-


Dali &









/




 
 

 

Beckett Samuel: ...

                                   
...στο σκοτδι, στην ανυπαρξα, στη σοβαροφνεια... στη πατρδα...

                                            Βιογραφικ

     Ο Σμιουελ Μπκετ γεννθηκε μια Μεγλη Παρασκευ, στις 13 Απρλη 1906 στο Φοξρκ (Foxrock), ντια του Δουβλνου, στην Ιρλανδα. Απ το 1937 ζει στο Παρσι κι εκε πεθανει στις 22 Δεκμβρη 1989. πως κι ο Μπρναρ Σω ο σκαρ Ουιλντ, προερχταν απ προτεσταντικν οικογνεια μεσαας τξης, συνεπς η ανατροφ του τανε σχεδν ενς κουκερου, πως εχε πει κποτε κι ο διος σε μια του συνντευξη. Ειπθηκεν τσι, πως η μνιμη ενασχλησ του με το πρβλημα του εναι και της ταυττητας του εαυτο, μπορε να προρχεται απ την ανγκη ενς Αγγλο-Iρλανδο να βρει τη δικ του απντηση στο ερτημα: «Ποις εμαι
     Μετ απ μιαν ιδιαιτρως επιτυχημνη περοδο πρτων σπουδν, που αντθετα με τις εντυπσεις που δημιουργονε τα γραπτ του, διακρθηκεν χι μνο στα μαθματ του, αλλ και στις κοινωνικς εκδηλσεις και τα τυπικ βρετανικ παιχνδια. Τελεωσε το Κολγιο Τρνιτι στο Δουβλνο, το 1927 και γνριζε δη Γαλλικ κι Ιταλικ. Η επιτυχα του νοιξε τις πρτες για να διδξει στη Γαλλα, στην Εκλ Νορμλ (École Normale Supérieure), που φτασε το 1928, εγκαινιζοντας τη μακρχρονη σχση του με το Παρσι.
    Εκε συνδθηκε με τον Τζημς Τζις (James Joyce) με στεν αλλ κι εθραυστη φιλα, συγγραφα που ττε βρισκταν αυτοεξριστος στο Παρσι κι ταν δη δισημος για τον περφημο "Οδυσσα" του και γργορα γινε μλος του στενο κκλου του. Η επδρασ του, στθηκε σημαντικ γι' αυτν, μλιστα δε, θεωρεται πως απ κενον μαθε να χρησιμοποιε τη σιωπ ως πλο ενντια σε κρσιμες επιθσεις. Ο συμπατριτης του ποιητς και κριτικς Thomas MacGreevy, που 'χε προηγηθε στη θση του λκτορα των αγγλικν στην École Νormale κι ταν δημοφιλς μεταξ της παρισινς πρωτοπορας της δεκαετας του '20, τον εισγαγε στον κκλο φλων του, ο οποος περιελμβανε, μεταξ λλων, τους J. Joyce, Richard Aldington, και τη Nancy Cunard. Το 1929 δημοσευσε στο επαναστατικ λογοτεχνικ περιοδικ TRANSITION, να δοκμι του με ττλο "Δντης...Μπρονο...Βκο...Τζις" (Dante... Bruno...Vico... Joyce).
     Το 1930 εναι Λκτορας Γαλλικν στο Trinity College, στο Δουβλνο. Κερδζει το πρτο του λογοτεχνικ βραβεο για το ποημ του, "Whoroscope", που κυριαρχον οι ιδες του Γλλου φιλσοφου René Descartes σχετικ με τα θματα χρνου και παροδικτητας της ζως. Το ποημα κυκλοφρησε απ τις εκδσεις THE HOURS PRESS στο Παρσι, σ' 100 ανττυπα. 'Αλλη σημαντικ επιρρο μετ την Ιρλανδα και τον Τζις ταν ο Προυστ (Marcel Proust), για το ργο του ο Μπκετ γραψε να δοκμιο το 1931, παραγγελα ενς γγλου εκδτη (απ τις εκδσεις Chatto & Windus). Στο δοκμιο αυτ βρσκονται δη διατυπωμνες ορισμνες απ τις σκψεις του που αναγνωρζονται στα επμενα ργα του, πως π.χ. για τη τχνη και τον καλλιτχνη, για τον οποο «η μνη δυνατ πνευματικ ανπτυξη χει να κνει με την ννοια του βθους... και η τχνη εναι η αποθωση της μοναξις. Δεν υπρχει επικοινωνα γιατ δεν υπρχει χημα γι' αυτν». Μεταφρστηκε και παρουσιστηκε και στα γαλλικ απ την Edith Fournier (εκδ. Minuit, 1990). Ουσιαστικ ταν η πρτη αππειρα να κωδικοποισει τις λογοτεχνικς απψεις του.
     Αυτ η στση ρχισε να γνεται λγον αργτερα εμφανς και στη ζω του, καθς γργορα εγκατλειψε την επιτυχημνη του καριρα στο Τρνιτι. Ακολοθησαν τα χρνια της περιπλνησης με γρψιμο ποιημτων και διηγημτων, περεργες δουλεις και ταξδια απ το Λονδνο στο Παρσι κι απ κει στη Γαλλα και τη Γερμανα. Το 1938 εγκαθσταται οριστικ στο Παρσι. Μια μρα δχτηκε ληστρικ επθεση απ ναν αλτη, που τελικ τον μαχαρωσε. Λγω της σοβαρτητας της κατστασς του, μεταφρθηκε στο νοσοκομεο. ταν κποια στιγμ, αργτερα, στα σκαλοπτια του δικαστηρου συνντησε τον παραλγο δολοφνο του και τον ρτησε για ποι λγο του επιτθηκε, κενος απντησε: -«Δε ξρω, κριε!» Στο νοσοκομεο τον επισκεπτταν πολ συχν η Σουζν Ντεσεβ-Ντιμενλ (Suzanne Deschevaux-Dumesnil), με την οποα γνωρζονταν απ τη πρτη περοδο διαμονς του κει και που τελικ γινε γυνακα του. Δημοσευσε το μυθιστρημα "Murphy".
     ταν ξσπασε ο Β' Παγκ. Πολ., μεινε στο Παρσι και μετ την ττα του γαλλικο στρατο πρασε στην αντσταση. Συνεργστηκε με αντιστασιακς ομδες (δουλεοντας σαν «ταχυδρμος», μεταφροντας γρφοντας μηνματα) εναντον των Γερμανν κατακτητν. Στις αντιστασιακς ομδες ο Péron, που υπρξε φλος του απ τα σπουδαστικ χρνια στο Trinity College, ταν εκενος που τον στρατολγησε. Δε χρειστηκε πολ για να πειστε, αφο κατ τη περοδο της παραμονς του στη Γερμανα, τη 10ετα του '30 εχε παρακολουθσει μ' αποστροφ την νοδο του ναζισμο. Εχε αναγνωρσει τη φυλετικ χθρα που κρυβε στις ρζες του ο εθνικοσοσιαλισμς κι εχε επισημνει απ πρτο χρι τον αντκτυπο του αντισημιτισμο στους καλλιτχνες που συνντησε στο Αμβοργο, που διχθηκαν απλ και μνον επειδ δεν σαν 'Αρειοι! Αλλ και στο Παρσι νιωσε τη φρκη των χιτλερικν, κυρως βλποντας το δαφος να φεγει απ τα πδια του με το χαμ φλων του που συλλαμβνονταν και στλνονταν στα στρατπεδα, ετε εκτελονταν. ταν οι Γερμανο συνλαβαν κι «εξαφνισαν» τον Πολ Λεν, που τανε και φλος του Joyce και διετλεσε και γραμματας του, ο Μπκετ θερησε τι δε μποροσε να μνει ουδτερος.
     Μχρι το 1942 μεινε στο Παρσι ταν η δρση της ομδας στην οποα συμμετεχε, προδθηκε απ να καθολικ ιερα κι τσι κποιοι απ τους συντρφους του συνελφθησαν. Ο Μπκετ με τη Σουζν αναγκστηκαν να περσουν στην ελεθερη ζνη, στη ντια Γαλλα, στην ελεθερη ζνη με την Ισπανα, διαφεγοντας τη σλληψη για 10 λεπτ. Κατευθνθηκαν πεζοπορντας σ' να μικρ χωρι, στη Roussillon. Στη διρκεια των 2 ετν παραμονς του εκε, που εργστηκε κνοντας αγροτικς δουλεις, στη μεγλη νδεια και κποια δυσκολα, μχρι το τλος του πολμου, βοθησε τους Μακ σε σαμποτζ εναντον του γερμανικο στρατο στα βουν του Vaucluse.
     Για την αντιστασιακ του δρση του απονεμθηκε απ τον Στρατηγ Charles de Gaulle ο Σταυρς Του Πολμου (Croix de Guerre) και το Μετλλιο Της Αντστασης (Medaille de la Resistance). Στη συμμετοχ του στην αντσταση παραπμπει ο γκλετον για να δεξει πως ανεξρτητα απ τον αφηρημνο χαρακτρα του ργου του, ο συγγραφας εχε ενεργ δρση και μλιστα στον χρο της αριστερς. Τονζει μλιστα πως στη πραγματικτητα το ργο του εμφανζει μιαν ορισμνη μορφ ρεαλισμο που το καθιστ ικαν να υπηρετε καλτερα την υπθεση της ανθρπινης χειραφτησης, σε σχση με τις ουτοπες που βλπουν προς τα στρα. Μετ τη λξη του πολμου, απ το 1945, αρχζει να γρφει μνο στα γαλλικ.
     Σε μια περοδο ντονης δημιουργικτητας (1946-47) γραψε το πρτο του (3πρακτο) ργο για 17 πρσωπα, με τον ελληνικ ττλο "Eλευθερα" (Eleutheria), που αποτυπνει και τη προσωπικ του αναζτηση της ελευθερας (εκδ. Minuit, Παρσι, 1995, μετ. αγγλ. απ τον Michael Brodsky). Κποια στιγμ ο Jean Vilar επιδωξε να το ανεβσει, αλλ προσκρουσε στην ρνησ του να υπρξει σμπτυξη του ργου. Στις αρχς του 1951 δημοσευσε το "Μολι" (Molloy), 7 μλις μνες αργτερα, ακολοθησε "Ο Μαλουν Πεθανει" (Malone Meurt) και μετ 2 χρνια ο "Ακατονμαστος" (The Unnamable στ' αγγλ. και L' Innommable γαλλ.). Πρκειται για τα τρα αφηγματα της περφημης τριλογας του που κι ο διος θεωροσε ως εξαιρετικ στιγμ της πεζογραφικς του παραγωγς.
     Στις 5 Γενρη 1953 ανβηκε στο Παρσι στο Théâtre de Babylone, το ργο "Περιμνοντας Τον Γκοντ", σε σκηνοθεσα του Roger Blin, στον οποο εχε δσει το κεμενο του ργου ο Τριστν Τζαρ που ταν θαυμαστς του Μπκετ. Ο σκηνοθτης ερμνευσε τον Πτζο και τους λλους ρλους παιξαν: Εστραγκν ο Pierre Latour, Βλαντιμρ ο Lucien Raimbourg, Λκι ο Jean Martin, Αγρι ο Serge Lecointe. Σμφωνα με μια μαρτυρα της Ruby Cohn, ο Roger Blin εχε πει πως η ιδανικ διανομ θα 'πρεπε να περιλαμβνει τον Charlie Chaplin (Βλαντιμρ), τον Buster Keaton (Εστραγκν) και τον Charles Laughton (Πτζο)!
     Το ργο "Το Τλος Του Παιχνιδιο" παρουσιστηκε τη 1η Απρλη 1957, στο θατρο Royal Court του Λονδνου, σε σκηνοθεσα Roger Blin, ο οποος ερμνευσε τον Χαμ και τους λλους ρλους ερμνευσαν οι Jean Martin (Κλοβ), Georges Adet (Ναγκ) και Χριστνα Τσγκου (Νελ). Τον διο μνα παρουσιστηκε και στο Studio des Samps Elysées στο Παρσι, με την δια διανομ, μνο που το ρλο της Νελ ερμνευσε η Germaine de France. "H Τελευταα Μαγνητοταινα Του Κραπ" (Krapp's Last Tape, γαλλ. μετ. La Dernière Bande) -το μονπρακτο αυτ ργο- γρφτηκε το 1958 και πρωτοπαχτηκε στις 28 Οκτβρη του διου χρνου, στο Λονδνο, στο θατρο Royal Court (κοιν πργραμμα με το "Τλος Του Παιχνιδιο"), σε σκηνοθεσα Donald McWhinnie, μ' ερμηνευτ τον Patrick Magee.
     Στις 14 Γενρη 1960, ο Alan Schneider μ' ερμηνευτ τον Donald Davis ανβασε το ργο στο Provincetown Playhouse της Νας Υρκης, στις 12 Σεπτμβρη 1961 στο θατρο East End, (Να Υρκη) και στις 8 Ιουνου 1965 στο θατρο Cherry Lane με τον George Bartenieff. Μεταφρστηκε στα γερμανικ με τον ττλο Das Letzte Band και στις 5 Οκτβρη 1969 παχτηκε στο Θατρο Schiller, στο Βερολνο, σε σκηνοθεσα του διου του Μπκετ μ' ερμηνευτ τον Martin Held.
     Η Ρουθ Γουιτ κανε μιαν επιτυχημνη ερμηνεα το 1961 στη Να Υρκη στη παρουσαση του ργου στην αγγλικ γλσσα (17 Σεπτμβρη 1961, 28 παραστσεις), στο θατρο Cherry Lane, σε σκηνοθεσα του Alan Schneider με τον John C. Becher (Γουλι). Η Ruth White κρδισε πολλ βραβεα κι επανους για την ερμηνεα της και στο θατρο Billy Rose (12/10/1968-26/10/1968) με τους Wyman Pendleton (Γουλι) και Sada Thompson (Γουνι). Στη παρουσαση του ργου στο Παρσι, το 1963, η Madeleine Renaud πτυχεν επσης μια δυνατ ερμηνεα κι η προσωπικτητ της καθιρωσε μιαν εξαιρετικ Γουνι. Η γαλλδα ηθοποις μεττρεψε το ρλο σε κατρθωμα υποκριτικς τχνης κι απ ττε περιδευσε στις ΗΠΑ παζοντας το ρλο της στα γαλλικ.
     Το 1969 του απονεμθηκε το Βραβεο Νμπελ Λογοτεχνας. Αρνθηκε να πει στη Σουηδα να το παραλβει κι οτε επτρεψε στον Ιρλανδ Πρσβυ να το παραλβει αντ' αυτο. Απλς στειλε τον εκδτη του, Jérôme Lindon, να παραλβει το βραβεο κι εκενος κανε ταξδι στη Τυνησα. Το βραβεο συνοδετηκε κι απ το ποσ των 73.000 δολαρων, το οποο σε μεγλο μρος ξοδετηκε απ τον Μπκετ στην οικονομικ στριξη φλων του και νων πνευματικν δημιουργν. σως ταν μια καλ στιγμ για την 18μελ Σουηδικ Ακαδημα η επιλογ ενς καθαραιμου ανθρπου της λογοτεχνας, αφο στο παρελθν αρκετς φορς η επιλογ του νικητ υπαγορετηκε περισστερο απ γεωγραφικ, πολιτικ και θρησκευτικ κριτρια παρ απ λογοτεχνικ. ταν ο 2ος Ιρλανδς που παιρνε Νμπελ, μετ τον ποιητ William Butler Yeats (1923). Ο επσης Ιρλανδς George Bernard Shaw εχε τιμηθε με το βραβεο ως Βρετανς. Πντως, η Ακαδημα δχεται πως τιμται η χρα που κατοικε κι εργζεται ο τιμμενος, συνεπς ο Μπκετ που εγκαταστθηκε στη Γαλλα απ το 1937 κι γραψε τα περισστερα ργα του στα γαλλικ, μλλον ως Γλλος τιμθηκε.
     Το συγγραφικ ργο του, να ργο ιδιατερα πλοσιο, αποτελεται απ ποιματα, πεζ (διηγματα και μυθιστορματα) και θεατρικ ργα, τα σημαντικτερα απ τα οποα γρφτηκαν στις 10ετες του '50 και του '60. 'Αλλο ργο του επσης εναι κα το "Πς Εναι" που γρφτηκε στα γαλλικ. Ιδιατερα τα θεατρικ, που απ τη 10ετα του '50 συνδθηκαν με το Θατρο Του Παραλγου, του δσανε παγκσμια φμη κι το Βραβεο Νμπελ Λογοτεχνας το 1969, αλλ και πριν, το 1961, εχε βραβευτε με το Διεθνς Βραβεο Εκδοτν στο Φορμεντρ της Ισπανας. Θεωρεται ο μεγαλτερος θεατρικς συγγραφας του 20ο αι. κι επηρασε σο κανες λλος λη τη σγχρονη λογοτεχνα. Τποτα δεν εναι διο μετ απ' αυτν. Ο διος εχε πει ταν ταν νος ακμα πως "Ο συγγραφας της εποχς μας πρπει να εφερει μια γλσσα που να εμπεριχει το χος". Κι αυτ ακριβς δημιοργησε. Δγλωσσος συγγραφας, γραψε τσο στ' αγγλικ σο και στα γαλλικ.
     Μπορε να συνοψσει κανες πως το θμα που τον απασχλησε σ' λη του τη ζω εναι η ανημπρια, η γνοια κι η αδυναμα του ανθρπου. Στα ργα του εναι διχυτος ο μηδενισμς, η ματαιτητα και το πνευματικν αδιξοδο. Το τυπικ μως χαρακτηριστικ του εναι το παρλογο. Τα πρσωπα που δημιουργε φανονται να 'ναι τα τελευταα μιας κοινωνας που καταρρει μλλον αυτο που επιζσαν απ να καταστροφικ, συναισθηματικ και πνευματικ κατακλυσμ. Φαρμακερ χιομορ σε συνδυασμ με παρξενο και παγερ λυρισμ, συναντ κανες στα ργα του.
     Μαζ με τον Ευγνιο Ιονσκο και τον Αρτορ Ανταμφ, θεωρεται ως ο κριος εκπρσωπος του πρωτοποριακο θετρου μετ τον Β' Παγκ. Πολ. Στα ργα του, σταδιακ, η στω και μικρ φανταστικ πλοκ, μετουσιωνται με τη προδο των ετν σε καθαρ μονλογο, για να τονε συντρψει κι αυτν μχρις ασυναρτησας, στο μεταγενστερο ργο του "Πς Εναι".
                                    
                                     
Σκτσο για το Θατρο Του Παραλγου     & μια αστεα φωτ του για τον διο λγο

     Στις 22 Δεκμβρη 1989 ο Σμιουελ Μπκετ πθανε, σ' ηλικα 83 ετν και τφηκε στο νεκροταφεο του Μονπαρνς στο Παρσι. Στις 17 Ιουλου του διου χρνου εχε πεθνει η Σουζν Ντεσεβ-Ντιμενλ.

  
 
         το σπτι του στη Γαλλα κι η τελευταα του κατοικα στο Μονπαρνς

-----------------------------------------------------------------------

                                    Διωγμνος

Τα σκαλοπτια δεν ταν πολλ. Τα εχα μετρσει χιλιδες φορς, ανεβανοντας κατεβανοντας, αλλ πσα ταν το μυαλ μου δεν το συγκρατοσε. Ποτ δεν κατλαβα αν πρπει να πεις να, με το να πδι στο πεζοδρμιο, δυο ταν το λλο πδι πατ στο πρτο σκαλοπτι κι οτω καθεξς μπως το πεζοδρμιο δε θα 'πρεπε να υπολογζεται. Στο διο δλημμα σκνταφτα και στο κεφαλσκαλο. Κι απ την αντθετη κατεθυνση, δηλαδ απ τη κορφ προς τα κτω, το διο ταν, η κφραση υστερε. Δεν ξερα απ που ν' αρχσω και που να τελεισω, αυτ ταν το πρβλημα. Κατληξα λοιπν σε τρεις εντελς διαφορετικος αριθμος, χωρς ποτ να μθω ποιος απ' λους ταν ο σωστς. Κι ταν λω τι δεν χω συγκρατσει τον αριθμ στο νου μου, θλω να πω πως εκε, στο νου μου, δε βρσκεται πια κανες απ τους τρεις αριθμος. Αν πρεπε μλιστα να βρω ναν απ' αυτος, εκε που εναι σγουρο πως θα βρσκονται, στο νου μου, θα τον βρισκα, αλλ κενο μνο και δχως να εμαι σε θση απ αυτν να συναγγω τους λλους δυο. Αλλ και τους δυο να εντπιζα, δε θα 'ξερα τον τρτο. χι, για να τους ξρω και τους τρεις, θα 'πρεπε, στο νου μου, να βρω και τους τρεις. Οι αναμνσεις σε σκοτνουν. Δεν πρπει λοιπν να σκφτεσαι σα αγαπς μλλον καλτερα να τα σκφτεσαι, ειδλλως διατρχεις τον κνδυνο να τα βρεις, λγο-λγο, στο νου σου. Να τα σκφτεσαι λοιπν λγο, πολλς φορς τη μρα, κθε μρα, μχρι να βουλιξουνε για πντα στο βορκο. Εναι βασικ. 'Αλλωστε δεν χει και μεγλη σημασα πσα εναι τελικ τα σκαλοπτια. Σημασα χει να θυμσαι τι δεν ταν πολλ κι εγ το θυμθηκα. Δεν φανονταν πολλ ακμα και στο παιδ, που 'ξερε κι λλα σκαλοπτια, που τα 'βλεπε καθημεριν, τ' ανβαινε, τα κατβαινε, παιζε κει κτσια λλα παιχνδια που θα ξεχνοσε τ' νομ τους. Πς θα 'πρεπε λοιπν να φανον στον ντρα που ανοικονμητος ξεπετχτηκε απ κει μσα; Συνεπς το πσιμο δεν ταν σοβαρ. 'Ακουσα πφτοντας τη πρτα να κλενει με πταγο κι εν ακμα πεφτα, αισθνθηκα ανακουφισμνος. Γιατ τοτο σμαινε πως δε τρχανε ξοπσω μου με μπαστονι να με ξυλοκοπσουν στη μση του δρμου και μπρος στον κσμο. Αν ττοια ταν η πρθεσ τους, δεν θα 'χανε κλεσει τη πρτα, θα την φηναν ανοιχτ, στε ν' απολασουν τη τιμωρα μου σοι εχανε συγκεντρωθε στο διδρομο, να τους γνει σως και μθημα. Τοτη τη φορ αρκστηκαν να με διξουνε με τις κλωτσις και τποτα παραπνω. Μχρι να προσγειωθ στο χαντκι, εχα τον χρνο να ολοκληρσω τοτο τον συλλογισμ. Υπ' αυτς τις συνθκες τποτα δεν με υποχρωνε να σηκωθ αμσως. Στριξα τον αγκνα στο πεζοδρμιο, εναι αστεο τι θυμται κανες, γειρα το αφτ στη παλμη κι ρχισα ν' αναλογζομαι τη κατστασ μου, οικεα ωστσο. Ο χος μως, αμυδρς αλλ' αλνθαστος, της πρτας που 'κλεινε και πλι, μ' βγαλε απ τη ρμβη μου, που δη να ολκληρο τοπο παιρνε μορφ, με λευκκανθα κι γρια τριαντφυλλα, του ονερου, λο χρη, κοταξα προς τα πνω αλαφιασμνος, τα χρια στο πεζοδρμιο και τα πδια τοιμα να κνουν φτερ. ταν μονχα το καπλο μου που, διαγρφοντας κκλους στον αρα, ερχταν καταπνω μου. Το πιασα και το φρεσα. Για το Θε που πστευαν ταν απλυτα σωστο, θα μποροσαν να το εχαν κρατσει, αλλ το καπλο δεν ταν δικ τους, δικ μου ταν, κι τσι μου το δωσαν. Η μαγεα μως εχε χαθε. Το καπλο πς να το περιγρψω; Και γιατ; ταν το κεφλι μου απκτησε δεν θα λεγα τις οριστικς αλλ τις μγιστες δυνατς διαστσεις, ο πατρας μο επε, λα, γιε μου, θ' αγορσουμε το καπλο σου, λες κι εκενο προπρχε, σε τπο προκαθορισμνο, ανκαθεν. Προχρησε κατευθεαν προς το καπλο. Εμνα δεν μου 'πεφτε λγος, οτε του καπελ. χω συχν αναρωτηθε μπως ο πατρας θελε να με ταπεινσει, μπως ζλευε που μουν νος και ωραος, φρσκος τουλχιστον, σε αντθεση με κενον που 'ταν δη μεγλος, με πρσωπο κκκινο και πρησμνο. Απ κενη τη μρα μου απαγορετηκε να βγανω ξω χωρς καπλο, ν' ανακατεει ο αρας τα μορφα κασταν μαλλκια μου. Το 'βγαζα καμι φορ σε δρμους ρημους και το κρατοσα στο χρι, αν και τρεμε το φυλλοκρδι μου. φειλα να το βουρτσζω καθημεριν, πρω απγευμα. Τ' αγρια της ηλικας μου, που 'χα πτε-πτε την υποχρωση να συγχρωτζομαι, με κοριδευαν. λεγα μως στον εαυτ μου δεν εναι στ' αλθεια το καπλο που τους φταει, κνουνε πλκα με το καπλο επειδ εναι λγο πιο φανταχτερ απ τα υπλοιπ μου, λλωστε δεν διακρνονται και για τη φιντσα τους. Πντα μου προκαλοσε κατπληξη η λλειψη φιντσας των συνομηλκων μου, σε μνα που η ψυχ νυχθημερν παρδερνε αναζητντας τον εαυτ της. σως και να 'ταν απλς ευγενες, πως εκενοι που κνουνε πλκα με τη μτη του καμπορη. ταν ο πατρας πθανε θα μποροσα να 'χα απαλλαγε απ το καπλο, τποτα δε μ' εμπδιζε, δεν το 'κανα. Να το περιγρψω, αλλ πς; Κποια λλη φορ, κποια λλη φορ. Σηκθηκα και ξεκνησα. Ξεχν πσων χρνων μουν. Απ' σα μου εχαν μλις συμβε, τποτα δεν ξιζε να γνει ανμνηση. Μτε κοιτδα, μτε μνμα, για οτιδποτε. μλλον τσες λλες κοιτδες, τσα λλα μνματα, που τα χω χαμνα. Δεν θα ταν πντως υπερβολ να πω τι βρισκμουν στο νθος της ηλικας μου, εχα λες μου τις δυνμεις, κπως τσι θαρρ το λνε. Ω, ναι, τις εχα. Δισχισα τον δρμο, και στρφηκα να δω το σπτι που μ' διωξε, εγ που ουδποτε κοιτοσα πσω ταν φευγα. Πσο μορφο ταν! Γερνια στα παρθυρα. χω εντρυφσει στα γερνια. Εναι ζρικα, μως τελικ κατφερα να τα κουμαντρω, θαμαζα πντα την πρτα του σπιτιο, ψηλ, στην κορυφ της μικρς σκλας. Να την περιγρψω. Αλλ πς; Πρτα πρσινη, συμπαγς, απ πνω της κτι σαν στγαστρο το καλοκαρι με σπρες και πρσινες ργες, μια τρπα για το θορυβδες σφυρηλατημνο μνταλο, και μια χαραμδα για τις επιστολς, να μπροντζινο καπκι στερεωμνο στις κρες με ελατρια την προσττευε απ τη σκνη, τις μγες και τα πουλκια. Αρκετ με την περιγραφ. Δεξι κι αριστερ απ την πρτα δυ κολονκια διου χρματος, στο δεξ ταν το κουδονι. Κουρτνες συμβατικο γοστου. Ακμα και ο καπνς που υψωνταν απ την καμινδα μοιαζε πριν διαλυθε πιο μελαγχολικς και μπλβος απ των γειτνων. Κοταξα το τρτο και τελευταο πτωμα κι εδα -εξωφρενικ!- το παρθυρ μου ορθνοιχτο. Επιχερηση γενικς καθαριτητας ταν σε εξλιξη. Σε λγες ρες θα κλειναν το παρθυρο, θα τραβοσαν τις κουρτνες και θα ψκαζαν λο το μρος μ' απολυμαντικ. Τους ξερα. Με πση ευχαρστηση θα πθαινα σε κενο το σπτι. Σαν σε παρασθηση εδα την πρτα να ανογει και τα πδια μου να βγανουν ξω. ξερα τι δεν θα κατασκπευαν πσω απτις κουρτνες, αν το 'θελαν, θα το εχαν κνει, τσι δεν φοβμουν να κοιτξω. Τους ξερα. Εχαν επιστρψει στη φωλι τους, και καταγνονταν με τις ασχολες τους. Να τους εχα φταξει σε κτι. Την πλη δεν τη γνριζα καλ, εκε γεννθηκα, εκε κανα τα πρτα μου βματα, πειτα λα τα επμενα, τσα, που θερησα τι κθε χνος μου εχε χαθε, λθος. βγαινα τσο λγο! Μα στις τσες θα πγαινα ως το παρθυρο και τραβντας τις κουρτνες κοταζα ξω. μως επστρεφα βιαστικ στο βθος του δωματου, στο κρεβτι μου. νιωθα δυσφορα με τσο αρα τριγρω μου, μου φρνανε σγχυση τσες προοπτικς, Πντως την εποχ εκενη ξερα ακμα πς να συμπεριφερθ ταν ταν απολτως αναγκαο. Κοταξα μως πρτα τον ουραν, εκε απ' που κθε βοθεια, εκε που δρμοι δεν υπρχουν, εκε που ελεθερα περιπλανισαι σαν σε ρημο, εκε που το βλμμα δεν σκοντφτει πουθεν, που κι αν στραφε, παρ μνο πνω στα δια του τα ρια. Νετερος νμιζα τι η ζω θα ταν καλτερη στο μσο μιας πεδιδας, πγα λοιπν στο ξφωτο του Luneburg. Ξφωτα υπρχαν κι λλα, πολ πιο κοντιν, αλλ μια φων μο λεγε διαρκς, Εναι το πρκο του Luneburg που χρειζεσαι. σως εχε να κνει με το Lune. πως αποδεχτηκε πντως, το ξφωτο του Luneburg ταν εντελς απογοητευτικ. Επστρεψα σπτι απογοητευμνος αλλ ταυτχρονα κι ανακουφισμνος. Ναι, δχως να ξρω το γιατ, την απογοτευσ μου, που ταν και συχντερη παλιτερα, ακολουθοσε, το πολ μ' να λεπτ διαφορ, να ασθημα μεγλης ανακοφισης. Ξεκνησα. Βδισμα και το δικ μου. Τα κτω κρα καμπτα, λες και η φση μο εχε στερσει τα γνατα, τα πδια, δεξ κι αριστερ, σε αφσικη απσταση το να απ' το λλο, εκτς του ξονα βηματισμο. Αντιθτως, ο κορμς, σαν ρυθμισμνος απ αντισταθμιστικ μηχανισμ, να μοιζει με σακολα που δχως σχμα κλυδωνζεται ανεξλεγκτα, ακολουθντας τους απρβλεπτους κραδασμος της λεκνης. Προσπθησα πολλς φορς να διορθσω τα ελαττματ μου, να λυγσω τα γνατα, να περπατσω ευθυγραμμζοντας το να πδι πσω απ τ' λλο, να κρατσω σιο το στθος, καθς μως εχα τουλχιστον πντε ξι, το αποτλεσμα ταν πντα το διο -χανα την ισορροπα μου κι πεφτα. νας ντρας πρπει να βαδζει δχως να το σκφτεται, πως αναπνει, κι ταν βδιζα χωρς να το σκφτομαι, βδιζα πως ακριβς περιγραψα, κι ταν το σκεφτμουν φερνα εις πρας μερικ βματα αξιπαινης εκτλεσης και μετ πεφτα. Αποφσισα λοιπν να εμαι ο εαυτς μου. σο για τη στση, θαρρ πως, εν μρει τουλχιστον, οφελεται σε μια συγκεκριμνη κλση απ την οποα ποτ δεν απαλλχτηκα, φησε το σημδι της, πως ταν λλωστε αναμενμενο, την περοδο που εντυπνονται λα αυτ που καθορζουν τη διαμρφωση του χαρακτρα, αναφρομαι στην περοδο που εκτενεται ως εκε που φτνει το μτι, απ τα πρτα μπουσουλματα πσω απ την καρκλα μχρι την Τρτη βαθμδα και την ολοκλρωση των σπουδν μου. Ττε απκτησα την αξιοθρνητη συνθεια να κυκλοφορ ως το βρδυ με το παντελνι κατουρημνο και χεσμνο ακμα, αυτ συνβαινε τακτικ κθε πρω μεταξ δκα και δκα και μισ, και να επιμνω να τελεισω τσι τη μρα μου, σαν να μη συνβαινε τποτα. Η ιδα και μνο τι θ' λλαζα παντελνι, θα το εκμυστηρευμουν στη μητρα μου, που νας θες ξρει πως μνο να με βοηθσει θελε, με τρλαινε, το γιατ δεν το ξρω, τσι μχρι την ρα του πνου σερνμουν με τους μικρος μου μηρος να βρωμον και να συγκαγονται, κολλντας ως τον ποπ μου -αποτλεσμα της ακρτεις μου. Απ εκε λοιπν ο επιφυλακτικς τρπος βαδσματος, με τα πδια καμπτα και ανοιχτ, και το απελπιστικ πγαιν' λα του στρνου, χωρς αμφιβολα για να διχνει τη βρμα, να δνει την εντπωση πως μουν λο χαρ και ευθυμα, ανμελος, και να καθιστ αληθοφανες τις εξηγσεις μου για την ακαμψα των κτω κρων που απδιδα σε κληρονομικ ρευματοπθεια. Σε τοτη την προσπθεια ξοδετηκε ο νεανικς μου ενθουσιασμς, σον διθετα, γινα πριν της ρας μου πικρς και φιλποπτος, ερωτετηκα το κρυφτολι και τη στση μου μπρομυτα. 'Αθλιες νεανικς λσεις, που δεν προσφρουν καμα εξγηση. Περιττς λοιπν οι προφυλξεις, αποφαινμαστε δχως φβο, η ομχλη δεν πρκειται να διαλυθε. Ο καιρς ταν θαυμσιος. Προχρησα προς τα κτω βαδζοντας σο το δυνατν πιο κοντ στο πεζοδρμιο. Και το πιο πλατ πεζοδρμιο δεν εναι ποτ αρκετ πλατ για μνα, ταν βρσκομαι σε κνηση, λλωστε απεχθνομαι να ενοχλ σους μου εναι γνωστοι. νας αστυνομικς με σταμτησε και επε, ο δρμος για τ' αυτοκνητα, το πεζοδρμιο για τους πεζος. Σαν απφθεγμα απ την Παλαι Διαθκη. Ανβηκα λοιπν στο πεζοδρμιο, τοιμος να ζητσω συγγνμη, κι μεινα εκε, παρ το ανεκδιγητο στριμωξδι, κνοντας τουλχιστον εκοσι βματα, σπου ρχτηκα καταγς για να μη χτυπσω να παιδ. Φοροσε, θυμμαι, να μικρ λουρ με κουδουνκια, μπορε και να παιρνε τον εαυτ μου γι' αλογκι, γιατ χι. Ευχαρστως θα το εχα συνθλψει γιατ απεχθνομαι τα παιδι, χρη θα του κανα, φοβμουν μως τις συνπειες. Καθνας εναι γονις, κι τσι δεν μπορες να ελπζεις. Θα πρεπε στους πολυσχναστους δρμους να χουν ειδικς λωρδες γι'αυτ τα απασια μικρ πλσματα, για τα καροτσκια, τα τσρκια, τα γλυκ, τα πατνια, τα τροχοπδιλα, τους παπποδες, τις γιαγιδες, τις νταντδες, τα μπαλνια, τις μπλες, με μια λξη, για λη τη σιχαμερ τους μικρ ευτυχα. πεσα λοιπν συμπαρασροντας και μια γρι σκεπασμνη με πολιες και δαντλες, θα ζγιζε σγουρα πνω απ εκατ κιλ. βαλε τις φωνς και μαζετηκε κσμος. λπιζα να εχε σπσει τον μηρ της, οι ηλικιωμνες σπνε εκολα τους μηρος τους, αν και χι τσο, χι και τσο. Εξαφανστηκα μσα στη γενικ σγχυση μουρμουρζοντας ακατληπτες βρισις, σαν να μουν εγ το θμα, και μουν, μνο που δεν θα μποροσα να το αποδεξω. Τα παιδι τα μωρ δεν τα λιντσρουν ποτ, ,τι και αν κνουν, εξ ορισμο θεωρονται αθα. Προσωπικ ευχαρστως θα τα λιντσριζα, δεν εννο τι θα σκωνα χρι πνω τους, χι, βαιος νθρωπος δεν εμαι, θα ενθρρυνα μως λλους να το κνουν και στη συνχεια θα τους κερνοσα να ποτ. 'Αρχισα πλι να τρεκλζω, ταν με σταμτησε και δετερος αστυνομικς, διος κι απαρλλαχτος με τον πρτο, τσο που αναρωτθηκα μπως ταν ντως ο διος. Μου υπδειξε τι το πεζοδρμιο ταν για λους, λες κι ταν αυτονητο τι εγ δεν θα μποροσα ν' ανκω σ' αυτος. Μπως θα θλατε, ρτησα, δχως να σκεφτ οτε στιγμ τον Ηρκλειτο, να κατεβ στο ρεθρο; Κατεβετε που θλετε, επε εκενος, αφστε μως χρο και για τους λλους. Αν δε μπορετε να κυκλοφορετε πως λοι, επε, προτιμτερο να μνετε σπτι σας, ντε στο καλ. Εχε πετχει δινα. Κι τι μου απδωσε να σπτι δεν ταν μικρ ικανοποηση. Εκενη τη στιγμ πρασε μια κηδεα, κτι χι ασυνθιστο λλωστε. Μεγλη αναμπουμπολα απ καπλα και ταυτοχρνως αναταραχ απ αμτρητα δχτυλα. Εγ πντως, αν φτανα στο σημεο να κνω τον σταυρ μου, θα βαζα τα δυνατ μου να τον κνω σωστ, μτη, αφαλς, αριστερ ργα, δεξι ργα. Εκενοι ταν βναυσοι και απρσεκτοι, σαν να εχε καρφωθε να κουβρι στον σταυρ, χωρς καμα αξιοπρπεια, τα γνατα κτω απ το πηγονι, τα χρια πως πως. Οι πιο νθερμοι παρμεναν ακνητοι μουρμουρζοντας. σο για τον αστυνομικ, κορδθηκε σε στση προσοχς, κλεισε τα μτια και χαιρτισε. Πσω απ τα παρθυρα των αμαξν εδα ανθρπους να θρηνον και να εξιστορον χειρονομντας, σκηνς, δχως λλο, απ τη ζω του εκλιπντος εν Χριστ αδελφο, αδελφς. Μου φανεται πως χω ακοσει τι η διακσμηση της νεκροφρας διαφρει απ ντρα σε γυνακα, αν και δεν ξρω ποια εναι η διαφορ. κλαναν κι χεζαν τα λογα, λες και πγαιναν σε πανηγρι. Γονατιστ δεν εδα κανναν. Αλλ για μας το τελευταο ταξδι τελεωνε γργορα, κανες λγος να επιταχνουμε το βμα, η τελευταα μαξα με το υπηρετικ προσωπικ προσπρασε, το διλειμμα τελεωσε, απομακρνθηκαν οι περαστικο, πσω στα δικ μας. Σταμτησα λοιπν για τρτη φορ, αυτ θλησα κι ανβηκα σε μιαν μαξα. Σαν εκενες που μλις εχα δει να περνον, γεμτες κσμο που συζητοσε ντονα, προφανς θα μου εχε κνει εντπωση. να μεγλο μαρο κουτ εναι, κουνιται και ταλαντεεται πνω στις σοστες, με παρθυρα μικρ, μαζεεσαι σε μια γωνι, μυρζει κλεισορα. νιωθα το καπλο μου να χτυπ στη σκεπ. Λγο μετ σκυψα μπροστ κι κλεισα το παρθυρο. πειτα ξανακθισα πσω, με την πλτη στο λογο. Λαγοκοιμμουν, ταν μια φων με κανε να πεταχτ, του αμαξ. Πεπεισμνος τι δεν επρκειτο να τον ακοσω μσα απ το παρθυρο, εχε ανοξει την πρτα. Εδα μνο το μουστκι του. Για πο; επε. Εχε κατεβε απ τη θση του για να με ρωτσει. Κι εγ που νμιζα τι μουν δη πολ μακρι. Προσπθησα να θυμηθ το νομα κποιου δρμου μνημεου. Εναι η μαξ σας για πολημα; του επα. Προσθτοντας, δχως το λογο. Τι να το κανα το λογο; Αλλ και την μαξα τι θα την κανα; Θα μποροσα μπως να τεντωθ εκε μσα; Ποιος θα μου 'φερνε φαγητ; Στο ζωολογικ κπο, επα. Θα ταν ασυνθιστο μια πρωτεουσα σαν αυτ να μην χει ζωολογικ κπο. Προσθτοντας, μη πτε πολ γργορα. Εκενος γλασε. Σαν να εχε βρει διασκεδαστικ τη προτροπ να μη πει γργορα στο ζωολογικ κπο. το ενδεχμενο να μενει δχως μαξα. Εκτς κι αν ταν εξαιτας μου, αν εχε τσο μεταμορφωθε η μαξα απ την παρουσα μου, το πρσωπ μου, που ο αμαξς βλποντς με εκε με το κεφλι στις σκις της σκεπς και τα γνατα στηριγμνα στο παρθυρο, να αμφβαλλε αν ταν δικ του η μαξα, αν ταν μαξα. ριξε μια βιαστικ ματι στο λογο και βεβαιθηκε. Σμπως ξρει κανες ποτ γιατ γελ; Πντως το γλιο του δεν κρτησε πολ, ρα μλλον δεν γελοσε με μνα. κλεισε την πρτα και σκαρφλωσε στη θση του. Σε λγο το λογο ξεκνησε. σο παρξενο κι αν φανεται την περοδο εκενη εχα ακμα λγα χρματα. Το μικρ ποσ, δρο του πατρα μου και κληροδοτημνο δχως ρους, ακμη αναρωτιμαι μπως μου το εχαν κλψει. πειτα τποτα. Κι μως η ζω συνεχιζταν, μχρι ενς σημεου μλιστα καταπς θελα. Το μεγλο μειονκτημα που χει αυτ η κατσταση, η οποα θα μποροσε να οριστε ως μηδενικ αγοραστικ δυναττητα, ταν τι πρεπε να βρσκεσαι διαρκς σε κνηση. Πς να σου φρουν -για παρδειγμα- φαγητ σπτι ταν εσαι απνταρος. Αναγκζεσαι να βγανεις ξω και να μετακινεσαι, τουλχιστον μια φορ τη βδομδα. Μ' αυτς τις συνθκες δσκολο να 'χεις και διεθυνση σπιτιο, ακατρθωτο. Πληροφορθηκα επομνως με καθυστρηση τι ψαχναν να με βρουν για μια δικ μου υπθεση. Οτε ξρω με ποιο τρπο. Γιατ εφημερδες δεν διβαζα, κι οτε θυμμαι να εχα μιλσει σε νθρωπο εκενα τα χρνια, τρεις τσσερις φορς το πολ κι αυτ για φαγητ. πως και να 'ναι, μλλον θα το μυρστηκα κπως, ειδλλως οτε εγ υπρχε περπτωση να επισκεφθ τον κριο Nidder, τον δικηγρο, παρξενο που ορισμνα ονματα δεν ξεχνιονται με τποτα, οτε κι εκενος να με δεχτε. Επιβεβαωσε την ταυττητ μου. Του πρε κποια ρα. Του δειξα τα μεταλλικ αρχικ στη φδρα του καπλου μου, χι τι αποδεκνυαν κτι, αλλ αξαιναν τις πιθαντητες. Υπογρψτε, μου επε. παιζε μ' ναν κυλινδρικ χρακα που ριχνε κτω και βδι. Μετρστε τα, μου επε. Παροσα ταν και μια να γυνακα, μλλον μρτυρας επ πληρωμ. Παρχωσα το μτσο με τα χαρτονομσματα στην τσπη μου. Δεν κνετε καλ, μου επε. Εχα την εντπωση πως πρεπε να μου ζητσει να τα μετρσω, προτο υπογρψω, αυτ θα ταν το σωστ. Αν χρειαστε, επε, πο μπορ να σας βρω; Μλις κατβηκα τα σκαλι κανα μια σκψη. Κι επστρεψα για να τον ρωτσω απ πο προρχονταν τα χρματα, προσθτοντας τι εχα κθε δικαωμα να ξρω. Μου επε κποιο γυναικεο νομα που χω ξεχσει. σως και να με εχε χορψει στα γνατ της ταν μουν ακμα στις φασκις, να μου εχε κνει κονια-μπλα. Μερικς φορς αυτ αρκε. Στις φασκις, το τονζω, γιατ οποτεδποτε μετ θα ταν πολ αργ για κονια-μπλα. Χρη σε κενο το ποσ εχα ακμα λγα χρματα. Πολ λγα. Κατανεμημνα στη ζω που θα ακολουθοσε ταν αμελητα, εκτς κι αν οι προβλψεις μου ταν αδικαιολγητα απαισιδοξες. Χτπησα το χρισμα δπλα απ το καπλο μου και πσω ακριβς απ την πλτη του αμαξ, αν υπολγιζα σωστ. να σννεφο σκνης σηκθηκε απ την ταπετσαρα. Πρα απ τη τσπη μου μια πτρα και χτπησα με τη πτρα, σπου ο αμαξς σταμτησε. Παρατρησα τι σ' αντθεση με τα περισστερα τροχοφρα που κβουνε ταχτητα πριν σταματσουν, η μαξα κοκλωσε μεμις. Περμενα. Η μαξα σεστηκε ολκληρη. Πρπει να μ' κουγε ο αμαξς, πνω στο ψηλ του κθισμα. Εδα το λογο πως με τα δια μου τα μτια. Δεν εχε χαλαρσει, πως σε λλες σντομες στσεις, παρμενε σε εγργορση, με τ' αφτι ορθωμνα. Κοταξα ξω απ το παρθυρο, εχαμε ξεκινσει πλι. Ξαναχτπησα στο χρισμα, μχρι που η μαξα σταμτησε. Ο αμαξς κατβηκε βρζοντας. Κατβασα το παρθυρο για να τον αποτρψω ν' ανοξει την πρτα. Πιο γργορα, πιο γργορα. Εχε γνει κατακκκινος, σαν παντζρι. Θυμς ο δυνατς νεμος. Του επα τι τον μσθωνα για λη την ημρα. Απντησε τι στις τρεις εχε μια κηδεα. Α, οι νεκρο. Του επα πως εχα αλλξει γνμη, και δεν θελα πλον να πω στον ζωολογικ κπο. Ας μην πμε στον ζωολογικ κπο, επα. Μου απντησε τι εκενον δεν τον νοιαζε πο θα πηγαναμε, αρκε να μην ταν μακρι, για το ζο. Κι πειτα μιλνε για την ιδιαιτερτητα του λγου των πρωτγονων. Τον ρτησα αν ξερε κποιο φαγδικο. Προσθτοντας, θα φτε μαζ μου. Σε ττοια μρη προτιμοσα να εμαι μαζ με κανονικ πελτη. Υπρχε να μεγλο, μακρστενο τραπζι, με δυο ισομκεις πγκους, απ τη μια και την λλη πλευρ. Στο τραπζι μο μλησε για τη ζω του, τη γυνακα του, το ζο, πειτα πλι για τη ζω του, πσο φοβερ ταν η ζω που κανε, κυρως εξαιτας του χαρακτρα του. Με ρτησε αν αντιλαμβανμουν τι σμαινε να κυκλοφορες ξω βρξει-χιονσει. μαθα τι υπρχαν ακμη αμαξδες που περνοσαν τη μρα τους αναπαυτικ μες στη ζστη, περιμνοντας με την μαξα στη σειρ τον πελτη που θα τους ξεκουνοσε. Συνηθιζταν παλιτερα, αλλ στις μρες μας πρπει να ακολουθες λλες μεθδους, αν θλεις να βλεις κτι στην κρη για τα γερματα. Του περιγραψα την κατστασ μου, τι εχα χσει και τι ψαχνα. Κναμε και οι δυο μας γενναες προσπθειες για να εξηγσουμε, για να καταλβουμε. Κατλαβε τι δεν εχα πια δωμτιο κι τι χρειαζμουν λλο, αλλ μχρι εκε, τα υπλοιπα του διφευγαν. Του εχε καρφωθε η ιδα, και κανες δεν μποροσε να του τη βγλει απ' το νου, πως ψαχνα για επιπλωμνο δωμτιο. βγαλε απ τη τσπη του μιαν εφημερδα, χθεσιν και προχθεσιν και διτρεξε τις μικρς αγγελες, υπογραμμζοντας πεντξι απ' αυτς μ' να λεπτ μολβι, το διο που αμφιταλαντευταν πνω απ' σες ενδεχομνως αποκλεονταν. Δχως αμφιβολα υπογρμμισε σα θα υπογρμμιζε αν ταν εκενος στη θση μου σα ταν στην δια γειτονι, χρη του ζου. Θα 'χε μπερδευτε αν του 'χα πει πως εκτς απνα κρεβτι δεν αντχω λλα πιπλα στο δωμτιο κι τι λα, ακμα και το κομοδνο, πρεπε ν' απομακρυνθονε προτο συγκατατεθ να πατσω οπουδποτε το πδι μου. Γρω στις τρεις ξυπνσαμε το λογο και ξεκινσαμε. Ο αμαξς πρτεινε να κτσω δπλα του, αλλ εγ εδ και ρα ονειρευμουν να μπω στην μαξα, το οποο κι κανα. Επισκεφθκαμε μεθοδικ, τη μα μετ την λλη, νομζω, λες τις διευθνσεις που 'χεν υπογραμμσει. Η μικρ χειμωνιτικη μρα κντευε να τελεισει. χω καμι φορ την εντπωση τι αυτς εναι και οι μοναδικς μρες που εδα, κυρως τη μαγικ κενη ρα, λγο πριν σβσουν στο σκοτδι. Οι διευθνσεις που 'χεν υπογραμμσει, μλλον σημεισει με σταυρ, πως κνουν οι απλο νθρωποι, αποδεχτηκαν, η μα μετ την λλη, χρηστες και τις διγραφε, τη μα μετ την λλη, μονοκοντυλι. Μετ μου 'δωσε την εφημερδα, με τη συμβουλ να τη φυλξω, για να εμαι σγουρος τι δεν θα ξανακοιτοσα κει που εχα δη δει -μταια. Μολοντι τα παρθυρα ταν κλειστ, η μαξα τριζε και στους δρμους εχε φασαρα, τον κουγα να τραγουδ, καθς τρανταζταν ολομναχος και μετεωριζταν πνω απ το κθισμ του. Εχε προτιμσει εμνα απ την κηδεα, κι αυτ ταν γεγονς δι βου μη αμφισβητσιμο. Τραγουδοσε, Εκενη εναι μακρι απ τη χρα που κοιμται ο νεαρς ρωας, λλα λγια δεν θυμμαι. Κθε φορ που σταματοσαμε, κατβαινε απ τη θση του και βοηθοσε κι εμνα να κατβω απ τη δικ μου. Χτυποσα το κουδονι που μου υποδεκνυε και συχν χανμουν μσα στο σπτι. Περεργο συνασθημα, το θυμμαι, μετ απ τσο καιρ, ολγυρ μου να σπτι. Με περμενε στο πεζοδρμιο και με βοηθοσε να ξανανβω στην μαξα. Θε μου, τον εχα σιχαθε τον αμαξ. Σκαρφλωσε στη θση του και ξεκινσαμε. Κποια στιγμ συνβη το εξς. Σταμτησε. Πετχτηκα μουδιασμνος κι ετοιμστηκα να κατεβ. Καθς μως δεν ρθε να μου ανοξει την πρτα και να μου προσφρει το μπρτσο του, αναγκστηκα να κατεβ μνος μου. 'Αναβε τις λμπες. Αγαπ τις λμπες πετρελαου, παρλο που μαζ με τα κερι κι αν εξαιρσεις τ' στρα, εναι απ τα πρτα φτα που γνρισα. Τον ρτησα αν μποροσα ν' ανψω την λλη λμπα, μια κι εκενος εχε δη ανψει τη μα. Μου δωσε το κουτ με τα σπρτα, σκωσα το κυρτ γυαλ πνω στα τσιγκλια, ναψα κι αμσως το κλεισα, να κψει το φιτλι, φωτειν, σταθερ, προφυλαγμνο απ τον αρα στο σπιτκι μου. Χαρ που νιωσα. χι τι διακρναμε και κτι με το φως απ αυτς τις λμπες, εκτς απ το αδρ περγραμμα του αλγου, μως οι λλοι μας βλεπαν απ μακρυ, δο κτρινες λμψεις να αρμενζουν αργ στον αρα. ταν το αμξωμα στριβε, να μτι διαγραφταν κκκινο πρσινο αναλγως με την περσταση, ρμβος ανγλυφος, με την ευκρνεια υαλογραφας. Αφο εχαμε ελγξει και την τελευταα διεθυνση, ο αμαξς πρτεινε να με πει σ' να ξενοδοχεο που ξερε, θα μουν νετα εκε. τσι μλιστα, αμαξς-ξενοδοχεο, υπρχε κποια σχση. Συστημνος απ εκενον, δεν θα μου λειπε τποτα. λες οι ανσεις, επε, κλενοντς μου το μτι. Τοποθετ τη συνομιλα μας στο πεζοδρμιο, μπροστ απ το σπτι, απ' που εχα μλις βγει. Θυμμαι κτω απ τη λμπα τα καπολια του αλγου, νοτερ και καμπλα, στο χερολι της πρτας την παλμη του αμαξ μσα σε μλλινο γντι. Η σκεπ της μαξας μο φτανε στον λαιμ. Πρτεινα να πιομε να ποτ. Το λογο δεν εχε φει και δεν εχε πιει τποτα λη μρα. Το επισμανα στον αμαξ, αλλ μου απντησε τι το ζο δεν τρωγε τποτα, πριν γυρσει στον στβλο. Κτι, το παραμικρ να τρωγε στη διρκεια της μρας, να μλο ναν κβο ζχαρη, του φερνε πνους στο στομχι, κωλικος, δεν μποροσε να κνει οτε βμα, μπορε και να τα τναζε. Γι'αυτ κι ταν για οποιονδποτε λγο ο αμαξς πρεπε να το αφσει απ τα μτια του, του δενε τα σαγνια με να λουρ, να μην υποφρει απ τους καλκαρδους περαστικος. στερα απ μερικ ποτ ο αμαξς με παρακλεσε να κνω στον διο και στη γυνακα του την τιμ να περσω τη νχτα σπτι τους. Δεν ταν μακρι. Φρνοντας στο μυαλ μου τα συναισθματα εκενης της μρας, με το μγιστο πλεονκτημα της απστασης, θαρρ τι εχαμε κνει τελικ βλτες γρω απ το σπτι του. μεναν πνω απ ναν στβλο, στο πσω μρος μιας αυλς. Ιδεδες μρος για μνα, θα μποροσα να εχα βολευτε. Με σστησε στη γυνακα του, που εχε να κλο τερστιο, πειτα φυγε και μας φησε μνους. Μνοντας μνη μαζ μου εκενη ταν εμφανς αμχανη. Μποροσα να την καταλβω, γιατ κι εγ δεν εμαι τυπικς σ' αυτς τις περιστσεις. Κανες λγος να τελεισει να συνεχσει. Το αφνεις να τελεισει. Επα λοιπν τι θα κατβαινα στον στβλο για να κοιμηθ. Ο αμαξς διαμαρτυρθηκε. Εγ επμενα. Επστησε την προσοχ της γυνακας του στην πυδη φλκταινα που εχα στο κεφλι μου, απ ευγνεια εχα βγλει το καπλο. Πρπει να το αφαιρσει, επε εκενη. Ο αμαξς κατονμασε κποιο γιατρ για τον οποο τρεφε μεγλη εκτμηση επειδ τον εχε βοηθσει σε κποιο πρβλημα στις κενσεις. Αν θλει να κοιμηθε στον στβλο, επε η γυνακα του, φησ τον να κοιμηθε στον στβλο. Ο αμαξς πρε τη λμπα απ το τραπζι, πρασε μπροστ κι ρχισε να κατεβανει τις σκλες, μλλον τη σκαλτσα που οδηγοσε στον στβλο, αφνοντας τη γυνακα του στο σκοτδι. Πνω στ' χυρα, σε μια γωνι για τα λογα, στρωσε χμω μια κουβρτα αφνοντς μου κι να κουτ σπρτα μπως και θελσω να δω κτι μες στη νχτα. Τι κανε το λογο λη αυτ την ρα, δεν θυμμαι. Ξαπλωμνος στο σκοτδι, κουγα τους χους που βγαζε καθς πινε, δεν χουν μοι τους, τα ποντκια να τρχουν αλαφιασμνα, και τις πνιχτς φωνς του αμαξ και της γυνακας του απ πνω να με σχολιζουν. σφιξα στο χρι το κουτ με τα σπρτα, να μεγλο κουτ με σπρτα ασφαλεας. Τη νχτα σηκθηκα κι ναψα να. Η φλγα δεν ντεξε πολ, εντπισα μως την μαξα. Ξαφνικ με κατλαβε κι αμσως μετ με εγκατλειψε η επιθυμα να βλω φωτι στον στβλο. Στα σκοτειν βρκα την μαξα, νοιξα την πρτα, τα ποντκια ρμησαν ξω, εγ σκαρφλωσα μσα. Καθς προσπαθοσα να βολευτ αντιλφθηκα τι η μαξα δεν ταν πλον σηκωμνη κι ταν φυσικ μια και οι ρυμο ακουμποσαν στο δαφος. Καλτερα τσι, μποροσα να ξαπλσω πσω με τα πδια ψηλ στην απναντι θση. Πολλς φορς στη διρκεια της νχτας νιωσα το λογο να με κοιτζει απ το παρθυρο και τα ρουθονια του ν' ανασανουν. Τρα που δεν ταν ζεμνο θα πρεπε να του προκαλε κατπληξη η παρουσα μου στην μαξα. Εχα ξεχσει την κουβρτα και κρωνα, χι μως και τσο στε να πω να την πρω. Απ το παρθυρο της μαξας βλεπα το παρθυρο του στβλου, λο και πιο καθαρ. Βγκα απ την μαξα. Το σκοτδι δεν ταν πηχτ, μποροσα να διακρνω στον στβλο το παχν, το ρφι, τα χμουρα να κρμονται, τι λλο, κουβδες και βορτσες. Πγα στην πρτα αλλ δεν μποροσα να την ανοξω. Το λογο δεν παιρνε τα μτια του απ πνω μου. Μα δεν κοιμονται ποτ τα λογα; Εχα την εντπωση τι ο αμαξς θα πρεπε να το εχε δσει κπου, στο παχν για παρδειγμα. Αναγκστηκα να φγω απ το παρθυρο. Δεν ταν εκολο. Αλλ και τι εναι εκολο; Πρασα πρτα απ μσα το κεφλι, τα χρια ακουμποσαν στο χμα της αυλς, και τναζα τα πδια να ξεσφηνωθον απ την κσα. Θυμμαι πως ξερζωνα με τα δυο μου χρια τοφες τοφες το χορτρι στη προσπθει μου να ελευθερωθ. πρεπε να εχα βγλει το παλτ μου και να το εχα ρξει απ το παρθυρο, αλλ αυτ σημανει τι θα πρεπε να το εχα σκεφτε. Δεν εχα προλβει να βγω απ την αυλ ταν κανα μια σκψη. Αδυναμα. Γλστρησα να χαρτονμισμα στο κουτ με τα σπρτα, επστρεψα στην αυλ και ακομπησα στο περβζι του παραθρου, απ' που μλις εχα βγει, το κουτ. Το λογο ταν στο παρθυρο. Προχρησα μερικ βματα στο δρμο, γρισα στην αυλ και πρα το χαρτονμισμα. 'Αφησα τα σπρτα, δεν ταν δικ μου. Το λογο ακμα στο παρθυρο. Θε μου, το εχα σιχαθε το παλιλογο. Εχε αρχσει να χαρζει. Δεν ξερα πο βρισκμουν. Κατευθνθηκα προς την ανατολ, προς τα κει που νμιζα τι ο λιος θα ανατελει, να βρεθ στο φως το συντομτερο, θα προτιμοσα τον ορζοντα μιας θλασσας μιας ερμου. Αν εμαι ξω πρω, τραβ να συναντσω τον λιο, αν εμαι απγευμα, τον ακολουθ μχρι να βρεθ κτω, ανμεσα στους νεκρος. Γιατ επα αυτ την ιστορα, δεν το ξρω. Θα μποροσα κλλιστα να εχα πει μια λλη. σως μια λλη φορ να μπορσω να πω κποια λλη. Ψυχς ζσες, να δετε πσο μοιζουν μεταξ τους.

                                               TΕΛΟΣ
-------------------------------------------------------------------------------------------
                               (Συνεχζεται μ' λλο κεμεν του...Εδ)

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers