-


Dali &









/




 
 

 

Barca Pedro Calderón de la:

     


  Βιογραφικ

     Ο Πδρο Καλντερν ντε λα Μπρκα (Pedro Calderón de la Barca y Barreda González de Henao Ruiz de Blasco y Riano), η τελευταα μεγλη μορφ του Χρυσο Αινα των ισπανικν γραμμτων, γεννθηκε το 1600 στη Μαδρτη. Γνος παλις και σεβαστς οικογνειας -ο πατρας του κατεχε κυβερνητικ αξωμα-,  εκπαιδετηκε στο Κολγιο των Ιησουιτν της Μαδρτης. Αργτερα σποδασε νομικ στο Πανεπιστμιο της Σαλαμνκα, αλλ επιστρφοντας στη Μαδρτη, αφοσιθηκε αποκλειστικ στο συγγραφικ ργο, συμμετχοντας σε πολλος ποιητικος αγνες που οργαννονταν επ’ ευκαιρα θρησκευτικν εορτν. Φημολογεται, μλιστα, τι το πρτο του θεατρικ ργο το γραψε σε ηλικα δεκατριν ετν.
     ζησε σε μια εποχ παρακμς, λγο πριν την οριστικ κατρρευση της ισπανικς κοσμοκρατορας. Ωστσο, αυτ η εποχ του λυκφωτος γνρισε μια μεγλη πολιτισμικ νθιση, χρη κυρως στην ενοια και τη προστασα που
βρσκαν οι Τχνες στην Αυλ του βασιλι Φιλππου Δ'. δη απ πολ νεαρ ηλικα, εχε δεχτε βασιλικ παραγγελα να γρψει μια σειρ ργων για το θατρο του ανακτρου του Βuen Retiro. Το 1636, ο βασιλις τον τμησε για τις υπηρεσες του με το παρσημο του Τγματος του Σαντιγο και τον διρισε γενικ υπεθυνο των θεατρικν παραστσεων της Αυλς. Για να διστημα (1637-40), ακολοθησε καριρα στρατιωτικο, διαπρποντας σε αρκετς μχες κι εκστρατεες. Αποστρατετηκε λγω προβλημτων υγεας, αλλ με ισβια στρατιωτικ σνταξη.
     Τα πρτα ργα του τανε κοσμικο χαρακτρα. Αλλ μετ το θνατο των δο αδελφν του και της ερωμνης του το 1648, η θρησκευτικ σκψη ρχισε να κυριαρχε στο χειρισμ των θεμτων του. Το 1651 γινε μοναχς κι αργτερα χειροτονθηκε ιερας (ακολουθντας κι αυτς τη πορεα του Λπε δε Βγκα), εν ο βασιλις τον διρισε επτιμο προσωπικ του εφημριο το 1663. Παρ τα θρησκευτικ του καθκοντα μως, συνχισε ανελλιπς το συγγραφικ του ργο
σπου να πεθνει, γρφοντας κθε χρνο 2 autos sacramentales (μυστηριακ δρματα)* για τον Δμο της Μαδρτης.
     Ο θνατς του το 1681 σμανε και το τλος του Χρυσο Αινα του ισπανικο θετρου. Απ τα ργα του, σζονται 120 comedias (κανονικ δρματα), περπου 80 autos κι νας μικρς αριθμς απ entremeses (κωμικ ιντερμδια) και sainetes (σντομα φαρσικ μουσικ ργα). Το εδος στο οποο ο Καλντερν θεωρθηκε ανυπρβλητος, ταν το auto sacramental. Αυτ τα ιδιτυπα αλληγορικ δρμενα, που παζονταν σε ρματα στους δρμους και τις πλατεες της Μαδρτης στην εορτ της Αγας Δωρες δραματοποιοσαν τις πιο λεπτς πτυχς του καθολικο δγματος ως προς το μυστριο της Θεας Ευχαριστας προσωποποιντας αφηρημνες ννοιες πως η Πστη, η Ελεθερη Βοληση, η Αλαζονεα, κτλ. Ο Καλντερν εχε απ' το 1648 την αποκλειστικτητα της συγγραφς αυτν των ργων. Το κεν που φησε πεΒανοντας, δεν το αναπλρωσε κανες, τα δε ργα του συνχισαν να παζονται μχρι τα μσα του 18ου αινα, οπτε τα θεματα αυτο του εδους απαγορετηκαν ως 'κακγουστα'.

       

     Στα κανονικ του δρματα, υιοθτησε τη σκηνικ γλσσα του προηγομενου αινα, που εχε εξελξει και τελειοποισει ο Λπε δε Βγκα. Δο ταν τα φιλολογικ κινματα που τον επηρασαν: Πρτο, το φος του culteranismo, φος χαρακτηριστικ το Μπαρκ, αντστοιχο της γαλλικς preciosite και του αγγλικο euphuism, τεχνητ κι επιτηδευμνο με πλθος μυθολογικν αναφορν κι ακραων μεταφορικν σχημτων, χνη του συναντομε στον εναρκτριο μονλογο της Ροζουρα στο "Η Zω Eναι νειρο". Και δετερο, το κνημα το conceptismo, που διακρινταν για την εξαιρετικ καθαρτητα, τις λεπτς αποχρσεις των ιδεν και το παιχνδι με τις σημασες των λξεων, αυτ το φος ταριαζε περισστερο στην ιησουτικ παιδεα του Καλντερν.
     Ως προς τη θεματολογα, τη πλοκ και τους χαρακτρες των ργων του, δε διακρινταν απ ιδιατερη πρωτοτυπα και συχν δανειζταν ολκληρα αποσπσματα απ ργα των προκατχων του. Οι ρως του ταν περισστερο φορες ιδεν παρ αυθπαρκτα πρσωπα με σρκα κι οστ. Σμφωνα με μια ενδιαφρουσα αξιολγηση του συγγραφα απ τους μελετητς του, «αν ο Σαξπηρ κι ο Μολιρος εναι παγκσμιοι και διαχρονικο, κι ο Λπε δε Βγκα εναι καθαρ Ισπανς, ο Καλντερν χει ακμη πιο περιορισμνη εμβλεια, ντας Ισπανς που εκφρζει κυρως τα αισθματα και τα ιδεδη του 17ου αινα». Αυτ τα ιδεδη περιστρφονταν γρω απ τρεις θεματικος ξονες: 1) τη βαθι αφοσωση στη καθολικ πστη, 2) την απλυτη κι αδιαμφισβτητη υπακο στον Ισπαν μονρχη, και 3) την αποκατσταση της τιμς (pundonor) μσω της εκδκησης, θμα που συχν αναπτσσεται σε βαθμ εξωπραγματικς υπερβολς. Παρ’ λα αυτ, χρη στον ελκυστικ χειρισμ αυτν των θεμτων και κυρως, χρη στον εξαρετο λυρισμ του, λατρετηκε απ τους Ισπανος ως ο κορυφαος δραματουργς τους. Aυτ η λατρεα, που οδγησε και στην νθιση του ρομαντικο δρματος στην Ισπανα του 19ου αινα, συνεχζεται ακμη, παρ’ λη τη σγχρονη τση να αποδοθε πρωτεουσα θση στον Λπε δε Βγκα.

        

     Το δημοφιλστερο ργο του, και σως το μνο που σπασε τα στεν τοπικ και χρονικ πλασι του, χρη στο πυκν φιλοσοφικ του περιεχμενο, εναι
το "Η Zω Eναι νειρο" (1631-35). Το ργο αυτ, που πραγματεεται τη σγκρουση μεταξ της ελεθερης βολησης και της προδιαγεγραμμνης
μορας, αγαπθηκε σε λη την Ευρπη ως το κατεξοχν αριστοργημα του ισπανικο θετρου -τουλχιστον μχρι τις αρχς του 20ο αινα, ταν το Φουντε Οβεχονα του Λπε δε Βγκα μονομερς ερμηνευμνο 'ανακαλφθηκε' απ την ρωσικ πρωτοπορα και στη συνχεια υποστηρχθηκε απ αριστερος σκηνοθτες και κριτικος σε λο τον κσμο. Ωστσο, το "Η Zω Eναι νειρο" συνεχζει να κατχει στα ισπανικ γρμματα θση ανλογη με αυτν του μλετ στην αγγλικ λογοτεχνα και το Φουστ στη γερμανικ. Ο μονλογος του Σιγισμονδου στο τλος της β' πρξης εναι για τους απανταχο ισπανφωνους ,τι εναι για τους γγλους το περφημο "να ζεις να μη ζεις" του μλετ.
     Το βασικ θμα του ργου κατγεται απ την Ανατολ, και οι πηγς του εντοπζονται σε δο ιστορες, γνωστς και δημοφιλες στην Ευρπη αρκετν καιρ πριν συνθσει το ργο του ο Καλντερν. Πρτη πηγ εναι η ιστορα του Βαρλαμ και του Ιωσαφτ: νας Ινδς μονρχης, ακογοντας απ τους αστρολγους τι ο νεογννητος γιος του ο Ιωσαφτ θα γνει Χριστιανς, τον εξορζει στα βουν, αλλ κε τον βρσκει ο ερημτης Βαρλαμ και τον μυε στη να θρησκεα. Η ιστορα ταν γνωστ κι αγαπητ στον μεσαιωνικ κσμο, ο Καλντερν, αν μη τι λλο, πρπει να την ξερε απ το ομνυμο θεατρικ ργο το Λπε. Δετερη πηγ εναι μια ιστορα απ τις Χλιες και μια νχτες: ο χαλφης Χαρον-αλ-Ρασντ κοιμζει τον φλο του Αμπο-Χασν και τον βζει για μια μρα να κυβερνσει στη θση του. ταν την λλη μρα ο Αμπο-Χασν ξυπν στο σπτι του, πιστεει πως λα ταν νειρο. Η ιστορα χρσιμοποιθηκε παραλλαγμνη απ τον Βοκκκιο στο Δεκαμερο κι επζησε στην ισπανικ γραμματεα μσω του ργου το Αγκουστν ντε Ρχας να διασκεδαστικ ταξδι (1603). Εναι η δια ιστορα που, ιδωμνη απ την κωμικ πλευρ της, δωσε υλικ στον Σαξπηρ για την Εισαγωγ του στο "Ημρωμα Της Στργγλας". Ο Καλντερν συνδασε αυτς τις δο ιστορες και προσθεσε, ως δετερεουσα πλοκ, την ιστορα της νας που αναζητ την επολωση της πληγωμνης τιμς της. Πντως, το βασικ θμα του ργου πρπει να τον απασχολοσε βαθι κι σως γι’ αυτν το λγο, μετ απ αρκετ χρνια, συνθεσε να auto sacramental με τον διο ττλο. Επσης, να λλο θεατρικ ργο γνωστ σε μας μιας κι χει επσης μεταφραστε στα ελληνικ παλιτερα εναι το "Ο Δμαρχος Της Θαλαμα" (El Alcalde De Zalamea)
     Το γεγονς τι η ελληνικ μετφραση γινε με την προοπτικ ενς συγκεκριμνου ανεβσματος του ργου, καθρισε, πως εναι φυσικ, κ-
ποιες γλωσσικς και μορφολογικς επιλογς. Τρεις ταν οι βασικο στχοι: 1) η χρση μιας ελληνικς γλσσας σο το δυνατν πιο οικεας για τον σημεριν θεατ, που δε καταφεγει σε παλιτερα “ποιητικζοντα” γλωσσικ ιδιματα, 2) η αποκατσταση της πλρους μορφς του ργου, χωρς απλουστεσες και συντομεσεις, και 3) η μμετρη απδοση που διατηρε τα ομοιοκατληκτα μρη
του πρωτοτπου και τις εναλλαγς τους. Το κλασικ ισπανικ θατρο δε καθιρωσε δικ του στιχουργικ φος, αντστοιχο με τον αλεξανδριν στχο του γαλλικο κλασικισμο, με το ιαμβικ πεντμετρο του ελισαβετιανο θετρου, αντθετα, δανειζταν διφορα μετρικ σχματα που δη χρησιμοποιοσε η λυρικ ποηση της εποχς. Για το "νειρο", ο Καλντερν χρησιμοποησε ξι στιχουργικ σχματα, διαφορετικ μεταξ τους ως προς το εδος της ομοιοκαταληξας και το μτρο (ως επ το πλεστον 8σλλαβο 11σλλαβο). Η ελληνικ απδοση, θλοντας να αποφγει την ντονη μουσικτητα ενς δεκαπεντασλλαβου -που θα ταν σως η φυσικτερη επιλογ στη γλσσα μας-, υιοθτησε παντο τον ιαμβικ ενδεκασλλαβο στχο, μορφ δη δοκιμασμνη
στη γραμματεα μας, διατρησε ωστσο την εναλλαγ των σχημτων κατ το πρωττυπο, αλλζοντας το εδος της ομοιοκαταληξας. Σε μεγλο μρος του ργου, μως, ο Καλντερν χρησιμοποησε το παραδοσιακ φος το ρομντσου, το φος της παλις ισπανικς μπαλντας. Εναι να στιχουργικ σστημα -με τροχακ 8σλλαβο μτρο και παρηχητικ κατληξη σε κθε δετερο στχο- που δεν χει αντστοιχο στην ελληνικ γλσσα, στα δε αυτι μας ηχε ως ανομοιοκατληκτο, τσι, σ’ αυτ τα μρη υιοθετθηκε ο ανομοιοκατληκτος 11σλλαβος στχος. Αυτ η διαφορ των συλλαβν εχε συχν ως αποτλεσμα τη μεωση του αριθμο των στχων σε σχση με το πρωττυπο, το περιεχμεν τους μως, παρμεινε το διο.

   * Σημ: Μετ το τλος του ργου θα υπρχει ειδικ παρρτημα που θα περιχονται λες οι γνωστς και βρεθεσες πληροφορες για λα τοτα τα ιδιματα που αναφρονται στο βιογραφικ.  Π. Χ.

==============================================

                       Η Ζω Εναι νειρο ( La Vida Es Sueno)

δρμα σε 3 'ημρες'

ΠΡΟΣΩΠΑ

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ,               βασιλις της Πολωνας
ΣΙΓΙΣΜΟYΝΔΟΣ         πργκιπας, γιος του Βασιλεου
ΑΣΤΟΛΦΟ                 δοκας της Μοσχοβας, ανιψις του Βασιλεου
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ              πρεσβτης, παιδαγωγς του Σιγισμονδου
ΚΛΑΡΙΝ                     κωμικς, υπηρτης
ΕΣΤΕΛΛΑ                   ινφντα, ανιψι του Βασιλεου
ΡΟΖΑΟΥΡΑ                να ευγενος καταγωγς
                                 Υπηρτες, στρατιτες, αυλικο, μουσικο

ΜΕΡΑ 1η
                ΣΚΗΝΗ 1η

     Στα βουν της Πολωνας. Ψηλ απ μια βουνοπλαγι, εμφανζεται
η ΡΟΖΑΟΥΡΑ, ντυμνη ανδρικ, και κατεβανει προς τα κτω λγοντας τους
πρτους στχους.

ΡΟΖΑΟΥΡΑ
λογο ον, που βλθηκες να φτσεις
τον νεμο και να τον ξεπερσεις
πουλ φτερο, Πγασε πεισματρη,
φλογε κεραυν, χερσβιο ψρι,
κτνος, αφσικο της φσης πλσμα,
πο μ, φερες; Μπροστ σ’ αυτ το χσμα,
σ’ να λαβρινθο γυμν λιθρια
με παρατς και σπας τα χαλινρια;
Εσ μενε εδ πνω, που τ’ αγρμια
του Φαθοντα προσμνουν τα συντρμμια.
Εγ, που δεν μου μνει παρ ο δρμος
που χραξε του πεπρωμνου ο νμος,
τυφλ κι απελπισμνη, κατεβανω
στη ρζα του βουνο, που ’χει ορθωμνο
το ανστημα με θρσος προς τον λιο
και μ’ οδηγε στου σκτους το βασλειο.
Αχ, Πολωνα, σκληρ η υποδοχ σου
στον ξνο που ’χει μλις μπει στη γη σου:
το πδι του ματνει που πατει,
με πνους ρχεται, σε πνους πει.
Μα η τχη μου εν’ γραμμνη εδ και χρνια,
πς να ’βρει νας δσμοιρος συμπνια;

     Μπανει ο Κλαριν, κωμικς.

ΚΛΑΡΙΝ
Δυο δσμοιροι να λες! Κι χι ν’ αρχζεις
τις κλψες και να μη με υπολογζεις!
Γιατ αν αποξαρχς μασταν δο
που επαμε στην πατρδα μας αντο,
αν μπκαμε κι οι δυο σε περιπτειες,
μπελδες, τρλες και λαχτρες ττοιες,
κι αν φτσαμε κι οι δυο μαζ εδ κτω,
κουτρουβαλντας στου βουνο τον πτο,
βρσκεις σωστ σ’ λα να μ’ χεις μπλξει
και να μη λες για μνα οτε μια λξη;

ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Προτμησα να μη σε υπολογσω
στους θρνους μου, Κλαρν, μη σου στερσω
την ευχαρστηση που θα γευτες
αν κτσεις μοναχς σου να κλαφτες.
Γιατ το κλμα τσο ανακουφζει,
που λει νας φιλσοφος: «Αξζει
πνους και βσανα να επιζητσεις,
για να ευχαριστηθες να τα θρηνσεις».

ΚΛΑΡΙΝ
Ττοιες βλακεες, φιλοσοφες τχα,
τις λει φιλσοφος μπεκρς μονχα.
Και να ’τρωγε χλια χαστοκια, λει,
να δεις πς θα χαιρτανε να κλαει!
μως, μ’ εμς, κυρ μου, τι θα γνει
σ' αυτ την ερημι που χουμε μενει,
πεζο, χαμνοι μες στην γρια φση,
τρα που ο λιος πει πια να δσει;

ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Ττοιο τοπο παρξενο, αμφιβλλω
αν εδε λλος κανες. Αλλ αν δεν σφλλω,
αν δεν με περιπαζει η φαντασα
και δεν εναι μονχα μια οπτασα,
στο φως το αχν του δειλινο, στο βθος,
βλπω να κτριο.

ΚΛΑΡΙΝ
                           Ναι, δεν κνεις λθος,
εκτς κι αν βλπω ορματα απ’ την πενα.

ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Χωμνος πσω απ τα βρχια εκενα,
εναι νας πργος, τσο χαμηλς,
που ο λιος τον περιφρονε εντελς.
Κι εναι τσο τεχνη η κατασκευ του
και τσο αδρ η αρχιτεκτονικ του,
που, στου γκρεμο τα πδια πως κουρνιζει
και μες στις πτρες, θα ’λεγες πως μοιζει
βρχος που αρνθηκε του λιου τα χδια
κι χει κατρακυλσει στα σκοτδια.

ΚΛΑΡΙΝ
μως, γιατ δεν πμε προς τα κει;
Ωραα εναι να βλπουμε, μα αρκε.
Καλτερα να δσουμε, κυρα,
σ’ αυτν που μνει εκε την ευκαιρα
γενναιδωρα να μας υποδεχτε.
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Η πρτα, απ’ ,τι βλπω, εν’ ανοιχτ.
Μα μσα, νχτα, ζοφερ σκοτδι,
λες και στεκμαστε στην πλη του δη.

Απ μσα αχογεται θρυβος απ αλυσδες.

ΚΛΑΡΙΝ
Θε μου, τι ακοω;

ΡΟΖΑΟΥΡΑ
                     Παγνω απ τον τρμο,
σαν να μ’ αγγζει ο θνατος στον μο!

ΚΛΑΡΙΝ
Δεν ταν αλυσδα αυτ; Ποιος ξρει
ποιανο κατδικου η ψυχ υποφρει,
και τρμω απ το φβο μου, ο καημνος!

ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ

ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ (Απ μσα)
Ο μοιρος εγ, ο δυστυχισμνος!

ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Τι θρνος εν’ αυτς που ακον τ ’ αυτι μου;
Νοι πνοι, να βσανα μπροστ μου.

ΚΛΑΡΙΝ
Κι εγ νες λαχτρες περιμνω.

ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Κλαριν...

ΚΛΑΡΙΝ
               Κυρα;

ΡΟΖΑΟΥΡΑ
               Μακρι απ’ τον στοιχειωμνο
πργο!

ΚΛΑΡΙΝ
               Δεν πω πουθεν, δεν χω
κουργιο οτε να φγω! Δεν αντχω!
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Εναι λυχνρι εκενο το φωτκι
που τρεμοπαζει σαν χλωμ αστερκι,
εκενη η ξπνοη λμψη, που πασχζει
να μην πεθνει, κι αντ να φωτζει
το χρο αυτ, πιο σκοτειν τον δεχνει
με τι θαμπς ανταγειες που ρχνει;
Λυχνρι, ναι! Στο ημφως του, εκε,
διακρνω απ μακρι μια φυλακ,
μαρη σαν τφο για ζωνταν πτμα.
Και, πργμα πιο τρομακτικ ακμα,
βλπω ναν νθρωπο χμω πεσμνο,
σαν γριο θερι αλυσοδεμνο,
ντυμνο μοναχ μ’ να τομρι,
με μνη συντροφι του το λυχνρι.
Κι αφο να φγουμε πια δεν μπορομε,
τους θρνους του ας ακοσουμε, να δομε
για ποιαν αιτα ζει φυλακισμνος.

Αποκαλπτεται ο ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ, αλυσοδεμνος,
ντυμνος με τομρια ζων και κρατντας να λυχνρι.

ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Ο μοιρος εγ, ο δυστυχισμνος!
Με βλπεις, ουραν, πσο υποφρω,
πες μου: τσο πολ σ’ χω προσβλλει
που ρθα στον κσμο, κι χεις επιβλλει
ττοια σκληρ ποιν; Αν κι σως ξρω
γιατ η γννησ μου εν’ η αιτα
να λινω εδ, σε μαρη φυλακ:
η γννηση του ανθρπου μνο αρκε,
αυτ ’ναι η πιο μεγλη του αμαρτα.
Μα σε ρωτ, ουραν, κι εσ αποκρσου,
να βρω μια λογικ στα βσαν μου:
ξω απ’ τη γννηση, ποιο γκλημ μου
προκλεσε τη φοβερ οργ σου
για να ’χω ττοια τχη; Δεν γεννιονται
στον κσμο πλσματα λλα; Αυτ τι κνουν;
Γιατ τσα προνμια απολαμβνουν,
προνμια που εμνα μου στερονται;
Γεννιται το πουλ, και κελαηδει,
σα-σα μια μικρ μπλα απ χνοδι,
μορφο, λες, σαν φτερωτ λουλοδι
η φση το ’χει πλσει. μως πετει,
αρνιται της φωλις την προστασα
σκζει τη διφανη οροφ του κσμου,
κι εγ, με πιο πολλ ψυχ εντς μου,
λιγτερη να χω ελευθερα;
Γεννιται και το αγρμι, στολισμνο
μ’ μορφα στγματα, λες και η φση
μ’ αστερισμος το χει ζωγραφσει
το δρμα. Μα σαν νισει πεινασμνο,
θα δεξει την τυφλ του θηριωδα
και γρια θα ξεσκσει τη βορ του,
κι εγ, που νστικτα χω αντερ του,
λιγτερη να χω ελευθερα;
Γεννιται και το ψρι, τυφλ σπρμα
του αφρο και των φυκιν, κι οτε αναπνει,
βουλο μες στα κματα επιπλει
σαν ασημνια βρκα δχως ρμα.
Κι μως, βουτ στην βυσσο την κρα,
τα απθμεν της βθη να μετρσει,
κι εγ, που χω βοληση και κρση,
λιγτερη να χω ελευθερα;
Γεννιται το ρυκι, στα λουλοδια
ανμεσα τις σπερες ξεδιπλνει
σαν φδι που ολονα μεγαλνει.
Κι αμσως, με κελαρυστ τραγοδια,
υμνε του κμπου τη γενναιοδωρα
κι ελεθερο κυλει, χωρς εμπδιο,
κι εγ, που χω της ζως το εφδιο,
λιγτερη να χω ελευθερα;
Η σκψη αυτ μαρτριο μο ’χει γνει,
ηφαστειο που μου καει τα σωθικ μου,
και μου ’ρχεται να κνω την καρδι μου
χλια κομμτια. Ποια δικαιοσνη,
ποια λογικ, ποιοι νμοι χουν στερσει
απ τον νθρωπο να δρο θεο
που απλχερα χαρζουν στο θηρο,
στο ψρι, στο πουλ, σ’ λη τη φση;

ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Φβο μο προκαλον αυτ τα λγια,
μα και συμπνια.

ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
                        Εναι εκε καννας;
Κλοτλντο εσ;

ΚΛΑΡΙΝ
                     Πες ναι!

ΡΟΖΑΟΥΡΑ
                                χι, μνο νας
δστυχος εμαι, που σ’ αυτ τα υπγεια
τα σκοτειν σ’ κουσε να θρηνες.

ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Ττε, σε περιμνει ο θνατς σου,
γιατ αυτ που μλις εδες μπρος σου,
δεν πρεπε να το ’χει δει κανες.

(Την αρπζει στα χρια του).

Και μνο επειδ μ’ κουσες, θα δσω
βρχο τα μπρτσα μου και θα σε λισω!

ΚΛΑΡΙΝ
Εγ λξη δεν κουσα, μη σσω!
Εμαι κουφς!

ΡΟΖΑΟΥΡΑ
                  Στα πδια σου αν πσω
κι χεις καρδι, θα βρω το λυτρωμ.

ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Αυτ η φων σου πσο με ημερεει,
κι η παρουσα σου πς με γαληνεει,
και μπρος στη θα σου νιθω σεβασμ!
ΙΙοιος εσαι; Γιατ, μες στη φυλακ μου,
απ τον κσμο ελχιστα χω μθει,
αφο τοτος ο πργος που ’μαι εστθη
τφος μαζ και κονια βρεφικ μου,
κι απ της γννας μου τη μρα -αν ντως
γεννθηκα ποτ- αντικρζω μνο
την ερημι, και σ’ αυτν μσα λινω
σαν ταφος νεκρς, σκι ανθρπου ζντος,
και μ’ λο που δεν μου ’κανε παρα
νθρωπος λλος, παρ νας μνο,
εκενος που μου στκεται στον πνο
και λει της γης και τ’ ουρανο τα να,
μ’ λο που η ψη τοτου του προσπου
δεχνει -για να σε κνει να τρομζεις
κι ανθρπινο θερι να με ονομζεις-
κτι μεταξ τρατος και ανθρπου,
μ’ λο που, μες σε τση δυστυχα,
σποδασα την πολιτικ, τους νμους,
μελτησα των αστεριν τους δρμους,
μαθανοντας απ ρνεα και θηρα,
εσ, μονχα εσ χεις καταφρει
να μετρισεις κπως την οργ μου,
εσ κατπληξες την ακο μου
κι εσ το δος στο βλμμα μου χεις φρει.
σο σε βλπω, τσο σε θαυμζω,
τσο την παρουσα σου δεν χορτανω,
που, με τα μτια ορθνοιχτα, επιμνω
ακμα πιο πολ να σε κοιτζω,
σαν θνατο γλυκπιοτο ρουφω
τη θα σου, κι λο πνω παραπνω,
κι εν, κοιτζοντς σε, θα πεθνω
-το ξρω-, μως πεθανω να κοιτω.
Αλλ ας πεθνω, τι χει να μου λεψει;
Αν εναι θνατος το να σε βλπω,
τχα τι θα ναι το να μη σε βλπω;
Χειρτερο απ θνατο, απ θλψη
αβσταχτη, πθος απελπισμνο:
θα ’ναι ζω. Ττοια ζω αν χαρζεις
στον δυστυχ, μοιζει σαν να δωρζεις
το θνατο σ’ ναν ευτυχισμνο.

ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Με τσο δος, κατπληξη και τρμο
σε βλπω και σ’ ακοω, που τα χνω!
Τι να σου πω, τι ερτηση να κνω;
να θα πω: τι μο ’δειξε το δρμο
ο ουρανς να ’ρθω σ’ αυτ το μρος,
να παρηγορηθ - αν επιτρπει
παρηγορι στον δυστυχ να βλπει
νθρωπο δυστυχστερο. νας γρος
σοφς, λνε πως βρθηκε σ’ ανχεια
τσο βαθι, που τρφονταν μονχα
με γρια χρτα. «Τπρχει λλος, τχα,
φτωχτερος στον κσμο;» Αυτ συνχεια
ρωτοσε, σπου, γυρνντας να κοιτξει,
εδε, πιο πσω, την απντησ του:
λλον σοφ, που μζευε ως τροφ του
τις ρζες που αυτς εχε πετξει.
Κι εγ τσι ζοσα, κλαγοντας τη μορα,
κι εν αποροσα αν πλσμα λλο καννα
εχε ατυχα χειρτερη απ μνα,
βρθηκα εδ, κι τσι απ σνα πρα
μια απντηση λυτρωτικ, αφο τρα,
ξαναγυρνντας πια στα λογικ μου,
καταλαβανω πως τα βσαν μου
για σνα θα ’ταν ευσπλαχνας δρα.
Κι αν η ιστορα μου λγο θα μποροσε
να σε παρηγορσει, κουσε τρα
τα πθη μου, κι εγ θα σου χαρσω
σα απ’ αυτ νομζεις πως δεν χεις.
Εμαι, λοιπν...

ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ

Ακογεται απ μσα ο ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ.

ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Φρουρο αυτο του πργου,
ποιος απ σας, δειλς κοιμισμνος,
επτρεψε να εισβλλουν δο ξνοι
παρτυπα απ’ της φυλακ την πλη;

ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Καινοργιο μπλξιμο μας περιμνει!

ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Εν’ ο Κλοτλντο, αυτς που με προσχει.
Δεν θα ’χουν τλος πια τα βσαν μου;

ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Ξυπνστε, μπρος! Τα πλα σας αρπξτε!
Πιστε τους πριν προλβουν ν’ αμυνθονε!
Τους θλω ζωντανος πεθαμνους!
Συνομωσα!

ΚΛΑΡΙΝ
Φρουρο αυτο του πργου,
πο διβολο κρυβσασταν, δεν ξρω,
αλλ αν διαλξετε να απ τα δο,
πιστε μας ζωντανος, πιο εκολο εναι!
Μπανει ο ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ, κρατντας πιστλι,
με στρατιτες. λοι χουν
καλυμμνα τα πρσωπ τους.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
λοι τα πρσωπ σας καλυμμνα,
στο χρο αυτ, εν’ απλυτη ανγκη
να μην μπορε κανες να μας γνωρσει.
ΚΛΑΡΙΝ
Τι βλπω; Μασκαρδες;
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Εσες, ξνοι,
εσες οι δυο, που ’χετε μπει λαθραα
στο χρο αυτ τον απαγορευμνο,
αγνοντας εντολς του βασιλι μας
που διταξε κανες να μην τολμσει
να δει τι κρβουν τοτοι εδ οι τοχοι,
παραδοθετε! Καταθστε τα πλα!
Αλλις, αυτο του πιστολιο η κνη,
ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ
αυτ η οχι απ ατσλι, θα ξερσει
το διαπεραστικ της δηλητριο,
δυο σφαρες, που η πρινη τροχι τους
σαν αστραπ θα σκσει τον αρα.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Πριν τους σκοτσεις, τραννε δυνστη,
πριν οποιοδποτε κακ τους κνεις,
να ξρεις πως θα σκοτωθ εγ πρτος.
Γιατ, μα το Θε, τσι πως εμαι
δεμνος μ, αλυσδες, θα ξεσκσω
τις διες μου τις σρκες με τα νχια,
με τα δντια, πφτοντας στα βρχια,
προτο σταθ μρτυρας στο χαμ τους,
προτο θρηνσω την κακ τους μορα.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Αφο ξρεις καλ πως τα δειν σου
εναι μεγλα, Σιγισμονδο, τσο
που πριν να γεννηθες χεις πεθνει,
με πρσταγμα των ουρανν, και ξρεις
πως τοτη η φυλακ κι οι αλυσδες
εναι για σνα φρνο, χαλινρι,
που συγκρατε και που περιορζει
την αλαζονικ μανα σου, ττε,
προς τι τση παρση και τσο θρσος;
Πρτε τον, και την πρτα του κελιο του
κλεστε καλ.
Οι στρατιτες τον κλειδνουν. Ο Σ-
ΓΙΣΜΟΤΝΔΟΣ ακουγεται απ μσα.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Ουραν, ευτυχς για σνα,
μου ’χεις στερσει την ελευθερα.
Αλλις, απ’ την οργ μου ενντι σου,
θα ορθωνμουν τρα σαν Τιτνας,
θα σριαζα το να πνω στ’ λλο
βουν απ μρμαρο, μχρι να φτσω
στον λιο το λαμπρ, να θρυμματσω
μα-μα τις κρυστλλινς σου σφαρες!
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Μπορε να βασανζεσαι τσι τρα
για να μη γνει αυτ που μλις επες.
ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Αφο εδα πς θεριεει την οργ σου
η τση αλαζονεα, ανητος θα ’μουν
αν ταπειν δεν σε παρακαλοσα
να λυπηθες τη ζω μου. Δεξε μου οκτο,
γιατ θα ’ταν σκληρτητα μεγλη
αν οτε ο ταπεινς οτ’ ο αλαζνας
δεν γνριζαν την ενοια της καρδις σου.
ΚΛΑΡΙΝ
Κι αν οτε καν στο τσο δεν σ’ αγγζουν
η Αλαζονεα κι η Ταπεινοφροσνη
-πρσωπα που ’χουν πρωταγωνιστσει
σε δρματα θρησκευτικ χιλιδες-*
εγ, οτε ταπεινς οτε αλαζνας,
μα κπου ανμεσα στα δυο, ζητω
για μας το λεος και τη συνδρομ σου.

{* μεση αναφορ στα autos sacramentales, που τα πρσωπα
ενσαρκνουν αφηρημνες ννοιες.}

ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Εσες!

ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ
Διατξτε!

ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Πρτε τους τα πλα,
και δστε τους τα μτια, να μη δονε
οτε απ πο, οτε και πς θα βγονε.

ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Αυτ εναι το σπαθ μου, αλλ οφελω
μνο σε σνα να το παραδσω,
γιατ εσ ’σαι ο αντερος απ’ λους,
δεν διανοομαι να τ’ αφσω σ’ λλον
καττερο σε αξωμα.

ΚΛΑΡΙΝ
Το δικ μου
εναι αρκετ φτην για να το πρει
κι ο πιο αχρεος. Πρ’ το εσ, ορστε.

(Το δνει σ ’ ναν στρατιτη).

ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Κι αν εναι να πεθνω, κρτησ το
ως δρο επειδ δειξες συμπνια,
ενχυρο, που ’χει αποκτσει αξα
απ τον περασμνο κτοχ του.
Ζητ με προσοχ να το φυλξεις,
γιατ, σο κι αν αγνο το μυστικ του,
ξρω πως το περτεχνο αυτ ξφος
κρβει κποιο σημαντικ μυστριο.
Μνον αυτ εμπιστεθηκα και ρθα
στην Πολωνα, εκδκηση να πρω
για κποια προσβολ.

ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ (Κατ ιδαν)
Θε μου, τι βλπω;
λο και μεγαλνει η σγχυσ μου,
οι φβοι, οι αμφιβολες, οι αγωνες.
(Στη ΡΟΖΑΟΥΡΑ).
Ποιος σου ’δωσε το ξφος;

ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Μια γυνακα.

ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
                Πς λγεται;

ΡΟΖΑΟΥΡΑ
                 Θα πρπει τ’ νομ της
να το αποκρψω.

ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
                  Και πς συμπερανεις,
πς ξρεις τι κρβει να μυστριο;

ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Εκενη που μου το ’δωσε, μου επε:
«Πρ’ το και πγαινε στην Πολωνα,
κι εκε, με τχνασμα, με πλγιους τρπους
και πονηρι, κνε να δουν το ξφος
οι ευγενες και οι ρχοντες του τπου,
γιατ γνωρζω τι νας απ κενους
θα σε υπερασπιστε σαν νθρωπ του».
Δεν θλησε, μως, να μου πει ποιος εναι,
μπως στο μεταξ χει πεθνει.

ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ (Κ α τ’ ιδαν)
Θε και Κριε! Τι ειΥ αυτ που ακοω;
Ακμα δεν μπορ να ξεχωρσω
αν λα τοτα εν’ νειρο αλθεια!
Αυτ εναι το σπαθ που εχα αφσει
εγ ο διος στην ωραα Βιολντα,
κι ορκστηκα πως ποιος μου το δεξει
μια μρα, εγ θα τον αναγνωρσω
ως γιο μου και θα του σταθ ως πατρας
Μα τρα τι να κνω; Τι ειρωνεα
της τχης, Θε μου! Γιατ εν αυτς φρνει
σε μνα το σπαθ προς φελος του,
προς θνατο το φρνει, αφο μπροστ μου
ρχεται προορισμνος να πεθνει!
Τι μπρδεμα, τι δλημμα τερστιο!
Τι απρβλεπτα παιχνδια παζει η μορα!
Ο γιος μου εναι! Το λνε τα σημδια,
το λει κυρως ο χτπος της καρδις μου,
που φτερουγζει σαν τρελ στο στθος
μλις τον δει, κραυγζει και χτυπιται,
κι ανμπορη να σπσει τα δεσμ της,
κνει ,τι κνει κι ο φυλακισμνος,
που ταν ακοσει θρυβο στο δρμο,
ορμει στο φεγγτη να δει απ’ ξω.
Το διο κι η καρδι: επειδ δεν ξρει
τι τρχει, και θορβους μνο ακοει,
ορμει να κοιτξει απ τα μτια,
που εναι του κορμιο μας οι φεγγτες,
κι αυτ που βλπει, δκρυα της φρνει.
Μα τι να κνω; Τι να κνω, Θε μου;
Γιατ, αν τον πω στον βασιλι, τον σρνω
σε ββαιο θνατο. Πλι, αν τον κρψω
απ τον βασιλι, θα 'χω πατσει
τον ρκο υποταγς μου. Με διχζουν
απ τη μια η αγπη στο παιδ μου
κι απ την λλη η υπακο στο νμο.
Μα τι αμφιβλλω; Δεν προηγεται η πστη
στον βασιλι κι απ’ τη ζω ακμα,
κι απ’ την τιμ; Ττε, ας ζσει η πστη
κι ο γιος μου ας πεθνει. Εξλλου ο διος
επε, αν κατλαβα καλ, πως ρθε
να εκδικηθε μια προσβολ που υπστη,
κι αυτ θα πει πως την υπληψ του
την χει χσει. χι, δεν εναι γιος μου,
αμα τιμου κι ευγενος δεν χει.
Αν, μως, τον εβρκε κποιο πλγμα
απ’ τ’ αναπντεχα, που λους μς βρσκουν,
αφο η τιμ εναι τσο εθραυστη λη
που μ’ να μνο γγιγμα ραγζει,
με μιαν ανσα μοναχ θαμπνει,
αυτς, που εν’ ευγενς, τι λλο να κνει,
τι λλο, παρ, κντρα στους κινδνους,
να ’ρθει για να την αποκαταστσει;
Ναι, ναι, εναι γιος μου, αμα δικ μου χει,
αφο εναι τσο ανδρεος. τσι που ’μαι
σε δλημμα, μια μση οδ διακρνω:
να πω στον βασιλι, να ομολογσω
πως εναι γιος μου, κι ,τι θλει ας γνει.
Ποιος ξρει, σως η εντιμτητ μου
τον συγκινσει κπως, κι αν ελεσει
να τον αφσει ζωνταν, εγ ο διος
θα τον βοηθσω στην εκδκησ του.
Μα αν μνει αννδοτος ο βασιλας
και τον σκοτσει, ττε θα πεθνει
πριν μθει πως εμνα χει πατρα.
                                             (Στη ΡΟΖΑΟΥΡΑ και στον ΚΛΑΡΙΝ).
Εσες οι δο, θα ’ρθετε μαζ μου,
και σας διαβεβαι, δεν θα ’στε μνοι
στα βσανα: εναι βσανο μεγλο
αναποφσιστος να παραπαεις
στο ριο της ζως και του θαντου.
(Βγανουν).

ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ

Στο βασιλικ ανκτορο. Μπανει απ τη μα μερι ο ΑΣΤΟΛΦΟ
με στρατιωτικ συνοδεα, κι απ την λλη η ΕΣΤΕΛΛΑ με κυρες των τιμν.
Ακογεται μουσικ.

ΑΣΤΟΛΦΟ
Για των ματιν σου τις εξασιες χρες,
με αχ θριαμβικ σε χαιρετονε
τμπανα και τρομπτες με φανφρες,
ρυκια και πουλι που κελαηδονε.
Η φση ολκληρη στησε ορχστρα
για να τιμσει αυτν την ομορφι,
τα πντα επιστρατεει, αντ για σεστρα
βζει λουλοδια, αντ γι’ αυλος πουλι.
Και λα εναι της χρης σου υπηρτες,
και σε δοξζουν τα πουλι ως Αυγ,
ως Αθην Παλλδα οι τρομπτες,
ως ρτεμη τ’ νθη, τα ζα κι η γη.
Γιατ εσαι Αθην στην περηφνια,
εσαι η Αυγ, ο λιος ο ζεστς,
εσαι ρτεμη στον οστρο, στη ζωντνια,
κι εγ εμαι υπηρτης σου πιστς.

ΕΣΤΕΛΛΑ
Αν θα ’πρεπε τ ’ ανθρπινα τα λγια
με τα ργα και τις πρξεις να συμπλεσουν,
κακς μο απηθυνες τσα υμνολγια,
αφο εκολα μπορον να τα διαψεσουν
τα πλα κι η πολεμικ θωρι σου,
που εμνα με τρομζει. Δεν νομζω
πως συμφωνον τα λγια τα θερμ σου
με το ψυχρ το θαμα που αντικρζω.
Εγ, λοιπν, θεωρ πουλη πρξη
και ποταπ, αντξια για θηρα,
το να ’χει κποιος πρθεση να σφξει
εν χαδεει με την κολακεα.
ΑΣΤΟΛΦΟ
Λθος πληροφορες χεις πρει
Εστλλα, και γι’ αυτ σως αμφιβλλεις
για ,τι λω, μα στο ζητ σαν χρη,
κου με, πριν συμπρασμα να βγλεις.
Ο Ευστργιος, μετ το θνατ του,
φησε τον Βασλειο στο θρνο
της Πολωνας, γιο και διδοχ του,
και δο θυγατρες - θα πω μνο
τα σχετικ, για να μην κνουμε ρες.
Μνα δικ σου ταν η Κλοριλνη,
38
η πιο μεγλη απ τις δο κρες,
σε τπους χλοερος αναπαυμνη
βρσκεται τρα. Η λλη θυγατρα,
η Ρεθισοντα, που ταν παντρεμνη
στη Μοσχοβα, δικ μου εναι μητρα,
χιλιχρονη να ζει κι ευλογημνη.
Στο θμα, ναι. Ο Βασλειος, νικημνος
απ τη μορα των θνητν, το γρας,
στου πνεματος τα κλλη πιο δοσμνος,
φιλομαθς παρ ηδονοθρας,
μεινε χρος, κληρος και μνος,
και φεγει δχως διδοχο να αφσει.
Οπτε μνει ελεθερος ο θρνος
που εμες οι δυο χουμε επιθυμσει.
Τον διεκδικες εσ, ως θυγατρα
της πρτης αδελφς, μα εγ τ’ αρνομαι,
γιατ, παρτι απ πιο να μητρα,
εμαι νδρας, και θεωρ πως προηγομαι.
Στο θεο μας χουμε κι οι δυο μιλσει
για τις προθσεις μας, κι η απντησ του
ταν τη διαφορ μας πως θα λσει
σμερα εδ, με μια ανακονωσ του.
ΙΥ αυτ, λοιπν, το λγο εμαι φερμνος
στην Πολωνα, χι για να προβλλω
διαθσεις ανταγωνισμο και μνος
πολεμικ εναντον σου, κθε λλο.
Εθε ο σοφς ο ρως να δεσει
να βγει αλθεια αυτ που εχαν προβλψει
λοι για μας: να πραγματοποισει
39
την νωσ μας, κι τσι να σε στψει
βασλισσα, μα με τη θλησ μου.
Του θεου μας το στμμα εναι, κυρα,
ο θραμβς σου, μα η καρδι η δικ μου
θα ’ναι η μεγλη σου αυτοκρατορα.
ΕΣΤΕΛΛΑ
Ττοια γενναιοδωρα πς ν’ αφσω
χωρς μιαν ανταπδοση; Δηλνω
πως αν το στμμα θλω ν’ αποκτσω,
εναι για να σου το προσφρω μνο.
Παρ’ λα αυτ, η αγπη μου, υποθτω,
σε βρσκει δυσμενς διατεθειμνο,
γιατ, πς να ερμηνεσω το πορτρατο
που χεις στο λαιμ σου κρεμασμνο;
ΑΣΤΟΛΦΟ
Θα σου εξηγσω τι ειΥ αυτ, μα τρα
δεν γνεται, γιατ δη χουν ηχσει
τα τμπανα, που λεν πως ρθε η ρα
να βγει ο βασιλις να μας μιλσει.
ΣΚΗΝΗ ΕΚΤΗ
Μπανει ο βασιλις ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ με συνοδεα.
ΕΣΤΕΛΛΑ
Σοφ Θαλ...
40
ΑΣΤΟΛΦΟ
...και παντογνστη Ευκλεδη.
ΕΣΤΕΛΛΑ
.που μελετς τα ζδια,...
ΑΣΤΟΛΦΟ...τους αστρες,.
ΕΣΤΕΛΛΑ
.το^ν πλανητν τους δρμους,...
ΑΣΤΟΛΦΟ
...το ταξδι
ΕΣΤΕΛΛΑ
.του λιου...
ΑΣΤΟΛΦΟ
...μσα στις ουρνιες σφαρες,.
ΕΣΤΕΛΛΑ
...νοιξε στοργικ την αγκαλι σου...
ΑΣΤΟΛΦΟ
.δεξε μου σπλαχνικ την ενοι σου...
ΕΣΤΕΛΛΑ
.σαν τον κισσ να τυλιχτ στη σκι σου.
ΑΣΤΟΛΦΟ
...να πσω ταπειν στα γνατ σου.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Ανψια μου γλυκ, που χετε σπεσει
στο κλεσμ μου ν' ανταποκριθετε,
μες στην καρδι μου ση χετε θση,
και σας το λω, δεν θα αδικηθετε.
Μνο, παρακαλ, επειδ εμαι γρος,
κι σως μακρηγορ λγω ηλικας,
ζητ σιωπ, κι αφστε κατ μρος
τις εκδηλσεις της θερμς λατρεας.
Γνωρζετε -θλω την προσοχ σας
ανψια μου, αυλικο της Πολωνας,
υπκοο μου, συγγενες και φλοι-
γνωρζετε πως για τ φιλομθεια
και για τις γνσεις που χω, ο κσμος λος
μου αποδδει του Σοφο τον ττλο,
πως ο χρωστρας των σπουδαων ζωγρφων
κι η σμλη των γλυπτν μ’ χουν διασσει
απ τη λθη που επιβλλει ο χρνος,
κι χω καθιερωθε στην Οικουμνη
με τ’ νομα Βασλειος ο Μγας.
Γνωρζετε ποιες εναι οι επιστμες
που ασκ και που πιστεω πνω απ’ λες:
τα μαθηματικ κι η αστρονομα.
Χρη σ’ αυτς αποστερ απ’ το Χρνο
κι απ τη Φμη το υψηλ προνμιο
να μην αποκαλπτουνε το μλλον
42
παρ μονχα μρα με τη μρα,
γιατ, στους χρτες και στους πνακς μου,
βλπω λα τα μελλομενα γραμμνα,
κι τσι μετ, προσμνω απλς το Χρνο
να επαληθεσει αυτ που γνριζα δη.
Οι κκλοι αυτο οι κατλευκοι σαν χινι,
αυτο οι κρυστλλινοι, διφανοι θλοι
που τους φωτζουν οι ακτνες του λιου
και τους διαιρον οι φσεις της σελνης,
λες αυτς οι διαμαντνιες σφαρες
οι δισπαρτες μ’ αστρια και με ζδια,
εναι το σπουδαστριο της ζως μου,
βιβλα με αδαμντινες σελδες,
τετρδια απ ζαφερι, κι εκε πνω,
με γρμματα ευκριν και με μελνι
χρυσ, γρφει ο ουρανς το πεπρωμνο,
τη μορα μας, ευνοκ αντξοη.
Και τσο γργορα λα τα διαβζω,
που, μνο με τη σκψη, αμσως ξρω
των στρων τις αιφνδιες μεταπτσεις
και τις γοργς κινσεις των σωμτων.
Μακρι, Θε μου, πριν αυτ μου η τχνη
γινταν σχολιασμς στο περιθριο
των ουρανων σελδων, πριν γινταν
το ευρετριο των περιεχομνων,
να ’ταν το πρτο θμα της οργς Σου
η ζω μου η δια, να ’χε παραμενει
μνον εκε η δικ μου τραγωδα!
Γιατ, ταν εσαι δσμοιρος, μαχαρι
43
γνεται ακμα και το χρισμ σου,
η δια σου η σοφα, και σε σκοτνει!
Απδειξη εμ’ εγ, μα πιο μεγλη
απδειξη εν’ αυτ που σας διηγομαι.
Γι’ αυτ, για να τ’ ακοσετε με δος,
ζητ μια φορ ακμα τη σιωπ σας.
Η Κλοριλνη, η σζυγς μου, εχε
κνει να γιο, τσο σημαδεμνο
απ τη μορα, που τη γννησ του
συνοδυσαν τρατα και σημεα.
Πριν βγει στο φως ακμα, απ το μνμα
το ζωνταν της μτρας -^γιατ η γννα
κι ο θνατος εν’ πργματα παρμοια-,
η μνα του βλεπε επανειλημμνα
μσα στο παραλρημα του ονερου
πως κποιο τρας ανθρωπμορφο, γριο,
της ξσκιζε τα σπλχνα για να βγει ξω,
και τη θαντωνε καθς γεννιταν
σαν φδι, μες στο αμα της λουσμνο.
ρθε, λοιπν, της γννησς του η μρα,
κι εκπληρωθκαν λες οι προβλψεις,
γιατ σπανως ποτ δεν βγανουν
ψετικα τα δυσοωνα σημδια:
ρθε στον κσμο με ωροσκπιο ττοιο
που ο λιος, κκκινος σαν αμα, μπκε
σε μχη λυσσαλα με τη σελνη,
κι η γη περμενε, σιωπηλς μρτυς,
ποιος απ’ τους δυο ουρνιους φωτοδτες
θα σκοτεινισει τον αντπαλ του.
44
ταν η πιο μεγλη, η πιο φρικδης
κλειψη ηλου απ’ τον καιρ που η πλση
θρνησε το Σωτρα στο Σταυρ Του.
Γιατ, πως πυρπολοσαν το στερωμα
οι ζωντανς οι φλγες, σου φαινταν
πως φτασε η συντλεια του κσμου.
Σκοτενιασε ο ουρανς, τρμαν τα κτρια,
τα νφη εβρχαν πτρες, τα ποτμια
αντ νερ πλημμριζαν απ αμα.
Κτω απ ττοιο ανδρομο πλαντη
και ττοιο ολθριο ζδιο ρθε στον κσμο
ο Σιγισμονδος, δνοντας αμσως
το στγμα της πραγματικς του φσης,
αφο το ανττιμο της γννησς του
τανε της μητρας του το τλος,
λες κι θελε με πεσμα να δηλσει:
«νθρωπος εμαι, εφσον ξεπληρνω
κιλας την καλοσνη με κακα».
Εγ, κοιτντας τα βιβλα μου, εδα
γραμμνο πως ο γιος μου θα γινταν
ο πιο απερσκεπτος απ’ τους ανθρπους,
απ τους πργκιπες ο πιο ανσιος,
κι ο πιο απνθρωπος απ’ τους μονρχες,
πως το βασλει του θα το διλυαν
η βα κι ο διχασμς, θα ’ταν σχολεο
των προδοτν κι ακαδημα των φαλων,
κι ο διος, απ τη μανα σπρωγμνος
σε σκοτειν εγκλματα, αποτρπαια,
θα ’φτανε σε σημεο να με πατσει
45
χμω, γιατ εδα κιλας τον εαυτ μου
ριγμνο καταγς, και τα μαλλι μου
τα ολλευκα -ντρπομαι που το λωνα
γνονται χαλ στα δυο του πδια.
Ποιος θ’ αψηφοσε ττοια προφητεα,
και μλιστα αν την βλπει στα βιβλα
που μελετ κυρως για τ ’ φελος του;
Πιστεοντας, λοιπν, στο πεπρωμνο
που μου προμνυε δειν μεγλα
με προφητεες μοιραες σαν και τοτη,
επρα απφαση να φυλακσω
αυτ το νεογννητο θηρο,
στε να δω αν εγ, ο σοφς, μποροσα
να θσω υπ την εξουσα μου τ’ στρα.
Ανακοιννοντας τι το βρφος
γεννθηκε νεκρ, επα να χτσουν
ναν πργο ψηλ στα δσβατα ρη,
σε μρος που οτε ο λιος δεν το φτνει,
σε απκρημνη πλαγι, μσα σε βρχους
που προστατεουνε την εσοδ του.
Αιτα για λους τους αυστηρος νμους,
τις προσταγς, που, επ ποιν θαντου,
απαγορεουν σ’ λους να πλησισουν
κποια περιοχ συγκεκριμνη,
εναι τα γεγοντα που σας επα.
Εκε ζει, δυστυχς, ο Σιγισμονδος,
φτωχς, δεσμτης, σε κατσταση θλια,
κι ο μνος που τον βλπει, του μιλει
κι χει τη μριμν του, εν’ ο Κλοτλντο.
46
Αυτς το δδαξε τις επιστμες,
τον μησε στην καθολικ πστη,
αυτς, ο μνος μρτυς των δεινν του.
Ιδο, τρα, τρα θματα: το πρτο,
τι αγαπ τσο την Πολωνα,
που χω το χρος να την προφυλξω
απ την τυραννα ενς δυνστη,
γιατ εναι ανξιος ρχοντας εκενος
που εκθτει την πατρδα, το λα του,
σε ττοιο κνδυνο. Δετερο θμα
που απασχολε τη σκψη μου, εναι μπως
το να στερ απ’ το διο μου το σπλχνο
δικαιματα που του ’χουν δσει νμοι
ανθρπινοι και θεοι, εναι μια πρξη
που απχει απ' τη χριστιανικ αγπη.
Γιατ, καννας νμος δεν μου λει
τι για να εμποδσω κποιον λλον
να γνει τραννος στο μλλον, πρπει
να γνω τραννος εγ, κι η σκψη
τι μπορε να εγκληματσει ο γιος μου,
να κνει εγκληματα πρτα εμνα!
Τρτο και τελευταο, ειΥ τι βλπω
πως ταν μγα λθος να πιστψω
με τση προθυμα στις προβλψεις,
γιατ, σο κι αν η φση του τον σπρχνει
στο βραθρο, μπορε να τη νικσει.
Ο νθρωπος βοληση ελεθερη χει,
κι η πιο αντξοη μορα, η πιο ολθρια
προδιθεση κι ο πιο εχθρικς πλαντης,
47
τη βοληση δεν την εξαναγκζουν,
απλς τη δοκιμζουν. τσι, τρα,
μσα σε δισταγμος, αμφιβολες
και ταλαντεσεις, σκφτηκα μια λση
που σως να σας καταπλξει λους:
σκοπεω, αριο το πρω, να φρω
εδ τον Σιγισμονδο -τσι τον λνε-
χωρς να μθει τι εναι γιος δικς μου,
και να τον βλω στη δικ μου θση.
στο θρνο μου, με το δικ μου σκπτρο,
για να σας κυβερν, να εξουσιζει
ως νμιμος μονρχης, κι εσες λοι
θα του ορκιστετε υπακο και πστη.
Τρεις προοπτικς ανογονται εδ τρα,
αντστοιχες των σκψεων που σας επα:
η πρτη, αν φανε αγαθς μονρχης,
ξιος, εχφρων, συνετς και προς,
διαψεδοντας τις Μορες, που εχαν γρψει
τσα γι’ αυτν, εσες θα ’χετε κρδος
τη βασιλεα του φυσικο ηγεμνα
που δικαιοστε, ας εχε την Αυλ του
για χρνια στα ρη, δπλα στα θηρα.
Δετερη, τρα, προοπτικ: αν ο γιος μου
φανε αλαζνας, μοχθηρς και ανσιος,
δχως φραγμος δοσμνος σ’ γρια πθη,
ε, ττε εγ, που θα ’χω πια εκπληρσει
το πατρικ μου χρος προς εκενον,
θα του αφαιρσω λες τις εξουσες,
ως δκαιος βασιλας ενεργντας,
48
και θα τον φυλακσω - πρξη, πλον,
χι σκληρτητας, μα τιμωρας.
Και τρτον: αν ο πργκηψ φανερσει
αυτ τα ελαττματα, εγ ττε,
απ' την αγπη που χω στο λα μου,
στο θρνο θ’ ανεβσω βασιλιδες
πιο ξιους για το στμμα και το σκπτρο.
Θα ’ναι τα δυο μου ανψια, που θα ενσουν
τις τχες τους και τα δικαιματ τους
με τα δεσμ του γμου, και θα προυν
τη θση που, βεβαως, τους αξζει.
Αυτ, λοιπν, προστζω ως βασιλις σας,
αυτ παρακαλ σας ως πατρας,
αυτ σας λω ως γροντας με περα,
κι αν, πως λει ο Ισπανς Σενκας,
ο βασιλις εν' δολος του λαο του,
αυτ ικετεω ως ταπεινς σας δολος.
ΑΣΤΟΛΦΟ
Αν πρπει ν' απαντσω εγ, καθσον
εμνα πιο πολ αφορ το θμα,
ζητ, εν ονματι λων εδ μσα,
να φρεις στην Αυλ τον Σιγισμονδο,
αρκε για μας πως εναι γιος δικς σου.
ΟΛΟΙ
Δσ’ μας τον πργκιπ μας, για να γνει
αμσως βασιλις!
49
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Υπκοο μου,
ευχαριστ για τη λεπττητα σας.
Μα συνοδψτε πρτα στο παλτι
αυτος τους δο τλαντες του θρνου,
κι υπομον, αριο θα σας τον φρω.
ΟΛΟΙ
Ζτω ο μγας βασιλις Βασλειος!
Βγανουν λοι. Πριν φγει ο ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ, εμφανζεται ο ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ, με τη Ρο-
ζαοτρα και τον Κλαριν, κα, συγκρα-
τε τον βασιλι.
ΣΚΗΝΗ ΕΒΔΟΜΗ
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Μπορ να σου μιλσω;
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Α! Κλοτλντο!
Εσ εσαι πντα ευπρσδεκτος.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Κρι μου,
θα ’νιωθα ευπρσδεκτος αν εχα πσει
στα πδια σου οποιαδποτε λλη μρα,
μα σμερα, το ενντιο πεπρωμνο
50
μου στρησε την ασυλα απ’ το νμο
κι απ’ το θιμο την ευχαρστησ του.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Μα τι εναι;
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
να ατυχς συμβν, κρι μου,
εν, κανονικ, μποροσε να ’ταν
η πιο χαρμσυνη εδηση για μνα.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Πες μου, σ’ ακοω.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Αυτς ο ωραος νος,
απ γνοια απ απερισκεψα,
μπκε στο πργο, κριε, που εδε
τον πργκιπα, κι εναι...
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Μην ενοχλεσαι,
Κλοτλντο. Αν συνβαινε λλη μρα,
τ’ ομολογ, θα με δυσαρεστοσε,
μα τρα πια που χω αποκαλψει
το μυστικ, δεν χει σημασα
κι αν το ’χει μθει αυτς. λα σε λγο,
γιατ χω να σου πω πολλ, κι επσης
χεις πολλ να κνεις συ για μνα,
σ’ ενημερνω, θα ’σαι το ργαν μου
51
στο πιο σπουδαο γεγονς στον κσμο.
σο γι’ αυτος, και για να μη νομσεις
πως τιμωρ την ποια αμλεια σου,
εγ τους συγχωρ.
(Φεγει).
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Χλιους αινες
να ζεις ευτυχισμνος, βασιλι μου!
(Κατ' ιδαν).
Η μορα μου βελτιθηκε λιγκι.
Τρα δεν θα του πω πως εναι γιος μου,
δεν εν’ ανγκη.
(Στη ΡΟΖΑΟΥΡΑ και στον Κααριν).
Ξνοι ταξιδιτες,
εσαστε ελεθεροι.
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Τα δυο σου πδια
πφτω χλιες φορς για να φιλσω.
ΚΛΑΡΙΝ
Κι εγ να πιπιλσω - καλ, τρα,
δυο γρμματα πιο πνω, δυο πιο κτω,
φλοι εμαστε, δεν χουν σημασα.
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Μου ’δωσες τη ζω, σε σνα οφελω
το τι εμαι ζωντανς, γι’ αυτ το λγο,
θα ’μαι δικς σου σκλβος αιωνως.
52
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Δεν εναι ζω αυτ που σου ’χω δσει,
γιατ νδρας ευγενς ατιμασμνος
δεν εναι ζωντανς. Κι αν χεις ρθει
εκδκηση να πρεις, πως επες,
για κποια προσβολ, δεν σου ’χω δσει
εγ ζω, γιατ δεν ζεις ακμα,
ζω χωρς τιμ, ζω δεν εναι.
(Κατ' ιδαν).
Με τοτα ελπζω να τον εμψυχσω.
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Ναι, ομολογ, διλου ζω δεν χω,
κι ας μου την πρσφερες εσ προ ολγου,
μως, αφο ξεπλνω την τιμ μου
με την εκδκηση, ττε θα ζσω
ζω απαλλαγμνη απ’ τους κινδνους,
ξια να λγεται δικ σου δρο.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Πρε το στιλβωμνο ατσλι που εχες,
αυτ, βαμμνο στου εχθρο σου το αμα,
εν’ αρκετ για την εκδκησ σου.
Ατσλι που ταν κποτε δικ μου
-θλω να πω, για λγο, τρα μλις,
που το κρατοσα- ξρει να εκδικεται.
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Στ’ νομα το δικ σου το φορω
για δετερη φορ. Και σ' αυτ ομνω
53
να εκδικηθ, παρλο που ο εχθρς μου
εναι πολ ισχυρς.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Τσο πολ εναι;
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Τσο πολ, που δεν σου λω ποιος εναι,
χι γιατ θεωρ πως θα προδσεις
τα μυστικ που θα σου αποκαλψω,
αλλ για να μη στρψω σε αντιπθεια
την ενοια που μου δεχνεις και μ, αρσει.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Αντθετα, αν μου το ’λεγες, μποροσες
να εξασφαλσεις ναν σμμαχ σου,
και να εμποδσεις τη βοθει μου
προς τον εχθρ σου.
(Κατ' ιδαν).
Αν ξερα ποιος εναι!
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Για να μη φανταστες, λοιπν, κρι μου,
πως δεν τιμ την πστη που μου δεχνεις,
μθε πως ο εχθρς μου δεν εν’ λλος
παρ ο Αστλφο, δουξ της Μοσχοβας.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ (Κατ' ιδαν)
Βαρ το πλγμα! Απ’ σο φανταζμουν
βαρτερο! Μα ας δομε τι συμβανει.
54
(Στη Ροζαουρα).
Αν εγεννθης Μοσχοβτης, ττε
αυτς, που εναι ο φυσικς σου αφντης,
δεν εναι δυνατν να σε προσβλλει,
γρισε στην πατρδα σου, και ξχνα
τη φρενιασμνη οργ που σε πυρνει.
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
στω κι αν εναι αφντης μου, εγ ξρω
πως μ’ βλαψε.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Δεν γνεται, σου λω,
ακμη κι αν, μες στην παραφορ του,
σε χτπησε στο πρσωπο.
(Κατ' ιδαν).
Ω, Θε μου!2
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Χειρτερο κακ μο χει κνει.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Πες το, λοιπν! Χειρτερο απ κενα
που πλθει η φαντασα δεν μπορε να ’ναι.
2 Τη στιγμ αυτ, ο Κλοτλντο συνειδητοποιε το φλο τς
Ροζαουρα, γιατ μνο με ναν τρπο μποροσε νας ηγεμνας
να προσβλει υπκο του: ατιμζοντας μια γυνακα.
55
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Θα σου το πω, αν και δεν καταλαβανω
γιατ μου εμπνει η δικ σου παρουσα
εκτμηση και σεβασμ και αγπη
τση πολλ, που δεν βρσκω το θρρος
να πω τι η αμφεσ μου εν’ να ψμα,
να ανιγμα, δεν εναι αυτ που μοιζει.
Τρα που τ’ κουσες, σκψου και κρνε,
αφο εγ δεν εμαι αυτς που δεχνω
κι αφο ο Αστλφο ρθε εδ να πρει
γυνακα την Εστλλα, πς μποροσε
να με προσβλλει. Μα αρκετ σου επα.
Βγανουν η ΡΟΖΑΟΥΡΑ και ο ΚΑΑΡΙΝ.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Περμενε, μη φεγεις, κουσ με!
Ω, Θε μου, τι λαβρινθος μπλεγμνος,
πς να ’βρει η λογικ σωτριο μτο!
Σπιλθηκε η τιμ μου, εν’ ο εχθρς μου
πανσχυρος, εγ εμ’ υποτελς του,
κι ο γιος μου εναι γυνακα! Τρα μνον
ο ουρανς μπορε να δεξει δρμο,
αν και αμφιβλλω αν θα το κατορθσει,
γιατ, σ’ αυτ το χος το μπερδεμνο,
εν’ λος ο ουρανς μια προφητεα
κι ο κσμος ανεξγητο μυστριο.
(Φεγει).
ΤΕΛΟΣ ΠΡΩΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
56
ΗΜΕ Ρ Α Δ Ε Τ Τ Ε Ρ Ι
ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ
Στο βασιλικ ανκτορο. Μπανουν ο ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
και ο Κλοτλντο.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
λες σου οι εντολς εκτελεστκαν.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Πες μου ακριβς πς γινε, Κλοτλντο.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
γινε ως εξς, κρι μου: πρα
το υπνα>τικ που διταξες να φτιξουν
απ εκχυλσματα κποιων βοτνων
σοφ συνδυασμνων, στε να ’χουν
κρυφς δυνμεις που ν’ αποκοιμζουν
τα λογικ του ανθρπου, αφνοντς τον
σαν νεκροζντανο, να τον βυθζουν
σε λθαργο βαθ, χωρς αισθσεις...
-Αμφιβολα δεν υπρχει τι εναι
αυτ εφικτ, καθς η περα, κριε,
αμτρητες φορς μς χει δεξει
τι απ ττοια μυστικ της Φσης
εναι γεμτη η ιατρικ επιστμη,
και δεν υπρχει ζο, φυτ, πετρδι,
που να μην χει ιδιατερες δυνμεις.
57
Κι αφο του ανθρπου η μοχθηρα χει
επινοσει χλια δηλητρια
θανατηφρα, απστευτο δεν θα ’ταν
αν, δπλα στις ουσες που σκοτνουν,
υπρχαν κι λλες, με τιθασευμνη
ενργεια, που απλς να φρνουν πνο.
Ας μην το αμφισβητομε, λοιπν, λλο,
αφο, επ’ αυτο, δη χουμε αποδεξεις
απ τη λογικ, απ’ τα γεγοντα...-
Με το πιοτ, λοιπν, που ταν φτιαγμνο
απ πιο, παπαρονα και υοσκαμο,
επγα στο κελ του Σιγισμονδου.
Του μλησα λιγκι για λα εκενα
τα ανθρπινα που το ’χει μθει η φση
η φωνη, τα ρη, το στερωμα,
το θεο σχολεο, που χει σπουδσει
ρητορικ απ τα πουλι, απ’ τα ζα.
Το πνεμα του θλοντας να εξυψσω
για την αποστολ που του ετοιμζεις,
ναν αετ το ’δειξα, που πετοσε
αγρωχος ψηλ, περιφρονντας
τις ασφαλες περιοχς του αιθρα,
κι ανβαινε μχρι τις σφαρες του λιου,
σαν φτερωτ αστραπ και σαν κομτης.
Εκθιασα τη μεγαλειδη πτση
λγοντας: «Αφο εσ, στο κτω-κτω,
εσαι κυραρχος των πουλιν, σου αξζει
να στκεσαι ψηλτερα απ τ, λλα».
Δεν θελε λλο ο γιος σου, ταν ακοει
58
για κυριαρχα, αμσως ο θυμς του
φουντνει, κι απαντει μ’ υπεροψα,
γιατ, εν’ αλθεια, το αμα του τον σπρχνει
σε πργματα υψηλφρονα, μεγλα.
«Πς!» λει, «Ακμα και στην επουρνια
δημοκρατα των πουλιν, υπρχουν
κποιοι που ρκο υποταγς δηλνουν;
Η σκψη αυτ μο φτνει για να δσει
παρηγορι στα βσαν μου, διτι
τουλχιστον εγ, εμαι δια της βας
υποταγμνος, με τη θλησ μου,
ποτ σ’ νθρωπο δεν θα υποτασσμουν».
Βλποντας πσο τον εχε εξοργσει
το θμα αυτ, που πντα τον πονοσε,
του πρσφερα ποτ, και πριν προλβει
το υγρ απ το ποτρι να κυλσει
στο στθος, το κυρεψε τις δυνμεις
πνος βαθς, το πγωσε το αμα,
κρος ιδρτας το λουσε τα μλη,
κι αν αγνοοσα τι εναι νεκροφνεια,
θα τρμαζα πως τλειωσε η ζω του.
Ττε ακριβς, ρθαν οι μπιστο σου,
και βζοντς τον σε μαξα, τον φραν
εδ, που τα ’χαν προετοιμσει λα
με τη βασιλικ μεγαλοπρπεια
που αρμζει στο τομ του. Τον ξαπλσαν
στην δια σου την κλνη, κι ταν λξει
η ενργεια του φλτρου και ξυπνσει,
θα τον υπηρετον πιστ, πως χεις
59
ζητσει, σαν να επρκειτο για σνα.
Κι αν σ’ χει ευχαριστσει η υπακο μου
κι αξζω ανταμοιβ, θα σε ρωτοσα
μονχα αυτ - και να με συγχωρσεις
για την αδιακρισα: για ποιο λγο
επες να φρουνε μ, αυτν τον τρπο
τον Σιγισμονδο μχρι το παλτι.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Κλοτλντο, βρσκω δικαιολογημνη
την απορα που χεις, και μονχα
σε σνα θ’ απαντσω. πως θα ξρεις,
το στρο το φονικ που επηρεζει
του γιου μου τη ζω, απειλε να φρει
μριες καταστροφς και τραγωδες.
Θλω να δω αν ο ουρανς -που, ββαια,
ποτ δεν ψεδεται, αλλ, απεναντας,
μας χει δσει τσες αποδεξεις
στον γριο χαρακτρα του παιδιο μου-
μπορε να μαλακσει, να μετρισει
τουλχιστον το μνος του, ακμα
να νικηθε και να υπαναχωρσει
με θρρος και με σωφροσνη, διτι
ο νθρωπος υπερισχει των στρων.
Αυτ, λοιπν, θλω να διαπιστσω.
Εδ που τον μετφερα, θα μθει
πως εναι γιος μου, και θα φανερσει
το αληθιν του πρσωπο. Αν δαμσει
τη φση του με μεγαλοθυμα,
60
θα γνει βασιλις, αν μως εναι
βναυσος και τυραννικς, τον στλνω
πσω στις αλυσδες του κελιο του.
Θα με ρωτσεις, τρα, για ποιο λγο
πρεπε να τον φρω ναρκωμνο
γι’ αυτ το περαμα. Θα σου απαντσω,
και θα λυθον λες σου οι απορες.
Σμερα αν μθαινε πως εναι γιος μου
κι αριο ξαναβρισκταν στο κελ του,
ριγμνος πλι μες στη δυστυχα,
σγουρα, με το χαρακτρα που χει,
απ’ την απελπισα θα τρελαινταν
γιατ, γνωρζοντας ποιος πργματι εναι,
τι θα του μενει για παρηγορι του;
Γι, αυτ το λγο, θλω να του αφσω
μια διξοδο στον πνο, λγοντς του
πως ταν νειρο λα αυτ που εδε.
Δυο πργματα θα γνουν τσι: πρτον,
μλις ξυπνσει, η συμπεριφορ του
θα δεξει το πς σκπτεται, πς πρττει,
κοντολογς, τι χαρακτρα κρβει.
Δετερον, θα ’χει να παρηγοριται,
γιατ, σο κι αν εδ τον προσκυνοσαν
κι αριο ξαναβρεθε αλυσοδεμνος,
θα χει πιστψει πως ονειρευταν.
Και με το δκιο του θα το πιστψει
γι, αλθεια αυτ, Κλοτλντο, γιατ ζονε
σ’ να νειρο σοι ζουν σ’ αυτ τον κσμο.
61
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Επιχειρματα δεν θα μου λεπαν
για ν’ αποδεξω τι χεις κνει λθος,
μα εναι πλον αργ, γιατ νομζω
πως ξπνησε και θα ’ρθει εδ που να ’ναι.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Καλτερα ν’ αποσυρθ, εσ, μως,
σαν δσκαλς του, μενε, να διαλσεις
τη σγχυση που θα χει στο μυαλ του,
λγοντας τι χει γνει.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
ρα, μου δνεις
την δεια να του πω λη την αλθεια;
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Ναι, γιατ αν ξρει απ τι κινδυνεει,
σως εν’ ευκολτερο να ελγξει
τα πθη και τις σκοτεινς πλευρς του.
Φεγει ο ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ, και μπανει ο
Κ λαριν.
ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ
ΚΛΑΡΙΝ (Κατ' ιδαν)
Τρεις καμτσικις μο κστισε για να ’ρθω
εδ, απ ναν φρουρ που ’χε γενειδα
62
κκκινη, ταιριαστ με τη στολ του.
Επα να παρακολουθσω το ργο,
μα χι να πληρσω και εισιτριο!
Γιατ, σε φιστες και σε πανηγρια,
το πιο εξασφαλισμνο θεωρεο
το κουβαλς μαζ σου, κι εναι τζμπα.
Το λνε αδιαντροπι, και σου προσφρει
μια πρτης τξεως θα στα γεγοντα.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ (Κατ’ ιδαν)
Εναι ο Κλαρν, ω Θε μου, ο υπηρτης
αυτς, ναι, αυτς που, σαν τον μεταπρτη
των συμφορν, φερε την ντροπ μου
στην Πολωνα.
(Στον Κ λαριν).
Κλαρν, τι να;
ΚΛΑΡΙΝ
Τι να,
κριε; Πως η δικ σου καλοσνη,
που εν’ τοιμη για χρη τς Ροζουρα
να πρει εκδκηση, την χει κνει
να ξαναβλει τα σωστ της ροχα.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Μπρβο, ευτυχς, αλλις θα ’ταν απρπεια.
ΚΛΑΡΙΝ
Πως φρντισε ν’ αλλξει τ ’ νομ της,
πρασε ως ανιψι σου στο παλτι,
63
κι εκε, τσο πολ την εκτιμονε,
που μπκε κιλας στην ακολουθα
εκενης της ιδιρρυθμης Εστλλας.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Μπρβο, τσι θα φορτσει την τιμ της
μια και καλ στ, νομα το δικ μου.
ΚΛΑΡΙΝ
Πως περιμνει, κριε, πτε θα ’ρθει
ο χρνος κι η ευκαιρα να φροντσεις
για την τιμ της.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Μπρβο, καλ κνει
που περιμνει, αυτς τις υποθσεις,
ο χρνος τις διευθετε στο τλος.
ΚΛΑΡΙΝ
Πως τρα που την πραν γι’ ανιψι σου,
την χουνε μη στξει και μη βρξει
και την καλοταζουν, εν εμνα
που ρθα μαζ της, μ’ χουνε χεσμνο,
και πω να πεθνω απ την πενα.
Λες και ξεχνν τι με λεν Κλαρνο,
κι μα λαλσει το κλαρνο, θα ’βρει
πολλ να ψιθυρσει μες στ, αυτκι
του βασιλι, του Αστλφο, της Εστλλας,
γΓ αυτ που βλπει εδ, γιατ οι υπηρτες
και τα κλαρνα, δσκολα κρατνε
64
το στμα τους κλειστ. Αν κνεις με κνει
να σπσω τη σιωπ μου, θα του παξω
εγ να τραγουδκι, που θα λει:
«Κλαρνο μου, τι θελες να μιλσεις,
κι εμνανε σαν ψρι να με ψσεις!»
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Ναι, ναι, χεις δκιο να παραπονισαι.
Εγ θα επανορθσω· μα εσ, φλε,
στο μεταξ, θα υπηρετες εμνα.
ΚΛΑΡΙΝ
Στσου, γιατ ρχεται κι ο Σιγισμονδος.
ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ
Μπανουν μουσικο που παζουν και
τραγουδον. Ακολουθε ο ΣΓΣΜΟΥΝΑΟΣ,
σαστισμνος, και πσω του υπηρτες που
τον βοηθον να ντυθε.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Θε μου, τι βλπω; Τι εν’ εδ; Πο να ’μαι;
Τι θαματα εναι τοτα που κοιτζω;
Με πλημμυρζει δος, μα δεν φοβμαι,
θλω να τα πιστψω, μα διστζω.
Εγ, σε μεγαλπρεπο παλτι;
Εγ, ντυμνος ροχο μεταξνιο;
Εγ, να ’χω ξυπνσει σε κρεβτι
65
με στρμα μαλακ και πουπουλνιο;
Εγ, να ’χω υπηρτες στο πλευρ μου
σβλτους, κομψος, με τση προθυμα,
να με βοηθον ως και στο ντσιμ μου,
και να εκτελον κθε μου επιθυμα;
Μπως με ξεγελνε τα νειρ μου;
Κι μως, το ξρω πως χω ξυπνσει.
Δεν εναι Σιγισμονδος τ ’ νομ μου;
Ουραν, πες μου, χω παραφρονσει!
Πες μου, για να με βγλεις απ’ την πλνη:
Τι μπορε να συνβη στο μυαλ μου
την ρα που κοιμμουν, και με κνει
να βλπω μσα εδ τον εαυτ μου;
Μα ας γινε ,τι να ’ναι, τι με μλλει,
τι βζω το κεφλι μου να σπσει;
Θ’ αφσω να με υπηρετε ποιος θλει,
κι η τχη ,τι βρξει ας κατεβσει.
ΤΠΗΡΕΤΗΣ 2
Τι μελαγχολικ εν’ η διθεσ του!
ΤΠΗΡΕΤΗΣ 1
Και ποιος δεν θα ’χε την καρδι γεμτη
μελαγχολα, στη θση τη δικ του;
ΚΛΑΡΙΝ
Εγ, εγ!
ΤΠΗΡΕΤΗΣ 2
Μλησ του, πες του κτι.
66
ΥΠΗΡΕΤΗΣ 1
Να τραγουδσουν πλι;
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
χι, φτνουν
οι μουσικς και τα τραγοδια.
ΥΠΗΡΕΤΗΣ 2
Μα σουν
βαρς και σκεπτικς, γι’ αυτ και κνουν
προσπθειες να σε ψυχαγωγσουν.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Με τις αβρς φωνς και τις μπαλντες,
δεν θα μου ανακουφσουνε τον πνο.
Χθηκαν οι στρατιωτικς οι μπντες;
Στο εξς, αυτς θλω ν’ ακοω μνο.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Ας ευαρεστηθε η Αυτο Τψηλτης
να της φιλσω ευλαβικ το χρι,
κι ας με δεχτε ως πρτο υπκο της
που ρθε τα σβη του να της προσφρει.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ (Κατ' διαν)
Εν’ ο Κλοτλντο. Αυτς, στη φυλακ μου,
με πλρωνε με του Χριστο τα πθη,
και τρα κνει τον υποτελ μου;
Δεν μπορε, Θε μου, κτι θα ’χω πθει!
67
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Σγουρα, μ/ λα αυτ τα να που βλπεις,
θα βασανζουνε τη λογικ σου
χιλιδες απορες. Μα αν επιτρπεις,
θα σε λυτρσω απ τη σγχυσ σου.
Μθε πως εσαι,, κριε, γεννημνος
πργκηψ και διδοχος του βασιλεου
της Πολωνας. Κι αν περιορισμνος
εζοσες, μακρι απ' το φως του ηλου,
ο λγος ταν πως αυτ απαιτοσε
η αδυσπητη εντολ της μορας,
που με δειν μυριδες απειλοσε
τη χρα, αν παιρνες ποτ αν χερας
το σκπτρο του νομμου βασιλως.
Μα τρα πλον, που χει επικρατσει
η σκψη τι νας νδρας θαρραλος
και συνετς μπορε να υπερνικσει
το εχθρικ και τεγκτο πεπρωμνο,
σ’ φεραν απ’ τον πργο στο παλτι,
την ρα που το πνεμα εχες δοσμνο
σ’ νειρα, και σε βλαν στο κρεβτι.
Θα ’ρθει, σε λγο, για να σου μιλσει
ο βασιλις πατρας σου, και για ,τι
δεν ξρεις, αυτς θα σε διαφωτσει.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
θλιε, κακοργε, τιμε, προδτη!
Τι χρειζεται να μθω κι λλα; Φτνει
το τι μαθα ποιος εμαι, για να δσει
68
φτερ στη δναμ μου και να κνει
την περηφνια που χω να φουντσει.
Εναι, λοιπν, εσχτης προδοσας
πρξη να μου στερες το αξωμ μου,
πρξη παρλογης αυθαιρεσας
να μου αρνηθες τα δικαιματ μου!
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Χθηκα!
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Κθε δκαιο χεις πατσει,
εμνα μου προκλεσες οδνη
κι χεις το βασιλι σου εξαπατσει.
Ο βασιλις, εγ κι η δικαιοσνη,
λοιπν, δικσαμε τα εγκλματ σου,
κι η τιμωρα σου εναι να πεθνεις
απ’ τα δια μου τα χρια!
ΥΠΗΡΕΤΗΣ 2
Κριε, στσου!
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Μη μ’ εμποδζεις! να βμα αν κνεις,
τ ’ ορκζομαι, θα σ’ εκπαραθυρσω!
ΥΠΗΡΕΤΗΣ 1
Φγε, Κλοτλντο, φγε!
69
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Αλμονο σου,
καημνε μου, τρα κομπζεις τσο,
γιατ αγνοες πως ζεις μες στ, νειρ σου!
(Φεγει).
ΥΠΗΡΕΤΗΣ 2
Σκψου πως τοτος, κριε...
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Φεγα, δρμο!
ΥΠΗΡΕΤΗΣ 2
...υπκουσε εντολς του βασιλι του.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Ποιου βασιλι! Στον δικο το νμο,
δεν υπακομε. Μπως πργκιπ του
δεν εχε εμνα;
ΥΠΗΡΕΤΗΣ 2
Το σωστ το λθος,
κριε, δεν ταν στη δικ του κρση.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Για να μου αντιμιλς με τσο πθος,
μη θες το χρι μου να σε χτυπσει;
70
ΚΛΑΡΙΝ
Καλ τα λες, αφεντικ, να ζσεις!
Εσ, τι του ζαλζεις το κεφλι;
ΤΠΗΡΕΤΗΣ 2
Ποιος σου ’δωσε την δεια να μιλσεις;
ΚΛΑΡΙΝ
Μονχος μου την πρα.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Εσ, πλι,
ποιος εσαι;
ΚΛΑΡΙΝ
Κριε, εμαι νας που χνει
τη μτη του παντο. Κι χω εντρυφσει
στην τχνη αυτ: ζιζνιο που φυτρνει
πιο γργορα, δεν χει βγλει η φση.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Σ’ αυτν το νο κσμο που χω μπρος μου,
μονχα εσ μ’ αρσεις.
ΚΛΑΡΙΝ
Μα ποιος λλος!
Των Σιγισμονδων αυτουνο του κσμου,
εμ’ ο διασκεδαστς ο πιο μεγλος!
71
ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ
Μπανει ο ΑΣΤΟΛΦΟ.
ΑΣΤΟΛΦΟ
Πργκιπα, τρισευλογημνη η μρα
που φανερθηκες σε μας ως νος
λιος της Πολωνας, και τον αρα
γμισες μ’ αγαλλαση, με κλος,
δνοντας λμψη σ’ λη την υφλιο,
λμψη θεκς πορφρας, γιατ, εντλει,
πραγματικ μς ρθες σαν τον λιο
που μσα απ’ τα ψηλ βουν ανατλλει.
Λμψε, λοιπν. Και μ, λο που ’χει αργσει
η δφνη αυτ να στψει τη μορφ σου
τη νικητρια, εχομαι να ζσει
αμραντη για χρνια.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Ο Θες μαζ σου.
ΑΣΤΟΛΦΟ
Δεν γνωριζμαστε, σφλμα δικ μου,
γι’ αυτ λειπε απ’ τον χαιρετισμ σου
η αρμζουσα τιμ στο πρσωπ μου.
Εμαι ο Αστλφο, πρτος ξδελφς σου,
και δουξ της Μοσχοβας. Επομνως,
εμες οι δυο λογαριαζμαστε σοι.
72
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Το τι επα «ο Θες μαζ σου» προηγουμνως,
δεν στθηκε αρκετ να σε τιμσει;
Ωραα, λοιπν τρα που σε γνωρζω,
κι αφο αυτ εναι το παρπον σου,
λλη φορ, μλις θα σ’ αντικρζω,
θα λω, αν θλεις, «ο Θες εχθρς σου»!
ΤΠΗΡΕΤΗΣ 2 (Στον ΑΣΤΟΛΦΟ)
IV ψιν, κριε, τι δεν ξρει τρπους,
αφο στα ρη τσα χρνια ζοσε,
και φρεται τσι σ’ λους τους ανθρπους.
(Στον Σιγιςμοτνδο).
Κρι μου, ο δουξ Αστλφο θα εκτιμοσε...
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Βαριμαι να τον βλπω, με νευριζει
τση παρση, τση σπουδαιοφνεια.
Και το καπλο, γιατ δεν το βγζει;
ΤΠΗΡΕΤΗΣ 1
Μα στκεται ψηλ!3
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Κι εγ, στα ουρνια!
3 Στην ισπανικ Αυλ, οι λεγμενοι §Γαη(65 (οι πλον εξχο-
ντες ευγενες) ταν τα μνα πρσωπα που εχαν την δεια
να μη βγζουν το καπλο τους μπροστ στους βασιλες.
73
ΤΠΗΡΕΤΗΣ 2
Ωστσο, πιο πολ απ' τους υπολοπους,
σ’ αυτν κυρως θα πρπει να εκδηλνεις
εκτμηση και να κρατς τους τπους.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Εσ, που δε σε σπρνουν, τι φυτρνεις;
ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ
Μπανει η Ε ςτε λ λ α .
ΕΣΤΕΛΛΑ
Χλιες φορς την υψηλτητα σου
καλωσορζω, κριε, στο θρνο
που ευγνμων δχεται την ενοι σου
και που σε επιθυμοσε τσον χρνο.
Και σου εχομαι λαμπρς να βασιλψεις
και σεβαστς απ’ τους υποτελες σου,
ενντια στις απατηλς προβλψεις,
κι αινες, χι χρνια, να V η ζω σου.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ (Στον Κ λ α ρ ιν )
Για πες μου τρα εσ, ποια εναι τοτη
η υπροχη, θεκ ομορφι, που η φση
την προκισε μ’ λα τα ουρνια πλοτη,
τοτη η θε που ρθε στη γη να ζσει;
Ποια εναι τοτη η τσο ωραα κοπλα
που φως θεσπσιο μσα εδ χει φρει;
74
ΚΛΑΡΙΝ
Εν’ η ξαδρφη σου, κριε, η Εστλλα.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Εστλλα, νομα και πρμα: αστρι.
(Στην Εστλλα).
Καλ το καλωσρισμα στο θρνο,
κυρα, μα ταν πιο καλ, νομζω,
πως εδα εδ τα κλλη σου, και μνο
για τοτο το καλ, που δεν τ ’ αξζω,
δχομαι τα συγχαρητρι σου.
Εστλλα, αστρι ο Θες αν σ’ εχε ορσει
και κθε αυγ λαμπε η ομορφι σου,
τι θ’ φηνες στον λιο να φωτσει;
Δσ’ μου το χρι σου να το φιλσω,
την κοπα τη χιοντη, απ’ που πνει
η αυγ το φως της, να πιω να μεθσω.
ΕΣΤΕΛΛΑ
Η αβρτητ σου ναυδη μ’ αφνει!
ΑΣΤΟΛΦΟ (Κ α τ '
Το χρι αν της φιλσει, εμαι χαμνος.
ΥΠΗΡΕΤΗΣ 2 (Κ α τ ' «αν.)
Αυτ για τον Αστλφο θα ’ναι βρος
μγα. Θα επμβω.
(Στον Σιγιςμοτνδο).
Εμ’ υποχρεωμνος
κριε, να πω πως παρνεις πολ θρρος,
75
και πως δεν εναι δκαιο να πληγνεις
τον δοκα Αστλφο, που δη χει δηλσει...
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Δε σο ’πα την ουρ σου να μη χνεις;
ΤΠΗΡΕΤΗΣ 2
Λω μνο τι εναι δκαιο.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
χω θυμσει
πολ με τοτα. Δκαιο, αν θες να ξρεις,
εν’ ,τι στις ορξεις μου ταιριζει.
ΤΠΗΡΕΤΗΣ 2
Μα, λγο πριν, σ’ κουσα ν’ αναφρεις,
κριε, πως πρπει μνο να μας νοιζει
,τι εναι δκαιο και σωστ.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Κι επσης,
δε μ’ κουσες να λω πως θα σε ρξω
απ’ το μπαλκνι, αν με παρασκοτσεις;
ΤΠΗΡΕΤΗΣ 2
Δεν θα μπορσεις!
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Ναι; Θα στο αποδεξω!
76
Τον αρπζει στα χρια του και βγανει
ξω. λοι τον ακολουθουν. Κατπιν,
επιστρφουν μσα.
ΑΣΤΟΛΦΟ
Τι ταν ετοτο που εδα μλις τρα;
ΕΣΤΕΛΛΑ
Ας τρξει κποιος, βοθεια να προσφρει!
(Φεγει).
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Τον πταξα στη θλασσα, ταν ρα
να δει ποιος χει εδ το πνω χρι.
ΑΣΤΟΛΦΟ
Να ελγξεις, κριε, τους φρικτος σου τρπους
και να μετρισεις την παραφορ σου,
τα κτνη απχουν απ τους ανθρπους
σο και το παλτι απ’ τα βουν σου.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Εσ, αν ξαναβγλεις διλεξη λλη
μ’ αυτ το σοβαρ σου φος, θλω
να δω, τσι και σου κψω το κεφλι,
πο θα ’χεις να στηρζεις το καπλο!
Ο ΑΣΤΟΛΦΟ φεγει. Μπανει ο ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
77
ΣΚΗΝΗ ΕΚΤΗ
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Τι γινε εδ;
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Τποτα. Κποιον, μνο,
που μ’ σχασε, το ’δωσα μια να πει
απ’ το μπαλκνι κτω.
ΚΛΑΡΙΝ
Ενημερνω
πως εν’ ο βασιλις που σου μιλει.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Πς; Ο ερχομς σου, απ την πρτη μρα,
κστισε τη ζω ενς ανθρπου;
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
λεγε τι η απειλ μου ταν φοβρα
μνο, κι εγ του απντησα επ τπου.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Πργκιπα, εμαι βαθτατα θλιμμνος,
εν ρθα να σε δω με την ελπδα
πως μχεσαι τη μορα σου με σθνος
και βγανεις θριαμβευτς, αντθετα εδα
μιαν σβεστη αλαζονικ μανα,
εν το πρτο μγα επτευγμ σου
ταν μια στυγερ ανθρωποκτονα.
Πς τρα ν’ αφεθ στο αγκλιασμ σου,
78
πς να σου δεξω αγπη, ταν το χρι
που θα μ/ αγγξει χει πια αποκτσει
τη γνση του θαντου; Εδε μαχαρι
κανες, γυμν, μλις να ’χει χτυπσει
θανσιμα, και δεν χει παγσει;
Εδε κανες φρσκο το αμα να στζει
στη γη που κποιον χουνε σκοτσει,
δχως ν’ ανατριχισει; Εδ τρομζει
και υποχωρε κι ο πιο ισχυρς ακμα.
Κι εγ, που εδα του φνου τα εργαλεα,
τα δυο σου χρια, κι εδα πως το χμα
εναι ζεστ απ’ την πρσφατ σου λεα,
θα τραβηχτ μακρι απ’ την αγκαλι σου.
Κι εν θελα μ’ αγπη να σε σφξω
επνω μου, θα φγω απ κοντ σου,
τα χρια αυτ φοβμαι να τ ’ αγγξω.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Η αγκαλι σου λγο θα μου λεψει,
πως δε μο ’λειψε ως εδ. Πατρας
που μ’ χει δχως οκτο εγκαταλεψει,
που μ’ απαρνθηκε σαν να ’μουν τρας,
που μ’ στειλε θερι σ’ ρημα μρη
να μεγαλσω, κι εχεται η καρδι του
να ’χα πεθνει, λγο μ’ ενδιαφρει
αν δε με δχεται στην αγκαλι του,
αφο, ως τα τρα, καν δε μου ’χει δσει
δικαωμα στην ανθρπινη παρξ μου.
79
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Εθε ο ουρανς να μη μ’ εχε αξισει
να σο ’δινα ζω, να ’σουν παιδ μου,
τσι το μσος σου δεν θα ’χα νισει,
δεν θ’ κουγα τα λγια τα ασεβ σου.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Λθος: διλου ζω αν δε μο ’χες δσει,
παρπονο δεν θα ’χα απναντι σου,
μου ’δωσες, μως, και την πρες πλι.
Να δνεις, εναι πρξη καλοσνης
κι ευγνειας, μα αχρειτητα μεγλη
εναι να παρνεις πσω αυτ που δνεις.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Αυτ εν’ το ευχαριστ σου, που χεις γνει
πργκηψ, απ θλιος δεσμτης που σουν;
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Και θες γι’ αυτ να δεξω ευγνωμοσνη;
ταν πεθνεις -^ιατ δεν θ’ αργσουν
τα γηρατει στον τφο να σε πνε-
τι παραπνω, ττε, θα μου αφσεις
ξω απ’ αυτ.που δη δικ μου θα ’ναι;
Πατρας μου δεν εσαι; ρα, απ’ της φσης
το δκαιο, χεις εμνα κληρονμο,
κι λα τα μεγαλεα σου και τα πλοτη
μο ανκουν δικαιωματικ απ’ το νμο.
σο για την καλοτυχα μου τοτη,
80
τποτα δεν χρωστ, αφο θα μποροσα
να σου ζητσω ευθνες για τα χρνια
που σαν ατιμασμνος σκλβος ζοσα.
ρα, εσ πρπει ευγνωμοσνη αινια
να μου χρωστς, που αν και μου εσ’ οφειλτης,
δεν σου ζητ λογαριασμ καννα.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Βρβαρος, ματαιδοξος, προπτης,
να που επαληθευτκαν τα γραμμνα.
Μρτυς μου ο ουρανς, λοιπν: το νου σου,
γιατ, μ’ λο που ξρεις πλον ποιος εσαι
και διλυσες τα σκτη του μυαλο σου,
μ’ λο που, εδ που βρθηκες, ηγεσαι
των πντων, δεξε ταπειντητα, σε
την παρση και τον εγωισμ σου,
γιατ σο κι αν θαρρες πως δεν κοιμσαι,
μπορε λα να τα βλπεις στ, νειρ σου.
(Φεγει ο Βαςιλειος).
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Τι λει; τι μπορε και να κοιμμαι
και να ονειρεομαι; χι, δεν νομζω!
Ξρω το τι εμαι, τι μουνα θυμμαι,
πιστεω σ’ ,τι βλπω, σ’ ,τι αγγζω.
Τρα δεν μπορες πια να επανορθσεις,
τρα εν’ αργ, την ξρω την αλθεια,
κι σο κι αν λυπηθες, κι αν μετανισεις,
δεν θα σου δσει ο ουρανς βοθεια.
81
Κανες πια δεν μπορε να μου στερσει
τα δικαιματα που χω στο θρνο
σαν κληρονμος. Κι αν πριν μ’ εχες κλεσει
στης φυλακς τα σδερα, ταν μνο
γιατ δεν ξερα. Μα χω ξυπνσει
τρα, και ξρω, εμ’ ενημερωμνος
για το ποιος εμαι. Κι εμαι, απ τη φση,
νθρωπος με θερι μαζ πλασμνος.
ΣΚΗΝΗ ΕΒΔΟΜΗ
Μπανει η ΡΟΖΑΟΥΡΑ, ντυμνη γυναικεα.
ΡΟΖΑΟΥΡΑ (Κα τ ιδαν)
Εδ χω την Εστλλα ακολουθσει,
μα τρμω ο Αστλφο μπως μ’ αντικρσει,
γιατ ο Κλοτλντο αυτ με συμβουλεει:
να μη φανερωθ, αλλις κινδυνεει
η υπληψ μου. Κι χω εμπιστοσνη
σ’ ποια ο Κλοτλντο συμβουλ μο δνει,
τη ζω και την τιμ μου το χρωστ,
γι’ αυτ αιωνως θα τον ευχαριστ.
ΚΛΑΡΙΝ
Απ’ λα τα καινοργια που εδες μπρος σου,
τι αξζει πιο πολ το θαυμασμ σου;
82
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Τποτα απ’ σα βλπω δεν μ’ εκπλσσει,
για λα αυτ μ/ εχαν προειδοποισει.
Μα αν κπου αρμζει θαυμασμς μεγλος
-για μνα- εναι στο γυναικεο κλλος.
Θυμμαι, στα βιβλα εχα διαβσει
πως ο Θες βαλε, για να πλσει
τον νδρα, περισστερη σοφα,
γιατ εν’ ο κσμος σε μικρογραφα.
Δεν θελε, μως, κι η γυνακα νου,
που εναι μικρογραφα του ουρανο,
και πιο πολλ ομορφι απ’ τον νδρα χει
σο ο ουρανς απ τη γη απχει;
Και παραπνω, αν εν’ το πλσμα αυτ!
ΡΟΖΑΟΥΡΑ (Κατ' ιδαν)
Ο πργκιπας, εγ, ρα να κρυφτ.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Στσου, γυνακα! Γιατ θες να φγεις
καλ-καλ πριν ρθεις, γιατ σμγεις
δση κι ανατολ τσο εσπευσμνα;
Γιατ αν αυτς τις δυο τις κνεις να,
αν χραμα και σορουπο τα ενσεις,
τη μρα μου δοξα θα την τελεισεις.
(Κατ' ιδαν).
μως τι βλπω;
83
ΡΟΖΑΟΥΡΑ (Κατ' ιδαν)
Μοιζει ψμα να ναι,
κι μως τα μτια μου δεν με γελνε.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ (Κατ ιδαν)
Η ομορφι αυτ, γνριμη μου μοιζει.
ΡΟΖΑΟΥΡΑ (Κατ ιδαν)
Αυτ το μεγαλεο που κραυγζει,
το χω δει, στον πργο της ερμου
φυλακισμνο.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ (Κατ ιδαν)
Να την η ζω μου!
(Στη ΡΟΖΑΟΥΡΑ).
Γυνακα -γιατ ο νδρας λλη λξη
πιο τρυφερ δεν χει να διαλξει-
ποια εσαι; Πριν σε δω, χεις κερδσει
το θαυμασμ μου, μ’ χεις κατακτσει,
και σου χω μια λατρεα τσο μεγλη
που, εμαι ββαιος, σ’ χω δει και πλι.
Ποια εσαι λοιπν, για πες, γυνακα θεα;
ΡΟΖΑΟΥΡΑ (Κατ’ ιδαν)
Θα υποκριθ.
(Στον Σιγιςμοτνδο).
Μια απ’ την ακολουθα,
κρι μου, της Εστλλας εμαι, απλς.
84
ΣΙΓΙΣΜΟΓΝΔΟΣ
Να λες πως εσαι ο λιος ο λαμπρς,
κι αυτ, το αστρι, ζει χρις στο φως σου
κι αντανακλ το φγγος το δικ σου.
Μες στο βασλειο των αρωμτων,
βλπω το ρδο, θαμα των θαυμτων,
τ ’ λλα νθη σαν θες να εξουσιζει
γιατ απ κενα πιο γλυκ ευωδιζει.
Βλπω τι πντα η πρωτοκαθεδρα
στων πολυτμων λθων τη χορεα
ανκει στο διαμντι, εφσον χει
λμψη πιο δυνατ, κι ρα υπερχει.
Στων στρων τις νυχτερινς συνξεις,
βλπω να ξεχωρζει, ως πρτης τξης
αστρι, η Πολια, που απ’ την ομορφι της,
τ ’ λλα στρα φανονται χλωμ μπροστ της.
Στις σφαρες που κοσμονε το στερωμα,
βλπω τι ο λιος μνο χει δικαωμα
να ναι μονρχης, να ’χει τους πλαντες
ακλουθος του και πιστος πολτες.
Εν, λοιπν, σ’ επγεια κι επουρνια
βασλεια, μνο η ομορφι η σπνια
κυριαρχε, πς ντεξε η ψυχ σου
να υπηρετες κποια καττερ σου,
ταν στην ομορφι σαφς προηγεσαι,
ρδο, διαμντι, Πολια και λιος εσαι;
85
ΣΚΗΝΗ ΟΓΔΟΗ
Μπανει ο Κλοτλντο.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ (Κατ ιδαν)
Ως δσκαλς του, πρπει να σκεφτ
πς θα τον ηρεμσω. Τι εν’ αυτ;
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Κριε, μ’ ευχαριστε η εκτμησ σου,
αλλ η σιωπ μου προς απντησ σου,
γιατ αν ο νους σε λγια εναι λειψς,
ττε η σιωπ, κρι μου, εναι χρυσς.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Περμενε! Γιατ θες να μ’ αφσεις
τσο σπλαχνα, γιατ θες να βυθσεις
λες μου τις αισθσεις στα σκοτδια;
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Ζητ, Υψηλτατε, τοτη την δεια.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Την δεια, ταν φεγεις τσι εν τχει,
δεν τη ζητς, την λαβες μονχη.
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Την παρνω μνη μου, αφο τσο αργε.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Μην κνεις την αβρτητ μου οργ,
86
γιατ η ανυπακο εναι δηλητριο
για την υπομον μου, εναι μαρτριο.
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Κι αν την υπομον σου βλει κτω
το δηλητριο αυτ, που ’ναι γεμτο
παρφορη μανα, δεν θα τολμσει
το σεβασμ που αξζω να τον σβσει.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Με προκαλες; Λοιπν, δεν θα διστσω
το φβο μπρος στα κλλη σου να χσω,
γιατ τα αδνατα να κνω πρξη
εν’ η ευχαρστησ μου. Εχα πετξει
προ ολγου απ’ το μπαλκνι στο νερ
κποιον που αμφισβητοσε τι μπορ.
Θα δεις, λοιπν, τι δεν θα τρομξω
απ’ το παρθυρο να σε πετξω.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ (Κατ ιδαν)
Αχ! σο πει, πιο πολ αγριεει.
Πς να ενεργσω, Θε μου; Κινδυνεει
απ μια τρλα, μια παραφορ,
η υπληψ μου δετερη φορ!
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Δεν ταν λανθασμνη η προφητεα
πως, κτω απ’ τη δικ σου δεσποτεα,
η δστυχη αυτ χρα θα γνωρσει
φνους, συνομωσες, πθη, μση.
87
Μα τι λλο περιμνεις να προσφρει
κποιος που τ, νομα του ανθρπου φρει
μονχα, εν εν’ αγροκος, ξιπασμνος,
απνθρωπος, θρασς, μεγαλωμνος
σαν το θερι μες στ, λλα τα θηρα;
ΣΤΓΙΣΜΟΤΝΔΟΣ
Για ν, αποφγω αυτ τη λοιδορα,
γι’ αυτ κι μουν μαζ σου ευγενς τσο,
πιστεοντας πως θα σε υποχρεσω.
Αλλ αν εμ’ λα αυτ που λες, θα σπεσω
-μα το Θε- να σου τα επαληθεσω.
Αφστε μας μονχους! Κλειδωμνη
κρατστε αυτ την πρτα!
Φεγει ο Κ λαριν.
ΡΟΖΑΟΥΡΑ (Κατ’ ιδαν)
Εμαι χαμνη!
(Στον Σιγιςμοτνδο).
Στοχσου, κριε...
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Εμαι θερι της φσης,
και μταια προσπαθες να μ’ εμποδσεις!
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ (Κατ’ ιδαν)
Αβσταχτο! Κτι πρπει να κνω!
Θα μπω στη μση, ακμα κι αν πεθνω.
(Στον Σιγ ιςμ ο τνδο ).
88
Σταμτα, κριε! Χρι μην απλνεις...
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Για δετερη φορ μ’ εξαγρινεις,
γρο μυαλε, γρο παραλυμνε!
Το κρος μου, η οργ μου, δεν σου λνε
τποτα; Και γιατ εσαι εδ φερμνος;
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Απ’ τις φωνς αυτς θορυβημνος,
ρθα για να σου πω να τιθασψεις
το πθος σου, μα θες να βασιλψεις,
κι χι, επειδ εδ μσα λων ηγεσαι,
να ’σαι σκληρς, γιατ σως σ’ νειρο εσαι.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Το θμα αυτ του ονερου και της πλνης
ταν το θγεις, ξαλλο με κνεις.
Λοιπν, θα σε σκοτσω, και θα δομε:
θα V νειρο αλθεια;
Εν πει να βγλει το σπαθ του, τον
συγκρατε ο ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ και πφτει στα
γνατα.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Δικαιομαι
τλος καλτερο να ’χει η ζω μου!
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Τρβα το χρι σου απ το σπαθ μου!
89
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
σπου να ’ρθε κποιος να με βοηθσει
και τη φρικτ σου οργ να συγκρατσει,
δεν θα τ ’ αφσω.
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Ω, Θε μου!
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Σου επα, σε
το ξφος, γρο αχρεε, ανθεμ σε,
αλλις, τα χρια μου ξρουν τον τρπο
αμσως να σ’ αφσουνε στον τπο,
(Παλεουν).
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Τρξτε, σκοτνουν τον Κλοτλντο! Βοθεια!
Ελτε γργορα!
Η ΡΟΖΑΟΥΡΑ φεγει. ρχεται ο Αςτοα-
ΦΟ, τη στιγμ που ο ΚΑΟΤΑΛΝΤΟ πφτει
στα πδια του, και μπανει ανμεσα
στους δο.
ΣΚΗΝΗ ΕΝΑΤΗ
ΑΣΤΟΛΦΟ
Τι βλπω, αλθεια,
γενναε μου πργκιπα; να τιμημνο
ξφος, να λεκιαστε με παγωμνο
90
και γρικο αμα; Ξαναβλτο πλι
στη θκη του το λαμπερ σου ατσλι.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
χι, προτο το δω να κοκκινσει
απ’ το αμα αυτο του αχρεου.
ΑΣΤΟΛΦΟ
χει ζητσει
στα πδια μου συλο. ρα, προστασα
το εγγυται εδ η δικ μου παρουσα.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Το θνατ σου εγγυται! Μ’ να σμπρο,
σκοτνοντς σε, εκδκηση θα πρω
που πριν μ’ εκνερισες.
ΑΣΤΟΛΦΟ
Σπαθ μα βγλω
σ' αυτομυνα, το στμμα δεν προσβλλω.
Τραβνε τα σπαθι. Μπανουν ο ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
και η ΕΣΤΕΛΛΑ.
ΣΚΗΝΗ ΔΕΚΑΤΗ
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Μη, κριε...
91
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Τι εν’ αυτς οι αψιμαχες;
ΕΣΤΕΛΛΑ (Κατ ιδαν)
Ο Αστλφο εδ; Αυτ γενν υποψες.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Τι χει συμβε εδ μσα τσην ρα;
ΑΣΤΟΛΦΟ
Τποτα, κριε, εφσον ρθες τρα.4
(Βζουν τα σπαθι στις θκες τους).
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Πολλ, και να στα πω δεν θα τρομξω:
τον γρο αυτν πολμαγα να σφξω.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Καλ, για τ ’ σπρα του μαλλι, δεν εχες
σβας;
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Κριε, σε, εναι δικς μου οι τρχες,
ανξιες λγου.
4 Ο λεγμενος «νμος της βασιλικς παρουσας» επβαλλε
να ξαναμπανουν τα ξφη στη θκη τους, μλις εμφανιζταν
ο βασιλις. Σμφωνα με τον κδικα τιμς, και οι δο αντι-
μαχμενες πλευρς εχαν πλον αποκαταστσει την τιμ τους,
και απαγορευταν να ξαναφρουν στην επιφνεια τη συγκεκριμνη
διαφορ τους.
92
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Μταια θα ικετεσεις
στ, σπρα μαλλι το σβας να μου εμπνεσεις,
γιατ, μπορε και τοτα εδ, πατρα,
να δεις κτω απ’ τα πδια μου μια μρα.
Δεν πρα ακμα την εκδκησ μου
για το δικο που ’κανες στη ζω μου.
(Φεγει)·
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
μως, πριν γνει τοτο, θα επιστρφεις
στον πνο το βαθ, και θα πιστψεις
πως λα αυτ που ναυδο σ’ αφσαν,
πως λα τα εγκσμια, νειρο σαν.
Φεγουν ο ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ και ο ΚΛΟΤΜΝ,
Μνουν η Εστλλα και ο Α ςτολφο.
ΣΚΗΝΗ ΕΝΔΕΚΑΤΗ
ΑΣΤΟΛΦΟ
Α, πσο σπνια βγανει ψετρα η μορα
ταν προβλπει συμφορς! Παρλο
που χει τση σιγουρι στα αντξοα,
στα ευνοκ εναι πντα τσο αββαιη!
Και τι ξιος αστρολγος θα ταν ποιος
μνο δειν προανγγελλε, γιατ λα
θα επαληθεονταν, το δχως λλο.
ΓΓ απδειξη, σκψου ποια ταν η μορα
93
του Σιγισμονδου κι η δικ μου, Εστλλα,
και δες τι διαφορ εχε στον καθνα.
Για ’κενον προβλεπε βρη, υπεροψα,
φνους, καταστροφς, κι λεγε αλθεια,
αφο λα τοτα τελικ συμβανουν.
Αλλ σε μνα, που ταζε, κυρα,
θριμβους, νκες, δξα, ευδαιμονα
στη θα των ολοφτεινων ματιν συ,
που ο λιος μια σκι τους εναι μνο,,
κι ο ουρανς μικρ περληψ τους,
λεγε μισ ψμα μισ αλθεια.
Γιατ, την ενοι σου μο υποσχταν,
και εισπρττω μια ψυχρν αδιαφορα.
ΕΣΤΕΛΛΑ
Δεν αμφιβλλω για την ειλικρνεια
των λγων των ευγενικν που επες,
μνο που θα προορζονται για μια λλη
γυνακα, της οποας το πορτρατο
κρεμταν στο λαιμ σου ταν πρωτρθες
για να με δεις, Αστλφο. ρα, μονχα
σ’ αυτν αξζουν ττοιες κολακεες.
Τρβα, λοιπν, να στις εξαργυρσει,
γιατ, στου ρωτα το δικαστριο,
θεωρονται αναξιπιστα στοιχεα
τα λγια τα μορφα σ’ λλες γυνακες
κι οι ρκοι πστης σ’ λλους βασιλιδες.
94
ΣΚΗΝΗ ΔΩΔΕΚΑΤΗ
Εμφανζεται η ΡΟΖΑΟΥΡΑ στο πλι,
αθατη απ τους λλους.
ΡΟΖΑΟΥΡΑ (Κατ ιδαν)
Αχ! Δξα σοι ο Θες, τα βσαν μου
φτσαν στο τρμα τους, γιατ ποιος εδε
,τι εδα, τποτα λλο δεν φοβται.
ΑΣΤΟΛΦΟ
Θα βγλω απ το στθος το πορτρατο,
να μπει της ομορφις σου μνο η εικνα.
Εκε που μπανει η Εστλλα, καμι θση
δεν χει η σκι, οτε στρο εκε που λμπει
ο λιος, πω αμσως να το φρω.
(Κ α τ ’ ιδαν).
Ωραα Ροζουρα, να μου συγχωρσεις
αυτ την προσβολ, αλλ μνο τση
πστη κρατνε οι ντρες στις γυνακες,
σαν τους χωρζει η απσταση κι ο χρνος.
(Φεγει).
ΡΟΖΑΟΥΡΑ (Κατ ιδαν)
Τποτα δεν κατφερα ν’ ακοσω,
φοβμουνα μπως μ, αντιληφθονε.
ΕΣΤΕΛΛΑ
Αστρα!
95
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Κυρα!
ΕΣΤΕΛΛΑ
Αχ, ευτυχς που ρθες
εσ ειδικ, γιατ μνο σε σνα
θλω να εμπιστευθ να μυστικ μου.
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Θα ’ναι τιμ στην ταπειν σου δολη,
κυρα.
ΕΣΤΕΛΛΑ
Λγο καιρ σε ξρω, Αστρα,
κι μως, χεις κερδσει την καρδι μου.
Γι’ αυτ, και για τις τσες αρετς σου,
τολμ να εμπιστευτ σε σνα κτι
που κρβω κι απ τον εαυτ μου ακμα
πολ συχν.
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Πντα πιστ σου δολη.
ΕΣΤΕΛΛΑ
Λοιπν, με λγα λγια: ο εξδελφς μου
ο Αστλφο -η λξη εξδελφς σο φτνει
προς το παρν, γιατ, τα περαιτρω,
σαφστερα τα κνει μνο η σκψη-
πρκειται να με παντρευτε, εν ντως
η τχη μου, με μια χαρ μονχα,
96
θλει να μου εξοφλσει τσες πκρες.
ΣτενοχωρΘηκα, μως, ταν εδα
την πρτη μρα εδ, πως στο λαιμ του
κρεμταν το πορτρατο μιας γυνακας.
Του μλησα επ’ αυτο, με γλυκ τρπο,
φνηκε ιππτης, μ’ αγαπει στ, αλθεια,
και πει αμσως τρα να το φρει.
Μα ντρπομαι πολ που θα το πρω
εγ απ’ τα χρια του, γι’ αυτ, εδ μενε,
κι ταν το φρει, πες του να στο δσει
εσνα. Δεν χρειζεται να πω λλα,
εσαι διακριτικ, εσ’ ωραα, και ξρεις
πολ καλ ο ρωτας τι σημανει.
(Φεγει).
ΣΚΗΝΗ ΔΕΚΑΤΗ ΤΡΙΤΗ
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Ξρω, που να μην το 'ξερα! Ω, Θε μου,
βηθα με! Ποια γυνακα θα ’ταν τσο
ψχραιμη, συνετ, στε να ξρει
πς να φερθε σε τσο μπερδεμνη
κατσταση; Να υπρχει λλος στον κσμο
που να τον πολεμ η σπλαχνη μορα
με πιο πολλ δειν, που αντιπαλεει
με πιο πολλ χτυπματα απ μνα;
Τρα, σε ττοιο μπρδεμα, τι κνω,
που μοιζει αδνατον να βρω μια λση,
97
και καμι λση δεν με ανακουφζει;
Απ την πρτη-πρτη δυστυχα,
δεν κανα να βμα στη ζω μου
που να μη φρει δυστυχα καινοργια,
η μια ταν σβνει, τη διαδχεται λλη.
πως κι ο φονικας, ξαναγεννιονται
η μια απ’ την λλη, αδικοπη αλυσδα,
παρνουν ζω απ’ το θνατο, και πντα
εναι ζεστς στον τφο τους οι στχτες.
Κποιος σοφς, δειλς τις ονομζει,
γιατ δεν ρχονται μια-μια, αλλ πλθος,
μα εγ τις λω γενναες, γιατ πντα
βαδζουν μπρος και δεν γυρνν την πλτη.
ποιος τις χει σμμαχους, τα πντα
μπορε ν’ αποτολμσει, γιατ φβο
δεν θα ’χει μπως τον εγκαταλεψουν
ποτ. Το λω εγ, αφο μες στα τσα
που μο ’φερε η ζω, τις δυστυχες
ποτ δεν τις στερθηκα, οτε εκενες
θα κουραστον ποτ να με χτυπνε,
αν δε με δονε, θμα πια της μορας,
να γρνω στην αγκλη του θαντου.
Και τρα, τι να κνω, αλμονο μου,
στο δλημμα το μγα που χω μπλξει;
Αν αποκαλυφθ, μπορε ο Κλοτλντο,
που του χρωστ την δια τη ζω μου,
να προσβληθε, αφο επε τι αν σωπσω
μνο θα επανορθσει την τιμ μου.
Αν κρψω απ’ τον Αστλφο την αλθεια,
πς θα μπορ να υποκριθ μπροστ του;
Γιατ, σο πειστικ κι αν προσποιονται
η γλσσα μου, τα μτια μου, η φων μου,
λα η ψυχ δεν θα τα βγλει ψετες;
ρα, τι κνω; Μα τι συλλογιμαι
το τι θα κνω, αφο καλ το ξρω
πως σο ωραα κι αν τα προετοιμσεις,
σο κι αν τα σκεφτες, κι αν προνοσεις,
σαν ρθει η κρσιμη στιγμ, θα πρξεις
αυτ που θα σου υπαγορεσει ο πνος;
Γιατ τους πνους δεν τους εξουσιζεις.
Κι αφο η ψυχ δεν λει ν’ αποφασσει
το τι πρπει να κνω, ττε ας φτσει
σμερα ο πνος στην κορφωσ του,
ας φτσει η θλψη στα σχατ της βθη,
κι ας βγω μια και καλ απ’ τις εικασες
κι απ τις ταλαντεσεις. Αλλ ως ττε,
βοθησ με, Θε μου, βοθησ με!
ΣΚΗΝΗ ΔΕΚΑΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ
Μπανει ο ΑΣΤΟΛΦΟ με το πορτρατο.
ΑΣΤΟΛΦΟ
Ιδο, κυρα, το πορτρατο... Ω, Θε μου!
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Γιατ μνει ναυδη η Υψηλτητ σου;
Τι την εκπλσσει;
99
ΑΣΤΟΛΦΟ
Μα, το τι σε βλπω,
Ροζουρα, και το τι σ’ ακοω!
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Ροζουρα;
Θα ξεγελστηκε η Τψηλτητ σου,
για λλη θα με περν. Με λνε Αστρα,
κι η ταπειν μου θση δεν αξζει
την τχη τσο να σε αναστατνω.
ΑΣΤΟΛΦΟ
Σταμτα αυτ το θατρο, Ροζουρα,
γιατ η ψυχ ποτ δεν ξεγελιται,
μπορε ως Αστρα τρα να σε βλπει,
μα σ’ αγαπ ως Ροζουρα.
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Δεν γνωρζω
τι λει η Τψηλτητ σου, ρα δεν χω
τι ν’ απαντσω. Θα σου πω μονχα
τι η Εστλλα -δηλαδ να αστρι,
μπορε κι η Αφροδτη- μ’ χει αφσει
στη θση της, για να σου πω να δσεις
σε μνα το πορτρατο -και δεν βρσκω
διλου παρλογο αυτ που ζητει-
για να το πρει απ’ τα δικ μου χρια.
τσι το θλει η Εστλλα, σο κι αν εναι
εις βρος μου το ασμαντο αυτ πργμα,
μα θα το κνω, αφο το θλει εκενη.
100
ΑΣΤΟΛΦΟ
σο σκληρ κι αν προσπαθες, Ροζουρα,
πσο σχημα προσποιεσαι! Πες στα μτια
να συντονσουνε τη μουσικ τους
με τη φων σου, γιατ εναι μοιραο
ν’ ακογεται ενοχλητικ και φλτσο
να ξεκορδιστο ργανο, που μταια
κνει προσπθειες για να συνταιριξει
το ψμα αυτν που λες με την αλθεια
αυτν που αισθνεσαι.
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Εγ, το πορτρατο
σου ’πα τι περιμνω.
ΑΣΤΟΛΦΟ
Αφο επιμνεις
να παζεις θατρο μχρι τλους, παζω
κι εγ μαζ, και να η απντησ μου:
Πες στην κυρ σου, Αστρα, πως της χω
τσο μεγλη εκτμηση, που βρσκω
φτην να στελω απλς να πορτρατο.
ΙΥ αυτ λοιπν, ως δρο αντξι της,
θα στελω το πρωττυπο. Κι αμσως
μπορες να της το πας, αφο το φρεις
επνω σου, πως φρεις τον εαυτ σου.
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Αν νας νδρας χει ξεκινσει
με τλμη, γενναιτητα και σθνος,
101
να φρει μιαν αποστολ σε πρας,
σο κι αν σαν αντλλαγμα το δσουν
κτι πολυτιμτερο, θεωρεται
ανξιος, βλκας, αποτυχημνος,
αν δχως το ζητομενο επιστρφει.
Εγ ρθα για να πρω να πορτρατο,
κι σο κι αν το πρωττυπο χει αξα
αντερη, θα ’μαι αποτυχημνη
αν δεν το πρω. Οπτε, κριε, δσ’ το,
γιατ χωρς αυτ δεν επιστρφω.
ΑΣΤΟΛΦΟ
            Κι αν δε στο δσω, εσ πς θα το πρεις;
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
τσι! σ' το κτω, αχριστε, φησ το!
ΑΣΤΟΛΦΟ
Μταια πασχζεις.
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Μα το Θε, σου λω,
δεν θα το δω σε χρια λλης γυνακας!
ΑΣΤΟΛΦΟ
Εσ εσαι τρομερ!
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Κι εσ προδτης!
102
ΑΣΤΟΛΦΟ
Φτνει, αρκετ, Ροζουρα, μη, γλυκι μου!
ΡΟΖΑΟΡΑ
Γλυκι σου εγ; Τι ψετης που εσαι, αχρεε
ΣΚΗΝΗ ΔΕΚΑΤΗ ΠΕΜΠΤΗ
Μπανει η ΕςτΕΛΛΑ.
ΕΣΤΕΛΛΑ
Αστρα! Αστλφο! Τι συμβανει;
ΑΣΤΟΛΦΟ (Κατ’ ιδαν)
Η Εστλλα!
ΡΟΖΑΟΡΑ (Κατ’ ιδαν)
Αχ, ας μου δσει πανουργα ο ρως,
να πρω το πορτρατο μου.
(Στην ΕΣΤΕΛΛΑ).
Κυρα,
αφο ζητς να μθεις τι συμβανει,
εγ θα σου το πω.
ΑΣΤΟΛΦΟ (Στη ΡΟΖΑΟΥΡΑ)
Τι πας να κνεις;
ΡΟΖΑΟΡΑ
Με διταξες εδ να περιμνω,
να πρω απ’ τον Αστλφο να πορτρατο
εκ μρους σου. τσι μνη πως καθμουν,
κι τσι πως πεταρζουν χλιες σκψεις
απ’ το να θμα στο λλο μ, ευκολα,
θυμθηκα, μια που επες για πορτρατα,
πως εχα να δικ μου στο μανκι.
Θλησα να το δω, γιατ ταν εσαι
μνος, με κτι ττοιες ανοησες
περνς την ρα σου. πως το κρατοσα,
μως, μου γλστρησε κι πεσε χμω.
Ο Αστλφο, ττε, που ρθε να σου φρει
της λλης της γυνακας το πορτρατο,
το σκωσε, και τση απροθυμα
εχε να δσει αυτ που του ζητοσες,
που ’θελε να κρατσει και τα δο.
Κι αφο οτε με πειθ οτε μ’ ικεσες
δε μου ’δινε καν το δικ μου πσω,
απηδησα, και πνω στο θυμ μου,
πγα να του τ ’ αρπξω δια της βας.
Να το δικ μου, το κρατει στο χρι.
Κοτα το, και θα δεις πσο μου μοιζει.
ΕΣΤΕΛΛΑ
Αστλφο, σ’ το πορτρατο.
(Του το παρνει απ' τα χρια).
ΑΣΤΟΛΦΟ Μα, κυρα...
ΕΣΤΕΛΛΑ
Ομολογ, καλοζωγραφισμνο.
104
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Εγ δεν εμαι;
ΕΣΤΕΛΛΑ
Υπρχε αμφιβολα;
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Ζτα του να σου δσει το λλο τρα.
ΕΣΤΕΛΛΑ
Καλ, πρ’ το πορτρατο σου και φγε.
ΡΟΖΑΟΥΡΑ (Κατ' ιδαν)
Τρα που το πορτρατο μου το πρα,
δεν μ’ ενδιαφρει, ας γνει πια 6,τι θλει.
(Φεγει).
ΣΚΗΝΗ ΔΕΚΑΤΗ ΕΚΤΗ
ΕΣΤΕΛΛΑ
Δσε μου τρα, κριε, το πορτρατο
που ζτησα, γιατ, αν και δεν σκοπεω
πια να σε ξαναδ να σου μιλσω,
με τποτα δεν θλω αυτ να μενει
στα χρια σου, για τον πολ απλ λγο
τι, ζητντας το, γινα γελοα.
ΑΣΤΟΛΦΟ (Κατ’ ιδαν)
Πς θα μπορσω τρα να ξεμπλξω;
(Στην Εςτελαα).
105
Ωραα Εστλλα, αινιος πθος μου εναι
το να σε υπηρετ, να σε υπακοω,
μα αδυνατ να δσω το πορτρατο
που μου ζητς, γιατ...
ΕΣΤΕΛΛΑ
Εσαι νας αχρεος,
ψετης, χυδαος, κι ανξιος της καρδις μου!
Μη μου το δνεις, κρτα το για πντα!
Μην χεις κι αφορμ να μου θυμζεις
πως κποτε, η χαζ, στο ’χα ζητσει.
(Φεγει).
ΑΣΤΟΛΦΟ
Στσου, μη φεγεις, κου... Ανθεμ σε,
Ροζουρα! Απ πο, πς, με τι τρπο
βρθηκες σμερα στην Πολωνα,
κι φερες το χαμ και για τους δυο μας;
(Φεγει).
ΣΚΗΝΗ ΔΕΚΑΤΗ ΕΒΔΟΜΗ
Στον πργο του ΣΓΣΜΟΤΝΔΟ. Βλπουμε
τον Σιγιςμουνδο, σκεπασμνο με
τομρια και αλυσοδεμνο, πως στην
αρχ, να κοιμται στο πτωμα. Μπανουν
ο Κ λοταλντο, ο Κ λαριν και δο
υπηρτες.
106
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Εκε ακριβς, εκε να τον αφσεις,
εκε που το αλαζονικ του μνος
ναψε, εκε θα σβσει.
ΥΠΗΡΕΤΗΣ 1
Εναι δεμνος
και πλι.
ΚΛΑΡΙΝ
Σιγισμονδο, μην ξυπνσεις,
μη δεις που απσυρε την ενοι του
το πεπρωμνο, κι ταν μια αυταπτη
οι δξες λες που ’χες στο παλτι,
μια σκι ζως, μια αναλαμπ θαντου.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Γι’ αυτν που βαθυστχαστα μιλει,
πρπει να χρο να χαμε προβλψει,
να του δοθε ευκαιρα να διαπρψει
σε στοχασμος. Στο λλο κελ, στο πλι,
χστε κι αυτν εδ.
ΚΛΑΡΙΝ
Γιατ εμνα;
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Γιατ, κλαρνο που σως να λαλσει,
μνο αν στη φυλακ κανες το κλεσει
θα ναι τα μυστικ του ασφαλισμνα.
107
ΚΛΑΡΙΝ
θελα εγ να σφξω τον μπαμπ μου;
Πταξα εγ καννα απ’ το μπαλκνι;
Μπως σε μνα δσανε το αφινι;
Μπως εγ εμ’ ακμα στα νειρ μου;
Γιατ, λοιπν, στη φυλακ να ζσω;
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Εσαι ο Κλαρν, γι’ αυτ.
ΚΛΑΡΙΝ
Μα ττε, πτα
τ ’ νομα τοτο, λγε με Κορντα,
που εν’ ργανο βραχν, και θα σιωπσω!
Οι φρουρο παρνουν τον ΚΛΑΡΙΝ. Μπανει
ο ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ, κουκουλωμνος με
μανδα.
ΣΚΗΝΗ ΔΕΚΑΤΗ ΟΓΔΟΗ
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Κλοτλντο;
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Κριε! Εδ, μεταμφιεσμνος;
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Μια περιργεια διαβολεμνη
108
να μθω ο Σιγισμονδος πς πηγανει,
μ, κανε να ’ρθω ταπειν ντυμνος.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Να, κοτα τον, εκε, παραδομνο
σ’ θλια δεσμ, πως πριν τσι και τρα.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Αχ, πριγκιππουλο τυχο, που σε ρα
κακι κι ολθρια εσαι γεννημνο!
Ξπνα τον πια, το υπνωτικ θα πρπει
να ’χει στραγγζει λη τη δναμ του.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Κινεται, κριε, ακοω τη φων του.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
ραγε, τρα τι νειρο να βλπει;
Ας δομε.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ (Στ νειρ του)
Πργκιπας με δκαιη κρση
εν’ ποιος τους τυρννους εξοντνει.
Στα χρια μου ο Κλοτλντο ας τελεινει,
τα πδια μου ο πατρας μου ας φιλσει.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Με θνατο φρικτ μ, χει απειλσει.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Κι εμνα ταπεινσεις μο ετοιμζει.
109
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Να μου αφαιρσει τη ζω σχεδιζει.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Σκοπεει καταγς να με πατσει.
ΣΙΓΙΣΜΟΓΝΔΟΣ (Στ νειρ του)
Ας βγει στο μγα θατρο του κσμου
η φθαστ μου ανδρεα, ας σαγηνεσει.
Και θα ’χω ως Σιγισμονδος θριαμβεσει
μλις συρθε στα πδια μου ο γονις μου.
(Ξυπνει).
Θε μου! Πο βρσκομαι;
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Πιο κει κρυμμνος
θα τον ακοω, δχως να με βλπει.
Ξρεις τι χεις να κνεις και τι πρπει.
(Ο ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ αποσρεται).
ΣΙΓΙΣΜΟΓΝΔΟΣ
Να το πιστψω; Εγ εμ, εδ, κλεισμνος
στης φυλακς τους τοχους; Τον εαυτ μου
βλπω στα σδερα; Την απορα μου λσε,
πργε: το μνμα μου εσ δεν εσαι;
Εσ εσαι! Θε μου, τι εδα στ, νειρ μου!
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ (Κατ’ ιδαν)
Σειρ μου τρα εγ να πω πιο πρα
την πλνη τοτη.
110
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Εν’ ρα να ξυπνσω;
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Ναι, ξπνα πια, καιρς να σου μιλσω.
Μα τι πνος εν’ αυτς, λη τη μρα;
Απ την ρα που φυγα -θυμσαι;-
ναν αετ να παρακολουθσω
στο αργ του πταγμα, κι μεινες πσω,
απ την ρα εκενη, εσ κοιμσαι;
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Ναι, ναι. Κι οτε και τρα χω ξυπνσει,
αφο, Κλοτλντο, ξρω τι στο βθος
κοιμμαι ακμα, και δεν κνω λθος.
Αν σα στ, νειρ μου χω ζσει,
τα εδα, τ ’ γγιξα κι ταν αλθεια,
τα τωριν εναι ψετικα. Επομνως,
θα βλπω την αλθεια κοιμισμνος
και ξυπνητς θα βλπω παραμθια.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Τι ονειρευσουν;
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Πργματι αυταπτη
αν ταν, δεν θα πω τι ονειρευμουν,
μα τι βλεπα, Κλοτλντο. Πως κοιμμουν,
λει, και ξπνησα σ’ να κρεβτι
-ω, τι σκληρ ειρωνεα- στολισμνο
111
με τσα χρματα, τσα κεντδια,
που ’ μοιζε σαν να ’χε ρθει η νοιξη η δια
κι στρωσε να χαλ λουλουδιασμνο.
Εκε, χλιοι ευγενες, ενπιον μου
γονατιστο, πργκιπα με καλοσαν,
πετρδια, πλοσια ροχα μο φοροσαν
και τη γαλνη των αισθσεν μου
την κανες εσ χαρ, τα να
σαν μου ’φερες: πως, αν κι εμαι δεσμτης,
η Πολωνα με χει διδοχ της.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Και μλλον θα με αντμειψες γενναα.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Δεν θα ’λεγα, προδτη σε καλοσα,
και δυο φορς πγα να σε σκοτσω
απ’ την οργ μου μανιασμνος.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Τσο
σκληρς μαζ μου;
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Σ’ λους κυριαρχοσα,
κι απ’ λους εκδικιμουν. Αγαποσα
μονχα μια γυνακα... ταν αλθεια
αυτ, γιατ λα αν χθηκαν, στα στθια
η ασθηση τοτη μνο εναι παροσα.
Ο ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ φεγει.
112
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ (Κ ατ’ ιδαν)
φυγε ο βασιλις, συγκινηανος
μ, σα κουσε.
(Στον Σιγιςμουνδο).
Γιατ εχαμε μιλσει
για τον βασιλικ αετ, εχες στσει
βασλεια μες στον πνο βυθισμνος.
Μα ας μην ξεχνμε, στω και κοιμισμνοι,
αυτν που μας μεγλωσε με κπους,
διτι η καλ πρξη στους ανθρπους,
οτε και στ, νειρο δεν πει χαμνη.
(Φεγει).
ΣΚΗΝΗ ΔΕΚΑΤΗ ΕΝΑΤΗ
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Σωστ, λοιπν, η λσσα αυτ ας κοπσει
κι η ματαιοδοξα μας η μεγλη,
γιατ μπορε να ονειρευτομε πλι,
κι αλθεια, στην παρξενη αυτ πλση,
μνο νειρο εναι η ζω. Κι η περα
μο δειξε πως ζομε στ, νειρ μας
,τι πιστεουμε για τον εαυτ μας,
σπου ν’ αφυπνιστομε απ τη μορα.
Σ’ νειρο ο βασιλις χει την πλνη
τι διατζει, ορζει, βασιλεει,
αλλ οι ιαχς, τα ζτω που μαζεει,
δανεικ εναι, ο θνατος τα κνει
113
στχτες και τα σκορπζει στον αρα.
Ποιος θα ’θελε ραγε να κυβερνσει
ξροντας τι πρπει να ξυπνσει
σ’ να νειρο θαντου κποια μρα;
νειρο βλπει ο πλοσιος πως φυλει
με κπο τσα πλοτη, νειρο πλι
βλπει ο φτωχς τη φτχεια τη μεγλη,
νειρο αυτς που η τχη το γελει,
κι αυτς που με τις προσβολς χορτανει
το μσος του, κι αυτς που δφνες δρπει,
τι εν’ ο καθνας, σ’ νειρο το βλπει,
αλλ κανες δεν το καταλαβανει.
Κι εγ, το τι μουν χθες σ’ να παλτι,
νειρο το ’δα, κι νειρο εναι πλι
πως στο κελ δεμνο μ’ χουν βλει.
Τι εν’ η ζω; να ψμα, μια αυταπτη,
μια χμαιρα, μια σκι. Στιγμ στου απερου
το χος εν’ ,τι φανεται μεγλο.
Γιατ η ζω εν’ να νειρο, τι λλο!
Και τα νειρα, εναι νειρο του ονερου.
ΤΕΛΟΣ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
Η Μ Ε Ρ Α Τ Ρ ΙΤΗ
ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ
Στον πργο. Εμφανζεται ο ΚΛΑΡΙΝ.
ΚΛΑΡΙΝ
Με κλεσανε σε πργο στοιχειωμνο,
επειδ «ξρω», λει. Τι θα μου κναν
για σα δεν ξρω, ταν γι’ αυτ που ξρω
θλουν να με σκοτσουν! Κρμα, κρμα,
νθρωπος μ’ ρεξη σαν τη δικ μου,
να πρπει να πεθνει πεινασμνος!
Και ποιος να μη με λυπηθε, ταν μθει
τι, παρλο που με λεν Κλαρνο,
μου επβαλαν σιωπ, και πω να σκσω!
Αφο κι εγ λυπμαι τον εαυτ μου!
Η συντροφι μου εδ, αν δεν κνω λθος,
αρχνες εναι μνο, και ποντκια.
Σαν σπνοι κελαηδονε, τα χρυσ μου!
Απ’ τους εφιλτες που εδα χθες τη νχτα,
βουζει ακμα το μυαλ μου με χους
απ τρομπτες, ψαλμωδες, φανφρες,
πομπς με εσταυρωμνους, κι να πλθος
πιστος ν’ ακολουθονε λιτανεες
και ν’ αυτομαστιγνονται, απ δατους,
λλοι να πφτουν, λλοι ορθο να μνουν,
κι λλοι στο τλος να λιποθυμνε,
115
βλποντας να ματνει ο διπλανς τους.
Πντως εγ, για να πω την αλθεια,
λιποθυμ απ’ την αφαγα, διτι
στη φυλακ που εμαι, δεν νηστεουν
Τετρτη και Παρασκευ μνο, χι,
νηστεουν κθε μρα της βδομδας!
Λνε πως η σιωπ εναι γιο πρμα,
ε, ττε, στο καινοργιο εορτολγιο,
ας μπει η Αγα Μογκα, αφο ταμνος
εμαι στη χρη της, γι’ αυτ νηστεω.
Μου αξζουν, μως, τοτα που τραβω,
ποιος μου ’πε να κρατ κλειστ το στμα;
Αμρτημα μεγλο για υπηρτη.
Ακογονται απ’ ξω τυμπανοκρουσες
και φωνς.
ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ 1
Εδ, σ’ αυτν τον πργο εναι κλεισμνος.
Σπστε την πρτα, μπετε λοι μσα!
ΚΛΑΡΙΝ
Χριστολη μου! Σγουρα εμνα ψχνουν,
αφο επανε πως εμαι εδ κλεισμνος.
Τι να με θλουν, μως;
116
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ 1
Μπετε μσα!
Μπανουν μερικο στρατιτες.
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ 2
Εδ εναι.
ΚΛΑΡΙΝ
χι, δεν εναι!
ΟΛΟΙ
Κρι μου!
ΚΛΑΡΙΝ (Κατ’ ιδαν)
Ετοτοι, εναι τρελο, χουν μεθσει.
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ 2
Εσ εσαι ο πργκιπας μας. λλον ξνο
ξω απ’ τον φυσικ μας ηγεμνα,
εμες δεν θλουμε, οτε θα δεχτομε.
Γονατιστο, τα πδια σου φιλομε.
ΟΛΟΙ
Να ζσει ο μγας πργκιπας μας! Ζτω!
ΚΛΑΡΙΝ (Κατ’ ιδαν)
Ω, Θε μου, ετοτοι σοβαρολογονε.
Συνθειο το ’χουν σ’ αυτ το βασλειο
να παρνουν κθε μρα κι απ ναν,
πργκιπα να τον κνουν, και ντε πλι
117
στον πργο να τον κλενουν; τσι θα ’ναι,
γιατ ξαν-μαν το διο βλπω.
Καιρς κι εγ το ρλο μου να παξω.
ΟΛΟΙ
Δσ’ μας τα πδια σου.
ΚΛΑΡΙΝ
Δεν θα μπορσω,
τα πδια μου τα χρειζομαι για μνα.
Πργκιπας χωρς πδια, χρηστος εναι.
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ 2
Επαμε στον πατρα σου τι εσνα
αναγνωρζουμε για πργκιπ μας
μνο, και χι αυτν της Μοσχοβας.
ΚΛΑΡΙΝ
Και στον πατρα μου δεξατε τσην
ασβεια; Καλ κουμσια εστε.
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ 1
Το κναμε απ πστη προς εσνα.
ΚΛΑΡΙΝ
Σας συγχωρ, αφο ταν απ πστη.
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ 2
λα, λοιπν, για ν’ αποκαταστσεις
την εξουσα σου. Ζτω ο Σιγισμονδος!
118
Ζτω!
ΚΛΑΡΙΝ (Κατ’ ιδαν)
Τι; Σιγισμονδος, επε; Ωραα,
φανεται πως τους λνε Σιγισμονδους
λους τους ψευτοπργκιπες της χρας.
ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ
Μπανει ο ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Ποιος επε τ’ νομα του Σιγισμονδου;
ΚΛΑΡΙΝ (Κατ’ ιδαν)
Αυτ ταν, πει, γινα τως πργκηψ.
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ 2
Ποιος εν’ ο Σιγισμονδος;
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Εγ εμαι.
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ 2 (Στον ΚΛΑΡΙΝ)
Κι εχες το θρσος και την αφροσνη
εσ, να προσποιηθες τον Σιγισμονδο;
ΟΛΟΙ
119
ΚΛΑΡΙΝ
Εγ τον Σιγισμονδο; Κνεις λθος!
Εσες δεν θλατε, καλ και σνει,
να με σιγισμουνδψετε; ρα μνο
δικ σας εν’ το θρσος κι η αφροσνη.
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ 1
Πργκιπα Σιγισμονδο --αυτς ο ττλος
σ’ εσνα ανκει, κι απ πστη μνο
εμες σε αποκαλομε κρι μας-
ο βασιλις πατρας σου, ο Βασλειος,
φοβομενος μπως επαληθεσει
μια μρα ο ουρανς την προφητεα
πως θα συρθε στα πδια σου ηττημνος,
χει σκοπ να σου αφαιρσει λα
τα δικαιματα, και να τα δσει
στης Μοσχοβας το δοκα, τον Αστλφο.
Γι’ αυτ συγκλεσε τους αυλικος του.
Αλλ ο λας, που ’χει πια καταλβει,
ξρει πως χει νμιμο ηγεμνα
και δεν ανχεται να ’ρθει νας ξνος
να τον διατζει. τσι, περιφρονντας
τη μορα και τους δικους οιωνος της,
ρθε στον πργο αυτ που σε κρατοσαν
αιχμλωτο, για να σ’ ελευθερσει,
και δνοντς σου κρος με τα πλα,
να σε βοηθσει να ξανακερδσεις
την εξουσα και να ξαναπρεις
το σκπτρο απ’ του σφετεριστ τα χρια.
120
βγα, λοιπν, κι εναι δη μαζεμνος
εδ στην ερημι στρατς μεγλος
απ πληβεους κι απ επανασττες.
Η ελευθερα σε προσμνει, κου,
να ’τη η φων της!
ΦΩΝΕΣ ΑΠ’ ΕΞΩ
Ζτω ο Σιγισμονδος!
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Πλι, ουραν, με δοκιμζεις; Θλεις
πλι να ονειρευτ τιμς και δξες
που θα τις σβσει ο χρνος; Θλεις πλι
να δω το μεγαλεο της βασιλεας
να εξαφανζεται σαν σκι, σαν φσμα,
στο φσημα του ανμου; Θλεις πλι
να ζσω αυτ τη διλυση της πλνης,
τον κνδυνο που πντοτε χει δσμια
και υποτελ τη δναμη του ανθρπου;
χι, χι, αυτ δεν γνεται, δεν πρπει
να ξαναγνω ανδρεκελο της μορας.
Κι αφο πια ξρω πως λη η ζω μας
εν’ νειρο, φγετε, σκις, μακρι μου,
σκις που οτε φων χετε οτε σμα,
μα ξεγελτε τις νεκρς μου αισθσεις
παρνοντας σμα και φων μπροστ μου.
Γιατ δεν θλω πια ψετικες δξες,
δεν θλω μεγαλεα πομπδη, κοφια,
φαντσματα, αυταπτες, που τις σβνει
121
η αρα με την πιο ελαφρι πνο της,
σαν την αμυγδαλι, που χει ανθσει
πρωρα, δχως φρνηση και γνση,
και με το πρτο φσημα του αρα,
μαδνε τ ’ νθη, σβνει, χνεται λη
η ομορφι των ροδαλν πετλων.
Σας ξρω πια, σας χω μθει, ξρω
πως λοι σοι κοιμονται, αυτ παθανουν.
μως εμνα δεν με ξεγελτε,
γιατ απ’ την πλνη βγκα πια, και ξρω
πως η ζω εναι νειρο μονχα.
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ 2
Αν δεν πιστεεις πως σου λμε αλθεια,
στρψε στο αντικριν βουν το βλμμα,
να δεις το πλθος που σε περιμνει,
τοιμο να τεθε στις διαταγς σου.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Το χω ξαναδε το διο πργμα,
ξεκθαρα, ολοζντανα, πως τρα,
και ταν νειρο.
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ 2
Οι μεγλες πρξεις,
κρι μου, χουν τα προμηνματ τους,
και ττοιο θα ’ταν τ ’ νειρο που εδες.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Καλ το λες. Προμνυμα. Κι αν ταν
122
αληθιν προμνυμα, μιας κι εναι
τσο μικρ η ζω, ας ονειρευτομε,
ψυχ μου, ναι, ας ονειρευτομε πλι!
Μα τρα πια, λαμβνοντας υπψη
πως πρπει να ξυπνσουμε απ' τον πνο
πνω στην πιο γλυκι στιγμ του ονερου.
/Γνωρζοντς το αυτ, θα ναι πιο λγη
/ η απογοτευση, γιατ ξορκζεις
, τον πνο ταν τον περιμνεις να ’ρθει.
Και, μην ξεχνντας πως η δναμ μας, «ν
-κι ας μοιζει αληθιν- εναι δανεισμνη \
και πρπει να επιστρψει στην πηγ της, 7
μπορομε πια να τα τολμσουμε λα! ^
Πολτες, για την αφοσωσ σας
ευχαριστ πολ. Στο πρσωπ μου,
θα βρετε αυτν που με δεξιοσνη
θα σας λυτρσει απ' τη σκλαβι στον ξνο.
Λοιπν, στα πλα! Σντομα θα δετε
το θρρος το τερστιο που κρβω.
Ενντια στον πατρα μου σκοπεω
να δσω μχη, και να επαληθεσω
την προφητεα τ ’ ουρανο. Σε λγο
θα σρνεται στα πδια μου ριγμνος...
(Κατ’ ιδαν).
Αλλ, αν εγ πριν απ’ αυτ ξυπνσω,
δεν θα ναι πιο καλ να μην το λω,
μπως και δεν μπορσω να το κνω;
123
ΟΛΟΙ
Να ζσει ο Σιγισμονδος! Ζτω! Ζτω!
ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ
Μπανει ο ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Θε μου, τι σλος εν’ αυτς;
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Κλοτλντο.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Κριε...
(Κατ' ιδαν).
Σγουρα τρα θα αποδεξει
πνω σε μνα τη σκληρτητ του.
ΚΛΑΡΙΝ (Κατ' ιδαν)
Να δεις που απ’ τον γκρεμ θα τον πετξει.
(Φεγει).
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Προσπφτω στα βασιλικ σου πδια,
ξροντας τι θα πεθνω.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Σκω,
σκω απ’ τη γη, πατρα, εσνα θλω
124
να γνεις οδηγς και σμβουλς μου
σ’ αυτ που επιχειρ, γιατ γνωρζω
πως την ανατροφ μου την οφελω
στην αφοσωσ σου. Αγκλιασ με.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Τι λες;
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Πως ονειρεομαι, και θλω
να κνω το καλ, δεν πει χαμνη
οτε και στ, νειρο η καλ μας πρξη
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Αν το να κνεις το καλ χει γνει
σημαα σου, κριε, δεν θα σε προσβλω
λγοντας πως αυτ κι εγ επιδικω.
Ενντια στον πατρα σου βαδζεις!
Σ’ αυτ, οτε συμβουλ μπορ να δσω,
οτε και να σε υποστηρξω ενντια
στο βασιλι μου. Εδ, στα πδια σου εμαι,
αν θλεις, σκτωσ με.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Αχρεε, προδτη,
αχριστε!...
(Κ α τ ’ ιδαν).
Ω, Θε μου, τον εαυτ μου
πρπει να ελγξω, αφο δεν ξρω ακμα
αν εμαι ξπνιος.
(Στον Κ λοτλντο).
125
Την τιμιτητ σου,
Κλοτλντο, την τιμ και τη ζηλεω.
Εμπρς, τον βασιλι να υπηρετσεις,
και θα ειδωθομε στο πεδο της μχης.
Εσες οι υπλοιποι, πιστε τα πλα.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Δξου την ταπειν μου ευγνωμοσνη.
(Φεγει).
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Οδγησ με, Μορα μου, στο στμμα.
Αν ονειρεομαι, μη με ξυπνσεις,
κι αν εν, αλθεια, μη μ’ αποκοιμσεις.
Αλλ ετε νειρο εναι, ετε αλθεια,
να κνεις το καλ χει σημασα.
Αν εν’ αλθεια, γιατ τσι οφελεις,
κι αν νειρο, για να κερδσεις φλους
να σε στηρζουν ταν θα ’σαι ξπνιος.
Φεγουν λοι, εν ακογονται πολεμικς
τυμπανοκρουσες.
ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ
Στο βασιλικ ανκτορο. Μπανουν ο ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
και ο Αςτοαφο.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Αστλφο, ποιος μπορε να συνετσει
126
λογο που καλπζει αφηνιασμνο;
Ποτμι ορμητικ ποιος να κρατσει,
ταν ξεχνεται γριο, φουσκωμνο;
Ποιος να εμποδσει τη μοιραα πτση
βρχου που απ’ την κορφ χει ξεκολλσει;
Μα το χειρτερο: ποιος να ημερσει
Διχστηκε, δεν εχει πια ενα στμα,
διπλς ιαχς ο αντλαλος μς φρνει,
τον Σιγισμονδο θλει το να κμμα,
τ’ λλο το μρος του Αστλφο παρνει.
Εν για στψη ετοιμαζταν αριο
η χρα, νος τρμος την ταρζει,
και γνεται να θατρο μακβριο
που η Μορα τραγωδες ανεβζει.
ΑΣΤΟΛΦΟ
Ας μνουν, κριε, οι εορτασμο, προσρας,
τα δρα και οι τιμς που μου εχες τξει,
γιατ αν οι κτοικοι τοτης της χρας
--που λπιζα να ’χω καθυποτξει-
αρνονται να με δονε σαν μονρχη,
πρπει να δεξω την αξα μου. Δσ’ μου
να λογο, να δουν πως, που υπρχει
βροντ, εκε χτυπει κι ο κεραυνς μου.
(Φεγει).
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Απ’ το αναπδραστο, πς να αποδρσεις;
Οτε κι η πρβλεψη δεν σε γλιτνει.
127
Αν εναι να ’ρθει, μταιες οι αντιστσεις,
σο το φεγεις, τσο αυτ ζυγνει.
σο φυλγεσαι μακρι απ’ τη μορα,
τσο αυτ τρχει να σε συναντσει!
Εγ, ναι, εγ, που τσα μτρα πρα,
εγ χω την πατρδα μου αφανσει!
ΣΚΗΝΗ ΕΚΤΗ
Μπανει η Ε ςτε λ λα .
ΕΣΤΕΛΛΑ
Κριε, αν προσωπικ εσ δεν πατξεις
το μγα αυτ κακ που χει χτυπσει,
τη βα που απ’ τις δο παρατξεις
πλατεες και δρμους χει πλημμυρσει,
θα δεις λη τη χρα σου πνιγμνη
μσα στο αμα και στην κτηνωδα,
γιατ δη η συμφορ εναι εξαπλωμνη
παντο, λα χος, ζφος, τραγωδα.
Τσος εν’ ο λεθρος, τσο το αμα,
τση η καταστροφ απ’ κρη σ’ κρη
του βασιλεου, που μνο μ’ να βλμμα
τρομζεις, και δεν συγκρατες το δκρυ.
Ο λιος μαρος, ο αρας δηλητριο,
κθε νθος και νεκρς, κθε λιθρι
πλκα επιτμβια, τφος κθε κτριο,
κθε στρατιτης ζωνταν κουφρι.
128
ΣΚΗΝΗ ΕΒΔΟΜΗ
Μπανει ο Κ λολντο.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Δξα σοι ο Θες που ζω ακμη!
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Απ τον Σιγισμονδο, τι χεις μθει;
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Πως ο χλος, τυφλ τρας δχως γνμη,
μπκε στον πργο, κι βγαλε απ’ τα βθη
τα σκοτειν τον πργκιπα, που ταν
πρε απ δξες και τιμς να γεση,
ξεθρρεψε, και περηφανευταν
τι τον ουραν θα επαληθεσει.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Το λογ μου, εμπρς! Να τιμωρσω
εγ του γιου μου την αχαριστα,
το στμμα με το ξφος να προασπσω,
αφο η γνση βγκε σε αχρηστα.
(Φεγει).
ΕΣΤΕΛΛΑ
Σ’ αυτ τη μχη, εγ θα σε στηρζω.
Σαν Αθην Παλλδα στο πλευρ σου
θα στκομαι, και τ ’ νομ μου, ελπζω
να δοξαστε μαζ με το δικ σου.
129
Η ΕΣΤΕΛΛΑ φεγει, κι ακογονται πολεμικς
τυμπανοκρουσες. Μπανει η ΡΟΖΑΟΥΡΑ,
και συγκρατε τον Κ αοτααντο.
ΣΚΗΝΗ ΟΓΔΟΗ
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Μ, λο που ακοω την καρδι σου να ’χει
συντονιστε στους χους του πολμου,
λγο την προσοχ σου δνεισ μου,
γιατ λα στη ζω μας εναι μχη.
Ξρεις πως ρθα εδ στην Πολωνα,
τη δυστυχα μου σρνοντας σαν βρος,
και μνο χρη στο δικ σου θρρος
γνρισα καταφγιο κι ευσπλαχνα.
Μου ζτησες -αχ, Θε μου!- στο παλτι
να ’ρθω να ζσω μεταμφιεσμνη,
να ’χω τη ζλια μου καλ κρυμμνη,
προσχοντας μπως με δει το μτι
του Αστλφο. μως με εδε, και παρλη
την παρουσα μου, χει τση αυθδεια,
που συναντιται και μιλει τα βρδια
με την Εστλλα σ’ να περιβλι.
Ορστε το κλειδ, το ’χω δικ μου.
Μ’ αυτ, λοιπν, την ευκαιρα σο δνω
να πας εσ στο περιβλι εκενο,
να βλεις τλος πια στο βσαν μου,
και την τιμ μου να μο ξαναδσεις.
130
Εκε, θα βγλεις λο σου το μνος,
αφο εσαι κιλας αποφασισμνος
να εκδικηθες για μνα, αν τον σκοτσεις.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Αλθεια εναι πως πθος της καρδις μου
απ’ τη στιγμ που σ’ εδα, ταν να κνω
,τι ταν δυνατν για να γλυκνω
τον πνο σου, Ροζουρα -μρτυρς μου
ταν το δκρυ σου. Το πρτο που ’χα
ζητσει, ταν να βγλεις τ’ ανδρικ σου,
στε αν ο Αστλφο βρσκονταν μπροστ σου
να σ’ βλεπε με γυναικεα ροχα,
και να μην χει λγο να σε κρνει
ως ελαφρμυαλη για μια σου πρξη
που σως την τιμ του να πειρξει.
Ταυτχρονα, σχδιαζα πς θα γνει
να σου ξαναπροσφρω τη χαμνη
τιμ σου, στω κι αν φτσω να σκοτσω
αυτν που σε εχε βλψει -γιατ τσο
πολ το θμα τοτο με βαρανει.
Τι παραλογισμς, Χριστ μου! Ωστσο,
δεν εχα τον Αστλφο βασιλι μου,
ρα δεν θα ’χα βρος στην καρδι μου.
Κι εκε που πγαινα να τον σκοτσω,
πγε κι ο Σιγισμονδος να σκοτσει
εμνα! Ττε αυτς, δεν λογαριζει
τον κνδυνο, και το κορμ του βζει
ασπδα εμπρς μου για να με γλιτσει.
131
Πες μου, λοιπν: πς, τρα που η ψυχ μου
ευγνωμοσνη νιθει, να σκοτσω;
Πς με το θνατο να ξεπληρσω
αυτν που μο ’χει σσει τη ζω μου;
Κι τσι πως χει διχαστε η καρδι μου,
αφο σε σνα τη ζω χω δσει
κι εκενος τη ζω μου χει σσει,
δεν ξρω πο να στρψω τη ματι μου.
Χρωστω σε σνα γιατ σο ’χω δσει,
χρωστω σε ’κενον γιατ το ’χω πρει.
Σε ποια μερι βαρανει το καντρι,
ποιος πιο πολ απ’ τους δυο μ’ χει χρεσει;
Κι τσι, η στοργ μου ποιο εναι τ ’ φελος της
δεν ξρει, οτε ποιο δρμο να διαλξει,
γιατ, στο πρε-δσε που χω μπλξει,
εγ, παρνω δνω, εμαι χρεστης.
ΡΟΖΑΟΓΡΑ
Ββαια, δεν εμαι εγ που σου μαθανω
πως, για ναν νδρα αντερο, ευγνεια
εναι να δνει, εν να παρνει αγνεια.
Θεωρντας το, λοιπν, σαν δεδομνο,
σ’ αυτν δεν εσαι υπχρεος καμις χρης,
γιατ αν ζω στ’ αλθεια σο χει δσει,
ττε, ως ευγεν, σ’ χει μεισει,
αφο σ’ ανγκασε κτι να πρεις.
Εγ μως, παρνοντας ζω, χω γνει
αιτα για πρξη ξια της τιμς σου.
ρα, σ’ αυτν χρωστς την προσβολ σου,
132
εν σε μνα την ευγνωμοσνη.
Πρπει, λοιπν, βοηθς μου εσ να γνεις
τρα που απ κινδνους απειλομαι,
γιατ απ τον Αστλφο εγ προηγομαι,
σο κι απ’ το να παρνεις το να δνεις.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Μπορε η ευγνεια να χαρακτηρσει
αυτν που δνει, μα η ευγνωμοσνη
εν’ η αρετ που πρπει να διακρνει
αυτν που δχεται. δη χω κερδσει
τον ττλο του γενναιδωρου, αφο ξρω
να δνω. σε με τρα ν’ αποκτσω
του ευγνμονος τον ττλο, να κερδσω
διπλ τιμ για τ’ νομα που φρω,
γιατ αν στον νδρα εναι τιμ να δνει,
και το να δχεται τιμ εναι εξσου.
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Ττε που μο ’δινες ζω, θυμσου
τα λγια αυτ που μο ’χες απευθνει:
<(ζωτ) νωρς τιμ δεν εναι ακοια».
ρα, απ σνα τποτα δεν πρα,
γιατ τανε ζω λειψ και στερα
το δρο που ’χα απ’ τα δικ σου χρια,
Κι αν πρτα γενναιδωρος θεωρεσαι
κι πειτα ευγνμων -το δικ σου στμα
το ’πε πριν λγο-, περιμνω ακμα
να πρω τη ζω που λο μου αρνεσαι.
133
Πρτα, λοιπν, δεξε γενναιοδωρα,
αφο θεωρες σπουδαο το να δνεις,
και θα ’ρθει η ρα της ευγνωμοσνης
αργτερα, δετερη στην πορεα.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Ωραα, λοιπν, μπρεσες να με πεσεις,
και θα ’μαι γενναιδωρος μαζ σου.
Θα ’χεις την περιουσα μου δικ σου,
αλλ σε μοναστρι πια θα ζσεις.
Τη σκφτηκα καλ τοτη τη λση,
γιατ τσι, και το φνο θ’ αποφγεις,
και σε συλο ιερ θα καταφγεις.
ταν οι τσες συμφορς, τα μση
κι οι σκοτωμο διχζουν το βασλειο,
δεν πρπει εγ, νας ευγενς, να δσω
κι λλο να χτπημα, να επιδεινσω
το σπαραγμ της χρας τον εμφλιο.
τσι θ’ αποδειχθ αφοσιωμνος
στο στμμα, γενναιδωρος μαζ σου,
κι ευγνμων στον Αστλφο. Συλλογσου
πως δεν υπρχει πιο ενδεδειγμνος
τρπος, κι αυτ το θμα εδ ας κλεσει,
γιατ δεν θα κατφερνα να κνω
-μα το Θε- τποτα παραπνω,
ακμα κι αν εγ σ’ εχα γεννσει.
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Αν σουνα γονις μου, θα δεχμουν
134
αυτ την αδικα, τρα, μως,
δεν δχομαι.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Σου μνει λλος δρμος;
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Να τον σκοτσω εγ.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Δεν φανταζμουν
πως θα ’χε τση τλμη, τσο θρρος,
γυνακα που δεν γνρισε πατρα!
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Εδες;
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Και τι σου δνει τσο αρα;
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Η υπληψ μου.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Ο Αστλφο εναι...
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Βρος
για την τιμ μου αβσταχτο.
135
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
χι! Σκψου,
θα γνει βασιλις, πλι στην Βστλλα!
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Δεν θα τ’ αφσω αυτ!
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Μα εναι μια τρλα
αυτ που λες!
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Το βλπω,
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Λογικψου,
ττε!
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Δεν γνεται.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Μα τσι θα χσεις...
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Ναι, ξρω.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
...τη ζω κα την τιμ σου.
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Σγουρα, ναι.
136
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Κι αυτ εν’ η θλησ σου;
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Ναι, ο θνατος.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Μχρις εκε θα φτσεις
απ να πεσμα;
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Αυτ η τιμ προστζει.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Εναι βλακεα.
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Θρρος.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Αφροσνη.
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Δκαιη οργ.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Με τποτα δεν σβνει
αυτ το πθος που σε εξουσιζει;
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Με τποτα.
137
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Ποιος θα ’ναι συνεργς σου;
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Κανες, μονχη μου θα το τολμσω.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Αδνατον, λοιπν, να κνεις πσω;
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Αδνατον.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Μα σκψου, στο Θε σου,
θα υπρχει κι λλος τρπος, θα τον βρομε!
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Ναι, τρπος στο χαμ να μ’ οδηγσει!
(Φεγει).
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Αν ο χαμς εναι, παιδ μου, η λση,
ττε ρχομαι, κι οι δυο μας να χαθομε!
(Φεγει).
138
ΣΚΗΝΗ ΕΝΑΤΗ
Ανοιχτ πεδιδα. Ακογονται τυμπανοκρουσες.
Μπανουν στρατιτες που
παρελανουν, ο Κ λαριν, και ο Σιγι-
ΣΜΟΤΝΔΟΣ ντυμνος με τομρια.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Αν τρα μ., βλεπε η αρχαα Ρμη,
την εποχ που η δξα της ακμη
θριμβευε, πσο θα ευχαριστιταν
την ευκαιρα που θα της δινταν
να ’χει στις λεγενες της για ανδρεο
κι ξιο στρατρχη να γριο θηρο,
που η περηφνια του δεν θα χορτσει
κι αν κατακτσει ολκληρη την πλση!
Μα, πνεμα μου, πιο χαμηλ ας πετμε,
πιο ταπειν, και να μην κυνηγμε
ανφικτες φιλοδοξες και στχους
που, μλις απ’ του ονερου βγω τους βρχους,
τα μτια μου με συντριβ θα δονε
πως τους κατκτησα για να χαθονε,
σο πιο ταπειν η εμβλει τους,
τσο πιο ανδυνη κι η απλει τους.
χος σλπιγγας απ' ξω.
ΚΛΑΡΙΝ
ρχεται να λογο - συγχρεσ με,
μα θα στο περιγρφω, δεν κρατιμαι,
139
γιατ, πως λεν κι οι κτοχοι πτυχων,
μοιζει σαν χρτης λων των στοιχεων:
το σμα του εν’ η γη, η ψυχ που βρζει
εντς του εν’ η φωτι, ο αφρς που βγζει
η θλασσα, κι η ανσα του ο αρας.
Κι λα μαζ, το χος! να τρας
απ γη, θλασσα, αρα, φωτι,
με χρματα αλλο μαρα, αλλο σταχτι!
Κι αυτ το πρμα το ανακατεμνο,
καλπζει σια μπροστ, αποφασισμνο,
πετει, θα ’λεγα, γιατ, απ’ τη σλα
πνω, το σπιρουνιζει μια κοπλα,
που βιαστικ στο μρος σου ζυγνει.
ΣΙΓΙΣΜΟΓΝΔΟΣ
Η λμψη της μορφς της με τυφλνει.
ΚΛΑΡΙΝ
Αχ, Θε μου, εν’ η Ροζουρα, η κυρ μου!
(Φεγει).
ΣΙΓΙΣΜΟΓΝΔΟΣ
Την ξαναφρνει ο ουρανς μπροστ μου.
ΣΚΗΝΗ ΔΕΚΑΤΗ
ΡΟΖΑΟΓΡΑ
Ευγενικ πργκιπα Σιγισμονδο,
που μσα απ της νχτας σου τα ερβη,
140
το ηρωικ σου μεγαλεο προβλλει
στο φως των πρξεων σου των ενδξων
κι πως ο μγας του ουρανο πλαντης
που απ’ της Αυγς την αγκαλι επιστρφει
να ξαναδσει λμψη στα λουλοδια,
και πνω απ τις θλασσες, τα ρη,
στεφανωμνος με αγλη, φως σκορπζει,
και των χρυσν ακτινν του το νμα
κεντει κορφς βουνν και αφρος κυμτων,
τσι κι εσ στον κσμο ν’ ανατελεις,
λιε βασιλικ της Πολωνας,
στε να προστατψεις μια γυνακα
δσμοιρη, που μπροστ σου γονατζει.
Εναι γυνακα, και δυστυχισμνη,
δυο πργματα, που μνο του καθνα
φτνει να υποχρεσει ναν νδρα
που ’χει για καχημ του την ανδρεα.
Τρτη φορ εναι τοτη που με βλπεις,
και τρτη πλι που αγνοες ποια εμαι,
αφο κθε φορ μ’ βλεπες μ’ λλη
περιβολ και με μορφ αλλαγμνη.
Την πρτη τη φορ, με πρες για νδρα,
ταν της φυλακς σου το μαρτριο
ξαλφρωσε λιγκι το δικ μου.
Τη δετερη, με θαμασες γυνακα,
ταν οι δξες και τα μεγαλεα
που ζοσες ταν νειρο, σκιος, φσμα.
Και τρτη τοτη εδ, που εμαι να κρμα
αλλκοτο απ’ τα δο φλα, αφο χω
141
πλα ανδρικ και ροχα γυναικεα.
Μα για να σου ξυπνσω τη συμπνια,
να ’σαι πιο πρθυμος να με συντρξεις,
κου τις τραγωδες της ζως μου.
Γννημα της Αυλς της Μοσχοβας
εμαι, απ μνα ευγενικ, που πρπει
να υπρξε πολ μορφη, αν κρνω
απ τις δυστυχες της ζως της.
Την ερωτετηκε κποιος προδτης
-δεν θα τον ονομσω, αφο ποτ μου
δεν τον εγνρισα, μα αν του χω μοισει,
πρπει να ’ταν γενναος σαν κι εμνα.
Και τρα που το σκπτομαι, λυπμαι
που δεν γεννθηκα σε καιρος λλους,
ειδωλολατρικος, για να πιστψω,
η ανητη, πως ταν θες, που ρθε
να αποπλανσει, μεταμορφωμνος
σε κκνο, σε χρυσ βροχ σε ταρο,
τη Λδα, τη Δανη την Ευρπη!
χι, δεν φλυαρ αναφροντς σου
μθους περ απιστας, αντιθτως,
μ’ αυτ τον τρπο, σου επα με δυο λξεις
πς η μητρα μου, που ταν ωραα
σο καμι και δστυχη πως λες,
πλανετηκε απ τα γλυκλογ του.
Οι ρκοι πστης κι οι υποσχσεις γμου
τσο την ξεγελσανε, που ακμα
και τρα, η θμησ τους την πονει,
γιατ, ο προδτης, φυγε ρον-ρον,
142
πως ο Αινεας το ’σκασε απ’ την Τροα,
αφο οτε καν το ξφος του δεν πρε!
Να το, στη θκη, θα το ξεγυμνσω
εγ, προτο τελεισει αυτ η ιστορα.
Απ τον τυχο δεσμ ετοτο,
που οτε δεσμ του γμου ταν, οτε
της φυλακς -αν κι λα αυτ εναι να-,
εβγκα εγ, της μνας μου πορτρατο
φτυστ, χι βεβαως στην ομορφι της,
μα στα δειν της και στις ατυχες.
Δεν χρειζεται, λοιπν, να πω τι εκενη
κι εγ, η κληρονμος ττοιας μορας,
τραβξαμε κι οι δυο τον διο δρμο.
Το μνο που μπορ να σου αναφρω
για μνα, εναι το νομα του ανθρπου
που λστεψε τα τρπαια της τιμς μου,
που κανε λφυρο την αρετ μου:
Ο Αστλφο! Ω, Θε μου, μνο που το λω,
οργζεται η καρδι μου κι ανταριζει,
πως συμβανει ταν ακος του εχθρο σου
τ ’ νομα. Ναι, ο Αστλφο ταν εκενος
ο αχριστος που, λησμονντας ρκους
-γιατ ταν νας ρωτας τελεισει,
ξεχνιται ακμα και η ανμνησ του-
ρθε στην Πολωνα, κυνηγντας
νο λφυρο: το χρι της Εστλλας,
αυτ ανατλλει, τρα που εγ δω.
Ποιος να πιστψει πως, αν να αστρι
εννει δυο εραστς, να λλο αστρι,
143
η Εστλλα, εν’ αυτ που τους χωρζει!
μεινα μνη με την προσβολ μου,
την κοροδα, τη θλψη μου, την τρλα,
σχεδν νεκρ, και μσα μου να χος,
λες και της κλασης η σγχυση λη
σαν μια Βαβλ κυρεψε το μυαλ μου.
Κι αποφασζοντας βουβ να μενω
-γιατ εναι κποιοι πνοι, που τα μτια
καλτερα τους λνε απ το στμα-,
υπμενα το βσανο σιωπντας.
σπου μια μρα που μασταν μονχες,
η μνα μου, η Βιολντα, καλ να ναι,
μου ’σπασε τη σιωπ, και σαν πλημμρα
ξεχθηκαν οι πκρες απ’ το στθος,
στρατι ασυγκρτητη δακρων και πνων.
Δεν ντρπηκα που τα ’λεγα, ταν ξρεις
πως τις αδυναμες σου τις ακοει
κποιος που ’χε στο παρελθν δικς του,
σ’ ανακουφζει, γιατ, πτε-πτε,
και το κακ παρδειγμα αποβανει
χρσιμο. κουσε τις συμφορς μου
πονετικ, κι θελε να μου δσει
παρηγορι, λγοντας τις δικς της,
κριτς που κποτε νοχος υπρξε,
πσο εκολα χαρζει τη συγγνμη!
Μαθανοντας απ’ τον εαυτ της, εδε
πως φρμακο για την τιμ δεν ταν
το κλισμα του χρνου κι η απραξα,
προτμησε, τσι, να με συμβουλψει
144
να τον ακολουθσω, και με τρπο
να τον εξαναγκσω να πληρσει
το χρος του στην τιμ μου, μλιστα, επε
για ασφλεια να φορσω ανδρικ ροχα.
Ξεκρμασε κι να παλι σπαθ - εναι τοτο
που ’χω στη μση· κι ρθε μλλον η ρα
να βγει απ’ τη θκη του, πως το ’χω τξει,
γιατ, πιστεοντας στη δναμ του,
μου το ’δωσε η μητρα μου, και μου επε:
«Εμπρς στην Πολωνα, και να φροντσεις
να δουν το ξφος οι ευγενες της χρας,
κποιος ανμεσ τους, σως δεξει
συμπνια για τη μορα σου, και θα ’βρεις
τσι παρηγορι και προστασα.»
ρθα, λοιπν, κι εγ στην Πολωνα.
Θα παραλεψω, αφο το ξρεις δη,
τι το αφηνιασμνο λογ μου
μ’ φερε στη σπηλι σου, που εξεπλγης
μλις μ’ αντκρισες. Θα παραλεψω
πως ο Κλοτλντο, εκε, με προθυμα
και ζλο με υποστριξε, ζητντας
χρη απ’ το βασιλι για τη ζω μου,
πως, ταν μαθε ποια εμαι, μου επε,
αφο φορσω τα σωστ μου ροχα,
να μπω στη συνοδεα της Εστλλας,
που κατρθωσα να φρω εμπδια
στο γμο που σχεδαζε ο Αστλφο.
Θα παραλεψω πως εδ με βλπεις
σαστζοντας ξαν, μια κι οι αντιφσεις
145
της ψης μου σγχυση προκαλονε.
Θα φτσω στο σημεο που ο Κλοτλντο,
κρνοντας πως συμφρει για το κρτος
να παντρευτονε και να κυβερνσουν
ο Αστλφο κι η Εστλλα, συμβουλεει,
ενντια στην τιμ μου, να ξεχσω
τις βλψεις που εχα και να υποχωρσω.
Ανδρεε Σιγισμονδο, τρα που εδα
πως ρθε η ρα της εκδκησς σου,
μια κι ο ουρανς το θλησε να σπσεις
της φυλακς σου τα δεσμ, που ζοσες
σαν νθρωπος μ, αισθματα θηρου
κι υπμενες τα βσανα σαν βρχος,
τρα που ψωσες σημαα πολμου
ενντια σε πατρα και πατρδα,
ρθα συμπαρασττης σου, φορντας
μαζ με τις Αρτμιδος τα ροχα,
τα πλα της Παλλδας, στολισμνη
με αβρ μετξι και σκληρ ατσλι.
Εμπρς, λοιπν, ατρμητε αρχηγ μου!
Συμφρει και τους δυο μας να μη γνει
ποτ τοτος ο γμος που σχεδιζουν:
εμνα, για να μη δω παντρεμνο
αυτν που θα γινταν σζυγς μου,
κι εσνα, γιατ, μλις ενωθονε
τα δυο βασλει τους, θ’ αντιτξουν
διπλς δυνμεις στο μικρ στρατ μας
και θα ναι αμφβολη η δικ μας νκη.
ρθα ως γυνακα εδ, για να σε πεσω
146
υπρμαχος να γνεις της τιμς μου,
κι ως νδρας ρθα για να σε εμψυχσω
στη μχη της ανκτησης του θρνου.
ρθα ως γυνακα να σε συγκινσω
πφτοντας ταπειν στα δυο σου πδια,
κι ως νδρας ρθα να σε υπηρετσω
και να συνδρμω τους δικος σου ανθρπους.
ρθα ως γυνακα για να με συντρξεις
στην προσβολ και στην ταπενωσ μου,
κι ως νδρας ρθα για να σε συντρξω
με το σπαθ και μ’ λο μου το εναι.
Μα πρσεξε: αν σκεφτες να μου πουλσεις
ρωτα βλποντς με σαν γυνακα,
σαν νδρας ττε θα σε θανατσω
για να υπερασπιστ την αρετ μου,
γιατ, στο θμα αυτ, η τιμ μου θα ’ναι
γυνακα για να σου παραπονιται
κι νδρας για να κερδζει τ’ νομ της.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ (Κατ’ ιδαν)
Αν ντως ονειρεομαι, ουραν μου,
κνε τουλχιστον να μη θυμμαι,
γιατ δεν γνεται να ’χουν χωρσει
τσα πολλ σ’ να νειρο μονχα!
Βηθα με, Θε μου! Δεξε μου τον τρπο
να γλιτσω μονομις απ’ λα,
να μη σκπτομαι απ’ αυτ καννα.
Ποιον λλον πνγουν τσες απορες;
Αν ονειρετηκα τις δξες που εχα,
147
πως τωρα αυτ η γυνακα μου αναφερει
σημδια καθαρ και γεγοντα;
ρα, δεν ταν νειρο, μα αλθεια!
Κι αλθεια αν ταν -^πργμα που εναι εξσου
/μυστρια υπθεση- πς η ζω μου
I νειρο τ ’ ονομζει; Τσο μοιζουν
| οι δξες μ’ νειρα, που να περνιονται
οι αληθινς για ψετικες, κι οι κοφιες
για γνσιες; Τσο ελχιστα διαφρουν
οι μεν απ τις δε, που να μην ξρεις
αν ,τι βλπεις κι ,τι απολαμβνεις
εναι ψευτι αλθεια; Τσο εν’ μοιο
το αντγραφο με το πρωττυπ του,
I που ν’ αμφιβλλεις ποιο εναι ποιο; Μα ττε,
I εν εναι τσι, εν πρπει να σβσει
1 μες στις σκις η δναμη κι η δξα,
1 το μεγαλεο κι η λμψη, ας διδαχτομε
\ να επωφελομαστε απ την παροσα
\ στιγμ, αφο η μνη απλαυσ μας
\ναι ,τι ζομε στ, νειρο. Η Ροζουρα
εναι στην εξουσα μου, η ψυχ μου
οργεται την ομορφι της, ρα,
εμπρς ν’ αδρξουμε την ευκαιρα!
Ο πθος ακυρνει λους τους νμους
του ιπποτισμο και της εμπιστοσνης
που μπρος στα πδια μου την χουν φρει.
Αυτ εναι τ ’ νειρο, κι αφο αυτ εναι,
εμπρς χαρς να ονειρευτομε τρα,
κι ας μεταμορφωθον μετ σε λπες!
148
Μα με τους διους τους συλλογισμος μου,
και πλι πεθομαι τι σφλλω. Αν εναι
νειρο, αν εν’ απλς ματαιοδοξα,
ποιος, για μια ανθρπινη και μταιη δξα,
θα ’χανε την ουρνια, την αινια;
Ποια ευτυχα περαστικ δεν εναι
νειρο; Και ποιος ζησε θριμβους
κι ηρωισμος, που να μη λει κατπιν,
ταν τους ανασρει απ τη μνμη,
«σγουρα τα ονειρετηκα σα εδα» ;
Αφο, λοιπν, γνωρζω πια τις πλνες,
αφο το ξ ερ ω ^
φλγα με λμψη απατηλ, που η αρα
μλις φυσξει θα τη μετατρψει
σε στχτη, 'ας^ετ^ιξουμε το αινιο,
γιατ εκε, εν ξεθωριζει η φμη,
εκε τα μεγαλεα δεν κοιμονται,
ουτε~~οι χαρς^εκπνεου^^
ρθε με την τιμ της πληγωμνη,
καθκον ενς πργκιπα δεν εναι
ν’ αυξνει τις πληγς, μα να επουλνει.
Μα το Θε, πρτη κατκτησ μου
θα ’ναι η τιμ της, κι πειτα το στμμα!
Τρα, απ’ εμο απελθτω το ποτριο
τοτο του πειρασμο.
(Σ' ναν στρατιτη).
Εμπρς, στα πλα!
Πρπει να δσω σμερα τη μχη,
149
προτο ξυπνσουν οι σκις της νχτας
και θψουν με τα ππλα τους τον λιο.
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Κριε! Τσο εκολα μ’ εγκαταλεπεις;
Χωρς να πεις οτε μια λξη; Τσο
ανξια λγου εναι τα βσαν μου;
Πς εναι δυνατν να μη με βλπεις,
κριε, να μη μ, ακος, και ν’ αποστρφεις
τσο ακατδεχτα το πρσωπ σου;
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Ροζουρα, την τιμ σου τη συμφρει
να ’μαι σκληρς μαζ σου τρα, αν θλεις
να ’μαι αριο σπλαχνικς. Εν’ η τιμ μου
που σου αποκρνεται, κι χι η φων μου.
Δεν σου μιλ, γιατ θλω ν’ αφσω
τα ργα μου για μνα να μιλσουν.
Δεν σε κοιτ, κι αυτ εναι μαρτριο,
αλλ εν’ ανγκη, ποιος την τιμ σου
κοιτ, να μην κοιτ την ομορφι σου.
Φεγει ο ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ, μαζ με τους
στρατιτες.
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Θε μου, τι αινγματα ειΥ αυτ, τι γρφος!
Μετ απ τσα δκρυα, μου δνει
μια απντηση με διφορομενο φος,
και στην αβεβαιτητα μ, αφνει.
150
ΣΚΗΝΗ ΕΝΔΕΚΑΤΗ
Μπανει ο Κ λαριν.
ΚΛΑΡΙΝ
Κυρα, τρα δχεσαι επισκψεις;
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Αχ, ο Κλαρν! Πο ’σουν εσ χαμνος;
ΚΛΑΡΙΝ
Στη φυλακ, που μπαινα σε σκψεις
αν θα ’βγω ζωντανς πεθαμνος.
Ως και την τρπουλα συμβουλευμουν,
να δω αν θα ξημερσω κι λλη μρα.
Μα χω κρυφ χαρτ, κι ετοιμαζμουν
λα να τα τινξω στον αρα.
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Γιατ;
ΚΛΑΡΙΝ
Γιατ τα μυστικ σου πνε,
μαθα ποια εσαι, κι ο Κλοτλντο...
(Ακογονται τυμπανοκρουσες).
Κτι
σαν σαματς ακογεται.
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Τι να ’ναι;
151
ΚΛΑΡΙΝ
Απ’ το πολιορκημνο το παλτι,
βγανει πολς στρατς, για να χτυπσει
τον Σιγισμονδο.
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Εγ, η δειλ, χω μενει
ατραχη, αντ να ’χω πολεμσει
στο πλι του, τρα που μες στη δνη
της μχης βασιλεει η λυσσαλα
σκληρτητα κι επικρατε αναρχα;
(Φεγει).
ΣΚΗΝΗ ΔΩΔΕΚΑΤΗ
Ακογονται φωνς απ' ξω.
ΚΑΠΟΙΕΣ ΦΩΝΕΣ
Ζτω το ανκητο μας βασιλα!
ΑΛΛΕΣ ΦΩΝΕΣ
Ζτω η καινοργια μας ελευθερα!
ΚΛΑΡΙΝ
Κι ο βασιλις κι η ελευθερα να ζσουν,
και ρα τους καλ. Δυρα δεν δνω,
ποιοι κι αν χσουν, ποιοι κι αν κερδσουν
φτνει κι απ τους δυο μακρι να μενω.
Του Νρωνα το ρλο λω να παξω,
που κθονταν ψηλ κι κανε χζι
152
τη Ρμη που καιγταν θα ’μαι απ’ ξω
απ’ την αντρα αυτ, και θα με νοιζει
μονχα το τομρι μου. Εκε πνω,
κρυμμνος μες στα βρχια θα προσμνω·
εκε δεν κινδυνεω να πεθνω.
Το θνατο, τον χω εγ γραμμνο!
Ο Κ λαριν πηγανει να κρυφτε. Ακο-
γονται χοι της μχης. Μπανουν,
κυνηγημνοι, ο ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ, ο ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
και ο Αςτολφο.
ΣΚΗΝΗ ΔΕΚΑΤΗ ΤΡΙΤΗ
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
λλος πατρας πιο βασανισμνος
και βασιλις πιο θλιος, δεν υπρχει!
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
δη λος ο στρατς σου, διαλυμνος,
τρπεται σε φυγ, χωρς στρατρχη.
ΑΣΤΟΛΦΟ
Τρα οι προδτες νικητς θεωρονται,
και χαρονται τη νκη τους.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Προδτες,
σε ττοιες μχες, εν’ αυτο που ηττονται,
153
οι νικητς λγονται πατριτες.
Δρμο, Κλοτλντο, πριν η αλαζονεα
του γιου μου στρψει το γριο πρσωπ της
στο μρος μας, με απνθρωπη μανα!
Ακογεται πυροβολισμς απ' ξω, και
ο ΚΛΑΡΙΝ πφτει απ την κρυψνα του,
πληγωμνος.
ΚΛΑΡΙΝ
Βηθα με, Θε μου!
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Ποιος να V ο στρατιτης
αυτς που, μσα στο αμα και στον πνο,
πφτει στα πδια μας για να πεθνει;
ΚΛΑΡΙΝ
Εμαι νας τυχος, που ’θελα μνο
να φυλαχτ απ’ του Χρου το δρεπνι,
κι πεσα πνω του, θελα να τρξω
μακρι του, κι αυτς μου ’στησε καρτρι.
Ο Χρος πουθεν δεν μνει απ’ ξω,
για ’κενον δεν υπρχουν κρυφ μρη.
ρα, ποιο το συμπρασμα που βγανει;
Πως ποιος τρχει πιο μακρι να φγει,
πρτον αυτν ο Χρος τον προφτανει.
Γι’ αυτ, γυρστε πσω, εκε που σμγει
το αμα της μχης κι η φωτι, γυρστε!
Εκε, παρ στο πιο προφυλαγμνο
154
βουν, εκε πιο ασφαλες θα εστε.
Δεν χει διαφυγ απ’ το πεπρωμνο,
κι απ’ τον αμελικτο νμο της μορας.
Μταια αποφεγετε το θνατ σας,
γιατ ο θνατος κροει τας θρας
αν εναι θλημα Θεο ο χαμς σας!
(Πφτει νεκρς, εκτς σκηνς).
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
«Γιατ ο θνατος κροει τας θρας
αν εναι θλημα Θεο ο χαμς σας!»
Θε μου7 με.πσνΤυγΧωττια εκφρζει
το σφλμα μας, την γνοι μας, τοτο
το πτμα, που μιλει με τις πληγς του,
λες κι εναι αυτ το αιμτινο ρυκι
γλσσα λαλστατη, που μας διδσκει
πως μταιες εν’ οι ανθρπινες προσπθειες
ενντια σε αν^^ς^υ^^εις. ^
τσι κι εγ, που ’θελα ν’ απαλλξω
τη χρα μου απ φνους κι εξεγρσεις,
την ριξα ακριβς στα χρια εκενων
απ' τους οποους πγα να τη σσω.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Κριε, παρλο που γνωρζει η μορα
λα τα μονοπτια, κι ποιον ψχνει
τον βρσκει, ακμα κι αν εναι κρυμμνος
σε βρχια και χαρδρες, δεν αρμζει
σε Χριστιαν να λει πως δεν υπρχει
τρπος να φυλαχτες απ’ την οργ της.
Τπρχει: γιατ ο συνετς ο νδρας
μπορε το πεπρωμνο να νικσει.
Κι αν δεν φυλχτηκες απ τον πνο
και την ταπενωση, μπορες απ λλα
χειρτερα να τρξεις να γλιτσεις.
ΑΣΤΟΛΦΟ
Κριε, ο Κλοτλντο σο μιλ σαν νδρας
με σνεση, ωριμτητα και περα,
μα εγ μιλ με την ανδρεα των νιτων:
Τπρχει να λογο πσω απ’ τα βρχια,
γργορο σαν τον νεμο τον διο,
πρ’ το και φγε, σσε τον εαυτ σου,
κι εγ θα σε καλπτω απ τα ντα.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Αν εναι θλημα Θεο ο χαμς μου
κι αν μου ’χει στσει ο θνατος καρτρι
εδ, θα μενω να τον περιμνω
κι σια στο πρσωπο να τον κοιτξω.
Ακογονται τυμπανοκρουσες, κα, μπανει
ο ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ, με λους τους υπλοιπους.
156
ΣΚΗΝΗ ΔΕΚΑΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Εκε, μσα στο σκοτειν το δσος
κρβεται ο βασιλις. Φρτε τον πσω!
Μη μενει οτε μια πτρα, οτε να δντρο
που να μην ψξετε, οτε να κλαρκι!
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Κρι μου, φγε, τρχα!
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Για ποιο λγο;
ΑΣΤΟΛΦΟ
Τι πας να κνεις;
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
φησ με, Αστλφο.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Μα τι βαλες σκοπ;
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Να δοκιμσω
τη μνη λση που μεινε, Κλοτλντο.
(Στον Σιγισμονδο).
Πργκιπα, αν ψχνεις να με βρεις, εδ εμαι,
πεσμνος μπρος σου. Κνε τα μαλλι μου
τα ολλευκα χαλ στα δυο σου πδια.
Κλτσα το στμμα, πτα μου το σβρκο,
157
ταπενωσε το κρος μου, και σρε
στη λσπη την αξιοπρπει μου,
μεταχειρσου με σαν σκλβο, πρε
εκδκηση πατντας την τιμ μου,
μετ απ τσες μταιες προφυλξεις,
ας εκπληρσει την υπσχεσ της
η μορα, κι ο ουρανς τους οιωνος του.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
ρχοντες κι αυλικο της Πολωνας,
που μρτυρες σταθκατε σε τσα
απστευτα και θαυμαστ συμβντα,
ακοστε: σας μιλει ο πργκιπς σας.
σα χει ο ουρανς αποφασσει
και τα ’χει γρψει του Θεο το χρι
με γρμματα χρυσ, πνω σε χρτη
γαλζιο, διφανο, σπαρμνο με στρα,
ποτ δεν ψεδονται, ποτ δεν σφλλουν.
Σφλλει και ψεδεται μονχα εκενος
ο αστχαστος, που κνει κακ χρση
της ερμηνεας τους προς φελος του.
τσι ο πατρας μου, που στκει εμπρς σας,
για να σωθε απ’ την μφυτη μανα
του χαρακτρα μου, μ’ κανε κτνος,
θερι ανθρωπμορφο. Κι εν μποροσα,
χρη στην υψηλ καταγωγ μου
και στο ευγενς και ιπποτικ μου αμα,
να εχα γνει προς και μετρημνος,
αρκοσε αυτ η σκληρ ανατροφ μου
158
κι ο βος που με ανγκασε να ζσω
για να με κνουνε σωστ αγρμι.
Ωραος τρπος να μ’ εξευγενσει!
Αν σου ’λεγαν: «Θα σε κατασπαρξει
να θερι αιμοβρο», θα θεωροσες
λση σωστ να πας να το ξυπνσεις
απ τη νρκη; Αν σο ’λεγαν: «Το ξφος
αυτ που ’χεις ζωσμνο, θα σε σφξει»,
εσ, για ν’ αποφγεις ττοια μορα,
θα το τραβοσες ξω απ’ το θηκρι
για να το στρψεις σια στην καρδι σου;
Αν σο ’λεγαν: «Θ’ ανοξει τ ’ γριο κμα
και θα σε θψει σ’ ασημνιο τφο»,
θα ’βγαινες για ταξδι με καρβι
ταν η θλασσα, φουρτουνιασμνη,
σηκνει κματα, πανψηλα ρη,
κι ανογει μαρα βθη αβυσσαλα;
Μα να, ο πατρας μου πραξε το διο
μ’ εκενον που απειλεται απ’ το θηρο
και το ξυπνει, μ’ εκενον που φοβται
το ξφος και το ξεγυμννει, εκενον
που ταξιδεει κντρα στη φουρτονα.
Κι αν τανε -^προσξτε τι σας λω-
η λσσα μου θηρο ναρκωμνο,
ξφος μσα στη θκη του η οργ μου
και η μανα μου θλασσα γαλνια,
τη μορα δεν μπορες να τη νικσεις
με την εκδκηση την αδικα,
γιατ τσι πιο πολ την ερεθζεις.
159
ρα, ποιος θλει να καθυποτξει
τη μορα, ας προσπαθσει να το κνει
με σνεση και με αυτοπειθαρχα.
Πριν ρθει το κακ, δεν το γλιτνεις,
στω κι αν το προβλψεις, και παρλο
που η ταπεινοφροσνη -ναι, εν’ αλθεια-
σε προφυλσσει απ’ τις συνπεις του,
αυτ θα γνει μνο αφο χτυπσει,
γιατ το χτπημα δεν το αποφεγεις.
Πρτε παρδειγμα τοτο το θαμα
το σπνιο, το παρξενο αυτ θαμα,
που προκαλε το δος και τη φρκη,
γιατ, τι πιο οικτρ απ το να βλπεις,
μετ απ κθε εδους προφυλξεις,
να σρνεται στο χμα νας πατρας,
να ταπειννεται τσι νας μονρχης;
Αυτ τανε η απφαση της μορας,
κι σο κι αν πγε να την εμποδσει,
δεν τα κατφερε. Και θα μποροσα
να τη νικσω εγ, ο καττερς του
στα χρνια, στη σοφα και στο θρρος;
(Στον βασιλι).
Σκω απ’ τη γη, κριε, δσ’ μου το χρι.
Τρα που σο ’δειξε ο ουρανς πως πγες
με λθος τρπο να τον πολεμσεις,
μπορες να πρεις την εκδκησ σου
στην κεφαλ μου, εμαι στο λες σου.
160
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Γιε μου, αυτ η τσο ευγενικ σου πρξη
σε ξαναγννησε μες στην καρδι μου.
Εσ εσ’ ο θριαμβευτς, σε σνα αξζουν
λου του κσμου οι νικητριες δφνες.
Τρα τα ανδραγαθματ σου ας στψουν
το μτωπ σου.
ΟΛΟΙ
Ζτω ο Σιγισμονδος!
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Αφο νκες λαμπρς με περιμνουν,
θ’ αρχσω σμερα απ’ την πιο μεγλη,
την πιο λαμπρ: ενντια στον εαυτ μου.
Αστλφο, δσ’ το χρι στη Ροζουρα,
γιατ οφελεις χρος στην τιμ της
και θ’ απαιτσω να το ξεπληρσεις.
ΑΣΤΟΛΦΟ
Αν κι εν’ αλθεια πως εμ’ οφειλτης,
η δια δεν ξρει καν ποια εν’ η γενι της,
και θα ’ταν νειδος για τ ’ νομ μου
να παντρευτ γυνακα που δεν εναι...5
5 Για το κοιν της εποχς, ταν αυτονητο τι νας ευγενς
πως ο Αστλφο μποροσε να παντρευτε μνο γυνακα ευγε-
νους καταγωγς.
161
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Στσου, μη συνεχζεις! Η Ροζουρα
εναι ευγενς σο κι εσ, Αστλφο,
κι αυτ εμαι πρθυμος να στο αποδεξω
με το σπαθ μου στο πεδο της μχης,
γιατ εναι κρη μου, κι αυτ σο φτνει.
ΑΣΤΟΛΦΟ
Πς επες;
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Μχρι να τη δω ενωμνη
με τα δεσμ του γμου με ξιον νδρα,
δεν θελα να της το αποκαλψω.
Το τι και πς, εν’ ιστορα μεγλη,
αλλ, εν τλει, ναι, εναι παιδ μου.
ΑΣΤΟΛΦΟ
Αφο εναι τσι, κι εγ θα κρατσω
το λγο μου.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Κι εγ, για να μη μενει
η Εστλλα απαρηγρητη, που χνει
πργκιπα ττοιου ονματος και αξας,
προσφρομαι να γνω σζυγς της,
αφο, σε κρος και αρετς, θεωρομαι
σος μ’ αυτν, αν χι αντερος του.
Δσ’ μου το χρι σου.

ΕΣΤΕΛΛΑ
                         Κι εγ κερδζω
απ’ την απρσμενη τοτη ευτυχα.

ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Για τον Κλοτλντο, που ’χει υπηρετσει
με πστη τον πατρα μου, προσφρω
την ανοιχτ μου αγκλη, κι ποια χρη
ζητσει, εγ ευχαρστως θα την κνω.

ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ 1
Ττοιες τιμς αν κνεις στους εχθρος σου,
σ’ εμνα, που κανα λο το βασλειο
ανστατο, και σ’ χω ελευθερσει
απ τον πργο που σουν, τι θα δσεις;

ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Τον πργο. Και φρουρος να σε φυλνε,
για να μη βγεις μχρι που να πεθνεις,
γιατ κανες δεν θλει τον προδτη
ταν η προδοσα χει περσει.

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Εναι ξια θαυμασμο τση σοφα!

ΑΣΤΟΛΦΟ
Πσο λλαξε ο αψς του χαρακτρας!

ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Πση σεμντητα και σωφροσνη!

ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Γιατ εκπλσσεστε; Γιατ απορετε
που να νειρο ταν δσκαλς μου,
και τρμω απ την αγωνα μπως
ξυπνσω και ξαναβρεθ κλεισμνος
στη φυλακ μου; Κι τσι να μη γνει,
μνο να τ ’ ονειρεομαι μο φτνει.
Γιατ, επιτλους, μπρεσα να μθω
πως κθε ανθρπινη ευτυχα εναι
σαν νειρο που χνεται και σβνει.
(Στο κοιν).
Και θλω να επωφεληθ απ’ το λγο
χρνο που μου μεινε, για να ζητσω
συγγνμη για σα λθη χουμε κνει,
γιατ οι ευγενικς καρδις σας ξρω
πως εναι πρθυμες να συγχωρσουν.

                   ΤΕΛΟΣ

                             


==============================================
                                   

                                      Ειδικ Παρρτημα: Ιδιματα

     '
Autos Sacramentales'(ισπ.: αοτος εναι οι δρσεις πρξεις δηλαδ ργα σκηνς ργων και σακραμεντλες εναι τα μυστηριακ, ρα μια ορθ πλρης μετφραση του ρου εναι: Μυστηριακ Δρματα) εναι μια μορφ της δραματικς λογοτεχνας, που εναι χαρακτηριστικ στην Ισπανα, αν και σε ορισμνα σημεα της διας μορφς, υπακοει στα παλι θεατρικ ργα θους της Αγγλας. Μπορε επσης να οριστε ως δραματικ αναπαρσταση του μυστηρου της Θεας Ευχαριστας. Τουλχιστον αυτς εναι ο ορισμς που σχυε το καιρ του Καλντερν. Δεν εμππτει και τσο καλ στη φρμα, πως εκενα του προηγομενου αινα, μως πολλ απ αυτ πραν μυστηριακ χαρακτρα μνο και μνο επειδ παρουσιστηκαν κατ τη διρκεια της γιορτς του Corpus Christi.

     Εναι συνθως αλληγορικ, οι χαρακτρες που αντιπροσωπεουνε π.χ., Πστη, Ελπδα, αμαρτα, θνατο, κλπ. Υπρχαν κποια πργματι, που δεν υπρχει οτε νας ανθρπινος χαρακτρας, αλλ προσωποποισεις αρετν, ελαττωμτων, στοιχεων, κ.λπ. δη απ τον 13ο αινα οι θρησκευτικς εκθσεις ταν δημοφιλες στις μζες στην Ισπανα. Αυτς που συνθως παιρναν τη μορφ απλν διαλγων και παρουσιαζντουσαν στη διρκεια θρησκευτικν εορτν, π.χ. Χριστογεννα και Πσχα. Αλλ δεν εναι παρ μχρι τις αρχς του 16ου αινα, που χουμε το πρτο αληθιν Μυστηριακ Δρμα κι χει για θμα του το μυστριο της Θεας Ευχαριστας. ταν το "El Auto Δe San Martin", του Ζιλ Βιθντε.
     Κατ τη διρκεια του 16ου και 17ου αινα συνχισαν να εμφανζονται, σταδιακ βελτιωμνα κι ακμα πιο καλ επεξεργασμνα στε να φτσουνε στο υψηλτερο στδιο ανπτυξς τους απ τον Calder
ón. Παρουσιαζνταν πντα στους δρμους τη περοδο του φεστιβλ της γιορτς του Corpus Christi. Εχε προηγηθε μια επσημη πομπ μες απ τους κριους δρμους της πλης και τα σπτια κατ μκος της διαδρομς τανε στολισμνα προς τιμν της περστασης. Στην πομπ εμφανιζταν με τους ιερες που μετφεραν το Ιερ Λβαρο κτω απ ναν υπροχο θλο, ακολουθομενοι απ να αφοσιωμνο πλθος, που στη Μαδρτη, συμμετεχε συχν κι ο βασιλις κι η αυλ του, χωρς δικριση βαθμο και τελευταοι απ' λα, σε μορφα κρα, ερχντουσαν οι ηθοποιο απ τις κρατικς σκηνς που επρκειτο να λβουν μρος στη παρσταση. Η πομπ συνθως σταματοσε στη κατοικα κποιου αξιωματοχου κι εν οι ιερες εκτελοσαν ορισμνες θρησκευτικς τελετς, το πλθος γοντιζε κατανυκτικ, πως στην εκκλησα. Μετ το πρας αυτν, δινταν η παρσταση. Οι παραστσεις αυτς κι η πομπ, εχαν μεγλη λαμπρτητα και φυσικ υψηλ κστος, πργματα που καθορζονταν ββαια ανλογα με τις δυναττητες της καστης πλης που οργνωνε λο τοτο.
     Απ τους πιο γνωστος συγγραφες αυτο του εδους μπορε να αναφερθε ο Juan
DeLa Enzina κι oGil Vicente που γρψανε τον 15ο και 16ο αι., εν ανμεσα σε αυτος που γρψανε στο απγειο της επιτυχας τους ταν ο Lope De Vega, που συνγραψε πνω απ 400, μως πολ λγα σζονται σμερα. Αλλ ακολοθησε ο πιο επιτυχημνος λων σ' αυτ το εδος: ο Calderón. Παρλο που δεν τανε πολυγραφτατος πως ο Βγκα, φησε παρακαταθκη περπου 70 Μ.Δ. με κορυφαο τον "Θεκ Ορφα" ργο με απαρμιλλη ποιητικ αξα, "Αφοσωση Στη Μζα", και "Η Αιχμαλωσα Του Νε". Αυτ τα ργα εχανε μεγλην απχηση-επδραση στο λα.
     Απ τα παλι χρνια η αλληγορα κθε μορφς εχε ντονο γοητευτικ χαρακτρα κι αυτ τα ργα αγαπθηκαν απ τα πλθη κι ιδιατερα αφο δινντουσαν δημοσα δαπνη με την ενοια της Ρωμαιοκαθολικς Εκκλησας, για τις μεγλες θρησκευτικς εορτς. Το 1765 απαγορετηκαν απ τον Κρολο Γ' αλλ ττοιες συνθειες αινων δε θα μποροσαν να κοπονε τσον εκολα και για πολλ χρνια μετ συνχισαν να παρουσιζονται σε ορισμνες μικρτερες πλεις.

     '
Εntreméses'(προρχεται απ την ιταλικ λξη ιντερμδιο) εναι μια μικρ φρσα που χρησιμοποιεται σαν να διασκεδαστικ διλειμμα μεταξ πρτης και δετερης πρξης της Comedia. Θεωρεται τι παρουσιστηκε πρτη φορ στην ισπανικ σκην τον 16ο αινα και προρχεται απ την επιρρο της ιταλικς Commedia dell 'Arte. Συχν χρησιμοποιονται χονδροειδες περιθωριακο χαρακτρες και καταστσεις, κι εχανε τερστια πραση στο ακροατριο καθς γρφτηκαν απ διακεκριμνους συγγραφες, πως οι Καλντερν και Θερβντες.

     Στην Ισπανικ Χρυσ Εποχ (Siglo de Oro) παρδοση η '
Comedia' να εναι να τρ-πρακτο ργο που συνδυζει δραματικ και κωμικ στοιχεα. Οι κριοι χαρακτρες εναι ευγενες (Galanes) και κυρες (Damas) που εμπλκονται σε μια υπθεση που αφορ στην αγπη, στη ζλια, στη τιμ και μερικς φορς επσης στο σεβασμ τον πατριωτισμ. Οι υποστηρικτικο ρλοι εναι αστεοι υπλληλοι (graciosos) που βοηθον τους εργοδτες τους κατ την εκτλεση της πλοκς. Μεγλος κι εξχων δημιουργς ττοιων κωμωδιν ταν ο Βγκα με φος που καθορζεται απ το μγμα εκενο του κωμικοτραγικο κι αρχικ τσι ονομαζταν, μχρι που τελικ συντμθηκε απλ σε 'Comedia'

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers