενρίκε και το μέρος αυτό είναι δικό μου".
 -"Δε θα έλεγα όχι σ' ένα μπακάρντι με τριμμένο πάγο κύριε Ενρίκε".
 -"Μη με λες κύριο, νιώθω άσχημα".
 -"Αλήθεια, κύριε Ενρίκε, ο συνέταιρος σας Ντον Φελίπε, τι απέγινε; Τον ψάχνω, μου είχε εμπιστευτεί κάτι δικό του και πρέπει να του το επιστρέψω".
     Το μάτι του Ενρίκε άστραψε. Τώρα γίνονταν όλα ξεκάθαρα επιτέλους. Ο Φελίπε έλειπε δύο εβδομάδες τώρα κι είχε θεωρήσει πως έφυγε, όπως έλεγε, για το Μαϊάμι. "Εμ βέβαια", σκέφτηκε ο Ενρίκε, "ο Φελίπε παραείναι ηλίθιος για να κάνει κάτι τέτοιο. Θα γυρίσει εδώ, έτσι δειλός που είναι. Και θα πει ως πρόσχημα πως άφησε το πορτοφόλι του στη γκόμενα αυτή. Όλο τρύπια άλλοθι είσαι, Φελίπε".
 -"Ο Φελίπε όταν έφυγε μου παραχώρησε την κυριότητα του μέρους. Μου είχε πει οτι θα πήγαινε στο Μαϊάμι για νέες δουλειές. Δε νομίζω να τον ξαναδούμε".
     Σηκώθηκε και έκανε νόημα στο σερβιτόρο. 

     Μυρωδιά αλατιού και βρεγμένου γυναικείου κορμιού. Αντιηλιακό, άμμος, θαλασσίλα. Κι ένα ελαφρύ άρωμα μπύρας, μάλλον από ψευδαίσθηση. Στο βάθος η θάλασσα, με τ' άσπρα κυματάκια. Κτήρια χαμηλά, με κήπους, δρόμοι μεγάλοι και γεμάτοι εντυπωσιακά αυτοκίνητα. Γυναίκες καλοντυμένες με οπίσθια κουνάμενα σα τραμπάλες. Κι ο άλλοτε αξιοπρεπέστατος σενιόρ Φελίπε Σάντσεζ, καταϊδρωμένος σα κομμάτι καταϊφι με σορόπια, να ζέχνει τη βρώμα της ταξιδιάρικης κούρασης, την υγρασία που του έκοβε την πλάτη στα δυο, αξύριστος κι αχτένιστος. Και τα μάτια της υψηλής κοινωνίας στραμμένα πάνω του, χωρίς ν' αναγνωρίζουν καν ποιός είναι, μα μονάχα να αναρωτιούνται «αχ τον φουκαρά, πως να βρέθηκε σε τέτοια κατάσταση;».
     Πέρασε έξω από μιά μπυραρία, έπαιζε το "Τhe Thrill Is Gone". 'Αρχισε να σιγοτραγουδάει τα λόγια και το βήμα του γρηγόρεψε. 

     Ο Ενρίκε γύρισε πλάι στην κοπέλα με δύο ποτά.
 -"Το μπακάρντι σας μαντάμ. Παραξενεύομαι, ακόμα δε μου είπατε το όνομα σας..."
 -"Προτιμώ να μένω ανώνυμη".
     Ο Ενρίκε πάγωσε. Πρώτη φορά αποτυγχάνει. Μετακινήθηκε λίγο στην ξαπλώστρα και πλησίασε πιο πολύ την όμορφη γυναίκα.
 -"Κοιτάτε, ξέρω πως άπειροι πριν από μένα σας έκαναν τα κοπλιμέντα του τύπου «τα μάτια σας είναι σαν ανοιχτό πέλαγος, αφήστε με να γίνω καϊκι ναυαγημένο σ' αυτά» και διάφορα παρόμοια. Δε θέλω να γίνω σα τους άλλους". Η κοπέλα ρούφηξε λίγο από το ποτό της και τον κοίταξε στα μάτια. Δε μιλούσε. "Μη γίνεστε ψυχρή. Αλήθεια, γιατί μου αρνείστε το όνομα σας; Είναι μήπως απόρρητη πληροφορία;"
     Η κοπέλα σηκώθηκε, κρατώντας το ποτό.
 -"Αν έρθει ο κύριος Σάντσεζ, θα 'μαι στο δωμάτιο τετρακόσια είκοσι οχτώ. Πείτε του πως είναι επείγον".
 -"Μα..."
 -"Σας ευχαριστώ για το ποτό". 

     H ταμπέλα φάνηκε: «Albergo Della Notte». Πανδοχείο Της Νύχτας. Θυμόταν σα χθες, πως τούβλο-τούβλο το είχε χτίσει. Θυμόταν το πρόβλημα που είχε προκύψει με την υδροδότηση της πισίνας, τα συνεταιριλίκια με κείνο τον απατεώνα τον Ενρίκε. Και τώρα, όσο έλειπεν εκείνος σε μιά αποτυχημένη κομπίνα στο Μαϊάμι, ο Ενρίκε να λυμαίνεται τους κόπους του. Να φέρνει φίλους του, να διοργανώνει όργια στο ξενοδοχείο και μονάχα σε τέσσερα δωμάτια να έχει κανονικούς πελάτες. Όλα τ' άλλα από τους τσόγλανους τους φίλους του Ενρίκε. Σίγουρα είχε απολύσει ορισμένες καθαρίστριες λόγω οικονομικού ελλείματος και το ξενοδοχείο θα βρώμαγε τρισάθλια. Μόνο τον μπάρμαν δε θ' απέλυσε. Ίσιωσε το γιακά του κι ανέβηκε τα σκαλιά της πισίνας. 

     Τα βλέμματα τους συναντήθηκαν. Ο Ενρίκε πάγωσε για μια στιγμή. Μετά σηκώθηκε τρομαγμένος, σα να είχε ξυπνήσει από κάποιο ευχάριστο όνειρο, μάζεψε τις πετσέτες του και το ποτό κι ανέβηκε γρήγορα προς τα πάνω. Ο Φελίπε κάθησε σε μια από τις σεζλόνγκ. Έβαλε τα χέρια πίσω από το κεφάλι και κάθησε να κοιτάει τα ελάχιστα βαμβάκια γύρω από τον ήλιο. 

     Tο επόμενο πρωί ο σενιόρ Φελίπε Σάντσεζ βρέθηκε πνιγμένος στην πισίνα, να επιπλέει.
                                      Ο Ασημένιος Καναπές

     Ήταν εκείνη η βραδιά που περίμενε εδώ και χρόνια. Επιτέλους θα ξαναμαζεύονταν όλα τα παλιά φιλαράκια από το στρατό για μια ολονύχτια παρτίδα πόκερ. Οι περισσότεροι είχαν κιόλας φτάσει στο μέρος -είχαν ορίσει ραντεβού στο σπίτι του Τζον, μιας κι εκείνος τα είχε οικονομήσει χοντρότερα απ' όλους εμάς τους υπόλοιπους. Είχε πλάκα που κοιτούσα τις γέρικες πια φάτσες που προσπαθούσαν να αναπαράγουν παλιά φθαρμένα ανέκδοτα από το στρατό ή να αναθερμάνουν αναμνήσεις από περασμένα καψόνια. Οι πιο πολλοί από μας είχαν κάνει καράφλα, εκείνοι που είχαν ακόμα μαλλιά θα μπορούσαν κάλλιστα να το προσφέρουν στα παιδιά τους ως μαλλί της γριάς ενώ λίγοι δεν είχαν σκαφτεί από ρυτίδες.

     Έτσι που το δωμάτιο κεντραριζόταν όλο γύρω από την πράσινη τσόχα του τραπεζιού και την περίεργη μυρωδιά της. Ήταν φαίνεται φρεσκοπλυμένη. Όπως κι οι τοίχοι ήταν φρεσκοβαμμένοι, το στερεοφωνικό που αντηχούσε ωραίες μελωδίες χαμένες εδώ και τρεις δεκαετίες κι αυτό καινούργιο. Πήρα το καινούργιο μου ποτό κι έκανα ένα γύρο στο σπίτι του Τζον, ενώ περιμέναμε και τον τελευταίο να έρθει.
     Ο Τζον ήταν μεγάλη φίρμα κάποτε στο στρατό. Ήταν ανέγγιχτος από καψώνια γιατί είχε ένα θείο στο υπουργείο αμύνης. Είχε δυο φορές πιο πολλές άδειες από όλους. Έτρωγε μαζί με τους επιλοχίες. Λογικά, όλα αυτά θα 'πρεπε να τον είχαν κάνει αντιπαθή στους υπόλοιπους μας, κι όμως ο μπαγάσας ο Ζωγόπουλος κατάφερε να είναι συμπαθής. Αυτός και η κιθάρα του. Αυτή η κιθάρα που τώρα έστεκε άχορδη σαν βυθισμένο πλοίο σε έναν δερμάτινο καναπέ είχε υποστεί τα πάνδεινα.
     Γραντζουνίσματα από τον ίδιο, καψίματα με σπίρτα κι άλλα ευτράπελα. Μετά το στρατό βέβαια πέρα από την κιθάρα βυθίστηκαν και άλλα πολλά δικά του τραγούδια. Μύθοι -που ο ίδιος έπλαθε- πως εκείνος δεν θα έπεφτε μέσα στην παραγωγική διαδικασία καταρρίφθηκαν σαν αδέξιοι αλεξιπτωτιστές. Ο Τζον Ζωγόπουλος έφυγε αμέσως μετά το στρατό για την Αμερική. Εκεί, όπως πολλοί άλλοι του τύπου του, πλούτισε, και όταν βέβαια πάτησε τα εξήντα θυμήθηκε και γύρισε στην Ελλάδα. Ήμουν βέβαιος πως αμέσως μετά τη χαρτοριξία θα μας άρχιζε τις στομφώδεις διηγήσεις του για την χώρα των ελεύθερων ή μάλλον διάφορες ιστορίες για το πως έριξε την τάδε υπεργκόμενα σε ένα παρακμιακό στριπτιζάδικο λίγο έξω από το Σαλτ Λέηκ Σίτυ. Αυτός ήταν ο Τζον. Μια λέρα ντυμένη με πεντοχίλιαρα. Ένα τομάρι που ούτε ο ίδιος θυμάται, είμαι βέβαιος, σε τι πτώματα πάτησε για να ανέβει στο βουνό χρημάτων του. 
     'Αφησα το ποτήρι μου πάνω σ' ένα ράφι μιας βιβλιοθήκης και κατέβηκα κάτω να υποδεχτώ εκείνον που μόλις είχε φτάσει. Φυσικά, όπως το είχα φανταστεί, ήταν ο έβδομος. Εκείνος που πάντα αργούσε. Ένας ονειροπαρμένος, χαμένος σε μια διαστημική ταινία συγγραφέας έργων επιστημονικής φαντασίας. Είχε γράψει γύρω στα δέκα βιβλία, όλα δίτομα. Το όνομα του δεν θα ήθελα να σας το πω. Ούτως η άλλως διατηρεί την ανωνυμία του και από το αναγνωστικό του κοινό υπογράφοντας ότι γράφει ως «'Αντα». Φυσικά από αυτό θα καταλαβαίναμε όλοι κάτι. Γι' αυτό φροντίζαμε όλοι να τον αποφεύγουμε κάπως στο στρατό, χωρίς να γινόμαστε πολύ εμφανείς στην απόρριψη του. Ειλικρινά, δεν κατάλαβα γιατί τον κάλεσε και αυτόν ο Τζον, αν και κάτι μου έλεγε πως θα μάθαινα σύντομα.
     Λίγη ώρα αργότερα καθίσαμε όλοι γύρω από το τσόχινο τραπέζι. Ο Τζον είχε φροντίσει και είχε φέρει μεγάλες πολυθρόνες, απομιμήσεις θρόνων. Εφτά γέρικες φάτσες, μετρώντας και μένα μαζί. Θα αρχίσω μια σύντομη περιγραφή του καθενός.
Ακριβώς δίπλα μου καθόταν η «'Αντα». Μ' αυτόν έχετε ήδη γνωριστεί, οπότε δεν σας τον ξαναπεριγράφω.
     Ακολουθώντας τη φορά των δειχτών του ρολογιού, δεξιά του καθόταν ο Νικόλας. Ένα παιδί κατά τη γνώμη μου παντελώς ηλίθιο, ανίκανο να επιτελέσει την οποιαδήποτε λειτουργία. Λέω παιδί γιατί από την τελευταία φορά που τον είχα δει έχουν περάσει τριάντα χρόνια, αν και νομίζω στην περίπτωση του δεν αλλάζουν πολλά. Θα έγινε τίποτα σαν κλητήρας σε ιδιωτική εταιρία (το καλύτερο ενδεχόμενο), ή μπορεί κούριερ σε μεταφορική εταιρία (η επικρατέστερη πιθανότητα). Θυμάμαι ιδιαίτερα ζωντανά ένα περιστατικό που δεν έβρισκε τους καμπινέδες και αναγκάστηκε να κάνει την ανάγκη του στο μικρό δασάκι πίσω από τη σημαία.
     Δίπλα στον Νικόλα καθόταν ο Πωλ. Οικογενειάρχης άνθρωπος, διαμαρτυρόταν αρχικά στον Τζον που του απαγόρευσε να φέρει και τη γυναίκα του μαζί. Ένας άνθρωπος καλός μα απολύτως συνηθισμένος. Είναι από εκείνους που χρησιμοποιούν εντελώς τυχαία κάθε μέρα το τραίνο των εφτά και δέκα, που κάθονται πάλι εντελώς τυχαία στην ίδια ακριβώς θέση και που όχι τυχαία κάθε δευτέρα ή κάθε τρίτη φοράνε τα ίδια ρούχα (και τα αποκαλούν «ποδιά»). Με τον Πωλ έκανα πολύ παρέα τις πρώτες μέρες του στρατού. Ήταν ο πρώτος που μίλησα, και μάλιστα αν θυμάμαι καλά τον είχα ρωτήσει που ήταν ο καμπινές. Ύστερα χαθήκαμε.
     Ακόμα πιο πέρα έξυνε το καραφλό του κεφάλι ο Σπύρος. Απίστευτα νευρικός άνθρωπος, ακόμα και για τα μέτρα της βιαστικής εποχής μας. Ήταν πάντα λίγο εκτός θέματος. Τον είχαμε στην παρέα γιατί οι βάρδιες του έπεφταν πάντα μαζί με του Ζωγόπουλου. Γινήκαν έτσι φίλοι με αυτόν (ειλικρινά δεν μπορώ όμως να φανταστώ τι συζητούν). Δεν έχω ιδέα τι κάνει επαγγελματικά, αλλά το σίγουρο είναι πως πίνει αρκετά για να τον λέμε αλκοολικό.
     Δίπλα στον Σπύρο ήταν ο Τζον. Αυτός ο άνθρωπος κρατάει το όνομα του στα Αγγλικά ακριβώς για να μας θυμίζει πως αυτός έφυγε και γύρισε έχοντας κάνει κάτι. Αυτό το Τζον είχε μια πικρή ειρωνεία μέσα του. Όπως όταν τα παιδιά τσακώνονται για τους βώλους τους και κάνουν μια χειρονομία σαν να ανοίγουν μια τρύπα με το δάκτυλο τους στην άλλη τους παλάμη. Δεν τον εμπιστευόμουνα με τίποτα. Κάποτε έκανε προσπάθειες να γίνουμε κολλητοί κι εγώ τον είχα στην απέξω, μιας και νομίζω πως τα συμφέροντα του δεν συμπίπτουν ούτε συνέπιπταν ποτέ με τα δικά μου. Βέβαια αρκετά ασχοληθήκαμε με αυτόν. Υπόσχομαι να μην σας ξαναμιλήσω σύντομα για τον Τζον Ζωγόπουλο, εκτός βέβαια αν συμβεί κάτι το απρόσμενο ή το ενδιαφέρον.
Τέλος, δίπλα σε μένα από την άλλη μεριά καθόταν ο Ερρίκος. Θα μπορούσα να πω πως από όλους εμάς είναι ο πιο φυσιολογικός (ίσως μετά από μένα). Ο άνθρωπος δουλεύει, βγάζει λεφτά, έχει οικογένεια και δεν έχει κανέναν εθισμό ή τίποτα που να τραβάει την προσοχή. Δεν ισχυρίζομαι πως αυτά που περιγράφω είναι αρετές, αλλά σίγουρα ο Ερρίκος έχει γλυτώσει από πολλές ατυχίες ή απρόσμενα γεγονότα. Στο στρατό βέβαια δεν ήταν έτσι. Θυμάμαι είχε φάει στρατοδικείο γιατί αρνιόταν πεισματικά να ξυρίσει τη γενειάδα του (εξαιτίας της οποίας κέρδισε το παρατσούκλι Τυδώρ). Ήταν κάποτε ένας θαρραλέος κομμουνιστής, από εκείνους του λίγους που δεν το λένε πως είναι ή δεν τους νοιάζει να απαντήσουν σε τέτοια ερώτηση. Σιγά-σιγά βέβαια, όπως κ
ι ο Τζον, εγκατέλειψε κι αυτός τις ιδέες του στο βωμό του χρήματος.
     Και τώρα έφτασε η σειρά μου. Αν και δεν είναι πολύ άνετα να μιλάω για μένα, εφόσον αυτό έκανα για όλους θα πρέπει να πω δυο λόγια... Ονομάζομαι Γιώργος Χάλκινος. Το ξέρω, τ' όνομα μου προκαλεί γέλιο, αλλά ποτέ δε θέλησα να τ' αλλάξω. Γεννήθηκα στην Αθήνα πριν από πενήντα δύο χρόνια και μεγάλωσα σε μια πλήρη οικογένεια. Δεν μου έλειψε ποτέ κάτι. Μετά το στρατό σπούδασα Ηλεκτρονική και τώρα εργάζομαι σε μια εταιρία κατασκευής ηλεκτρονικών υπολογιστών, αν κι έχω αρχίσει να σκέφτομαι την πρόωρη συνταξιοδότηση μου. Είμαι ανύπαντρος χωρίς παιδιά, θα μπορούσατε να με πείτε κι εργένη αν και δεν με θεωρώ τέτοιο. Ας αλλάξω τώρα θέμα.
     Αφού λοιπόν καθίσαμε όλοι γύρω από το στρογγυλό τραπέζι, ήρθε ένας από τους υπηρέτες του Ζωγόπουλου και του ψιθύρισε κάτι στο αυτί. Εκείνος είπε «Ευχαριστώ Μουμπάτα». Σηκώθηκε κι είπε πως θα επιστρέψει σε δυο λεπτάκια λόγω ενός τηλεφωνήματος. Αμέσως το τραπέζι ξέφυγε από τη μουγκαμάρα που το είχε φυλακίσει όσην ώρα ο Τζον ήταν μαζί μας. «Τον μπαγάσα», έλεγαν όλοι «πως τα κατάφερε έτσι να πλέει στη χλιδή; Εγώ τον είχα γι αλλιώτικο». Όλοι εκείνοι οι κύριοι που έδειχναν σοβαροί και συγκρατημένοι στην αρχή 'γιναν ξαφνικά κουτσομπόλες βρωμόστομες... Λίγο έλειψε ν' αρχίσουν να λένε ο ένας για την κατάντια του άλλου όταν επέστρεψε ο Τζον.
     Αμέσως το τραπέζι κατακάθισε πάλι όπως η σκόνη στο βρώμικο νερό. Ο Τζον ύψωσε το ποτήρι του ψιλά και θέλησε να κάνει μια πρόποση. Ντράπηκα πολύ να τον διακόψω, γιατί είχα ξεχάσει το ποτήρι μου σε ένα ράφι μιας βιβλιοθήκης τότε που 'κανα τη βόλτα μου στο μέγαρο του. Ένας μορφασμός αηδίας στόλισε το ρυτιδιασμένο κεφάλι του, και τελικά μου είπε να πάω.
     Όση ώρα έλειπα, είμαι σίγουρος πως τα άλλα καλόπαιδα θα σχολίαζαν και τη δική μου κατάντια. Αν κι εγώ τώρα που σας μιλάω δεν με θεωρώ σε κατάσταση κατάντιας, ούτε θεωρώ πως είμαι κακομοίρης για να γελάνε μαζί μου. Όπως βέβαια κι όλοι από αυτούς δεν υποψιάζονται τις σκέψεις που σας εξέθεσα προ ολίγου στο πρόσωπο του καθενός από εκείνους. Δυστυχώς όμως ποτέ δεν ξέρει κανείς τι λένε οι άλλοι για αυτόν, πέρα από ελάχιστες περιπτώσεις, για αυτό και μένα δεν με πολυνοιάζει τι νομίζουν. Στο κάτω κάτω δεν πρόκειται να τους ξαναδώ μετά από εκείνη τη βραδιά. Θα γύριζαν όλοι στις τωρινές ζωές τους κι ας νόμιζαν πως έφαγαν ένα κομμάτι της παλιάς τούρτας τους.
     Παιδεύτηκα πολύ να βρω το ποτήρι μου. Μόλις το βρήκα κατέβηκα όσο πιο γρήγορα τις σκάλες (εδώ που τα λέμε, με τόσα λεφτά θα μπορούσε να είχε βάλει κι ασανσέρ στο ταπεινό του σπιτάκι). Πήγα στο τραπέζι, ζήτησα τη συγγνώμη όλων και κάθισα στη θέση μου. «Όπως έλεγα, λοιπόν», συνέχισε ο Ζωγόπουλος, «θα ήθελα να κάνω μια πρόποση στη φιλία μας. Ελπίζω ποτέ να μη χαθούμε εμείς, ε παιδιά;» Ανέβασε το ποτήρι στο στόμα του και κατέβασε το ρουμπινί υγρό με μια γουλιά. Μετά σκούπισε το στόμα του με το αριστερό μανίκι και μετά βίας συγκράτησε ένα βουβό αλλά εντούτοις απαίσιο ρέψιμο. Ακολούθησαν κι οι άλλοι. Μόλις κατέβασαν και την τελευταία γουλιά και μετά από ποικίλα σχόλια πάνω στην πρόποση που μόλις είχε γίνει, ο Τυδώρ αγανακτισμένος ζήτησε από τον Τζον να φέρει όσο πιο γρήγορα γινόταν την τράπουλα, γιατί είπε πως είχε κάτι δουλειές μετά τη συγκέντρωση. Βέβαια, ήταν ήδη μία η ώρα. Τι δουλειές θα μπορούσε να είχε ένας λογικός άνθρωπος σαν τον Ερρίκο μετά τα μεσάνυχτα; Ειλικρινά δεν ξέρω.
     Ο ίδιος Μουμπάτα με πριν, ένας ταπεινός αραπάκος που λογικά «στρατολόγησε» ο Τζον στα Αμερικάνικα του χρόνια έφερε ένα χρυσό δισκάκι, που πάνω του αναπαυόταν σα χρυσή γυμνή Κλεοπάτρα, η τράπουλα. Έμοιαζε τόσο πολύτιμη για τον Ζωγόπουλο... Ο Μουμπάτα την ακούμπησε τρεμάμενος στο κέντρο του τραπεζιού και το χέρι του απομακρύνθηκε σαν επιδέξιος γερανός από το τραπέζι. Τα μάτια του Τζον είχαν καρφωθεί πάνω στην τράπουλα. Μόνο τα ταμπούρλα έλειπαν. Ένοιωθες εύκολα πως είχαν παρελθόν αυτοί οι δύο... Ο Τζον κι αυτή η συγκεκριμένη, λογικά καταραμένη τράπουλα. Έβλεπες τα όπλα τους να ξεπηδάνε από την πράσινη φρεσκοπλυμένη τσόχα, και ξαφνικά οι φρεσκοβαμμένοι τοίχοι να γεμίζουν αίματα.
     Κούνησα το κεφάλι μου μπας κι αδειάσουν τα σκατά που μαζεύτηκαν εκεί τόσο απότομα. Ο Τζον είχε αρχίσει να μοιράζει. Έπρεπε να είχαν κλείσει τα μάτια μου όση ώρα σκεφτόμουν τα παραπάνω. «Νύσταξες κιόλας, φίλε;» ρώτησε ο Σπύρος ισιώνοντας την ηλίθια γραβάτα του.
     Ξαφνικά μ' έπιασε διάθεση να γελάσω δυνατά για όλους τους. Όλους μας. Όλες οι γραβάτες σα πουτσοδείκτες στραμμένες προς τα επίμαχα σημεία, τα καραφλά κεφάλια σαν αλεξικέραυνα δορυφορικά πιάτα γυρισμένα προς τα κάτω, και οι ρυτίδες σα τοπίο της ερήμου της Σαχάρα, βαθιές, σκονισμένες. Ποιος ξέρει πόσα μυρμήγκια περπατάνε σε αυτά τα αυλάκια όταν κοιμούνται. Αηδιαστικές εικόνες. Τα σύρματα της κιθάρας του Τζον, ξεχαρβαλωμένα ας ήταν, έμοιαζαν να τεντώνονται, και να κουβαλούν επιδέξιους τσιρκαδόρους. Ο δερμάτινος καναπές έγινε κρεβάτι οργίων, οι πίνακες στους τοίχους έκλειναν σα βρώμικα σαγόνια, το πάτωμα έπιασε φύκια και οι λάμπες έσταζαν καυτερό φως. Κούνησα το κεφάλι μου, προσπάθησα να αποβάλλω τα σκατά από το κεφάλι μου, αλλά οι εικόνες έμοιαζαν ακριβώς τέτοιες. Και αμετάβλητες. Φύκια, και μια απαίσια μυρωδιά ψοφίμι, σα να εξερευνάς τα εντόσθια πεθαμένης σαύρας.
     Τα έξι άλλα πρόσωπα μέναν ίδια. Σμιγμένα μόνο φρύδια. Αυτό είχε αλλάξει. Και μάτια καρφωμένα πάνω μου. Μόνον εγώ τα έβλεπα αυτά, νομίζω. Νύσταζα κιόλας, φίλε. Ο Σπύρος είχε βγάλει κυνόδοντες, ο Τζον σφιγγόταν σα κέρβερος... Ένα ηλίθιο καρτούν όλα... Καρτούν με μένα ως πρωταγωνιστή. Με θέλανε για σούπερμαν, σε κάποια μυθική χειρόγραφη ταινία, να τα βάλω μ' όλα αυτά τα κτήνη, με μόνον όπλο μου το ξίφος της τράπουλας.
     Αρρώστημενε Ζωγόπουλε! Αρρωστημένε Χάλκινε, θα φώναζε κι εκείνος μέσα του. Τέτοια κακία για ένα μικροπεριστατικό, είκοσι και κάτι χρόνια πίσω. Και τα πάνδεινα της πανδώρας πλησίαζαν το ένα μετά το άλλο.
     Ένιωθα μέσα σε μία οθόνη, σε κάποιο Ουφάδικο της Φωκίονος, με δώδεκα ψαρωμένα ρεμάλια πάνω μου να χαίρονται που με γάμαγαν στο ξύλο τύποι με τσεκούρια και που τα φύκια μπλέκονταν στα πόδια μου. Το φχαριστιόντουσαν οι κόπανοι, το έβλεπα στα άρρωστα τους μάτια και τα άσπρα τους δόντια που γυάλιζαν με τον καπνό ολόγυρα.
     Κάπου σκόνταψα. Συρματοπλέγματα γύρω γύρω και τέσσερα τεράστια δάκτυλα να κοπανάνε μανιασμένα γύρω μου τα συρματοπλέγματα. Και ένας ήχος τόσο απίστευτα παράφωνος και εκκωφαντικός. Σηκώθηκα κι άρχισα να τρέχω προς τη γούβα της κιθάρας του Ζωγόπουλου, κυνηγημένος από μοβόρικα δάκτυλα.
     Ένα πράγμα έμενε, καθώς έτρεχα απεγνωσμένος προς το κουτί της τράπουλας, με μοναδική ελπίδα να μην ακουστεί η αναπνοή μου και να χωράω μέσα του. Έμενε να έρθει ένας από εκείνους τους αφάνταστα κιτς Κέλτες θεούς, να με στραπατσάρει σα σκουλίκι. Κάποιος, με μυθικό όνομα Λουγκ, Τέκτρα ή κάτι παρόμοιο.
     Τσαλακωμένος. Δίπλα σε κάτι σκουπιδοτενεκέδες πεταμένος. Μυρωδιά κρασιού κακής ποιότητας, σκουπιδίλα και ψοφίμι -πάλι. Ο ήχος από ένα τηλέφωνο, στο σπίτι πίσω μου. Πολυκατοικίες. Νύχτα, σκοτεινά. Ένα γυμνό πόδι από την άλλη πλευρά του σκουπιδοτενεκέ. Ένας ταλαίπωρος άστεγος. Σηκώθηκα. Έξυσα το κεφάλι μου κι έπρεπε να έμοιαζα πραγματικά ηλίθιος. Τα ρούχα μου άλλα. Μια καμπαρτίνα παλιά, φθαρμένη, γάντια με τρύπες στη θέση των δακτύλων, μπότες βαριές στο περπάτημα και που με χτύπαγαν. Το μαλλί μου αλλαγμένο μακρύ κι ελαφρά αξύριστος.
Ένοιωσα προς στιγμή να μη με ελέγχω. Τα πόδια μου πήγαιναν μόνα τους. Μετά αυτό καθιερώθηκε. Περπατούσα γρήγορα, με κατεβασμένα φρύδια και σχεδόν ρομποτικό περπάτημα προς Κάπου.
     Οι δρόμοι άδειοι, κάποια παλιά αμερικάνικη συνοικία. 'Αλλοι σαν εμένα πολλοί. Χαμένοι στο παρελθόν, χωρίς δικό τους σημάδι και στίγμα, χαμένοι και σβησμένοι από κάθε σύστημα πλοήγησης στην εποχή τους. Σύστημα πλοήγησης. 'Αρχισα να θυμάμαι. Ζωγόπουλος. Το όνομα μου. Ιωάννης Ζωγόπουλος. Έψαξα τις τσέπες μου. Μια ταυτότητα πλαστή, με το όνομα « Γιώργος Χάλκινος» και μια φάτσα γνώριμη. Α! Ο Γιώργης από το στρατό. Εκείνο το μπάσταρδο καθήκι.
     'Ανοιξα την άλλη τσέπη.
     Ένα πεντοδόλαρο και μέσα του ένα χαρτί, με τα δικά μου γράμματα: «Καλά να πάθεις, καριόλη».

                                          Μανηφαιστειο

ας μη βαλω τονους.

Ο Ριου δε ξερει τι παει να πει γρανιτα λεμονι γιατι εκει που μενει οι παγωτατζηδες ασχολουνται κυριως με την haute-couture.
Ο Τεντ ποτε του δεν εμαθε να κανει ποδηλατο γιατι εκει που μενει δεν εχει δρομους που να μην ειναι απο χαλικια.

Ο Τεντ κι ο Ριου δε γνωριζονται, μενουν σε διαφορετικες περιοχες. Ο Τεντ εχει φαει γρανιτα λεμονι, ξερει τι ειναι και δε του αρεσει καθολου. Ο Ριου απο την αλλη, πηρε το πρωτο του ποδηλατο οταν ηταν μολις τεσσαρων ετων, απο κεινα που χουν κι αλλες δυο βοηθητικες ροδες πισω κι απο τοτε ονειρευοταν παντα να παει στην ολυμπιαδα.

Ο Κινεζος πρεσβης ξεκρεμασε τη σημαια απο το μπαλκονι του, γιατι καταλαβε πως ολη η βιογραφια του μπορουσε να γραφει πανω σ ενα λεμονι.
Ο στρατηγος Βολκοβοϊ πηρε ενα κουζινομαχαιρο και κλεινοντας το να ματι στοχευσε απο ψηλα το λεμονι, κατεβασε το μαχαιρι κι εκοψε το λεμονι στα δυο. Οι δρακοι ξεχυθηκαν απο μεσα κι ο στρατηγος μοιρασε τα δυο κομματια του λεμονιου στα παιδια του.
Ο Κινεζος πρεσβης κι ο στρατηγος Βολκοβοϊ δεν εχουν παιξει ποτε μπριτζ, αν κι αν γνωριζονταν, σιγουρα θ αναγνωριζαν ο ενας τον αλλον, ως πολυ αξιο αντιπαλο.

Ο Φινλανδος αστροφυσικος, που κατα τυχη ειχε στραπατσαρει καποτε το ποδηλατο του Ριου με το μεγαλο τζηπ του οταν ειχε παει εκδρομη στην Ιαπωνια, ποτε του δεν ειχε φανταστει πως ενα τηλεσκοπιο σαν αυτο θα χε τοσο μεγαλη εμβελεια και καθαροτητα απο τοσο χαμηλο υψομετρο.
Ο Αρτζαϊλ μπορει να κερδισε το τζακποτ στο λαχειο αλλα εξακολουθει να το παιζει τσαντισμενος για να μη χαλασει το ιματζ του.
Ο Αρτζαϊλ ποτε δεν εμαθε ποσο λυπηθηκε ο Ριου που του πατικωσαν το ποδηλατο.
Ο αστροφυσικος ποτε δε θα μαθει αν ο Aρτζαϊλ εισαγει ριγανη ή κοκαϊνη.

Ο νευρωνικος ανθρωπος ποτε του δε καταφερε να μην ειναι τιποτα αλλο απο ενα βιβλιο, ενα ματσο σελιδες με γραφηματα και λεξεις, αν κι ο ιδιος θα θελε πολυ να μπορεσει ν αγγιξει το προσωπο μιας γυναικας, μονο και μονο για να δει αν ειναι πραγματι τοσο απαλο οσο εκεινος φανταζοταν.
Τα παιδικα χρονια του Μαξιμ Γκορκυ θα ειναι παντα ενα βιβλιο με μαυρο εξωφυλλο, παρολο που αν επιβεβαιωθουν οι εικασιες για την δυνατοτητα μας να κινηθουμε κατα βουληση στο χρονο, θα εμοιαζαν με μαρμελαδα λιωμενη πανω σε ενα σβησμενο τζακι.
Ο νευρωνικος ανθρωπος και τα παιδικα χρονια του Μαξιμ Γκορκυ βρισκονται αντικρυστα στη βιβλιοθηκη μου.

Ο Γιαννης πολυ θα θελε να μπορουσε να φοραει τα γυαλια ηλιου του ακομα και τις χειμωνιατικες μερες, γιατι καποτε στο νησι μια σουηδεζα του χε πει πως τονε κανουν ακαταμαχητο. Θα ηθελε επισης να μπορουσε να αφησει μουσι, ακριβως για τον ιδιο λογο, αλλα ηξερε πως το μουσι τον εκανε να μοιαζει μεγαλυτερος.

Καποιοι ναυτικοι θα προτιμουσαν οι αδειες τους στα λιμανια, να μην ηταν τοσο συντομες.

Ο Ραχμανινωφ ποτε του δε γνωρισε τον Τζιμι Χεντριξ, αν κι ειμαι σιγουρος πως θα επαιζαν μπασκετ στην ιδια ομαδα.

Τελικα ο αθρωπας ποτε του δεν ανεβηκε στο φεγγαρι γιατι αυτο ειναι αθρωπινως αδυνατο, γιατι το φεγγαρι ειναι πολυ πιο ψηλα απο το Εβερεστ και το Εβερεστ ειναι το πιο ψηλο σημειο της γης. Τελικα ο αθρωπας ποτε του δεν εφηυρε τον τροχο, γιατι ο τροχος ειχε εφευρεθει πιο πριν απο τα πεινασμενα καγκουρω της Ισπανιας, οταν το νερο εκει λιγοστεψε και θελησαν να μεταφερθουν σε αλλη περιοχη της Παγγαιας.

Θα θελα ολα τα φαγητα που τρωω να φοραγαν κρανος για να προστατευονται απο τα πολυ υγιη και σθεναρα μου δοντια χωρις τερηδονα και κουφαλες. Θα θελα ολα τα μανιταρια που τρωω να μπορουσαν να ακουσουν ποσο λυπαται ο αγροτης που τα κοβει... ποσο λυπαται...

Θα ταν πολυ ενδιαφερον να καταφερνα αυτο που ποτε μου δεν εχω διανοηθει, δηλαδη να σκαρφιστω εναν τροπο να καταφερω αυτο που ποτε δεν εχω καταφερει να διανοηθω, η αυτο που ποτε δεν εχω διανοηθει να καταφερω, γιατι εξαλλου θα ταν πολυ δυσκολο να το καταφερω χωρις πρωτα να το χω διανοηθει, οπως θα ταν πολυ δυσκολο να το διανοηθω χωρις πρωτα να το καταφερω. Θα ηταν τελικα ομως, μια τρυπα στο νερο, οπως κι ολα τα αλλα.

Αντε γεια.

Σημ: Για περισσότερο Boris πηγαίνετε στα Links μου κι από 'κει στο στέκι του Ίστρου, όπου υπάρχει στους αυτουργούς κι έχει μερικά ακόμα σπουδαία (κατά προσωπική άποψη) κείμενά του!

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers