Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Διαδικτύου 

Απόλλων Σείριος: Μικρές Σειριακές Αλήθειες...

 

                Αιφνίδιο Φως

Πλήθος εικόνες θλιβερές και ακυβέρνητες,
πολιορκούν για να υποτάξουν το μυαλό μας,
ταράζουνε τις νύχτες τα ήμερα όνειρα,
κι' όλο φαλτσάρουν την πορεία στο σκοπό μας.
Πλήθος μηνύματα θολά και ετερόκλητα,
θολώνουνε της κρίσης το τοπίο,
μας ανταριάζουνε το πέλαγος των σκέψεων,
κι' οι αποφάσεις όλες μοιάζουνε
σαν ναύτες σε ναυαγισμένο πλοίο.
Πλήθος τραγούδια, στίχους που 'χουν ανάπηρους
και μουσικές σαν το βρακί ρακένδυτου ζητιάνου,
μας τυραννούνε διαρκώς τα όργανα ακοής,
περνούν μηνύματα ξενόδουλου ρουφιάνου.
Πλήθος ειδήμονες και μέντιουμ σωτήρες,
προσφέρουν λύσεις και προβλέψεις σωρηδόν,
μα τα προβλήματα αυξάνουνε διογκούμενα,
καθώς εμείς ενδοσκοπούμεθα πραείς,
σε στάση πρηνηδόν.
  
              Ψέμμα ή Αλήθεια;

Των ακολούθων οι στρατιές, χοίρων εσμοί,
κυκλώσαν της ζωής μας τις ανάσες
και στραπατσάρουν των αισθήσεων τη δομή,
κυλώντας τα κορμιά τους μεσ' τις λάσπες.
   
Των ημετέρων οι στρατιές, όχλος τραχύς,
με σιδερένια δόντια ροκανίζει
των λεπτεπίλεπτων ερώτων τις στιγμές,
στα κύτταρα του νου τους που σαπίζει.

Των κλακαδόρων οι στρατιές, ζώα τυφλά,
κοπάδια αλλόφρονων και λυσσασμένων
ποδοπατεί στο διάβα του το παν,
φαρμάκι ρίχνει στο νερό των διψασμένων.

Των εναρέτων οι στρατιές, τρανοί ταγοί
της τάξης και της ηθικής κολώνες,
ταμπού φυτεύουνε και καθωσπρεπισμούς,
κι' απ' τους ανθρώπους φυγαδεύουν τους αιώνες.                                      
                              
Των επιτήδειων οι στρατιές. Ω!!! Ευφυείς!!!
το μόνο όργανο π' ακούνε, είναι ...Πιάνω,
κι αυτό, μόνο σα χρήματα μετρούν ...κρυφά!!!
κι' εκτέλεση σε ...σόλο ευρωνόμισμα και πάνω.

                   Θέρους Χαρά

Ένα φτερούγισμα γλυκό με συνεπαίρνει,
όταν ακούω τη φωνή σου που μιλεί,
κι αισθάνομ' άξαφνα τραγούδια μεθυσμένα,
περ' απ' τη θάλασσα που το γιαλό φιλεί.     

Λιόχαρες άνοιξες και ρόδα μεταξένια,
μ' όλα τα χρώματα, που ευωδιές σκορπούν,
στεφάνια πλέκονται κι εσένα στεφανώνουν,
δώρο και τίμημα στο πλάσμα που ποθούν.

Ήχοι πανσέληνοι και λύρες των αγγέλων,
ραίνουν μ' ωδές δοξαστικές τις θείες στιγμές,
και μια σταγόνα ανακούφιση στάζ' απ' τα μάτια
δροσός και βάλσαμο που κλείνει τις πληγές.

  Ανυπεράσπιστες  Ημέρες

Ανυπεράσπιστες οι μέρες βλέπουν 
τις ώρες τους να χάνονται νεκρές.
'Αδειες κάτ' άπ' τις ριπές του χιονόνερου                                           
της ανύποπτης απουσίας.
Κενές, στο έλεος του κυνηγητού των 
στιγμών της απρόσμενης συνάντησης.
Απορημένοι οι μήνες σιωπούν.
Ουδέτεροι θεατές του ανόσιου παζαριού παραμένουν,
αφημένοι στων καιρών τα ρεύματα.
Κι οι χρόνοι, απόμακροι δηλωσίες των γήινων 
περιστροφών, αδιαφορούν,
γιορτές προσφέροντας και ντόπες συναισθήματος,
με των απροσδιόριστων εποχών τις αλλαγές,
θυσία κάνοντας στους ναούς της σκοπιμότητας
της διάρκειάς τους τα περάσματα.
Οι άνθρωποι ανυποψίαστοι,
των ανέμων ακολουθούν τις κατευθύνσεις,
ακανόνιστα διαγράφοντας σχήματα,
μένοντας αμέτοχοι θεατές,
των γεγονότων της ιστορίας τους.

             Εν Οίδα   

Οι  κεκαρμένες  ζωές,
παραμορφωμένες  καρικατούρες,
ανάμεσα απ' ορθογώνια πρίσματα,
τέμνουν τις μυστικές μας αγωνίες
διαχέοντας απελπισία.
Αναγομωμένες στιγμές ρουτινιάρικες,
γλιστράνε επικίνδυνα
στ' οδόστρωμα της εσωτερικής 
                                  αναζήτησης,
χαράζοντας βαθιά,
με μαύρες βρώμικες λωρίδες,
της μνήμης το τοπίο.
Κι εμείς αγκυλωμένοι ισορροπιστές,
παλεύουμε να στηριχτούμε ,
σε μονοσήμαντες ουτοπικές μικρές 
                                            ελπίδες,
σχοινοβατούμε,
στην αβεβαιότητα αιωρούμενοι,
πιστοί  στ' όνειρο,
ελπίζοντας στη λύτρωση του τέλους της
                                       προσπάθειας!!!

                 Το Πουλί

Είναι νύχτα. Ο ύπνος δε μου κολλάει.
Το μικρό μαγνητόφωνο παίζει μελωδίες .
Απέναντί μου ένα κάδρο. Ένα γαλάζιο πουλί.
Το δικό μου πουλί.
Μ' ανοιχτές φτερούγες κι από κάτω μια θάλασσα φουρτουνιασμένη.
Η θάλασσα της ψυχής μου.
Μέσα στο πουλί ένας γαλάζιος ουρανός με πολλά ροζ μπαμπακιά σύννεφα.
Ουρανός ανοιξιάτικος.
Μόνο που τώρα είναι χειμώνας.
Το δικό μου πουλί έχει ανοίξει τις φτερούγες του μέσα στο χειμώνα.
Δεν το φοβίζει ο βοριάς γιατί μέσα του κρύβει την άνοιξη.
Τα κύματα εκεί ψηλά δεν το φτάνουν όσο κι αν φουσκώνουν.
Όσο κι αν ο βοριάς φυσάει δυνατός και κρύος, δε το παρασέρνει., γιατί μέσα του κρύβει τη ζεστασιά και το χαμόγελο.
Κι όμως είναι κλεισμένο στο κάδρο. Διακοσμεί ένα τοίχο. Κρέμεται από ένα καρφί, που το κρατάει ακίνητο, σταθερό, αμίλητο, όχι όμως άψυχο στον τοίχο, με τις φτερούγες ανοιχτές χωρίς να πετάει.
Είναι όμως κρεμασμένο στο γκρίζο τοίχο κι ας κρύβει μέσα του την άνοιξη. Ακίνητη κι’ αυτή σαν το πουλί, ψεύτική σαν το πέταγμά του, περίτεχνο φωτογραφικό μοντάζ στιγμιαίας σύλληψης κάποιου καλλιτέχνη με γόνιμη φαντασία.
Μα τι αξία έχουν οι λέξεις. Αυτό δεν είναι παρά ένα κάδρο. Από φτηνό χαρτί και φτηνό ξύλο. Φτιάχτηκε για να ομορφαίνει κάποιο τοίχο σαν και κάμποσα άλλα που θα τυπωθούν αργότερα. 
Η ώρα είναι ήδη προχωρημένη. Η νύχτα τραβάει το δρόμο της και το ηλεκτρικό ρολόϊ στον τοίχο μετράει τις ώρες ίσαμε το ξημέρωμα.
Έχει κιόλας  περάσει  μία  ώρα  από την καινούρια μέρα. Είμαι όμως ακόμα καθισμένος απέναντι από το κάδρο με το πουλί.
Το ψεύτικο πουλί με τη φτηνή κορνίζα, κατάλληλο μόνο για διακόσμηση ενός σύγχρονου μεσοαστικού κλουβιού, μαζί με άλλα κάδρα φτηνά ή ακριβά.
Από τη μία πλευρά η Σάρα Μπερνάρ που μας σνομπάρει μέσα από ένα γαλαξία με ροζ αστέρια, από την άλλη η Λέσλυ Κάρτερ εξωπραγματική κι’ απόκοσμη μ' ένα σοβαρό γλυκόπικρο βλέμμα κοιτάζει τις ελλιπείς λειτουργίες του περιβάλλοντός μας.
Γύρω-γύρω κυριαρχεί η αδράνεια κι η υποτονικότητα της προσμονής της νέας αυγής.

                        Το Χθες

Μια φορά κι ένα καιρό ήταν μία μέρα πριν το σήμερα.
Ήταν πολύ μακριά από σήμερα.
Ήταν χαμένη στην αιωνιότητα, αλλά ήταν και πολύ κοντά, σαν τις δύο όψεις μιάς παλάμης.
Ήταν το χθες
Χθες είναι κάθε μέρα πριν το σήμερα.
Είναι κάθε μέρα, που μας δίνει πόνο, χαρά, μιάν αγάπη, ένα τραγούδι, κάποια γλυκιά παρουσία.
Το χθες είναι η μέρα που κάνουμε όνειρα για το αύριο.
Χθες είναι η μέρα που γεννήθηκε ένα παιδί, μιά νέα ελπίδα.
Σαν σήμερα κι όμως χθες είναι η μέρα, που μια φιλική παρέα πίνοντας τραγουδούσε για μια μικρή αγάπη με όμορφα φωτεινά μάτια.
Το χθες είναι η Ιστορία της χώρας μου.
Είναι μια ανάμνηση στο μυαλό μου.
Αγαπώ όλες μου τις αναμνήσεις.
Χωρίς χτες δεν υπάρχει σήμερα και χωρίς σήμερα δεν υπάρχει αύριο.
Αλλά σήμερα είναι σήμερα και μπροστά μας είναι το αύριο, είναι το μέλλον.
Είμαστε νέοι.
Το μέλλον είναι δικό μας.

               Διαπίστωση

Δε θέλουν μόνο το κορμί μου 
θέλουν να έχουν και την ψυχή.
Δε θέλουν μόνο να με νικήσουν
θέλουν απόλυτ' υποταγή.

                 Εκ Βαθέων

Της μοναξιάς οι τακτικές επαναλήψεις,
με της αγχόνης μοιάζουν τα σκαλιά
που μελλοθάνατος αργά ανεβαίνει,
και γύρω δεν ακούγεται μιλιά.
 
Της μοναξιάς η απέραντη σιωπή,
στων αναμνήσεων το πέλαγος σ' ανοίγει
κι ατέλειωτες, άχ..., θύμησες παλιές,
μέσα στο κλάμα το βουβό τις πνίγει.

Καθώς τις ερημιάς μετρώντας τις στιγμές
και νιώθοντας πως χάνονται οι ώρες,
τραύματα σκάβονται στου χρόνου το κορμί,
νεκρές κι ακίνητες μένουν των ματιών
                               οι κόρες.
 
Κι έτσι ψάχνοντας μιαν άκρη για να βρεις
στις μοναξιάς τις τόσες απουσίες,
γύρω σ' αισθάνεσαι ν' ορθώνονται σκιές,
που μέσ' τη τρέλα τους μιλάς...!!!
λες κι απευθύνεσαι σ' ανθρώπων  
                                        παρουσίες.

           Έμμονες  Ιδέες

Έμμονες ιδέες έφηβες σκανταλιάρικες 
απροκάλυπτα καγχάζουν,
των λογικών σκέψεων την ορθότητα,
τρικυμίες γεννώντας στο νου που                 
λαγοκοιμάται.
Κεντρίζουν το "Εγώ" και διασκεδάζουνε,
παίζοντας κλεφτοπόλεμο με της ψυχής
                                            την αγωνία,
που μελετάει και παλεύει τη στροφή των
             ημερών να δει και την κρισιμότητα 
να διαβλέψει.
Σπρώχνουν τα όρια, του φόβου
να σκίσουνε τα διάφανα φράγματα
και των χαμένων ημερών τις έσχατες
                         αναλαμπές να γευτούν,
στης Ουτοπίας οδοιπορώντας τα καλντερίμια,
λουσμένοι στο εξαγνιστικό φως του πυρρού
μεσημεριάτικου ήλιου,
γυμνοί κι' αμόλευτοι,
παραδομένοι στην πληρότητα 
του λευκού και του γαλάζιου,
με μάτια ορθάνοιχτα,
για της ψυχής το δρόμο!!!

                               Μια Φορά Κι Ένα Καιρό...

     Μιά φορά κι ένα καιρό, ήταν μιά συνοικία σε κάποια πόλη της γής, πολύ κοντά ή πολύ μακριά, δεν έχει και τόση σημασία. Στην συνοικία αυτή υπήρχε ένα καταπληκτικό  συμβούλιο, με άριστα μέλη, αλλά εκείνο που του έδινε μεγαλύτερη αξία ήταν η πρόεδρός του. Ήταν γλυκιά, ήρεμη και πάντα γελαστή. Πάντα σκεφτόταν κι έφτιαχνε ωραία πράγματα για τα παιδιά που λάτρευε.
     Στο κέντρο της συνοικίας, υπήρχε από παλιά μια παιδική χαρά. Αυτή την είχε κάνει ένα παράδεισο, βάζοντας λογιών-λογιών παιχνίδια, για τα παιδιά. Συνεχώς τη βελτίωνε προσθέτωντας κάθε λίγο και λιγάκι κάτι καινούργιο, επιδιώκοντας να φτιάξει τον ιδανικό τόπο για να παίζουν άφοβα και με ασφάλεια τα παιδιά. 
     Η ίδια έγινε γνωστή γράφωντας ποιήματα που μιλούσαν για δικαιοσύνη, αλήθεια κι έρωτα. Σαν άνθρωπος ήταν περήφανη, όχι αλαζόνας, με αρχές και αξίες. Πίστευε πως δεν έπρεπε να υποχρεώνει κανένα να κάνει κάτι αν δεν το ένιωθε. Αυτό όμως σπάνια πετύχαινε, γιατί οι συντοπίτες της ή δεν τη καταλάβαιναν ή αγνοούσαν τις προθέσεις της ή δεν ήθελαν να την βοηθήσουν σ' αυτά που επιθυμούσε να πετύχει.
     Παρ' όλα αυτά όμωςδεν το έβαζε κάτω. Είχε ελπίδα, πιστη κι όραμα. Κάποιες φορές όμως, από τις καθε λογής αναποδιές, έχανε το κουράγιο της και μελαγχολούσε. Τότε,στο διάστημα αυτό,όταν δεν είχε επείγουσα δουλειά, έμενε στο σπίτι σκεπαζόταν με ένα παλιό υφαντό, πούχε πάνω κεντημένα, αστέρια, ήλιους, φεγγάρια, ροδομάγουλούς έρωτες, πουλιά, τριαντάφυλλα κι ότι άλλο η φαντασία της υφάντρας κέντησε και σκεφτόταν ...μέρες ολάκερες, με δυό δάκρυα να κρέμωνται σα σπάνιες διαμαντόπετρες από τα μεγάλα της  μάτια και μιαν απορία να τη βασανίζει...
      Γιατί όλα αυτά;
      Από τη δουλειά της όμως δεν έλλειψε ποτέ. Οι συνεργάτες της τότε, της έλεγαν ότι είναι πολύ κουρασμένη, αυτό βέβαια μπροστά της, γιατί μεταξύ τους σιγομουρμούριζαν πως ήταν ψιλοφευγάτη. Σαν ποιήτρια κιόλας... Αυτή τα ήξερε όλα, αλλά δεν τους κρατούσε κακία, διότι κι αυτοί δεν μπορούσαν να καταλάβουν. Τους ενδιέφερε μόνον η επιφάνεια. Μέχρι εκεί μπορούσαν ή ήθελαν να φτάσουν. Δεν βαρυγκομούσε όμως. Ακολουθούσε το μοναχικό της δρόμο, σίγουρη πως κάποτε θα δικαιωθεί. Ευχόταν μόνο να είναι σε θέση, όταν γίνει αυτό, να έχει τη δύναμη να το χαρεί, όπως της αξίζει.
     Κάποια φορά, μετά από μιαν ημέρα κοπιαστικης εργασίας, αποφάσισε να γυρίσει στο σπίτι με τα πόδια. Πέρασε από λεωφόρους, πλατείες, χάζεψε βιτρίνες, μίλησε με περαστικούς. Πλησιάζοντας στο σπίτι μπήκε σ' ένα δρομάκι, μικρό κι ήσυχο, που διάσχιζε ένα πάρκο. Περπατώντας αμέριμνη, ξάφνου βλέπει, με την  πλάτη ακουμπισμένη σ' ένα δέντρο, ένα παιδί. Καθόταν μαζεμένο κι έκλαιγε, μ' ένα κλάμα σιγανό και βαθύ. Που και που ρουφούσε τη μύτη του, σκουπίζοντας τα δάκρυα στο μανίκι του ρούχου που φορούσε.
     Γεμάτη περιέργεια σταμάτησε και προσέχοντας να μην το τρομάξει, του μίλησε:
 -"Γιατί κλαίς παιδί μου; Χτύπησες κάπου και πονάς; Σε πείραξε κάποιος και φοβήθηκες; Γιατί κάθεσαι εδώ μόνο; Πως σε λένε";
 Στην αρχή την κοιτούσε φοβισμένο και δεν μιλούσε. Έσκυψε γεμάτη ενδιαφέρον πάνω από τον μικρό. Το παιδί άρχισε να ξεθαρεύει, βλέποντας τα ειλικρινή ανοιχτόχρωμα μάτια και το καθαρό της πρόσωπο.
 -"Κυρία μην με βλέπετε μικροκαμωμένο πλησιάζω τα είκοσι. Τ' όνομά μου είναι Παράπονο.  Οι φίλοι με φωνάζουν και Παραπονάκι, γιά να με πειράξουν, αλλά εγώ δεν δίνω σημασία. Είμαι εδώ μόνο γιατί αυτοί που εγώ αγαπώ,δεν μ' αγαπούν ή κι' αν μ' αγαπούν φεύγουν με φόβο μακρυά, γιατί, λέει, δεν πρέπει να μ' αγαπούν. Μου ζητούν, αυτοί που πιστεύουν πως μ'ορίζουν, να κάνω πράγματα ανούσια και χωρίς προοπτική, γεγονός που με κουράζει και με θλίβει. Μ' αρέσει να ονειρεύομαι και συστηματικά  προσπαθούν να μου στερήσουν αυτή την ευχαρίστηση διότι, όπως λένε, μεγάλωσα πιά. Αχ κυρία μου... είμαι πολύ στεναχωρημένος, γι' αυτό κλαίω. Δεν βλέπω κάποια λύση. Δεν ξέρω τι να κάνω. Πρέπει ν' αγαπώ ή όχι; Να κάνω και να δέχομαι όσα στην ανούσια καθημερινότητα μου επιβάλλουν, χωρίς καν να με ρωτούν; Επειδή μεγάλωσα πρέπει να αλλοτριωθώ και να σκέφτομαι σε χαρτονομίσματα, μετοχές κι ομόλογα; Πρέπει να μιλώ για δραχμές, μάρκα, δολλάρια κι ακίνητα; Καλή μου κυρία σας παρακαλώ. Εσείς φαίνεστε έμπειρη κι ενημερωμένη, δώστε μου μιά λύση. Μα... τι βλέπω. Δε... μιλάτε! Φεύγετε! Αλήθεια δεν ξέρω ούτε τ' ονομά σας. Πως σας λένε";
 -"Εγώ παιδί μου τι συμβουλές να σου δώσω; Έχω τα ίδια και μεγαλύτερα προβλήματα. Τι να σου πώ; Κι εγώ ψάχνω να βρώ λύσεις. Όσο για τ' όνομά μου... Καρδιά με λένε... Καρδιά!!!

                           Σημείον Αναφοράς

     Αναζητώντας το σημείο αναφοράς, στου χώρου και του χρόνου τα διαστήματα, περιφερόμαστε φθαρτοί.
     Σκορπώντας τα κομμάτια της ψυχής μας ασυλλόγιστα, μες σε τριβών και δικτυώσεων συμπληγάδες.
     Παραδομένοι στην εκούσια αιχμαλωσία των ηλεκτρονικών εικόνων, φτιασιδώνουμε τα ψευδή είδωλα, πάνω σε πολυκαιρινούς ραγισμένους  καθρέφτες.
     Λοβοτμημένοι αποδέκτες γεγονότων.
     Σιωπηλοί.
     Χάνουμε το φως της πανσελήνου,καθώς τα χέρια λησμόνησαν το χάδι.
     Σηκώνονται τώρα πια για να χαστουκίσουν τα δειλά χαμόγελα πίσ' από τις κλειστές πόρτες, που μισανοίγουν για να σφαλίσουν ξανά με βρόντο, κραυγάζοντας τον φόβο των εγκλείστων.
     Μοιραία κι απρόβλεπτα υποτελείς, φορώντας τα κουρελιάρικα ρούχα της  αδιαφορίας, μες το χειμώνα της απουσίας, ζητιανεύουμε τη λάμψη της ελπίδας, στα μάτια μέσα των νέων ανθρώπων, για να ζεστάνουμε ξανά των παγωμένων αισθήσεων τα κέντρα, πριν τα σκεπάσει το χιόνι της ολοκληρωτικής αλλοτρίωσης.
     Δεν έχουμε πια χρόνο κι ο χώρος διαρκώς στενεύει.
     Αρχίζει να σκοτεινιάζει πια. Πλησιάζει νύχτα.
     Κι η ελπίδα, δροσερή και λυγερόκορμη, φαίνεται πως ξέχασε οδό κι αριθμό.
     Aλήθεια τα κελιά της απομόνωσης έχουν διεύθυνση;

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers